Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ιβάν Αθανασιάδης, Aρ. Υπόθεσης: 18367/12, 7/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B79 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Aρ. Υπόθεσης: 18367/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Ιβάν Αθανασιάδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 7.12.16 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Ν. Νεοκλέους) Για τον Κατηγορούμενο: κ. Αλ. Αλεξάνδρου (για να ακούσει την απόφαση η κα. Λ. Λεμονάρη) Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της επίθεσης προκαλούσης πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (πρώτη κατηγορία), της κακόβουλης ζημίας κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (δεύτερη κατηγορία), της αξιόποινης παράνομης εισόδου κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (τρίτη κατηγορία) και της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (τέταρτη κατηγορία). Συγκεκριμένα κατηγορείται επί το ότι στις 2.6.12 σε ανοικτό χώρο στάθμευσης που βρίσκεται στην οδό Ιάσωνος στην Κάτω Πάφο επιτέθηκε εναντίον του Παύλου Νεοφύτου από την Λευκωσία και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη (πρώτη κατηγορία), ότι την ίδια ημέρα και στον ίδιο τόπο εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά ύψους Ευρώ 50,00 σεντ σε διάφορα έγγραφα και σε μια καρέκλα καθώς και ζημιά ύψους Ευρώ 60,00 σεντ σε μια γυψοσανίδα περιουσία της εταιρείας Hercules Parking Ltd (δεύτερη κατηγορία), ότι την ίδια ημέρα αφού εισήλθε νόμιμα στον ανοικτό χώρο στάθμευσης παρέμεινε σε αυτόν παράνομα με σκοπό να διαπράξει εντός αυτού τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 (τρίτη κατηγορία) και ότι την ίδια ημέρα και στον ίδιο τόπο, ήτοι στον ανοικτό χώρο στάθμευσης, εξύβρισε τον Παύλο Νεοφύτου με την φράση «Ασιχτίρ φτου σου Παύλο δεν είσαι άντρας», κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση (τέταρτη κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή σε καμία κατηγορία οπότε και διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Κλήθηκαν, έτσι, και έδωσαν μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή τρεις συνολικά μάρτυρες, ήτοι ο Αστ 250, Αντώνης Φιλίππου (ΜΚ 1), ο Παύλος Νεοφύτου, από τώρα και στο εξής «ο παραπονούμενος» (ΜΚ 2) και η Ελλάδα Καλαϊτσίδου (ΜΚ 3). Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες και προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Η Υπεράσπιση δεν κάλεσε μάρτυρες Υπεράσπισης. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Πρώτος μάρτυρας Κατηγορίας κατέθεσε ο Αστ 250, Αντώνης Φιλίππου. Είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και ήταν τοποθετημένος στο Γραφείο Μικροπαραβάσεων Πάφου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε την γραπτή του κατάθεση - Τεκμήριο 1 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Ακολούθως έδωσε περαιτέρω προφορική μαρτυρία και εν τέλει αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης. Ο μάρτυρας αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο υποδεικνύοντας τον στο εδώλιο του Κατηγορούμενου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως τεκμήρια ως ακολούθως: την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 17.6.12 στη Ρωσική γλώσσα - Τεκμήριο 2Α - την μετάφραση του Τεκμηρίου 2Α στα Ελληνικά - Τεκμήριο 2Β. Δηλώθηκε από κοινού ως παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι το Τεκμήριο 2Β είναι πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου 2Α στα Ελληνικά αντίγραφο εγγράφου του Τμήματος Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου που φέρει τίτλο «Ιατρικό Έντυπο» και αφορά στον παραπονούμενο - Τεκμήριο 3 5 κόλλες στις οποίες φαίνονται 8 ψηφιακές φωτογραφίες στην καθεμιά και ακόμα 1 κόλλα στις οποίες φαίνονται 2 ψηφιακές φωτογραφίες. Οι κόλλες κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων - Τεκμήριο 1 για Αναγνώριση. Οι εν λόγω φωτογραφίες αναγνωρίσθηκαν από τον παραπονούμενο στα πλαίσια της μαρτυρίας του και η δέσμη έγινε κανονικό τεκμήριο - Τεκμήριο
- Οι 40 εκ των 42 φωτογραφιών του εν λόγω τεκμηρίου που φαίνονται στις 5 πρώτες κόλλες απεικονίζουν τον παραπονούμενο. Οι κόλλες είναι αριθμημένες με τους αριθμούς 18,19, 20, 21, 22 και
- Οι εν λόγω φωτογραφίες παραδόθηκαν από τον παραπονούμενο στον Αστ 2072 και ο τελευταίος τις παρέδωσε στον μάρτυρα αριθμό ιατρικών εγγράφων που παραδόθηκαν από τον παραπονούμενο μαζί με τις φωτογραφίες. Τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων η οποία σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2 για Αναγνώριση. Δεν κλήθηκε μάρτυρας για να αναγνωρίσει το εν λόγω τεκμήριο, οπότε αυτό σύμφωνα και με καλά αναγνωρισμένη Νομολογία παρέμεινε άνευ αποδεικτικής αξίας. Στην γραπτή του κατάθεση - Τεκμήριο 1 - ο μάρτυρας αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Στις 2.6.12 και περί ώρα 19:30 προσήλθε στον Σταθμό ο παραπονούμενος ο οποίος είναι ο ιδιοκτήτης του χώρου στάθμευσης με την ονομασία «Hercules Parking Ltd», ο οποίος βρίσκεται στην οδό Ιάσωνος στην Κάτω Πάφο, από τώρα και στο εξής «ο χώρος στάθμευσης», ισχυριζόμενος ότι είχε δεχθεί επίθεση από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν υπάλληλός του. Στον παραπονούμενο δόθηκε ιατρικό έντυπο και του συνεστήθη να μεταβεί στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και ακολούθως πίσω στον Σταθμό για λήψη κατάθεσης. Ο παραπονούμενος δεν παρουσιάσθηκε στον Σταθμό και σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο μάρτυρας μαζί του ο παραπονούμενος ανέφερε στον μάρτυρα ότι αντί στο Σταθμό είχε μεταβεί στον χώρο στάθμευσης και ότι στον Σταθμό θα μετέβαινε σε μεταγενέστερο στάδιο. Στα πλαίσια της τηλεφωνικής τους συνομιλίας ο μάρτυρας ενημέρωσε τον παραπονούμενο ότι στο μεταξύ είχε προσέλθει στον Σταθμό και ο Κατηγορούμενος παραπονούμενος ότι την ίδια ημέρα και περί ώρα 17:00 είχε δεχθεί επίθεση από τον παραπονούμενο και εργοδότη του στον χώρο στάθμευσης και συγκεκριμένα ότι είχε δεχθεί κλωτσιές στο αριστερό του πόδι. Ο παραπονούμενος ανέφερε στον μάρτυρα ότι βρισκόταν σε αυτοάμυνα. Στις 6.6.12 ο Αστ 2072 ανέφερε στον μάρτυρα ότι ο παραπονούμενος είχε προσέλθει στον Σταθμό και του είχε παραδώσει μια κατάθεση που είχε γράψει ο ίδιος ο παραπονούμενος. Ο Αστ 2072 παρέδωσε την κατάθεση στον μάρτυρα. Στις 17.6.12 και περί ώρα 11:00 ο μάρτυρας επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Κατηγορούμενο με σκοπό να διευθετηθεί η λήψη κατάθεσης από αυτόν. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 16:00 τηλεφώνησε στον Σταθμό ο παραπονούμενος και ζήτησε από τον μάρτυρα να μεταβεί στον χώρο στάθμευσης για να δει τον χώρο και ο ίδιος να προσέλθει με την μητέρα του στον Σταθμό για να παραδώσουν καταθέσεις τους. Ο μάρτυρας αδυνατούσε να μεταβεί στον χώρο στάθμευσης καθότι θα λάμβανε κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. Όπερ και έγινε. Η κατάθεση του Κατηγορούμενου λήφθηκε την ίδια ημέρα μεταξύ των ωρών 16:25-17:50 στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου και ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς μεταξύ των ωρών 18:00-18:
- Στις 18.6.12 και περί ώρα 19:00 τηλεφώνησε και πάλι στον Σταθμό ο παραπονούμενος και ζήτησε και πάλι από τον μάρτυρα να μεταβεί στον χώρο στάθμευσης για να δει τον χώρο και ο ίδιος να προσέλθει με την μητέρα του στον Σταθμό για να παραδώσουν καταθέσεις τους. Ο μάρτυρας και πάλι αδυνατούσε να μεταβεί στον χώρο στάθμευσης καθότι έπρεπε να λάβει καταθέσεις σε επείγουσας φύσης υποθέσεις. Στις 21.6.12 ο Υπαστυνόμος Κ. Κυριάκου παρέδωσε στον μάρτυρα τις καταθέσεις του παραπονούμενου και της μητέρας του καθώς και ένα ψηφιακό δίσκο ο οποίος περιείχε μαγνητοφωνημένη συζήτηση του παραπονούμενου με τον Κατηγορούμενο κατά την 2.6.
- Ο μάρτυρας τοποθέτησε το δίσκο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του γραφείου του, αλλά αυτός δεν λειτουργούσε. Στις 2.10.12 και περί ώρα 19:45 ο μάρτυρας μετέβη μαζί με τον Αστ 1114 στον χώρο στάθμευσης. Εκεί συνάντησαν τον παραπονούμενο ο οποίος τους περίγραψε το συμβάν. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας υπέδειξε τα ακόλουθα. Το παράπονο στις 2.6.12 δεν λήφθηκε από τον ίδιο, αλλά από άλλο συνάδελφο του αστυνομικό και συγκεκριμένα από τον Αστ 3385 ο οποίος και είχε προμηθεύσει τον παραπονούμενο με το προαναφερόμενο ιατρικό έντυπο - Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας ανέλαβε στην συνέχεια. Το παράπονο, όμως, του Κατηγορούμενου λήφθηκε από τον μάρτυρα. Φάκελος ανοίχθηκε, επίσης, και εναντίον του παραπονούμενου. Ο παραπονούμενος ανακρίθηκε και κατηγορήθηκε. Του λήφθηκε, επίσης, ανακριτική κατάθεση. Δέχθηκε ότι δεν αποτελεί συνήθη διαδικασία να παραδίδει ένας παραπονούμενος κατάθεση την οποία έχει συντάξει από πριν μόνος του και εκτός αστυνομικού σταθμού. Ο μάρτυρας αναγνώρισε την κατάθεση της μητέρας του παραπονούμενου, Ελπινίκης Νεοφύτου, η οποία παραδόθηκε από τον παραπονούμενο στην Αστυνομία. Η εν λόγω κατάθεση κατατέθηκε από την Υπεράσπιση και σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 3 για Αναγνώριση. Το πρόβλημα με τον ψηφιακό δίσκο ήταν ότι το φάιλ στον υπολογιστή αδυνατούσε να ανοίξει. Κατά την επίσκεψη στον χώρο στάθμευσης ο παραπονούμενος υπέδειξε τον χώρο όπου έγινε το επίδικο περιστατικό, περίγραψε πώς αυτό έγινε και υπέδειξε μια σπασμένη πλαστική καρέκλα. Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι στην κατάθεσή του ημερομηνίας 6.6.12 ο παραπονούμενος αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι επειδή ο μάρτυρας του είχε δώσει την εντύπωση ότι προπαθούσε να τον εξισώσει με τον Κατηγορούμενο, δηλαδή, τον θύτη, παρέδωσε την εν λόγω κατάθεση σε ένα υψηλόβαθμο στέλεχος της Αστυνομίας με την ελπίδα ότι θα τύγχανε ορθού χειρισμού. Υποστήριξε ότι δεν έκανε οτιδήποτε που να κλονίσει την εμπιστοσύνη του παραπονούμενου σε αυτόν και ότι απλά είχε υποδείξει στον παραπονούμενο ότι η Αστυνομία ήταν υποχρεωμένη να εξετάσει και διερευνήσει τους ισχυρισμούς και των δύο πλευρών και όχι μόνο τους δικούς του. Ο παραπονούμενος παρέδωσε στον Σταθμό καταθέσεις σε δύο περιπτώσεις. Την πρώτη την παρέδωσε στον Αστ 2072 και την δεύτερη στον Υπαστυνόμο Κυριάκου. Στις 21.6.12 ο Υπαστυνόμος Κυριάκου παρέδωσε στον μάρτυρα τις καταθέσεις του παραπονούμενου. Τα αντικείμενα με τα οποία σχετίζεται η κατηγορία της κακόβουλης ζημίας δεν τα έχει στην κατοχή της η Αστυνομία. Αυτά υπάρχουν μόνο υπό μορφή φωτογραφιών. Ο μάρτυρας αναγνώρισε την γραπτή κατηγορία. Η γραπτή κατηγορία κατατέθηκε από την Υπεράσπιση και σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας διαπίστωσε ιδίοις όμμασι ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πρόβλημα με το περπάτημα. Η μαρτυρία του μάρτυρα ήταν τυπική και δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Είναι αποδεκτή στην ολότητά της. Σημειώνεται, όμως, το εξής. Δέχομαι ότι μάρτυρας είπε στον παραπονούμενο ότι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα κατά την οποία υποβάλλονται παράπονα εκατέρωθεν των πλευρών η συνήθης πρακτική είναι να σχηματίζονται υποθέσεις εναντίον και των δύο προσώπων και ότι υπό αυτή την έννοια «για την Αστυνομία δεν έχει αυτοάμυνα». Ο μάρτυρας δεν περιορίσθηκε, όμως, στην δήλωση τούτη. Προχώρησε και ένα βήμα παραπέρα το οποίο δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο. Και το οποίο αποκάλυψε ο παραπονούμενος. Είπε στον παραπονούμενο να συμβιβασθεί με τον Κατηγορούμενο ώστε και τα δύο παράπονα να αποσυρθούν. Άλλο, όμως, είναι να διερευνηθούν τα παράπονα και των δύο πλευρών και άλλο τα παράπονα να αποσυρθούν. Επί του σημείου τούτου θεωρώ ότι ο μάρτυρας δεν ήταν εντελώς ειλικρινής. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε ο Παύλος Νεοφύτου, από τώρα και στο εξής ο παραπονούμενος. Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε έντονα την μαρτυρία του παραπονούμενου υποβάλλοντας σε αυτόν τις ακόλουθες θέσεις: κατά την επίδικη ημέρα ο παραπονούμενος εκδίωξε τον Κατηγορούμενο από τον χώρο στάθμευσης, που ήταν ο χώρος εργασίας του, και του επιτέθηκε. Συγκεκριμένα ο παραπονούμενος έριξε στον Κατηγορούμενο το ποσό των Ευρώ 50,00 σεντ στο τραπεζάκι του κουβούκλιου του χώρου στάθμευσης πλην όμως ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να λάβει το εν λόγω ποσό. Είπε στον παραπονούμενο ότι δεν ήταν άντρας και ακολούθως ξεκίνησε να φύγει για να πάει στο σπίτι του. Τότε ο παραπονούμενος τον κλώτσησε στο αριστερό πόδι - και όχι στο δεξί που έχει την αναπηρία. Ο Κατηγορούμενος κατάφερε δύο κλωτσιές στο αριστερό πόδι του Κατηγορούμενου. Με την πρώτη ο Κατηγορούμενος έπεσε κάτω στο έδαφος και τότε ο παραπονούμενος τον κλώτσησε ξανά ο Κατηγορούμενος ουδέποτε χτύπησε τον παραπονούμενο οι οποιοιδήποτε τραυματισμοί του παραπονούμενου προκλήθηκαν από τον ίδιο τον παραπονούμενο με μοναδικό σκοπό ο παραπονούμενος να δικαιολογήσει τις παράνομες πράξεις του εναντίον του Κατηγορούμενου ο λόγος που μετά το Νοσοκομείο ο παραπονούμενος δεν πήγε στην Αστυνομία, όπως του υποδείχθηκε, ήταν για να «κατασκευάσει μαρτυρία». Ο παραπονούμενος αρνήθηκε όλες τις θέσεις της Υπεράσπισης και, μεταξύ άλλων, αντέτεινε ότι όλα του τα τραύματα είχαν προκληθεί από τα χτυπήματα που του κατάφερε ο Κατηγορούμενος. Υποστήριξε, επίσης, ότι ουδέποτε κλώτσησε τον Κατηγορούμενο σε κανένα από τα πόδια του. Πρόσθεσε δε τα εξής. Δεν ήταν σίγουρος σε ποιο από τα δύο πόδια ο Κατηγορούμενος έχει αναπηρία και δεν γνώριζε σε ποιο πόδι βρέθηκε αρκετές μέρες μετά το συμβάν να είχε κάποια πληγή. Πάντως, ο ένας ιατρός που τον είδε μετά του έδωσε πιστοποιητικό που έγραφε ότι είχε τραύμα στο δεξί πόδι, ενώ δεύτερος ιατρός του έγραψε ότι αντίστοιχο τραύμα είχε στο αριστερό του πόδι. Αυτό το γνωρίζει από την υπόθεση που έχει εναντίον του και της οποίας έχει δει το μαρτυρικό υλικό. Στο μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης υπάρχουν πιστοποιητικά από δύο διαφορετικούς ιατρούς ο καθένας εκ των οποίων λέει διαφορετικά πράγματα. Ο ένας είναι ιατρός του Νοσοκομείου ονόματι Σιδηρόπουλος. Και ο άλλος ιατρός της Ιπποκράτειου κλινικής Υπέδειξε, επίσης, τα ακόλουθα τα οποία αποτελούν και την εν γένει εκδοχή του. Γνωρίζει τον Κατηγορούμενο καθότι ο τελευταίος μέχρι την 1.6.12 εργαζόταν στην επιχείρηση του χώρου στάθμευσης. Στις 2.6.12, ημέρα Σάββατο, περί τις 7:00 μ.μ. όταν ο Κατηγορούμενος προσήλθε στον χώρο στάθμευσης για εργασία ο παραπονούμενος προσέγγισε τον Κατηγορούμενο εντός του κουβούκλιου του φύλακα και ανακοίνωσε σε αυτόν την απόφασή του να τον απολύσει ένεκα του ότι εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντά του. Του πρότεινε δε να του δώσει το υπόλοιπο του μισθού που του αναλογούσε, ήτοι Ευρώ 50,00 σεντ, τοποθετώντας το εν λόγω ποσό στο τραπεζάκι του κουβούκλιου, οπότε ο Κατηγορούμενος εξεμάνη. Αρνήθηκε υποβολή προς την κατεύθυνση ότι «πέταξε» το πιο πάνω ποσό πάνω στο τραπεζάκι του κουβούκλιου με τρόπο υποτιμητικό προς τον Κατηγορούμενο και ακολούθως ότι τον έδιωξε από την δουλειά. Ο Κατηγορούμενος άρχισε τότε να βρίζει τον παραπονούμενο λέγοντάς του ότι δεν ήταν άντρας καθώς και με την φράση «Ασιχτίρ». Ακολούθως ο Κατηγορούμενος είπε στον παραπονούμενο ότι δεν ήθελε τα χρήματα και ότι θα έφευγε από την δουλειά και βγήκε έξω από το κουβούκλιο του φύλακα. Στην συνέχεια όμως και ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν μέσα στο κουβούκλιο του φύλακα και κοίταζε προς συγκεκριμένη κατεύθυνση, ο Κατηγορούμενος ήρθε από πίσω του, άνοιξε την πόρτα του κουβούκλιου και κατάφερε στον παραπονούμενο μια γροθιά στο αριστερό του μάτι. Ως αποτέλεσμα ο παραπονούμενος έπεσε κάτω και συγκεκριμένα στην γωνιά του κουβούκλιου. Ενώ ο παραπονούμενος ήταν χάμω, έκπληκτος γι' αυτό που είχε συμβεί, ο Κατηγορούμενος συνέχισε να τον χτυπά με δυνατές γροθιές στο κρανίο και το πρόσωπο, κυρίως, στην αριστερή πλευρά. Ο παραπονούμενος προσπάθησε να βάλει τα χέρια του μπροστά στο πρόσωπό του για να αποφύγει τα χτυπήματα στο πρόσωπο και το κεφάλι και, επίσης, πρόταξε μπροστά το αριστερό του πόδι για να σπρώξει τον Κατηγορούμενο προς τα πίσω ώστε να μπορέσει να απελευθερωθεί, διότι ήταν εγκλωβισμένος στη γωνία του κουβούκλιου και ο Κατηγορούμενος ήταν από πάνω του και τον χτυπούσε. Ο Κατηγορούμενος, τότε, άρπαξε το αριστερό πόδι του παραπονούμενου και το χτυπούσε με αποτέλεσμα να το τραυματίσει. Τότε, ο παραπονούμενος το τράβηξε απότομα και του έδωσε δύο κλωτσιές στο ενδιάμεσο του στήθους και της κοιλιάς. Ως αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος σπρώχτηκε προς τα πίσω και έτσι ο παραπονούμενος βρήκε την ευκαιρία να εξέλθει του κουβούκλιου. Οι κλωτσιές ήταν αρκετά δυνατές για να κινηθεί προς τα πίσω ο Κατηγορούμενος, να πάψει να τον χτυπά και να βρει την ευκαιρία ο παραπονούμενος να απεγκλωβιστεί και να βγει από το κουβούκλιο. Από τις κλωτσιές ο Κατηγορούμενος δεν έπεσε στο έδαφος. Χτύπησε με την πλάτη του στον τοίχο του κουβούκλιου και ισορρόπησε. Όταν ο παραπονούμενος βγήκε από το κουβούκλιο βγήκε και ο Κατηγορούμενος. Με το που βγήκε από το κουβούκλιο ο Κατηγορούμενος άρχισε να κυνηγά τον παραπονούμενο κρατώντας μια καρέκλα και προσπαθώντας να τον χτυπήσει με αυτήν. Όταν εν τέλει ο παραπονούμενος κατάφερε να απομακρυνθεί ο Κατηγορούμενος πήρε το μαξιλαράκι της καρέκλας που είχε σκληρή επένδυση από ξύλο και του το έριξε. Ακολούθως μπήκε μέσα στο κουβούκλιο και έσκισε το ημερολόγιο του χώρου στάθμευσης. Το σκισμένο ημερολόγιο φαίνεται στο πάνω μέρος της σελίδας 24 του Τεκμηρίου
- Ακολούθως ο παραπονούμενος απομακρύνθηκε από τον χώρο και κατέληξε στην εξοχική κατοικία της μητέρας του που βρισκόταν απέναντι. Ενώ ο παραπονούμενος απομακρυνόταν για να πάει στην εξοχική οικογενειακή τους κατοικία ο Κατηγορούμενος του φώναξε να επιστρέψει για να μιλήσουν. Φαινόταν πιο ήρεμος. Επειδή, όμως, ο παραπονούμενος φοβόταν μήπως ο Κατηγορούμενος τον χτυπήσει κι' άλλο απομακρύνθηκε εντελώς από τον χώρο στάθμευσης. Του φώναξε να φύγει από τον χώρο στάθμευσης και ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε. Από το τηλέφωνο της μητέρας του επικοινώνησε με τον Αστ 250 ζητώντας από την Αστυνομία να έρθει στο μέρος και να απομακρύνει τον Κατηγορούμενο αφού, μεταξύ άλλων, είχε καταστεί επεμβασίας εντός του χώρου στάθμευσης. Την όλη σκηνή είχε παρακολουθήσει και το πρόσωπο που είχε προσληφθεί ως νέος υπάλληλος του χώρου στάθμευσης ονόματι Antoni Asenov από την Βουλγαρία. Σε τηλεφωνική συνομιλία που είχαν παραπονούμενος και Asenov σε μεταγενέστερο στάδιο ο Asenov πληροφόρησε τον παραπονούμενο ότι αφότου ο παραπονούμενος αποχώρησε από το μέρος και πήγε στο Νοσοκομείο ήρθαν στον χώρο στάθμευσης ο Κατηγορούμενος και ο υιός του και τον απείλησαν ότι θα τον σκότωναν αν συνέχιζε να εργάζεται εκεί. Ο Asenov φοβήθηκε και αποχώρησε από τον χώρο στάθμευσης και ουδέποτε είχε έρθει εκεί ξανά. Έκτοτε ο παραπονούμενος δεν είχε δει τον Asenov. Ο παραπονούμενος είδε και αναγνώρισε τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 1 για Αναγνώριση. Υποστήριξε ότι είναι φωτογραφίες τις οποίες έβγαλε ο ίδιος με την φωτογραφική του μηχανή κατά τις ημερομηνίες και ώρες που αναγράφονται σε αυτές και τις τύπωσε στον δικό του εκτυπωτή. Κατόπιν τούτου το Τεκμήριο 1 για αναγνώριση έγινε Τεκμήριο
- Στις περισσότερες φωτογραφίες του Τεκμηρίου 5 απεικονίζεται ο ίδιος. Αφού εκτύπωσε τις φωτογραφίες, ακολούθως, τις παρέδωσε στην Αστυνομία όταν έδωσε καταθέσεις για την παρούσα υπόθεση. Διασαφήνισε ότι η φωτογραφική μηχανή διέθετε time switch. Επομένως, έθετε σε λειτουργία τον εν λόγω μηχανισμό και η φωτογραφία έβγαινε μερικά δευτερόλεπτα αργότερα αφότου ο ίδιος πόζαρε. Όταν πήγε στο Νοσοκομείο του έγινε, μεταξύ άλλων, καθαρισμός της πληγής στην πλάτη. Η νοσοκόμα του έβαλε, επίσης, αντισηπτική αλοιφή και μεγάλους επιδέσμους οι οποίοι κάλυψαν την πληγή στην πλάτη μεγέθους 20 εκατοστών. Στο σπίτι του, δύο, τρεις ώρες μετά, όταν έβγαλε την φανέλα το πάνω μέρος του επιδέσμου είχε ξεκολλήσει από μόνο του και ζήτησε από την μητέρα του να του το ξανακολλήσει. Άρα η φωτογραφία που έβγαλε με ένδειξη 02/06/2012 22:25:03 στην σελίδα 19 του Τεκμηρίου 5 ήταν όταν η πληγή ήταν ακόμα φρέσκα. Συνεπεία των πιο πάνω ο παραπονούμενος υπέστη σύμφωνα με τους ιατρούς στους οποίους αποτάθηκε στην δεξιά πλευρά της πλάτης και τον ώμο έγκαυμα τριβής και χτύπημα στο δεξιό μηρό. Το έγκαυμα τριβής το παθαίνει κάποιος όταν, για παράδειγμα, πέσει κάτω και κάποιος άλλος τον σέρνει στο έδαφος. Στην δική του περίπτωση το τραύμα αυτό επισυνέβη όταν μετά που τον χτύπησε ο Κατηγορούμενος στην περιοχή του αριστερού οφθαλμού έπεσε στην γωνιά του κουβούκλιου του φύλακα με αποτέλεσμα η αριστερή του ωμοπλάτη και ο ώμος του να τριφτούν πάνω στη γωνιά του κουβούκλιου. Το τραύμα στο αριστερό μάτι φαίνεται στις φωτογραφίες της σελίδας 18 του Τεκμηρίου 5 με ενδείξεις 02/06/2012 22:30:44, 03/06/2012 07:24:05 και 04/06/2012 07:52:
- Επισημαίνεται ότι το εν λόγω τραύμα δεν είναι ακριβώς στο μάτι αλλά στο αριστερό ζυγωματικό. Την φωτογραφία με ένδειξη 04/06/2012 07:52:16 στην σελίδα 18 την έβγαλε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου και νοσηλεύθηκε. Υπέδειξε ότι στην φωτογραφία με ένδειξη 02/06/2012 22:30:32 στην σελίδα 18 φαίνονται τα τραύματα στο κρανίο στο οποίο, επίσης, τον είχε γρονθοκοπήσει ο Κατηγορούμενος. Στην ίδια φωτογραφία φαίνεται και ο επίδεσμος που του είχαν τοποθετήσει όταν πήγε για πρώτη φορά στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για περίθαλψη. Τα τραύματα στο χέρι προκλήθηκαν κατά τον ξυλοδαρμό του από τον Κατηγορούμενο όταν τα είχε βάλει μπροστά από το πρόσωπό του για να προστατεύσει το κεφάλι και το πρόσωπό του από τα χτυπήματα. Ο Κατηγορούμενος τον χτύπησε και στο αριστερό χέρι. Από τα χτυπήματα προκλήθηκαν γδαρσίματα και μώλωπες. Σχετικές είναι οι φωτογραφίες στην σελίδα 21 του Τεκμηρίου
- Οι φωτογραφίες στην σελίδα 22 του Τεκμηρίου 5 απεικονίζουν τα προκληθέντα ως εκ της επίθεσης τραύματα στο πόδι και τους μηρούς του. Αναφορικά με τις φανέλες υπέδειξε τα εξής από την σελίδα 20 του Τεκμηρίου 1 για Αναγνώριση. Οι δύο πάνω φανέλες απεικονίζουν την ίδια φανέλα και συγκεκριμένα την φανέλα που ο παραπονούμενος φορούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Και στις δύο φωτογραφίες φαίνεται το σημείο στο οποίο στην φανέλα αποτυπώθηκε αίμα συνεπεία του τραυματισμού στην αριστερή ωμοπλάτη από την οποία υπήρξε αιμορραγία. Η φωτογραφία αριστερά απεικονίζει την εξωτερική πλευρά της πλευράς της φανέλας που άπτεται της πλάτης, ενώ η φωτογραφία δεξιά την εσωτερική πλευρά της πλευράς της φανέλας που άπτεται της πλάτης. Η αιμορραγία στην πλάτη συνέχιζε τις επόμενες μέρες. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του τούτου ο παραπονούμενος υπέδειξε τις φωτογραφίες με ενδείξεις 03/06/2012 08:29:34 και 04/06/2012 06:20:50 στην ίδια σελίδα. Στις εν λόγω φωτογραφίες απεικονίζεται η φανέλα που ο παραπονούμενος φόρεσε στις 3.6.12 και 4.6.
- Η αιμορραγία διήρκησε μια με δύο εβδομάδες περίπου με σταδιακή μείωση. Συγκεκριμένα υπήρχε αίμα τις πρώτες τρεις, τέσσερις μέρες και ακολούθως έκκριση ορού από την πληγή μέχρι και τέσσερις εβδομάδες μετά. Ο παραπονούμενος αναγνώρισε το Τεκμήριο 3 ως το έγγραφο που του δόθηκε από την ΜΚ 3 όταν επισκέφθηκε το Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου αργά το απόγευμα της 2.6.12 και αμέσως μετά που τον παρέπεμψαν εκεί από την Αστυνομία Πάφου. Η ΜΚ 3 του σύστησε έντονα ότι θα έπρεπε να παραμείνει μέσα στο Νοσοκομείο για εξετάσεις και παρακολούθηση. Ο παραπονούμενος αρνήθηκε, διότι είχε φύγει άρον-άρον από τον χώρο στάθμευσης σε μια μέρα μέγιστης αιχμής για την επιχείρηση. Συγκεκριμένα ήταν το τριήμερο του Κατακλυσμού και το επίδικο περιστατικό έλαβε χώρα το Σάββατο το απόγευμα. Επίσης, είχε αποχωρήσει από τον χώρο στάθμευσης αφήνοντας εκεί τον νέο υπάλληλο Antoni Asenov ο οποίος δεν ήξερε την δουλειά. Επίσης, όταν έφυγε για να πάει στην Αστυνομία ο Κατηγορούμενος εξακολουθούσε να βρίσκεται μέσα στον χώρο στάθμευσης εξαγριωμένος και υπήρχε ο φόβος πρόκλησης νέου επεισοδίου. Τέλος, η ηλικιωμένη μητέρα του η οποία βρισκόταν στο οικογενειακό εξοχικό απέναντι από τον χώρο στάθμευσης δεν γνώριζε ούτε αυτή πώς να λειτουργεί τον χώρο της επιχείρησης. Έτσι, αναγκάσθηκε να επιστρέψει αφού προηγουμένως υπέγραψε για την απόφασή του να μην παραμείνει εντός του Νοσοκομείου. Με την επιστροφή του στον χώρο στάθμευσης βρήκε εκεί την μητέρα του να λειτουργεί τον χώρο στάθμευσης κάτω από δύσκολες συνθήκες και με σβηστά τα φώτα του χώρου καθότι ούτε εκείνη ούτε ο Asenov γνώριζαν πώς να τα ανάψουν. Το βράδυ της ίδιας ημέρας δεν ένιωθε πολύ καλά και το επόμενο πρωί ένιωθε ζάλη. Αποφάσισε, έτσι, να επισκεφθεί τις Πρώτες Βοήθειες του ιδιωτικού νοσοκομείου ΙΑΣΙΣ για να πάρει μια δεύτερη γνώμη για την κατάσταση της υγείας του. Εκεί τον εξέτασε ο ιατρός Pradeep Ramanayake, ο οποίος περίδεσε ξανά με νέο επίδεσμο το τραύμα στην πλάτη και διαπίστωσε με ανάλυση ούρων ότι ο παραπονούμενος είχε μικρoαιματουρία. Έτσι, του σύστησε να επισκεφθεί εκ νέου το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για επιπλέον εξετάσεις συμπεριλαμβανομένου υπέρηχου εστιασμένου στον δεξιό νεφρό. Όπερ και έπραξε. Ο παραπονούμενος εισήχθηκε και νοσηλεύθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου από το μεσημέρι της Κυριακής 3.6.12 μέχρι το απόγευμα της Δευτέρας 4.6.
- Λόγω του τραυματισμού του ο παραπονούμενος ένιωθε πολύ συχνά ζάλη και τάση για λιποθυμία, περισσότερο, τις πρώτες 4 εβδομάδες μετά το επίδικο συμβάν και λιγότερο κατά τις επόμενες 4 εβδομάδες. Μέχρι σήμερα, όμως, παραμένει ένα άσχημο αίσθημα τάσης για λιποθυμία σε συγκεκριμένες στάσεις του σώματος, όπως σε στάση υπερέκτασης ή όταν προσπαθήσει να κάνει τούμπες στο έδαφος. Ο παραπονούμενος ήταν αθλητής της Ολυμπιακής Γυμναστικής και συνήθιζε να κάνει πολύ συχνά τούμπες στο έδαφος. Μέχρι την ημερομηνία του επίδικου συμβάντος συνήθιζε να κάνει περισσότερες από 100 τούμπες τον χρόνο χωρίς ποτέ να αισθανθεί ζάλη ή τάση για λιποθυμία. Μετά το επίδικο συμβάν περιορίσθηκε σε λιγότερες από 5 φορές τον χρόνο και ουδέποτε κατόρθωσε από τις 2.6.12 μέχρι σήμερα να ολοκληρώσει μια τούμπα γιατί στο μέσο της κίνησης ζαλίζεται. Στην κάτω φωτογραφία της σελίδας 24 του Τεκμηρίου 5 η καρέκλα που απεικονίζεται είναι η καρέκλα στην οποία ο παραπονούμενος καθόταν πριν δεχθεί την γροθιά στο αριστερό μάγουλο. Ως αποτέλεσμα η καρέκλα έσπασε. Η ζημιά που υπέστη η καρέκλα φαίνεται στην εν λόγω φωτογραφία. Επίσης, πέφτοντας στην γωνιά του κουβουκλίου προκλήθηκε ζημιά στην γυψοσανίδα του κουβούκλιου. Ο λόγος που η γυψοσανίδα δεν επιδιορθώθηκε αμέσως ήταν γιατί ο παραπονούμενος ανέμενε τον Αστ 250 να επισκεφθεί τον χώρο στάθμευσης, να δει την ζημιά και να του εξηγήσει πώς εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα. Εν τέλει ο Αστ 250 επισκέφθηκε τον χώρο στάθμευσης συνοδευόμενος από γυναίκα αστυφύλακα στις 2.10.12 και το πρόσωπο που συνέταξε το Τεκμήριο 9 επιδιόρθωσε την γυψοσανίδα τον Ιανουάριο του
- Την πρώτη του κατάθεση την κατέγραψε στις 5.6.12 και την παρέδωσε στην Αστυνομία στις 6.6.12 καθότι από τις 3.6.12 μέχρι το απόγευμα της 4.6.12 νοσηλεύονταν στο Νοσοκομείο. Την δεύτερή του κατάθεση την παρέδωσε στην Αστυνομία στις 19.6.
- Ο ίδιος, επίσης, κατέγραψε την κατάθεση της μητέρας του για το δικό της παράπονο όταν μέλη της οικογένειας του Κατηγορούμενου της επιτέθηκαν στον χώρο στάθμευσης την ώρα που ο παραπονούμενος βρισκόταν στο Νοσοκομείο. Συζήτησε με την μητέρα του το παράπονο της και κατέγραψε το κείμενο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ακολούθως, διάβασε στην μητέρα του την κατάθεσή της και η μητέρα του προέβη σε διορθώσεις ώστε το κείμενο να αντανακλά επακριβώς της δική της εκδοχή ως προς τα γεγονότα. Την εκτύπωσε και στις 19.6.12 πήγαν και οι δύο στην Αστυνομία όπου και την παρέδωσαν μαζί με την δεύτερη δική του γραπτή κατάθεση. Η Αστυνομία την παρέλαβε αφού προηγουμένως η μητέρα του ρωτήθηκε αν η εν λόγω κατάθεση αντανακλούσε την εκδοχή της για τα γεγονότα. Η μητέρα του απάντησε καταφατικά. Την υπέγραψε ενώπιον του Υπαστυνόμου Κυριάκου στον οποίο την παρέδωσε στις 19.6.12 παρόλο που η κατάθεση φέρει ημερομηνία 16.6.
- Ο λόγος που ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία και για την ετοιμασία της κατάθεσης της μητέρας του είναι γιατί και η μητέρα του είχε ανάλογες επιφυλάξεις για την Αστυνομία ύστερα από εμπειρία που είχε βιώσει κατά την λήψη κατάθεσης της από την Αστυνομία στα πλαίσια άλλης υπόθεσης. Δέχθηκε ότι κλήθηκε από την Αστυνομία, ότι του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση και ότι κατηγορήθηκε γραπτώς από τον Αστυφύλακα Ζωττή επί το ότι στις 2.6.12 επιτέθηκε στον Κατηγορούμενο. Υπέδειξε ότι κατηγορήθηκε επί το ότι στις 2.6.12 και ώρα 5:00 το απόγευμα κλώτσησε τον Κατηγορούμενο στο πόδι και ότι εις απάντηση αρνήθηκε την κατηγορία. Ενώπιον του Δικαστηρίου επανέλαβε την εκδοχή του ότι κατάφερε δύο κλωτσιές στον Κατηγορούμενο, στο ενδιάμεσο της κοιλιάς και του στήθους καθώς και τις συνθήκες υπό τις οποίες αναγκάσθηκε να πράξει τούτο. Υπέδειξε, επίσης, ότι στον αστυφύλακα Ζωττή ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος στις 5:00 μ.μ. δεν βρισκόταν στον χώρο στάθμευσης αφού εκεί ο Κατηγορούμενος είχε αφιχθεί η ώρα 18:
- Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο παραπονούμενος κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως τεκμήρια ως ακολούθως: έγγραφο του Τμήματος Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου που φέρει τίτλο «Ιατρικό Έντυπο» και αφορά στον ίδιο - Τεκμήριο 3Α. Πρόκειται για το πρωτότυπο του Τεκμηρίου 3 την αυθεντικότητα του οποίου η Υπεράσπιση δήλωσε ότι δεν αμφισβητούσε. Το εν λόγω έγγραφο ο μάρτυρας το παρέλαβε από την ΜΚ 3 στις 2.6.12 η οποία τον εξέτασε μια ώρα περίπου μετά το επίδικο επεισόδιο. Το Τεκμήριο 3 είναι έγχρωμο αντίγραφο το οποίο ο μάρτυρας παρέδωσε στην Αστυνομία Ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 3.6.12 - Τεκμήριο 4 για αναγνώριση. Το εν λόγω έγγραφο ο μάρτυρας το παρέλαβε από τον ιατρό που το υπέγραψε ονόματι Pradeep Ramanayake. Ο συντάξας δεν κλήθηκε για να αναγνωρίσει το εν λόγω έγγραφο. Ως εκ τούτου και σύμφωνα με καλά καθιερωμένη Νομολογία το εν λόγω έγγραφο παρέμεινε χωρίς οποιαδήποτε αποδεικτική αξία Έγγραφο με τίτλο «Έκθεση νοσηλείας ασθενούς» ημερομηνίας 4.6.12 - Τεκμήριο 6 και
- Δόθηκε στον παραπονούμενο ως εξιτήριο από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου - Χειρουργικό Τμήμα - στις 4.6.12 Τρεις ψηφιακές φωτογραφίες - Τεκμήριο
- Οι εν λόγω φωτογραφίες βγήκαν από τον παραπονούμενο στις ημερομηνίες που αναγράφονται επ' αυτών και εκτυπώθηκαν, επίσης, από τον παραπονούμενο από τον προσωπικό του εκτυπωτή. Δείχνουν σύμφωνα με τον μάρτυρα την ζημιά που προκλήθηκε στη γυψοσανίδα του κουβούκλιου του φύλακα του χώρου στάθμευσης. Η ζημιά συνίσταται σε γδάρσιμο το οποίο προκλήθηκε όταν έπεσε πάνω στη γυψοσανίδα η καρέκλα στην οποία καθόταν ο παραπονούμενος ύστερα από την γροθιά που κατάφερε στον παραπονούμενο ο Κατηγορούμενος στο αριστερό μάτι. Επίσης, η γυψοσανίδα βγήκε από την θέση της. Με άδεια του Δικαστηρίου ο παραπονούμενος σημείωσε με το γράμμα A το σημείο στο οποίο προκλήθηκε το γδάρσιμο στην γυψοσανίδα με την πτώση της καρέκλας πάνω σε αυτήν και με το γράμμα Β το σημείο από όπου η γυψοσανίδα βγήκε, «ξεμπαρώθηκε» από την θέση της. Η γυψοσανίδα βγήκε από την θέση της όταν ο παραπονούμενος έπεσε πάνω στην γωνία του κουβούκλιου Απόδειξη πληρωμής ημερομηνίας 21.1.13 - Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο η ζημιά στην γυψοσανίδα επιδιορθώθηκε διά αντικατάστασης και εφαρμογής νέας έναντι του ποσού των Ευρώ 60,00 σεντ. Προς την ίδια κατεύθυνση ήταν και η μαρτυρία του παραπονούμενου σύμφωνα με την οποία η ζημία στην γυψοσανίδα επιδιορθώθηκε/αποκαταστάθηκε στις 21.1.13 από τον Σοφοκλή Σεραφείμ για το ποσό των Ευρώ 60,00 σεντ Δύο φωτογραφίες - Τεκμήριο
- Οι εν λόγω φωτογραφίες σύμφωνα με τον μάρτυρα βγήκαν στις 21.1.13 μετά την επιδιόρθωση της γυψοσανίδας και δείχνουν την επιδιορθωμένη γυψοσανίδα Φωτογραφία - Τεκμήριο
- Η εν λόγω φωτογραφία βγήκε στις 4.11.12 και δείχνει δυο ουλές. Η μια παρέμεινε στην πλάτη του παραπονούμενου για χρονικό διάστημα 2 με 3 έτη - σημείο Α - και η άλλη παρέμεινε μόνιμα - σημείο Β. Κατά την αντεξέταση ο παραπονούμενος αναγνώρισε τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως τεκμήρια ως ακολούθως: · την κατάθεσή του ημερομηνίας 6.6.
- Πρόσθεσε ότι σε αυτήν επισυνάφθηκαν τα έγγραφα εκείνα στα οποία γίνεται αναφορά. Η κατάθεση σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 12 · την κατάθεση της μητέρας του Ελπινίκης Νεοφύτου ημερομηνίας 16.6.
- Η κατάθεση σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- · Την κατάθεση του ημερομηνίας 19.6.
- Πρόσθεσε ότι σε αυτήν επισυνάφθηκαν τα έγγραφα εκείνα στα οποία γίνεται αναφορά. Η κατάθεση σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Ο παραπονούμενος μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ήταν θετικός και σαφής στην μαρτυρία του. Ήταν ακριβής και λεπτομερής σε βαθμό που η εκδοχή του δεν αφήνει το παραμικρό κενό. Ήταν σταθερός από την αρχή μέχρι το τέλος της μαρτυρίας του και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Τέλος, απαντούσε αυθόρμητα και δεν υπολόγιζε τις απαντήσεις του. Η Υπεράσπιση προσπάθησε με διάφορους τρόπους να κλονίσει την αξιοπιστία του χωρίς, όμως, τούτο να γίνει κατορθωτό. Για παράδειγμα, με αφορμή το γεγονός ότι ο παραπονούμενος ετοίμασε μόνος του τις γραπτές του καταθέσεις υπέβαλε στον παραπονούμενο ότι «κατασκεύασε μαρτυρία». Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τον παραπονούμενο τις δύο καταθέσεις που παρέδωσε στην Αστυνομία για την παρούσα υπόθεση τις κατέγραψε ο ίδιος. Συγκεκριμένα τις συνέταξε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, τις εκτύπωσε και, ακολούθως, τις παρέδωσε στην Αστυνομία κατά τις ημερομηνίες που ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Κρίνω ότι ο παραπονούμενος έδωσε πειστικούς λόγους γι' αυτή του την ενέργεια. Δύο ήταν οι λόγοι που ως υπέδειξε τον ώθησαν να γράψει μόνος του τις καταθέσεις του. Ο πρώτος λόγος ήταν γιατί του είχε δημιουργηθεί δυσπιστία για τον εξεταστή της υπόθεσης, Αστ 250, Αντώνη Φιλίππου. Υπέδειξε συγκεκριμένα τα ακόλουθα. Αφότου επέστρεψε στο σπίτι του από το Νοσοκομείο το βράδυ της ίδιας ημέρας ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στην Αστυνομία για να διαμαρτυρηθεί για το ότι η Αστυνομία δεν είχε μεταβεί στον χώρο του συμβάντος ώστε να απομακρύνει τον Κατηγορούμενο με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να παραμείνει στον χώρο στάθμευσης και άλλα μέλη της οικογένειας του να προσέλθουν στον εν λόγω χώρο και να παρενοχλήσουν την μητέρα του και να απειλήσουν τον νέο υπάλληλο του χώρου στάθμευσης Αντώνη Ασένοφ. Τότε, ο Αστ 250 τον ενημέρωσε ότι είχαν επισκεφθεί την Αστυνομία ο Κατηγορούμενος μαζί με μέλη της οικογένειας του και υπέβαλαν παράπονο εναντίον του επί το ότι ο παραπονούμενος είχε χτυπήσει τον Κατηγορούμενο. Του εισηγήθηκε, επίσης, ότι οι δύο υποθέσεις θα έπρεπε να συμβιβασθούν και τα δύο παράπονα να αποσυρθούν. Ο παραπονούμενος, τότε, είπε στον αστυνομικό ότι τον Κατηγορούμενο τον είχε χτυπήσει σε αυτοάμυνα για να απαντήσει ο αστυνομικός ότι η Αστυνομία δεν γνώριζε τι ήταν η αυτοάμυνα. Έγραψε, τότε, την πρώτη του κατάθεση μόνος του στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή και, ακολούθως, αποτάθηκε σε ένα από τους Βοηθούς Αστυνομικούς Διευθυντές στον οποίο διατύπωσε το παράπονό του για τον Αστ 250 με αφορμή την δήλωση του τελευταίου ότι η Αστυνομία δεν ήξερε τι ήταν η αυτοάμυνα. Η εκδοχή του παραπονούμενου αντανακλούσε την αλήθεια. Επίσης, ως εκ της βίας που ασκήθηκε στον Κατηγορούμενο από τον παραπονούμενο ο παραπονούμενος υπέστη τραυματισμούς και μάλιστα σοβαρούς. Υπό το φως των δύο πιο πάνω στοιχείων η προτροπή του Αστ 250 όπως τα παράπονα συμβιβασθούν και αποσυρθούν και η δήλωσή του ότι η Αστυνομία δεν γνωρίζει τι είναι η αυτοάμυνα, δικαιολογημένα προκάλεσαν στον παραπονούμενο απογοήτευση και δικαιολογημένα κρίνω πως δημιουργήθηκε σε αυτόν δυσπιστία ως προς την αμεροληψία ή την επάρκεια του συγκεκριμένου αστυνομικού. Ο δεύτερος λόγος είναι γιατί από άλλες υποθέσεις με τις οποίες είχε έρθει αντιμέτωπος αντιλήφθηκε ότι κάποτε οι αστυνομικοί που λαμβάνουν μια κατάθεση δεν καταγράφουν επακριβώς αυτά που αναφέρει ο καταθετών, αλλά το τι αυτοί αντιλαμβάνονται από την αναφορά των καταθετόντων. Το ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων καταγράφονται και, μάλιστα, τις περισσότερες φορές από τα αστυνομικά όργανα είναι κάτι το οποίο δέχομαι και για το οποίο αντλώ δικαστική γνώση. Δέχομαι, επίσης, τον ισχυρισμό του παραπονούμενου ότι από προηγούμενη εμπειρία του με την Αστυνομία διαπίστωσε αυτό που ισχυρίσθηκε ότι διαπίστωσε. Και ακριβώς για να μην παρατηρηθεί αυτό που επιθυμούσε να εμποδίσει, ήτοι παραποίηση, αν και ακούσια εκ μέρους της Αστυνομίας - ο παραπονούμενος δεν μίλησε για εσκεμμένη παραποίηση καταθέσεων από την Αστυνομία - της εκδοχής του και επειδή ενδιαφερόταν έντονα, ως υπέδειξε, να καταγραφεί η εκδοχή του με ακρίβεια, προτίμησε να γράψει ο ίδιος τις καταθέσεις του. Υπό το φως των πιο πάνω δεν βρίσκω ύποπτη ή μεμπτή αυτή του την ενέργεια. Ούτε και η Αστυνομία, σημειώνεται, την βρήκε μεμπτή ή επιλήψιμη. Γι' αυτό και δέχθηκε και τις τρεις καταθέσεις με τον τρόπο που αυτές ετοιμάσθηκαν, δύο δικές του και μια της μητέρας του. Μάλιστα, όταν παραδόθηκε η πρώτη κατάθεση του παραπονούμενου η Αστυνομία ζήτησε την παρουσίαση περισσότερων στοιχείων, κάτι που έγινε με την παράδοση της δεύτερης κατάθεσης του παραπονούμενου, καθώς και κατάθεση από την μητέρα του ετοιμασμένες με τον ίδιο τρόπο. Συνεπώς αν η Υπεράσπιση θέλει να αιτιάται κάποιον γι' αυτό έπρεπε να αιτιάται την Αστυνομία και όχι τον παραπονούμενο. Παράπονο, όμως, με την Αστυνομία η Υπεράσπιση δεν φαίνεται να έχει. Τέτοιο παράπονο δεν διατυπώθηκε. Συνεπώς κρίνω ότι η Υπεράσπιση δεν νομιμοποιείται να διατυπώνει παράπονα για την διαδικασία που ακολουθήθηκε από τον παραπονούμενο. Από την μαρτυρία του δε προκύπτει ότι ο παραπονούμενος επιδίωξε και προσπάθησε να παρουσιάσει την εκδοχή του με λεπτομέρεια και ακρίβεια. Κάτι που διεφάνη μέσα από την σχολαστική και λεπτομερή του μαρτυρία αλλά και την σχολαστικότητα την οποία επέδειξε στην λήψη των φωτογραφιών του Τεκμηρίου
- Οι οποίες απεικονίζουν με σχολαστικότητα τα σημεία των τραυματισμών και που ο παραπονούμενος ενδιαφέρθηκε να αναδείξει από διάφορες οπτικές γωνίες. Τόση δε ήταν η σχολαστικότητα του παραπονούμενου που αρκετές φωτογραφίες τις έβγαλε πριν ακόμα μεταβεί στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και υπό την επήρεια πόνου ώστε σε αυτές να αποτυπωθούν τα τραύματα όπως ακριβώς είχαν, αναλλοίωτα από την πάροδο του χρόνου και ενώ ακόμα ήταν φρέσκα όπως ενδεικτικά υποστήριξε. Υποστήριξε ενδεικτικά ότι η ανάγκη να αποδείξει την υπόθεσή του ήταν μεγαλύτερη από τον πόνο που αισθανόταν. Από το τελευταίο δεν εντοπίζω οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να ανατρέψει την καλή εντύπωση που αποκόμισα για τον παραπονούμενο. Προδήλως, ο πόνος υπήρχε με δεδομένα, πρώτο, την μαρτυρία του παραπονούμενου επί του προκειμένου, δεύτερο, το είδος των τραυμάτων όπως αυτά καταμαρτυρούνται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 5 και τον τρόπο με τον οποίο προκλήθηκαν και, τρίτο, το πολύ μικρό χρονικό διάστημα που διέρρευσε μεταξύ του επίδικου επεισοδίου και της λήψης των πρώτων φωτογραφιών. Συνάγεται, όμως, ότι ο πόνος δεν ήταν τόσο μεγάλος ώστε να μην γίνει κατορθωτή η λήψη των φωτογραφιών. Το ουσιώδες ήταν ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τα τραύματα. Ούτε και την ύπαρξη πόνου. Και κατ' επέκταση, δεν αμφισβήτησε το δύσκολο εγχείρημα της λήψης φωτογραφιών. Ό,τι αμφισβήτησε ήταν την πηγή των τραυμάτων υποβάλλοντας την θέση ότι επρόκειτο περί αυτοτραυματισμών στην προσπάθεια του παραπονούμενου να «στήσει» υπόθεση για να αντικρούσει την εκδοχή και το παράπονο του Κατηγορούμενου ότι αυτός που δέχθηκε επίθεση δεν ήταν ο παραπονούμενος αλλά ο Κατηγορούμενος. Από τον παραπονούμενο. Η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όπως αναφέρθηκε και ενωρίτερα ο παραπονούμενος με έπεισε για την γνησιότητα της μαρτυρίας του και δεν έχω τον παραμικρό ενδοιασμό ότι τα τραύματα που ισχυρίζεται ότι υπέστη και αυτά που φαίνονται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 5 δεν είναι αυτοτραυματισμοί αλλά προκλήθηκαν από την επίθεση που δέχθηκε από τον Κατηγορούμενο. Σημειώνεται ότι ούτε και ο Κατηγορούμενος προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα για να παρουσιάσει την δική του εκδοχή. Εν' όψει της πολύ καλής εντύπωσης που μου έκανε ο παραπονούμενος και της παντελούς έλλειψης μαρτυρίας από την πλευρά της Υπεράσπισης η υπό συζήτηση θέση όχι μόνο δεν έχει περιθώριο αποδοχής αλλά ούτε καν χωρεί προς συζήτηση. Η Υπεράσπιση προσπάθησε, επίσης, να κλονίσει την αξιοπιστία του παραπονούμενου επικαλούμενη την αναπηρία του ώστε να αναδείξει ότι ο Κατηγορούμενος αδυνατούσε να πράξει τα όσα του καταλόγισε ο παραπονούμενος. Και σε αυτό το σημείο ο παραπονούμενος παρέθεσε στοιχεία πειστικά και που αναιρούν τις θέσεις της Υπεράσπισης όπως, για παράδειγμα, τις διάφορες χειρονακτικές εργασίες οι οποίες ανατίθεντο στον Κατηγορούμενο και τις οποίες ο Κατηγορούμενος ήταν σε θέση να κάνει και τις οποίες όντως διεκπεραίωνε και, μάλιστα, με επιτυχία και που δεν ήταν καθόλου ελαφριές σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ισχυρισμός ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Όσον δε αφορά στην διαφορά του ύψους μεταξύ των δύο αντρών και το εκ πρώτης όψεως ερώτημα πώς ο Κατηγορούμενος όντας χαμηλότερος σε ύψος από τον παραπονούμενο μπόρεσε και γρονθοκόπησε τον παραπονούμενο στο αριστερό μάγουλο επισημαίνεται ο ισχυρισμός του παραπονούμενου ότι αυτό έγινε ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν καθισμένος στην καρέκλα η οποία ως εκ της πτώσης στην γωνιά του κουβούκλιου υπέστη ζημία. Η Υπεράσπιση προσπάθησε, επίσης, να κλονίσει την αξιοπιστία του παραπονούμενου επικαλούμενη το γεγονός ότι αφότου έφυγε από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου δεν μετέβη στην Αστυνομία ως του υποδείχθηκε αλλά επέστρεψε στον χώρο στάθμευσης. Και ακολούθως πήγε στο σπίτι του για να φωτογραφήσει τους τραυματισμούς που ο ίδιος προκάλεσε στον εαυτό του. Το θέμα του αυτοτραυματισμού έχει ήδη εξετασθεί και απορριφθεί. Η πιο πάνω θέση δεν προσθέτει οτιδήποτε ώστε το θέμα να χρήζει περαιτέρω εξέτασης. Αλλά και για την ενέργειά του να μην μεταβεί στην Αστυνομία μετά το Νοσοκομείο ο παραπονούμενος έδωσε ικανοποιητική δικαιολογία. Κατ' αρχή, υπέδειξε ότι δεν προείχε η Αστυνομία, αλλά η υγεία του. Και αν έπρεπε κάπου να υπακούσει θα έπρεπε να υπακούσει στις οδηγίες της ιατρού του Νοσοκομείου - ΜΚ 3 - η οποία του υπέδειξε ότι έπρεπε να νοσηλευθεί λόγω του ότι τα τραύματά του ήταν σοβαρά. Ήταν, όμως, άκρως απαραίτητο να επιστρέψει στον χώρο στάθμευσης, πρώτο, γιατί οι μόνοι που βρίσκονταν εκεί ήταν ο Antoni Asenov και η μητέρα του οι οποίοι δεν ήταν εκπαιδευμένοι να χειρίζονται τον χώρο στάθμευσης, δεύτερο, η μητέρα του δεν είχε κινητό τηλέφωνο για να μπορεί να επικοινωνεί διότι της το είχε πάρει ο παραπονούμενος για να πάει στο Νοσοκομείο, επειδή στο δικό του είχε αποδυναμωθεί η μπαταρία, και, τρίτο, όταν έφυγε από τον χώρο στάθμευσης είχε παραμείνει εκεί ο Κατηγορούμενος και ανησυχούσε ότι ενδέχετο να εξακολουθήσει να παραμένει εκεί και να προκαλεί προβλήματα στην διεξαγωγή της επιχείρησης. Γι' αυτό και υπέγραψε ότι από το Νοσοκομείο έφευγε με δική του ευθύνη. Επίσης, αν και δεν είχε διάθεση για εργασία, διότι ήταν βαριά χτυπημένος, εργάσθηκε, αν και πολύ λίγο αφότου επέστρεψε στο μέρος. Αφού, αφενός, ο Ασένωβ είχε αποχωρήσει από το μέρος ύστερα από τις απειλές του Κατηγορούμενου και του υιού του, αφετέρου, η μητέρα του δεν γνώριζε πώς να λειτουργήσει τον χώρο στάθμευσης. Συγκεκριμένα όταν έφθασε στον χώρο στάθμευσης είχε βρει τα φώτα σβηστά διότι ο Ασένωβ και η μητέρα του δεν ήξεραν πώς να τα ανάψουν. Από την μαρτυρία δε του παραπονούμενου συνάγεται ότι ο παραπονούμενος έδινε πολύ μεγάλη σημασία στα χρήματα που αναμένονταν να εισπραχθούν από τον χώρο στάθμευσης το τριήμερο εκείνο, που ήταν περίοδος μεγάλων εισπράξεων για τον χώρο στάθμευσης. Αυτό ήταν κάτι που ο παραπονούμενος τόνισε στην μαρτυρία του περισσότερο από μια φορά. Και που αποτελεί επιπρόσθετο λόγο για την αδημονία του να επιστρέψει στον χώρο στάθμευσης αντί να μεταβεί στην Αστυνομία ως του υποδείχθηκε. Αποχώρησε, όμως, ενώ είχε ακόμα πολύ κόσμο που εισέρχονταν εντός του χώρου στάθμευσης. Είχε επιστρέψει στον χώρο στάθμευσης γύρω στις 9:00 το βράδυ και εργάστηκε εκεί από τις 09:30 μέχρι τις 10:
- Προδήλως, λόγω της εξουθένωσης από τα συμβάντα της ημέρας και τα τραύματα. Επίσης, το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 3 δεν αναφέρονται τραυματισμοί οι οποίοι φαίνονται στις φωτογραφίες του Τεκμήριου 5 σε καμία περίπτωση δεν κλονίζει την αξιοπιστία του παραπονούμενου. Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι οι περί ου ο λόγος τραυματισμοί ήταν υπαρκτοί και πραγματικοί. Προδήλως, η ΜΚ 3 περιορίσθηκε να εξετάσει τον παραπονούμενο από την μέση και πάνω και όχι και από την μέση και κάτω. Γι' αυτό και δεν κατέγραψε τους υπόλοιπους τραυματισμούς που υπήρχαν στο σώμα του παραπονούμενου, όπως αυτοί καταδεικνύονται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 5, σελίδα
- Δέχομαι, επίσης, ότι ένεκα της πρόσκρουσης της καρέκλας πάνω στην γυψοσανίδα η γυψοσανίδα υπέστη ζημία. Η ζημία καταμαρτυρείται και από την φωτογραφία - Τεκμήριο
- Δέχομαι, επίσης, ότι η ζημιά αποκαταστάθηκε. Μαρτυρία προς απόδειξη τούτου δόθηκε από τον ίδιο τον παραπονούμενο. Η αποκατάσταση καταμαρτυρείται, επίσης, και από την φωτογραφία - Τεκμήριο 10 καθώς και την απόδειξη - Τεκμήριο 9 - το περιεχόμενο της οποίας αποδέχομαι αφ' ης στιγμής συνάδει με την διά ζώσης μαρτυρία του παραπονούμενου επί του προκειμένου και την φωτογραφία - Τεκμήριο
- Όσον αφορά το ποσό των Ευρώ 60,00 σεντ που σύμφωνα με το Τεκμήριο 9 στοίχισε η αποκατάσταση, αυτό δεν είναι καθόλου υπερβολικό για να δημιουργεί υποψίες περί αναλήθειας. Επομένως, κρίνω ασφαλές να δεχθώ ότι η αποκατάσταση της γυψοσανίδας στοίχισε Ευρώ 60,00 σεντ. Υπό το φως όλων των πιο πάνω ο παραπονούμενος κρίνεται μάρτυρας της αλήθειας και η μαρτυρία του αποδεκτή. Τρίτη μάρτυρας Κατηγορίας κατέθεσε η Ελλάδα Καλαϊτσίδου, η οποία είναι Γενική Ιατρός και Ιατρικός Λειτουργός στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Η μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 3 και την υπογραφή της επί του εν λόγω τεκμηρίου και υπέδειξε ότι τα ιατρικά ευρήματα που αναγράφονται σε αυτό είναι δικά της και καταγράφηκαν από την ίδια. Σύμφωνα με τα ευρήματά της ο παραπονούμενος έφερε μώλωπες στο κεφάλι (βρεγματική χώρα), στο πρόσωπο (αριστερό ζυγωματικό), στην ωμοπλάτη δεξιά και στον αριστερό αντιβραχίονα. Δεν υπήρχαν άλλα παθολογικά ή νευρολογικά ευρήματα ή εξωτερικά τραύματα. Εξήγησε ότι η βρεγματική χώρα είναι το τριχωτό της κεφαλής, ότι το ζυγωματικό είναι η περιοχή κάτω από το μάτι και ότι ο αντιβραχίονας είναι η περιοχή από την αγκώνα μέχρι τον καρπό. Στην βάση του Τεκμηρίου 5 η μάρτυρας υπέδειξε ακόμα τα ακόλουθα: η βρεγματική χώρα είναι το σημείο όπου φαίνεται η ερυθρότητα στο κεφάλι του παραπονούμενου στην φωτογραφία η οποία φέρει ένδειξη 03/06/2012 07:23:57 στην σελίδα 18 το αριστερό ζυγωματικό είναι η περιοχή όπου ο παραπονούμενος φέρει τα κόκκινα σημάδια στο πρόσωπο στην φωτογραφία η οποία φέρει ένδειξη 02/06/2012 22:30:44 στην σελίδα 18 τα σημάδια που φαίνονται στην ωμοπλάτη στην φωτογραφία η οποία φέρει ένδειξη 04/06/2012 09:17:32 στην σελίδα 19 είναι όμοια με αυτά που η μάρτυρας αναφέρει στο Τεκμήριο 3 η κάκωση στον αριστερό αντιβραχίονα φαίνεται στις φωτογραφίες με ένδειξη 02/06/2012 19:29:52, 05/06/2012 08:24:09 και 08/06/2012 08:18:17 στην σελίδα
- Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας υπέδειξε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Τα τραύματα που καταγράφονται στο Τεκμήριο 3 μπορούν να προκληθούν με διάφορους τρόπους. Δεν θυμόταν τι της είχε πει ο παραπονούμενος αναφορικά με τον τρόπο πρόκλησης των εν λόγω τραυμάτων. Τα υπό της μάρτυρος καταγραφέντα τραύματα δεν καθιστούσαν αναγκαία την εισαγωγή. Αν και η μάρτυρας υπέδειξε ότι θα ήταν φρονιμότερο να δει το έντυπο των Πρώτων Βοηθειών καθότι το Τεκμήριο 3 είναι ένα έγγραφο που ετοιμάζεται βεβιασμένα για την Αστυνομία. Ερωτηθείσα αν το τραύμα που η ίδια είδε στον αριστερό αντιβραχίονα του παραπονούμενου είναι το ίδιο με αυτό που απεικονίζεται στην φωτογραφία με ένδειξη 08/06/2012 08:18:17 στην σελίδα 21 η οποία βγήκε 6 ημέρες αργότερα η μάρτυρας δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί. Διευκρίνισε δε ότι 4 χρόνια μετά δεν θυμόταν να περιγράψει τα τραύματα. Επίσης, δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να πει πόσοι ήταν οι μώλωπες στην βρεγματική χώρα του κρανίου. Δήλωσε, επίσης, ότι εν' όψει του ότι δεν θυμόταν την περίπτωση δεν μπορούσε να πει πόσες ώρες πριν την εξέτασή της είχαν δημιουργηθεί οι τραυματισμοί που καταγράφει στο Τεκμήριο
- Συμφώνησε ότι οι τραυματισμοί που καταγράφονται στο Τεκμήριο 3 θα μπορούσαν να προκληθούν στο σώμα κάποιου από τον ίδιο. Επίσης, ότι αν παρατηρούσε και άλλα τραύματα θα τα κατέγραφε στο Τεκμήριο
- Ερωτηθείσα αν στο Τεκμήριο 3 κατέγραψε τους τραυματισμούς που απεικονίζονται στις φωτογραφίες με ενδείξεις 08/06/2012 06:19:47 και 11/06/2012 06:40:08 απάντησε αρνητικά. Συμφώνησε ότι πιθανόν το τραύμα που απεικονίζεται σε αυτές τις φωτογραφίες να μην υπήρχε κατά τον χρόνο της εξέτασης και να προκλήθηκε μετά. Κατά την επανεξέταση υποστήριξε ότι μπορεί να μην ήταν έκδηλο κατά τον χρόνο της εξέτασης και να εξελίχθηκε σε κατοπινό στάδιο όπως φαίνεται στις πιο πάνω φωτογραφίες. Μέσα από την μαρτυρία της καθίσταται έκδηλο ότι η μάρτυρας δεν είχε μνήμη για τα όσα αναγράφονται στο Τεκμήριο 3 ή 3Α και ότι ουσιαστικά μέσα από αυτό η μάρτυρας φρέσκαρε την μνήμη της. Σημειώνεται ότι το εν λόγω έγγραφο συντάχθηκε στις 2.6.12, ήτοι την ίδια ημέρα που έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν και ο παραπονούμενος επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Μάλιστα, ο παραπονούμενος στα πλαίσια της μαρτυρίας του υποστήριξε ότι φεύγοντας από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου το εν λόγω τεκμήριο του είχε παραδοθεί από την ΜΚ
- Όλα τα πιο πάνω καταμαρτυρούν ότι το εν λόγω έγγραφο συντάχθηκε καθ' ον χρόνο τα γεγονότα τα οποία σε αυτό καταμαρτυρούνται ήταν ακόμα φρέσκα στο μυαλό της μάρτυρος. Υπό το φως τούτου η μαρτυρία της μάρτυρος στον βαθμό που αυτή αναπαράγει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 είναι αποδεκτή. Σημειώνεται ότι οι υπό της μάρτυρος περιγραφόμενοι τραυματισμοί συνάδουν με τους αντίστοιχους τραυματισμούς που απεικονίζονται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου
- Το πνεύμα του ισχυρισμού της μάρτυρος ότι αν παρατηρούσε και άλλα τραύματα θα τα κατέγραφε στο Τεκμήριο 3 ήταν ότι άλλα τραύματα εκτός από αυτά που αναγράφονται στο Τεκμήριο 3 δεν υπήρχαν. Όμως υπήρχαν. Επί του ζητήματος τούτου γίνεται αναφορά στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του παραπονούμενου. Συναφώς τα όσα η μάρτυρας ισχυρίσθηκε αναφορικά με τις φωτογραφίες με ενδείξεις 08/06/2012 06:19:47 και 11/06/2012 06:40:08 της σελίδας 22 του Τεκμηρίου 5 δεν είναι αποδεκτά. Τέλος, δεν δέχομαι τον ισχυρισμό της μάρτυρος ότι τα καταγραφέντα στο Τεκμήριο 3 τραύματα δεν καθιστούσαν αναγκαία την εισαγωγή. Η μάρτυρας προέβη στον πιο πάνω ισχυρισμό, προδήλως, γιατί δεν είχε μνήμη αναφορικά με την έκταση των τραυματισμών του παραπονούμενου και στηριζόμενη μόνο στο γραπτό κείμενο του Τεκμηρίου
- Αντίθετη, πάντως, επί του προκειμένου ήταν η μαρτυρία του παραπονούμενου. Ο ίδιος ισχυρίσθηκε ότι η ίδια η μάρτυρας του εισηγήθηκε την εισαγωγή. Η ανάγκη δε για εισαγωγή επιβεβαιώνεται από το ότι την επόμενη ημέρα, 3.6.12, ο παραπονούμενος όντως εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Εκτός από τα σημεία εκείνα από την μαρτυρία της μάρτυρος που δεν αποδέχομαι η υπόλοιπη μαρτυρία της είναι αποδεκτή. Η επιλογή ενός κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός δεν δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). Η ανώμοτη δήλωση - όπως και η σιωπή - σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (Βλ. Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97). Έχει κάποια αξία η οποία θα πρέπει να εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (Βλ. Ονησιφόρου ν. The Police
(1987)2 CLR 261 και Ιωάννου & Συμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή την κατάρριψη γεγονότων. Ωστόσο, μπορεί από το περιεχόμενό της να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στην θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η αξία της είναι πειστική παρά αποδεικτική (Βλ. Μαυρίκιου v. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 359). Στην υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται η ανώμοτη δήλωση κατηγορούμενου: «Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση». Στην ανώμοτή του δήλωση ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν χτύπησε τον παραπονούμενο και ότι η αλήθεια βρίσκεται στην γραπτή του κατάθεση. Δήλωσε, επίσης, ότι ο παραπονούμενος τον έσπρωξε και ο Κατηγορούμενος έπεσε. Υπό το φως των αρχών που πιο πάνω υποδείχθηκαν δεν δέχομαι ως αληθή τα όσα ο Κατηγορούμενος υπέδειξε με την ανώμοτή του δήλωση. Πρώτο, γιατί, όπως και πιο πάνω υποδείχθηκε, η ανώμοτη δήλωση δεν ισοδυναμεί με μαρτυρία και δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή την κατάρριψη γεγονότων και, δεύτερο, γιατί δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία στην υπόθεση που να συνηγορεί με αυτή και, έτσι, να καθιστά ασφαλή της αποδοχή της. Επιπρόσθετα παρατηρείται αντίφαση μεταξύ αυτής και της γραπτής κατάθεσης του Κατηγορούμενου η οποία υιοθετήθηκε από τον Κατηγορούμενο στα πλαίσια της ανώμοτής του δήλωσης. Ενώ στην γραπτή του κατάθεση ο Κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι ο παραπονούμενος του επιτέθηκε δίνοντάς του δύο κλωτσιές στο πόδι, στην δεύτερη ο κατηγορούμενος δήλωσε ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο επίθεσης. Συγκεκριμένα ότι ο παραπονούμενος τον έσπρωξε και έπεσε κάτω. Οι δύο εκδοχές είναι ασυμβίβαστες. Το σημείο τούτο αποτελεί επιπρόσθετο στοιχείο για να μην γίνει αποδεκτή η ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου. Αναφορικά με την πρώτη κατηγορία σημειώνονται τα ακόλουθα. Το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί ως ακολούθως: «Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων». Επίθεση είναι η επιβολή παράνομης βίας στο πρόσωπο άλλου. Η ένοχη διάνοια (mens rea) που πρέπει να υπάρχει για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα είναι πρόθεση (intention) για επιβολή βίας στο πρόσωπο άλλου ή απερισκεψία (recklessness) ως προς το κατά πόσο θα επιβληθεί βία. Αφ' ης στιγμής στοιχειοθετείται η επίθεση απομένει μόνο να αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι η επίθεση προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, το οποίο είναι ζήτημα αιτιώδους συνάφειας, και δεν απαιτείται η απόδειξη περαιτέρω ένοχης διάνοιας ή παράλειψης (Βλ. R. v. Roberts
(1971)56 Cr App Rep 95 και το σύγγραμμα Smith & Hogan, Criminal Law, 8η έκδοση, σελίδα 437). Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 CLR επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (Βλ., επίσης, R v. Miller
(1954)2 All E R 529, 534 και Αστυνομία ν. Ιωάννου
(1989)2 ΑΑΔ 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι ιδιαίτερα σοβαρό (really serious) (Βλ. το σύγγραμμα Smith & Hogan, Criminal Law, 8η έκδοση, σελίδα 437) ή μόνιμου χαρακτήρα. Σύμφωνα με την μαρτυρία που αποδέχθηκα ο Κατηγορούμενος άσκησε βία στον παραπονούμενο με πρόθεση χωρίς την θέληση ή την συγκατάθεσή του και, επομένως, παράνομα. Η επίθεση, επομένως, στοιχειοθετήθηκε. Οι τραυματισμοί δε που προκλήθηκαν στον παραπονούμενο από την επίθεση του Κατηγορούμενου εντάσσονται εντός της έννοιας της πραγματικής σωματικής βλάβης σύμφωνα με την Νομολογία. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την πρώτη κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αναφορικά με την δεύτερη κατηγορία σημειώνονται τα ακόλουθα. Το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου εδράζεται η δεύτερη κατηγορία προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία είναι ένοχος ποινικού αδικήματος το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσεις λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Από την διατύπωση του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι για την απόδειξη του αδικήματος δεν απαιτείται η ύπαρξη ειδικής πρόθεσης (specific intent). Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται και από την Νομολογία. Στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168 λέχθηκαν τα εξής στην σελίδα 176: «Το έγκλημα της κακόβουλης ζημίας, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, δεν απαιτεί την ύπαρξη ειδικής πρόθεσης (specific intent). Η απόδειξή του συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση ζημιάς». Επιπλέον, η απόδειξη της ιδιοκτησίας της περιουσίας που υφίσταται την ζημία δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος (Βλ. Θωμά ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 255). Το άρθρο 324
(1)είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 50
(1)του Αγγλικού Malicious Damage Act 1861 που αναλύεται στο σύγγραμμα Russel on Crime, 2ος τόμος, 12η έκδοση, σελ. 1326-1327. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: η εσκεμμένη και παράνομη καταστροφή ή πρόκληση ζημίας σε περιουσία. Με τον όρο «εσκεμμένη» εννοείται η εκούσια και εκ προθέσεως (deliberately and intentionally) πρόκληση ζημίας (Βλ. R v. Senior
(1899)1 Q.B. 283 και Stroud's Judicial Dictionary, 5ος τόμος, 4η έκδοση, σελ. 3022 και 3023). Η λέξη εκούσια προϋποθέτει ότι ο κατηγορούμενος ενεργεί με επίγνωση του τι διαπράττει, δηλαδή, πρέπει να έχει την πρόθεση να διαπράξει το συγκεκριμένο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται (Βλ. R v. Piche
(1967)10 Crim. L Q 107 και Hull v. Jordan
(1947)1 All E R 826). Με την πιο πάνω έννοια το εκούσιο της πράξης εξυπακούεται αν αυτή γίνεται με αδιαφορία ως προς τις συνέπειες της (recklessly) και η ζημιά είναι η φυσική της συνέπεια (Βλ. R v. Welch 1 Q.B. 23 και Stroud's ανωτέρω στην σελίδα 2877). Όσον αφορά την έννοια της ζημιάς, αυτή αναλύεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003, στην σελίδα 431, όπου αναφέρονται τα συστατικά στοιχεία παρόμοιου αδικήματος που καθορίζει το άρθρο 1 του Αγγλικού Malicious Damage Act
- Σύμφωνα με το πιο πάνω σύγγραμμα τα Αγγλικά Δικαστήρια έχουν ερμηνεύσει την έννοια της ζημίας με ευρύτητα ούτως ώστε η ζημία να μην περιορίζεται σε ζημία μόνιμης φύσης. Παραθέτω την σχετική παράγραφο Β 8.1 του πιο πάνω συγγράμματος: «Damage is left undefined in the Criminal Damage Act
- The courts have construed the term liberally. Criminal damage is not limited to permanent damage, so smearing mud on the walls of a police cell may be criminal damage. See Roe v. Kingerlee
(1986)Crim L R 735, where it was also said that: ¨What constitutes criminal damage is a matter of fact and degree and it is for the justices, applying their common sense, to decide whether what occurred was damage or not'». Σε ελεύθερη μετάφραση: Η ζημία δεν ορίζεται στο Criminal Damage Act 1971. Τα Δικαστήρια έχουν ερμηνεύσει τον όρο ελεύθερα. Η κακόβουλη ζημία δεν περιορίζεται σε μόνιμη ζημία. Έτσι η επάλειψη των τοίχων ενός αστυνομικού κρατητηρίου με λάσπη δύναται να αποτελεί κακόβουλη ζημία. Βλέπε Roe v. Kingerlee
(1986)Crim LR 735, όπου λέχθηκε ότι: «τι αποτελεί κακόβουλη ζημία είναι ζήτημα πραγματικό και ζήτημα βαθμού και εναπόκειται στους δικαστές εφαρμόζοντας την κοινή λογική να αποφασίσουν κατά πόσο αυτό που επισυνέβη ήταν ζημία ή όχι». Από την μαρτυρία που αποδέχθηκα δεν προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος είχε πρόθεση να επιφέρει ή ότι εσκεμμένα επέφερε ζημία στην καρέκλα και την γυψοσανίδα. Πρόθεσή του, όπως και ενωρίτερα επισημάνθηκε, ήταν η χρήση παράνομης βίας στο πρόσωπο του παραπονούμενου. Προκύπτει δε ευκρινώς από την μαρτυρία που αποδέχτηκα ότι η ζημία στην γυψοσανίδα και την καρέκλα ήταν γεγονότα παρεπόμενα της επίθεσης και όχι ζημίες τις οποίες ο Κατηγορούμενος είχε πρόθεση να επιφέρει και εσκεμμένα προκάλεσε. Το ίδιο, όμως, δεν ισχύει κατά την κρίση μου αναφορικά με το ημερολόγιο του χώρου στάθμευσης το οποίο ο Κατηγορούμενος μετά την διάπραξη της επίθεσης έσκισε εισερχόμενος εντός του κουβούκλιου αφότου ολοκληρώθηκε η διάπραξη της επίθεσης εναντίον του παραπονούμενου και ενώ ακόμα ήταν υπό την επήρεια του θυμού και των συναισθημάτων που τον κυρίευαν. Στην προκειμένη περίπτωση η ζημία δεν μπορεί παρά να έγινε με πρόθεση, εκούσια και εσκεμμένα. Κρίνω, επίσης, ότι το σκίσιμο αποτελεί ζημία εντός της έννοιας του όρου. Υπό το φως των πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την δεύτερη κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αναφορικά, όμως, μόνο με το ημερολόγιο. Το άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου εδράζεται η τρίτη κατηγορία προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό αδικήματος, κλπ. εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας· ή όποιος, αφού εισέρθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων». Το αδίκημα της παράνομης επέμβασης διαπράττεται ανεξαρτήτως του αν ο κατηγορούμενος εισήλθε μεν νόμιμα, αλλά στη συνέχεια εξετράπη ή αν εισήλθε στη συγκεκριμένη περιουσία με πρόθεση εξ αρχής να διαπράξει τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 280. Το άρθρο 280 ουσιαστικά στοιχειοθετεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται στην είσοδο ή παραμονή προσώπου σε υποστατικό με σκοπό την εξύβριση, εκφοβισμό ή διάπραξη ποινικού αδικήματος. Ο Κατηγορούμενος εισήλθε αρχικά εντός του κουβούκλιου νόμιμα και στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του ως φύλακας του χώρου στάθμευσης και υπάλληλος της ιδιοκτήτριας εταιρείας. Βρέθηκε δε εκεί κατά την ανάληψη των καθηκόντων του με την συγκατάθεση και την άδεια της ιδιοκτήτριας εταιρείας και πριν του ανακοινωθεί η απόλυσή του από τον παραπονούμενο. Όμως, κατά την διάρκεια της παραμονής του εκεί τα πράγματα οξύνθηκαν με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να αρχίζει να βρίζει τον παραπονούμενο και να τον χτυπά. Η συμπεριφορά του αυτή κατέστησε την παραμονή του στον χώρο στάθμευσης πλέον παράνομη. Κρίνω δε πως δεν ήταν απαραίτητο για να χαρακτηριστεί ως παραβατική η συμπεριφορά του όπως ο παραπονούμενος ζητούσε ρητά την αποχώρησή του από τον χώρο στάθμευσης. Είναι προφανές ότι αμέσως μετά την παραβατική συμπεριφορά του ο Κατηγορούμενος παρέμεινε πλέον στο υποστατικό παράνομα. Αναφορικά με την πρόθεση σημειώνονται τα ακόλουθα τα οποία λέχθηκαν στην υπόθεση Χριστάκης Ανδρέου Ανθίας ν. Δημοκρατίας (Αρ.1)
(1999)1 ΑΑΔ 404. Σύμφωνα με καλά θεμελιωμένη νομολογιακή αρχή η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι αρκετό ότι το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης είναι εύλογο. Πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Το βάρος απόδειξης της πρόθεσης το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σε όλα τα στάδια της δίκης (Βλ. Stavrinou v. Republic
(1969)2 CLR 97, 104, Pefkos ν. Police
(1961)CLR 340, Katelaris ν. Police
(1980)2 CLR 230, Eracleous v. Police
(1972)2 CLR 102, R. v. Georghiades (No. 2) 22 CLR 128 και Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 258, 262). Η πρόθεση δεν μπορεί να αποδειχθεί με θετική άμεση απόδειξη. Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. (Βλ. R. v. Georghiades (No. 2) 22 CLR 128). Την ίδια προσέγγιση βρίσκουμε και στο σύγγραμμα «The Penal Law of India», Dr. Sir Harri Singh Gour, 9η έκδοση, Τόμος IV, σελ. 3576 σε σχέση με την έννοια του όρου «intent to annoy» στο άρθρο 441 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα το λεκτικό του οποίου είναι ταυτόσημο με το δικό μας άρθρο 280. Την παραθέτω: «... direct evidence of intention can hardly ever be produced and the intention has in most cases to be inferred from the circumstances. There is a well-known presumption that every man intends the probable consequence of his act. The presumption is rebuttable, but if it is not rebutted it will stand. The annoyance which is spoken of in Sec. 41, I.P.C., is not intended to be instantaneous. It may happen subsequently». Σε μετάφραση: «... άμεση μαρτυρία της πρόθεσης δύσκολα μπορεί να παρουσιασθεί και η πρόθεση πρέπει στις περισσότερες υποθέσεις να συναχθεί από τις περιστάσεις. Υπάρχει ένα καλώς γνωστό τεκμήριο ότι ο κάθε άνθρωπος έχει πρόθεση να επιφέρει τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά αν δεν ανατραπεί ισχύει. Η ενόχληση στην οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 441 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα δεν σκοπείται να είναι στιγμιαία. Μπορεί να επισυμβεί σε μεταγενέστερο στάδιο». H πρόθεση του Κατηγορούμενου να διαπράξει τα αδικήματα της επίθεσης και της κακόβουλης ζημίας συνάγεται από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση και δη από την παράνομη παραμονή του στον χώρο στάθμευσης. Ο Κατηγορούμενος παρέμεινε στον χώρο στάθμευσης παράνομα με σκοπό και πρόθεση να επιτεθεί στον παραπονούμενο και να προκαλέσει την ζημία στο ημερολόγιο του χώρου στάθμευσης για την οποία βρέθηκε ένοχος. Θεωρώ ότι αυτό είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης της τέταρτης κατηγορίας ρυθμίζεται από το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, που έχει ως ακολούθως: «Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος.» Από την ανάγνωση του κειμένου του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι: η εξύβριση άλλου προσώπου σε δημόσιο χώρο ή με τρόπο που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297: «An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it». Επίσης στην υπόθεση Bolster v. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89 λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99 ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή, κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (Βλ. ΓΕ v. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 ΑΑΔ 503 και Αχιλλέως v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 98). Όσον αφορά στην έννοια του δημόσιου χώρου αυτή καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η φράση που εκστόμισε ο Κατηγορούμενος στον παραπονούμενο και που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της τέταρτης κατηγορίας αποτελεί εξύβριση εν τη εννοία του Νόμου. Κρίνω δε ότι η εκστόμιση αυτής της φράσης θα μπορούσε να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Έγινε, όμως, εντός του κουβούκλιου του φύλακα και, επομένως, όχι εντός δημόσιου χώρου, όπως είναι κατά την κρίση μου, για παράδειγμα, ο χώρος στάθμευσης υπό το φως των προνοιών του προαναφερόμενου άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Το αδίκημα συντελείται, όμως, ακόμα και όταν η εξύβριση γίνεται σε χώρο που δεν είναι δημόσιος αν γίνεται με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Εδώ βρίσκω πως χωλαίνει η απόδειξη της κατηγορίας. Καθότι καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε προς την κατεύθυνση ότι η εξύβριση ενδέχετο να ακουσθεί από πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Συναφώς δεν μπορεί να εκληφθεί ως δεδομένο ότι η πόρτα του κουβούκλιου ήταν ανοικτή κατά τον ουσιώδη χρόνο. Τέτοια μαρτυρία δεν δόθηκε, ούτε και συμπέρασμα προς την πιο πάνω κατεύθυνση δύναται να συναχθεί από την μαρτυρία του παραπονούμενου. Αλλά ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη του ότι και με κλειστή την πόρτα του κουβούκλιου η εξύβριση ενδέχετο να ακουσθεί από πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Το ότι ο Κατηγορούμενος εξεμάνη όπως ενδεικτικά ανέφερε ο παραπονούμενος - εκλαμβάνω ότι η πιο πάνω λέξη χρησιμοποιήθηκε από τον μάρτυρα για να καταδειχθεί η οργή του Κατηγορούμενου - δεν σημαίνει απαραίτητα και δίχως άλλο ότι ο Κατηγορούμενος φώναζε ή ότι η εξύβριση έγινε από αυτόν σε τέτοια ένταση φωνής και με τέτοιο τρόπο ώστε να δύναται να ακούγεται από πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, όπως εντός του χώρου στάθμευσης ή οπουδήποτε αλλού. Παρεπιμπτόντως το ότι το κουβούκλιο είχε πόρτα το ανέφερε εν παρόδω στην μαρτυρία του ο παραπονούμενος. Η πόρτα δε φαίνεται και στην φωτογραφία - Τεκμήριο 8. Υπό το φως των πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την τέταρτη κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην τέταρτη κατηγορία. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, Επίθεση με ΠΣΒ, Αξιόποινη είσοδος και Δημόσια εξύβριση Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο