Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Kώστας Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης: 586/2016, 15/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:B19 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ AΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Α. Πανταζή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 586/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Kώστας Ανδρέου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 15 Νοεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Χατζημιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο꞉ κ. Ν. Θωμά Ο Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος τελεί υπό κράτηση από 7.11.2016, τίθεται σήμερα ενώπιόν μου για επιβολή ποινής σε αυτόν κατόπιν αλλαγής απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή στις κατηγορίες αρ. 1, 2 και 3, όπως τροποποιήθηκαν κατά τη δικάσιμο ημερ. 25.10.
- Η 1η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της «Κλοπής, κατά παράβαση του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154». Η 2η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της «Κλοπής υπό υπαλλήλου, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 268 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και Νόμος 166/87». Η 3η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της «Παράνομης κατοχής περιουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και Νόμος 166/87». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η κατηγορία αρ. 1, ο Κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 1/1/2015 - 13/6/2015 συμπεριλαμβανομένων, σε ημερομηνία άγνωστη για την κατηγορούσα αρχή, στην οδό Περνέρα στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου εισήλθε σε σχολή καταδύσεως και έκλεψε δύο στολές κατάδυσης, δύο ζεύγη πέδιλα, δύο ζεύγη πέδιλα, δύο δοχεία λαδιού για κομπρεσέρ υψηλής πίεσης και διάφορα εργαλεία συντήρησης καταδυτικού εξοπλισμού, όλα συνολικής αξίας 3.000 ευρώ, περιουσία του Ανδρέα Βαρωσιώτη από το Παραλίμνι. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η κατηγορία αρ. 2, ο Κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 1/11/2014 - 31/5/2015 συμπεριλαμβανομένων σε ημερομηνία άγνωστη για την κατηγορούσα αρχή, στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου, ενώ ήταν υπάλληλος του Δημήτρη Πουργούρη από την Αγία Νάπα, έκλεψε 6 κονσόλες καταδυτικού εξοπλισμού, δύο καλάμια ψαρέματος, μια βαλίτσα, μια μπαταρία φορητού τραπάνου, ποσότητα regulators, στολές καταδύσεων και άλλα μικροεξαρτήματα και εργαλεία εξοπλισμού καταδύσεων, συνολικής αξίας 3,740 ευρώ, περιουσία του εργοδότη του. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η κατηγορία αρ. 3, ο Κατηγορούμενος στις 17/6/2015 στην οδό Φώτη Πίττα στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου είχε στην κατοχή του καταδυτικό εξοπλισμό όπως στολές και είδη ένδυσης δύτη, αναπνευστικές συσκευές δύτη και τα παρελκόμενά τους, συνολικής αξίας 1,945ευρώ, για τα οποία υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι είναι κλοπιμαία. Πλήρεις λεπτομέρειες γεγονότων εκτέθηκαν από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκαν από τη συνήγορο Υπεράσπισης. Τα γεγονότα έχουν, λοιπόν, ως εξής꞉ «Στις 17/10/15 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Αμμοχώστου από τον Μ1 στο κατηγορητήριο, δηλαδή από τον κ. Α. Βαρωσιώτη ότι μεταξύ του Ιανουαρίου του 2015 με 13 Ιουνίου 2015 διαπιστώθηκε ότι από το κτήριο της σχολής του χανόταν εξοπλισμός και εργαλεία καταδύσεων και συγκεκριμένα η κλαπείσα περιουσία που αναφέρεται στην 1η κατηγορία όπου αυτή η περιουσία ήταν αξίας €
- Ανέφερε ο Μ1 ότι είχε προσλάβει τον κατηγορούμενο για να τον βοηθήσει σχετικά με ηλεκτρολογικές και τεχνικές εργασίες που έκαμνε στο κτήριο του και είχε συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο για εκτέλεση εργασιών. Όμως ο Μ1 διαπίστωνε από τον Ιανουάριο του 2015 που επισκεπτόταν καθημερινά την σχολή του ότι χάνονταν διάφορα είδη καταδυτικού εξοπλισμού. Κατά την απώλεια των αντικειμένων αυτών υποψιάστηκε τον κατηγορούμενο καθ΄ ότι είδε στην φορητή εργαλειοθήκη του κατηγορούμενου πολλά από τα δικά του εργαλεία χωρίς ωστόσο να πει οτιδήποτε. Εν τω μεταξύ ο Μ1 στις 13/06/15 προσέλαβε για γραφειακό προσωπικό στο κατάστημα του την Μ3 στο κατηγορητήριο, η οποία από την πρώτη μέρα μετέφερε μαζί της καταδυτικό εξοπλισμό, δηλαδή ένα ρυθμιστή αναπνοής και ένα ρυθμιστή ρευστότητας, τα οποία ο Μ1 αναγνώρισε ως δικά του αφού είχαν τα διακριτικά της σχολής του πάνω σε αυτά τα αντικείμενα. Την ρώτησε που τα βρήκε και αυτή του ανέφερε ότι της τα αγόρασε ο αρραβωνιαστικός της και αυτά τα αντικείμενα η μάρτυρας τα επέστρεψε στον παραπονούμενο την ίδια μέρα. Στη συνέχεια ο Μ1 είχε καταγγείλει το γεγονός στην αστυνομία. Εκδόθηκε εναντίον του κατηγορούμενου ένταλμα σύλληψης, συνελήφθη ο κατηγορούμενος, επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «Παραδέχομαι, με τον Μ1 εξηγηθήκαμε να του επιστρέψω πίσω τα αντικείμενα». Ερευνήθηκε η κατοικία του κατηγορούμενου όπου βρέθηκαν σε αυτήν τα αντικείμενα τα οποία είχε κλέψει από τον Μ
- Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος είχε δώσει θεληματική κατάθεση στην οποία παραδέχθηκε πράγματι την κλοπή των αντικειμένων που αναφέρονται στην 1η κατηγορία από τον Μ
- Στην συνέχεια αφού είχε γίνει καταγγελία και στις 31/5/15 από τον Δημήτρη Πουργούρη (Μ7 στο κατηγορητήριο) ο οποίος ήταν εργοδότης του κατηγορούμενου ανέφερε ότι είχαν κλαπεί από το κατάστημα του από 1/11/14 μέχρι 31/5/15 τα αντικείμενα που αναφέρονται στην 2η κατηγορία. Ο Μ7 για την κλοπή αντικειμένων ανέφερε ότι υποψιάζεται τον κατηγορούμενο που ήταν υπάλληλος του. Ο Μ7 τότε εργοδοτούσε τον κατηγορούμενο. Εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου και αναζητείτο. Όταν εντοπίστηκε για την υπόθεση που ανέφερα προηγουμένως που έγινε στις 13/6/15 και συνελήφθηκε ο κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί και την παρούσα υπόθεση. Αυτά τα αντικείμενα ήταν αξίας €3,
- Κατά την έρευνα που έγινε στην οικία του κατηγορούμενου εντοπίστηκαν είδη ένδυσης δύτη, αναπνευστικές συσκευές δυτών αξίας €1.945 για τα οποία δεν είχε δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις για την κατοχή τους και ο κατηγορούμενος καταγγέλθηκε και για τα αντικείμενα αυτά (κατηγορία 3). Ο Μ7 ήταν ιδιοκτήτης της σχολής με την ονομασία Scubase και η σχολή του βρίσκεται σε σκάφος το οποίο ελλιμενίζεται στο Λιμανάκι Αγίας Νάπας και για τις εργασίες της σχολής του διατηρούσε αποθήκη στο σπίτι του στην Αγία Νάπα. Ο κατηγορούμενος κατά την περίοδο αυτή εργαζόταν ως εκπαιδευτής καταδύσεων προς όφελος του Μ
- Τόσο ο μάρτυρας Αντρέας Βαρωσιώτης όσο και ο μάρτυρας Δημήτρης Πουργούρης έχουν αποζημιωθεί πλήρως. Ζήτησε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής όπως τα αντικείμενα που αναφέρονται στην κατηγορία αρ.3 διαταχθεί να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους, αν ανευρεθούν. Αν δεν ανευρεθούν να διατεθούν σύμφωνα με τις αστυνομικές διατάξεις. Περαιτέρω, η ευπαίδευτη συνήγορος πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΓΙΑ ΜΕΤΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής αγόρευσης που παρέδωσε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω παρουσίασε στο Δικαστήριο δύο ξεχωριστές Βεβαιώσεις꞉ · Η πρώτη φέρεται να είναι υπογεγραμμένη από τον κ. Ανδρέα Βαρωσιώτη, που ήταν ο παραπονούμενος στο πλαίσιο της 1ης κατηγορίας, και με την οποία εκείνος βεβαιώνει ότι δεν έχει πλέον κανένα παράπονο και καμία απαίτηση από τον Κατηγορούμενο, ούτε επιθυμεί να συνεχισθεί η ποινική δίωξη εναντίον του. · Η δεύτερη φέρεται να είναι υπογεγραμμένη από τον κ. Δημήτρη Πουργούρη, ο οποίος ήταν παραπονούμενος στο πλαίσιο της 2ης κατηγορίας, και με την οποία βεβαιώνει όσα και ο κ. Βαρωσιώτης ανωτέρω. Σε ό,τι αφορά τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου Υπεράσπισης αναφέρεται ότι꞉ · Ο Κατηγορούμενος είναι 41 ετών. Διαμένει τα τελευταία 18 χρόνια στο Παραλίνι αν και γεννήθηκε στη Λευκωσία. Είναι παντρεμένος και έχει μία κόρη ηλικίας 12 ετών. Ο ίδιος είναι εκπαιδευτής καταδύσεων και τεχνικός καταδύσεων και λαμβάνει μισθό περί τα €1800 μηνιαίως. Η σύζυγος απασχολείται μερικώς ως μανικιουρίστας και λαμβάνει περί τα €450 μηνιαίως. · Ο Κατηγορούμενος είναι από τους πιο πεπειραμένους επαγγελματίες εκπαιδευτές καταδύσεων παγκυπρίως. Διοργανώνει σεμινάρια καταδύσεων και είναι σύμβουλος σε πολλές εταιρείες καταδύσεων που άνοιξαν στην περιοχή. Ήταν ο πρώτος που ασχολήθηκε στην περιοχή με τις επαγγελματικές καταδύσεις και συνέβαλε στην ενίσχυση του τουρισμού. Πρόσφατα (04.11.2016 - 06.11.2016) μετέβηκε στο εξωτερικό για σεμινάρια και απέκτησε δίπλωμα διεθνούς κύρους. · Ο Κατηγορούμενος είναι υπεύθυνος για σχεδόν όλα τα έξοδα της οικογένειάς του. Ο πατέρας του είναι 100% ανίκανος για εργασία διότι είχε σοβαρό εργατικό ατύχημα το
- Είχε σοβαρά κινητικά προβλήματα και για δύο χρόνια δεν είχε αντίληψη των πραγμάτων και δεν αναγνώριζε την οικογένειά του. Έτσι, ο κατηγορούμενος ανέλαβε τη φροντίδα της μητέρας του (72 ετών) και τα έξοδα του πατέρα του. Παίρνει τον πατέρα του 3 φορές τη βδομάδα για φυσιοθεραπεία, πλήρωσε €10.000 για την νοσηλεία του και βρίσκεται συνεχώς σε αναμονή για τις ανάγκες που προκύπτουν. Ως μετριαστικούς παράγοντες, ο συνήγορος Υπεράσπισης εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τους εξής꞉ · Το Λευκό Ποινικό Μητρώο του Κατηγορούμενου. · Τις γενικές προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορούμενου και τα δύσκολα και φτωχικά παιδικά του χρόνια. · Την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, τη μεταμέλεια και συνεργασία του με την Αστυνομία, η οποία εκδηλώθηκε μέσω της θεληματικής του κατάθεσης, της προθυμίας με την οποία επέδειξε ο ίδιος στους αστυνομικούς όλα τα κλοπιμαία αντικείμενα τα οποία