Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Malkanthi Herath Vueranthna Urugala Aluth Gedara Herath, Αρ. Υπόθεσης: 3016/2016, 20/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:B25 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ AΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Α. Πανταζή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3016/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Malkanthi Herath Vueranthna Urugala Aluth Gedara Herath Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 20 Δεκεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Πίτσιλλου Για τον Κατηγορούμενο꞉ κ. Γιούπας (με νομική αρωγή) Η Κατηγορούμενη παρούσα. Παρούσα η κα Αγγέλα Μαρίνου για να μεταφράζει από Ελληνικά στα Αγγλικά και αντίστροφα. Παρούσα η κα Privenka Pallegangoda Lalana, για να μεταφράζει από τα Αγγλικά στα Σριλανκέζικα και αντίστροφα. ΠΟΙΝΗ Η Κατηγορούμενη, η οποία τελεί υπό κράτηση από 25.10.2016, τίθεται σήμερα ενώπιόν μου για επιβολή ποινής σε αυτήν κατόπιν αλλαγής απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή στην κατηγορία αρ. 1, όπως τροποποιήθηκε κατά τη δικάσιμο ημερ. 1.12.
- Η εν λόγω κατηγορία αφορά στο αδίκημα της «Κλοπής από υπηρέτη κατά παράβαση των άρθρων 255 και 268 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως τροποποιήθηκαν κατά τη δικάσιμο ημερ. 1.12.2016 δυνάμει του Άρθρου 83 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, κατόπιν αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής και με τη συγκατάθεση του συνηγόρου Υπεράσπισης, η Κατηγορούμενη μεταξύ των ημερομηνιών 1/1/2016 - 19/10/2016 συμπεριλαμβανομένων, στη Δερύνεια της Επαρχίας Αμμοχώστου ενώ ήταν οικιακή βοηθός, έκλεψε από την οικία του εργοδότη της Κυριάκου Κολοκασίδη από τη Δερύνεια το χρηματικό ποσό των €1.000, περιουσία του πιο πάνω. Πλήρεις λεπτομέρειες γεγονότων εκτέθηκαν από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκαν από το συνήγορο Υπεράσπισης. Παραθέτω όσα λέχθηκαν꞉ Η Κατηγορούμενη, η οποία είναι από τη Σρι Λάνκα, εργαζόταν για δυόμιση χρόνια στην οικία του ΜΚ
- Στις 19.10.2016 καταγγέλθηκε στη ΜΚ3 από το ΜΚ1 που ήταν εργοδότης της κατηγορούμενης ότι υποψιαζόταν την Κατηγορούμενη ότι έκλεψε χρηματικό ποσό από τον κουμπαρά που είχε μέσα στο δωμάτιο του. Ο ΜΚ1 έβαζε μέσα στον κουμπαρά κέρματα και άλλα χαρτονομίσματα των €500, €200, €100, €50, €20, €10 και €
- Στις 19.10.2016 ο παραπονούμενος χρειάστηκε το χρηματικό ποσό των €1400 και αποφάσισε να σπάσει τον κουμπαρά. Διαπίστωσε ότι έλειπε μεγάλο χρηματικό ποσό. Μέσα υπήρχαν μόνο τα χαρτονομίσματα των €500, €10, €
- Ο ΜΚ1 αντιλήφθηκε όπως το είχε υπολογίσει ότι έλειπε συνολικά το ποσό των €
- Μετέβηκε η ΜΚ3 μαζί με άλλους αστυφύλακες στην οικία του ΜΚ1, όπου εντόπισαν την Κατηγορούμενη. Με τη συγκατάθεσή της ερευνήθηκε το δωμάτιό της. Κατά τη διάρκεια έρευνας εντοπίστηκε το χρηματικό ποσό των €18- σε διάφορα κέρματα σε θήκη της τσάντας της κατηγορούμενης. Στη συνέχεια αφού συνελήφθηκε και της επιστήθηκε η προσοχή της στο Νόμο απάντησε «Επήρα €50, επήρα τα περισσότερα σε κέρματα». Στη συνέχεια όταν μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό έδωσε θεληματική κατάθεση στην οποία ανέφερε, αφού της επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, «Έπιασα από τον κουμπαρά του Κυριάκου το ποσό των €
- Γράψετε να σας πω την αλήθεια.». Έδωσε θεληματική κατάθεση στην οποία παραδέχεται ότι έπιασε από τον κουμπαρό το εν λόγω χρηματικό ποσό. Όπως πληροφόρησε το Δικαστήριο η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, η Κατηγορούμενη είναι Λευκού Ποινικού Μητρώου και έχει αποζημιώσει ήδη τον εργοδότη της. ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΓΙΑ ΜΕΤΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος Υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της Κατηγορούμενης. Διευκρίνισε μόνο πως ο μισθός της Κατηγορούμενης δεν ήταν €340 όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην Έκθεση, αλλά €
- Πρόσθεσε ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι το τελευταίο χρονικό διάστημα η Κατηγορούμενη έμαθε ότι η μητέρα της είχε σοβαρό πρόβλημα υγείας. Ότι έπασχε από καρκίνο. Αισθάνθηκε την ηθική υποχρέωση να βοηθήσει για τη θεραπεία της μητέρας της, αφού ήταν εκείνη που πρόσεχε και το μωρό της Κατηγορούμενης στη Σρι Λάνκα. Ο σύζυγος της Κατηγορούμενης βρίσκεται στο Ντουπάι όπου εργάζεται ως οδηγός λεωφορείου. Προέβηκε στην αξιόποινη πράξη όχι για ίδιον όφελος αλλά για να στηρίξει οικονομικά τη θεραπεία της μητέρας της. Έχει τερματισθεί η σχέση εργασίας της με τον εργοδότη, ο οποίος και προσέλαβε ήδη νέα υπάλληλο. Η Κατηγορούμενη αποζημίωσε πλήρως τον εργοδότη της. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται στην επιβολή ποινής φυλάκισης, είναι η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι θα ήταν κατάλληλη περίπτωση για να ανασταλεί. Παρέπεμψε σε νομολογία και ειδικότερα στην Γ.Ε. ν. Φανιέρος
(1996)2 ΑΑΔ 303, Παγιαβλάς ν Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 240. Η ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ Η έκθεση του Γραφείου Ευημερίας περιγράφει τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της Κατηγορούμενης με βάση τα στοιχεία που προέκυψαν κατά τη συνέντευξή της στις Κεντρικές Φυλακές. Η Κατηγορούμενη είναι ηλικίας 35 ετών. Κατάγεται από τη Σρι Λάνκα και προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Οι γονείς της είναι μεγάλης ηλικίας και δεν εργάζονται. Η ίδια ολοκλήρωσε τη φοίτηση της στο σχολείο και ακολούθως τέλεσε γάμο σε ηλικία 24 ετών με συμπατριώτη της. Από το γάμο αυτό απέκτησε μια κόρη. Ήρθε στην Κύπρο το Μάη του 2014 για να εργαστεί και από τότε μέχρι και τη σύλληψή της εργαζόταν ως οικιακή βοηθός στην οικία του εργοδότη της. Δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας, ούτε κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών. ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο αρχίζει από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής και ακολούθως ελέγχει τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων στην ενώπιον του υπόθεση για να προσαρμόσει την ποινή στα δεδομένα της υπόθεσης αφότου διακρίνει αν υφίστανται επιβαρυντικοί ή μετριαστικοί παράγοντες. Έπειτα, εξατομικεύει την ποινή, έτσι ώστε αυτή να μην αντανακλά μόνο στη σοβαρότητα του αδικήματος και τις συνθήκες διάπραξής του, αλλά και στις πραγματικές προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, με σκοπό η ποινή να τον αναμορφώσει και να τον αποτρέψει από το να εκδηλώσει στο μέλλον όμοια εγκληματική συμπεριφορά. Με αυτή τη μεθοδολογία είναι που θα προσεγγίσω και την παρούσα υπόθεση. Ως θέμα γενικής αρχής, η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Η εξατομίκευση αυτή, όμως, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων. Το άρθρο 268 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπει ότι αν ο υπαίτιος κλοπής είναι γραμματέας ή υπηρέτης, αυτό που κλάπηκε είναι περιουσία του εργοδότη του ή πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του υπαίτιου για λογαριασμό του εργοδότη του, αυτός υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων. Ασφαλώς, στην παρούσα υπόθεση, για την οποία έχει δοθεί η γραπτή συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα ώστε να εκδικαστεί συνοπτικά από Επαρχιακό Δικαστή, η μέγιστη ποινή φυλάκισης που μπορεί να επιβληθεί ανέρχεται σε πέντε χρόνια. Πάντως, από μία απλή σύγκριση των ποινών που προβλέπονται στο άρθρο 268 συγκριτικά προς τις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 262 (μέγιστη ποινή φυλάκισης 3 χρόνων), προκύπτει ότι ο νομοθέτης θέλησε να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στα αδικήματα κλοπής του εργοδότη από τους υπαλλήλους του σε αντίθεση με άλλα αδικήματα κλοπών για τα οποία προβλέπεται μικρότερη ποινή. Προχωρώ σε μία ανασκόπηση της νομολογίας, η οποία δείχνει τις ποινές που επιβάλλονται για το αδίκημα της κλοπής από υπηρέτη. Στην υπόθεση The Attorney General v. Vasiliotis
(1967)2 CLR 20 αναφέρθηκε ότι: "Stealing by servant tends to undermine the basis, upon which hundreds of people carry on their business as employers, or earn their living as employees. The relationship of trust and confidence which must always exist between them, is of great importance: and is entitled to adequate protection from the Law." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η κλοπή υπό υπαλλήλου τείνει να υπονομεύσει τη βάση, πάνω στην οποία εκατοντάδες άνθρωποι ασκούν την επιχειρηματική δραστηριότητά τους ως εργοδότες, ή κερδίζουν τα προς το ζην ως υπάλληλοι. Η σχέση εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας που πρέπει πάντα να υπάρχει μεταξύ τους, είναι μεγάλης σημασίας και δικαιούται επαρκούς προστασίας από το νόμο» Στην υπόθεση Πολύδωρου ν. Αστυνομίας
(1984)2 CLR 48 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών για το αδίκημα της κλοπής υπό δημόσιου υπαλλήλου. Ήταν λευκού ποινικού μητρώου και είχε επιστρέψει το ποσό. Στην υπόθεση Αριστοτέλους ν. Αστυνομίας
(1985)2 CLR 212 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών με αναστολή. Στην υπόθεση Κατσούρης ν. Αστυνομίας
(1988)2 CLR 180 η ποινή φυλάκισης μειώθηκε στους 12 μήνες για 58χρονο με λευκό ποινικό μητρώο και προβλήματα υγείας και ο οποίος επέστρεψε το κλαπέν ποσό. Στην υπόθεση Αργυρού ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 434 επικυρώθηκε από το εφετείο ποινή φυλάκισης 12 μηνών η οποία επιβλήθηκε πρωτόδικα. Επίσης στην υπόθεση Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 701 που αφορούσε ομοειδή αδίκημα αυτό της κλοπής από αντιπρόσωπο επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Να σημειωθεί ότι την υπόθεση αυτή λήφθηκε υπόψη το μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διάπραξη του αδικήματος, η αποζημίωση του θύματος και η άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ το Εφετείο υιοθέτησε τις αρχές από τις Barrick και Clark που τέθηκαν με τις πιο πάνω υποθέσεις επίσης κατευθυντήριες γραμμές στην επιβολή ποινής στο υπό κρίση αδίκημα με διαβάθμιση των περιπτώσεων σε επίπεδο ποινής. Η υπόθεση αφορούσε κλοπή υπό υπαλλήλου, επτά κατηγορίες. Η ποινή φυλάκισης μειώθηκε από 2 ½ χρόνια σε 18 μήνες, παραδέχθηκε ενοχή, ήταν ηλικίας 31 ετών, οικογενειάρχης με τρία παιδιά και η απόλυση από την εργασία του, εργαζόταν στην ΣΠΕ Πολεμιδιών, θεωρήθηκε καταστροφικό πλήγμα και κατ΄ επέκταση ελαφρυντικός παράγοντας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το αδίκημα της κλοπής παρουσιάζει έξαρση έτσι ώστε οι ποινές που επιβάλλονται πρέπει να είναι αποτρεπτικές και, όπως έχω προαναφέρει, είναι συνήθως αυτές τις φυλάκισης. Στην υπόθεση Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ τονίστηκε ότι τα αδικήματα εναντίον της περιουσίας, όπως κλοπές και άλλα ομοειδή αδικήματα, είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν κάμψη. Αντίθετα σημειώνεται έξαρση στη διάπραξη τους. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα, γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη. Επιβεβαιώθηκαν τα προαναφερθέντα στην πρόσφατη απόφαση ημερ. 9.11.2016 στην Ποινική Εφεση Αρ.124/2016, Πάτερ Δημήτριος Πιττάης Χρυσοδόντας ν. Αστυνομίας. Ο Εφεσείων εκεί ήταν 52 ετών, οικογενειάρχης και πατέρας δύο παιδιών, ενός ενήλικου και ενός ανήλικου. Ήταν λευκού ποινικού μητρώου, εργαζόταν ως καθηγητής θρησκευτικών και έχει κάποια, όχι σοβαρά, προβλήματα υγείας. Λέχθηκε κατ΄έφεση, ότι το αδίκημα στο οποίο έχει βρεθεί ένοχος ο Εφεσείων είναι σοβαρής μορφής, αφού αναφέρεται στην ύπαρξη και διατήρηση της εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Ότι τα δικαστήρια έχουν υποχρέωση να προσφέρουν την κατάλληλη προστασία, τιμωρώντας τα πρόσωπα που παραβιάζουν την εμπιστευτική αυτή σχέση και ότι μέσα σε αυτά τα πλαίσια η κατάλληλη ποινή είναι εκείνη της φυλάκισης (Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 701, 707). Στην παρούσα υπόθεση, ως επιβαρυντικούς παράγοντες λαμβάνω υπόψη τον τρόπο με τον οποίο έδρασε η Κατηγορούμενη, ότι δηλαδή αποσπούσε, κρυφά και σταδιακά από τον εργοδότη της, διάφορα χρηματικά ποσά που αυτός φύλαττε σε κουμπαρά στην οικία του και ότι συσσώρευσε με τη μεθόδευση αυτή το ποσό της τάξεως των €1000 που είναι ένα αρκετά μεγάλο ποσό για οποιοδήποτε νοικοκυριό στην Κύπρο, σχεδόν τριπλάσιο του μισθού που λάμβανε η Κατηγορούμενη από τον εργοδότη της. Το κίνητρο της Κατηγορούμενης, ως το περιέγραψε ο συνήγορος Υπεράσπισης, ήταν να συγκεντρώσει χρήματα για να τα στείλει για τη νοσηλεία του παιδιού της. Ακολούθως διευκρινίστηκε ότι ήταν η μητέρα της εκείνη που διαγνώστηκε ότι πάσχει από καρκίνο. Παρά το ότι δόθηκε χρόνος από το Δικαστήριο, ως είχε ζητήσει ο ίδιος ο συνήγορος Υπεράσπισης κατά τη δικάσιμο ημερ. 9/12/16, για να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεικτικά έγγραφα, εντούτοις δεν προσκομίστηκαν τελικά τέτοια έγγραφα. Είναι, εν πάση περιπτώσει, σημαντικό να σταλεί στην Κατηγορούμενη το μήνυμα ότι, παρά την ηθική ανάγκη που, ως η ίδια ισχυρίζεται, αισθάνθηκε για να στηρίξει οικονομικά τη μητέρα της, ώστε εκείνη να τύχει ιατρικής περίθαλψης για σοβαρό πρόβλημα της υγείας της, δεν είναι δικαιολογημένη η πράξη της και δεν εξουδετερώνεται η ποινική της ευθύνη. Δεν είχε δικαίωμα να κλέψει τα χρήματα του εργοδότη της. Θα μπορούσε να είχε ζητήσει φανερά και νόμιμα την οικονομική βοήθεια του εργοδότη ή/και άλλων προσώπων στο επαγγελματικό ή φιλικό της περιβάλλον. Το ίδιο μήνυμα ασφαλώς θα πρέπει να σταλεί και σε άλλους επίδοξους παραβάτες. Προς όφελος της κατηγορούμενης λαμβάνω υπόψη μου ως μετριαστικούς παράγοντες το ότι꞉ · Αυτή είναι λευκού ποινικού μητρώου και παραδέχθηκε σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας την ενοχή της ενώπιον του Δικαστηρίου, ήτοι προτού αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης. Παραπέμπω σχετικά στην Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, όπου λέχθηκε ότι «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης». · Έχει ένα εξαρτώμενο άτομο (ανήλικο παιδί), για το οποίο επιθυμεί να συνεχίσει να εργάζεται, ώστε να μπορεί να το συντηρεί. · Έχει αποζημιώσει τον παραπονούμενο εργοδότη της. · Έχει φέρει τον εαυτό της σε τέτοια κατάσταση ώστε να υποστεί δυσανάλογα μεγάλη ζημιά συγκριτικά προς το προσωρινό όφελος που είχε λάβει από την κλοπή του ποσού των 1000 ευρώ, εφόσον διέρρηξε τη σχέση εμπιστοσύνης με τον εργοδότη της και έχει απωλέσει τη θέση εργασίας της στην οικία του. · Ενδέχεται, συνεπεία της παρούσας καταδίκης της, να ανακληθεί η άδεια εργασίας και παραμονής της στην Κύπρο. Παραπέμπω, συναφώς, στην υπόθεση Suma Akter v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 86, όπου υποδεικνύεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο οφείλει να στρέψει την προσοχή του και σε αυτή την παράμετρο των δυσμενών επιπτώσεων για την Κατηγορούμενη. Στην εν λόγω υπόθεση, η εφεσείουσα οικιακή βοηθός από την Μπαγκλαντές παραδέχθηκε ότι είχε κλέψει 4 χαρτονομίσματα των Λ.Κ. 10, χρυσαφικά και διάφορα νομίσματα που ανήκαν στους εργοδότες της και της επιβλήθηκε πρωτοδίκως ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Τούτο κατά το στάδιο που η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης για το αδίκημα ανερχόταν σε 7 μόνο χρόνια, όχι σε 14 χρόνια. Το Εφετείο έκρινε ότι η ποινή ήταν έκδηλα υπερβολική και τη μείωσε σε τόση έκταση ώστε η εφεσείουσα να αφεθεί αμέσως ελεύθερη, εν όψει του σοβαρού ενδεχομένου, που δεν είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, να ανακληθεί η άδεια εργασίας της στη Δημοκρατία από τις αρμόδιες αρχές ένεκα της καταδίκης της με αποτέλεσμα αυτή να αναγκαστεί να επιστρέψει στην πατρίδα της, γεγονός που θα είχε καταλυτικές οικονομικές συνέπειες τόσο στην ίδια όσο και στην οικογένειά της. Τα πιο πάνω, όμως, δεν μπορούν να αποτελέσουν παράγοντες για διαφοροποίηση του είδους της ποινής εκεί όπου καθίσταται επιτακτική ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Οι εν λόγω μετριαστικοί παράγοντες έχουν σαφή επίδραση στην ένταση της ποινής, αλλά όχι στο είδος της. Ως εκ τούτου στην παρούσα υπόθεση, η κατάλληλη ποινή δικαιολογείται να είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή κατά την κρίση μου θα εξουδετέρωνε τους σκοπούς του Νόμου και θα έστελνε εσφαλμένο μήνυμα. Καταλήγω να επιβάλλω στην Κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί, ως η εισήγηση του συνήγορου της Κατηγορούμενης. Το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 94). Μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του αδικήματος, το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Στην πρόσφατη απόφαση, ημερ. 9.11.2016, στην Ποινική Εφεση Αρ.124/2016, Πάτερ Δημήτριος Πιττάης Χρυσοδόντας ν. Αστυνομίας, σημειώθηκαν τα εξής με παραπομπή στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930, 939: «Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Στην προμνησθείσα υπόθεση Χρυσοδόντας, το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρχε περιθώριο επέμβασής στην πρωτόδικη απόφαση για μη αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε λόγω του ότι στη διαγωγή του Εφεσείοντα απουσίαζαν τα στοιχεία έμπρακτης μεταμέλειας. Κρίθηκε ειδικότερα ότι το λευκό ποινικό μητρώο του Εφεσείοντα και οι πιθανές επιπτώσεις άμεσης ποινής φυλάκισης, λαμβάνονται μεν υπόψιν, αλλά δεν είναι παράγοντες που εξετάζονται αποσπασματικά και ανεξάρτητα από τις όλες περιστάσεις της υπόθεσης και από μόνοι τους δεν δικαιολογούσαν την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Η παράλειψη του Εφεσείοντα να αποζημιώσει τον παραπονούμενο κρίθηκε καθοριστικός παράγοντας για την επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης περί μη αναστολής της ποινής φυλάκισης. Στην υπόθεση Γ.Ε. ν. Μαρία Γεώργιου Στυλιανού
(2001)2 Α.Α.Δ. 55, όπου το αδίκημα είχε διαπραχθεί υπό συνθήκες συναισθηματικής φόρτισης της Κατηγορούμενης, ότι έπρεπε να βοηθήσει οικονομικά στενό συγγενικό της πρόσωπο (το θείο της) για τη θεραπεία του, στοιχεία τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, οι συντρέχουσες ποινες φυλάκισης 6 και 9 μηνών αναστάληκαν. Σε εκείνη την υπόθεση λήφθηκε, συγχρόνως, υπόψη ότι η Κατηγορούμενη επέστρεψε στον παραπονούμενο όλο το καταχρασθέν ποσό και επιπλέον ποσό ως αποζημίωση. Σημειώνω ότι σε εκείνην την υπόθεση, όπως και στην παρούσα, τα αδικήματα είχαν διαπραχθεί σε μια εκτεταμένη περίοδο χρόνου και όχι σε μια συγκεκριμένη και μόνο ημερομηνία. Αξιολογώντας τους πιο πάνω αναφερόμενους παράγοντες στην παρούσα υπόθεση, προκειμένου να κρίνω αν η πλάστιγγα γέρνει υπέρ ή εναντίον της αναστολής, σημειώνω ότι꞉ · Το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορούμενης δεν αποτελεί ασφαλή δείκτη αναφορικά με την ετοιμότητα και την προθυμία της να τηρεί τους Νόμους και Κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφού βρισκόταν στην Κύπρο για ένα σύντομο χρονικό διάστημα (περί τα 2μιση χρόνια) και ήδη έθεσε τον εαυτό της ενώπιον του Δικαστηρίου γι' αυτήν την αξιόποινη πράξη της. · Το αδίκημα είναι σοβαρό, αφού συνίσταται στη διάρρηξη της σχέσης εμπιστοσύνης εργοδότη - εργοδοτούμενου, με την παραβίαση στο χώρο της οικίας του εργοδότη ενός περιουσιακού του στοιχείου (του κουμπαρά του) και την απόσπαση ενός σημαντικού ποσού χρημάτων που πρόδηλα αποταμίευε ο εργοδότης της εκεί για τις δικές του ανάγκες. · Το κίνητρο της Κατηγορούμενης, ότι προόριζε τα χρήματα για τα έξοδα νοσηλείας της μητέρας της, δεν τεκμηριώθηκε ενώπιον μου. · Υπήρξε έμπρακτη μεταμέλεια μέσω της παραδοχής στο Δικαστήριο και της αποζημίωσης του εργοδότη της. Διαφοροποιείται, ως προς αυτή την παράμετρο, από την πιο πάνω μνημονευθείσα απόφαση Χρυσοδόντας. Τα στοιχεία αυτά λήφθηκαν επαρκώς υπόψη του Δικαστηρίου μειώνοντας το εύρος της ποινής προς όφελος της Κατηγορούμενης. Ομοίως, λήφθηκε υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής η εξωδικαστηριακή τιμωρία που υπέστη η Κατηγορούμενη, δηλαδή η απώλεια της θέσης εργασίας της και ο κίνδυνος που διατρέχει να απωλέσει την άδεια παραμονής της στην Κύπρο. Ζυγίζοντας τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η 4μηνη ποινή φυλάκισης, δεν δικαιολογείται να ανασταλεί. Θα είναι με άμεση ισχύ από σήμερα. Μειώνεται η διάρκειά της κατά τρόπο ώστε να συνυπολογισθεί ως μέρος της εκτιθείσας ποινής το χρονικό διάστημα που η Κατηγορούμενη έχει ήδη τελέσει υπό κράτηση ως υπόδικη, ήτοι από 25.10.2016. (υπ.) ............. Α. Πανταζή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο