Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ανδρέα Μικελλίδη, Αρ. Υπόθεσης: 4673/13, 6/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4673/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ανδρέα Μικελλίδη, από την Πάφο Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 6.12.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Σάββα Για τον κατηγορούμενο: κ. Μ. Βασιλειάδης Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα (βλ. τη 2η κατηγορία). Αντιμετωπίζει και την κατηγορία της αμελούς οδήγησης (1η κατηγορία), την οποία ωστόσο παραδέχθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της υπό κρίση - 2ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 24 Ιουλίου, 2012, στον κύριο δρόμο αεροδρομίου Πάφου - Τίμης στην επαρχία Πάφου, επιτέθηκε εναντίον του Γρηγόρη Μοσφίλη από το Μούτταλο και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Προς απόδειξη της κατηγορίας, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες: τη γιατρό στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, Σύλκε Γιούκκα (Μ.Κ.1) και τον παραπονούμενο Γρηγόρη Μοσφίλη (Μ.Κ.2). Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, κατάθεσε ενόρκως. Προς υπεράσπισή του παρουσίασε ως μάρτυρα, τη δικηγόρο Βαλάντω Ιωάννου (Μ.Υ.1). Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης περικλείεται στη γραπτή κατάθεση του παραπονούμενου στην Αστυνομία (τεκμήριο 4), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτόν για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Σ' αυτή, ο μάρτυρας, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Είναι επαγγελματίας οδηγός ταξί και στις 24/7/2012 κλήθηκε να μεταβεί στο αεροδρόμιο Πάφου για να παραλάβει δυο άτομα και να τα μεταφέρει σε ξενοδοχείο στην Πάφο. Ενώ κατευθυνόταν από την Τίμη προς το αεροδρόμιο είδε ένα αυτοκίνητο να βγαίνει από πάροδο στα αριστερά του, χωρίς να σταματήσει στο αλτ και να εισέρχεται στον κύριο δρόμο για να κατευθυνθεί προς την Τίμη. Μόλις το είδε προσπάθησε να το αποφύγει, αλλά δεν τα κατάφερε, με αποτέλεσμα τα δυο οχήματα να συγκρουστούν. Ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης, το ταξί του ακινητοποιήθηκε στο αριστερό παγκέτο του δρόμου, λίγα μέτρα από το σημείο σύγκρουσης. Κατέβηκε αμέσως από το αυτοκίνητό του και κατευθύνθηκε προς το άλλο αυτοκίνητο για να δει αν υπήρχαν τραυματίες. Τότε, ο οδηγός του, κατέβηκε από αυτό και χωρίς να του πει οτιδήποτε τού επιτέθηκε αμέσως, χτυπώντας τον με τα χέρια στο κεφάλι. Προσπάθησε να το σπρώξει πίσω για να σταματήσει να το χτυπά, αλλά αυτός συνέχισε να το χτυπά μέχρι που ήρθαν άλλοι περαστικοί και το σταμάτησαν. Στο αυτοκίνητο αυτού που του είχε επιτεθεί βρισκόταν ακόμη ένα άτομο, συνοδηγός, αλλά, από τη σύγχυσή του δεν πρόσεξε ποιος ήταν. Μετά το δυστύχημα πήγε με το γιο του στο νοσοκομείο όπου ο γιατρός τον κράτησε μέσα μια μέρα για παρακολούθηση. Από το δυστύχημα και την επίθεση που δέχθηκε τραυματίστηκε ελαφρά. Έχει παράπονο για την επίθεση που δέχθηκε από τον οδηγό του άλλου αυτοκινήτου, που απ' ό,τι έμαθε ονομάζεται Ανδρέας Μικελλίδης. Πρόκειται για τον κατηγορούμενο ο υπό αναφορά, ο οποίος, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε τα εξής, που συνθέτουν τη δική του εκδοχή για ό,τι του αποδίδεται από τον παραπονούμενο και κατ' επέκταση από την κατηγορούσα αρχή: Παραδέχεται το επίδικο δυστύχημα και ισχυρίζεται ότι μετά από αυτό, το αυτοκίνητό του, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης κατέληξε στο παγκέτο του δρόμου. Επειδή η πόρτα του οδηγού δεν άνοιγε κατέβηκε από την πόρτα του συνοδηγού, μετά το συνοδηγό και επειδή ζαλιζόταν έμεινε για λίγο εκεί, έκαμε εμετό και έκατσε χάμω. Αρνείται ότι είχε χτυπήσει τον παραπονούμενο. Από το δυστύχημα ζαλιζόταν και δεν μπορούσε να ταράξει. Κάθισε χάμω δίπλα από το αυτοκίνητό του και έμεινε εκεί μέχρι που ήρθε η Αστυνομία. Μετά, ένας περαστικός τον πήρε νοσοκομείο. Δε γνωρίζει ποιος οδηγούσε το αυτοκίνητο που είχε συγκρουστεί με το δικό του. Δεν ξέρει, ήταν σκοτεινά και δεν πήγε κανείς να ρωτήσει εάν ήταν καλά ή οτιδήποτε άλλο. Τον παραπονούμενο, τον είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο, μόλις άρχισε η δίκη. Όταν το ρώτησε εάν τον είχε χτυπήσει αυτός τού είπε να βρει εκείνο που το χτύπησε. Αρνείται ότι το χτύπησε και μάλιστα με τα δυο χέρια και τούτο, επειδή πάσχει από μαιευτική παράλυση και το δεξί του χέρι δεν έχει δύναμη, δεν μπορεί να το σηκώσει πάνω από τον ώμο του. Γι' αυτό και στο στρατό ήτα βοηθητικός (Ι.4). Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας, στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους τρεις μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Βλέπε και την Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Για την αξία της ιατρικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51).» Τέλος παραπέμπω και στην Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος, δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, υπό το φως ασφαλώς του συνόλου της ενώπιόν μου μαρτυρίας, για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια, ομολογώ πως δεν μπορώ να προβώ στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία τόσο του παραπονούμενου όσο και του κατηγορούμενου, που είναι και οι ουσιώδεις μάρτυρες της υπόθεσης δεν είναι θετική. Και οι δυο υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις και προέβαλαν ισχυρισμούς που συγκρούονται με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και τον έλεγχο της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας, ως θέμα αρχής (βλ. τις Δημητρίου, Γεωργαλλά και Γεωργίου, ανωτέρω). Επιπλέον, ο κατηγορούμενος προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας. Τα παραδείγματα που ακολουθούν, κατά τη γνώμη μου, αιτιολογούν επαρκώς, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου και για τους δυο. Αρχίζοντας με τον παραπονούμενο, στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία (τεκμήριο 4), το περιεχόμενο της οποίας - για να επαναλάβω -υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Ενώ κατευθυνόταν με το ταξί του από την Τίμη προς το αεροδρόμιο, κάποια στιγμή είδε ένα αυτοκίνητο σε πολύ κοντινή απόσταση από τον ίδιο να βγαίνει από πάροδο στα αριστερά του, χωρίς να σταματήσει στο αλτ και να εισέρχεται στον κύριο δρόμο για να κατευθυνθεί προς στην Τίμη. Μόλις το είδε προσπάθησε να το αποφύγει, αλλά δεν τα κατάφερε με αποτέλεσμα τα δυο οχήματα να συγκρουστούν. Ο ισχυρισμός του ότι το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου βγήκε από πάροδο στα αριστερά του δεν ισχύει και τούτο, επειδή συγκρούεται με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας. Προκύπτει από το περιεχόμενο του πρόχειρου σχεδίου του επίδικου ατυχήματος (τεκμήριο 6), ότι στον ουσιώδη χρόνο, ο ίδιος, όντως κατευθυνόταν προς το αεροδρόμιο, ωστόσο, ο κατηγορούμενος, εισήλθε στο δρόμο από πάροδο η οποία βρισκόταν στα δεξιά του. Ισχυρίζεται ακόμη ο παραπονούμενος στη γραπτή κατάθεσή του, ότι, μετά την επίδικη σύγκρουση κατέβηκε αμέσως από το αυτοκίνητό του και κατευθύνθηκε προς το άλλο αυτοκίνητο για να δει αν υπήρχαν τραυματίες. Τότε, ο οδηγός του - που αποτελεί κοινό έδαφος ότι είναι ο κατηγορούμενος - κατέβηκε από αυτό και χωρίς να του πει οτιδήποτε τού επιτέθηκε αμέσως, χτυπώντας τον με τα χέρια στο κεφάλι. Ο ίδιος προσπάθησε να το σπρώξει πίσω για να σταματήσει να το χτυπά, αλλά αυτός συνέχισε να το χτυπά μέχρι που ήρθαν άλλοι περαστικοί και το σταμάτησαν. Στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου βρισκόταν ακόμη ένα άτομο, συνοδηγός, αλλά, από τη σύγχυσή του δεν πρόσεξε ποιος ήταν. Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε για το ίδιο θέμα στο Δικαστήριο. Στην κυρίως εξέταση ανάφερε τα εξής: Ερωτηθείς πού το χτύπησε ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι πρώτα του έδινε γροθιές και ακολούθως μπάτσους στο πρόσωπο. Μετά από αυτό, ο ίδιος έτρεξε και έφυγε και μετά ήρθαν άλλοι συνάδελφοί του, αλλά έτρεξε και έφυγε και πήγε σε κάποια απόσταση. Απλή αντιπαραβολή των πιο πάνω με αυτά που αναφέρει στην κατάθεσή του στην Αστυνομία αναδεικνύει και τις πρώτες αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε. Υπεισέρχομαι τώρα και όσα ανάφερε αντεξεταζόμενος, για το ίδιο, πάντοτε, θέμα: Ερωτηθείς εάν είδε πόσους είχε μέσα στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, «Βγήκε αυτός (ο κατηγορούμενος) και μούνταρε μονομιάς πάνω μου και μετά βγήκε ακόμη ένας από μέσα» απάντησε. Για την ώρα περιορίζομαι να πω τούτο∙ στη γραπτή κατάθεσή του αναφέρει απλώς ότι στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου βρισκόταν ακόμη ένα άτομο, συνοδηγός, αλλά, λόγω της σύγχυσής του δεν πρόσεξε ποιος ήταν. Δεν λέει ότι βγήκε και αυτός από το αυτοκίνητο. Όταν στην επόμενη δικάσιμο ρωτήθηκε από τον κ. Βασιλειάδη εάν είπε ότι στο άλλο αυτοκίνητο υπήρχαν δυο άτομα ισχυρίστηκε πως ό,τι είδε το έγραψε στην κατάθεσή του. Όταν του υποδείχθηκε - και ορθά - ότι στην κατάθεσή του είπε πως ήταν δυο άτομα στο άλλο αυτοκίνητο, απάντησε ως εξής: «Δεν είπα αν είναι δυο. Εγώ είδα μόνο τον κύριο που κατέβηκε από το αυτοκίνητο και ήρθε πάνω μου και μου χτύπα.» «Η θέση σου είναι ότι μόνο ένα άτομο είδες να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο και κατέβηκε και χτύπησέ σε;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. «Εκείνη την ώρα αυτό είδα. Τώρα αν είχε και δεύτερο μέσα, δεν είδα.» απάντησε. Συνεχίζοντας να τον αντεξετάζει γύρω από το θέμα ο κ. Βασιλειάδης τού υπόβαλε την ακόλουθη ερώτηση: «Τι αληθεύει, αυτό που είπες τώρα ή αυτό που είπες την προηγούμενη φορά ότι βγήκε αυτός και ακόμη ένας από μέσα;» Απάντησε ως εξής: «Δεν είδα και δεν είπα αυτό το πράγμα την προηγούμενη φορά.» Όταν στη συνέχεια του αναγνώστηκε το σχετικό απόσπασμα από την κατάθεσή του, στην οποία αναφέρει ότι στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου υπήρχε ακόμη ένα άτομο στη θέση του συνοδηγού και κλήθηκε να πει ποια από τις δυο εκδοχές του αληθεύει, απάντησε ως εξής: «Εγώ εκείνη την ώρα αυτό είδα, τωρά αν είχε και άλλο μέσα και κατέβηκε, δεν ξέρω» Στην μεθεπόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε, πάντοτε για το ίδιο θέμα, απαντώντας, επικαλούμενος και τα χρόνια που πέρασαν από τότε που έδωσε την κατάθεσή του ισχυρίστηκε πως δε θυμόταν αν είχε και άλλο μέσα στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Το πόσο καίρια πλήττεται η αξιοπιστία του, ως αποτέλεσμα, όλων των παραπάνω αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε γίνεται αντιληπτό, έχοντας υπόψη και τη θέση του κατηγορούμενου, ότι ο ίδιος, ουδέποτε του επιτέθηκε και αν του επιτέθηκε κάποιος, αυτός ήταν ο συνοδηγός που επέβαινε στο αυτοκίνητό του το επίδικο βράδυ. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ, αφού, οι παραπάνω αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε ο παραπονούμενος δεν είναι και οι μόνες. Όπως θα διαφανεί αμέσως υπάρχει και συνέχεια. Κάποια στιγμή αργότερα ισχυρίστηκε ότι μετά τη σύγκρουση του οχήματός του με αυτό του κατηγορούμενου, ο ίδιος κατέβηκε από το αυτοκίνητό του και πήγαινε προς το μέρος του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου, οπότε αυτός άνοιξε την πόρτα και του επιτέθηκε χτυπώντας του στο κεφάλι και συγκεκριμένα, στα μούτρα. Όπως είπε, μετά από αυτό δε θυμάται τίποτε. Για το ίδιο θέμα, λίγο αργότερα ισχυρίστηκε ότι πριν κοντέψει του κατηγορούμενου, αυτός άνοιξε την πόρτα, κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πήγε ολόισια πάνω του. «Εσύ τι έκανες όταν ήρθε κοντά σου;» ρωτήθηκε λίγο αργότερα. Απάντησε ως εξής: «Την ώρα που μου χτύπα έκατσα βούρος για να φύγω από κοντά του, πήγα ορισμένη απόσταση, μετά ήρθαν και άλλοι, ήρθε η Αστυνομία και μετά ο γιος μου και με πήρε στο νοσοκομείο.» Εκτός του ότι, στη γραπτή κατάθεσή του - για να επαναλάβω - ισχυρίζεται πως, όταν άρχισε να το χτυπά ο κατηγορούμενος, ο ίδιος προσπάθησε να το σπρώξει πίσω για να σταματήσει να το χτυπά, αλλά αυτός συνέχισε να το χτυπά μέχρι που ήρθαν άλλοι περαστικοί και το σταμάτησαν, που αποτελεί διαφορετική εκδοχή, η ευκολία με την οποία κατέφευγε από τη μια εκδοχή στην άλλη για αυτό το πλέον ουσιώδες γεγονός της υπόθεσης καταφαίνεται και απ' όσα ισχυρίστηκε στη συνέχεια. «Εστέκεσουν και έτρωες τες;» ρωτήθηκε κάποια στιγμή αργότερα. Και η απάντησή του: «Ώσπου και ξέφυγα, την ώρα που με χτυπούσε του λέω: "Ρε μα είσαι τρελός; Τι σου έκαμα;" Και τούτος συνέχιζε και με χτυπούσε και μετά πήγα να ξεφύγω από κοντά του». «Και ο λόγος που γλύτωσες που τα χέρια του ήταν γιατί βούρισες και έφυγες;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Απαντώντας, μεταξύ άλλων που είπε, ήταν και ότι δε βούρισε απλά προσπάθησε να αποφύγει να πάει σε απόσταση για να δει τι γίνεται. Η νέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε αποτελεί γεγονός. Ερωτηθείς εάν συναντήθηκε στο Δικαστήριο και είχε συνομιλία με τον κατηγορούμενο απάντησε αρνητικά. Όταν του υποβλήθηκε ότι ψεύδεται και ότι προσέγγισε τον κατηγορούμενο, ο οποίος, κατά τη συνομιλία που είχαν, το ρώτησε αν τον είχε δείρει και του απάντησε πως ξέρει ο ίδιος ποιος είναι ως επίσης και ότι στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος τού είπε αφού δεν τον έδειρε γιατί το φέρνει στο Δικαστήριο και αυτός του απάντησε: «Βούρα τον εσύ που τον ξέρεις, πού να το βρω εγώ;» απάντησε ως εξής: «Όχι είναι ψευτιά. Ούτε μιλήσαμε, ούτε τον είδα.» Φυσικά, περί το τέλος της αντεξέτασής του ισχυρίστηκε πως μια μέρα στο Δικαστήριο, όταν βγήκε έξω, η δικηγόρος (Μ.Υ.1) - με τον κατηγορούμενο - ήθελε να του πουν κάτι και τους είπε πως δεν έχει κουβέντα μαζί τους και έφυγε. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: τελικά τι από τα δυο ισχύει; Τον κατηγορούμενο, ούτε τον είδε και ούτε μίλησε μαζί του ή τον είδε όταν ήθελε να του μιλήσει με τη Μ.Υ.1 και τους είπε πως δεν έχει κουβέντα μαζί τους; Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να τεκμηριώσω τους λόγους για τους οποίους, ενώ δέχομαι ότι ο παραπονούμενος στον ουσιώδη χρόνο δέχθηκε κάποιας μορφής επίθεση, η οποία, ενδεχομένως να προήλθε από τον κατηγορούμενο, εντούτοις, δεν μπορώ να καταλήξω με βεβαιότητα σ' ένα τέτοιο συμπέρασμα, δεδομένης και της θέσης του κατηγορούμενου, η οποία μάλιστα υποβλήθηκε στον παραπονούμενο, ότι, εάν τον έδειρε κάποιος, αυτός, δεν είναι ο ίδιος, αλλά ο συνοδηγός. Προχωρώ τώρα και σε μέρος όσων ανάφερε ο κατηγορούμενος: Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε ότι μετά την επίδικη σύγκρουση του οχήματός του με το άλλο αυτοκίνητο, κατέβηκε κάτω από την πόρτα του συνοδηγού, μετά το συνοδηγό. Επειδή ζαλιζόταν έμεινε λίγο εκεί και κάθισε χάμω. Δε χτύπησε τον κατηγορούμενο. Ζαλιζόταν και δεν μπορούσε να ταράξει. Έμεινε εκεί μέχρι που ήρθε η Αστυνομία και μετά, ένας περαστικός, τον πήρε στο νοσοκομείο. Το αυτοκίνητο που συγκρούστηκε με το δικό του δεν ήξερε ποιος το οδηγούσε, ήταν σκοτεινά, δεν πήγε κανείς στο αυτοκίνητό του να ρωτήσει αν ήταν καλά. Τον παραπονούμενο δεν τον ήξερε προηγουμένως. Τον είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο, μόλις άρχισε η δίκη. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι δεν αναζήτησε τον άνθρωπο που είχε χτυπήσει στο δυστύχημα, επειδή ζαλιζόταν και την ώρα που έκανε εμετό φοβήθηκε ότι έπαθε κάτι και κάθισε εκεί που ήταν το αυτοκίνητο. Το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του επίδικου δυστυχήματος (τεκμήριο 6), που καθώς ήδη έχει αναφερθεί αποτελεί πραγματική μαρτυρία, το οποίο παρουσίασε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του στο πλαίσιο της αντεξέτασης του παραπονούμενου για να πλήξει την αξιοπιστία του, ως μάρτυρα, δεν εκθέτει μόνο αυτόν. Εκθέτει και τον ίδιο, ο οποίος, όπως και ο παραπονούμενος, το υπόγραψε. Θεωρώ πως, εάν μετά το επίδικο δυστύχημα βρισκόταν σε τόσο άσχημη κατάσταση, όπως ισχυρίστηκε και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, δεν μπορεί να ήταν σε θέση να θυμάται όλα όσα περιλαμβάνονται στο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, το οποίο - για να επαναλάβω - υπόγραψε, που σημαίνει ότι τα είδε, για να τα θυμάται και το μόνο που δεν είδε, να ήταν τον οδηγό του άλλου ενεχόμενου οχήματος κατά το δυστύχημα, δηλαδή τον παραπονούμενο. Αντεξεταζόμενος και πάλι ισχυρίστηκε πως άκουσε για πρώτη φορά ότι ο παραπονούμενος παραπονέθηκε ότι του είχε χτυπήσει όταν του ήρθε κλήση στο σπίτι από το Δικαστήριο. Ισχυρίστηκε ακόμη πως, ούτε όταν πήγε στην Αστυνομία και τον κατηγόρησαν γραπτώς είχε ακούσει κάτι ανάλογο. Όταν στη συνέχεια η κυρία Σάββα, του υπέδειξε - και ορθά - πως με βάση τη γραπτή κατηγορία - τεκμήριο 1 - κατηγορήθηκε από τον αστυφύλακα 3486 και για το δυστύχημα καθώς και ότι επιτέθηκε του παραπονούμενου, «Κάπου λέω ότι του επιτέθηκα;» αναρωτήθηκε. Όταν ακολούθως του διαβάστηκε η σχετική - 2η κατηγορία (σύμφωνα με την οποία κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που προκάλεσε το επίδικο δυστύχημα επιτέθηκε παράνομα εναντίον του παραπονούμενου) ισχυρίστηκε ότι ο αστυνομικός δεν του είπε για επίθεση, το ρώτησε εάν έχει κάτι να πει και ότι δεν έχει Δικαστήριο με τίποτε, απλώς θα κριθεί για αμελές ατύχημα. Όταν μετά του υποδείχθηκε ότι ο αστυνομικός γράφει στη γραπτή κατηγορία ότι ο ίδιος τη διάβασε και την υπόγραψε και ακολούθως - δικαίως -, του υποβλήθηκε ότι ψεύδεται, απαντώντας, εξακολουθούσε να ψεύδεται. Απάντησε ως εξής: «Όχι, εμένα ο αστυνομικός είπε μου ότι ήταν μόνο για το δυστύχημα και ότι με Δικαστήριο θα είχε με τίποτε, απλώς εν να έρτει μια κλήση για αμελές ατύχημα και απλώς ως τζιαμέ δεν είχει κάτι άλλο.» Το εκπληκτικό είναι ότι, ακόμη και στο στάδιο της επανεξέτασής του, όταν ο δικηγόρος του, στην προσπάθειά του να τον ευθυγραμμίσει με την πραγματικότητα, του έθεσε μια ερώτηση, η οποία, αυστηρά ομιλούντες δεν είχε θέση σ' εκείνο το στάδιο, εκτός του ότι ήταν σαφώς καθοδηγητική, εντούτοις, επέμενε στον αναληθή ισχυρισμό, ότι ο αστυνομικός που τον είχε κατηγορήσει γραπτώς δεν του ανάφερε για επίθεση του παραπονούμενου. Ψεύδεται λοιπόν ο κατηγορούμενος, ισχυριζόμενος όλα τα παραπάνω και τούτο, για τους εξής λόγους: Αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι η γραπτή κατηγορία (τεκμήριο 1) του έγινε από τον αστυφύλακα 3486. Αυτή κατατέθηκε στο Δικαστήριο εξ συμφώνου. Με αυτό δεδομένο, ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να ισχυρίζεται οτιδήποτε πέραν όσων αναφέρονται σ' αυτή ή προκύπτουν από αυτή. Και τούτο, επειδή είναι καλά γνωστό, ότι, εκεί που υπάρχει σύγκρουση της μαρτυρίας με τα παραδεκτά γεγονότα υπερισχύουν τα παραδεκτά γεγονότα (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186). Και, από το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης προκύπτουν τ' ακόλουθα: Πρώτο, ότι στις 30/7/2012, ο αστυφύλακας 3486 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, τόσο για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, για το οποίο αντιμετωπίζει την 1η κατηγορία, την οποία έχει παραδεχθεί όσο και για το αδίκημα της κοινής επίθεσης εναντίον του παραπονούμενου, μολονότι, στο Δικαστήριο τού προσάφθηκε η κατηγορία της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, την οποία δεν έχει παραδεχθεί εξ και ότι έγινε ακρόαση γι' αυτή, για την οποία και η παρούσα απόφαση. Δεύτερο, αφού κατηγορήθηκε γραπτώς από τον αστυφύλακα 3486, ρωτήθηκε από αυτόν εάν επιθυμεί να πει οτιδήποτε, πληροφορήθηκε ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να πει οτιδήποτε εκτός εάν ήθελε καθώς και ότι εάν ήθελε να πει αυτό θα καταγραφόταν και δυνατόν να διδόταν ως μαρτυρία. Αφού λοιπόν του επιστήθηκε η προσοχή, ως ανωτέρω απάντησε με τη φράση: «Δεν έχω να πω τίποτε.» Τρίτο, στη συνέχεια, ο αστυφύλακας 3486 προέβηκε στην ακόλουθη πιστοποίηση: «Κατηγορήθηκε από εμένα σήμερα 30/07/2012 και μεταξύ των ωρών 2035 - 2045 στον Αστ. Σταθμό Κουκλιών. Αφού του επέστησα γραπτώς την προσοχή του στο νόμο, έδωσε μια κατάθεση που γράφτηκε από εμένα. Αφού τελείωσε την ανέγνωσε και ως ορθή την υπόγραψε στην παρουσία μου.» Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Παρότι η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία τόσο του παραπονούμενου όσο και του κατηγορούμενου διαγράφει και την τύχη της επίδικης κατηγορίας, εντούτοις, θα ήθελα να προβώ και σε μερικές παρατηρήσεις για τη μαρτυρία της γιατρού Γιούκκα (Μ.Κ.1) καθώς και αυτή της Βαλάντως Ιωάννου (Μ.Υ.1). Αρχίζοντας με τη μαρτυρία της πρώτης παρατηρώ τα εξής: Ενώ η μάρτυρας - η οποία, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το επίδικο βράδυ εξέτασε τόσο τον παραπονούμενο όσο και τον κατηγορούμενο - δεν έχει αμφισβητηθεί για οτιδήποτε αναφέρει στην ιατρική έκθεσή της (τεκμήριο 2) αναφορικά με τον παραπονούμενο, από την άλλη, η προσπάθεια της υπεράσπισης να αποδείξει μέσω της μάρτυρος, στο πλαίσιο της αντεξέτασής της, ότι το πρόβλημα μαιευτικής παράλυσης που αντιμετωπίζει στο χέρι ο κατηγορούμενος, δεν του επιτρέπει να το σηκώσει πάνω από το κεφάλι του, έχει πέσει στο κενό. Και τούτο, επειδή η μάρτυρας δε συμφώνησε ότι ισχύει κάτι τέτοιο. Το ίδιο ισχύει και για τα ακόλουθα που υποβλήθηκαν στη μάρτυρα από τον κ. Βασιλειάδη: ο κατηγορούμενος, στο δυστύχημα χτύπησε στο κεφάλι και αυτό του δημιούργησε ζάλη και τάση για εμετό, μια δύσκολη κατάσταση για να μπορεί να συμπεριφερθεί φυσιολογικά. Η κατάστασή του μόλις είχε χτυπήσει ήταν τέτοια που δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει ή να κάνει οτιδήποτε. Ούτε και μου διαφεύγει ότι η μάρτυρας, απαντώντας σε σχετική ερώτηση ισχυρίστηκε ότι τα τραύματα στο κεφάλι του κατηγορούμενου δεν ήταν σοβαρά και δεν είχε αίματα. Αναφορικά με τη Βαλάντω Ιωάννου (Μ.Υ.1) και τη μαρτυρία της, τα σχόλιά μου είναι τα εξής: ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι ο παραπονούμενος υπήρξε αντιφατικός για το θέμα που κλήθηκε να καταθέσει και κατάθεσε ως μάρτυρας η υπό αναφορά, εντούτοις, δεδομένης της κρίσης μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και του κατηγορούμενου ως μάρτυρα, ομολογώ πως δεν είμαι βέβαιος ότι έλαβε χώρα στο χώρο του Δικαστηρίου η συνάντηση στην οποία αναφέρθηκε η μάρτυρας και ότι στο πλαίσιό της, μεταξύ του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου υπήρξε η συνομιλία, με περιεχόμενο αυτό που ανάφερε τόσο αυτή όσο και ο κατηγορούμενος. Ωστόσο, για να είμαι δίκαιος με τη μάρτυρα, οφείλω να σημειώσω τα εξής: η μία και μόνο ερώτηση που της είχε υποβληθεί στο πλαίσιο της αντεξέτασής της ήταν η εξής: «Εγώ κυρία Βαλάντω σας λέω ότι σύμφωνα με τον παραπονούμενο, τέτοια συζήτηση μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενου ουδέποτε έγινε» Απαντώντας η μάρτυρας επέμενε ότι έγινε γιατί ήταν παρούσα. Η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δεν έδωσε συνέχεια, αφού - για να επαναλάβω - η αντεξέταση της μάρτυρος περιορίστηκε στην παραπάνω υποβολή. Και κάτι ακόμη. Υποθέτω πως, όχι τυχαία η κυρία Σάββα υπόβαλε στη μάρτυρα την παραπάνω υποβολή, ως θέση του παραπονούμενου (βλ. τη φράση, «..σας λέω ότι σύμφωνα με τον παραπονούμενο.») και όχι της κατηγορούσας αρχής. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου θεωρώ ότι η κατηγορούσα αρχή απότυχε να αποδείξει - ως όφειλε - την ενοχή του κατηγορούμενου στη σχετική - 2η κατηγορία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια, αυτός αθωώνεται. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο