← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Ion Munteanu, Αρ. Υπόθεσης: 527/16, 30/11/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Ion Munteanu, Αρ. Υπόθεσης: 527/16, 30/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πανταζή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 527/16 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου -ν- Ion Munteanu Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου, 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Πίτσιλλου Για τον Κατηγορούμενο: κα Αιμιλία Πασή (με νομική αρωγή) Ο Κατηγορούμενος παρών. Παρούσα η κα Έλενα Μαριλένα Ντίνου για να μεταφράζει από τα Ελληνικά στα Ρουμάνικα και αντίστροφα. Π Ο Ι Ν Η Τίθεται σήμερα ενώπιον μου ο Κατηγορούμενος προς επιβολή ποινής σε αυτόν, κατόπιν παραδοχής ενοχής στις κατηγορίες αρ. 2 και 3 ως φαίνονται επί του κατηγορητηρίου. Όσον αφορά την κατηγορία αρ. 1, αυτή αναστάληκε σε προηγούμενη δικάσιμο (21.11.2016) και ο Κατηγορούμενος απαλλάγηκε αυτής. Αμφότερες οι κατηγορίες αρ. 2 και 3 αφορούν στο αδίκημα της βλάβης σε ζώα κατά παράβαση του άρθρου 323 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η κατηγορία αρ. 2 επί του κατηγορητηρίου, «Ο Κατηγορούμενος στις 2/2/2008 στο Φρέναρος της Επαρχίας Αμμοχώστου εσκεμμένα και παράνομα φόνευσε 3 αιγοπρόβατα.». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η κατηγορία αρ. 3, «Ο Κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στη δεύτερη κατηγορία, εσκεμμένα και παράνομα τραυμάτισε 7 αιγοπρόβατα». ΓΕΓΟΝΟΤΑ Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως εκτέθηκαν στη λεπτομέρειά τους από τη συνήγορο της Κατηγορούσας αρχής, δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Παρατίθενται πιο κάτω꞉ Στις 2/2/08 καταγγέλθηκε από τον ΜΚ1 (κ. Ανδρέα Κολοκασίδη) ότι ο κατηγορούμενος που εργαζόταν ως βοσκός στην μάντρα του στο Φρέναρος του παραδέχθηκε ότι την ίδια μέρα κατά τις πρωινές ώρες είχε κακοποιήσει και σκοτώσει εσκεμμένα τρία

(3)αιγοπρόβατα από την μάντρα του. Αυτό ο ΜΚ1 το είχε καταγγείλει στον Αστυνομικό Σταθμό Δερύνειας. Μετέβηκαν την ίδια μέρα και ώρα 14:00 οι ΜΚ5 (Αστ. 2455 Σ. Βασιλείου) και ΜΚ6 (Αστ. 2720 Δ. Μουστούκκης) στη μάντρα στην κτηνοτροφική περιοχή Φρενάρους, όπου εντόπισαν εκεί επτά
(7)αιγοπρόβατα σοβαρά τραυματισμένα στα κεφάλια και στην σπονδυλική τους στήλη. Επίσης, είχαν εντοπίσει και τρία
(3)αιγοπρόβατα τα οποία είχαν σκοτωθεί και έλαβαν διάφορες φωτογραφίες. Όταν κλήθηκε ο κατηγορούμενος στο Σταθμό Δερύνειας, πληροφορήθηκε για την υπόθεση την οποία αντιμετωπίζει, του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση και σε αυτήν παραδέχθηκε ότι όντως αυτός είχε σκοτώσει τα αιγοπρόβατα τα τρία
(3)που βρέθηκαν νεκρά αφού προηγουμένως τα κακοποίησε με τα χέρια του. Στη συνέχεια συνελήφθη και έδωσε θεληματική κατάθεση στην οποία παραδέχθηκε ότι αυτός κακοποίησε τα επτά
(7)αιγοπρόβατα που εντόπισαν κακοποιημένα οι αστυφύλακες στη μάντρα και ανέφερε επίσης ότι είχε σκοτώσει τα τρία
(3)αιγοπρόβατα αφού τα κακοποίησε προηγουμένως. Στάληκαν τα ζώα αυτά στο Κτηνιατρείο Αμμοχώστου όπου προέβηκε σε νεκροψία των προβάτων η ΜΚ4 (Πόπη Κυριακίδου) και διαπίστωσε διάφορους τραυματισμούς και αποφάσισε ότι ο θάνατος των 3 ζώων προκλήθηκε από κατάγματα στο κεφάλι και τη σπονδυλική στήλη, ενώ για τα άλλα 7 τραυματισμένα ζώα η ΜΚ4 διαπίστωσε ότι υπήρχαν τραύματα στο κεφάλι και τη σπονδυλική στήλη. Τα φονευθέντα αιγοπρόβατα στάληκαν σύμφωνα με τους κανονισμούς για αποτέφρωση. Σύμφωνα με την πληροφόρηση που έλαβε το Δικαστήριο από την Κατηγορούσα Αρχή, ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Για να αιτιολογήσει το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας τέλεσης των αδικημάτων (2.2.2008) και της ημερομηνίας καταχώρησης του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης (18.2.2016), η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής δήλωσε ότι είχε αρχικά καταχωρηθεί η ποινική υπόθεση 830/08, όμως στις 19/6/08 αποσύρθηκε η εν λόγω υπόθεση, καθ' ότι εκδόθηκε εναντίον του κατηγορούμενου ένταλμα σύλληψης, αλλά δεν εντοπιζόταν για να εκτελεστεί το ένταλμα. Ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε το 2016 οπότε και καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση. Από προηγούμενες δικασίμους, κατά τις οποίες η παρούσα υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση της υπόθεσης, δημιουργήθηκαν έξοδα €
  1. ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ Κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ετοίμασε και υπέβαλε στο Δικαστήριο Έκθεση αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, στηριζόμενο σε συνέντευξη που έλαβε από τον Κατηγορούμενο στις 18.4.
  2. Παρατίθενται στην Έκθεση τα εξής στοιχεία꞉ Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 57 ετών, με ημερ. γέννησης 1/5/
  3. Κατάγεται από τη Ρουμανία, από φτωχή πολυμελή οικογένεια. Είναι απόφοιτος Λυκείου. Παλαιότερα, ενόσω βρισκόταν στη Ρουμανία, εργαζόταν ως μηχανοδηγός. Ήρθε στην Κύπρο το 2007 για να εργαστεί. Αρχικά εργαζόταν στη κτηνοτροφική μονάδα. Τώρα εργάζεται ως σιδεράς στη Ξυλοφάγου. Δεν έχει στην Κύπρο κάποιο συγγενικό ή στενό του άτομο με το οποίο να έχει σχέσεις και να αλληλοϋποστηρίζονται. Το μόνο άτομο που τον βοηθά σε κάποιες δυσκολίες του είναι ο εργοδότης του. Είχε τελέσει γάμο με ομοεθνή του και μαζί απέκτησαν 3 παιδιά. Λόγω προβλημάτων στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, οδηγήθηκαν σε διαζύγιο. Ο Κατηγορούμενος απέκτησε ακόμη ένα παιδί μέσα από σχέση με άλλη ομοεθνή του. Το παιδί αυτό ανατέθηκε σε ανάδοχη οικογένεια λόγω προβλημάτων αλκοολισμού που αντιμετώπιζε η μητέρα του. Ο Κατηγορούμενος δηλώνει ότι δεν απασχόλησε την Κυπριακή δικαιοσύνη για οποιαδήποτε άλλη υπόθεση. ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΓΙΑ ΜΕΤΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Για σκοπούς μετριασμού της ποινής, η συνήγορος Υπεράσπισης επεσήμανε στην αγόρευσή της προς το Δικαστήριο τα εξής꞉ Ότι ο Κατηγορούμενος προχώρησε στη διάπραξη των αδικημάτων κατά την περίοδο που αυτός εργαζόταν στην φάρμα του παραπονούμενου (ΜΚ1), λόγω συνεχών οικονομικών προβλημάτων που είχαν μεταξύ τους ο κατηγορούμενος με τον παραπονούμενο, αλλά και λόγω της άθλιας οικονομικής κατάστασης του κατηγορούμενου, σε συνδυασμό με το σοβαρό προβλήμα αλκοολισμού από το οποίο υπέφερε ο κατηγορούμενος εκείνο το χρονικό διάστημα. Έχει αντιληφθεί πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει διαπράξει. Είναι έτοιμος να υποστεί τις συνέπειες των πράξεων του και υπόσχεται να μην απασχολήσει ξανά το Δικαστήριο. Βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, για να υποστεί την τιμωρία, 8 χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Ο Κατηγορούμενος προχώρησε σε άμεση παραδοχή των πράξεών του ενώπιον της Αστυνομίας, έδωσε θεληματική κατάθεση και συνεργάστηκε πλήρως με αυτήν για τη διαλεύκανση της υπόθεσης. Η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν άμεση, για το λόγο ότι τα αδικήματα τελέστηκαν 8 χρόνια πριν και ήθελε να μελετήσει με τη δικηγόρο του τις καταθέσεις, ειδικά για την κατηγορία αρ. 1 (ότι εσκεμμένα και παράνομα φόνευσε 20 αιγοπρόβατα), που ήταν η πλέον σοβαρή και την οποία έντονα δεν παραδεχόταν ο κατηγορούμενος. Στην αλλαγή απάντησης του κατηγορούμενου σε παραδοχή, καλείται το Δικαστήριο να προσδώσει βαρύτητα άμεσης παραδοχής, ενόψει του ότι έγινε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, εξοικονομώντας πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου. Ένας άλλος σοβαρός μετριαστικός παράγοντας εισηγείται ότι είναι το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, δεδομένης της ηλικίας του, που είναι 57 ετών. Ο κατηγορούμενος πρώτη φορά εμφανίζεται ενώπιον Δικαστηρίου, ενώ βρίσκεται στην Κύπρο από το
  4. Το 2008, αμέσως μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος μετακόμισε στο χωριό Ξυλοφάγου και βρισκόταν ανελλιπώς στην Κύπρο, δεν είχε φύγει από την Κύπρο. Η καθυστέρηση στη διακρίβωση της ποινικής του ευθύνης δεν οφείλεται στον ίδιο. Δεν έκαμε οποιαδήποτε προσπάθεια να εγκαταλείψει το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ήταν και προς απορία του ίδιου, εφόσον έδωσε θεληματική κατάθεση για την υπόθεση αυτή, ποιος ήταν ο λόγος που δεν προχώρησε ποινική υπόθεση εναντίον του. Αναφορικά με τον τελευταίο πιο πάνω παράγοντα, τον οποίο η συνήγορος εισηγείται προς το Δικαστήριο ως μετριαστικό, παρέπεμψε στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και στο άρθρο 6
(1)της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. Εν προκειμένω, η συνήγορος Υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι ο εύλογος χρόνος για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας έχει ως αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορούμενου. Λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος από την πρώτη ημέρα έδωσε θεληματική κατάθεση και δεν εγκατέλειψε την Κύπρο, ήταν η εισήγηση της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι «η καθυστέρηση ήταν το λιγότερο αδικαιολόγητη». Επεσήμανε στο Δικαστήριο ότι υπήρχαν περιπτώσεις όπου η αδικαιολόγητη καθυστέρηση οδήγησε το Δικαστήριο ακόμα και στην απόρριψη της υπόθεσης (Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 294, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση, Π.Ε. 6874 και 6876, ημ. 25/04/2000). Εισηγήθηκε η συνήγορος Υπεράσπισης ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη των αδικημάτων είναι ένα ουσιαστικό στοιχείο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και δη σε σχέση με το είδος της ποινής που θα επιβληθεί. Μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος, καθίσταται ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζήνωνα Γεωργίου, Π.Ε. 7012 ημ. 11/04/01, Ιωάννου ν. Ρότσα
(1985)2 CLR 14, Αχιλλέα Κορέλι
(1997)1Γ ΑΑΔ 1464 και Γενικού Εισαγγελέα ν Τσιολή
(1991)2 ΑΑΔ 194). Τέλος, η ευπαίδευτη συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη, στην επιμέτρηση της ποινής, το πρόβλημα αλκοολισμού που αντιμετώπιζε, κατά τον ουσιώδη χρόνο τέλεσης των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος, σε συνδυασμό με τα διάφορα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος εκείνη την περίοδο. Ωστόσο, σε ερώτηση του Δικαστηρίου εάν υπήρχε οποιαδήποτε ιατρική βεβαίωση που να επιβεβαιώνει την ύπαρξη του προβλήματος του αλκοολισμού ή που να βεβαιώνει αν ο κατηγορούμενος έτυχε θεραπείας για πρόβλημα αλκοολισμού, η συνήγορος Υπεράσπισης δεν είχε οποιοδήποτε έγγραφο να παρουσιάσει. Διαβεβαίωσε η ίδια το Δικαστήριο ότι τα τελευταία πέντε χρόνια ο κατηγορούμενος δεν έχει καμία σχέση με το αλκοόλ, ενώ ο ίδιος ο κατηγορούμενος έδειχνε να αντιδρά από τη θέση του στο εδώλιο μη παραδεχόμενος ότι αντιμετώπισε οποτεδήποτε πρόβλημα αλκοολισμού. Όσον αφορά τα προβλήματα που είχε ο Κατηγορούμενος στις σχέσεις του με τον εργοδότη του κατά τον ουσιώδη χρόνο, αναφέρθηκε ότι έχουν διευθετηθεί και ότι ο κατηγορούμενος έχει αποζημιώσει τον παραπονούμενο (ΜΚ1) για την ζημιά που υπέστη για τα αδικήματα αυτά. Σχετική χειρόγραφη βεβαίωση, ημερ. 21.11.2016, την οποία φέρεται να υπογράφει ο κ. Ανδρέας Κολοκασίδης (ΜΚ1) κατατέθηκε στο Δικαστήριο με την ένδειξη «Α» και πράγματι αναφέρει σε αυτήν ότι έχει αποζημιωθεί πλήρως από τον κατηγορούμενο, γι' αυτό και εκείνος δεν επιθυμεί να μαρτυρήσει εναντίον του. Υιοθέτησε η συνήγορος Υπεράσπισης το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και διευκρίνισε περαιτέρω ότι - Το μηνιαίο εισόδημα του κατηγορούμενου ως σιδερά είναι 450 ευρώ. Ότι πληρώνει 200 ευρώ ενοίκιο. Ότι τα τρία παιδιά του από τον πρώτο του γάμο είναι όλοι ενήλικες 33, 31 και 28 ετών, τα δύο από τα παιδιά του διαμένουν στην Ιταλία και ένα στην Ρουμανία. Απέκτησε και αργότερα το 2013 με μία κοπέλα από την Ρουμανία ένα άλλο παιδί, όμως λόγω σοβαρών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η μητέρα του παιδιού για αλκοολισμό, το παιδί δόθηκε σε ανάδοχη οικογένεια στην Ρουμανία. Εισηγήθηκε η συνήγορος Υπεράσπισης ότι, σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας του κατηγορούμενου, τότε θα ήταν κατάλληλο να εξετάσει το ενδεχόμενο αναστολής της ποινής. Η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται πλέον για αναστολή της ποινής σύμφωνα με το Νόμο 168
(1)/03 έχει διευρυνθεί. Υπάρχουν πολλοί μετριαστικοί παράγοντες που θα μπορούσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη για να δώσει στον κατηγορούμενο μία δεύτερη ευκαιρία και κυρίως η καθυστέρηση που επήλθε στην καταχώρηση της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ ΚΑΙ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΗ ΑΥΤΗΣ Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο αρχίζει από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166, Καφάρη ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 632 και άλλες) και ακολούθως ελέγχει τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων στην ενώπιον του υπόθεση για να προσαρμόσει την ποινή στα δεδομένα της υπόθεσης αφότου διακρίνει αν υφίστανται επιβαρυντικοί ή μετριαστικοί παράγοντες. Έπειτα εξατομικεύει την ποινή ώστε αυτή να μην αντανακλά μόνο στη σοβαρότητα του αδικήματος και τις συνθήκες διάπραξής του, αλλά και στις πραγματικές προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, με σκοπό η ποινή να τον αναμορφώσει και να τον αποτρέψει από το να εκδηλώσει στο μέλλον όμοια εγκληματική συμπεριφορά. Με αυτή τη μεθοδολογία είναι που θα προσεγγίσω και την παρούσα υπόθεση. Η σοβαρότητα που προσδίδεται από τον νομοθέτη στα διάφορα αδικήματα διαφαίνεται και από το ανώτατο όριο ποινής που έχει προβλέψει με Νόμο (βλ. μεταξύ άλλων την απόφαση ημερ. 25.11.2016 στην Ποινική Έφεση 40/2015, Ευτύχιου Μαληκκίδη ν Δημοκρατίας). Το άρθρο 323 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, καθορίζει ότι꞉ «Βλάβη σε ζώα 323. Αυτός που εσκεμμένα και παράνομα φονεύει, ακρωτηριάζει ή τραυματίζει ζώο που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος. Προκειμένου για άλογο, φοράδα, μουνούχο, γαϊδούρι, μουλάρι, καμήλα, ταύρο, αγελάδα, βόδι, γίδα, χοίρο, κριάρι, αρνί, ευνουχισμένο κριάρι ή το νεογνό οποιουδήποτε τέτοιου ζώου, ο υπαίτιος είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. Σε κάθε άλλη περίπτωση ο υπαίτιος είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός χρόνου.». Στις απόφαση Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384, που εκδόθηκε αναφορικά με τις ποινικές εφέσεις 146/2006 και 147/2006, οι εφεσείοντες είχαν παραδεχθεί ότι στις 19/3/06 σε στρατόπεδο στην Αθαλάσσα -Λευκωσία, επέφεραν φρικτό θάνατο σε γάτο, τον οποίον έκαψαν αφού προηγουμένως περιέλουσαν με πετρέλαιο. Οι εφεσείοντες, που ήταν στρατιώτες, εντόπισαν το γάτο στα μαγειρεία της μονάδας τους και αφού τον παγίδευσαν τον περιέλουσαν με πετρέλαιο. Μετέδωσαν δε τη φωτιά στο ζώο με την άκρη σκούπας στην οποία είχαν τυλίξει χαρτί υγείας εμποτισμένο με πετρέλαιο που άναψαν. Η κατηγορία στο κατηγορητήριο διατυπώθηκε βάσει των άρθρων 5
(2)(α) και 27
(1)
(2)του περί Προστασίας και Ευημερίας των Ζώων Νόμου, 46(Ι)/94. Με τροποποίηση που έγινε στο Νόμο το 1997 οι ποινές που προβλέπονταν για το αδίκημα αυξήθηκαν, έτσι που η μεν χρηματική από £500 αυξήθηκε σε £1000 και η φυλάκιση από 6 σε 12 μήνες για την πρώτη καταδίκη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο καταδίκασε του Εφεσείοντες σε ποινές τρίμηνης φυλάκισης βάσει των Άρθρων 5
(2)(α) και 27
(1)
(2)του περί Προστασίας και Ευημερίας των Ζώων Νόμου, 46(Ι)/94. Κατ' έφεση, το Ανώτατο Δικαστήριο συμμερίστηκε την περιγραφή των γεγονότων από το πρωτόδικο δικαστήριο ως φρικιαστικών. Δια στόματος του Αρτεμίδη, Π., το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι꞉ «[Τα ζώα] έχουν δικαίωμα στη βιολογική τους ύπαρξη. Η θανάτωση τους δικαιολογείται μόνο όταν και όπως προβλέπει ο νόμος. Η θέα, ακόμη και η περιγραφή κακομεταχείρισης ή θανάτωσης τους προκαλεί τρόμο στο συνετό άνθρωπο. Ειδικότερα, αν ο τρόπος που επιφέρεται ο θάνατος είναι φρικιαστικός, όπως στην παρούσα περίπτωση. [...] Το Στρατιωτικό Δικαστήριο αξιολόγησε επίσης με μεγάλη προσοχή τους σοβαρούς μετριαστικούς παράγοντες που προβλήθηκαν από τους εφεσείοντες, κατέληξε όμως στο συμπέρασμα πως η μόνη αρμόζουσα ποινή ήταν η φυλάκιση. Δεν διαφωνούμε πως το είδος της ποινής, υπό τις περιστάσεις που εξηγήσαμε πιο πάνω, δεν μπορούσε να ήταν άλλο. [...]». Στην υπό εκδίκαση υπόθεση, τα γεγονότα είναι εξίσου φρισκιαστικά και αποτρόπαια, αν ληφθεί υπόψη ότι ο κατηγορούμενος κακοποίησε με τα χέρια του, μέχρι θανάτου, όχι ένα, ούτε δύο αλλά τρία αιγοπρόβατα, και τραυμάτισε άλλα επτά αιγοπρόβατα σπάζοντάς τους τη σπονδυλική τους στήλη και προκαλώντας τους κατάγματα στο κεφάλι. Ο συνετός άνθρωπος τρομάζει στην ιδέα αυτής της σκηνής! Πρόκειται για αφύσικη, επικίνδυνη και τερατώδη πράξη. Ήταν συγχρόνως παράνομη και εσκεμμένη πράξη. Καμία νόμιμη αιτία δεν υπήρχε. Δεν ενήργησε σε αυτοάμυνα ο Κατηγορούμενος. Δεν κινδύνευσε ο ίδιος από τα ζώα ώστε να δικαιούται να χρησιμοποιήσει λογική βία έναντί τους στα μέτρα της άμυνας. Οι οικονομικές του διαφορές με τον πρώην εργοδότη του, ουδόλως συνιστούν πρόκληση ή αιτία μετριασμού της ποινής του. Ουδείς δύναται να αφαιρεί τη ζωή ενός ζώου για να εκδηλώσει τη διαμαρτυρία του για τις προστριβές που έχει με τον ιδιοκτήτη του. Δεν αποτελεί τρόπο επίλυσης διαφορών η εκτόνωση των ανθρώπινων παθών σε βάρος των ζώων. Η μέθη δεν είναι πάντοτε μετριαστικός παράγοντας. Αξιολογείται αυτός ο παράγοντας ανάλογα με την επίδρασή του στη διάπραξη του εγκλήματος, σε συνάρτηση με τη φύση του εγκλήματος. Μπορεί να προσμετρήσει είτε ως επιβαρυντικός είτε ως ελαφρυντικός παράγοντας (βλ. Kourris v. The Police
(1970)2 C.L.R. 53). Εδώ, δεν έχω ενώπιον μου επαρκείς αποδείξεις ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε πρόβλημα αλκοολισμού κατά την περίοδο τέλεσης των αποτρόπαιων πράξεών του. Δεν έχω ακούσει στην παράθεση γεγονότων να ισχυρίστηκε ο ίδιος προς την Αστυνομία ότι ήταν μεθυσμένος και ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τί είχε πράξει. Απεναντίας, το μόνο που έχει λεχθεί είναι ότι παραδέχθηκε θεληματικά τη διάπραξη των αδικημάτων με κίνητρο να πλήξει τον πρώη εργοδότη του με τον οποίο είχαν οικονομικές διαφορές. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή για τέτοιας φύσης αδικήματα ως αυτά που τέλεσε ο Κατηγορούμενος και υπό τις συνθήκες διάπραξής τους, είναι αυτή της φυλάκισης. Εξετάζω στη συνέχεια κατά πόσο έχει ατονίσει η αναγκαιότητα επιβολής αυτού του είδους ποινής λόγω του διαρρεύσαντος χρονικού διαστήματος. Κατ' αρχάς, το ζήτημα αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον προσδιορισμό της ανάγκης επιβολής αποτρεπτικών ποινών, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του꞉ "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Δεν θα έλεγα ότι είναι σπάνια τα φαινόμενα κακομεταχείρισης έως κακοποίησης ζώων στην Κύπρο. Αντλώ δικαστική γνώση από τον αριθμό δικαστικών υποθέσεων που καταχωρούνται και των αποφάσεων που εκδίδονται σε ετήσια βάση από τα Κυπριακά Δικαστήρια, αναφορικά με αξιόποινη συμπεριφορά ιδιοκτητών ζώων ή τρίτων προσώπων προς τα ζώα (είτε για πυροβολισμούς κατά των ζώων είτε για δηλητηριάσεις ζώων ή για άλλες μορφές βίας). Επιβάλλεται συνεπώς να σταλούν τα ορθά μηνύματα όχι μόνον προς τον κατηγορούμενο αλλά και προς οποιονδήποτε άλλο επίδοξο εγκληματία. Η ανάγκη αποτροπής τρίτων προσώπων από τη διενέργεια όμοιων αδικημάτων δεν ατονεί παρά την παρέλευση του χρόνου. Αξιολογώ ασφαλώς το γεγονός ότι ο χρόνος που έχει παρέλθει σε ό,τι αφορά το πρόσωπο του ίδιου του Κατηγορούμενου δεν είναι αμελητέος, αλλά σημαντικός. Έχουν παρέλθει 8 χρόνια από την ημερομηνία τέλεσης των αδικημάτων. Η καθυστέρηση που παρατηρείται από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία δίωξης του κατηγορούμενου και μέχρι την επιβολή ποινής σε αυτόν είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 υποδείκτηκε ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται στο φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και τη δίκαιη δίκη. Τυχόν καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής και ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο στον κατηγορούμενο. Στην δε υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα v. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 υποδείχθηκε πως η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινή φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ωστόσο, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223 τονίστηκε ότι η συμβολή κατηγορουμένου στην καθυστέρηση μετρά εναντίον του. Στην παρούσα υπόθεση, δεν αμφισβητήθηκε από τη συνήγορο Υπεράσπισης το γεγονός ότι είχε καταχωρηθεί ευθύς μετά την ημερομηνία τέλεσης των αδικημάτων, ήτοι εντός του 2008 ποινικό κατηγορητήριο εναντίον του Κατηγορούμενου. Δεν αμφισβητήθηκε, ομοίως, ούτε το γεγονός ότι ο μόνος λόγος απόσυρσης εκείνης της ποινικής υπόθεσης τον Ιούνιο του 2008 ήταν ότι ο Κατηγορούμενος δεν εντοπιζόταν για να εκτελεστεί το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του και τούτο προφανώς επειδή αυτός, αν και του επιδόθηκε το κατηγορητήριο, εντούτοις παρέλειψε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο για να δικαστεί. Δεν θα εκδιδόταν ένταλμα σύλληψης εναντίον του εάν δεν του είχε επιδοθεί η ποινική υπόθεση ευθύς εξ αρχής. Έχω εντοπίσει το φάκελο της ποινικής υπόθεσης 830/2008 και έχω διαπιστώσει ότι εκείνη είχε καταχωρηθεί στις 6.2.2008, δηλαδή 4 μόλις μέρες μετά την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων. Ορίστηκε μάλιστα ταχέως ενώπιον του Δικαστηρίου για εκδίκαση στις 7.2.2008, ημερομηνία κατά την οποία ο Κατηγορούμενος ήταν παρών στο Δικαστήριο και υπέγραψε εγγύηση με την οποία δεσμεύτηκε ότι θα ήταν παρών στις 8.5.2008 για έναρξη της ακρόασής του. Αθέτησε την υπόσχεση του αυτή, γι' αυτό και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Πράγμα που δείχνει ότι ως εκ της συμπεριφοράς του, ο κατηγορούμενος συνέβαλε τότε στο να μην εκδικαστεί η υπόθεση που είχε καταχωρηθεί αμέσως μετά την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων. Το ότι η Αστυνομία δεν κατάφερε να εντοπίσει τον κατηγορούμενο για την εκτέλεση των Ενταλμάτων σύλληψης ή και μετέπειτα, δεν είναι παράξενο, αφού ως ο ισχυρισμός του ίδιου του Κατηγορούμενου, μετά που έδωσε τη θεληματική κατάθεση, αυτός εγκατέλειψε το χωριό όπου κατοικούσε και μετακόμισε σε άλλο χωριό, ενώ δεν δήλωσε τη νέα διεύθυνση του στην Αστυνομία. Άλλα μέλη οικογένειας δεν είχε στην Κύπρο, όπως φαίνεται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ώστε να μπορούσε να διευκολυνθεί η ανεύρεσή του. Όσον αφορά το πλαίσιο εκδίκασης της παρούσας ποινικής υπόθεσης, δεν αμφισβητήθηκε η αναφορά της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι ευθύς μόλις εντοπίστηκε ο Κατηγορούμενος από την Αστυνομία, καταχωρήθηκε εκ νέου η υπόθεση εναντίον του. Δεν επηρεάστηκε η δυνατότητα υπεράσπισης του κατηγορούμενου στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, εφόσον αυτός είχε την ευκαιρία να δει το μαρτυρικό υλικό και ακολούθως αναστάληκε από την κατηγορούσα αρχή η μόνη κατηγορία την οποία αυτός αμφισβητούσε. Δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε αχρείαστες αναβολές. Δεν παρέμεινε σε οποιοδήποτε στάδιο υπό κράτηση από την ημερομηνία της 1ης εμφάνισης του στο Δικαστήριο μέχρι σήμερα. Συνεπώς, δεν υφίστανται εδώ οποιοιδήποτε άλλοι παράγοντες, πέραν από την καθυστέρηση σε αριθμό ετών από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, οι οποίοι να δημιουργούν ανησυχία στο Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος διατρέχει τον κίνδυνο μη δίκαιης δίκης, λόγω παρέλευσης μη εύλογου χρόνου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ ότι ορθά και δίκαια προχωρεί η δίκη κατά του Κατηγορούμενου για σκοπούς επιβολής ποινής. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε ουσιώδης μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του Κατηγορούμενου, η οποία να επιδρά μετριαστικά. Δεν έχει οποιαδήποτε εξαρτώμενα πρόσωπα, αφού το μόνο ανήλικο του παιδί, εκείνο που απέκτησε το 2013, δεν βρίσκεται υπό την κηδεμονία του. Η ποινή φυλάκισης αρμόζει, εν προκειμένω, στα συγκεκριμένα αδικήματα και στον συγκεκριμένο παραβάτη, καθώς και στην ανάγκη αποτροπής των τρίτων από τη διάπραξη όμοιων αδικημάτων. Θα μετριάσω σημαντικά το εύρος της ποινής κατά τρόπο που να αντανακλά στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, στο λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου και στο γεγονός ότι έχει δείξει σημάδια έμπρακτης μεταμέλειας εφόσον έχει συμφωνήσει για αποζημίωση του παραπονούμενου έστω και μετά παρέλευση 8 και πλέον ετών από τα αδικήματα. Συνεπώς, στον Κατηγορούμενο επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές, οι οποίες να συντρέχουν: Στην 2η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Στη 3η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 45 ημερών. Έλαβα υπόψη ότι το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής στην παρούσα υπόθεση ανέρχεται σε 5 χρόνια, σε σύγκριση προς 1 χρόνο που ήταν η μέγιστη προβλεπόμενη στον εφαρμοστέο νόμο σε ό,τι αφορά την υπόθεση Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384. Σε εκείνη την υπόθεση, κρίθηκε κατ' έφεση ότι η επιβολή τρίμηνης φυλάκισης δεν ήταν ως απόλυτος αριθμός υπερβολική, πλην όμως μειώθηκε σε 45 ημέρες για να αντανακλά στο δυσμενή επηρεασμό της ζωής των από άλλες κυρώσεις που είχαν υποστεί παράλληλα προς την ποινική υπόθεση οι εφεσείοντες, ειδικότερα από꞉ (α) την πειθαρχική τιμωρία τους με φυλάκιση 30 ημερών και την ανάλογη επιμήκυνση της στρατιωτικής τους θητείας, (β) τη δυσμενή μετάθεση τους, (γ) την απόταξη τους από το επίλεκτο σώμα της στρατονομίας και (δ) την ανατροπή των όποιων σχεδίων έχουν για σπουδές το ερχόμενο ακαδημαϊκό έτος. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί, ως η εισήγηση των συνηγόρων όλων των Κατηγορουμένων. Το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 94). Μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του αδικήματος, το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Θεωρώ ότι δεδομένης της επιβολής της ποινής μετά πάροδο 8 ετών, θα ήταν άδικο να επικρέμαται στους ώμους του Κατηγορούμενου ο κίνδυνος ενεργοποίησης της ποινής φυλάκισης του για άλλα 3 χρόνια. Όλοι οι παράγοντες οι οποίοι δέον να αξιολογούνται για σκοπούς αναστολής (λευκό ποινικό μητρώο, παραδοχή στην Αστυνομία και στο Δικαστήριο, αποζημίωση παραπονούμενου) συνεκτιμώνται, χωρίς όμως να με οδηγούν σε άλλη εκτίμηση από αυτήν που έχω μόλις καταγράψει. Επομένως, η ποινή να εκτιθεί με άμεση ισχύ από σήμερα. Τα έξοδα €60 που δημιουργήθηκαν από την παρούσα διαδικασία να τα υποστεί η Κυπριακή Δημοκρατία. (υπ.)......................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.