είχε στο σπίτι του και σε παρακείμενη αποθήκη. Το ότι επέτρεψε να γίνει 3 φορές έρευνα στο σπίτι του χωρίς να δημιουργήσει πρόβλημα. · Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα υπό το καθεστώς της οικονομικής πίεσης που αντιμετώπιζε λόγω και του γεγονότος ότι οι παραπονούμενοι του χρωστούσαν, ο μεν Μ1 (Ανδρέας Βαρωσιώτης) περί τα €3.000 για τις εργασίες που έκανε ο κατηγορούμενος για το στήσιμο του μαγαζιού του Μ1, ο δε Μ7 (Δημήτρης Πουργούρης) τους μισθούς για 6 μήνες καθώς και τις κοινωνικές ασφαλίσεις. Ο κατηγορούμενος ενήργησε υπό το κράτος του αισθήματος ότι έτυχε εκμετάλλευσης. · Το γεγονός ότι εκτός από τη χρηματική αποζημίωση που ο κατηγορούμενος κατέβαλε στους παραπονούμενους, του επέστρεψε επιπρόσθετα όλα τα αντικείμενα που είχε κλέψει και έτσι αυτοί δεν υπέστηκαν καμία ζημιά. Ο συνήγορος Υπεράσπισης εισηγήθηκε στην αγόρευσή του όπως, σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται στην επιβολή ποινής φυλάκισης, ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια να την αναστείλει, αναλογιζόμενο τις επιπτώσεις ενδεχόμενης άμεσης ποινής φυλάκισης στη ζωή του κατηγορούμενου και στην οικογένειά του, στους εξαρτώμενους από αυτόν γονείς του και στο παιδί του, αλλά και στη δουλειά του. Εισηγήθηκε ότι εδώ και 18 μήνες, ο κατηγορούμενος βιώνει την αγωνία για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης, που είναι και αυτό ένα είδος τιμωρίας. Μέσα σε αυτούς του 18 μήνες συμφιλιώθηκε με τους παραπονούμενους και του αποζημίωσε, στοιχεία που μειώνουν την ανάγκη για επιβολή άμεσης ποινής στερητικής της ελευθερίας του. ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο αρχίζει από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής και ακολούθως ελέγχει τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων στην ενώπιον του υπόθεση για να προσαρμόσει την ποινή στα δεδομένα της υπόθεσης αφότου διακρίνει αν υφίστανται επιβαρυντικοί ή μετριαστικοί παράγοντες. Έπειτα, εξατομικεύει την ποινή, έτσι ώστε αυτή να μην αντανακλά μόνο στη σοβαρότητα του αδικήματος και τις συνθήκες διάπραξής του, αλλά και στις πραγματικές προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, με σκοπό η ποινή να τον αναμορφώσει και να τον αποτρέψει από το να εκδηλώσει στο μέλλον όμοια εγκληματική συμπεριφορά. Με αυτή τη μεθοδολογία είναι που θα προσεγγίσω και την παρούσα υπόθεση. Ως θέμα γενικής αρχής, η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Η εξατομίκευση αυτή, όμως, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων. Το άρθρο 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπει ότι αυτός που κλέβει ο,τιδήποτε το οποίο δύναται να κλαπεί είναι ένοχος του κακουργήματος της κλοπής και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή. Το άρθρο 268 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπει ότι αν ο υπαίτιος κλοπής είναι γραμματέας ή υπηρέτης, αυτό που κλάπηκε είναι περιουσία του εργοδότη του ή πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του υπαίτιου για λογαριασμό του εργοδότη του, αυτός υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων. Ασφαλώς, στην παρούσα υπόθεση, για την οποία έχει δοθεί η γραπτή συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα ώστε να εκδικαστεί συνοπτικά από Επαρχιακό Δικαστή, η μέγιστη ποινή φυλάκισης που μπορεί να επιβληθεί ανέρχεται σε πέντε χρόνια. Πάντως, από μία απλή σύγκριση των ποινών που προβλέπονται στο άρθρο 268 συγκριτικά προς τις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 262, προκύπτει ότι ο νομοθέτης θέλησε να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στα αδικήματα κλοπής του εργοδότη από τους υπαλλήλους του σε αντίθεση με άλλα αδικήματα κλοπών για τα οποία προβλέπεται μικρότερη ποινή. Όσον αφορά το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, το άρθρο 309 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπει ότι όποιος έχει στην κατοχή του κινητό, χρήματα, αξιόγραφο ή οποιαδήποτε άλλη περιουσία, για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν αποδείξει με αυτό τον τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι απόκτησε νόμιμα την κατοχή τους. Προχωρώ σε μία ανασκόπηση της νομολογίας, η οποία δείχνει τις ποινές που επιβάλλονται για αδικήματα ως αυτό της 2ης κατηγορίας που είναι και η πιο σοβαρή. Στην υπόθεση The Attorney General v. Vasiliotis
(1967)2 CLR 20 αναφέρθηκε ότι: "Stealing by servant tends to undermine the basis, upon which hundreds of people carry on their business as employers, or earn their living as employees. The relationship of trust and confidence which must always exist between them, is of great importance: and is entitled to adequate protection from the Law." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η κλοπή υπό υπαλλήλου τείνει να υπονομεύσει τη βάση, πάνω στην οποία εκατοντάδες άνθρωποι ασκούν την επιχειρηματική δραστηριότητά τους ως εργοδότες, ή κερδίζουν τα προς το ζην ως υπάλληλοι. Η σχέση εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας που πρέπει πάντα να υπάρχει μεταξύ τους, είναι μεγάλης σημασίας και δικαιούται επαρκούς προστασίας από το νόμο» Στην υπόθεση Πολύδωρου ν. Αστυνομίας
(1984)2 CLR 48 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών για το αδίκημα της κλοπής υπό δημόσιου υπαλλήλου. Ήταν λευκού ποινικού μητρώου και είχε επιστρέψει το ποσό. Στην υπόθεση Αριστοτέλους ν. Αστυνομίας
(1985)2 CLR 212 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών με αναστολή και πάλι η σχέση εμπιστοσύνης εργοδότη υπαλλήλου δικαιούται επαρκούς προστασίας από το Νόμο. Στην υπόθεση Κατσούρης ν. Αστυνομίας
(1988)2 CLR 180 η ποινή φυλάκισης μειώθηκε στους 12 μήνες για 58χρονο με λευκό ποινικό μητρώο και προβλήματα υγείας και ο οποίος επέστρεψε το κλαπέν ποσό. Στην υπόθεση Αργυρού ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 434 επικυρώθηκε από το εφετείο ποινή φυλάκισης 12 μηνών η οποία επιβλήθηκε πρωτόδικα. Επίσης στην υπόθεση Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 701 που αφορούσε ομοειδή αδίκημα αυτό της κλοπής από αντιπρόσωπο επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Να σημειωθεί ότι την υπόθεση αυτή λήφθηκε υπόψη το μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διάπραξη του αδικήματος, η αποζημίωση του θύματος και η άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ το Εφετείο υιοθέτησε τις αρχές από τις Barrick και Clark που τέθηκαν με τις πιο πάνω υποθέσεις επίσης κατευθυντήριες γραμμές στην επιβολή ποινής στο υπό κρίση αδίκημα με διαβάθμιση των περιπτώσεων σε επίπεδο ποινής. Η υπόθεση αφορούσε κλοπή υπό υπαλλήλου, επτά κατηγορίες. Η ποινή φυλάκισης μειώθηκε από 2 ½ χρόνια σε 18 μήνες, παραδέχθηκε ενοχή, ήταν ηλικίας 31 ετών, οικογενειάρχης με τρία παιδιά και η απόλυση από την εργασία του, εργαζόταν στην ΣΠΕ Πολεμιδιών, θεωρήθηκε καταστροφικό πλήγμα και κατ΄ επέκταση ελαφρυντικός παράγοντας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το αδίκημα της κλοπής παρουσιάζει έξαρση έτσι ώστε οι ποινές που επιβάλλονται πρέπει να είναι αποτρεπτικές και, όπως έχω προαναφέρει, είναι συνήθως αυτές τις φυλάκισης. Στην υπόθεση Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ τονίστηκε ότι τα αδικήματα εναντίον της περιουσίας, όπως κλοπές και άλλα ομοειδή αδικήματα, είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν κάμψη. Αντίθετα σημειώνεται έξαρση στη διάπραξη τους. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη. Επιβεβαιώθηκαν τα προαναφερθέντα στην πρόσφατη απόφαση ημερ. 9.11.2016 στην Ποινική Εφεση Αρ.124/2016, Πάτερ Δημήτριος Πιττάης Χρυσοδόντας ν. Αστυνομίας. Ο Εφεσείων εκεί ήταν 52 ετών, οικογενειάρχης και πατέρας δύο παιδιών, ενός ενήλικου και ενός ανήλικου. Ήταν λευκού ποινικού μητρώου, εργαζόταν ως καθηγητής θρησκευτικών και έχει κάποια, όχι σοβαρά, προβλήματα υγείας. Λέχθηκε κατ΄έφεση, ότι το αδίκημα στο οποίο έχει βρεθεί ένοχος ο Εφεσείων είναι σοβαρής μορφής, αφού αναφέρεται στην ύπαρξη και διατήρηση της εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Ότι τα δικαστήρια έχουν υποχρέωση να προσφέρουν την κατάλληλη προστασία, τιμωρώντας τα πρόσωπα που παραβιάζουν την εμπιστευτική αυτή σχέση και ότι μέσα σε αυτά τα πλαίσια η κατάλληλη ποινή είναι εκείνη της φυλάκισης (Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 701, 707). Στην παρούσα υπόθεση, προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνω υπόψη μου ως μετριαστικούς παράγοντες το ότι αυτός είναι λευκού ποινικού μητρώου, ότι πρόκειται για οικογενειάρχη 41 ετών, ο οποίος έχει τέσσερα εξαρτώμενα (σύζυγο, ανήλικο παιδί και δύο ηλικιωμένους γονείς) και ότι έχει αποζημιώσει τους παραπονούμενους, καθώς επίσης τους έχει επιστρέψει τα κλαπέντα αντικείμενα, με αποτέλεσμα αυτοί, ως το βεβαιώνουν γραπτώς, να μην έχουν κανένα παράπονο πλέον. Τα πιο πάνω, όμως, δεν μπορούν να αποτελέσουν παράγοντες για διαφοροποίηση του είδους της ποινής εκεί όπου καθίσταται επιτακτική ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Οι εν λόγω μετριαστικοί παράγοντες έχουν σαφή επίδραση στην ένταση της ποινής αλλά όχι στο είδος της. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τελικά δεν επωφελήθηκε οικονομικά από τα κλαπέντα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξουδετερώνει την ποινική ευθύνη του. Κρίνω αναγκαίο να σημειώσω ότι στην παρούσα υπόθεση, θα πρέπει να σταλεί το μήνυμα ότι, παρά την πικρία του Κατηγορούμενου και την οικονομική πίεση και στενότητα που αισθάνθηκε λόγω των οφειλόμενων των παραπονούμενων προς τον ίδιο χρημάτων, εντούτοις δεν είχε δικαίωμα να πάρει το νόμο στα χέρια του και να τον καταστρατηγήσει για να πλήξει τους οφειλέτες. Υπάρχουν τα αρμόδια όργανα και οι σχετικές νόμιμες διαδικασίες για καταγγελία εργοδότη ή αντισυμβαλλόμενου, μέσω των οποίων θα μπορούσε να προωθήσει την ικανοποίηση των αιτημάτων του. Ανησυχία εξάλλου προκαλεί στο Δικαστήριο το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος εφάρμοσε τη συγκεκριμένη αντιμετώπιση έναντι του εργοδότη του όχι μόνο σε μία αλλά και σε άλλες περιπτώσεις. Ως εκ τούτου στην παρούσα υπόθεση, η κατάλληλη ποινή δικαιολογείται να είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή κατά την κρίση μου θα εξουδετέρωνε τους σκοπούς του Νόμου και θα έστελνε εσφαλμένο μήνυμα. Καταλήγω να επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές · Στην 1η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 9 μηνών. · Στη 2η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 12 μηνών. · Στην 3η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί, ως η εισήγηση του συνήγορου του Κατηγορούμενου. Το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 94). Μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του αδικήματος, το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Στην πρόσφατη απόφαση, ημερ. 9.11.2016, στην Ποινική Εφεση Αρ.124/2016, Πάτερ Δημήτριος Πιττάης Χρυσοδόντας ν. Αστυνομίας, σημειώθηκαν τα εξής με παραπομπή στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930, 939: «Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Στην προμνησθείσα υπόθεση Χρυσοδόντας, το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρχε περιθώριο επέμβασής στην πρωτόδικη απόφαση για μη αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε λόγω του ότι στη διαγωγή του Εφεσείοντα απουσίαζαν τα στοιχεία έμπρακτης μεταμέλειας. Κρίθηκε ειδικότερα ότι το λευκό ποινικό μητρώο του Εφεσείοντα και οι πιθανές επιπτώσεις άμεσης ποινής φυλάκισης, λαμβάνονται μεν υπόψιν, αλλά δεν είναι παράγοντες που εξετάζονται αποσπασματικά και ανεξάρτητα από τις όλες περιστάσεις της υπόθεσης και από μόνοι τους δεν δικαιολογούσαν την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Η παράλειψη του Εφεσείοντα να αποζημιώσει τον παραπονούμενο κρίθηκε καθοριστικός παράγοντας για την επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης περί μη αναστολής της ποινής φυλάκισης. Η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από την πιο πάνω μνημονευθείσα απόφαση Χρυσοδόντας, αφού εδώ υπήρξαν πολύ συγκεκριμένα βήματα του Κατηγορούμενου για αποκατάσταση των σχέσεων του με τους παραπονούμενους μέσω της αποζημίωσής τους και της επιστροφής των κλοπιμαίων. Συνεπώς, ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημερομηνία τέλεσης των αδικημάτων έδωσε απτά σημάδια της έμπρακτης μεταμέλειας του κατηγορούμενου. Τούτου δεδομένου το Δικαστήριο, αναλογιζόμενο τις καταστροφικές συνέπειες που θα μπορούσε να έχει για τον ίδιο και για τα εξαρτώμενά του τυχόν εγκλεισμός του στη φυλακή κατά την επιβληθείσα περίοδο φυλάκισης, κρίνει δικαιο να του δώσει μία ύστατη ευκαιρία για αναμόρφωση της συμπεριφοράς του και ως εκ τούτου αναστέλλει την ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε για περίοδο 3 ετών από σήμερα. [Επεξηγείται στον κατηγορούμενο η σημασία της αναστολής.] Όσον αφορά τα αντικείμενα που αναφέρονται στην κατηγορία αρ.3, εκδίδεται διάταγμα όπως αυτά επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους, αν ανευρεθούν. Αν δεν ανευρεθούν να διατεθούν σύμφωνα με τις Αστυνομικές Διατάξεις. (υπ.) ............. Α. Πανταζή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο