Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αριστείδη Τζάμαλη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 896/13, 23/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 896/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αριστείδη Τζάμαλη, από την Πάφο 2. Ελίνας Δημητρίου, από την Πέγεια Κατηγορούμενων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23/12/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Σάββα Για τον κατηγορούμενο: κ. Λ. Χαβιαράς Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: Ανησυχία, κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία), απειλή βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία) και τέλος, αντίσταση κατά της νομίμου συλλήψεως, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα (3η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι την 21η Αυγούστου, 2012, στη λεωφόρο Κόλπος των Κοραλλίων στην Πέγεια της επαρχίας Πάφου, σε δημόσιο μέρος, χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο, κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, προκάλεσε τρόμο στον αστυφύλακα 4972 Κ. Κωνσταντίνου και στον αστυφύλακα 3854 Χ. Χριστοφόρου του σταθμού Πέγειας, απειλώντας τους ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπό τους, με τη φράση «Έννα δείτε τι ένα σας κάμω αύριο θα πάτε τζαι η δύο μετάθεση τζαι έν είσαστε εσείς ανθρώποι να έρτετε δαμέ που δουλεύκω, τζαι έμ με ξέρετε καλά έννα σας κάμω πολύ κακό.» Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, αντιστάθηκε στη νόμιμη σύλληψή του. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρα, τον αστυφύλακα 4972 Κώστα Κωνσταντίνου. Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και στις τρεις κατηγορίες και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως. Προς υπεράσπισή του παρουσίασε ως μάρτυρες: το δικηγόρο Ανδρέα Παπαχαραλάμπους και τον υπαστυνόμο Χριστοφή Χριστοφή (Μ.Υ. 1 και 2). Ωστόσο, ως μάρτυρές του είναι και οι ακόλουθοι, οι οποίοι παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και αντεξετάστηκαν από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, σε εφαρμογή του άρθρου 26
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, αναφορικά με διάφορες δηλώσεις στις οποίες προέβησαν, οι οποίες προσάχθηκαν ως εξ ακοής μαρτυρία: ο γιατρός Γιώργος Νικάνδρου, ο γιατρός Ανδρέας Ανδρέου, η Κυριακή Αντωνίου και τέλος, η γιατρός Άννα Κωνσταντινίδου (Μ.Υ. 3 μέχρι 6, αντίστοιχα). Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης περικλείεται στη γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 1), του αστυφύλακα 4972 Κώστα Κωνσταντίνου, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτόν, για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Οι κύριες θέσεις που προβάλλει με αυτή ο μάρτυρας είναι οι εξής: Ο ίδιος υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και είναι τοποθετημένος στο σταθμό Πέγειας. Στις 21/8/2012 και περί ώρα 20:30 (ουσιώδης χρόνος), ενώ βρισκόταν στο σταθμό λήφθηκε παράπονο για δυνατή μουσική από το εστιατόριο OTHELOS στη λεωφόρο Κόλπου των Κοραλλίων. Μετέβη στο μέρος γύρω στις 21:00 μαζί με το συνάδελφό του, αστυφύλακα 3854 (πρόκειται για τον αστυφύλακα Χριστοφόρου αυτός), ο οποίος κατέβηκε από το υπηρεσιακό αυτοκίνητο για να κάνει παρατήρηση στον ιδιοκτήτη του εστιατορίου να χαμηλώσει τη μουσική. Ο ίδιος στάθμευσε το υπηρεσιακό αυτοκίνητο σε μια πάροδο απέναντι από το εστιατόριο μέχρι να επιστρέψει ο συνάδελφός του. Κάποια στιγμή είδε μια κοπέλα (την κατηγορούμενη) έξω στο πεζοδρόμιο του εστιατορίου να μιλά σε έντονο ύφος και να φωνάζει στο συνάδελφό του. Συνεπεία αυτού κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πήγε αμέσως προς το μέρος τους. Ο συνάδελφός του ζητούσε από την κοπέλα τα έγγραφα του εστιατορίου και αυτή φώναζε πως δεν την αφήνουν να δουλέψει. Την ίδια στιγμή ήρθε στο μέρος από το εστιατόριο ένας άνδρας (ο κατηγορούμενος) και άρχισε να φωνάζει σε έντονο ύφος «Ένα δείτε τη ενα σας κάμω και αύριο θα πάτε τζαι οι 2 μετάθεση τζαι εν είσαστε εσείς άνθρωποι να έρτετε δαμέ που δουλεύκω, τζαι εν με ξέρετε καλά τζαι εγώ ένα σας κάμω πολλή κακό.» Τότε, ο μάρτυρας τού επέστησε την προσοχή στο νόμο και τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε (της ανησυχίας και της απειλής βιαιοπραγίας) και τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη. Ο κατηγορούμενος απάντησε: «Τι ένα κάμεις ένα με συλλάβεις». Ακολούθως, ο μάρτυρας τού έβαλε χειροπέδες στο αριστερό χέρι και στην προσπάθειά του να του βάλει και στο δεξί, αυτός ασκούσε δύναμη και αντιστεκόταν. Συνεπεία αυτού, ο μάρτυρας τού επέστησε εκ νέου την προσοχή στο νόμο και τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραττε (της αντίστασης κατά τη νόμιμη σύλληψη). Ο κατηγορούμενος απάντησε: «Πε μας το τζαι τούτο τωρά» και σταμάτησε αμέσως να ασκεί δύναμη, οπότε, ο μάρτυρας τού έβαλε τις χειροπέδες και στο δεξί χέρι, πισθάγκωνα. Με τη βοήθεια και του αστυφύλακα Χριστοφόρου, ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας. Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών και θέσεων του μάρτυρα, ο κατηγορούμενος, στη γραπτή δήλωσή του (τεκμήριο 2), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής, τα οποία συνθέτουν τη δική του εκδοχή, αναφορικά με το επίδικο περιστατικό: Στον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως χορευτής στο εστιατόριο «Οθέλλος». Ενώ παρουσίαζε κανονικά το πρόγραμμά του, γύρω στις 9:00 μ.μ., το μικρόφωνό του σταμάτησε να λειτουργεί, δηλαδή είχε χαμηλώσει τελείως, με αποτέλεσμα να μην ακούνε οι θαμώνες. Νομιζόμενος ότι επρόκειτο για κάποια τεχνική βλάβη έφυγε από τη σκηνή για να πάει πίσω να δει τι συμβαίνει. Καθώς πήγαινε, αντιλήφθηκε την παρουσία αστυνομικού, ο οποίος συνομιλούσε με την κατηγορούμενη - ιδιοκτήτρια του κέντρου. Όταν ρώτησε τι συμβαίνει και γιατί βρίσκεται στο μέρος η Αστυνομία, η κατηγορούμενη τού είπε πως ήρθαν να τους γράψουν γιατί δήθεν είναι ψηλά η μουσική. Τότε, της είπε να τους αφήσει να κάνουν τη δουλεία τους, ωστόσο, αυτή συνέχισε να διαμαρτύρεται και να φωνάζει σε έντονο ύφος ότι η Αστυνομία δεν την αφήνει να κάνει τη δουλειά της και ότι είναι αδικία αυτό που γίνεται συχνά από την Αστυνομία σε βάρος των πελατών του κέντρου. Τη στιγμή αυτή, ο αστυνομικός Χριστοφόρου γύρισε το χέρι του και με απωθητικό τρόπο, τη χτύπησε και της είπε: «Σταμάτα κυρία μου.» Τότε, ο ίδιος, με ήρεμο τρόπο τού είπε ότι θα πρέπει να ντρέπεται, ότι υπηρέτησε κι αυτός στην Αστυνομία και ότι δεν επιτρέπεται να ακουμπά τις γυναίκες, ότι το βλέπει τόσος κόσμος οπότε και απολογήθηκε. Μετά όμως, είπε πως δεν τη χτύπησε. Εν τω μεταξύ είχε φθάσει στο σημείο και ο αστυφύλακας Κωνσταντίνου. Επειδή ο αστυφύλακας Χριστοφόρου αρνήθηκε ότι χτύπησε την κατηγορούμενη, ο ίδιος έφυγε από το μέρος και πήγε στο λεωφορείο της σχολής του, το οποίο βρισκόταν στο χώρο στάθμευσης του κέντρου όπου πήρε ένα τετράδιο και στυλό και αφού επέστρεψε έγραψε τα νούμερα και των δυο αστυνομικών, χωρίς να ανταλλάξει οποιαδήποτε κουβέντα μαζί του. Ακολούθως προχώρησε προς τη σκηνή για να συνεχίσει το πρόγραμμά τους. Τότε, ο αστυφύλακας Κωνσταντίνου κατευθύνθηκε προς το μέρος του εξαγριωμένος και του είπε: «Εσένα ποιόν εν το πρόβλημά σου; Οξά θέλεις να σε συλλάβω τωρά;» Επειδή απόρησε με αυτά που του είπε με τη σειρά του τού είπε: «Τι θα κάμεις;» Ο μάρτυρας τού απάντησε ότι θα το συλλάβει και έβγαλε τις χειροπέδες από τη ζώνη του. Ο ίδιος, του πρόταξε τα χέρια και του είπε να το συλλάβει αλλά να του πει και το λόγο. Όπως του είπε ο μάρτυρας, ο λόγος είναι επειδή έκανε φασαρία. Ο αστυφύλακας Χριστοφόρου, μόλις είδε το συνάδελφό του να ετοιμάζεται να του περάσει τις χειροπέδες, έτρεξε προς το μέρος του και του είπε να μην το συλλάβει. Όμως, αυτός επέμενε και απευθυνόμενος στο Χριστοφόρου τού είπε: «Όι, άφησ' τον να τον συλλάβω για ανησυχία.» Ο ίδιος, με προτεταμένα τα χέρια τού είπε: «Αφού πιστεύεις ότι είναι σωστό να με συλλάβεις, σύλλαβέ με, αλλά πε μου και το λόγο.» Τότε και ενώ είχε προτεταμένα τα χέρια του, ο αστυφύλακας Κωνσταντίνου τού πέρασε βίαια το δεξί του χέρι στη μια χειροπέδη και με απότομο τρόπο τού το έστρεψε προς τα πίσω, λέγοντάς του: «Όχι μπροστά. Πίσω τα χέρια.» συνεπεία αυτού ένιωσε δυνατό πόνο στο δεξί του χέρι και αυτός, στρέφοντάς του το προς τα πίσω, του πέρασε και την αριστερή χειροπέδη στο αριστερό του χέρι. Ακολούθως, μαζί με το συνάδελφό του, τον οδήγησαν στο περιπολικό όχημά τους. Η κατηγορούμενη, διαμαρτυρόμενη τούς ακολούθησε και επέμενε να συλλάβουν και αυτή αφού συνέλαβαν τον ίδιο και μπήκε στο περιπολικό στη θέση του συνοδηγού. Τότε, ο αστυφύλακας Χριστοφόρου, ασκώντας και πάλι αρκετή βία επιχείρησε να την κατεβάσει από το αυτοκίνητο, όμως δεν τα κατάφερε, οπότε, με συνοδηγό αυτή και επιβάτες τον ίδιο και τον αστυφύλακα Κωνσταντίνου, οδήγησε το περιπολικό στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας. Εκεί ζήτησε να επικοινωνήσει με το δικηγόρο του (Μ.Υ.1). Μίλησε μαζί του τηλεφωνικώς και αυτός του είπε ότι βρισκόταν στο εξωτερικό. Του είπε ακόμη, ότι η Αστυνομία δεν μπορεί να τον κρατήσει μέσα, ότι θα τον κατηγορήσουν και θα τον αφήσουν να φύγει. Όταν το είπε αυτό στον αστυφύλακα Χριστοφόρου, αυτός τού είπε ότι θα τον κρατήσουν μέσα. Ακολούθως τού έδωσε το τηλέφωνο και αφού συνομίλησε με το δικηγόρο του, του το έδωσε το πίσω. Περίμενε στο σταθμό να έρθει περιπολικό όχημα από τον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου για να το μεταφέρει στα αστυνομικά κρατητήρια. Επειδή ο πόνος στο δεξί του χέρι από το πρήξιμο είχε γίνει αφόρητος, όταν μετά πάροδο αρκετής ώρας ήρθε το αστυνομικό όχημα, στο οποίο επέβαιναν δυο αστυνομικοί τούς ζήτησε να τον πάρουν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για να δουν το χέρι του. Εκεί, στις Α΄ Βοήθειες, αφού τον εξέτασαν και του έκαναν ακτινογραφίες τού τοποθέτησαν το χέρι του στο γύψο. Όπως του ανάφεραν οι επί καθήκοντι γιατροί είχε κάταγμα στο δεξί αντίχειρα και τον παράπεμψαν σε ορθοπεδικό. Ακολούθως, οδηγήθηκε στα κρατητήρια όπου και κρατήθηκε μέχρι και τις 17:15 περίπου το απόγευμα της επομένης μέρας. Αφού κατηγορήθηκε γραπτώς αφέθηκε ελεύθερος. Έστω κι αν του προκάλεσε ζημιά στο χέρι ο αστυφύλακας Κωνσταντίνου, δεν αντιστάθηκε στη σύλληψή του, αν και πίστευε και πιστεύει ακόμη, ότι η σύλληψή του δεν ήταν νόμιμη. Μολονότι τον άφησαν υπό κράτηση, από τις 9:00 μ.μ. της 21/8/2012 μέχρι τις 17:15 περίπου της 22/8/2012 δε διαμαρτυρήθηκε και συνεργάστηκε με την Αστυνομία. Το μόνο που ζήτησε ήταν να τον πάρουν στο γιατρό γιατί πονούσε. Έχει παράπονο και από τους δυο αυτούς αστυνομικούς, ιδίως από τον Κωνσταντίνου, ο οποίος του συμπεριφέρθηκε σαν ζώο. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας, στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «.η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Για την αξία της ιατρικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51).» Από το απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 προκύπτει ότι η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος: «Στην υπόθεση Mawz Khan and Another v. Reginam* το Ανακτοσυμβούλιο (P.C.) επανέλαβε ότι προσφυγή στο ψεύδος λογικά οδηγεί στο συμπέρασμα ενοχής, αρχή η οποία αποτελεί απόρροια της ανθρώπινης πείρας και της λογικής. Η αρχή αυτή έγινε επανειλημμένα δεκτή από το Ανώτατο Δικαστήριο (βλέπε, George Ο. Philotas v. Republic.** Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Fournides v. Republic*** ενοχοποιητικά συμπεράσματα, τα οποία μπορεί να συναχθούν από δηλώσεις του κατηγορουμένου, εξαρτώνται άμεσα από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λέγονται, ιδιαίτερα από τα συμπεράσματα που μπορούν να προκύψουν ως προς τα κίνητρα, που οδήγησαν στην καταφυγή στο ψεύδος. Η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί (θετικά) τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Αποτελεί μαρτυρία, η οποία επεξηγεί και ρίπτει φως στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και δίδει εγκληματικό χαρακτήρα σε πράξεις για τις οποίες χωρεί και αθώα εξήγηση.» Καθ' όλα σχετικό με το θέμα είναι και το απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260: «Σύμφωνα με το Δίκαιο της Απόδειξης που εφαρμόζουμε στην Κύπρο στο θέμα "Ψέματα του Κατηγορούμενου" ισχύουν οι ακόλουθες αρχές:-
(1)Το γεγονός ότι το δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή του κατηγορούμενου δε συνιστά αφ' εαυτού στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενισχυτικό της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής.
(2)Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είπε ψέματα δεν αποδεικνύει αφ' εαυτού θετικά την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής.
(3)Ψέματα που λέχθηκαν από τον κατηγορούμενο, είτε εντός είτε εκτός δικαστηρίου, μπορούν να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία σε βάρος του εφόσον ικανοποιούνται τα ακόλουθα τέσσερα κριτήρια:- (α) Το ψέμα πρέπει να είναι ηθελημένο. (β) Πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα. (γ) Το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας. Το δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου ότι είναι ενδεχόμενο κάποιος να λέει ψέματα στην προσπάθεια του, για παράδειγμα, να προβάλει μια δίκαιη υπόθεση ή από ντροπή ή από πανικό. (δ) Το ψέμα πρέπει να αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία, δηλαδή είτε με παραδοχή είτε με μαρτυρία από ανεξάρτητο μάρτυρα. (Βλ., Phipson on Evidence, 14th Edition, 1990, paragraph 14-22, Cross on Evidence, 7th Edition, 1990, pages 249-250, Γ.Π.Κακογιάννη "Η Απόδειξη", 1983, παράγραφοι 12-23, 12-24, 12-25, Blackstone΄s Criminal Practice [1995] F 5.24 και F5.26, Archbold, 1998, paragraphs 4-402 και 402α, Tumahole Bereng v. King [1949] A.C. 253, R. v. Lucas [1981] 73 Cr.App.R. 159, R. v. Goodway [1993] 98 Cr. App. R. 11, R. v. Strudwick and Merry, [1994], 99 Cr.App.R. 326).» Βλέπε και τη Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου κ.ά.
(2011)2 Α.Α.Δ. 520. Τέλος, επειδή ο μοναδικός μάρτυρας που κατάθεσε για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είναι αστυνομικός έχω κατά νου και την πάγια νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία, η μαρτυρία ομάδας μελών της Αστυνομίας τα οποία εμπλέκονται σε επεισόδιο όπου ασκήθηκε κάποιας μορφής σωματική βία, θα πρέπει να προσεγγίζεται με την αναγκαία προσοχή, επιφυλακτικότητα ή ακόμη και με καχυποψία (βλ. τη Χαμπή ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 70). Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, ασφαλώς, υπό το φως του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας, ομολογώ πως δεν έχω πειστεί για το αξιόπιστο της εκδοχής, είτε της μιας πλευράς είτε της άλλης, αναφορικά με τα κρίσιμα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο. Ενώ είμαι βέβαιος - εξάλλου, αυτό αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών - ότι στον ουσιώδη χρόνο υπήρξε το επίδικο επεισόδιο, μεταξύ των δυο αστυφυλάκων και του κατηγορούμενου, στο οποίο είχε κάποια εμπλοκή και η κατηγορούμενη, το οποίο οδήγησε στη σύλληψη του κατηγορούμενου, εντούτοις, για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια αδυνατώ να αποφανθώ με ασφάλεια επί των κρίσιμων και απολύτως αναγκαίων γεγονότων, για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία ως μαρτύρων, τόσο του αστυφύλακα Κωνσταντίνου όσο και του κατηγορούμενου, που μαζί με τη Μ.Υ.5 είναι οι ουσιώδεις και αυτόπτες μάρτυρες κατά το επίδικο επεισόδιο, δεν είναι θετική. Και οι δυο, σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης, μεταξύ άλλων προέβαλαν ισχυρισμούς που καταρρίπτονται από το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας, η οποία καθώς ήδη έχει αναφερθεί - με αναφορά σε νομολογία (βλ. τις Γεωργίου, Γιωργαλλά και Δημητρίου, ανωτέρω) - αποτελεί και πραγματική μαρτυρία, με ό,τι αυτό σημαίνει για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ως θέμα αρχής. Περαιτέρω, από τη μαρτυρία τους αναδύεται το στοιχείο της υπερβολής, ενώ, αρκετοί από τους ισχυρισμούς τους καταρρίπτονται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία, είτε ακόμη στερούνται λογικής και πειστικότητας. Προστίθενται και τα εξής: η αντιμετώπιση που έτυχε ο κατηγορούμενος από την Αστυνομία, αφότου συνελήφθηκε και οδηγήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας μέχρι και την ώρα που αφέθηκε ελεύθερος αποτελεί στοιχείο, το οποίο, ομολογώ, με προβληματίζει καχύποπτα για τη γνησιότητα και αλήθεια της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής. Τα παραδείγματα που ακολουθούν, αιτιολογούν επαρκώς, πιστεύω, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου. Ειδικότερα: Ο αστυφύλακας Κωνσταντίνου, στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 1), αναφορικά με τον τρόπο και τις συνθήκες σύλληψης του κατηγορούμενου ισχυρίζεται τα εξής: του έβαλε χειροπέδες στο αριστερό χέρι και στην προσπάθειά του να του βάλει και στο δεξί, αυτός ασκούσε δύναμη και αντιστεκόταν. Συνεπεία αυτού, του επέστησε αμέσως την προσοχή στο νόμο και τον πληροφόρησε για το αδίκημα της αντίστασης κατά τη νόμιμη σύλληψη που διέπραττε. Ο κατηγορούμενος απάντησε: «Πε μας το τζαι τούτο τωρά» και αμέσως σταμάτησε να ασκεί δύναμη με αποτέλεσμα να του βάλει τις χειροπέδες και στο δεξί χέρι, πισθάγκωνα. Για δυο λόγους θεωρώ πως δεν έλεγε την αλήθεια ο μάρτυρας, συναφώς με αυτή την, τόσο, καίριας σημασίας, πτυχή της υπόθεσης. Αρχίζοντας από τον πρώτο λόγο, αφορά στο γεγονός, ότι, αναφορικά με το επίδικο επεισόδιο και τις συνθήκες σύλληψης του κατηγορούμενου, για λόγους που θα αναφέρω στο κατάλληλο στάδιο, θεωρώ ότι ο μόνος από τους παρόντες κατά το επεισόδιο που έδωσαν μαρτυρία που είπε την απόλυτη αλήθεια γι αυτό είναι Μ.Υ.
- Με όσα αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή της (τεκμήριο 27) η μάρτυρας είναι σαφές, ότι, το επεισόδιο εκτυλίχτηκε με διαφορετικό τρόπο απ' ό,τι προσπάθησαν να με πείσουν, τόσο ο αστυφύλακας Κωνσταντίνου όσο και ο κατηγορούμενος. Όπως αναφέρει η μάρτυρας στη γραπτή κατάθεσή της, στον ουσιώδη χρόνο, καθώς ο κατηγορούμενος χόρευε πρόσεξε τους δυο αστυνομικούς να τον πλησιάζουν, να τον παίρνουν από τα χέρια και να προσπαθούν να τον σταματήσουν από το να χορεύει. Αυτός συνέχισε να χορεύει και να χαμογελά στον κόσμο. Τότε άκουσε τον ένα αστυνομικό να λέει «Ένθα αφήκω τον. να κάμνει τον έξυπνο.» Όση ώρα ήταν εκεί δεν είδε τον κατηγορούμενο να είχε παραφερθεί με λόγια ή χειρονομίες και ίσως, αυτός να ήταν και ο λόγος που εκνεύρισε τους αστυνομικούς, οι οποίοι, μπροστά στους τουρίστες προσπαθούσαν να τον πάρουν από τα χέρια και κατάλαβε και είδε ότι ο ένας από αυτούς κρατούσε χειροπέδες και προσπαθούσε να τους τις βάλει. Σε κάποιο στάδιο, για να το καταφέρουν αυτό, ο ένας αστυνομικός πήρε τα χέρια του κατηγορούμενου και τα έβαλε από πίσω και ο άλλος, του έβαλε τις χειροπέδες, πισθάγκωνα. Μάλιστα, δεν κατάφερνε να τις ανοίξει και ο κατηγορούμενος διαμαρτυρήθηκε ότι πονούσε τα χέρια του. Μετά που του τοποθέτησαν τις χειροπέδες, τον οδήγησαν προς το αστυνομικό όχημα. Το πόσο αφίσταται η μαρτυρία της, τόσο με την εκδοχή του αστυφύλακα Κωνσταντίνου όσο και με αυτή του κατηγορούμενου είναι ολοφάνερο. Για να συνεχίσω, ο δεύτερος λόγος για τον οποίο θεωρώ ότι ο αστυφύλακας Κωνσταντίνου, για το ίδιο θέμα έλεγε ψέματα, αφορά στο γεγονός, ότι, η μαρτυρία του συναφώς με αυτό καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας. Μολονότι από την ιατρική μαρτυρία δεν έχει αποδειχθεί ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου πως είχε σπάσει το δεξί του χέρι στον ουσιώδη χρόνο, εντούτοις, από αυτή προκύπτει ότι είχε τραυματιστεί και μάλιστα αρκετά σοβαρά, σε βαθμό που του τοποθετήθηκε σ' αυτό γύψος. Με αυτό δεδομένο, δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός του μάρτυρα, ότι, στην προσπάθειά του να του περάσει χειροπέδες και στο δεξί χέρι, αυτός ασκούσε δύναμη και αντιστεκόταν μέχρι που του επέστησε την προσοχή στο νόμο και τον πληροφόρησε ότι διέπραττε το αδίκημα της αντίστασης κατά τη νόμιμη σύλληψη οπότε και σταμάτησε αμέσως να ασκεί δύναμη, με αποτέλεσμα να του βάλει τις χειροπέδες και στο δεξί χέρι. Η έμμεση προσπάθεια του μάρτυρα να με πείσει πως, ούτε λίγο ούτε πολύ, η μορφή βίας που είχε ασκηθεί κατά του κατηγορούμενου, καθ' ον χρόνο επιχειρούσε να το συλλάβει, ήταν τέτοια, που δε δικαιολογούσε κανενός είδους τραυματισμό στο δεξί του χέρι, προφανώς δεν απέδωσε καρπούς, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι - για να επαναλάβω - με βάση τη μαρτυρία της Μ.Υ.5, την οποία θεωρώ απολύτως αξιόπιστη, η σύλληψη του κατηγορούμενου επιχειρήθηκε και επιτεύχθηκε με τη συνδρομή και των δυο αστυνομικών που ήταν στο μέρος και με διαφορετικό τρόπο από αυτό που ανάφεραν τόσο ο μάρτυρας όσο και ο κατηγορούμενος. Και κάτι ακόμη. Ούτε ο ένας μα ούτε και ο άλλος νομιμοποιούνται να ισχυρίζονται ότι η μάρτυρας δεν απέδωσε ορθά τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην παρουσία της στον ουσιώδη χρόνο. Ο πρώτος, επειδή, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε ότι στον ουσιώδη χρόνο, από τις φωνές μαζεύτηκαν γύρω στα 10 με 15 άτομα και είδαν τι συνέβαινε (και η μάρτυρας ήταν ανάμεσα σ' αυτά τα άτομα, προσθέτω με τη σειρά μου) και ο δεύτερος, επειδή η μάρτυρας, κατά τη δίκη κατάθεσε ως μάρτυράς του. Υπεισέρχομαι και σε μέρος όσων ανάφερε αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας. Κάποια στιγμή ισχυρίστηκε ότι κατέβηκε από το αυτοκίνητο, όταν ξέφυγε η κατάσταση. Διευκρινίζοντας, ότι είδε την κατηγορούμενη να φωνάζει στο συνάδελφό του. «Και ποιο είναι το αδίκημα που θεωρήσετε ότι διέπραξε ο κατηγορούμενος τη δεδομένη στιγμή;» ήταν μια από τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. «Η ανησυχία, γιατί όταν έβγαινε από το εστιατόριο φώναζε σε πολύ έντονο ύφος και κουνούσε τα χέρια του και η απειλή, γιατί ανάφερε αυτά που είπα στην κατάθεσή μου» απάντησε. «Και αυτό που λέτε ότι, που ισχυρίζεστε ότι έπραξε ο κατηγορούμενος, σας φόβισε, σας προκάλεσε τρόμο;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Απάντησε ως εξής: «Ναι, γιατί δεν ξέρω πού μπορεί να με μπλέξει.» Η σύλληψη του κατηγορούμενου, εκτός του ότι - σύμφωνα πάντοτε με τη Μ.Υ.5 - επιχειρήθηκε και επιτεύχθηκε και από τους δυο αστυνομικούς, καθ' ον χρόνο αυτός συνέχιζε να χορεύει και τούτο, παρότι τον πήραν από τα χέρια και προσπαθούσαν να τον σταματήσουν να χορεύει είναι και το γεγονός, ότι, η μάρτυρας, ενώ δεν είχε δει τον κατηγορούμενο να παραφέρεται είτε με λόγια είτε με χειρονομίες, αυτό που άκουσε είναι τον ένα από τους δυο αστυνομικούς να λέει στον άλλο για τον κατηγορούμενο, «Ενθά αφήκω τον ... να κάμνει τον έξυπνο.» Αυτή η φράση που είπε ο ένας στον άλλο για τον κατηγορούμενο, ενδεχομένως περικλείει και τον πραγματικό λόγο για τον οποίο τον συνέλαβαν, που προφανώς, ήταν η άρνησή του να σταματήσει να χορεύει, όπως, ενδεχομένως επίσης, του είχε ζητηθεί από αυτούς. Και κάτι ακόμη. Έχοντας υπόψη την κατ' ισχυρισμό του μάρτυρα, φράση, με την οποία τούς είχε απειλήσει ο κατηγορούμενος, ομολογώ, ανάμενα ότι ο μάρτυρας θα ήταν πιο ευρηματικός, ως προς το λόγο για τον οποίο, όπως είπε, η συγκεκριμένη φράση τού προκάλεσε τρόμο. Ακόμη και να αποτελούσε γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος τούς απείλησε με τη συγκεκριμένη φράση («Ένα δείτε τη ενα σας κάμω και αύριο θα πάτε τζαι οι 2 μετάθεση τζαι εν είσαστε εσείς άνθρωποι να έρτετε δαμέ που δουλεύκω, τζαι εν με ξέρετε καλά τζαι εγώ ένα σας κάμω πολλή κακό.») και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, δε νοείται δυο αστυνομικοί - οι οποίοι, καθήκοντος, οφείλουν να είναι έτοιμοι να χειρίζονται καταστάσεις πολύ πιο σοβαρές από αυτή την οποία κλήθηκαν να χειριστούν -, να ισχυρίζονται ότι τρομοκρατήθηκαν από το περιεχόμενο μιας τέτοιας φράσης. Όπως είπε αργότερα, ο κατηγορούμενος απολύθηκε την επομένη μέρα από το σταθμό, αλλά δε θυμάται ακριβώς ώρα. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε γιατί θα έπρεπε να μείνει υπό κράτηση, από τις 9 το βράδυ ως τις 5:30 το απόγευμα της επομένης και αν αυτό έγινε απλά και μόνο για να τον κατηγορήσουν γραπτώς και να τον αφήσουν ελεύθερο, απάντησε ως εξής: «Ο κατηγορούμενος δε συνεργαζόταν και ό,τι του λέγαμε να μας πει, μας κορόιδευε και μου έλεγε συνέχεια, εσείς κάματε τη δουλεία σας, τώρα εν να δείτε τι εν να πάθετε και επίσης πήρε τηλέφωνο κάποιο φίλο του στη Λευκωσία, τον κύριο Χριστοφή, που νομίζω είναι υπαστυνόμος και τον έβαλε να με πιάσει τηλέφωνο να μου πει να μην τον κατηγορήσω, να τον αφήσω να φύγει.» Κάθε άλλο παρά πειστική θεωρώ την εξήγηση που έδωσε ο μάρτυρας, στην προσπάθειά του να δικαιολογήσει το γεγονός, ότι, ουσιαστικά, παραβιάζοντας το συνταγματικό δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας του κατηγορούμενου, ακόμη και να δεχόμουν την εκδοχή του, ότι αυτός διέπραξε τα τρία αδικήματα που του καταλογίζει και για τα οποία, όπως είπε το συνέλαβε, τον είχε θέσει υπό κράτηση, τόσες πολλές ώρες. Αν υποτεθεί ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα συγκεκριμένα αδικήματα, δεδομένου ότι αυτά ήταν αυτόφωρα, δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποια έννοια απαιτείτο η συνεργασία του με την Αστυνομία προκειμένου να τον κατηγορήσει γραπτώς γι' αυτά και να τον αφήσει αμέσως ελεύθερο. Εκεί όμως όπου εκτίθεται πλήρως ο μάρτυρας είναι σε σχέση με τον ισχυρισμό του, ότι, καθ' ον χρόνο ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση στο σταθμό, τηλεφώνησε στο φίλο του, υπαστυνόμο Χριστοφή - δηλαδή στο Μ.Υ.2 - στη Λευκωσία και τον έβαλε πάνω να τον πιάσει τηλέφωνο να του πει να μην τον κατηγορήσει και να τον αφήσει να φύγει. Όταν λίγο αργότερα, του υποβλήθηκε πως λέει ψέματα, ότι ο κατηγορούμενος το επίδικο βράδυ τηλεφώνησε στο Μ.Υ.2, απαντώντας ισχυρίστηκε πως δεν είναι ψέματα και ότι του τηλεφώνησε ο Μ.Υ.2, με τον οποίο συνομίλησε για να του πει αυτά που ήθελε. Όταν ακολούθως τού υποβλήθηκε ότι οποιοδήποτε τηλεφώνημα έκανε ο κατηγορούμενος εκείνο το βράδυ ήταν με τον τότε δικηγόρο του (Μ.Υ.1), απάντησε ως εξής: «Εγώ σας είπα ότι εμένα με έπιασε ο συγκεκριμένος κύριος Χριστοφή, για να μου πει να αφήσω τον κύριο Άριστο ελεύθερο. Τώρα, εάν μίλησε ο κύριος Άριστος με τον κύριο Χριστοφή ή ο δικηγόρος του, δεν μπορώ να γνωρίζω σίγουρα.» «Καλά κύριε, αφού ισχυρίζεστε ότι σας πήρε ο κύριος Χριστοφή και ήταν φίλος του, πώς σας πήρε χωρίς να έχει επικοινωνία μαζί του ο κατηγορούμενος;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. «Αυτό μου ανάφερε ο κύριος Χριστοφή.» ήταν η απάντησή του. Πέραν από τις προφανείς αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε είναι και το γεγονός, ότι, ο υπαστυνόμος Χριστοφή (Μ.Υ.2), ναι μεν κατάθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης στην υπόθεση, ωστόσο, για λόγους που θα αναφέρω στο πλαίσιο αξιολόγησης της δικής του μαρτυρίας, το θεωρώ ακέραιο, δίκαιο, αμερόληπτο και ειλικρινή μάρτυρα, οπότε, όσα ακολουθούν, τα οποία είπε επί των παραπάνω ισχυρισμών του αστυφύλακα Κωνσταντίνου, συνθλίβουν την αξιοπιστία του τελευταίου. Ειδικότερα: Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ερωτηθείς εάν γνωρίζεται σε προσωπικό επίπεδο με τον κατηγορούμενο απάντησε αρνητικά. Όπως είπε, σε προσωπικό επίπεδο καθόλου, σε υπηρεσιακό επικοινώνησε 3 με 4 φορές μαζί του και συναντήθηκαν, αν δεν τον απατά η μνήμη του, μια φορά στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου για να του πάρει κατάθεση. Δεν είναι φίλοι με τον κατηγορούμενο, όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση. Αντεξεταζόμενος, όταν του τέθηκε η θέση της κατηγορούσας αρχής και του αστυφύλακα Κωνσταντίνου ότι το επίδικο βράδυ, οι δυο τους είχαν μιλήσει και ότι είπε στον αστυφύλακα Κωνσταντίνου να μην καταγγείλει τον κατηγορούμενο και να τον αφήσουν να φύγει και κλήθηκε να τοποθετηθεί απάντησε ως εξής: «Τι να πω, κύριε Πρόεδρε; Αν είχα τη δυνατότητα τώρα μετά από τόσο καιρό να κάνω καταγγελία εναντίον του συναδέλφου, θα το έκανα για ψευδή κατάθεση. Απορρίπτω κατηγορηματικά ότι του υπέδειξα να λειτουργήσει με αυτό τον τρόπο. Το τι έγινε το είπα προηγουμένως.» Όταν στη συνέχεια του υποβλήθηκε ότι ο αστυφύλακας Κωνσταντίνου, μας είπε ότι αυτά τα είπε και στην κατάθεση που έδωσε στην Αρχή Διερεύνησης, «Είναι αστεία πράγματα κύριε Πρόεδρε.» ήταν η απάντησή του. Με όλο το σεβασμό προς την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής θεωρώ πως, εάν ήθελε, τουλάχιστον να με προβληματίσει, καταρχήν, για την αλήθεια των επί του προκειμένου ισχυρισμών του αστυφύλακα Κωνσταντίνου, κι έπειτα, για την αξιοπιστία του υπαστυνόμου Χριστοφή, το ελάχιστον που θα μπορούσε να κάνει είναι το εξής: όταν ο τελευταίος αποκάλεσε «αστεία πράγματα» ότι τα όσα του αποδίδει ο αστυφύλακας Κωνσταντίνου, τα είπε και στην κατάθεση που έδωσε στην Αρχή Διερεύνησης, θα μπορούσε να το φέρει αντιμέτωπο με το περιεχόμενο της συγκεκριμένης κατάθεσης. Για να μην το κάνει νομιμοποιούμαι να υποθέσω ότι, ουδέποτε ο αστυφύλακας Κωνσταντίνου ανάφερε κάτι τέτοιο στην εν λόγω κατάθεση. Η επιμονή του - λίγο αργότερα - ότι το επίδικο βράδυ, του τηλεφώνησε ο υπαστυνόμος Χριστοφή και του είπε ότι ο κατηγορούμενος είναι φίλος του και να τον αφήσει να φύγει ως επίσης και ότι προσπάθησε να του κάνει πρόβλημα, στέλλοντας συνέχεια να ελέγξουν, ποια άλλα κέντρα κατάγγειλαν και εάν κατάγγειλαν μόνο το υποστατικό στο οποίο εργαζόταν ο κατηγορούμενος, τον εκθέτει ακόμη περισσότερο, έχοντας υπόψη τα εξής: η πρώτη από τις δυο γραπτές καταγγελίες του κατηγορούμενου προς τον Αρχηγό Αστυνομίας αφορούσε ακριβώς στο παράπονο του ότι το συγκεκριμένο υποστατικό τύγχανε δυσμενούς μεταχείρισης από την Αστυνομία έναντι άλλων υποστατικών. Ο Αρχηγός Αστυνομίας ανάθεσε στον υπαστυνόμο Χριστοφή τη διερεύνηση και των δυο αυτών καταγγελιών, ο οποίος, ενώ σε σχέση με τη δεύτερη καταγγελία που αφορούσε το επίδικο περιστατικό κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα, ότι με βάση τα δεδομένα που είχε ενώπιόν του, διαφαινόταν εκ πρώτης όψεως ότι οι δυο αστυφύλακες που ήταν παρόντες στο περιστατικό, κατά το χειρισμό του υπέπεσαν σε κάποια λάθη, οπότε και εισηγήθηκε στον Αρχηγό Αστυνομίας να προχωρήσει στο διορισμό αξιωματικών, για να διερευνήσουν τυχόν διάπραξη ποινικών και πειθαρχικών αδικημάτων εκ μέρους τους, εισήγηση που υιοθετήθηκε από τον Αρχηγό, για την πρώτη καταγγελία του κατηγορούμενου, όπως είπε ο μάρτυρας, με βάση τη μαρτυρία κατέληξε στο συμπέρασμα, πως δε διαφαινόταν δυσμενής μεταχείριση του υποστατικού στο οποίο εργαζόταν ο κατηγορούμενος, σε σχέση με άλλα υποστατικά και τούτο, αφού έλαβε υπόψη τον αριθμό των καταγγελιών που είχαν όλα τα κέντρα στην περιοχή. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν έκανε εισήγηση για τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων, πέραν κάποιων επισημάνσεων που ήγειρε στον Αρχηγό Αστυνομίας, ο οποίος, με τη σειρά του έδωσε ανάλογες οδηγίες στον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου για να λειτουργήσει με βάση αυτές. Τέλος, ο ισχυρισμός του, ότι 2 με 3 βράδια μετά το επίδικο βράδυ είδε τον κατηγορούμενο να έχει το χέρι στο γύψο και να χορεύει στο ίδιο υποστατικό και να το χτυπά με το γύψο στο έδαφος αποτελεί κραυγαλέο παράδειγμα της ευκολίας με την οποία κατέφευγε στο ψεύδος και προέβαλλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας. Διερωτώμαι πόσο πειστικός μπορεί να είναι προβάλλοντας τον ισχυρισμό αυτό, τη στιγμή που, τρεις γιατροί που είχαν εξετάσει τον κατηγορούμενο, διέγνωσαν σοβαρό τραυματισμό στο δεξί του χέρι, εξ ου και το γεγονός, ότι, του το είχαν επιδέσει με γύψο. Όταν αργότερα θα ασχοληθώ με τη μαρτυρία των εν λόγω γιατρών, θα διαφανεί πόσο εκτίθεται ο μάρτυρας συναφώς με τον επί του προκειμένου ισχυρισμό του. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του, ως μάρτυρα. Ακολουθούν τώρα μερικά παραδείγματα που αναδεικνύουν και το μέγεθος της αναξιοπιστίας του κατηγορούμενου, ως μάρτυρα: Αρχίζω με το γεγονός, ότι, αρκετοί από τους ισχυρισμούς του που περιέχονται στη γραπτή δήλωσή του (τεκμήριο 2), δεν τέθηκαν στον αστυφύλακα Κωνσταντίνου, για να του δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσει. Παρότι θα έλεγα ότι υπήρξε συνεπής και στα δύο βασικά στάδια της μαρτυρίας του αναφορικά με τον τρόπο που περιέγραψε το επίδικο περιστατικό, εκείνο που προέχει είναι ότι η Μ.Υ.5 που αποτελεί μάρτυρά του, την οποία θεωρώ αξιόπιστη, το παρουσιάζει κατά τελείως διαφορετικό τρόπο. Ειδικότερα: Ενώ ο ίδιος ισχυρίζεται ότι καθώς παρουσίαζε το πρόγραμμά του στο εστιατόριο της κατηγορούμενης, όταν σταμάτησε η μουσική έφυγε από τη σκηνή για να πάει στο πίσω μέρος του κέντρου για να δει τι συμβαίνει και καθώς πήγαινε αντιλήφθηκε την παρουσία του αστυφύλακα Χριστοφόρου, ο οποίος, στη συνέχεια απώθησε την κατηγορούμενη με το χέρι του κ.ο.κ. και ότι τότε ήταν που είχε φθάσει στο μέρος ο αστυφύλακας Κωνσταντίνου, για να ακολουθήσουν όσα αναφέρει στη γραπτή δήλωσή του, τα οποία οδήγησαν στη σύλληψή του από τον αστυφύλακα Κωνσταντίνου, η Μ.Υ.5, στη γραπτή κατάθεσή της (τεκμήριο 27), κατά τον κρίσιμο χρόνο, το φέρει να χορεύει και τους δυο αστυνομικούς, να τον παίρνουν από τα χέρια και να προσπαθούν να το σταματήσουν. Και ενώ ο ίδιος ισχυρίζεται πως, όταν μετά που είδε τον αστυφύλακα Χριστοφόρου να σπρώχνει την κατηγορούμενη, έφυγε από το μέρος και πήγε στο χώρο στάθμευσης του κέντρου όπου ήταν το λεωφορείο της σχολής του, από το οποίο πήρε ένα τετράδιο και στυλό και αφού επέστρεψε και έγραψε τα νούμερα των δυο αστυνομικών, στη συνέχεια προχώρησε στη σκηνή για να συνεχίσει το πρόγραμμά του, για να ακολουθήσει η λεκτική αντιπαράθεση που είχε με τον αστυφύλακα Κωνσταντίνου, ο οποίος, εν τέλει το συνέλαβε με τον τρόπο που ο ίδιος αναφέρει, η μάρτυράς του, στη γραπτή κατάθεσή της, βασικά, διαψεύδοντάς τον αναφέρει τα εξής: Καθώς η κατηγορούμενη συνομιλούσε και με τους δυο αστυφύλακες, την άκουσε να τους λέει - για τον κατηγορούμενο -, «Δε θα το συλλάβετε, τι σας έκανε;» Ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να συνεχίσει να χορεύει και η ίδια, ούτε τον αστυφύλακα Χριστοφόρου ισχυρίζεται πως είδε να απωθεί την κατηγορούμενη μα ούτε και τον κατηγορούμενο να εγκαταλείπει οποτεδήποτε το μέρος και να επιστρέφει. Για να συνεχίσω, ενώ ο ίδιος, στη γραπτή δήλωσή του αναφέρεται σε ολόκληρη συνομιλία που είχε με τον αστυφύλακα Κωνσταντίνου προτού το συλλάβει και ότι για να το συλλάβει, ο ίδιος τού είχε προτάξει και τα δυο χέρια οπότε και του πέρασε βίαια τη μια χειροπέδη στο δεξί του χέρι και ακολούθως, την άλλη, με τον τρόπο που πολύ παραστατικά ανάφερε και υπέδειξε στο Δικαστήριο, η μάρτυράς του, διαψεύδοντάς τον και πάλι, καταρχήν φέρει και τους δυο αστυφύλακες να προσπαθούν να το συλλάβουν και να το συλλαμβάνουν εν τέλει, και τον ίδιο, ουσιαστικά να αντιστέκεται κατά τη σύλληψή του και όχι να προτάσσει τα χέρια του για να συλληφθεί, όπως ήταν η θέση του. Αυτό που ισχυρίστηκε και για το οποίο, εν μέρει επιβεβαιώνεται από τη μάρτυρα είναι ότι με τον τρόπο που και οι δυο αστυφύλακες τού είχαν τοποθετήσει τις χειροπέδες, πισθάγκωνα, διαμαρτυρήθηκε προς αυτούς ότι πονούσε τα χέρια του. Όταν αντεξεταζόμενος τού υποβλήθηκε η θέση της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με το λόγο της σύλληψής του, στο πλαίσιο της μακροσκελούς απάντησης που έδωσε προκειμένου να με πείσει πως δεν ισχύει ό,τι του καταμαρτυρείται μεταξύ άλλων που είπε είναι ότι δεν προτάσσει το σώμα του για να λύσει τις διαφορές του και ότι δεν είναι βίαιος άνθρωπος. Στη συνέχεια τού υποβλήθηκε και για δύο ότι ψεύδεται αφού, πριν από ενάμισι χρόνο, στην ίδια αίθουσα είχε καταδικαστεί για βία κατά της συζύγου του και για πρόκληση σωματικής βλάβης και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης με αναστολή. Απαντώντας ανάφερε και τα εξής, που αποδεικνύουν ότι, στην περίπτωσή του ισχύει ακριβώς το αντίθετο αυτού για το οποίο προσπάθησε να με πείσει. Η απάντησή του ακολουθεί αυτούσια: «Με απόλυτο σεβασμό στους θεσμούς και στο Δικαστήριο και μέχρι σήμερα λέω, ουδέποτε χρησιμοποίησα βία στη ζωή μου. Τον αν κρίθηκα ένοχος από το Δικαστήριο για την εν λόγω υπόθεση, δε σημαίνει ότι το έκαμα. Απλά, να υπενθυμίσω ότι η καταδίκη μου είχε κριθεί στην αξιοπιστία των μαρτύρων και όχι στα τεκμήρια/ευρήματα. Λέω και τις δυο λέξεις για να είμαι καλυμμένος. Υπήρχε αυτόπτης μάρτυρας, ο γιος μου, τον οποίο δεν ήθελα να έλθει στο Δικαστήριο να μαρτυρήσει. Παρά να καταδικαστεί ο γιος μου καταδικάστηκα εγώ. Σημασία έχει ότι είμαι αθώος στα μάτια του γιου μου.. » Για να του ανταποδώσω τη φιλοφρόνηση, με όλο το σεβασμό προς τον ίδιο, τα παραπάνω που ανάφερε αν αποδεικνύουν κάτι, δεν είναι τον απόλυτο σεβασμό του προς του θεσμούς και το Δικαστήριο και κατ' επέκταση τη δικαιοσύνη, αλλά, γενικά, την ασέβειά του και προς τα τρία, τα οποία, με περισσή αλαζονεία απαξιώνει ενώπιον του ίδιου του Δικαστηρίου. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Ισχυρίστηκε ακόμη αντεξεταζόμενος, ότι στο νοσοκομείο πήγε χωρίς χειροπέδες. Όπως είπε, τις χειροπέδες τού της έβγαλαν στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας. Ατυχώς για τον ίδιο, ακόμη ένας μάρτυράς του, το διαψεύδει. Αναφέρομαι στη γιατρό Άννα Κωνσταντινίδου (Μ.Υ.6), η οποία, στη γραπτή κατάθεσή της (τεκμήριο 31), αποδίδει τα ευρήματά της και στα δυο χέρια του, στις χειροπέδες, τις οποίες, όπως αναφέρει κατά λέξη, «.του αφαίρεσαν οι αστυνομικοί για να τον εξετάσω.» Η ίδια μάρτυρας, τον εκθέτει και επί του ισχυρισμού του, ότι, μετά την εξέτασή του στις Α΄ Βοήθειες, η πρώτη διάγνωση ήταν ότι είχε κάταγμα στο δεξί χέρι και γι αυτό τοποθετήθηκε στο γύψο μετά από τις ακτινογραφίες. Όπως αναφέρει η μάρτυρας στην ίδια κατάθεση, στο νοσοκομείο τού έγιναν ακτινογραφίες, χωρίς εμφανή οστική κάκωση, δηλαδή ράγισμα ή κάταγμα. Ωστόσο, λόγω του ότι παραπονέθηκε για δυνατό πόνο και μειωμένη κινητικότητα του δεξιού χεριού, έκρινε ότι έπρεπε το χέρι του να τοποθετηθεί σε γύψο, πράγμα που έγινε. Εν πάση περιπτώσει, κανένας από τους τρεις γιατρούς που κατάθεσαν στην υπόθεση, ως μάρτυρές του επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό του, ότι του ανάφεραν ότι υπέστη κάταγμα, είτε ακόμη, ότι είχε υποστεί κάταγμα. Και, με δεδομένο ότι στο νοσοκομείο, όπως αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή της η γιατρός Κωνσταντινίδου, του είχαν γίνει ακτινογραφίες, οι οποίες δεν έδειξαν κάταγμα, ο περί αντιθέτου ισχυρισμός του, το φέρνει σε σύγκρουση και με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, με ό,τι αυτό σημαίνει για την αξιοπιστία του. Η επιμονή του αργότερα, ότι πρόκειται για τη γιατρό Κωνσταντινίδου που έκανε τη διάγνωση για κάταγμα στο χέρι, στην οποία αποδίδει ότι μετά που τον εξέτασε, του είπε ότι έχει κάταγμα και τον παράπεμψε σε ορθοπεδικό για να δει αν μπήκε σωστά ο γύψος είναι ενδεικτική της ευκολίας με την οποία προέβαλλε και επέμενε να υποστηρίζει ψευδείς ισχυρισμούς, οι οποίοι - για να επαναλάβω -καταρρίπτονται από τη μαρτυρία δικών του μαρτύρων. Ο ισχυρισμός του - έστω έμμεσα -, ότι, ο λόγος για τον οποίο δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον των αστυφυλάκων Κωνσταντίνου και Χριστοφόρου - για όσα τους καταμαρτυρεί σε σχέση με το επίδικο περιστατικό, με την επιστολή του προς τον Αρχηγό Αστυνομίας (τεκμήριο 10) - δεν είναι γιατί, όπως του υποβλήθηκε, μετά από τη διερεύνηση του παραπόνου του κρίθηκε ότι δε δικαιολογείται η άσκηση ποινικής δίωξης, αλλά, επειδή ο ποινικός ανακριτής ήταν αστυνομικός, αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα του απόλυτου «σεβασμού του» και προς τους θεσμούς και προς τη δικαιοσύνη. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας και αυτού ως μάρτυρα. Η μαρτυρία του δικηγόρου Ανδρέα Παπαχαραλάμπους (Μ.Υ.1), στο βαθμό που αφορά στις ενέργειές του και γεγονότα για τα οποία έχει προσωπική γνώση γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας, κατά τη σύντομη αντεξέτασή του αμφισβητήθηκε μόνο επί του ισχυρισμού του (στη γραπτή δήλωσή του - τεκμήριο 11 -, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της) πως, όταν το επίδικο βράδυ, του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος και τον ενημέρωσε για το επίδικο περιστατικό που οδήγησε στη σύλληψή του, κάποια στιγμή τού ζήτησε να μιλήσει με τον αστυφύλακα Χριστοφόρου, ο οποίος, κατά τη συνομιλία τους, όταν του είπε πως δεν μπορεί να αφήσει τον κατηγορούμενο μέσα, δηλαδή, υπό κράτηση, του απάντησε πως έχει οδηγίες από τον ανώτερό του να το συλλάβει και να τον κρατήσει μέσα. Δέχομαι τον εν λόγω ισχυρισμό του μάρτυρα, καταρχήν, επειδή, ότι ο κατηγορούμενος κρατήθηκε στο σταθμό μέχρι και το απόγευμα της επομένης, το ομολόγησε και ο αστυφύλακας Κωνσταντίνου, παρότι, στην προσπάθειά του να αιτιολογήσει το λόγο, κρίθηκε αναξιόπιστος. Ακολούθως, σύμφωνα και πάλι με τη μαρτυρία του αστυφύλακα Κωνσταντίνου, στον ουσιώδη χρόνο, ο αστυφύλακας Χριστοφόρου υπηρετούσε κι αυτός στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας και μετέβησαν μαζί στο εστιατόριο που εργαζόταν ο κατηγορούμενος κατά το επίδικο περιστατικό, οπότε και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, ο μάρτυρας δεν μπορεί να φαντάστηκε την παραπάνω συνομιλία. Παρότι εξ ακοής η μαρτυρία του, επί του προκειμένου, εντούτοις γίνεται αποδεκτή προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχόμενου της, υπό την εξής έννοια: Δέχομαι ότι ο αστυφύλακας Χριστοφόρου ανάφερε στο μάρτυρα αυτά που ισχυρίστηκε, ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι, στο βαθμό που ο αστυφύλακας Χριστοφόρου, του ανάφερε ότι είχε οδηγίες από τον ανώτερό του να συλλάβει τον κατηγορούμενο, αυτό δεν ευσταθεί αφού αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε ενωρίτερα κατά το επίδικο επεισόδιο. Το ίδιο ισχύει και για το θέμα της κράτησής του στο σταθμό, αφού, ούτε ο μάρτυρας ήταν σε θέση να γνωρίζει μα ούτε και το Δικαστήριο έχει αξιόπιστη βάση μαρτυρίας για να γνωρίζει ποιος αποφάσισε να κρατηθεί ο κατηγορούμενος στο σταθμό το επίδικο βράδυ και να αφεθεί ελεύθερος το απόγευμα της επομένης, γύρω στις 17:
- Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του υπαστυνόμου Χριστοφή Χριστοφή (Μ.Υ.2) είναι εξαιρετική. Ο μάρτυρας, καθ' όλη τη διάρκεια που έδινε μαρτυρία ήταν άμεσος, σταθερός, σοβαρός και ειλικρινής και παρότι αντεξεταζόμενος αμφισβητήθηκε από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, εντούτοις κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του για οτιδήποτε ανάφερε. Η ουσία της μαρτυρίας του έγκειται στα εξής - βασικά, υπό μορφή επανάληψης - : Ο μάρτυρας υπηρετεί στη Διεύθυνση Επαγγελματικών Προτύπων, Επιθεωρήσεων και Έλεγχου του Αρχηγείου Αστυνομίας και στον ουσιώδη χρόνο, του ανατέθηκε από τον Αρχηγό Αστυνομίας να διερευνήσει τις δυο γραπτές καταγγελίες που του είχε υποβάλει ο κατηγορούμενος (τεκμήρια 4 και 10, αντίστοιχα). Με την πρώτη, βασικά κατάγγελλε την Αστυνομία για διαφθορά και ότι το εστιατόριο στο οποίο εργαζόταν τύγχανε δυσμενούς μεταχείρισης από την Αστυνομία και συγκεκριμένα από τον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας, καθότι, αστυνομικοί του εν λόγω σταθμού, ενώ κατάγγελλαν συνεχώς το εστιατόριο στο οποίο εργαζόταν, με αφορμή ότι η μουσική σ' αυτό ήταν δήθεν δυνατή, δεν έκαναν το ίδιο για άλλα υποστατικά, τα οποία, παρότι λειτουργούσαν ακόμη και χωρίς άδεια λειτουργίας του ΚΟΤ, εντούτοις, ουδέποτε διώκονταν. Με τη δεύτερη κατάγγελλε τους αστυφύλακες Κωνσταντίνου και Χριστοφόρου, για την ανάρμοστη συμπεριφορά που επέδειξαν έναντι του κατά το επίδικο περιστατικό. Η έρευνα που είχε αναταθεί στο μάρτυρα από τον Αρχηγό Αστυνομίας ήταν προκαταρκτική, προκειμένου να αποφανθούν, ως Αρχηγείο, αν υπήρχε το υπόβαθρο για να προχωρήσουν, είτε σε πειθαρχική είτε σε ποινική δίωξη εναντίον κάποιων προσώπων. Το αποτέλεσμα της έρευνας που διεξήγαγε ο μάρτυρας αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) και συγκεκριμένα, στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του αστυφύλακα Κωνσταντίνου. Η πρώτη καταγγελία, ουσιαστικά κρίθηκε αβάσιμη. Σε σχέση με τη δεύτερη, όπως είπε ο μάρτυρας στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, με βάση τα δεδομένα που είχε ενώπιον του, διαφαινόταν εκ πρώτης όψεως ότι οι δυο αστυφύλακες που συμμετείχαν στο επίδικο περιστατικό, κατά το χειρισμό του υπέπεσαν σε κάποια λάθη και γι αυτό εισηγήθηκε στον Αρχηγό Αστυνομίας να προχωρήσει σε διορισμό αξιωματικών για να διερευνήσουν τυχόν διάπραξη ποινικών και πειθαρχικών αδικημάτων εκ μέρους τους. Η εισήγησή του υιοθετήθηκε εν μέρει. Διορίστηκε συγκεκριμένος αξιωματικός με σκοπό να διερευνήσει τυχόν πειθαρχικά αδικήματα που διέπραξαν οι δυο αστυφύλακες και η πειθαρχική έρευνα εκκρεμεί. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του υπαστυνόμου Χριστοφή γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Η ουσία της μαρτυρίας του γιατρού Γιώργου Νικάνδρου (Μ.Υ.3), ο οποίος κλήθηκε στο Δικαστήριο και αντεξετάστηκε δυνάμει του άρθρου 26
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου έγκειται στα όσα αναφέρει στις δυο βεβαιώσεις του για τον κατηγορούμενο (τεκμήρια 5 και 6) και φυσικά, σε μέρος όσων ανάφερε αντεξεταζόμενος. Από τη μαρτυρία του, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, οπότε και την αποδέχομαι προκύπτουν τ' ακόλουθα: Ο μάρτυρας είναι ορθοπεδικός χειρουργός και εξέτασε τον κατηγορούμενο πρώτη φορά, στις 23/8/
- Ο κατηγορούμενος τού παραπονέθηκε για πόνο στο δεξί καρπό και στο δεξί ώμο. Όταν πήγε κοντά του είχε γύψο το χέρι του. Αφού του αφαίρεσε το γύψο και τον εξέτασε, η διάγνωσή του για το χέρι του ήταν υποψία κατάγματος σκαφοειδούς οσταρίου. Όπως είπε το σκαφοειδές είναι στο σημείο ακριβώς όπου τελειώνει ο αντίχειρας. Κατά την εξέτασή του από τον ίδιο υπήρχε πόνος και ανταλγική δυσκαμψία. Ξαναείδε τον κατηγορούμενο στις 31/8/
- Είχε γίνει ακτινογραφία που έδειξε ότι δεν είχε κάταγμα σκαφοειδούς. Αφού επεξήγησε τι είναι η σκαφομηνοειδής διάσταση καρπού δεξιά, όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση, απ' ό,τι θυμάται είχαν τροποποιήσει το γύψο στο χέρι του κατηγορούμενου, τοποθετώντας του γύψο σκαφοειδούς, όπως γίνεται, ο οποίος περιλαμβάνει τον αντίχειρα. Η συνολική παραμονή του γύψου πρέπει να διήρκησε τρεις με έξι βδομάδες. Δεκτή στο σύνολό της και ως αναντίλεκτη, εκτός από αξιόπιστη είναι και η μαρτυρία του ακτινολόγου Ανδρέα Ανδρέου (Μ.Υ.4), ο οποίος, όπως και ο προηγούμενος μάρτυρας καθώς και άλλοι δυο μάρτυρες υπεράσπισης (Μ.Υ.5 και 6) παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και αντεξετάστηκε από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, δυνάμει του άρθρου 26
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου. Η ουσία της μαρτυρίας του έγκειται στα εξής: Ο μάρτυρας υπόβαλε τον κατηγορούμενο σε ακτινογραφίες (βλ. και τη σχετική διάγνωσή του - τεκμήριο 7 - ), οι οποίες κατέδειξαν ελαφρά σκαφομηνοειδή διάσταση, χωρίς εικόνα κατάγματος στα οστά του δεξιού καρπού. Επεξηγώντας τι είναι η ελαφρά σκαφομηνοειδής διάσταση απάντησε ως εξής: «Ο καρπός αποτελείται από διάφορα οστά τα οποία μεταξύ τους έχουν αρθρώσεις. Σε μια από αυτές τις αρθρώσεις, μεταξύ των δυο οστών, υπήρχε μια ελαφρά διάσταση, δεν ήταν τόσο κοντά το ένα οστό με το άλλο.» Συνεχίζοντας ανάφερε και τα εξής: Η σκαφομηνοειδής διάσταση μπορεί να προκληθεί από μια κάκωση. Δεν είναι κάταγμα είναι σαν διάστρεμμα. Αν είναι πρόσφατη υπάρχει διόγκωση του χεριού, πόνος. Από τα παραπάνω που είπε ο μάρτυρας αναδεικνύεται και πόσο ψευδής είναι ο ισχυρισμός του αστυφύλακα Κωνσταντίνου, ο οποίος, περί το τέλος της αντεξέτασής του ισχυρίστηκε πως δυο με τρία βράδια μετά το επίδικο περιστατικό, όταν κατά τη διάρκεια της περιπολίας του περνούσε έξω από το υποστατικό στο οποίο έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό, είδε τον κατηγορούμενο να έχει το χέρι στο γύψο, να χορεύει και να χτυπά το χέρι του με το γύψο στο έδαφος. Δεκτή στο σύνολό της και ως αναντίλεκτη, εκτός από αξιόπιστη είναι και η μαρτυρία της γιατρού Άννας Κωνσταντινίδου (Μ.Υ.6), η οποία εξέτασε τον κατηγορούμενο την ημέρα του επίδικου περιστατικού, γύρω στις 23:40, στο τμήμα Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και διαπίστωσε τ' ακόλουθα, τα οποία αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή της (τεκμήριο 31) και εν μέρει επανέλαβε στο Δικαστήριο: Καταρχήν, ο κατηγορούμενος τής ανάφερε ότι το χτύπησαν και ότι ένιωθε δυνατό πόνο στο δεξί καρπό και άκρως χειρός. Κατά την εξέτασή του υπήρχε τεσσάρων εκατοστών ερυθρότητα και οίδημα στη ραχιαία επιφάνεια καρπού και ένιωθε πόνο κατά την πίεση του δεξιού καρπού και κατά την κίνηση του αντίχειρα. Υπήρχαν εκδορές, τόσο στη δεξιά όσο και στην αριστερή πηχαιοκαρπική περιοχή. Λόγω του ότι παραπονείτο για δυνατό πόνο και μειωμένη κινητικότητα του δεξιού χεριού τού τοποθέτησε το δεξί χέρι στο γύψο. Οι εκδορές και η ερυθρότητα στους καρπούς μπορεί να πει ότι προκλήθηκαν από τις χειροπέδες. Θεωρώ την Κυριακή Αντωνίου (Μ.Υ.5), ως τη μόνη αξιόπιστη μάρτυρα, για όσα γεγονότα είχε δει απ' όσα διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο, τα οποία οδήγησαν στη σύλληψή του κατηγορούμενου. Η μάρτυρας δεν αμφισβητείται πως ήταν παρούσα, καθ' ον χρόνο εκτυλισσόταν το επίδικο περιστατικό, με πρωταγωνιστές, τους δυο αστυφύλακες από τη μια και τους δυο κατηγορούμενους από την άλλη, κυρίως όμως - και αυτό είναι που έχει την πιο μεγάλη σημασία -, δεν αμφισβητείται πως δεν είχε κανένα λόγο ή κίνητρο να πάρει το μέρος, είτε της μιας πλευράς είτε της άλλης, για όσα πραγματικά έγιναν εις επήκοον και στην παρουσία της, τα οποία θεωρώ ότι αποδίδει με ακρίβεια και ορθότητα στη γραπτή κατάθεσή της στην Αστυνομία (τεκμήριο 27) που είναι και η μόνη αξιόπιστη βάση, από την οποία μπορώ να αντλήσω τα όποια συμπεράσματά μου αναφορικά με τα κρίσιμα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας υπήρξε απόλυτα σταθερή και συνεπής στις διάφορες θέσεις και ισχυρισμούς της και για ό,τι ρωτήθηκε και δε θυμόταν είχε το θάρρος και την εντιμότητα να το δηλώσει. Αποδίδω το γεγονός αυτό, στην πάροδο 4 και πλέον χρόνων από τότε που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα, τα οποία ανάφερε στη γραπτή κατάθεσή της την ίδια περίοδο και όχι σε πρόθεσή της, είτε να ψευσθεί είτε να παραποιήσει τα γεγονότα. Εξάλλου, με δική της πρωτοβουλία επιδίωξε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία για να τα αναφέρει. Όμως, ο βασικός λόγος για τον οποίο τη θεωρώ καθ' όλα αξιόπιστη, ειλικρινή, ουσιαστικά ανεξάρτητη και μάρτυρα της αλήθειας είναι ο εξής: Με τη μαρτυρία της, στις πλέον ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης διέψευσε, τόσο τον αστυφύλακα Κωνσταντίνου όσο και τον κατηγορούμενο - του οποίου είναι μάρτυρας - και συνέβαλε αποφασιστικά στην κρίση μου επί της αξιοπιστίας και των δυο, οι οποίοι κρίθηκαν αναξιόπιστοι. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, κρίνω ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με τη μαρτυρία της Κυριακής Αντωνίου (Μ.Υ.5). Θεωρώ περιττή ενασχόληση την αναφορά μου σ' αυτή - η οποία περικλείεται στη γραπτή κατάθεσή της - και τούτο, επειδή, στη βάση της συγκεκριμένης μαρτυρίας και των γεγονότων που απορρέουν από αυτή, μου είναι αδύνατο να καταλήξω στο ασφαλές συμπέρασμα, ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε οποιοδήποτε από τα τρία αδικήματα του καταλογίζεται ότι διέπραξε. Δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τη συγκεκριμένη μαρτυρία - και δέχομαι ότι αποτελεί γεγονός -, η μάρτυρας δεν είχε ακούσει τον κατηγορούμενο να απευθύνει στους δυο αστυφύλακες, τη φράση που του αποδίδεται με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, προφανώς, η σχετική κατηγορία απειλής βιαιοπραγίας είναι έκθετη σε απόρριψη. Για να συνεχίσω, η εν λόγω κατηγορία, εν πάση περιπτώσει είναι έκθετη σε απόρριψη και για τον επιπλέον λόγο που έχω αναφέρει στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του αστυφύλακα Κωνσταντίνου. Συγκεκριμένα, δεν μπορώ να δεχθώ ότι τέτοιου είδους φράσεις, εξ αντικειμένου είναι δυνατό να προκαλέσουν τρόμο σ' ένα αστυνομικό. Απ' εκεί και πέρα, στη βάση της ίδιας μαρτυρίας είναι φανερό, ότι, καθ' ον χρόνο οι αστυφύλακες Κωνσταντίνου και Χριστοφόρου προσπαθούσαν να συλλάβουν τον κατηγορούμενο και να του περάσουν χειροπέδες, αυτός αντιστεκόταν. Ωστόσο, δεδομένου ότι δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω με βεβαιότητα το λόγο (ή λόγους) για τον οποίο ήθελαν να το συλλάβουν και συγκεκριμένα, εάν η επιχειρούμενη σύλληψή του ήταν νόμιμη, δεν μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι αντιστεκόταν κατά της νομίμου συλλήψεώς του, όπως αναφέρεται στην έκθεση καθώς και στις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής - 3ης κατηγορίας. Κατά συνέπεια και αυτή η κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Το ίδιο ισχύει και για την 1η κατηγορία. Έχοντας υπόψη ότι, με βάση, πάντοτε, τη μαρτυρία της Αντωνίου, καθ' ον χρόνο βρισκόταν στο μέρος δεν είδε τον κατηγορούμενο να παραφέρεται είτε με λόγια είτε με χειρονομίες, δεν μπορεί να του καταλογίζεται ότι χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο, κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Απεναντίας, θα έλεγα πως, στη βάση της ίδιας μαρτυρίας, αν μπορεί να λεχθεί για κάποιους ότι προκάλεσαν θόρυβο, αυτοί είναι οι δυο αστυνομικοί, οι οποίοι, καθ' ον χρόνο ο κατηγορούμενος χόρευε, αρχικά προσπαθούσαν να τον πιάσουν από τα χέρια για να σταματήσει να χορεύει και ακολούθως, με τον ίδιο τρόπο, το συνέλαβαν. Επειδή όμως μπορεί να λεχθεί ότι με τον τρόπο που αντιδρούσε στη σύλληψή του προκάλεσε θόρυβο, η θέση μου είναι η εξής: Αφής στιγμής δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω κατά πόσο η σύλληψή του ήταν νόμιμη, δεν μπορώ να του καταλογίσω ότι ο θόρυβος που είχε προκαλέσει ήταν χωρίς εύλογη αιτία. Ακολουθεί ότι και η 1η κατηγορία που περικλείει το αδίκημα της ανησυχίας είναι έκθετη σε απόρριψη. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους (νομικούς και πραγματικούς), ότι η κατηγορούσα αρχή απότυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου, σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Ακολουθεί ότι αυτός αθωώνεται σ' όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: Ανησυχία, κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα, απειλή βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα και τέλος, αντίσταση κατά της νομίμου συλλήψεως, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο