← Κύπρος

Δημητράκη Ν. Φακοντή ν. ALLOUZI WASEEM κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15335/13, 13/1/2016

Δημητράκη Ν. Φακοντή ν. ALLOUZI WASEEM κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15335/13, 13/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B6 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15335/13 Δημητράκη Ν. Φακοντή Παραπονούμενου -ν- ALLOUZI WASEEM PAVLOVA TATIANA Κατηγορούμενοι ------------------- Ημερομηνία:13 Ιανουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Σαββίδη (για να ακούσει απόφαση: κ. Δ. Σαββίδης) Για τους Κατηγορούμενους: κ. Α. Αλεξάνδρου (για να ακούσει απόφαση: κα Κ. Μενοίκου) Κατηγορούμενος 1: παρών -------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο κατηγορούμενος») αντιμετωπίζει την κατηγορία της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305 (Α) του Κεφ.154, όπως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος εξέδωσε επ' ονόματι του παραπονούμενου την επιταγή με αριθμό 95994023 της Ελληνικής Τράπεζας για το ποσό των €1.500,00 πληρωτέας στις 30.06.2011 χωρίς αυτή να έχει αντίκρισμα, γιατί ο λογαριασμός του παγοποιήθηκε - ΚΑΠ και παρέλειψε να την ξοφλήσει εντός 15 ημερών από την ημερομηνία που κατατέθηκε στην Τράπεζα. Την ίδια κατηγορία αντιμετώπιζε, από κοινού με τον κατηγορούμενο και η κατηγορούμενη 2, η οποία με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από αυτή. Ο Παραπονούμενος για να αποδείξει την υπόθεσή του έδωσε ένορκη μαρτυρία και κάλεσε ως μάρτυρες τον Κωνσταντίνο Δημοσθένους (Μ.Κ.2) και την Ευαγγελία Δρυμιώτου (Μ.Κ.3). Ο Παραπονούμενος κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 04.02.2011 είχε πωλήσει και παραδώσει στον κατηγορούμενο μία ζυγαριά για το ποσό των €4.000,

  1. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 2 και 3, αντίστοιχα, φωτογραφία που απεικονίζει τη ζυγαριά και το τιμολόγιο που εξέδωσε την ίδια μέρα, το οποίο υπέγραψε ο κατηγορούμενος. Για την εν λόγω αγορά ο κατηγορούμενος δεν του πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό και μετά από προσπάθειες που κατέβαλε για να εντοπίσει τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος του παρέδωσε στις 30.06.2011 την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1 για το ποσό των €1.500,00 έναντι του οφειλόμενου ποσού. Θέση του ήταν, ότι στην επιταγή υπήρχαν δύο υπογραφές. Η μία υπογραφή υπήρχε ήδη στην επιταγή όταν ο κατηγορούμενος την πήρε σε αυτόν και η άλλη τέθηκε, στην παρουσία του, από τον κατηγορούμενο ο οποίος, αφού συμπλήρωσε σε αυτή την ημερομηνία και το ποσό αριθμητικά, του την παρέδωσε. Ανέφερε ακόμη, ότι ο κατηγορούμενος είχε διορθώσει στην επιταγή την ημερομηνία και ότι έθεσε την υπογραφή του πάνω από το σημείο της διόρθωσης. Ο ίδιος, με οδηγίες του κατηγορούμενου, συμπλήρωσε στην επιταγή το όνομα του και το ποσό ολογράφως. Ακολούθως, εξέδωσε απόδειξη είσπραξης έναντι του τιμολογίου (Τεκμήριο 3), αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως Τεκμήριο
  2. Στις 30.06.2011 κατέθεσε την επιταγή στον λογαριασμό του που διατηρεί στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Γεροσκήπου. Στις 04.07.2011 η επιταγή επιστράφηκε, με την ένδειξη ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε. Η επιταγή μέχρι σήμερα παραμένει απλήρωτη. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε δοσοληψία με την κατηγορούμενη 2 αναφορικά με την παρούσα υπόθεση. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι η κατηγορούμενη 2 δεν υπέγραψε την επιταγή και ότι μόνο μία υπογραφή υπάρχει στην επιταγή, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι όταν του πήρε την επιταγή ο κατηγορούμενος, εκτός από την μία υπογραφή που υπήρχε, ήταν κενή. Όταν, όπως ανέφερε, ρώτησε τον κατηγορούμενο ποιού είναι η υπογραφή, ο τελευταίος του είπε ότι είναι της γυναίκας του και τον διαβεβαίωσε ότι «είναι εντάξει». Ανέφερε ακόμη, ότι όταν του παρέδωσε την επιταγή ο κατηγορούμενος πήγε στην Ελληνική Τράπεζα για να εξακριβώσει εάν οι υπογραφές ήταν «εντάξει». Εκεί του ανέφεραν ότι η επιταγή θα πρέπει να υπογράφεται από δύο άτομα, ότι «την υπόγραψαν και οι δύο» και ότι η επιταγή είναι «εντάξει». Ακολούθως και σε σχετική ερώτηση, για ποιο λόγο δεν ζήτησε να υπογράψει και η κατηγορούμενη 2 στο σημείο που έγινε η διόρθωση της ημερομηνίας, ο μάρτυρας ανέφερε ότι στην Ελληνική Τράπεζα του ανέφεραν ότι δικαιούται να υπογράφει ένας εκ των δύο. Δεν είναι αυτός ο «ειδικός», όπως περαιτέρω ανέφερε, για να ελέγξει κατά πόσο είναι δύο οι υπογραφές, αλλά η Τράπεζα. Σε σχετικές ερωτήσεις, κατά πόσον είχε και άλλες δοσοληψίες με τον κατηγορούμενο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι στο παρελθόν ο κατηγορούμενος είχε αγοράσει από αυτόν ένα αυτοκίνητο. Αρνήθηκε τις θέσεις που του υποβλήθηκαν ότι, δηλαδή, μετά τις 04.02.2011 ο κατηγορούμενος του εξέδωσε άλλες επιταγές που τιμήθηκαν, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η μόνη επιταγή που του εξέδωσε ήταν η επίδικη. Αρνήθηκε επίσης, τη θέση που του υπέβαλε ο συνήγορος του κατηγορούμενου ότι, δηλαδή, τον Ιούνιο του 2011 πώλησε στον κατηγορούμενο κάποια «παλιά» αυτοκίνητα τα οποία ο πελάτης του δεν παρέλαβε ποτέ, γιατί την επόμενη μέρα της πώλησης ο Δήμος Γεροσκήπου τα πέταξε, επισημαίνοντας ότι σε μια τέτοια περίπτωση ο κατηγορούμενος θα έκανε «stop payment» την επιταγή. Σε σχετική ερώτηση κατά πόσο διατηρεί μάντρα με παλιά αυτοκίνητα («παλιοσίδερα»), ο Παραπονούμενος απάντησε αρνητικά, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι διατηρεί γραφείο πώλησης καινούργιων και μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. Αρνήθηκε επίσης, τις θέσεις ότι το τιμολόγιο, Τεκμήριο 3, ξοφλήθηκε και ότι η απόδειξη είσπραξης, Τεκμήριο 4, αποτελούσε κατασκεύασμα του για να το συνδέσει με την επίδικη επιταγή. Ως δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε ο Κωνσταντίνος Δημοσθένους (Μ.Κ.2), υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας με καθήκοντα υπεύθυνου στις τρέχουσες συναλλαγές. Στις 23.07.2010, όπως ανέφερε, ο κατηγορούμενος και η πρώην κατηγορούμενη 2 αιτήθηκαν το άνοιγμα ενός κοινού λογαριασμού, ήτοι του επίδικου και κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 την αίτηση ανοίγματος του. Δικαιούχοι του επίδικου λογαριασμού ήταν τα πιο πάνω πρόσωπα και δικαίωμα υπογραφής είχε ένας εκ των δύο. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 1 ως την επιταγή που εκδόθηκε προς όφελος του Παραπονούμενου από τον επίδικο λογαριασμό. Ο μάρτυρας ανέφερε ακόμη, ότι όπως φαίνεται από τις σφραγίδες, η επιταγή δεν τιμήθηκε. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 6, την κατάσταση ενός «ενδιάμεσου» λογαριασμού που τηρείται στην Τράπεζα στην οποία, μεταξύ των άλλων εγγραφών, είναι καταχωρημένη μία εγγραφή ημερομηνίας 04.07.2011, για το ποσό των €1.500,00 και με αριθμό λογαριασμού τον επίδικο. Επειδή, όπως εξήγησε, από το Τεκμήριο 6 δεν προκύπτει ότι η χρέωση του πιο πάνω ποσού αφορούσε την επίδικη επιταγή, εκτύπωσε από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή, και κατάθεσε ως Τεκμήριο 7, κατάσταση στην οποία καταγράφονται οι λεπτομέρειες της εν λόγω εγγραφής, δηλαδή, μεταξύ άλλων, το ποσό και ο αριθμός της επίδικης επιταγής και του λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκε. Ανέφερε ακόμη, ότι το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού για την περίοδο από 30.06.2011 έως 31.07.2011 ήταν, σύμφωνα με την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού που κατέθεσε ως Τεκμήριο 8, χρεωστικό και δεν υπήρχαν σε αυτόν διαθέσιμα κεφάλαια. Ερωτηθείς, για ποιο λόγο τέθηκαν δύο σφραγίδες στην επιταγή με τις ενδείξεις «να παρουσιαστεί ξανά» και «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε-ΚΑΠ», ο μάρτυρας ανέφερε ότι σύμφωνα με τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας και την πρακτική των Τραπεζών όταν ένας λογαριασμός είναι στο ΚΑΠ και δεν υπάρχουν σε αυτόν διαθέσιμα κεφάλαια, τότε τίθενται στην επιταγή και οι δύο σφραγίδες. Ο μάρτυρας ανέφερε ακόμη, ότι η επιταγή κατατέθηκε στη Σ.Π.Ε Γεροσκήπου στις 30.06.2011 στον λογαριασμό με αριθμό 4001398-3 και στις 04.07.2011 παρουσιάστηκε στην Ελληνική Τράπεζα. Ο επίδικος λογαριασμός ήταν παγοποιημένος από τις 27.06.2011 και κατέθεσε, ως Τεκμήριο Α για αναγνώριση, σχετικό έντυπο που του κοινοποίησε η Κεντρική Τράπεζα. Αντεξεταζόμενος, σχετικά με το Τεκμήριο 5 αρνήθηκε τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι αυτό αποτελούσε απλώς το αίτημα των κατηγορουμένων για άνοιγμα του λογαριασμού και όχι συμφωνία, ως ήταν η θέση του, επισημαίνοντας ότι ένας λογαριασμός όψεως, όπως ο επίδικος, ανοίγεται μόνο με την υπογραφή του αιτήματος από τους πελάτες και την έγκριση του από την Τράπεζα, χωρίς να υπογράφεται μεταξύ των μερών οποιοδήποτε άλλο έγγραφο. Ερωτηθείς, σχετικά με το Τεκμήριο 6 επανέλαβε τη θέση του ότι πρόκειται για ένα καθολικό, ενδιάμεσο, λογαριασμό, στον οποίο καταχωρούνται όλες οι επιταγές των πελατών όταν οι λογαριασμοί τους είναι παγοποιημένοι. Όταν ένας λογαριασμός είναι παγοποιημένος, όπως εξήγησε, δεν μπορεί να χρεωθεί και γι' αυτό υπάρχει ο ενδιάμεσος λογαριασμός στον οποίο γίνονται οι χρεώσεις. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 6, στις 04.07.2011 και ώρα 07.32 ο επίδικος λογαριασμός είχε την ένδειξη CIR, δηλαδή ΚΑΠ. Ο μάρτυρας κατέθεσε ακολούθως, ως Τεκμήριο 9, κατάσταση του επίδικου λογαριασμού για την περίοδο από 01.01.2011 έως 13.12.2011, και με αναφορά στα Τεκμήρια 6 και 7 επανέλαβε τη θέση του ότι, δηλαδή, ο λόγος που η επίδικη επιταγή δεν περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 9 ήταν, γιατί ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος. Ερωτηθείς σχετικά με συναλλαγές που περιλαμβάνονταν στο Τεκμήριο 9, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν χρεωστικό και ότι ο λογαριασμός έκλεισε όταν πιστώθηκε από την Τράπεζα με το ποσό €80,
  3. Σε σχετική ερώτηση, κατά πόσο στην επίδικη επιταγή τέθηκαν δύο υπογραφές, ο μάρτυρας απάντησε ότι, μόνο μία υπογραφή τέθηκε η οποία είναι η ίδια με αυτήν που τέθηκε στο σημείο που έγινε η διόρθωση της ημερομηνίας. Η επιταγή, όπως περαιτέρω ανέφερε, δεν παρουσιάστηκε ξανά, γιατί ο λογαριασμός ήταν ήδη στο ΚΑΠ. Η Μ.Κ.3, Ευαγγελία Δρυμιώτου, ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην κυρίως εξέτασή της, ότι μέχρι και τις 25.10.2013 εργαζόταν στη Σ.Π.Ε Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου και ότι από τότε μέχρι και σήμερα εργάζεται στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου. Ερωτηθείσα, σχετικά με την επίδικη επιταγή ανέφερε, ότι αυτή κατατέθηκε στον λογαριασμό του Παραπονούμενου, που διατηρούσε στη Σ.Π.Ε Γεροσκήπου, στις 30.06.
  4. Η κατάθεση της επιταγής, όπως περαιτέρω ανέφερε, φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού του Παραπονούμενου την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  5. Όταν η επιταγή επιστράφηκε από την Ελληνική Τράπεζα στις 04.07.2011, καταχωρήθηκε στις 06.07 με αξία 04.
  6. Ανέφερε ακόμη, ότι λόγος που δεν πληρώθηκε η επιταγή ήταν, γιατί ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος, επισημαίνοντας ότι όταν ένας λογαριασμός είναι παγοποιημένος και δεν έχει διαθέσιμα κεφάλαια τοποθετούνται, σύμφωνα με τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, δύο σφραγίδες, ήτοι «να παρουσιαστεί ξανά» και ότι είναι καταχωρημένος στο ΚΑΠ. Ανέφερε ακόμη, ότι η επίδικη επιταγή δεν πληρώθηκε εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Ερωτηθείσα, κατά την αντέξετασή της, κατά πόσο γνωρίζει τον εκδότη της επιταγής με αρ.95994031 της Ελληνικής Τράπεζας, η οποία αναγράφεται στο Τεκμήριο 10, ανέφερε ότι η εν λόγω επιταγή και η επίδικη έχουν συνεχόμενους αριθμούς, όμως δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τον εκδότη της. Και οι δύο επιταγές εκδόθηκαν από βιβλιάριο επιταγών της Ελληνικής Τράπεζας, όμως επειδή δεν γνωρίζει τον αριθμό των φύλλων που έχει ένα βιβλιάριο επιταγών της Ελληνικής Τράπεζας δεν γνωρίζει εάν εκδόθηκαν από το ίδιο βιβλιάριο. Σε σχετικές ερωτήσεις, για τον λόγο που τέθηκαν οι δύο σφραγίδες στην επίδικη επιταγή, η μάρτυρας επανέλαβε τη θέση της ότι αυτές είναι οι οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, και επισήμανε ότι για να τεθούν και οι δύο σφραγίδες θα πρέπει ο λογαριασμός να είναι παγοποιημένος και να μην έχει επαρκή υπόλοιπα. Αποτελεί μια «απόδειξη», όπως περαιτέρω ανέφερε, ότι ο λογαριασμός δεν έχει διαθέσιμα κεφάλαια. Κληθείσα να παρουσιάσει τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, ανέφερε ότι θα χρειαζόταν αρκετό χρόνο να τις εντοπίσει, γιατί τώρα εργάζεται στο κεντρικό κατάστημα και πιθανόν αυτές να βρίσκονταν στη Γεροσκήπου. Θέση της ήταν, ότι είδε τις σχετικές οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας και του Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση, όπως άλλωστε είχε δικαίωμα, χωρίς να κληθούν οποιοιδήποτε μάρτυρες Υπεράσπισης. Στην ανώμοτη δήλωση του ανέφερε τα εξής: «Είμαι αθώος και αυτά που είπε ο κ. Φακοντής είναι ψέματα. Αγόρασα τα αυτοκίνητα και την επόμενη μέρα που πήγα να φορτώσω στην πλατφόρμα τη δική μου δεν είχε αυτοκίνητα, τα έπιασε το Συμβούλιο της Αγίας Μαρίνας. Πήγαμε με τον Φακοντή και ζήτησα το αυτοκίνητο πίσω και δεν μου το εδιούσεν και έκαναν Δικαστήριο τότε και δεν μου έδιναν το αυτοκίνητο πίσω. Έκανε Δικαστήριο ο Φακοντής με τον Δήμο. Το Συμβούλιο είναι που έκανε υπόθεση για τον Φακοντή και μου είπαν «έχει Δικαστήριο και δεν μπορώ να τα δώσω». Και του είπα του Φακοντή «δώσμου την επιταγή πίσω και πάρε εσύ τα αυτοκίνητα από το Συμβούλιο» και δεν μου τα εδείαν από εκείνη τη μέρα. Αυτά. Και βρεθήκαμε στο Δικαστήριο.» Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από τις αγορεύσεις τους, στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Έχοντας λοιπόν κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε κρίνοντας τους μάρτυρες, τόσο με βάση τα όσα ανέφεραν, όσο και με τον τρόπο που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου (Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α Α.Α.Δ 447 και Ζαμπάς ν. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). H εικόνα που αποκόμισα από τον Παραπονούμενο ήταν θετική. Η μαρτυρία του επί των ουσιαστικών, με την επίδικη επιταγή, ζητημάτων δεν αμφισβητήθηκε. Συγκεκριμένα, αναφέρομαι στη μαρτυρία του σχετικά με την υπογραφή της επιταγής από τον κατηγορούμενο στην παρουσία του, τη διόρθωση της ημερομηνίας της επιταγής από τον κατηγορούμενο και την υπογραφή που ο τελευταίος έθεσε στο σημείο της διόρθωσης. Δεν έτυχαν επίσης, αμφισβήτησης οι αναφορές του ότι ο ίδιος, κατόπιν οδηγιών του κατηγορούμενου, συμπλήρωσε στην επιταγή το όνομά του και το ποσό, ότι στις 30.06.2011 κατέθεσε την επιταγή στη Σ.Π.Ε Γεροσκήπου και ότι μέχρι σήμερα η επιταγή δεν πληρώθηκε. Επίσης, κατά την αντεξέτασή του δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του και παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε και του παρέδωσε την επίδικη επιταγή έναντι της οφειλής του για τη ζυγαριά που του πώλησε και παρέδωσε και ότι για την εν λόγω πώληση εξέδωσε το τιμολόγιο, Τεκμήριο 3, το οποίο δεν ξοφλήθηκε. Θα πρέπει να σημειώσω στο σημείο αυτό, ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε διιστάμενη εκδοχή από τον κατηγορούμενο, αφού η Υπεράσπιση περιορίστηκε στην αντεξέταση του Παραπονούμενου χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία, το οποίο ήταν βέβαια, όπως προανέφερα, δικαίωμα της. Όπως διαφάνηκε από την αντεξέταση του Παραπονούμενου, ένα από τα ζητήματα που επικεντρώθηκε η Υπεράσπιση, ήταν κατά πόσο η επίδικη επιταγή υπογράφηκε από την πρώην κατηγορούμενη
  1. Ο κ. Αλεξάνδρου υποστήριξε, μέσω της αγόρευσης του, ότι το ζήτημα αυτό αποτελεί το πιο ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του Παραπονούμενου και με αναφορά στη, σχετική με το θέμα αυτό μαρτυρία, κάλεσε το Δικαστήριο όπως κρίνει αναξιόπιστο τον Παραπονούμενο. Θεωρώ πως, μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία η πρώην κατηγορούμενη 2 αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από την κατηγορία που αντιμετώπιζε, δεν είναι αναγκαία πλέον η εξέταση και αξιολόγηση της μαρτυρίας του Παραπονούμενου σε σχέση με την πρώην κατηγορούμενη
  2. Σύμφωνα με τη νομολογία, αξιολόγηση γίνεται σε σχέση με τα επίδικα θέματα και ιδιαίτερα εκείνα που είναι υπό αμφισβήτηση (βλ. SP CONSULTANCY LTD κ.ά. v TRANSTEAM LTD κ.ά. Πολιτική Έφεση Αρ.89/2011, ημερ.13 Απριλίου, 2016). Θα περιοριστώ να αναφέρω ότι οι αναφορές του Παραπονούμενου σε σχέση με την πρώην κατηγορούμενη 2 δεν δημιούργησαν ρήγμα στη μαρτυρία του σε σχέση με τα επίδικα θέματα που αφορούν τον κατηγορούμενο, ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Ένα άλλο ζήτημα στο οποίο επικεντρώθηκε η Υπεράσπιση ήταν κατά πόσο ο Παραπονούμενος είχε στο παρελθόν, και συγκεκριμένα πριν από την έκδοση της επίδικης επιταγής, οποιεσδήποτε άλλες συναλλαγές με τον κατηγορούμενο και κατά πόσο ο τελευταίος είχε εκδώσει προς όφελος του Παραπονούμενου και άλλες επιταγές εκτός από την επίδικη. Ο κ. Αλεξάνδρου εισηγήθηκε, σε σχέση με το θέμα αυτό, ότι τα Τεκμήρια 9 και 10 καταρρίπτουν τη θέση του Παραπονούμενου ότι, δηλαδή, η επίδικη επιταγή είναι η μόνη που ο κατηγορούμενος εξέδωσε προς όφελος του. Θεωρώ πως οι οποιεσδήποτε άλλες τυχόν συναλλαγές είχαν οι διάδικοι δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Πέραν αυτού δεν τέθηκε οτιδήποτε από την Υπεράσπιση που να συνδέει τις οποιεσδήποτε τυχόν συναλλαγές ή την έκδοση οποιονδήποτε επιταγών από τον κατηγορούμενο προς όφελος του Παραπονούμενου, με την επίδικη επιταγή. Συνακόλουθα, κρίνω τον μάρτυρα ειλικρινή και αξιόπιστο γι' αυτό και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της, συμπεριλαμβανομένων των Τεκμηρίων 1 έως και 4 που κατέθεσε. Από την όλη παρουσία του Μ.Κ.2 στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι αυτός προσήλθε στο Δικαστήριο, για να καταθέσει την αλήθεια, παραθέτοντας τα γεγονότα που περιήλθαν στη γνώση του μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων του. Απάντησε με ευθύτητα όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του κατά την αντεξέτασή του. Όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία του είχε άμεση γνώση για τα γεγονότα που έδωσε μαρτυρία, η οποία υποστηρίχθηκε από τα σχετικά Τεκμήρια που κατέθεσε. Η μαρτυρία του επί των ουσιωδών ζητημάτων της παρουσίασης της επιταγής για πληρωμή και της μη τίμησης της λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή και η παγοποίηση του εν λόγω λογαριασμού δεν αμφισβητήθηκε και σε κάθε περίπτωση υποστηρίζεται και από τα Τεκμήρια 1, 6, 7, 8 και
  3. Οι εξηγήσεις επίσης, που έδωσε ως προς τον λόγο που τέθηκαν δύο σφραγίδες στην επίδικη επιταγή ήταν πειστικές και γίνονται αποδεκτές. Πειστικές ήταν επίσης και οι θέσεις του ότι όταν ένας πελάτης αιτείται το άνοιγμα ενός λογαριασμού, όπως τον επίδικο, αυτός ανοίγεται μόνο με την υπογραφή του αιτήματος από τον πελάτη και την έγκριση του από την Τράπεζα, χωρίς να υπογράφεται από τα μέρη οποιοδήποτε άλλο έγγραφο και ότι, στην προκείμενη περίπτωση, το Τεκμήριο 5 αποτελεί τη μεταξύ των μερών συμφωνία. Η εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου, που προέβαλε μέσω της αγόρευσής του, ότι, δηλαδή, υπάρχει «κενό» στην υπόθεση του Παραπονούμενου που άπτεται της εγκυρότητας της έκδοσης της επίδικης επιταγής για τον λόγο ότι αφ' ης στιγμής δεν προσκομίστηκε η συμφωνία που υπέγραψαν οι κατηγορούμενοι με την Τράπεζα, δεν διαφάνηκε κατά πόσο ήταν αναγκαία η υπογραφή της επιταγής από ένα εκ των δύο κατηγορουμένων ή και τους δύο, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Πέραν του ότι, σύμφωνα με την προαναφερόμενη μαρτυρία του Μ.Κ.2, το Τεκμήριο 5 αποτελεί τη συμφωνία μεταξύ των μερών, θα πρέπει επισημάνω ότι δεν έτυχαν αμφισβήτησης οι αναφορές του μάρτυρα, οι οποίες υποστηρίζονται από το εν λόγω Τεκμήριο, ότι, δηλαδή, οι δικαιούχοι του επίδικου λογαριασμού ήταν ο κατηγορούμενος και η πρώην κατηγορούμενη 2 και ότι δικαίωμα υπογραφής είχε ένας εκ των δύο. Συνακόλουθα κρίνω τον μάρτυρα ειλικρινή και αξιόπιστο γι' αυτό και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της, συμπεριλαμβανομένων των Τεκμηρίων 5 έως και 9 που κατέθεσε. Η εντύπωση επίσης, που αποκόμισα από την Μ.Κ.3 ήταν θετική. Από την όλη παρουσία της στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο, για να καταθέσει την αλήθεια και δεν διέκρινα σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας από το Δικαστήριο. Παρέθεσε τα γεγονότα που περιήλθαν στη γνώση της μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων της και παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της χωρίς να κλονιστεί η αξιοπιστία της κατά την αντεξέτασή της. Απαντούσε με ευθύτητα, αμεσότητα και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Για όσα ζητήματα ερωτήθηκε και δεν γνώριζε την απάντηση, με ειλικρίνεια ανέφερε ότι δεν γνώριζε, χωρίς να καταφεύγει σε υπεκφυγές. Οι εξηγήσεις επίσης, που έδωσε ως προς τον λόγο που τέθηκαν δύο σφραγίδες στην επίδικη επιταγή ήταν πειστικές και γίνονται αποδεκτές. Η μαρτυρία της επίσης επί των ουσιωδών ζητημάτων της παρουσίασης της επίδικης επιταγής για πληρωμή και της μη τίμησης της, για τους λόγους που ανέφερε, δεν αμφισβητήθηκε. Συνακόλουθα, κρίνω την μάρτυρα ειλικρινή και αξιόπιστη γι' αυτό και αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της, συμπεριλαμβανομένου του Τεκμηρίου 10 που κατέθεσε. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση. Η ανώμοτη δήλωση έχει κάποια αξία η οποία θα πρέπει να εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (βλ. Ονησιφόρου ν. The Police
(1987)2 C.L.R 261 και Ιωάννου & Συμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ 195). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή την κατάρριψη γεγονότων. Μπορεί, όμως, από το περιεχόμενο της να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η ανώμοτη δήλωση - όπως και η σιωπή - σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (βλ. Themistocleous v. The Police
(1981)2 C.L.R 200 και Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 129). Η ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία (βλ. Μαυρίκιου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 359). Με την ανώμοτη δήλωση του, ο κατηγορούμενος υιοθέτησε την εκδοχή που αναδύεται μέσα από τη γραμμή αντεξέτασης του Παραπονούμενου αυτή, δηλαδή, της ανυπαρξίας ανταλλάγματος για την έκδοση της επίδικης επιταγής, στη βάση του ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε για την αγορά κάποιων αυτοκινήτων από τον Παραπονούμενο τα οποία όμως δεν παρέλαβε. Θα περιοριστώ να αναφέρω, σχετικά με το θέμα του ανταλλάγματος, ότι για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, δεν οφείλει η πλευρά του Παραπονούμενου να αποδείξει το αντάλλαγμα για το οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Το άρθρο 30 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262, όπως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο περί της ύπαρξης ανταλλάγματος. Σχετικά με το ζήτημα αυτό είναι όσα ειπώθηκαν στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφεση 18/12 ημερομηνίας 16.04.14 Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): « Τα πιο πάνω πάντοτε υπό το φως του δεδομένου ότι μια επιταγή από τη φύση της είναι χρεόγραφο μεταβιβάσιμο, ο κομιστής του οποίου στη βάση του άρθρου 30
(1)των περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, ότι έδωσε αξιόλογη και καλή αντιπαροχή για τη λήψη της, (Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 108). .................................. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αντιμετώπισε την ενώπιον του υπόθεση στην ορθή της διάσταση. Θεώρησε κατ΄ αρχάς ότι οι κατηγορίες δεν στοιχειοθετήθηκαν επειδή οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποδείξουν με αξιόπιστη μαρτυρία το νόμιμο αντάλλαγμα των επιδίκων επιταγών. Τέτοια υποχρέωση δεν είχαν βεβαίως οι εφεσείοντες και το Δικαστήριο διέπραξε λάθος αρχής. Η ίδια η έκδοση των επιταγών συνεπάγεται την ύπαρξη νομίμου ανταλλάγματος.» Εν' όψει της Νομολογίας που πιο πάνω αναφέρθηκε και αφ' ης στιγμής η μαρτυρία του Παραπονούμενου κρίθηκε αξιόπιστη καμία βαρύτητα δεν θα δώσω στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου αφενός, γιατί η ανώμοτη δήλωση δεν ισοδυναμεί με μαρτυρία και δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή την κατάρριψη γεγονότων σύμφωνα με τη Νομολογία και, αφετέρου, γιατί δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία στην υπόθεση που να συνηγορεί με αυτή, έτσι, ώστε να καθιστά ασφαλή την αποδοχή της. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Παραπονούμενος στις 04.02.2011 πώλησε και παρέδωσε στον κατηγορούμενο μία ζυγαριά για το ποσό των €4.000,
  1. Την ίδια μέρα ο Παραπονούμενος εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο το οποίο υπέγραψε ο κατηγορούμενος (Τεκμήριο 3). Ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε στον Παραπονούμενο οποιοδήποτε ποσό για την εν λόγω αγορά μέχρι τις 30.06.2011, ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος του παρέδωσε, έναντι του οφειλόμενου ποσού, την επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 1) που εξέδωσε για το ποσό των €1.500,
  2. Ο κατηγορούμενος, στην παρουσία του Παραπονούμενου, συμπλήρωσε στην επίδικη επιταγή την ημερομηνία, 30.06.2011 και το ποσό αριθμητικά. Ο κατηγορούμενος διόρθωσε στην επιταγή την ημερομηνία και έθεσε, πάνω από το σημείο της διόρθωσης, την υπογραφή του. Ο Παραπονούμενος, με οδηγίες του κατηγορούμενου, συμπλήρωσε στην επιταγή το όνομα του και το ποσό ολογράφως. Ο Παραπονούμενος εξέδωσε απόδειξη είσπραξης έναντι του τιμολογίου (Τεκμήριο 4). Στις 30.06.2011 ο Παραπονούμενος κατέθεσε την επιταγή στη Σ.Π.Ε Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου. Στις 04.07.2011 η επιταγή παρουσιάστηκε στην Ελληνική Τράπεζα, που ήταν η εκδότρια Τράπεζα, και ακολούθως επιστράφηκε στη Σ.Π.Ε Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφο, με τις ενδείξεις να «παρουσιασθεί ξανά» και «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ». Ο λογαριασμός, από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, δεν είχε κατά τον επίδικο χρόνο διαθέσιμα κεφάλαια και από τις 27.06.2011 ήταν παγοποιημένος. Η σφράγιση της επιταγής με την ένδειξη «να παρουσιαστεί ξανά» έγινε, γιατί ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος και δεν υπήρχαν σε αυτόν διαθέσιμα κεφάλαια. Η επίδικη επιταγή παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ.40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.). Όπως έχει προαναφερθεί, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, σύμφωνα με την έκθεση του αδικήματος, το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305(Α) του Κεφ.154. Στο σημείο αυτό, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στη μη αναγραφή στην Έκθεση του Αδικήματος του εδαφίου
(1)του εν λόγω άρθρου, το οποίο αναφέρεται στο αδίκημα της μη εξόφλησης της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός. Η μη αναγραφή του εδαφίου
(1)δεν συνεπάγεται αυτόματα την απόρριψη του κατηγορητηρίου, αφού όπως προκύπτει από τη Νομολογία για να συνεπάγεται απόρριψη θα πρέπει να αποδεικνύεται παραπλάνηση ή δυσμενής επηρεασμός για τον κατηγορούμενο. Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος δεν έθεσε το θέμα αυτό σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ούτε ισχυρίστηκε παραπλάνηση ή δυσμενή επηρεασμό του. Η Υπεράσπιση εκδίκασε την υπόθεση και υπεράσπισε τον κατηγορούμενο γνωρίζοντας επακριβώς το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο τελευταίος, προσαρμόζοντας ανάλογα και τη γραμμή υπεράσπισης της και από πουθενά δεν φαίνεται να παραπλανήθηκε ή να έχει επηρεαστεί δυσμενώς κατά την προβολή της υπεράσπισης του κατηγορούμενου. Συνακόλουθα, κρίνω ότι δεν θα πρέπει να με απασχολήσει περαιτέρω το θέμα αυτό. Το άρθρο 305(Α)
(1)του Κεφ.154, όπως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Η έκδοση επιταγής.
  2. Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
  3. Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
  4. Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
  5. Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, τα ευρήματά μου, το βάρος απόδειξης και τη νομική πτυχή, στα οποία έχω αναφερθεί πιο πάνω, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα, έχει αποδειχθεί η έκδοση της επιταγής από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 1), η παρουσίαση της στην Ελληνική Τράπεζα (η οποία είναι η τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε) και ότι η παρουσίαση της έγινε μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα. Επίσης, έχει αποδειχθεί ότι η μη εξόφληση της οφείλεται στο γεγονός ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον επίδικο λογαριασμό (βλ. μαρτυρία του Μ.Κ.2 και Τεκμήρια 8 και 9). Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι, το γεγονός ότι στην επιταγή δεν αναγράφηκε ούτε σφραγίστηκε ότι αυτή δεν τιμήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων αλλά σφραγίστηκε με την ένδειξη «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ», δε σημαίνει ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο λόγος που δεν τιμήθηκε η επιταγή ήταν, γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό. Όπως τονίστηκε στην Ιωάννου Νίκος ν. Ναναίμο Λίμιτεδ και Άλλου
(2005)2 Α.Α.Δ 555, το γεγονός της μη πληρωμής μιας επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, μπορεί να αποδειχθεί και με οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Με αναφορά στο εδ.
(3)του άρθρου 305(Α), το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε στην προαναφερόμενη απόφαση ότι, «το γεγονός ότι σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο η σφράγιση ή σημείωση γίνονται αποδεκτά ως μαρτυρία, δε σημαίνει ότι αυτά αποτελούν το μόνο τρόπο απόδειξης γιατί δεν τιμήθηκε η επιταγή δηλαδή αν οφείλεται στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων ή το κλείσιμο λογαριασμού ή σε εντολή για μη πληρωμή. Τα γεγονότα αυτά μπορούν να αποδειχθούν και με οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Απλώς το εδ.
(3)διευκολύνει την απόδειξη ότι μια επιταγή δεν έχει τιμηθεί και τους λόγους γιατί δεν τιμήθηκε, χωρίς την ανάγκη να δοθεί προφορική μαρτυρία». Στην προκείμενη περίπτωση, παρά το γεγονός ότι στην επιταγή δεν αναγράφηκε ή σφραγίστηκε ότι η μη πληρωμή της οφειλόταν στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη, από τη σχετική με το σημείο αυτό μαρτυρία του Μ.Κ.2, η οποία δεν αμφισβητήθηκε και έχει γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη, προκύπτει ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο λογαριασμός δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια και κατά συνέπεια έχει αποδειχθεί και αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Πέραν αυτού σημειώνω ότι, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, επειδή ο επίδικος λογαριασμός ήταν παγοποιημένος και δεν υπήρχαν σε αυτόν διαθέσιμα κεφάλαια τοποθετήθηκε επιπρόσθετα στην επιταγή και η σφραγίδα να «παρουσιαστεί ξανά». Έχει επίσης, αποδειχθεί ότι η επίδικη επιταγή παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών μετά την παρουσίαση της στην Τράπεζα (βλ. μαρτυρία Μ.Κ.1, ο οποίος ανέφερε ότι η επιταγή εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να είναι απλήρωτη καθώς και τη μαρτυρία της Μ.Κ.3 η οποία ανέφερε ότι η επίδικη επιταγή δεν πληρώθηκε εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της). Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ ότι ο Παραπονούμενος απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ο οποίος και κρίνεται ένοχος. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Παραπονούμενου και εναντίον του κατηγορούμενου, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα αναφορικά με την κατηγορούμενη 2 επιδικάζονται υπέρ της και εναντίον του Παραπονούμενου όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................. Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.