← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Seyed Ramtin Salehi, Αρ. Υπόθεσης: 2073/2016, 14/11/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Seyed Ramtin Salehi, Αρ. Υπόθεσης: 2073/2016, 14/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:B17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στο Παραλίμνι) Ενώπιον: Α. Πανταζή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2073/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Seyed Ramtin Salehi Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 14 Νοεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Πίτσιλλου Για τον Κατηγορούμενο : κα Ελένη Χαραλάμπους Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες ως ακολούθως꞉ 1η κατηγορία꞉ Απαγορευμένος μετανάστης κατά παράβαση των άρθρων 2, 4, 6

(1)(θ)(ι), 18 και 19
(2)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 50/88 και 14(Ι)/98 και Κ.Δ.Π. 242/72 και Νόμος 66(Ι)/2003. 2η κατηγορία꞉ Είσοδος στη Δημοκρατία της Κύπρου άνευ άδειας του Διευθυντού του Τμήματος Μεταναστεύσεως κατά παράβαση του άρθρου 12
(2)
(5)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105, Νόμος 50/88 και Νόμος 43/74 και Νόμος 166/87 και Νόμος 66(Ι)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η κατηγορία αρ. 1 επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος στις 10.8.2016 στη Δερύνεια της Επαρχίας Αμμοχώστου, ενώ ήταν πρόσωπο του οποίου η είσοδος στη Δημοκρατία της Κύπρου απαγορεύετο λόγω απέλασης του την 18/1/2013, δηλαδή ήταν απαγορευμένος μετανάστης, εισήλθε στη Δημοκρατία της Κύπρου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η κατηγορία αρ. 2 επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος στις 10.8.2016 σε άγνωστη παραθαλάσσια περιοχή της Κατεχόμενης Κύπρου, ενώ ήταν πρόσωπο το οποίο εισήλθε στη Δημοκρατία της Κύπρου δια θαλάσσης, αποβιβάσθηκε άνευ άδειας του Διευθυντού του Τμήματος Μεταναστεύσεως. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε μία μόνο μάρτυρα, την κα Μαρία Περό Χατζηαγγελή (στο εξής «η ΜΚ1»). Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος, όταν κλήθηκε από το Δικαστήριο σε απολογία, επέλεξε να προβεί σε γραπτή ανώμοτη δήλωση. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΜΚ1 Η ΜΚ1 υπηρετεί στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως στο Κλιμάκιο της Επαρχίας Αμμοχώστου (ΥΑΜ Αμμοχώστου). Υπηρετούσε στον ίδιο τόπο και κατά την ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση ημερομηνία, ήτοι στις 10.8.
  2. Η ΜΚ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που η ίδια συνέταξε αναφορικά με τις ενέργειές της για την παρούσα υπόθεση. Κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  3. Αναφέρονται εκεί τα εξής꞉ «Στις 10.8.2016 και περί ώρα 12꞉45 προσήλθε στο κλιμάκιο της ΥΑΜ Αμ/στου αλλοδαπό πρόσωπο για να αιτηθεί για άδεια παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία. Αμέσως του ζήτησα να μου παρουσιάσει το διαβατήριο του και να μου αποκαλύψει τα στοιχεία του και μου απάντησε ότι ονομάζεται Seyed Ramtin Salehi, από Ιράν, ημ. Γεν.15.02.1994 και ότι δεν έχει στην κατοχή του διαβατήριο. Από εξετάσεις που διενέργησα μέσω του Ηλεκτρονικού Υπολογιστή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης διαπίστωσα ότι πράγματι πρόκειται για το εν λόγω πρόσωπο με αρ. φακ. F04-02149 και αρ. φακέλου στην Υπηρεσία Ασύλου F04-03668.R, ο οποίος αιτήθηκε στις 19.8.2004 μαζί με την οικογένειά του άδεια παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία ως αιτητής πολιτικού ασύλου - επισκέπτης, αίτηση η οποία αφού εξετάστηκε απορρίφθηκε στις 27.6.2006 από την Αναθεωρητική Αρχή. Ακολούθως στις 18.1.2013 το εν λόγω πρόσωπο απελάθηκε βάση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ως απαγορευμένος μετανάστης για τα αδικήματα της παράνομης παραμονής καθότι το αίτημα της οικογένειάς του για πολιτικό άσυλο απορρίφθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή στις 27.6.2006 και έκτοτε παρέμειναν παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Από περαιτέρω εξετάσεις που διενήργησα μέσω του Συστήματος Αφιξοαναχωρήσεων της Αστυνομίας δεν εντόπισα οποιαδήποτε άφιξη του εν λόγω προσώπου από εγκεκριμένο λιμάνι στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ανακρινόμενος ο εν λόγω αλλοδαπός ανάφερε ότι εισήλθε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας από τα κατεχόμενα. Την ίδια ημέρα 10.8.2016 και ώρα 1250 πληροφόρησα το εν λόγω αλλοδαπό πρόσωπο στην Ελληνική γλώσσα για τα αδικήματα που διέπραττε, δηλαδή το αδίκημα της παράνομης εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το αδίκημα της παράνομης παραμονής και του απαγορευμένου μετανάστη και αφού του επέστησα την προσοχή του στο Νόμο μου απάντησε «Θέλω να τελειώσω το σχολείο.». Ακολούθως τον πληροφόρησα ότι για τα εν λόγω αδικήματα είναι υπό σύλληψη χωρίς να δώσει οποιαδήποτε απάντηση. Τα δικαιώματα επικοινωνίας κρατουμένων δόθηκαν γραπτώς στην Ελληνική γλώσσα στον αλλοδαπό και ακολούθως οδηγήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας όπου τέθηκε υπό κράτηση. Να σημειωθεί ότι ο αλλοδαπός φοιτούσε στο Ελληνικό σχολείο όταν διέμενε μαζί με την οικογένειά του στην Κύπρο και ως εκ τούτου μιλά, γράφει και καταλαβαίνει πολύ καλά την Ελληνική γλώσσα.» Η ΜΚ1 είδε και αναγνώρισε ενώπιον του Δικαστηρίου τον Κατηγορούμενο ως το αλλοδαπό πρόσωπο που αναφέρει στην πιο πάνω γραπτή κατάθεση της. Διευκρίνισε η ΜΚ1 ότι η ίδια από το γραφείο της στην ΥΑΜ Αμμοχώστου έχει πρόσβαση, μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, στο ηλεκτρονικό σύστημα του Τµήµατος Αρχείου Πληθυσµού και Μετανάστευσης, όπου και διενήργησε την έρευνά της και εκτύπωσε τα στοιχεία του φακέλου του Κατηγορουµένου µε αριθµό F04-
  4. Την εν λόγω εκτύπωση η ΜΚ1 την παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέταση της, ως το Τεκµήριο
  5. Περαιτέρω, η ΜΚ1 κατέθεσε, ως Τεκµήριο 3, εκτύπωση από το ηλεκτρονικό σύστημα της Υπηρεσίας Ασύλου, στο οποίο η ίδια έχει επίσης πρόσβαση, αναφορικά με τον φάκελο του Κατηγορούμενου µε αριθµό F04-03668R. Όπως εξήγησε η ΜΚ1꞉ Από το Τεκμήριο 2 φαίνεται ότι η οικογένεια του Κατηγορούμενου Seyed Ramtin, με ημερ. γέννησης 15.2.1994, η οποία συναποτελείται από τους Sied Piman, ημερ. γέννησης 16.9.1970 (πατέρας του κατηγορούμενου), Mojgan Hosseini, ημερ. γέννησης 15.6.1970 (μητέρα του κατηγορούμενου) και Mobina Sadat Salehi, ημερ. γέννησης 20.6.1999 (αδερφή του κατηγορούμενου) και με διεύθυνση το Κέντρο Υποδοχής Αιτητών Ασύλου στην Κοφίνου, αιτήθηκε στις 19.8.2004 άδεια παραμονής στην Κύπρο. Αναφέρεται επίσης ότι αναφορικά με την ειδική άδεια αρ. 142082/2004 για παραμονή τους ως επισκέπτες «η αίτηση ακυρώθηκε στις 22.1.2016». Από το Τεκμήριο 3 φαίνεται ότι υποβλήθηκε αίτηση για πολιτικό άσυλο από τον πατέρα του κατηγορούµενου, Sied Salehi, και εξετάστηκε από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, η οποία και απέρριψε την αίτηση με απόφαση ημερ. 27.6.
  6. Για το γεγονός αυτό καταχωρήθηκε σχετική σημείωση στο φάκελο ως το Τεκμήριο 3 στις 10.7.
  7. Η ΜΚ1 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως Τεκµήριο 4, αντίγραφο επιστολής ημερ. 27.6.2006 της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, η οποία απευθύνεται προς τον «Sied Salehi, Atalantis Street, Geno Centre, Flat 36, 6058 Larnaca», με το εξής περιεχόμενο꞉ «27th of June 2006 Administrative Recourse fιIe R05-02144 (Iranian, F04-03668, Ο08: 26/09/1970) Dear Sir, Wίth reference to your administrative recourse, dated 06/07/2005, against the negative decision of the Asylum Serνice, dated 29/04/2005, by which your application for intemational protection was rejected, the Reνiewing Authority of Refugees informs you that, after this secοnd reνiew, your administratiνe recourse has been rejected and, hence, the fίrst instance decision is upheld. The decision is hereby attached in Greek. The decision of the Reviewing Authority of Refugees is subject to adjudication before the Supreme Court within 75 days from the date you have been inforrned of our decision, according to Article 146 of the Constitution. Kleanthis Kleanthous President of the Reviewing Authority of Refugees». Αντίγραφο της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 27.6.2006, με την οποία επικυρώθηκε η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερ. 29.4.2005 επί της διοικητικής προσφυγής του πατέρα του κατηγορουμένου ημερ. 6.7.2005, επισυνάπτεται στην πιο πάνω ενημερωτική επιστολή και εσωκλείεται υπό το Τεκμήριο 4 που κατέθεσε η ΜΚ
  8. Η ΜΚ1 κατέθεσε επίσης στο Δικαστήριο, ως Τεκµήριο 5, το «Διάταγµα Κράτησης δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105», το οποίο εκδόθηκε στις 9.1.2013 αναφορικά με τον Κατηγορούμενο, καθώς επίσης, ως Τεκμήριο 6, το «Διάταγµα Απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105» που εκδόθηκε κατά την ίδια ηµεροµηνία, ήτοι στις 9.1.2013, αναφορικά με τον Κατηγορούμενο. Το Διάταγμα Απέλασης, αναφέρει τα εξής꞉ «Αρχηγό Αστυνομίας Ο ΠΕΡΙ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΕΩΣ ΝΟΜΟΣ ΚΕΦ.105 ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΑΠΕΛΑΣΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ
  9. ΕΠΕIΔΗ η/ο SALEHI SEYED RAMΤΙN υπήκοος Ιράν είναι απαγορευµένη/ος µετανάστης δuνάµει της παραγράφου (Κ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 6 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόµου Κεφ. 105. ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ, ασκώντας τις εξουσίες που δίνει στον Υπουργό Εσωτερικών το άρθρο 14 του περί Aλλoδαπών και Μεταναστεύσεως Νόµου Κεφ. 105, και το Άρθρο 188
(3)(γ) του Συντάγµατος και οι οποίες εξουσίες εκχωρήθηκαν σε εµένα, εγώ ο Γενικός Διευθυντής µε το παρόν διάταγµα διατάσσω όπως η/ο SALEHI SEYED RAMTIN απελαθεί στο lράν και αναχωρήσει από τη Δηµοκρατία το συντοµότερο δυνατό και στη συνέχεια να παραµείνει εκτός της Δηµοκρατίας. ΚΑΙ µε το παρόν εξουσιοδοτώ και εντέλλοµαι τον Αρχηγό Αστυνοµίας, ή οποιοδήποτε µέλος της Αστυνοµικής Δύναµης που τυχόν θα διαταχθεί, να εκτελέσει το διάταγµα αυτό και για την εκτέλεσή του, το παρόν διάταγµα αποτελεί επαρκή εξουσία και εντολή. ΈΓΙΝΕ από μένα στη Λευκωσία την 9η ημέρα του Ιανουαρίου,
  1. (υπ.)...... Γενικός Διευθυντής Υπουργείου Εσωτερικών (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Όπως εξήγησε η ΜΚ1 τόσο το Διάταγμα Απέλασης όσο και το Διάταγμα Κράτησης εκδόθηκαν ονοµαστικά για τον Κατηγορούµενο, καθότι κατά την ημερομηνία έκδοσής τους αυτός είχε ήδη ενηλικιωθεί (ήταν 19 ετών). Όπως φαίνεται από την οπισθογράφηση των Διαταγμάτων, ο Κατηγορούμενος συνελήφθη την 9.1.2013 και ώρα 15꞉00 στη Λάρνακα από τον Αστ./2575 της ΥΑΜ Λ/κας και απελάθηκε την 18.1.2013 και ώρα 14꞉15 με τη πτήση ΕΥ094 για τη χώρα του από τον Α/Α
  2. Άπαξ και απελάθηκε ο Κατηγορούμενος, τα στοιχεία του τέθηκαν στο Stoplist ως Απαγορευμένου Μετανάστη. Η σχετική καταχώρηση, ημερ. 28.2.2013, φαίνεται στο έντυπο που εκτύπωσε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της η ΜΚ1, η οποία είχε πρόσβαση στο σχετικό σύστημα της Κυπριακής Αστυνομίας και το οποίο έντυπο κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  3. Αναφέρεται, όπως παρατηρώ, στο πλαίσιο της ίδιας καταχώρησης το εξής (παραθέτω αυτούσια την αναφορά)꞉ «Ενέργεια꞉ APAGOREVMENOS METANASTIS. H ISODOS TOU STIN KIPRO APAGOREYETE KATHOTI APELATHIKE VASI DIATAGMATON KRATISIS KE APELASIS SIMFONA ME TO SIMIOMA STO FAKELO F04-
  4. (PARANOMI PARAMONI - TO ETIMA TOY GIA ASILO APORIFTHIKE).» Ερωτηθείσα συναφώς, η ΜΚ1 διευκρίνισε ότι την ίδια μέρα που απελάθηκε ο Κατηγορούμενος, δηλαδή στις 18.1.2013, απελάθηκαν επίσης η μητέρα και η αδερφή του, ενώ ο πατέρας του απελάθηκε αργότερα, στις 25.1.2013, όταν εντοπίστηκε. Οι σχετικές καταχωρήσεις για την ημερομηνία απέλασης τους κατηγορούμενου, της μητέρας του και του πατέρα του κατατέθηκαν από τη ΜΚ1 στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 8Α, 8Β και 8Γ, αντίστοιχα. Δεν είχε στην κατοχή της το έντυπο αναφορικά με την αδερφή του του κατηγορούμενου. Ερωτηθείσα περαιτέρω η ΜΚ1 να πει αν έλεγξε για τον τόπο /τρόπο άφιξης του Κατηγορούμενου στην Κύπρο, η ΜΚ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης και περαιτέρω διευκρίνισε ότι αν ο Κατηγορούμενος ερχόταν από εγκεκριμένο λιμάνι της Δημοκρατίας, αυτό θα φαινόταν στο σύστημα Αφιξοαναχωρήσεων της Αστυνομίας. Κατά την αντεξέτασή της, ερωτηθείσα σχετικά µε το Τεκµήριο 2 και συγκεκριμένα κληθείσα να επεξηγήσει την αναφορά περί ακύρωσης της αίτησης στις «22.1.2016», η ΜΚ1 διευκρίνισε ότι επρόκειτο για αίτηση παραµονής της οικογένειας του Κατηγορουμένου σαν επισκέπτες (visitors), η οποία υπεβλήθη στις 19.8.2004 και η οποία καµία σχέση δεν είχε µε την αίτηση ασύλου. Συµφώνησε η ΜΚ1 µε τη συνήγορο υπεράσπισης ότι η ακύρωση της αίτησης για τέτοιου είδους άδεια παραμονής ακυρώθηκε, ως φαίνεται στο Τεκμήριο 2, µετά την απέλαση του κατηγορούµενου και των λοιπών μελών της οικογένειάς του. Ακολούθως, ερωτηθείσα σχετικά µε τους λόγους απόρριψης της αίτησης ασύλου, ως η απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων ηµεροµηνίας 27/6/2006 (Τεκµήριο 4), η ΜΚ1 συµφώνησε ότι οι λόγοι για τους οποίους απερρίφθη αφορούσαν τον πατέρα του Κατηγορούµενου και όχι τον ίδιο τον Κατηγορούµενο. Περαιτέρω, αντεξετασθείσα να πει αν με βάση όσα η ίδια γνωρίζει στάληκε οποιαδήποτε επιστολή που να ενημερώνει τον κατηγορούμενο ότι η παραμονή του στην Κύπρο είναι παράνομη, η ΜΚ1 παρέπεμψε στην επιστολή της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων ως το Τεκμήριο
  5. Δεν μπορούσε η ΜΚ1 να πει με βεβαιότητα αν η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε από την οικογένεια του κατηγορούμενου. Για απάντηση αυτού του ερωτήματος, ήταν η θέση της ΜΚ1 ότι θα έπρεπε να ερχόταν κάποιος της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων να δώσει μαρτυρία. Έτσι, όταν τέθηκε στη ΜΚ1 από τη συνήγορο Υπεράσπισης η θέση ότι «ο Κατηγορούμενος ουδέποτε ενημερώθηκε για το ότι η διαμονή του στην Κύπρο ήταν παράνομη, η ΜΚ1 απάντησε ότι δεν μπορούσε να τοποθετηθεί. Κληθείσα να πει αν στην εν λόγω επιστολή ως το Τεκμήριο 4 γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην υποχρέωση επιστροφής του πατέρα έστω του Κατηγορούμενου στο Ιράν, η ΜΚ1 παρέμπεψε στο Διάταγμα απέλασης και σημείωσε ότι όταν κάποιος απελαύνεται, τοποθετείται ως απαγορευμένος μετανάστης και δεν μπορεί να εισέλθει ξανά στο έδαφος της Δημοκρατίας. Περαιτέρω, η ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν μπορούσε η ίδια να γνωρίζει κατά πόσο τηρήθηκε η ορθή διαδικασία πριν την απέλαση του κατηγορουµένου, όπως προβλέπει ο Νόµος, ούτε γνώριζε για το αν έγιναν και ποιες προσπάθειες έγιναν για εντοπισμό του κατηγορούμενου και της οικογένειας του στο διάστημα μεταξύ του 2006 που εκδόθηκε η απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων και του 2013 που εκδόθηκαν τα διατάγματα απέλασης. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά η ΜΚ1, γι' αυτά τα ζητήματα θα μπορούσαν ν' απαντήσουν «οι συνάδελφοι που προέβηκαν στην απέλαση», αφού αυτή δεν αναμείχθηκε στην απέλαση. Ερωτηθείσα από τη συνήγορο Υπεράσπισης «Οπότε δεν γνωρίζετε ούτε αν δόθηκε οποιαδήποτε απαγόρευση εισόδου», η ΜΚ1 απάντησε λέγοντας «Εντιμοτάτη, δεν μπορώ να κάνω εικασίες, δεν γνωρίζω». Και όταν της υποβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε ενημερώθηκε ότι του απαγορεύεται η είσοδος στην Κυπριακή Δημοκρατία και για πόσο χρονικό διάστημα του απαγορεύεται η είσοδος στην Κυπριακή Δημοκρατία, η ΜΚ1 επανέλαβε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει για ενέργειες που προέβησαν άλλοι. Παρέπεμψε απλώς στο Διάταγμα Απέλασης ως το Τεκμήριο 6 και είπε ότι είναι ζήτημα νομοθεσίας το αν επιτρέπεται να επιστρέψει ή όχι στη Δημοκρατία αφότου απελαθεί. Ήταν κατηγορηματική η ΜΚ1 ότι, όταν ο κατηγορούμενος την επισκέφθηκε στο γραφείο της, το μόνο που της ανέφερε ως λόγο για έκδοση άδειας παραμονής του στην Κύπρο ήταν ότι ήθελε να τελειώσει το σχολείο, όπως και έγραψε η ίδια στην κατάθεσή της, ως το Τεκμήριο 1, ενώ δεν της ανέφερε ότι σκοπός του ήταν να αιτηθεί πολιτικό άσυλο. Επιβεβαίωσε όμως η ΜΚ1 ότι μετά που άρχισε η ακρόαση της παρούσας ποινικής υπόθεσης στο Δικαστήριο, από έρευνα που η ίδια έκαμε μέσω του συστήματος της Αστυνομίας και του Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος αιτήθηκε πολιτικό άσυλο ενόσω τελούσε υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση στις κεντρικές φυλακές του Κράτους και ανοίχτηκε ο φάκελος F16-012131R από την Υπηρεσία Ασύλου, η οποία αίτηση εξετάζεται. Η ΜΚ1 εκτύπωσε τα αποτελέσματα της έρευνας της αυτής και τα παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως το Τεκμήριο
  6. Κληθείσα η ΜΚ1 να πει αν αυτή γνώριζε για πόσο χρονικό διάστημα βρισκόταν ο Κατηγορούμενος στην Κύπρο προτού εμφανιστεί ενώπιόν της στην ΥΑΜ, η ΜΚ1 δήλωσε ότι δεν μπορούσε να το γνωρίζει διότι εκείνος αφίχθηκε μέσω μη εγκεκριμένου αερολιμένα της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως ο ίδιος της ομολόγησε. Δεν της ανέφερε πότε ακριβώς αφίχθηκε στα κατεχόμενα. Ήταν η θέση της ΜΚ1 ότι βεβαίως και τον ρώτησε για την ημερομηνία άφιξής του, αλλά εκείνος δεν της απάντησε. Αρνήθηκε η ΜΚ1 την υποβληθείσα σε αυτήν θέση ότι ο Κατηγορούµενος την ενημέρωσε ότι ήταν για πολύ λίγο χρονικό διάστημα στην Κύπρο. Η ΜΚ1 δεν γνώριζε να πει για ποιους λόγους έφυγε από το Ιράν ο Κατηγορούμενος και για ποιους λόγους αιτείται το πολιτικό άσυλο. Ούτε γνώριζε να πει αν ο Κατηγορούμενος έχει οποιουσδήποτε δεσμούς στην Κύπρο. Η ΑΝΩΜΟΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Παραθέτω το κείμενο της ανώμοτης δήλωσης του Κατηγορούμενου꞉ «Ονοµάζοµαι Seyed Ramtin Selehi και είµαι ο κατηγορούµενος στην παρούσα ποινική υπόθεση όπου κατηγορούµαι για παράνοµη είσοδο στην Κύπρο, ενώ ήµουν απαγορευµένος µετανάστης και ότι εισήλθα χωρίς την σχετική άδεια του Διευθυντή του Τµήµατος Αρχείου Πληθυσµού και Μετανάστευσης. Στις 10/8/2016 και ενώ µετέβηκα στην υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Επαρχίας Αµµοχώστου, για να αιτηθώ άσυλο συνελήφθηκα και στη συνέχεια µου απαγγέλθηκαν οι πιο πάνω κατηγορίες. Δηλώνω αθώος σε όλες τις κατηγορίες που µου απαγγέλθηκαν. Δηλώνω ότι, όχι µόνο δεν γνώριζα ότι είχα καταταχθεί ως απαγορευµένος µετανάστης και ότι µου απαγορευόταν η είσοδος στο έδαφος της Κυπριακής Δηµοκρατίας, αλλά δεν έλαβα και καµία ενηµέρωση για αυτό. Επίσης, αµφισβητώ αν πράγµατι κατατάχθηκα ως απαγορευµένος αλλοδαπός και µε ποια απόφαση. Επίσης να αναφέρω ότι έχω ήδη υποβάλει την αίτηση για παροχή ασύλου για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω. Το 2004, και ενώ εγώ ήµουν 11 χρόνων, µαζί µε την οικογένεια µου µεταβήκαµε από το Ιράν στην Κύπρο µε σκοπό να ζητήσουµε άσυλο. Ούτε εγώ, ούτε η αδελφή µου, που ήµασταν ανήλικοι τότε, γνωρίζαµε τους λόγους για τους οποίους ο πατέρας µου θα αιτείτο άσυλο στην Κύπρο. Ξέραµε µόνο ότι οι γονείς µας ήθελαν µία καλύτερη ζωή για την οικογένεια µας. Ήρθαµε στην Κύπρο από τις κατεχόµενες περιοχές, και ζητήσαµε άσυλο, χωρίς κάποιος να µας δηµιουργήσει πρόβληµα για αυτό το γεγονός ή να συλληφθεί ο πατέρας µου, εγώ προσωπικά ή οποιοδήποτε άλλο µέλος της οικογένειας µου. Καθ' όλη τη διάρκεια της παραµονής µας στην Κύπρο, ζούσα µαζί µε την οικογένεια µου στην Λάρνακα και πήγαινα κανονικά στο σχολείο. Είχα αρχίσει να αναπτύσσω σχέσεις µε Κύπριους και να µαθαίνω την ελληνική γλώσσα. Το 2006 όταν η αίτηση ασύλου µας απορρίφθηκε ο πατέρας µου επικοινώνησε µε κάποιο δικηγόρο για να συνεχίσει η υπόθεση µας, όπως µου είχε αναφέρει τότε, χωρίς όµως να γνωρίζω περισσότερες λεπτοµέρειες καθώς ήµουν µόλις 13 χρονών. Παρά την απόρριψη της αίτησης ασύλου που υπέβαλε ο πατέρας µου, η ζωή µας συνεχίστηκε κανονικά στην Κύπρο, µέχρι και το 2013 ως θα εξηγήσω πιο κάτω, και ουδέποτε είχαµε οποιαδήποτε προειδοποίηση από τις κυπριακές αρχές ότι έπρεπε να επιστρέψουµε στο Ιράν και ουδέποτε είχαµε οποιοδήποτε πρόβληµα µε τις κυπριακές αρχές. Περαιτέρω να τονίσω ότι κανένα έγγραφο που να καταγράφει την υποχρέωση επιστροφής µας στον Ιράν δεν δόθηκε ούτε σε µένα, ούτε στον πατέρα µου όπως µε ενηµέρωσε και ο οποίος αδυνατεί να καταθέσει αυτά ενόρκως στο Δικαστήριο, αφού δεν βρίσκεται στην Κύπρο και η είσοδος όπως έχω ενηµερωθεί πλέον, του έχει απαγορευθεί. Αφού τα χρόνια περνούσαν, η ζωή µου στην Κύπρο συνέχιζε κανονικά και τόσο εγώ όσο και η οικογένεια µου δηµιουργήσαµε κοινωνικές σχέσεις και είχαµε ενταχθεί πλήρως στην Κυπριακή κοινωνία, καθώς συναναστρεφόµασταν µε κύπριους. Από το δηµοτικό µέχρι και το λύκειο φοίτησα σε ελληνικά σχολεία, όλοι µου οι φίλοι ήταν Κύπριοι, ελάχιστη επαφή είχα µε Μουσουλµάνους, ενώ εγώ από πολύ νωρίς ασπάστηκα την Χριστιανική πίστη. Έµαθα να διαβάζω, να γράφω και να µιλώ την ελληνική γλώσσα άπταιστα. Λόγω της ελάχιστης επαφής που είχα µε συµπατριώτες µου, ξέχασα την ιρανική γλώσσα αφού ακόµα και στο σπίτι µε την µικρή µου αδελφή µιλούσαµε ελληνικά. Το 2007 σύναψα σχέση µε Κύπρια, την Νικολίνα Γεωργίου, σχέση την οποία διατηρήσαµε ακόµα και όταν είχα απελαθεί από την Κύπρο. Έχουµε ήδη αρραβωνιαστεί και σκοπός µας είναι να προχωρήσουµε σε γάµο, µετά το πέρας της ποινικής αυτής υπόθεσης και αφού βαφτιστώ Χριστιανός. Είναι επιθυµία µας, τόσο εµένα όσο και της Νικολίνας, να κάνουµε οικογένεια εδώ στην Κύπρο. Θέλω να αναφέρω στο Σεβαστό Δικαστήριο ότι νιώθω περισσότερο κύπριος παρά Ιρανός, αφού µεγάλωσα και έζησα το µεγαλύτερο µέρος της ζωής µου στην Κύπρο, εδώ έχω δηµιουργήσει κοινωνικές σχέσεις, εδώ βρίσκεται η αρραβωνιαστικιά µου και µε το Ιράν δεν έχω κανένα δεσµό, πέραν από την στενή οικογένειά µου δηλαδή τη µητέρα, τον πατέρα και την αδελφή µου, που µετά την απέλαση τους βρίσκονται στο Ιράν. Τόσο η κουλτούρα όσο και ο τρόπος ζωής µου είναι τέτοιος που καµία σχέση δεν έχει µε τις συνήθειες τον Μουσουλµάνων και ειδικότερα των Ιρανών. Να τονίσω άλλη µια φορά ότι έχω ασπαστεί τον Χριστιανισµό και είµαι έτοιµος να ολοκληρώσω το κατηχητικό, ώστε να µπορέσω να βαφτιστώ χριστιανός. Περί τέλη του Δεκεµβρίου του 2012, ήρθαν στο σπίτι µας Αστυνοµικοί για να µας ελέγξουν. Θυµούµαι ότι τότε ο πατέρας µου, όταν του ζητήθηκε να δώσει τα έγγραφα µας, απάντησε ότι όλα τα χαρτιά του τα έχει ο δικηγόρος του. Τότε εγώ είχα ήδη ενηλικιωθεί, ήµουν 18 χρονών, και οι αστυνοµικοί µε ρωτούσαν τι κάνω στην Κύπρο, τους απάντησα ότι πήγαινα σχολείο και τους έδειχνα τα τετράδια µου αλλά αυτοί δεν µε πίστευαν. Οι Αστυνοµικοί τότε ζήτησαν από τον πατέρα µου να τους ακολουθήσει στο Τµήµα για να το ελέγξουν. Αργότερα ενηµερώθηκα ότι ο πατέρας µου ήταν υπό σύλληψη, χωρίς όµως να γνωρίζω τους ακριβείς λόγους. Τότε άρχισα να καταλαβαίνω ότι υπήρχαν κάποια προβλήµατα µε την παραµονή µας στην Κύπρο, αλλά και πάλι δεν είχαµε καµία ενηµέρωση. Ενώ ο πατέρας µου συνελήφθη, εµείς εξακολουθούσαµε να διαµένουµε κανονικά στο σπίτι µας στην Λάρνακα αρχικά, και ακολούθως στο σπίτι ενός Κύπριου φίλου µας και πάλι στην Λάρνακα. Παρά το γεγονός ότι τόσο η Αστυνοµία όσο και άλλες υπηρεσίες του κράτους γνώριζαν που διαµέναµε, µάλιστα το Γραφείο Ευηµερίας µας επισκεπτόταν για να δει εάν είµαστε καλά, ουδέποτε µας ανέφεραν ότι ήµασταν παράνοµοι. Να αναφέρω ότι από την ηµέρα σύλληψης του πατέρα µου, τον επισκεπτόµουν καθηµερινά στον χώρο κράτησης του Αστυνοµικού Σταθµού Φοινικούδων στην Λάρνακα, χωρίς ποτέ να αντιµετωπίσω κάποιο πρόβληµα. Ο Κύπριος φίλος µας, που ανάφερα πιο πάνω, αφού περνούσαν οι µέρες χωρίς καµία εξέλιξη και εξαιτίας των οικονοµικών προβληµάτων που αντιµετώπιζε, στην προσπάθεια να µας βοηθήσει απευθύνθηκε στην Αστυνοµία, όπου τον συµβούλεψαν να µας πάρει στον Αστυνοµικό σταθµό και ότι θα µας βοηθούσαν οι Αστυνοµικοί, και αυτό πράξαµε. Αυτό έγινε στις 10/1/
  7. Εκεί στον Αστυνοµικό σταθµό περιµέναµε 5 ώρες, χωρίς κάποιος να µας ενηµερώσει για το τι θα συµβεί µετά, µέχρι που κατέφθασαν δύο περιπολικά και µας ενηµέρωσαν ότι ήµασταν υπό σύλληψη. Μας είχαν δώσει και ένα έγγραφο για να υπογράψουµε, όµως δεν καταλάβαινα τι έγραφε γιατί ήταν στα περσικά, γλώσσα την οποία γνωρίζω ελάχιστα και δυσκολεύοµαι να κατανοήσω γραπτώς αφού από την ηλικία των 9 ετών, βρίσκοµαι στην Κύπρο. Τότε ζήτησα να µου εξηγούσαν τι ήταν αυτό το έγγραφο και µάλιστα ζήτησα να µου δοθεί στα ελληνικά, για να πάρω την απάντηση από τους αστυνοµικούς: «Είναι για δικηγόρο, άτε υπόγραψε». Μέχρι και σήµερα αγνοώ τι ακριβώς υπέγραψα και δεν γνωρίζω το περιεχόµενο του συγκεκριµένου εντύπου. Όταν τελικά υπογράψαµε, µας συνέλαβαν και εµένα και την µητέρα µου µας είχαν µεταφέρει στον Αστυνοµικό Σταθµό Φοινικούδων, και την αδελφή µου στην Παιδική Στέγη. Στον συγκεκριµένο αστυνοµικό σταθµό βρισκόταν και ο πατέρας µου. Καθώς αυτά συνέβαιναν, κανείς δεν µας έλεγε τι θα συµβεί µετά, ενώ ουσιαστικά η οικογένεια είχε διαχωριστεί, επικρατούσε πανικός και άγχος, η µητέρα µου έκλαιγε συνεχώς διότι εµείς είχαµε ζητήσει βοήθεια, και δεν καταλάβαινε γιατί µας συµπεριφέρθηκαν µε τέτοιο τρόπο. Παρά το ότι βρισκόµασταν στα κρατητήρια του αστυνοµικού σταθµού Φοινικούδων, και πάλι δεν υπήρξε οποιαδήποτε ενηµέρωση ούτε καν µου ανέφεραν ότι οφείλω να επιστρέψω στο Ιράν και ούτε σε κανένα άλλο πρόσωπο της οικογένειας µου. Καµιά απόφαση που να καθορίζει την υποχρέωση επιστροφής µου στο Ιράν, ούτε χρόνος για να αποχωρήσω οικειοθελώς από την Κύπρο µου δόθηκε και φυσικά ποτέ δεν µου αναφέρθηκε ότι µου απαγορεύεται η είσοδος στην Κύπρο, από την απέλαση µου και για πόσο χρόνο. Δεν µας αναφέρθηκε ποτέ ότι µας απαγορεύεται η είσοδος και αµφισβητώ αν τέτοια απόφαση λήφθηκε, από ποιον λήφθηκε και ποια ήταν η αρµόδια αρχή να λάβει µια τέτοια απόφαση αφού εγώ δεν είχα καµία ενηµέρωση για όλα αυτά. Μετά από 8 µέρες, δηλαδή την 18/1/13, απελάθηκα µαζί µε τη µητέρα µου και την αδελφή µου, ενώ λίγες µέρες µετά απέλασαν και τον πατέρα µου. Να αναφέρω ότι ο πατέρας µου ήταν ήδη στα κρατητήρια στον Αστυνοµικό Σταθµό Λάρνακας και δεν γνωρίζω για ποιο λόγο δεν απελάθηκε µαζί µας. Να αναφέρω και πάλι ότι, κατά την απέλαση µας, κανένα ένγραφο δεν µας δόθηκε για τους λόγους απέλασης µας, ούτε ότι µας απαγορευόταν η είσοδος στην Κύπρο και για πόσο χρονικό διάστηµα. Να επαναλάβω ότι εγώ είχα ήδη ενηλικιωθεί, µιλάω άπταιστα τα ελληνικά και ήµουν σε θέση να αντιληφθώ τις διαδικασίες, αλλά δυστυχώς καµία προφορική ή γραπτή εξήγηση δεν µας δόθηκε. κανένας από την οικογένεια δεν γνώριζε τι ακριβώς είχε συµβεί, καµιά ενηµέρωση δεν είχαµε και ουδέποτε µου αναφέρθηκε ότι µου απαγορευόταν η είσοδος στην Κύπρο. Να αναφέρω ότι τα διατάγµατα που έχουν κατατεθεί ως τεκµήριο 5 και Τεκµήριο 6, στην παρούσα διαδικασία, δεν τα έχω παραλάβει ποτέ και τα είδα πρώτη φορά στην παρούσα διαδικασία και αφού µου τα έδειξε η δικηγόρος µου. Καµία απόφαση ότι συνιστώ απαγορευµένο αλλοδαπός ή έστω προφορική εξήγηση δεν µου δόθηκε. Επίσης τα εν λόγω διατάγµατα (Τεκµήριο 5 και 6 στην παρούσα διαδικασία) δεν καθορίζουν για πόσο χρονικό διάστηµα µου απαγορευόταν η είσοδος. Όταν επέστρεψα στο Ιράν, ήταν πολύ δύσκολο να συνεχίσω την ζωή µου εκεί µετά από 10 σχεδόν χρόνια απουσίας, και χωρίς να έχω ιδιαίτερη σχέση µε Ιρανούς και µε το Ιράν. Προσπάθησα να εγγραφώ στο σχολείο, πράγµα που κατάφερα µετά από πολλές δυσκολίες, και να αποκτήσω ταυτότητα. Αντιµετώπισα πολλά προβλήµατα για να πάρω τα έγνραφα αυτά αφού οι ιρανικές αρχές εξαιτίας του γεγονότος ότι διέµενα για χρόνια στο εξωτερικό, µου έβαζαν συνεχώς διαδικαστικά εµπόδια. Αφού κατάφερα να εγγραφώ, στο σχολείο που φοιτούσα ο Διευθυντής επειδή γνώριζε ότι για πολλά χρόνια ήµουν στην Κύπρο, συχνά έκανε σχόλια µπροστά σε όλη την τάξη ότι οι ξένοι και οι Χριστιανοί δεν είναι καλοί άνθρωποι και ότι πρέπει να παίρνουν φάρµακα για να κοιµούνται. Με προσέβαλε µπροστά στους συµµαθητές µου και µε υποχρέωνε να συµφωνώ µε αυτά που έλεγε, προσπαθώντας να µε µειώσει και να στρέψει τους υπόλοιπους εναντίον µου επειδή ζούσα για χρόνια σε µία ξένη, ευρωπαϊκή και χριστιανική χώρα. Παράλληλα µε καλούσε συνεχώς στο γραφείο του, για να µου κάνει ερωτήσεις σχετικά µε τον τρόπο ζωής µου στην Κύπρο, εάν πήγαινα εκκλησία, έχοντας συνεχώς υποψίες ότι είχα ασπαστεί την χριστιανική πίστη. Μάλιστα µου είχε πει ότι επειδή το όνοµα µου ήταν Seyed, που σηµαίνει βαθιά θρησκευόµενος στα περσικά και έχει ιδιαίτερη σηµασία για τον Μουσουλµανισµό, δεν θα έπρεπε να είχα επηρεαστεί από τον ξένο τρόπο ζωής. Αυτό συνέχισε για ολόκληρη την περίοδο που βρισκόµουν στο Ιράν και πολλοί συµµαθητές µου, µε προσέβαλλαν και µου φέρονταν επιθετικά εξαιτίας του ότι εγώ διέµενα για χρόνια σε ένα χριστιανικό κράτος και οι συνήθειες, ο τρόπος ζωής µου αλλά και ο τρόπος σκέψης µου ήταν πολύ διαφορετικός από αυτούς. Επίσης, για όσο χρονικό διάστηµα βρισκόµουν στο Ιράν υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις που µε σταµατούσαν αστυνοµικοί για να ρωτήσουν γιατί δεν ήµουν σπίτι µου, χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Υποψιάζοµαι ότι είχαν εντολές από τον Διευθυντή του σχολείου µου για να το κάνουν αυτό, διότι ο τελευταίος ήταν παλαιότερα στην Αστυνοµία και είχε πολλές συνδέσεις µε την Αστυνοµία στην περιοχή µου. Εγώ έχω ασπαστεί την χριστιανική πίστη φορούσα σταυρό. Φυσικά όταν ήµουν στο σχολείο έπρεπε να το κρύβω για να µην έχω προβλήµατα καθώς λόγω του ότι ήµουν χρόνια στην Κύπρο, πολλοί µου επιτίθονταν φραστικά για την θρησκεία και την πίστη µου. Περαιτέρω, µε είχαν σταµατήσει δύο φορές στον δρόµο αστυνοµικοί και µου έκαναν σχετικές ερωτήσεις για την θρησκεία µου. Επίσης ενώ βρισκόµουν µε την οικογένεια µου σε µια άλλη πόλη από αυτή που διαµέναµε, κόντεψα να συλληφθώ γιατί φορούσα τον σταυρό µου, όµως τελικά µε άφησαν να φύγω. Στην ζωή µου και στην καθηµερινότητα µου στο Ιράν συνεχώς ήµουνα φοβισµένος, µήπως µάθει κάποιος ότι ασπάστηκα την χριστιανική πίστη και περιοριζόµουν συνεχώς στο σπίτι µου. Μου ήταν αδύνατο να συναναστραφώ µε άλλους Ιρανούς αφού αυτοί µε πρόσβαλλαν συνεχώς για τον τρόπο ζωής µου και έφταναν µέχρι και σε φραστικές επιθέσεις. Είναι ευρέως γνωστό ότι στο Ιράν, όσοι από Μουσουλµάνοι γίνονται χριστιανοί αντιµετωπίζουν δίωξη από τις αρχές καθότι η αλλαγή θρησκείας θεωρείται ποινικό αδίκηµα, που επιφέρει µέχρι και τον θάνατο. Εποµένως, δεν µπορούσα να ασκήσω ελεύθερα τον χριστιανισµό, ενώ συνεχώς αντιµετώπιζα προβλήµατα επειδή ζούσα πολλά χρόνια στην Κύπρο, και αυτό το γεγονός στο Ιράν προκαλεί πολλές δυσκολίες. Περί το τέλος του 2015, όταν παρακολούθησα µία είδηση από ένα ξένο σταθµό, για µία οικογένεια Ιρανών οι οποίοι ζούσαν για χρόνια στο εξωτερικό και είχαν ασπαστεί τον χριστιανισµό, όταν επέστρεψαν στο Ιράν είχαν εξαφανιστεί, και έχοντας υπόψη όλες τις απειλές και τον εκφοβισµό που περνούσα, φοβήθηκα τόσο για την ζωή µου και αντιλήφθηκα ότι δεν µπορούσα να ζήσω µε ασφάλεια στο Ιράν και έτσι επέλεξα να επιστρέψω στην Κύπρο επειδή ήταν η χώρα που γνώριζα για τόσα χρόνια. Όταν προσπάθησα να φύγω µε το διαβατήριο µου, δεν τα κατάφερα καθώς οι αρχές µου είχαν πει ότι µου απαγορευόταν να φύγω από το Ιράν, χωρίς όµως να γνωρίζω τον λόγο. Έπειτα από αρκετό καιρό, κατάφερα να φύγω νόµιµα µέσω της Τουρκίας, και έπειτα κατέφθασα στην Κύπρο από τις κατεχόµενες περιοχές. Στην προσπάθεια µου να έρθω στις ελεύθερες περιοχές έχασα το διαβατήριο µου. Δεν πίστευα ότι θα αντιµετώπιζα ιδιαίτερο πρόβληµα µε τις αρχές της Κύπρου γιατί και την προηγούµενη φορά που φθάσαµε µε την οικογένεια µου, δεν είχαµε συλληφθεί γι' αυτό το γεγονός και περαιτέρω σκοπός µου ήταν να αιτηθώ άσυλο για όλους τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω. Επίσης, όπως έχω ήδη αναφέρει, ποτέ δεν µου λέχθηκε προφορικώς ή γραπτώς ότι απαγορευόταν να εισέλθω ξανά στην Κύπρο. Παρ' όλα αυτά όταν ήρθα στην Κύπρο τον Ιούλιο, προσπάθησα να βρω ποια θα ήταν η νόµιµη διαδικασία για να αιτηθώ άσυλο, γι' αυτό και µόλις ένα µήνα αργότερα µετέβηκα µόνος µου στον Αστυνοµικό Σταθµό. Άµεσα και χωρίς καθυστέρηση παρουσιάστηκα ο ίδιος στις αρµόδιες αρχές της Κύπρου, µε σκοπό να υποβάλλω αίτηση ασύλου. Στον Αστυνοµικό Σταθµό, µου ανέφεραν ότι ήµουν παράνοµος και για αυτό τον λόγο συνελήφθηκα. Να αναφέρω ότι στις 12/8/16 δηλαδή δύο µέρες µετά την σύλληψη µου, έχω υποβάλει αίτηση ασύλου που ακόµα δεν έχει εξεταστεί. Έντιµη κυρία Πρόεδρε, Για όλους τους παραπάνω λόγους δηλώνω αθώος. Με ειλικρίνεια αναφέρω στο Σεβαστό Δικαστήριο, ότι η ζωή και η ελευθερία µου κινδύνευε στο lράν και σε καµιά περίπτωση δεν θα µπορούσα να επιβιώσω στο Ιράν αφού απειλείτο η ίδια µου η ζωή. Τα γεγονότα έχουν όπως ακριβώς τα έχω περιγράψει και αυτή είναι η αλήθεια.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα τη ΜΚ1 κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική της παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας της ΜΚ1, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους Χαράλαμπος κ.α. ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316). Κρίνω ότι η ΜΚ1 υπήρξε μάρτυρας της αλήθειας, αφού προσήλθε στο Δικαστήριο με διάθεση να θέσει ενώπιόν του πληροφόρηση για τις δικές της ενέργειες και για τα αποτελέσματα της δικής της έρευνας, χωρίς να υπεισέλθει επιπόλαια σε οποιεσδήποτε εικασίες για τις ενέργειες τρίτων ή για γεγονότα που δεν είχε την ευκαιρία η ίδια να διαπιστώσει ή για ισχυρισμούς που δεν είχε η ίδια διασταυρώσει για να είναι βέβαιη για την αλήθεια αυτών. Επιμελώς απέφυγε να προβεί σε δηλώσεις για τις οποίες η ίδια δεν είχε πρωτογενή γνώση. Έδειξε κατ' αυτόν τον τρόπο και την αντικειμενικότητα με την οποία αντιμετωπίζει η ίδια την παρούσα υπόθεση. Δημιούργησε στο Δικαστήριο αίσθηση φιλαλήθειας. Παρατηρώ ότι παρέμεινε αναντίλεκτη η μαρτυρία της ΜΚ1 όσον αφορά τις ημερομηνίες που ο πατέρας του Κατηγορούμενου υπέβαλε την αίτηση για πολιτικό άσυλο, η ημερομηνία απόρριψης του αιτήματος αυτού από την Υπηρεσία Ασύλου, καθώς επίσης η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων. Η ΜΚ1 στήριξε με έγγραφη μαρτυρία (βλ. τα Τεκμήρια 3 και 4) τα στοιχεία αυτά. Ό,τι παρέμεινε ως κενό στη μαρτυρία της ΜΚ1, με δική της εθελούσια στάση η οποία αποδεικνύει τη φιλαλήθειά της, αφορά στα εξής꞉ Πότε και αν παραλήφθηκε από τον πατέρα του Κατηγορούμενου ή από τον Κατηγορούμενο η επιστολή της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων ως το Τεκμήριο
  1. Κατά πόσο τηρήθηκε η ορθή διαδικασία πριν την απέλαση του κατηγορουµένου, όπως προβλέπει ο περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόµος, Κεφ. 105, ήτοι αν εκδόθηκε και αν επιδόθηκε στον Κατηγορούμενο ατομικά οποιαδήποτε απόφαση που να τον κηρύσσει παράνομο μετανάστη, οποιαδήποτε απόφαση επιστροφής ή/και οικειοθελούς αναχώρησης και αν του επιδόθηκαν δεόντως τα Διατάγματα Κράτησης και Απέλασης. Ορθά η ΜΚ1 επεσήμανε ότι για τα πιο πάνω θε έπρεπε να είχαν κλητευθεί είτε λειτουργοί της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων (ως προς το πρώτο ζήτημα πιο πάνω), ήτοι λειτουργοί που εκτέλεσαν τη διαδικασία απέλασης του Κατηγορούμενου. Κρίνω πως δεδομένης της πιο πάνω γενικής εντύπωσης της μάρτυρος δεν θα μπορούσα να κρίνω αναληθείς ή αναξιόπιστες τις απαντήσεις που η ΜΚ1 έδωσε προς τη συνήγορο Υπεράσπισης αναφορικά με το ότι ο Κατηγορούμενος, αν και ρωτήθηκε από την ίδια, εντούτοις δεν της είχε προσδιορίσει πότε ακριβώς αυτός έφθασε στα κατεχόμενα και ότι το μόνο που της είχε δηλώσει εμφανιζόμενος ενώπιόν της ήταν ότι ήθελε να λάβει άδεια παραμονής στην Κύπρο για να τελειώσει το σχολείο. Δεν είχε κανένα συμφέρον η ΜΚ1 να παραλείψει να γράψει μια τόσο ουσιώδη δήλωση ως θα ήταν η δήλωση του Κατηγορούμενου ότι αυτός ήθελε να υποβάλει αίτηση για άσυλο. Δεν δίστασε εξάλλου η ΜΚ1 να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ότι από έρευνα που έκανε η ίδια μεταγενέστερα, μετά την έναρξη της δίκης, διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος υπέβαλε τέτοια αίτηση, πλην όμως δεν φαινόταν στο έντυπο που αυτή κατέθεσε (βλ. Τεκμήριο 9) ποια ήταν η ημερομηνία υποβολής του εν λόγω αιτήματος. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΚ
  2. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προβαίνει ένας κατηγορούμενος λαμβάνεται υπόψη ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα, εάν και εφόσον αυτό επιτρέπεται από τη δοθείσα μαρτυρία. Όπως αναφέρεται στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 στη σελίδα 46, «η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου συνεξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη» (Βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στην ουσία, η ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία (Βλ. Μαυρικίου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 359, Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 354). Δεν πρέπει, βεβαίως, να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής από την επιλογή αυτή. Η υποχρέωση παραμένει πάντοτε στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, με την παρουσίαση ικανοποιητικής και αξιόπιστης μαρτυρίας. Στην παρούσα υπόθεση, έχω να παρατηρήσω ότι ο Κατηγορούμενος δοκιμάστηκε μέσω της ανάγνωσης από τον ίδιο μερικών σελίδων της ανώμοτης του δήλωσης και έπεισε το Δικαστήριο για την ικανότητά του να διαβάζει με άνεση και με λογικό ρυθμό ένα τέτοιο κείμενο το οποίο παρουσιάζει σύνθετο λεξιλόγιο στην Eλληνική γλώσσα. Είναι πειστική υπ' αυτή την έννοια η ανώμοτη δήλωσή του ότι αυτός φοίτησε σε ελληνόφωνα σχολεία στην Κύπρο και ότι αντιλαμβάνεται την Ελληνική γλώσσα. Άλλωστε, είναι αξιοσημείωτο ότι εκούσια παρακολούθησε ολόκληρη τη δικαστική διαδικασία στην ελληνική γλώσσα, δηλώνοντας μέσω της συνηγόρου του ότι δεν υπήρχε ανάγκη για μετάφραση από τα ελληνικά στα ιρανικά. Ο κατηγορούμενος έδωσε μέσα από την ανώμοτη του δήλωση τις εξηγήσεις που αναμενόταν από τον ίδιο να δώσει, αναφορικά με γεγονότα που βρίσκονταν αποκλειστικά στο δικό του πεδίο γνώσης. Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος έδωσε εξηγήσεις για꞉ · το χρόνο άφιξης του στην Κύπρο (Ιούλιο του 2016), · τη διαδρομή του προς την Κύπρο (από Ιράν προς Τουρκία και απ' εκεί στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές της Κύπρου και, διαμέσω αυτών, στη Δερύνεια), · τη διαρκεια χρόνου παραμονής του στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές, ήτοι περί τον 1 μήνα, · το χρονικό διάστημα που διέρρευσε άπαξ και εμφανίστηκε ενώπιον της ΜΚ1, όπου και συνελήφθηκε, μέχρι την υποβολή της αίτησης του για άσυλο (από τις 10.8.2016 μέχρι τις 12.8.2016, ήτοι μέσα σε 2 μόλις μέρες). Δεν αρνήθηκε ποτέ ο Κατηγορούμενος την κατηγορία αρ. 2 ως του προσάπτεται, ότι δηλαδή αυτός εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία έχοντας αποβιβασθεί σε άγνωστη παραθαλάσσια περιοχή της κατεχόμενης Κύπρου και ότι αποβιβάσθηκε άνευ της άδειας του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Όσα ο Κατηγορούμενος δήλωσε αναφορικά με το ότι δεν του επιδόθηκε οποτεδήποτε οποιαδήποτε απόφαση που να κηρύσσει αυτόν προσωπικά ως απαγορευμένο μετανάστη ή που να τον καλεί να αποχωρήσει οικειοθελώς από τη Δημοκρατία εντός τακτής προθεσμίας ή απόφασης που να τον αναγκάζει να επιστρέψει στο Ιράν και να του απαγορεύει την είσοδο στη Δημοκρατία για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, παραμένουν ενώπιον μου πειστικά, αφού δεν δόθηκε περί του αντιθέτου μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή. Το μόνο που αποδεικνύεται στη βάση των Διαταγμάτων Κράτησης και Απέλασης που παρουσίασε η ΜΚ1 (βλ. Τεκμήρια 5 και 6) είναι ότι ο Κατηγορούμενος συνελήφθη και κρατήθη στις 9.1.2013 για σκοπούς απέλασης και ακολούθως ότι εκτελέστηκε η απέλασή του στις 18.1.
  1. Το μόνο έγγραφο που ο Κατηγορούμενος αναφέρει στην ανώμοτη δήλωσή του ότι του επιδόθηκε κατά τη σύλληψή του το 2013 και το οποίο ήταν στην ιρανική γλώσσα πρέπει να βρίσκεται στην κατοχή των αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά δεν κατατέθηκε ενώπιόν μου στο πλαίσιο της δοθείσας από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρίας, γι' αυτό και δεν μπορεί να γνωρίζει το Δικαστήριο το περιεχόμενό του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ο Κατηγορούμενος κατάγεται από το Ιράν. Γεννήθηκε στις 15.2.1994 και είναι σήμερα 22 ετών. Αφίχθηκε για πρώτη φορά στην Κύπρο στις 19.7.2004, νόμιμα ως επισκέπτης, συνοδευόμενος από τους γονείς του και την αδερφή του (βλ. Τεκμήρια 2, 4 και 10). Ο πατέρας του υπέβαλε αίτηση για άσυλο στις 21.7.
  2. Η αίτηση του εξετάστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου και απορρίφθηκε με απόφαση της εν λόγω Υπηρεσίας ημερ. 29.4.
  3. Έλαβε γνώση ο πατέρας του κατηγορούμενου για την απόφαση αυτή και άσκησε προσφυγή εναντίον της στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων. Εξετάστηκε η προσφυγή αυτή και στις 27.6.2006 εκδόθηκε απορριπτική απόφαση από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων. Ετοιμάστηκε συνοδευτική επιστολή ίδιας ημερομηνίας (27.7.2006) απευθυνόμενη στον αιτητή (πατέρα του κατηγορούμενου), στη διεύθυνση ως αναγράφεται στην επιστολή (βλ. Τεκμήριο 4). Η διεύθυνση στην οποία απευθύνεται η επιστολή αυτή δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο ότι ήταν η διεύθυνση όπου διέμενε η οικογένειά του κατά την εν λόγω ημερομηνία. Περί το Δεκέμβριο 2012 η οικογένεια του Κατηγορούμενου εντοπίστηκε από την Αστυνομία να διαμένει στη Λάρνακα. Δεν είχαν μέχρι τότε αποχωρήσει οποτεδήποτε από την Κύπρο. Ούτε είχαν εκδοθεί μέχρι τότε Διατάγματα Κράτησης και Απέλασης. Συνελήφθη ο πατέρας του Κατηγορούμενου για το αδίκημα της παράνομης διαμονής στην Κύπρο και τέθηκε υπό κράτηση. Ακολούθως, στις 10.1.2016 μετέβηκαν αυτοβούλως τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και η μητέρα του και η αδερφή του στον Αστυνομικό Σταθμό Φοινικούδων όπου και συνελήφθηκαν όλοι για παράνομη διαμονή στην Κύπρο. Εκδόθηκαν Διατάγματα Κράτησης και Απέλασης εναντίον τους στις 9.1.2013 και απελάθηκαν στις 18.1.2013, ενώ ο πατέρας απελάθηκε στις 25.1.
  4. Άγνωστο παρέμεινε αν επιδόθηκαν στον Κατηγορούμενο τα Διατάγματα Κράτησης και Απέλασης που τον αφορούσαν και αν αυτός τα υπέγραψε. Άγνωστο παρέμεινε επίσης αν του επιδόθηκε οποιαδήποτε άλλη επιστολή, η οποία να του γνωστοποιούσε, πριν την απέλασή του, την κήρυξη του ως απαγορευμένου μετανάστη, τυχόν περίοδο οικειοθελούς αποχώρησης ή/και την περίοδο απαγόρευσης νέας εισόδου του στην Κυπριακή Δημοκρατία. Παρέμεινε άγνωστο αν γνωστοποιήθηκε στον κατηγορούμενο αμέσως πριν την απέλασή του τυχόν δικαίωμα του να ασκήσει οποιοδήποτε ένδικο μέσο. Εκείνο που αναγράφεται στο Διάταγμα Απέλασης του Κατηγορούμενου (βλ. Τεκμήριο 6), ως το είχε στην κατοχή της η ΜΚ1, είναι ότι ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών στον οποίον είχαν εκχωρηθεί οι εξουσίες που δίδει στον Υπουργό Εσωτερικών το άρθρο 14 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ. 105 και το άρθρο 188
(3)(γ) του Συντάγματος διέταξε τον κατηγορούμενο «να απελαθεί στο Ιράν και να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία το συντομότερο δυνατό και στη συνέχεια να παραμείνει εκτός της Δημοκρατίας». Είναι άγνωστο αν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη διοικητική απόφαση που να καθορίζει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα απαγόρευσης της εισόδου του Κατηγορούμενου ή αν η απαγόρευση θα ήταν εσαεί ως προκύπτει από το κείμενο του Διατάγματος. Στις 10.8.2016 ο Κατηγορούμενος εμφανίσθηκε ενώπιον της ΜΚ1 στη Δερύνεια στα γραφεία της ΥΑΜ Αμμοχώστου και ομολόγησε ότι αυτός είχε εισέλθει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας από τις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές (ήτοι σε εκείνες τις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας στις οποίες η Κυπριακή κυβέρνηση δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο). Βρισκόταν εκεί ο Κατηγορούμενος από τον Ιούλιο του 2016 περί τον 1 μήνα πριν εμφανισθεί ενώπιον της ΜΚ
  1. Εμφανιζόμενος ενώπιον της ΜΚ1, ο κατηγορούμενος της δήλωσε ότι επιθυμούσε να λάβει άδεια παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία. Από έρευνα που έκανε η ΜΚ1 μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή της στο ηλεκτρονικό σύστημα του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και στην Υπηρεσία Ασύλου διαπίστωσε ότι αυτός ήταν καταχωρημένος στο Stoplist ως απαγορευμένος μετανάστης λόγω απέλασης του μετά από απόρριψη αιτήματος για πολιτικό άσυλο από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων (βλ. Τεκμήριο 7). Τον συνέλαβε για τα αυτόφωρα αδικήματα της παράνομης εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, της παράνομης παραμονής και τους απαγορευμένου μετανάστη και όταν επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε «Θέλω να τελειώσω το σχολείο». Όπως φαίνεται από το δικαστικό φάκελο, καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική υπόθεση εναντίον του στις 11.8.
  2. Ζήτησε να λάβει νομική αρωγή για το χειρισμό της υπόθεσης. Ορίστηκε η υπόθεσή του στις 18.8.2016 για εξέταση του εν λόγω αιτήματος και για απάντηση στο Κατηγορητήριο. Διατάχθηκε από το Δικαστήριο η κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι την εν λόγω δικάσιμο. Στις 12.8.2016, δηλαδή 2 μόλις μέρες μετά τη σύλληψή του, ο Κατηγορούμενος, ευρισκόμενος υπό κράτηση στις Κεντρικές Φυλακές υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο, η οποία εξετάζεται (βλ. Τεκμήριο 9). ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Η παρούσα υπόθεση είναι ποινική και η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Κατά συνέπεια δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Σε ποινικές υποθέσεις, κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν τις κατηγορίες ατεκμηρίωτες και έκθετες σε απόρριψη (βλέπε Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Για να πετύχει την καταδίκη του Κατηγορουμένου, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το δικαίωμα μιας χώρας να ρυθμίζει την είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στο έδαφος της αποτελεί, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, έκφραση της κυριαρχίας της. Το αδίκημα ως η κατηγορία αρ. 1 επί του κατηγορητηρίου εδράζεται στις διατάξεις του άρθρου 19
(2)του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε. Παραθέτω τις διατάξεις του꞉ «Άρθρο 19.-
(2)Απαγoρευμέvoς μεταvάστης πoυ βρέθηκε στη Δημoκρατία είvαι έvoχoς πoιvικoύ αδικήματoς και άvευ επηρεασμoύ τωv εξoυσιώv πoυ χoρηγήθηκαv στo Διευθυντή βάσει τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 13, υπόκειται σε φυλάκιση για χρovικό διάστημα πoυ δεv υπερβαίvει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμo πoυ δεv υπερβαίvει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δύo τις πoιvές της φυλάκισης και τoυ πρόστιμoυ, εκτός αv απoδείξει- (α) ότι αυτός vόμιμα εισήλθε στη Δημoκρατία πριv τηv έvαρξη της ισχύoς τoυ Νόμoυ αυτoύ· (β) ότι αφoύ εισήλθε στη Δημoκρατία αερoπoρικώς και δεv είvαι πρόσωπo πoυ πρoηγoυμέvως θεωρήθηκε απαγoρευμέvoς μεταvάστης επρόκειτo vα παρoυσιαστεί στov πλησιέστερo Διευθυντή· (γ) ότι κατέχει άδεια ή έγκριση πoυ χoρηγήθηκε βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή oπoιωvδήπoτε Καvovισμώv πoυ εκδόθηκαv βάσει αυτoύ ή κάπoιoυ άλλoυ Νόμoυ, vα παραμείvει στη Δημoκρατία· ή (δ) ότι, αφoύ η άδεια τoυ ή έγκριση εξέπvευσε ή αvακλήθηκε, αυτός δεv έχει εύλoγη ευκαιρία vα εγκαταλείψει τη Δημoκρατία.». Το αδίκημα ως η κατηγορία αρ. 2 επί του κατηγορητηρίου εδράζεται στις διατάξεις του άρθρου 12 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε. Σχετικές οι διατάξεις των εδαφίων
(1)
(2)και
(5), τις οποίες παραθέτω πιο κάτω꞉ «12.-
(1)Καvέvα πρόσωπo δεv θα εισέρχεται ή εγκαταλείπει τη Δημoκρατία εκτός διά μέσoυ εγκριμέvoυ λιμαvιoύ.
(2)Πρόσωπo πoυ εισέρχεται στη Δημoκρατία διά θαλάσσης δεv θα απoβιβάζεται χωρίς τη συγκατάθεση τoυ Διευθυντή και ιατρικός λειτoυργός και o πλoίαρχoς δεv θα επιτρέπoυv σε oπoιoδήπoτε τέτoιo πρόσωπo vα απoβιβάζεται χωρίς τη συγκατάθεση πoυ αvαφέρθηκε πιo πάvω.
(5)Πρόσωπo τo oπoίo παραβαίvει ή παραλείπει vα τηρήσει oπoιαδήπoτε από τις διατάξεις τωv εδαφίωv
(1),
(2),
(3)ή
(4)τoυ άρθρoυ αυτoύ είvαι έvoχo αδικήματoς και υπόκειται σε φυλάκιση για χρovικό διάστημα πoυ δεv υπερβαίvει τoυς δώδεκα μήvες ή σε πρόστιμo πoυ δεv υπερβαίvει τις χίλιες λίρες ή και στις δύo πoιvές της φυλάκισης και τoυ πρoστίμoυ.» Η υπεράσπιση που προώθησε ο Κατηγορούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου, ειδικά όσον αφορά την 1η κατηγορία, ήταν ότι αυτός δεν ήταν απαγορευμένος μετανάστης καθ' ον χρόνο βρέθηκε στη Δημοκρατία, ή/και ότι αυτός δεν γνώριζε να είναι απαγορευμένος μετανάστης και ότι συνεπώς δεν είχε την ένοχη διάνοια για την τέλεση του αδικήματος ως η κατηγορία αρ. 1. Σε ό,τι αφορά τη 2η κατηγορία, αν και αυτός δεν αρνήθηκε ότι πληρούνται τα συστατικά της στοιχεία στην όψη των γεγονότων, εντούτοις ισχυρίζεται ότι δεν δύναται να τιμωρηθεί εφόσον αυτός έχει την ιδιότητα του αιτητή πολιτικού ασύλου και ότι το ταχύτερο δυνατό μετά την παράνομη είσοδό του στην Κύπρο, αυτός ενημέρωσε τις αρμόδιες αρχές για την πρόθεσή του να αιτηθεί άσυλο και υπέβαλε προς τούτο την αίτησή του. Τη δεύτερη αυτή γραμμή υπεράσπισης, ο Κατηγορούμενος την προωθεί αναφορικά και με την 1η κατηγορία, εάν ήθελε κριθεί ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ως η εν λόγω κατηγορία. Η συνήγορος Υπεράσπισης επικαλείται ως νομική βάση για την υπεράσπιση του Κατηγορούμενου τη Σύμβαση για το καθεστώς των Προσφύγων του 1951 (Σύμβαση της Γενεύης) (βλ. ιδίως το άρθρο 1, παρα. 2 και το άρθρο 33), τον περί Προσφύγων Νόμο, Ν.6(Ι)/2000(βλ. ιδίως τα άρθρα 3 και 7), την Οδηγία 2008/115/ΕΚ, όπως ενσωματώθηκε στην Κυπριακή έννομη τάξη με τον περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε (βλ. ιδίως τα άρθρα 18ΟΔ, 18ΟΘ, 18ΠΓ, 18ΠΔ), και το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ»), καθώς και νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προχωρώ πιο κάτω να εξετάσω σε ποιο βαθμό ευσταθεί η γραμμή υπεράσπισης του Κατηγορούμενου. Αναφορικά με το αν αποδεικνύεται ότι ο Κατηγορούμενος ήταν απαγορευμένος μετανάστης καθ' ον χρόνο βρέθηκε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το Άρθρο 2 του Κεφ. 105 καθορίζει ότι - «"απαγoρευμέvoς μεταvάστης" σημαίvει πρόσωπo τo oπoίo είvαι απαγoρευμέvoς μεταvάστης βάσει τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ·». Το άρθρο 6
(1)(θ) του Κεφ. 105 προβλέπει ότι꞉ «6-
(1)Τα ακόλoυθα πρόσωπα θα είvαι απαγoρευμέvoι μεταvάστες και, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ ή τωv διατάξεωv πoυ δυvατό vα περιέχovται σε oπoιoυσδήπoτε Καvovισμoύς πoυ εκδόθηκαv δυvάμει αυτoύ ή σε oπoιoδήπoτε Διάταγμα τoυ Υπoυργικoύ Συμβoυλίoυ, δεv θα επιτρέπεται η είσoδoς στη Δημoκρατία σε:- (θ) oπoιoδήπoτε πρόσωπo τo oπoίo απελάθηκε από τη Δημoκρατία είτε βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή είτε βάσει oπoιoυδήπoτε voμoθετήματoς σε ισχύ κατά τηv ημερoμηvία της απέλασης τoυ·». Το ότι ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση είχε απελαθεί είναι αποδεδειγμένο (βλ. οπισθογράφηση Τεκμηρίου 6) και παραδεκτό από πλευράς Υπεράσπισης. Το ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι απελάθηκε είναι επίσης αποδεδειγμένο και παραδεκτό από την Υπεράσπιση. Άλλωστε ο ίδιος χρησιμοποιεί τη φρασεολογία αυτή στην ανώμοτη του δήλωση. Εκείνο που ο Κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε είναι με ποια διοικητική απόφαση αυτός κηρύχθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης, ήτοι πρόσωπο στο οποίο απαγορευόταν η είσοδος στην Κυπριακή Δημοκρατία και για ποια χρονική περίοδο αποφασίστηκε να ισχύει η απαγόρευση αυτή. Όσον αφορά το στοιχείο της γνώσης αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας, αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν τη γνώση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Για παράδειγμα στην πρωτόδικη απόφαση, ημερ. 30.11.2010, στην Ποινική υπόθεση αρ. 9921/2010, Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν CRISTIAN ARUXANDEI, ο αδελφός Δικαστής Τιμοθέου διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος είχε γνώση ότι είχε κηρυχθεί απαγορευμένος μετανάστης καθώς και για τη διάρκεια που ίσχυε η απαγόρευση επιστροφής του στην Κύπρο στη βάση των στοιχείων μαρτυρίας ως φαίνεται στο πιο κάτω απόσπασμα από τη δικαστική απόφαση꞉ «Στις 30.3.10 καταρτίστηκε επιστολή γραμμένη στην αγγλική γλώσσα (τεκμήριο 21) η οποία ενημέρωνε τον κατηγορούμενο ότι είναι απαγορευμένος μετανάστης, σύμφωνα με το άρθρου 6
(1)(δ) του Κεφ. 105 και ότι αποφασίστηκε με βάση και το άρθρο 35 του περί Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να Διαμένουν στη Δημοκρατία Νόμου του 2007, μετά την καταδίκη του σε φυλάκιση, να απελαθεί από τη Δημοκρατία, καθώς θεωρήθηκε ότι η συμπεριφορά του συνιστά μια γνήσια, παρούσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, η οποία επηρεάζει τη δημόσια και έννομη τάξη της Δημοκρατίας. Επίσης με την επιστολή αυτή ο κατηγορούμενος ενημερωνόταν ότι κατά συνέπεια η προσωρινή άδεια παραμονής του ανακαλείται και ότι εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης, ημερομηνίας 30.3.10 καθώς και ότι η απέλασή του στη Ρουμανία θα λάβει χώρα αμέσως μετά την έκτιση της ποινής φυλάκισής του και μέχρι τότε θα παραμείνει υπό κράτηση. Τέλος ενημερωνόταν ότι η επάνοδός του στην Κύπρο μετά την απέλασή του απαγορεύεται για τα επόμενα δέκα χρόνια από την ημέρα της απέλασης και ότι έχει το δικαίωμα να καταχωρήσει προσφυγή εναντίον της απόφασης για απέλασή του εντός 72 ημερών από την ημέρα παραλαβής της εν λόγω επιστολής. Ο κατηγορούμενος δεν άσκησε προσφυγή κατά των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του. Ο κατηγορούμενος κατά τη μεταφορά του στο αεροδρόμιο Λάρνακας ενημερώθηκε προφορικά για την έκδοση των διαταγμάτων και ότι μετά που μπήκε στη φυλακή δεν μπορούσε να μένει πλέον στην Κύπρο και έπρεπε να πάει στη χώρα του και μετά από 10 χρόνια μπορούσε να επιστρέψει. Η ενημέρωση αυτή έγινε στα ελληνικά και ο κατηγορούμενος έδειχνε να καταλαβαίνει. Περαιτέρω ο Μ.Κ.9 επέδωσε στον κατηγορούμενο αντίγραφο του αντιγράφου της επιστολής τεκμήριο 21 δηλ. του τεκμηρίου 24 στο οποίο, τεκμήριο 24, υπέγραψαν πριν τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο Μ.Κ.
  1. Ακολούθως η ώρα 22:00 ο κατηγορούμενος απελάθηκε για τη χώρα του με την πτήση RO
  2. Από τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε τόσο προφορικά στα ελληνικά για το όλο θέμα όσο και με την επιστολή που του επιδόθηκε στα αγγλικά. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη μαρτυρία του στο Δικαστήριο ανέφερε, εκθέτοντας τη δική του εκδοχή, ότι του εξήγησαν ότι αν έλθει πίσω πριν τις 29.4.10 θα έχει πρόβλημα και ότι μπορεί να γυρίσει μετά τις 30.4.10 γεγονός που δείχνει ότι μπορούσε να αντιληφθεί ελληνικά και ιδίως ως ο ίδιος είπε τις ημερομηνίες. Όσον αφορά την αντίληψη του για τα ελληνικά αυτή προκύπτει και από το γεγονός ότι τα δύο συμβόλαια ενοικίασης των οικιών που διέμενε τα οποία υπέγραψε (τεκμήρια 28 και 31) και τα οποία κατέθεσε η υπεράσπιση ήταν συνταγμένα στα ελληνικά. Όσον αφορά το τεκμήριο 24 αυτό του επιδόθηκε και συνεπώς ανεξαρτήτως του ότι ήταν στα αγγλικά το είχε στην κατοχή του και μπορούσε αν δεν αντιλαμβανόταν το περιεχόμενο του ακόμη και μετά που επέστρεψε στη χώρα του να φροντίσει να ενημερωθεί. Πέραν τούτου και πάλι από τεκμήριο που κατέθεσε η υπεράσπιση και δη το τεκμήριο 32 που είναι βεβαίωση συνταγμένη στην αγγλική γλώσσα σε σχέση με την πληρωμή των δόσεων για το αυτοκίνητο του την οποία ο ίδιος ο κατηγορούμενος υπέγραψε φαίνεται ότι αντιλαμβανόταν και αγγλικά.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Στην παρούσα υπόθεση, έχω ήδη καταγράψει στα ευρήματά μου ως προς τα γεγονότα ότι παρέμεινε άγνωστο μέχρι τέλους της δίκης το περιεχόμενο της επιστολής που δόθηκε στον Κατηγορούμενο να υπογράψει κατά τη σύλληψή του στα Αστυνομικά κρατητήρια στις Φοινικούδες. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε ότι γνωστοποίησε στον Κατηγορούμενο την απόφαση με την οποία αυτός κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και την περίοδο της απαγόρευσης εισόδου του. Η σύλληψη δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη αλλά διοικητικό μέτρο εκτέλεσης των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης και στερείται εκτελεστότητας (βλ. Υπόθεση αρ. 534/2005, Faisal Madadal v. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 24.1.2007). Θα έπρεπε να είχε επιδοθεί στον Κατηγορούμενο η απόφαση κήρυξης του ως απαγορευμένου μετανάστη και το Διάταγμα απέλασης για να μπορούσε να ασκήσει διοικητική προσφυγή εναντίον τους. Θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι η απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων απόρριψης του αιτήματος ενός αιτητή για άσυλο δεν συνιστά αφ' εαυτής απόφαση κήρυξής του σε απαγορευμένο μετανάστη. Έτσι, ούτε καν ο πατέρας του Κατηγορούμενου που ήταν ο αιτητής δεν δύναται να θεωρηθεί ότι κηρύχθηκε σε απαγορευμένο μετανάστη εξαιτίας της έκδοσης και μόνον της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής. Πρόκειται για απόφαση απόρριψης του αιτήματος του για άσυλο, η οποία σηματοδοτεί απλώς και μόνο την έναρξη του παράνομου της διαμονής στην Κύπρο. Χρειάζεται χωριστή διοικητική απόφαση αναφορικά με την υποχρέωση επιστροφής του στη χώρα του και αναφορικά με την απαγόρευση νέας εισόδου του στην Κύπρου. Επεξηγώ πιο κάτω με αναφορά στη νομοθεσία και τη νομολογία. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105꞉ - "παράνομη παραμονή" σημαίνει παρουσία στο έδαφος της Δημοκρατίας υπηκόου τρίτης χώρας που δεν πληροί, ή δεν πληροί πλέον, τις προϋποθέσεις εισόδου, όπως ορίζονται στο Άρθρο 5 του Κώδικα Συνόρων του Σένγκεν ή τις λοιπές προϋποθέσεις εισόδου, παραμονής ή διαμονής στη Δημοκρατία· ο όρος «παρανόμως παραμένοντας» τυγχάνει αντίστοιχης ερμηνείας. - "υπήκοος τρίτης χώρας" σημαίνει κάθε πρόσωπο που δεν είναι πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την έννοια του Άρθρου 20, παράγραφος 1, της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν είναι δικαιούχος του κοινοτικού δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, όπως ορίζεται στο Άρθρο 2, παράγραφος 5 του Κώδικα Συνόρων του Σένγκεν. Το άρθρο 8 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει ότι꞉ «8.-
(1)(α) Ο αιτητής έχει, αποκλειστικά για το σκοπό της διαδικασίας, δικαίωμα παραμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, το οποίο δικαίωμα ισχύει από την ημερομηνία υποβολής της αίτησής του μέχρι και τη μεταγενέστερη από τις ακόλουθες ημερομηνίες: (i) την ημερομηνία κατά την οποία καθίσταται εκτελεστή η εκδιδόμενη απόφαση του Προϊσταμένου επί της αίτησης του αιτητή, σύμφωνα με το εδάφιο
(10)του άρθρου 18, (ii) την ημερομηνία αποστολής της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής στον αιτητή, σύμφωνα με το εδάφιο
(6)του άρθρου 28Θ, αναφορικά με την ενώπιον της διοικητική προσφυγή του αιτητή κατά της απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης του αιτητή.» Με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, ο πατέρας του κατηγορούμενου ως αιτητής είχε δικαίωμα παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία ως αιτητής ασύλου από την ημερομηνία υποβολής της αίτησής του μέχρι την ημερομηνία της αποστολής σε αυτόν της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων. Με δεδομένο ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ανήλικος καθ' ον χρόνο εκδόθηκε η απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, η δική του τύχη για το νόμιμο ή μη της παραμονής του στην Κύπρο σφραγιζόταν από την τύχη του αιτήματος του πατέρα του. Ανοίγω εδώ μία παρένθεση για να σχολιάσω τη θέση του Κατηγορούμενου ότι αυτός και η οικογένεια του δεν γνώριζαν για την απορριπτική απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων και για το παράνομο της διαμονής τους στην Κύπρο μέχρι τότε που συνελήφθη ο πατέρας. Όπως έχει αποσαφηνιστεί νομολογιακά, σημασία έχει η «αποστολή» της απορριπτικής απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων στον αιτητή και όχι η «παραλαβή» της, για τον τερματισμό του δικαιώματος παραμονής του αιτητή στην βάση του Νόμου και την διάγνωση του καθεστώτος του ως απαγορευμένου μετανάστη (βλ. απόφαση ημερ. 7.4.2015 της Παναγή, Δ. στην Προσφυγή αρ. 77/15, MD YOUSUF ALI ν Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Λειτουργού Μετανάστευσης Υπουργείου Εσωτερικών). Ενώπιον μου η ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες για τον τρόπο αποστολής της επιστολής ως το Τεκμήριο 4, αν αυτή στάληκε με κανονικό ταχυδρομείο ή με συστημένο ταχυδρομείο ή καθόλου. Δεν κατατέθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε απόδειξη κατάθεσης συστημένων ή/και το έγγραφο του Ταχυδρομείου αναφορικά με τον εντοπισμό της πορείας αποσταλθέντων μέσω ηλεκτρονικού συστήματος των Κυπριακών Ταχυδρομείων (web tracking), όπως συνέβηκε στην προμνησθείσα προσφυγή αρ. 77/15. Πιθανολόγησε απλώς η ΜΚ1 ότι για να εκδόθηκε το διάταγμα απέλασης θα πρέπει οι αρμόδιοι να έλεγξαν και να βεβαιώθηκαν ότι είχε σταλεί η απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων στον αιτητή. Επισημαίνω ότι εάν είχε δοθεί μαρτυρία που να αποδεικνύει την αποστολή της επιστολής, τότε και μόνον θα μπορούσε να είχε κριθεί ότι ο αιτητής όφειλε να την είχε παραλάβει, δεδομένης της μη αμφισβήτησης της εκεί αναγραφόμενης διεύθυνσης και θα μπορούσε να του είχε καταλογιστεί γνώση του περιεχομένου της (Βλ. κατ' αναλογία Υπόθεση αρ. 2052/06 Vakhtang Odikadze ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 8.8.2008). Εάν είχε δοθεί μαρτυρία ως προανέφερα, τότε το βάρος απόδειξης της μη λήψης της επιστολής θα μεταφερόταν στους ώμους του προοριζόμενου παραλήπτη, ο οποίος θα μπορούσε να επιχειρήσει να ανατρέψει το τεκμήριο με την προσαγωγή μαρτυρίας ως προς τη μη λήψη της επιστολής, (βλ. την απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Θεανώ Θεμιστοκλέους κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2007)3 ΑΑΔ 415). Εδώ ο Κατηγορούμενος δεν χρειάστηκε να αποσείσει το εν λόγω βάρος, εφόσον δεν είχε δοθεί από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία που να δείχνει ότι πράγματι ταχυδρομήθηκε η επιστολή ως το Τεκμήριο 4. Για χάριν πληρότητας σημειώνω ότι, και αν ακόμη η δοθείσα ενώπιον μου μαρτυρία δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα, εάν δηλαδή στην πράξη η απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων είχε πράγματι σταλεί στον αιτητή, η γνωστοποίηση αυτής και μόνον της απόφασης στον αιτητή ασύλου δεν θα ισοδυναμούσε με γνωστοποίηση της απόφασης της διοίκησης να κηρύξει τον αιτητή απαγορευμένο μετανάστη αφού εκείνη νομοθετικά αποτελεί αυτοτελή εκτελεστή διοικητική πράξη και η αυτοτέλειά της έχει νομολογιακά αναγνωριστεί. Συνεπακόλουθα, η μη έγερση προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος κατά της τυχόν γνωστοποιηθείσας σε αυτόν απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων δεν θα μπορούσε να εξισωθεί δίχως άλλο με αποδοχή της ξεχωριστής επακόλουθης απόφασης για κήρυξή του ως απαγορευμένου μετανάστη. Σύμφωνα με το άρθρο 18ΟΔ του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, η «απαγόρευση εισόδου» προϋποθετει την έκδοση διοικητικής απόφασης ή πράξης με την οποία να απαγορεύεται η είσοδος και η παραμονή στο έδαφος της Δημοκρατίας για ορισμένο χρονικό διάστημα, συνοδευόμενη από απόφαση επιστροφής. Η "απόφαση επιστροφής" είναι διοικητική απόφαση ή πράξη με την οποία κηρύσσεται ή αναφέρεται ως παράνομη η παραμονή υπηκόου τρίτης χώρας και του επιβάλλεται ή αναφέρεται υποχρέωση επιστροφής. "Επιστροφή" σημαίνει τη διαδικασία επανόδου υπηκόου τρίτης χώρας, είτε με οικειοθελή συμμόρφωσή του προς την υποχρέωση επιστροφής είτε αναγκαστικά - (α) στη χώρα καταγωγής του/της, ή (β) σε χώρα διέλευσης σύμφωνα με κοινοτικές ή διμερείς συμφωνίες επανεισδοχής ή άλλες ρυθμίσεις, ή (γ) σε άλλη τρίτη χώρα, στην οποία ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας αποφασίζει εθελοντικά να επιστρέψει και στην οποία γίνεται δεκτός. Το άρθρο 18ΟΗ
(1)του ίδιου Νόμου προβλέπει για την υποχρέωση του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης να εκδίδει απόφαση επιστροφής για οποιοδήποτε υπήκοο τρίτης χώρας που παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στα εδάφια
(2)μέχρι
(5).[1] Στην παρούσα υπόθεση δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να κατατάσσει τον κατηγορούμενο στο πεδίο εφαρμογής των εξαιρέσεων που προβλέπονται στα εδάφια
(2)έως
(5)του πιο πάνω άρθρου. Συνεπώς, υπήρχε υποχρέωση για την έκδοση απόφασης επιστροφής του Κατηγορούμενου, εφόσον η διαμονή του στην Κύπρο ήταν παράνομη μετά την απόρριψη του αιτήματος του πατέρα του για άσυλο και μη υπάρχοντος οποιουδήποτε δικού του αιτήματος σε εκκρεμότητα. Το άρθρο 18ΟΗ
(6)προβλέπει ότι ο Διευθυντής δύναται να λαμβάνει απόφαση ως προς τη λήξη της νόμιμης παραμονής μαζί με απόφαση επιστροφής και/ή απόφαση απομάκρυνσης και/ή απαγόρευση εισόδου, με την επιφύλαξη των δικονομικών εγγυήσεων που προβλέπονται στα άρθρα 18ΠΔ μέχρι 18ΠΕ, στο Άρθρο 146 του Συντάγματος και σε άλλες συναφείς διατάξεις του κυπριακού δικαίου και του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο 18ΠΔ
(1)(α) επιβάλλει όπως οι αποφάσεις επιστροφής και - εάν έχουν εκδοθεί - οι αποφάσεις απαγόρευσης εισόδου και οι αποφάσεις απομάκρυνσης εκδίδονται εγγράφως και περιλαμβάνουν τους νομικούς και πραγματικούς λόγους καθώς και πληροφορίες για τα διαθέσιμα ένδικα μέσα. Σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του ιδίου άρθρου, ο Διευθυντής εξασφαλίζει, κατόπιν αιτήματος, τη γραπτή ή προφορική μετάφραση των βασικών σημείων των αποφάσεων επιστροφής, κατά τα αναφερόμενα στο εδάφιο
(1), συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τα διαθέσιμα ένδικα μέσα, σε γλώσσα που κατανοεί ή θεωρείται ευλόγως ότι κατανοεί ο υπήκοος τρίτης χώρας. Σύμφωνα με το εδάφιο
(3)(α) του ίδιου άρθρου, ο Διευθυντής δύναται να μην εφαρμόζει το εδάφιο
(2)όσον αφορά υπηκόους τρίτης χώρας που έχουν εισέλθει παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας και δεν τους έχει χορηγηθεί στη συνέχεια άδεια ή δικαίωμα να παραμείνουν στη Δημοκρατία. Επομένως, βάσει των ανωτέρω διατάξεων θα έπρεπε να είχε εκδοθεί και επιδοθεί στον Κατηγορούμενο, εφόσον αυτός ήταν υπήκοος τρίτης χώρας που δεν είχε εισέλθει παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας, η απόφαση επιστροφής και απαγόρευσης της εισόδου του. Σημειώνω ότι, όπως ορθά επεσήμανε η συνήγορος Υπηρέασπισης, με βάση το άρθρο 18ΟΘ του ίδιου Νόμου, η απόφαση επιστροφής πρέπει να προβλέπει κατάλληλο χρονικό διάστημα για την οικειοθελή αναχώρηση που κυμαίνεται μεταξύ επτά και τριάντα ημερών, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στα εδάφια
(2)και
(4). Σύμφωνα με το άρθρο 18ΠΓ
(1)οι αποφάσεις επιστροφής συνοδεύονται από απαγόρευση εισόδου, εφόσον - (α) δεν έχει χορηγηθεί χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης, ή (β) δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση επιστροφής. Σε άλλες περιπτώσεις, οι αποφάσεις επιστροφής επιτρέπεται να συνοδεύονται από απαγόρευση εισόδου. Με βάση το εδάφιο
(2)του ίδιου άρθρου, η διάρκεια της απαγόρευσης εισόδου καθορίζεται λαμβανομένων δεόντως υπόψη όλων των σχετικών περιστάσεων κάθε μεμονωμένης περίπτωσης και, κανονικά, δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια. Ωστόσο είναι δυνατόν να υπερβαίνει την πενταετία, αν ο υπήκοος της τρίτης χώρας αντιπροσωπεύει σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την ασφάλεια της Δημοκρατίας. Το άρθρο18ΠΓ
(5)προβλέπει ότι οι ανωτέρω διατάξεις περί απαγόρευσης εισόδου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη του δικαιώματος διεθνούς προστασίας, όπως ορίζεται στον περί Προσφύγων Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται. Όλες οι ανωτέρω διατάξεις του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, αποσκοπούν στην εναρμόνιση με τις διατάξεις της "Οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών», όπως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙ Όπως σημείωσε η Έντιμη Δικαστής Παναγή, Δ στην απόφασή της ημερ. 25.11.2015 στην υπόθεση αρ. 555/15 Matondo Adam ν Διευθύντριας Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης - «Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της Οδηγίας 2008/115, καθιερώνει κοινούς κανόνες και διαδικασίες απομάκρυνσης και επαναπατρισμού υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν παράνομα, χωρίς τα κράτη μέλη να μπορούν να αποκλίνουν από τους κανόνες αυτούς παρά μόνο υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στο άρθρο 4 της Οδηγίας. Ούτε επιτρέπεται στα κράτη μέλη να θεσπίσουν αυστηρότερους κανόνες για τα διαδοχικά στάδια που αυτή προνοεί, (βλ. C61/11 PPU, Corte Dâpello di Trento κατά Hassen El Dridi, ή Soufi Karim, 28.4.2011, Ashgar v. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 762/2011, ημερομηνίας 30.6.2011).». Επομένως, κατά το χρόνο της απέλασής του, ο Κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να γνωρίζει για την απόφαση επιστροφής του και για την απόφαση απαγόρευσης εισόδου του και ιδίως για τη διάρκεια αυτής. Εδώ, δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος είχε κριθεί από τις αρχές ως πρόσωπο που συνιστούσε σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την ασφάλεια της Δημοκρατίας. Συνεπώς, η διάρκεια της απαγόρευσης εισόδου δεν θα μπορούσε στην περίπτωσή του να είναι μόνιμη ούτε να υπερβαίνει τα 5 χρόνια. Ο Κατηγορούμενος με βάση τα ενώπιον μου αποδεδειγμένα γεγονότα εισήλθε στην Κύπρο πριν παρέλθουν 5 χρόνια από την ημερομηνία της απέλασής του, πλην όμως δεν του είχε γνωστοποιηθεί η εφαρμοστέα στην περίπτωσή του περίοδος απαγόρευσης, για να μπορεί να λεχθεί ότι εν γνώση του την παραβίασε. Επαναλαμβάνω ότι δεν αποδείχθηκε ενώπιόν μου να του γνωστοποιήθηκαν ή επιδόθηκαν οι αποφάσεις επιστροφής και απαγόρευσης εισόδου. Διαφωτιστική όσον αφορά την υποχρέωση του Διευθυντή να γνωστοποιεί στο επηρεαζόμενο πρόσωπο την απόφαση κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη και για τις συνέπειες σε περίπτωση παράλειψης τήρησης της υποχρέωσης αυτής είναι η απόφαση ημερ. 19.7.2013 του Κ. Κληρίδη, Δ. (όπως ήταν τότε) στην υπόθεση 5551/2013, NALANI RANASIGNHE RUPASSARAGE ν Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθύντριας Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα꞉ «Σύμφωνα με τον Κανονισμό 19 των περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Κανονισμών του 1972 (ΚΔΠ 242/1972): "
  1. Λειτουργός μεταναστεύσεως, όστις αποφασίζει ότι πρόσωπον τι είναι απαγορευμένος μετανάστης δέον όπως επιδώσει εις αυτό ειδοποίησιν συμφώνως προς τον Δεύτερον Πίνακα των παρόντων Κανονισμών." [.] Το θέμα που πρέπει να απασχολήσει δεν είναι το κατά πόσο η ειδοποίηση ενός προσώπου περί του ότι κατέστη απαγορευμένος μετανάστης είναι ή όχι απαραίτητη προϋπόθεση ώστε νόμιμα να μπορούν να εκδοθούν διατάγματα κράτησης και απέλασής του. Απαραίτητη προϋπόθεση και αναφαίρετη βάση για την έκδοση διατάγματος απέλασης, σε μια τέτοια περίπτωση, είναι το ίδιο το γεγονός ότι κάποιο πρόσωπο κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και όχι το εάν ειδοποιήθηκε ως προς τούτο. Όμως, το σημαντικό θέμα που πρέπει να απασχολήσει είναι το ότι, με την παράλειψη της διοίκησης να γνωστοποιήσει στον ενδιαφερόμενο το γεγονός ότι κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης, αυτός αποστερήθηκε του δικαιώματος να λάβει είτε διοικητικής φύσεως μέτρα προς νομιμοποίησή του, είτε νομικής φύσεως ένδικα μέτρα προς ανατροπή της δημιουργηθείσας κατάστασης πραγμάτων και, ασφαλώς, προς αποτροπή της έκδοσης των παρεπόμενων διαταγμάτων κράτησης και απέλασής του. [.] Εγείρεται όμως εδώ και άλλο ζήτημα, το οποίο υπέδειξε και η συνήγορος της αιτήτριας. Μέσα στον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο, Κεφ. 105, ενσωματώθηκαν οι υποχρεωτικής εφαρμογής πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2008/115/ΕΚ. Σύμφωνα με τις τροποποιηθείσες πρόνοιες του Νόμου, τα νέα άρθρα 18 ΟΔ - 18 ΠΘ, εφαρμόζονται στους παρανόμως παραμένοντες υπηκόους τρίτης χώρας στο έδαφος της Δημοκρατίας. Με το άρθρο 18 ΟΗ, ο Διευθυντής εκδίδει Απόφαση Επιστροφής για οποιοδήποτε υπήκοο τρίτης χώρας που παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία, με την επιφύλαξη κάποιων εξαιρέσεων, που δε φαίνεται να εφαρμόζονται στην περίπτωση. Με την Απόφαση Επιστροφής προβλέπεται κατάλληλο χρονικό διάστημα για την οικειοθελή αναχώρηση του ενδιαφερόμενου προσώπου που κυμαίνεται μεταξύ 7-30 ημερών. Ούτε και αυτή η επιτακτική νομοθετική πρόνοια φαίνεται να έχει τηρηθεί στην περίπτωση της αιτήτριας, μετά που αυτή κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και, συνακόλουθα, παρανόμως διαμένουσα στη Δημοκρατία. Αυτό φαίνεται να είναι ένα άλλο στοιχείο έκδηλης παρανομίας το οποίο, εάν ακολουθείτο, θα μπορούσε να αποτρέψει την αναγκαστική απέλαση και κράτηση της αιτήτριας.». Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση εφόσον δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η επίδοση της απόφασης κήρυξης του Κατηγορούμενου σε απαγορευμένο μετανάστη και η διάρκεια της απαγόρευσης εισόδου του, δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος είχε πλήρη γνώση ή/και ότι είχε αποδεχθεί τη νομική του κατάταξη ως απαγορευμένου μετανάστη και δεν έχει συνεπακόλουθα αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι καθ ον χρόνο αυτός βρέθηκε στην Κύπρο (στις 10.8.2016) γνώριζε ότι εξακολουθούσε να θεωρείται απαγορευμένος μετανάστης ή ότι εξακολουθούσε να απαγορεύεται η είσοδος του στην Κύπρο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα ως η κατηγορία αρ.
  2. Αναφορικά με τη γραμμή υπεράσπισης ότι καμία τιμωρία ή ποινική κύρωση δύναται να επιβληθεί στο παρόν στάδιο στον Κατγορούμενο εφόσον ο ίδιος είναι αιτητής ασύλου. Το Άρθρο 7
(1)του περί Προσφύγων Νόμου Ν. 6
(1)/2000 προβλέπονται τα εξής: «Αιτητής, ο οποίος εισέρχεται ή εισήλθε στη Δημοκρατία παράνομα, δεν υπόκειται σε τιμωρία λόγω μόνο της παράνομης εισόδου ή διαμονής του, νοουμένου ότι παρουσιάζεται, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στις αρχές και εκθέτει τους λόγους της παράνομης εισόδου ή διαμονής του.». Το πιο πάνω άρθρο 7
(1)ουσιαστικά ενσωματώνει στην Κυπριακή έννομη τάξη το άρθρο 31 της Συνθήκης της Γενεύης, το οποίο προβλέπει ότι πρόσφυγας που εισέρχεται ή διαµένει παράνοµα σε συµβαλλόµενο κράτος δεν υπόκειται σε τιµωρία λόγω µόνο της παράνοµης εισόδου ή διαµονής του, εφόσον προέρχεται άµεσα από χώρα που η ζωή ή η ελευθερία του απειλείτο (βλ άρθρο 1 της Σύµβασης της Γενεύης και αντίστοιχα το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου) και νοουµένου ότι παρουσιάζεται, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στις αρχές και δίνει επαρκείς εξηγήσεις περί της παράνοµης εισόδου ή διαµονής του. Στο άρθρο 3 του περί προσφύγων Νόμου προβλέπεται ότι꞉ «3.-
(1)Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιµου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας µέλους συγκεκριµένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυµο, να χρησιµοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούµενης συνήθους διαµονής του ως αποτέλεσµα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυµο να επιστρέψει σ' αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρµογή το άρθρο 5.». Η σχέση μεταξύ των διατάξεων του άρθρου 7
(1)του περί Προσφύγων Νόμου και του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση 236/15, HABIBI POUR ALI FASEL ν Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω 1. Αρχηγού Αστυνομίας και 2 Υπουργού Εσωτερικών. Στην απόφασή του, ημερ. 31.3.2016, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε τα εξής, με παραπομπή στην Asad Mohammed Rahal ν. Κυπριακή Δημοκρατία και Άλλων
(2004)3 Α.Α.Δ. 741, απόφαση της πλειοψηφίας (11 Δικαστές)꞉ - Ότι ο περί Προσφύγων Νόμος υπερισχύει στο πεδίο που προορίζεται να καλύψει, παρέχοντας σε αιτητές ασύλου, υπό προϋποθέσεις που ορίζει, προστασία από επιπτώσεις και κυρώσεις που προβλέπονται στον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο. - Ως προς όμως τα λοιπά δεν μεταβάλλεται και δεν ατονεί ο ρυθμιστικός ρόλος του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου που αποβλέπει στην προστασία της Κυπριακής επικράτειας και έχει εμβέλεια πέραν του πεδίου εφαρμογής του περί Προσφύγων Νόμου. - Δεν δεχόμαστε ότι όπου γίνεται επίκληση του περί Προσφύγων Νόμου καθίσταται, στις πτυχές που εδώ συζητούμε, καθ' ολοκληρίαν ανενεργός ο περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμος. - Η λειτουργική σχέση μεταξύ των δύο νομοθετημάτων προσδιορίζεται ερμηνευτικά με αναφορά στον αντίστοιχο σκοπό τους και το αποτέλεσμα της διασύνδεσης τους και όχι τη χρονική σειρά των εξελίξεων μετά που αποκρυσταλλώθηκε η κατάσταση. - Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Napana Wilesinge
(2004)2 Α.Α.Δ. 560, το άρθρο 7
(1)του περί Προσφύγων Νόμου, προστατεύει αιτητές ασύλου από τιμωρία αλλά μόνο εφόσον πληρούνται οι όροι του. Έτσι, εάν η τιμωρία που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα για παράβαση των διατάξεων του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου δεν είχε σχέση με ενέργειες του που προέκυψαν εκ της ιδιότητας του ως αιτητή πολιτικού ασύλου, αν δηλαδή η παράβαση δεν συνδεόταν με τις ανάγκες που αφορούσαν την εν λόγω επικληθείσα ιδιότητα, τότε δεν τίθεται θέμα σύγκρουσης με τις διατάξεις του άρθρου 7 του περί Προσφύγων Νόμου. Κατηγορούµενος ο οποίος επικαλείται ως υπεράσπιση σε ποινική κατηγορία τις διατάξεις του άρθρου 7 του περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 31 της Σύµβασης της Γενεύης δεν είναι αναγκαίο να αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα σε επίπεδο πέραν πάσης λογικής αµφιβολίας. Εφόσον δεν έχει ακόμη εξεταστεί το αίτημα του για άσυλο από τις αρμόδιες αρχές, ο Κατηγορούμενος αρκεί να παράσχει στο Δικαστήριο επαρκή στοιχεία ώστε να υποστηρίξει τον ισχυρισµό του ότι εµπίπτει στην έννοια του πρόσφυγα σύµφωνα µε το άρθρο 1 της Σύµβασης της Γενεύης. Εφόσον ο κατηγορούµενος δώσει τα επαρκή αυτά στοιχεία τότε το βάρος απόδειξης µεταφέρεται στην κατηγορούσα αρχή να αποδείξει ότι ο κατηγορούµενος δεν είναι πρόσφυγας σε επίπεδο πέραν πάσης λογικής αµφιβολίας. Παραπέμπω συναφώς στην Αγγλική υπόθεση Regina ν. Koshi Pitshou Mateta etc [2013) EWCA Crim 1372 όπου αποφασίστηκε ότι꞉ «the defendant must ρrovide sufficient evidence in suρρort of his claim to refugee status to raise the issue and thereafter the burden falls on the ρrosecution to prove to the criminal standard that he is not a refugee». Εάν η Κατηγορούσα Αρχή αποτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος δεν εμπίπτει στην έννοια του πρόσφυγα, τότε εφαρμόζονται τα εξής κριτήρια για την εφαρμογή του άρθρου 31 της Συνθήλης της Γενεύης (βλ. την προμνησθείσα αγγλική απόφαση Regina ν. Koshi Pitshou Mateta) ꞉ - If the Crown fails to disprove that the defendant was a refugee, it then falls to a defendant to prove οn the balance of probabilities that꞉ (
  1. a)he did not stop in any country in transit to the United Kingdom for more than a short stopover (which, on the facts, was explicable) or, alternatively, that he could not reasonably have expected to be given protection under the Refugee Convention ίη countries outside the United Kingdom in which he stopped; (
  2. b)and, if so: he presented himself to the authorities in the UK "without delay", unless (again, depending οn the facts) it was explicable that he did not present himself to the authorities in the United Κingdom during a short stopover in this country when travelling through to the nation where he intended to claim asylum; (
  3. c)he had good cause for his illegal entry or presence in the UΚ; and (
  4. d)he made a claim for asylum as soon as was reasonably practicable after his arrival in the United Kingdom, - The requirement that the claim for asylum must be made as soon as was reasonably practicable does not necessarily mean at the earliest possible moment (Asfaw [16]; R ν ΜΑ [9]). - It follows that the fact a refugee stopped in a third country iη transit is not necessarily fatal and may be explicable: the refugee has some choice as to where he might properly claim asylum. The main touchstones by which exclusion from protection should be judged are the length of the stay in the intermediate country, the reasons for delaying there and whether or not the refugee sought or found protection de jure or de facto from the persecution from which he or she was seeking to escape (Asfaw [26]; R ν ΜΑ [9]). Στην παρούσα υπόθεση o κατηγορούµενος έχει δώσει με την ανώμοτη του δήλωση επαρκείς εξηγήσεις για τους λόγους φυγής του από το Ιράν, και επαρκή στοιχεία που να δείχνουν ότι εμπίπτει στην έννοια του πρόσφυγα λόγω του φόβου της δίωξης του ως προσώπου που ασπάσθηκε το χριστιανισμό. Για την κατάσταση που επικρατεί στο Ιράν, σχετικά µε την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωµάτων για λόγους θρησκείας και ιδίως για όσους ασπάζονται το χριστιανισμό έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ως Παράρτηµα 1 της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου Υπεράσπισης αποσπάσµατα εκθέσεις του UNHCR που έχουν δηµοσιευτεί στην επίσηµη ιστοσελίδα του Οργανισµού και ως Παράρτηµα 2 το σύγγραµµα The Cost of Faith, Persecution of Cristian Protestants and Convents in Iran. Δεν δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή οποιαδήποτε μαρτυρία που να αντικρούει τους λόγους για τους οποίους ο Κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι εμπίπτει στην έννοια του πρόσφυγα που δικαιούται πολιτικό άσυλο. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος έδωσε στοιχεία που αποδεικνύουν, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι: (α) αυτός έφθασε στην Κύπρο από το Ιράν, χωρίς ο ίδιος να κάμει οποιαδήποτε µακρά στάση, σε οποιαδήποτε άλλη χώρα όπου θα µπορούσε να είχε αιτηθεί άσυλο, ως προκύπτει από την µαρτυρία. Έμεινε για ένα μόνο µήνα στα κατεχόμενα µέχρι να περάσει στις ελεύθερες περιοχές και να µεταβεί ο ίδιος στο ΥΑΜ Αµµοχώστου. (β) Δεν επέδειξε οποιαδήποτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση μέχρι να παρουσιαστεί στις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας για να δώσει εξηγήσεις για την παράνομη του είσοδο από τα κατεχόμενα. Υπέβαλε το αίτημα της παραμονής του στην Κύπρο στις 10.8.2016 και αιτήθηκε άσυλο 2 μόλις µέρες µετά την σύλληψη του και συγκεκριµένα στις 12/8/2016. Η αίτηση αυτή δεν έχει μέχρις στιγμής απορριφθεί από την Υπηρεσία Ασύλου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Εν όψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι έστω και αν έχει στοιχειοθετηθεί η κατηγορία αρ. 2 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για τους σκοπούς του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, εντούτοις είναι ορθό και δίκαιο να υπερισχύσουν στην παρούσα υπόθεση οι διατάξεις του άρθρου 7 του περί Προσφύγων Νόμου ώστε ο Κατηγορούμενος να μην υποστεί τιμωρία για την παράνομη του είσοδο στη Δημοκρατία και να αθωωθεί. Παραπέμπω συναφώς στην προμνησθείσα αγγλική απόφαση Regina ν. Koshi Pitshou Mateta όπου σημειώθηκε, με παραπομπή στην Αdίmί (R. ν Uxbrίdge Μαgίstrates Court Εx ρ. Αdίmί [2001] Q.B. 667), ότι εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 31 της Συνθήκης της Γενεύης τότε δύναται να εκδοθεί αθωωτική απόφαση για το αδίκημα της παράνομης εισόδου ακόμη και αν αυτό έχει τελεστεί꞉ «It follows that the jury in the present case, on finding the conditions in section 31 to be met, were fully entitled to acquit the appellant on count 1, even though the offence was committed.». Εάν δεν κατέληγα ότι πληρούνται οι προύποθέσεις του άρθρου 7 του περί Προσφύγων Νόμου και προχωρούσα στην καταδίκη του, θα του επέβαλλα τότε ποινή φυλάκισης 3 μηνών στην κατηγορία αρ. 2. Θα μείωνα την περίοδο φυλάκισης κατά το μέρος που αυτός τελούσε υπό κράτηση εκκρεμούσης της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης, ήτοι από 11.8.2016 μέχρι σήμερα. Όσον αφορά την κατηγορία αρ. 1, δεν έχω ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε καθ΄ον χρόνο έφθασε στην Κύπρο ότι αυτός εξακολουθούσε να θεωρείται απαγορευμένος μετανάστης κατά την έννοια του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου λόγω συνεχιζόμενης απαγόρευσης εισόδου του στην Κύπρο. Εν πάση περιπτώσει, και αν ακόμη ήθελε βρεθεί σε δεύτερο βαθμό ότι στοιχειοθετήτο στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης η κατηγορία αρ. 1, σημειώνω και πάλιν ότι δεν θα έκρινα ορθό και δίκαιο να επιβάλω τιμωρία στον κατηγορούμενο εφόσον ικανοποιήθηκα ότι δικαιούται να τύχει του ευεργετήματος του άρθρου 7 του περί Προσφύγων Νόμου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες αρ. 1 και 2 που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ...................................... Α. Πανταζή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]
(2)Οι υπήκοοι τρίτων χωρών, οι οποίοι διαμένουν παρανόμως στο έδαφος της Δημοκρατίας και διαθέτουν έγκυρο τίτλο διαμονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα παραμονής και έχει εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος, υποχρεούνται να μεταβαίνουν αμέσως στο έδαφος αυτού του άλλου κράτους μέλους. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του υπηκόου τρίτης χώρας με την παρούσα απαίτηση ή όταν η άμεση αναχώρηση του υπηκόου τρίτης χώρας απαιτείται για λόγους ασφάλειας της Δημοκρατίας ή δημόσιας τάξης, ο Διευθυντής ενεργεί κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο
(1).
(3)(α) Ο Διευθυντής δύναται να μην εκδίδει απόφαση επιστροφής για υπήκοο τρίτης χώρας που διαμένει παρανόμως στο έδαφος της Δημοκρατίας, εφόσον άλλο κράτος μέλος αναλαμβάνει τον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας δυνάμει διμερών συμφωνιών ή διευθετήσεων που ίσχυαν κατά την 13η Ιανουαρίου 2009. (β) Σε περίπτωση που οι αρχές της Δημοκρατίας αναλαμβάνουν υπήκοο τρίτης χώρας σύμφωνα με το Άρθρο 6, παράγραφος 3, της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ, ο Διευθυντής ενεργεί κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο
(1).
(4)Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να αποφασίσει, ανά πάσα στιγμή, να χορηγήσει αυτόνομη άδεια διαμονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα παραμονής, για λόγους φιλευσπλαχνίας ή ανθρωπιστικούς λόγους, σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος παραμένει παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας. Στην περίπτωση αυτή - (α) δεν εκδίδεται απόφαση επιστροφής∙ ή (β) εφόσον η απόφαση επιστροφής έχει ήδη εκδοθεί, τότε αυτή ανακαλείται ή αναστέλλεται για τη διάρκεια της ισχύος του τίτλου διαμονής ή άλλης άδειας που παρέχει δικαίωμα παραμονής.
(5)Εφόσον εκκρεμεί διαδικασία ανανέωσης άδειας διαμονής ή οποιασδήποτε άλλης άδειας που παρέχει δικαίωμα παραμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας, ο οποίος παραμένει παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας, ο Διευθυντής εξετάζει το ενδεχόμενο να μην εκδώσει απόφαση επιστροφής έως ότου ολοκληρωθεί η εκκρεμούσα διαδικασία, με την επιφύλαξη του εδαφίου
(6). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.