Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Παναγιώτη Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 795/2016, 22/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:B27 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ AΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Α. Πανταζή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 795/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Παναγιώτη Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Πόπη Πίτσιλλου Για τον Κατηγορούμενο꞉ κ. Α. Πιττάτζιης Ο Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος τελεί υπό κράτηση από τις 14.12.2016, τίθεται σήμερα ενώπιόν μου για επιβολή ποινής σε αυτόν κατόπιν δικής του παραδοχής ενοχής για το αδίκημα ως η κατηγορία αρ. 1 επί του κατηγορητηρίου, η οποία αφορά σε πρόκληση «Βαριάς Σωματικής Βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και Νόμου 166/87». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος στις 27/11/2015 στη Σωτήρα της Επαρχίας Αμμοχώστου παράνομα προκάλεσε βαρεία σωματική βλάβη στο μαθητή Γιώργο Σταύρου 10 ετών από τη Σωτήρα. ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Πλήρεις λεπτομέρειες γεγονότων εκτέθηκαν από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκαν από τον συνήγορο Υπεράσπισης. Παραθέτω πιο κάτω όσα λέχθηκαν꞉ «Στις 27.11.2015 και ώρα 1730 καταγγέλθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Δερύνειας από τον ΜΚ1, που είναι ο άμεσα παραπονούμενος, μαζί με τον πατέρα του (ΜΚ2), ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 15꞉00 χτυπήθηκε από τον Κατηγορούμενο στην αίθουσα τέχνης του Γ' Δημοτικού Σχολείου Σωτήρας. Συγκεκριμένα, ο ΜΚ1, που είναι ηλικίας 10 ετών, ανέφερε ότι ενώ τελείωσε το μάθημα ζωγραφικής που είχε με το δάσκαλο ζωγραφικής που είναι ο Κατηγορούμενος και ετοιμαζόταν να ξεκινήσει με τους συμμαθητές του για να πάει σε διπλανή αίθουσα για μάθημα υπολογιστών, τον φώναξε ο Κατηγορούμενος στην αίθουσα τέχνης και του είπε να καθαρίσει τις παλέτες και τα τραπέζια. Στη συνέχεια, σύμφωνα με το ΜΚ1, και αφού καθάρισε την αίθουσα, ο Κατηγορούμενος έκλεισε την πόρτα της τάξης και κατέβασε τις κουρτίνες. Τότε ο Κατηγορούμενος έδωσε στον ΜΚ1 ένα πάτσο στο μάγουλο και μετά τον τράβηξε σε αποθήκη εντός της τάξης και τον έδειρε ρίχνοντας τον στο έδαφος. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος συνέχισε να κτυπά παντού τον ΜΚ1 με κλωτσιές και πάτσους. Στη συνέχεια και καθώς ο ΜΚ1 βγήκε από την αίθουσα χτυπημένος, συνάντησε το Βοηθό Διευθυντή του Σχολείου (ΜΚ3), στον οποίο ανέφερε το περιστατικό, ότι τον κτύπησε δηλαδή ο Κατηγορούμενος μέσα στην αίθουσα τέχνης. Στη συνέχεια, ο ΜΚ3 εντόπισε τον Κατηγορούμενο και αφού συνομίλησε μαζί του για το συμβάν ο Κατηγορούμενος του είπε ότι πράγματι έχασε τη ψυχραιμία του και κτύπησε το μαθητή (ΜΚ1). Τότε, ο ΜΚ3 ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον πατέρα του ΜΚ1, δηλ. το ΜΚ
- Αμέσως ο ΜΚ2, καθώς ήταν καθ' οδόν προς το σχολείο, ενημέρωσε τον Πρόεδρο του Συνδέσμου Γονέων του Σχολείου (ΜΚ5). Αφού έφτασε στο σχολείο ο ΜΚ2 εντόπισε το γιο του με πολλαπλά κτυπήματα στο πρόσωπο, στα πλευρά, στο κεφάλι και τα χέρια. Τον ρώτησε τι έγινε και ο ΜΚ1 του ανάφερε ότι τον χτύπησε ο Κατηγορούμενος. Αμέσως, ο ΜΚ2 ενημέρωσε τη γυναίκα του, η οποία μετέβηκε στο σχολείο και παρέλαβε το ΜΚ1 για να τον μεταφέρει στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Αμμοχώστου, όπου ο ΜΚ1 αρχικά εξετάστηκε από τη γιατρό (ΜΚ7), η οποία τον παρέπεμψε για ακτινογραφίες. Εν τω μεταξύ, είχε εκδοθεί Ε/Σ εναντίον του Κατηγορούμενου, συνελήφθηκε και απάντησε «Έκαμα το, ενημέρωσα και τη διεύθυνση του σχολείου για το θέμα αυτό». Στη συνέχεια είχε ληφθεί ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο και απάντησε ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο. Στη συνέχεια, όταν κατηγορήθηκε γραπτώς απάντησε «Ότι είναι να πω, θα το πω στο Δικαστήριο.». Ο ΜΚ1, ο οποίος είχε εξεταστεί από τη ΜΚ7 και η οποία διέγνωσε τα ευρήματα της που θα παρουσιάσω στο Δικαστήριο, στη συνέχεια παραπέμφθηκε από τη ΜΚ7 και εξετάστηκε από τον Ωτορινολαρυγγολόγο του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας (ΜΚ8), ο οποίος διαπίστωσε κάταγμα ρινικού οστού και ετοίμασε την ιατρική βεβαίωση που θα καταθέσω στο Δικαστήριο. Στη συνέχεια, ο ΜΚ1 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στη μύτη λόγω πολλαπλών καταγμάτων στην άνω γνάθο. Έγινε ανάταξη του ρινικού οστού και τοποθετήθηκε νάρθηκας για 9 μέρες. Στις 9 μέρες είχε αφαιρεθεί ο νάρθηκας. Η βλάβη που δημιουργήθηκε στη μύτη προκαλούσε δυσκολία στη ρινική αναπνοή πριν να αφαιρεθεί ο νάρθηκας.». Παρουσίασε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής και κατέθεσε στο Δικαστήριο꞉ (α) ως Έγγραφο «Α», την ιατρική αναφορά, ημερ. 27.11.2016, και τη διάγνωση της ΜΚ
- (β) ως Έγγραφο «Β», την Ιατρική βεβαίωση, ημερ. 30.11.
- Η ιατρική αναφορά ως το Έγγραφο Α υπογράφεται από τη Δρ. Α. Μαππουρίδου, Γενική Ιατρό στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου και αναφέρει τα εξής꞉ «Εξέτασα τον πιο πάνω αναφερόμενο [Γιώργο Σταύρου] και βρήκα τα ακόλουθα꞉ Φέρει οίδημα και αιμάτωμα στη μύτη, οίδημα άνω βλεφάρων, αριστερού ματιού, ερυθρότητα αριστερής παρειάς, αιμάτωμα στην αριστερή μετωπική χώρα, ερυθρότητα στην αριστερή βρεγματική χώρα, αιματώματα στον αριστερό αγκώνα, εκδορές στην δεξιά νεφρική χώρα και δεξιά οσφυική χώρα, εκδορά και ερυθρότητα στην αριστερή ωμοπλάτη, ερυθρότητα στη δεξιά ωμοπλάτη, εκδορά στην αριστερή θωρακική χώρα. Έγιναν ακτινογραφίες και στάληκαν για γνωμάτευση. Δόθηκε παραπεμπτικό για τον ωτορινολαριγγολόγο Γ. Ν. Λάρνακας.». Η Ιατρική Βεβαίωση ως το Έγγραφο Β υπογράφεται από τον Δρ. Μάριο Ταπή, Ιατρικό Λειτουργό Α΄ Τάξης (ΩΡΛ) του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας και σε αυτήν αναφέρει ότι έγινε εξέταση του ασθενούς Σταύρου Γεώργιου μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό προ 3ημέρου με αναφερόμενη ρινορραγία. Η κλινική του εκτίμηση ήταν ότι υπήρξε «κάταγμα ρινικής πυραμίδας με παρεκτόπιση προς τα δεξιά και εκχύμωση δεξιού κάτω βλεφάρου». Συστάθηκε «ανάταξη». Όπως πληροφόρησε το Δικαστήριο η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος είναι Λευκού Ποινικού Μητρώου. Τέλος, ανέφερε ότι από την παρούσα δικαστική διαδικασία δημιουργήθηκαν έξοδα 60 ευρώ. ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΓΙΑ ΜΕΤΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Σε εισαγωγική του δήλωση, ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης δήλωσε ότι «Αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα του αδικήματος για το οποίο ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής, διευκρινίζω ότι η αγόρευση για μετριασμό της ποινής αφορά όχι το είδος της ποινής, η οποία θα επιβληθεί, αλλά το ύψος και τον τρόπο εκτέλεσης», αναφερόμενος προφανώς στο ορατό ενδεχόμενο να επιβληθεί ποινή φυλάκισης στον πελάτη του. Στη συνέχεια, ο συνήγορος Υπεράσπισης εφοδίασε το Δικαστήριο με κείμενο γραπτής αγόρευσης για σκοπούς μετριασμού της ποινής, το οποίο και υιοθέτησε. Αξίζει να σημειωθεί ότι, όπως ενημέρωσε το Δικαστήριο ο κ. Πιττάτζιης, αυτός μερίμνησε ώστε το κείμενο της γραπτής του αγόρευσης να κοινοποιηθεί εκ των προτέρων στη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία και δεν έθιξε οποιοδήποτε σημείο διαφωνίας. Σημειώνεται περαιτέρω ότι στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου Υπεράσπισης επισυνάπτονται τέσσερα πιστοποιητικά, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε ο συνήγορος Υπεράσπισης. Πρόκειται για τα εξής έγγραφα꞉ (α) Επιστολή, ημερ. 12.1.2016, του Διευθυντή Δημοτικής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού προς τον Κατηγορούμενο με την οποία τον πληροφορούσαν ότι, μετά από την καταγγελία που υπήρξε εναντίον του ότι χτύπησε μαθητή κατά τη διάρκεια λειτουργίας του σχολείου του, το Υπουργείο αποφάσισε τον τερματισμό της σύμβασης αγοράς υπηρεσιών από αυτόν, με την αιτιολογία ότι καταστρατήγησε τον όρο της μεταξύ τους σύμβασης που προέβλεπε ότι ως συμβασιούχος καθηγητής επιφορτιζόταν με «την ευθύνη προστασίας και ασφάλειας των εκπαιδευομένων στους χώρους διεξαγωγής του προγράμματος». (β) Ιατρική Έκθεση, ημερ. 24.11.2016, την οποία υπογράφει ο Δρ. Γιώργος Μικελλίδης, ο οποίος υπηρετεί στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας, Κοινοτικό Κέντρο Λάρνακας στο Παλαιό Νοσοκομείο Λάρνακας και στην οποία αναφέρει ότι αυτός εξέτασε τον κατηγορούμενο στα εξωτερικά ιατρεία τρεις φορές (23.3.2016, 19.5.2016 και 24.11.2016). Περαιτέρω, από τον ιατρικό φάκελο του κατηγορούμενου διαπίστωσε ότι αυτός παρακολουθείτο από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας από το 1996, σε τέσσερα διαφορετικά σημεία꞉ στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, στα Εξωτερικά Ιατρεία Στροβόλου, στο Νοσοκομείο Αμμοχώστου και στο Παλαιό Νοσοκομείο Λάρνακας. Η εκτίμηση στην οποία καταλήγει ο Δρ. Μικελλίδης με βάση την τελευταία εξέταση του ασθενούς από τον ίδιο διατυπώνεται ως εξής꞉ «Στην παρούσα φάση παρουσιάζει σχετικά σταθερή ψυχική κατάσταση με στοιχεία αγχώδους διαταραχής και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή καθημερινά με Fluvoxamine 100mg πρωί - βράδυ. Δεν παρουσιάζει ψυχωσική συμπτωματολογία. Είναι χωρίς αυτοετεροκαταστροφικό ιδεασμό. Η κριτική του ικανότητα είναι καλή και είναι σε θέση να παρακολουθήσει δικαστική διαδικασία.». Συγχρόνως, ο Δρ. Μικελλίδης καταγράφει όσα του ανέφερε ο ίδιος ο κατηγορούμενος για το ιατρικό, οικογενειακό και επαγγελματικό ιστορικό του. Πρόκειται για τα εξής꞉ Τα προβλήματα στην ψυχική του υγεία άρχισαν το 1994 με ένα οξύ ψυχωσικό επεισόδιο, το οποίο διήρκεσε μια βδομάδα και μετά ακολούθησε ένα καταθλιπτικό επεισόδιο για το οποίο πήρε θεραπεία όταν ήρθε στην Κύπρο το 1996 και η ψυχική του υγεία βελτιώθηκε. Στην Αμερική ήταν για 18 μήνες. Το 1993 άρχισε σπουδές καλών τεχνών, αλλά λόγω υποτροπής της ψυχικής του κατάστασης, διέκοψε, επέστρεψε στην Κύπρο για τέσσερα χρόνια, όπου βελτιώθηκε η ψυχική του κατάσταση και στη συνέχεια μετέβηκε στην Αγγλία για συνέχιση των σπουδών του όπου και τις τελείωσε το
- Επέστρεψε στην Κύπρο το 2002 και δούλεψε στη Λευκωσία για 4 χρόνια σε ψηφιακές εκτυπώσεις, μετά δούλεψε στη Λάρνακα για 1 χρόνο σε διαφημιστική εταιρεία και την περίοδο 2006 - 2014 είχε το δικό του φροντιστήριο όπου δίδασκε μαθήματα τέχνης. Λόγω αλλαγών στα οικονομικά δεδομένα, το φροντιστήριο έκλεισε. Δούλεψε παράλληλα ως έκτακτος καθηγητής τέχνης από το 2008 μέχρι το 2013 και ως αντικαταστάτης σε Γυμνάσια και Λύκεια από το 2013 μέχρι το
- Στην παρούσα φάση είναι άνεργος. Είναι παντρεμένος τα τελευταία 10 χρόνια και έχει τέσσερα παιδιά 8, 7, 6 και 5 ετών. Η σύζυγος του είναι δασκάλα. Έχει δάνεια ύψους 260.000 ευρώ. Αρνείται χρήση αλκοόλ και ναρκωτικών ουσιών. Οι γονείς του είναι εν ζωή. Έχει μια αδερφή 40 ετών. Δεν υπάρχει ψυχιατρικό ιστορικό στην οικογένεια. Ο ίδιος αρνείται να είχε απόπειρες αυτοκτονίας και δεν είχε νοσηλείες σε ψυχιατρείο ή σε ψυχιατρικές κλινικές. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Δερύνεια μέχρι την ηλικία των 5 ετών, μετέπειτα πήγε στη Λεμεσό λόγω της εισβολής όπου και τέλειωσε το δημοτικό. Τελείωσε Γυμνάσιο και Λύκειο στο Παραλίμνι. Δεν είχε προβλήματα κακοποίησης στο σπίτι ή στο σχολείο. Δεν αντιμετώπισε ιδιαίτερα προβλήματα στο στρατό, παρά μόνο κάποια προβλήματα προσαρμογής τον πρώτο χρόνο, διότι ήταν κατά την έκφρασή του «αυστηρό το τάγμα». Όσον αφορά το δικανικό του ιστορικό, ανέφερε ότι όταν ήταν στο Γυμνάσιο ο ίδιος οδήγησε μοτοσυκλέτα χωρίς άδεια και του επιβλήθηκε στέρηση της άδειας για 24 μήνες. Όσον αφορά το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται, ανέφερε ότι ο λόγος που κτύπησε το μαθητή ήταν η αυθάδεια και η απειθαρχία του συγκεκριμένου μαθητή. (γ) Ψυχιατρική Βεβαίωση, ημερ. 25.10.2016, από τον Δρ. Ανδρέα Δημητρίο Ψυχίατρο, τέως Διευθυντή Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, στην οποία αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος «υποφέρει από Καταθλιπτική Διαταραχή από το 1996 και υποβάλλεται σε θεραπεία. Έχει εξετασθεί από πολλούς ψυχιάτρους, έχει θεραπευθεί σε διάφορα ψυχοφάρμακα και κατά καιρούς είναι πολύ καλά. Λόγω της φύσης και της χρονιότητας της ασθένειάς του κατά διαστήματα παρουσιάζει υποτροπές και στην παρούσα φάση ευρίσκεται σε Κατάθλιψη με μειωμένη λειτουργικότητα. Χρήζει θεραπείας και στήριξης.». (δ) Βεβαίωση, ημερ. 5.11.2007, από την κλινική με όνομα «Athens Euroclinic», την οποία υπογράφει ο Δρ. Φίλιππος Ρομπότης και με την οποία επιβεβαιώνεται ότι «ο ανωτέρω παραμένει σε φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση κατάθλιψης και άγχους. Λαμβάνει Dosalopin 125mg ημερησίως σε συνδυασμό με Solian 200mg ημερησίως». Αναλύονται στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου Υπεράσπισης οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου και ακολούθως προτείνονται στο Δικαστήριο οι παράγοντες που θα ήταν ορθό και δίκαιο να ληφθούν υπόψη ως μετριαστικοί. Τα παραθέτω πιο κάτω. ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Είναι ηλικίας 46 ετών. Γεννήθηκε στην Αµµόχωστο, ακολούθως διέµενε στη Δερύνεια και τώρα διαµένει µόνιµα στη Λάρνακα. Είναι παντρεµένος. Από το γάµο του απέκτησε 4 παιδιά ηλικίας 8, 7, 6 και 5 ετών αντίστοιχα. Για τα 2 µικρά παιδιά της οικογένειας που φοιτούν στην προδηµοτική τάξη καταβάλλουν µε τη σύζυγό του µηνιαίως €
- Ο κατηγορούµενος στο παρόν στάδιο δεν εργάζεται µετά που απώλεσε την εργασία του. Η σύζυγός του είναι δασκάλα δηµοτικής εκπαίδευσης. Έχει µηνιαίες απολαβές περί τις €
- Διαµένουν σε ιδιόκτητη κατοικία της συζύγου του στη Λάρνακα. Έχουν χρέη στη τράπεζα πέραν των €200.
- Το δάνειο αποπληρώνεται από το µισθό της συζύγου του αφού της αποκόπτεται µηνιαίως η δόση και µένει υπόλοιπο περί τα €800 µηνιαίως. Ο κατηγορούµενος δεν διαθέτει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία. Ξεκίνησε να σπουδάζει Καλές Τέχνες κατά ή περί το 1993, αλλά λόγω ψυχιατρικών προβληµάτων διέκοψε τις σπουδές του και παρέµεινε στη Κύπρο για 4 χρόνια µέχρι να γίνει καλά, συνεχίζοντάς τες σε µεταγενέστερο στάδιο στο Ηνωµένο Βασίλειο, όπου και πήρε το πτυχίο του το
- Εργάστηκε στην Δηµόσια Εκπαίδευση ως έκτακτος καθηγητής και ακολούθως ως αντικαταστάτης. Κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήµατος εργαζόταν στο Γ' Δηµοτικό Σχολείο Σωτήρας, στα πλαίσια του ολοήµερου σχολείου, υπό το σχέδιο αγοράς υπηρεσιών από το Κράτος. Μετά τη διάπραξη του αδικήµατος, τερµατίστηκε η απασχόλησή του και έκτοτε είναι άνεργος, εν αναµονή της εξέλιξης της ποινικής υπόθεσης. Πάσχει από χρόνια κατάθλιψη και λαµβάνει φαρµακευτική περίθαλψη λόγω αυτής του της κατάστασης από το
- ΜΕΤΡΙΑΣΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ Το ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού και ακηλίδωτου ποινικού µητρώου. Η άµεση παραδοχή και απολογία του στη Διεύθυνση του σχολείου την ίδια στιγµή που έγινε το περιστατικό. Ειδικότερα, ο κατηγορούµενος αµέσως παραδέχθηκε το λάθος που έκαµε στον βοηθό διευθυντή του σχολείου Χρίστο Χριστοφή, ο οποίος ειδοποίησε τον πατέρα του παραπονούµενου για να µεταβεί το σχολείο. Η πλήρης συνεργασία του κατηγορούμενου µε την Αστυνοµία και η άµεση παραδοχή και απολογία του στον Αστυνοµικό που ήταν στο χώρο του σχολείου και ακολούθως στην Αστυνοµία. Συγκεκριμένα, στο µέρος ήταν και κάποιος Λοχίας της Αστυνοµίας εκτός καθήκοντος, στον οποίο ο κατηγορούµενος παραδέχθηκε επίσης το τι συνέβηκε, απολογούµενος για το λάθος του και αναφέροντας ότι είχε χάσει την ψυχραιµία του. Ουσιαστικά, η άµεση παραδοχή του στο Δικαστήριο. Το ότι ο παραπονούµενος δεν έχει οποιαδήποτε µόνιµα κατάλοιπα από τη διάπραξη του αδικήµατος. Το γεγονός ότι απολύθηκε από την δουλειά του και ουσιαστικά τιµωρήθηκε διπλά για το εν λόγω συµβάν. Συγκεκριμένα, αμέσως μετά το συµβάν, µε επιστολή του το Υπουργείο Παιδείας καί Πολιτισµού ηµεροµηνίας 12/01/2016, τερµάτισε τις υπηρεσίες του. Απώλεσε τα εισόδηµά του που ήταν απαραίτητο για την οικονοµική επιβίωση της οικογένειας και δεν τιµωρείται µόνο ο ίδιος από αυτή την εξέλιξη αλλά και η οικογένειά του. Έκτοτε και µέχρι σήµερα δεν κατάφερε να εργοδοτηθεί πουθενά. Το ζήτηµα έλαβε τότε διαστάσεις στα Μέσα Μαζικής Ενηµέρωσης, κάτι που αποτέλεσε πρόσθετο λόγο για τον οποίο ο κατηγορούµενος δεν ήταν εύκολο να εξεύρει εργασία. Η ψυχολογική κατάσταση του Κατηγορούµενου. Είχε και παλαιότερα επισηµάνει στη Διεύθυνση του σχολείου την αντιδραστική συµπεριφορά του παραπονούµενου, προτρέποντας τους να επικοινωνήσουν µε την οικογένειά του, όµως η Διεύθυνση του ανέφερε ότι δεν υπήρχε λόγος και θα µπορούσε να λύσει το πρόβληµα µόνος του. Έγινε προσπάθεια αποζηµίωσης του παραπονούµενου, όµως οι απαιτήσεις της οικογένειας του ήσαν εξωπραγµατικές, αφού σε κάποιο στάδιο άγγιζαν τις €100.000, χωρίς να υπάρχουν οποιαδήποτε µόνιµα κατάλοιπα. Πρόσφατα, σε διαπραγµάτευση που είχε ο συνήγορος Υπεράσπισης µαζί µε τον δικηγόρο του παραπονούµενου, ο δεύτερος διεκδικούσε ποσά πέριξ των €60.000 - €70.000, ποσά τα οποία κρίθηκαν ως απαράδεκτα και εκβιαστικά. Ο κατηγορούµενος δεν προσχεδίασε την εκ του αποτελέσµατος βαριά σωµατική βλάβη του παραπονούµενου. Ούτε καν την επίθεση δεν προσχεδίασε. Ήταν εκ των πραγµάτων µερικά δευτερόλεπτα λάθους και κακής κρίσης του κατηγορούµενου. Ειδικά σε ό,τι αφορά το τί προηγήθηκε της διάπραξης του αδικήματος, ο συνήγορος Υπεράσπισης πρόταξε την εξής εκδοχή γεγονότων, την οποία, κατόπιν σχετικής απορίας που διατύπωσε το Δικαστήριο προς τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, φάνηκε ότι αυτή δεν την αρνείται꞉ Ο κατηγορούµενος ήταν δάσκαλος του παραπονούµενου. Λόγω του ότι ο παραπονούµενος προκαλούσε ενοχλήσεις στη τάξη κατά τη διάρκεια του µαθήµατος, ο κατηγορούµενος του ζήτησε να παραµείνει µετά την ολοκλήρωση του µαθήµατος, για να καθαρίσει το εργαστήρι ως τιµωρία για την συµπεριφορά του. Όντως ο παραπονούµενος παρέµεινε στη τάξη, όµως δεν συµµορφωνόταν µε τις υποδείξεις του κατηγορούµενου, ο οποίος έχασε την ψυχραιµία του και του κτύπησε µε αποτέλεσµα να του προκαλέσει τα τραύµατα για τα οποία γίνεται αναφορά στο ιατρικό πιστοποιητικό που κατατέθηκε ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου. Η άτυχη στιγµή του κατηγορούµενου, ήταν ότι κτυπώντας στο παραπονούµενο φορούσε το δακτυλίδι του γάµου του, το οποίο στο χαστούκι που έδωσε στον παραπονούµενο στη µύτη, κτύπησε η σιδερένια πλευρά µε αποτέλεσµα να προκληθεί κάταγµα για τα οποία γίνεται αναφορά. Εάν δεν ερχόταν η γαµήλια βέρα του σε επαφή µε το συγκεκριµένο σηµείο, τότε κανένα από τα τραύµατα δεν θα προκαλείτο και στη χειρότερη περίπτωση ο κατηγορούµενος θα αντιµετώπιζε αδίκηµα επίθεσης µε πραγµατική σωµατική βλάβη. Κατέληξε ο συνήγορος Υπεράσπισης να εισηγείται στο Δικαστήριο τα εξής꞉ «Το Σεβαστό Δικαστήριο, όπως και κάθε λογικός άνθρωπος, θα επισηµάνει ότι όποια και εάν ήταν η συµπεριφορά του παραπονούµενου, έπρεπε να ετύγχανε διαφορετικής μεταχείρισης από τον κατηγορούµενο, ο οποίος ως πολύ μεγαλύτερος και ώριµος, θα έπρεπε να επιδείξει αυτοσυγκράτηση. Αυτά θα ίσχυαν και ισχύουν όµως, σε έναν άνθρωπο ο οποίος ψυχολογικά διατηρεί τέτοια ισορροπία που θα µπορούσε να επιδείξει αυτοσυγκράτηση. Είμαστε και εµείς γονείς και ουδείς µπορεί να αµφισβητήσει ότι κάποτε βγαίνουμε εκτός εαυτού µε «ανήσυχες» συµπεριφορές. Σίγουρα δεν καταφεύγουµε στη χρήση βίας και σίγουρα δεν δικαιολογείται τέτοια χρήση βίας από τον κατηγορούµενο. Όµως ένας άνθρωπος ο οποίος είναι ψυχολογικά άρρωστος, σίγουρα θα πρέπει να τύχει διαφορετικής µεταχείρισης από οποιονδήποτε άλλο θα έπραττε παρόµοιας φύσεως αδίκηµα. Ακόµα και αν, βάσει των όλων προαναφερθέντων η εντιµότητα σας θεωρεί οτι η ποινή φυλάκισης είναι αναγκαία υπο τας συνθήκες, κάνουµε έκκληση στο σεβαστό σας δικαστήριο όπως εξασκήσει την ευχέρεια την οποίαν απολαµβάνει βάση του Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως της Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισµένας Περιπτώσεις Νόµου 95/72, και αναστείλει την ενδεχόµενη ποινή φυλάκισης του κατηγορουµένου. Ο Κατηγορούμενος έχει σοβαρές οικογενειακές υποχρεώσεις. Με 4 ανήλικα παιδιά στην οικογένειά του, η φυλάκισή του δεν θα επηρέαζε µόνον τον ίδιο, αλλά θα είχε δυσµενείς επιπτώσεις και στα παιδιά του. Εάν ο κατηγορούµενος βρίσκεται στη φυλακή, η σύζυγός του από µόνη της θα πρέπει να έχει την αποκλειστική φροντίδα των ανηλίκων, εκτός των δραµατικών οικονοµικών επιπτώσεων στην οικογένεια που ήδη υφίσταται. Θέλω να επισηµάνω, ότι τόσο η συµπεριφορά του παραπονούµενου, όσο και το ατυχές που κτύπησε το γαµήλιο δακτυλίδι του κατηγορούµενου και προκάλεσε το κάταγµα, δεν προβάλλονται αφενός ως λόγοι είτε απόδοσης ευθύνης στον παραπονούµενο και αφετέρου για εκµηδενισµό της σοβαρότητας του αδικήµατος. Όποιοι και εάν ήσαν οι λόγοι που ο κατηγορούµενος έχασε την ψυχραιµία του, είναι παραδεκτό ότι η µεγάλη διαφορά ηλικίας µε το παραπονούµενο, δεν δικαιολογεί το αποτέλεσµα. Όµως στα τόσα χρόνια τα οποία διδάσκει, ήταν η πρώτη φορά που κάτι τέτοιο συνέβηκε. Ένα λάθος µερικών δευτερολέπτων, χωρίς προσχεδιασµό, χωρίς πρόθεση πρόκλησης του τελικού αποτελέσµατος (δηλαδή του εύρους των τραυµάτων), δεν µπορούν παρά να συνηγορήσουν ότι επρόκειτο για ένα λάθος της στιγµής. Ένα λάθος που όποια και εάν είναι η ποινή που θα επιβληθεί, θα είναι επιπρόσθετη της ήδη επιβαλλόµενης τιµωρίας και από την κοινωνία αλλά ιδιαιτέρως µε την απώλεια της εργασίας του. Έχασε την δουλειά του, έχασε τα εισοδήµατά του, λόγω οικονοµικής κρίσης αλλά και του ιστορικού του, του είναι δύσκολο να εξεύρει εργασία, συνεπώς οποιαδήποτε και αν είναι η ποινή που θα επιβάλει το Σεβαστό Δικαστήριο, θα είναι επιπρόσθετη όλων των ανωτέρω που ήδη επενέργησαν ως ποινή.». ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Ως θέμα γενικής αρχής, η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Η εξατομίκευση αυτή, όμως, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων (βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R. 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Σε σοβαρά αδικήματα, όπου η φύση και η συχνότητα διάπραξής τους απαιτεί την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του παραβάτη, αν και είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται, έχουν μόνο περιθωριακή βαρύτητα. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο έχει ως βάση του το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166, Καφάρη ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 632) και ακολούθως ελέγχει τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων στην ενώπιον του υπόθεση για να προσαρμόσει την ποινή στα δεδομένα της υπόθεσης αφότου διακρίνει αν υφίστανται επιβαρυντικοί ή μετριαστικοί παράγοντες. Έπειτα, εξατομικεύει την ποινή, έτσι ώστε αυτή να μην αντανακλά μόνο στη σοβαρότητα του αδικήματος και τις συνθήκες διάπραξής του, αλλά και στις πραγματικές προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, με σκοπό η ποινή να τον αναμορφώσει και να τον αποτρέψει από το να εκδηλώσει στο μέλλον όμοια εγκληματική συμπεριφορά. Ειδικά για το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης, ο Νομοθέτης εν τη σοφία του, θέλοντας να δείξει και το μέγεθος της σοβαρότητάς αυτού, προέβλεψε στο άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα ότι꞉ «Όποιος προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές.». Βεβαίως, η καταχώριση της παρούσας υπόθεσης για συνοπτική εκδίκασή της ενώπιον του παρόντος Επαρχιακού Δικαστηρίου, κατόπιν άδειας που χορήγησε ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δυνάμει των εξουσιών που του παρέχει το άρθρο 24
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), οριοθετεί και το μέγιστο της ποινής που δύναται να επιβληθεί, περιορίζοντάς αυτήν είτε στα πέντε χρόνια φυλάκισης είτε σε χρηματική ποινή μη υπερβαίνουσα τις ΛΚ50.000 ή/και στις δύο αυτές ποινές. Το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης τιμωρείται συνήθως με ποινή φυλάκισης, διότι, δυστυχώς, παρουσιάζει ανησυχητική συχνότητα στην Κύπρο και ειδικότερα στην περιοχή όπου εδρεύει το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Το δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση από τον ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό υποθέσεων που τίθενται ενώπιον του και αφορούν σε αυτού του είδους το αδίκημα. Είναι σημαντικό να σταλεί το μήνυμα από το Δικαστήριο ότι - «Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει καμία θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για την γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.». Τα πιο πάνω επεσήμανε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τόκαλλου
(2001)2 ΑΑΔ 95, όπου επίσης τονίσθηκε ότι: «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας· πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το ΄Αρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του.». Χρόνια αργότερα, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε στην υπόθεση Mehmet Urgur v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 189, το εξής μήνυμα: «Τα φαινόμενα βίας που συχνά παρατηρούνται τον τελευταίο καιρό σε διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, μας προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία. Η βία στα γήπεδα, στους δρόμους, στην οικογένεια, ακόμα και στα σχολεία, είναι πλέον θέματα της καθημερινότητας. Προτού αυτά τα φαινόμενα προσλάβουν μεγαλύτερες διαστάσεις και με ολέθριες συνέπειες κάποιοι πρέπει να προβληματιστούν ώστε εγκαίρως και με τα κατάλληλα μέτρα να αντιμετωπιστεί όσο μπορεί πιο αποτελεσματικά η κατάσταση. Τα Δικαστήρια από τη δική τους πλευρά οφείλουν να μεριμνούν ώστε υποθέσεις αυτού του είδους να εκδικάζονται χωρίς καθυστέρηση και να επιβάλλονται στους δράστες αποτρεπτικές ποινές στέλνοντας ένα μήνυμα μηδενικής ανοχής». 'Εχοντας, λοιπόν, υπόψη μου την αναγκαιότητα επιβολής αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής, διευκρινίζω ότι η νομολογία αποκαλύπτει την τάση να επιβάλλεται ποινή στερητική της προσωπικής ελευθερίας του παραβάτη, ακόμη και αν αυτός είναι πρώτη φορά παραβάτης, ήτοι άτομο λευκού ποινικού μητρώου. Ωστόσο, τέτοιοι παραβάτες αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη επιείκεια, εφόσον αναδεικνύεται ότι το επίδικο γεγονός ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό στη ζωή των κατά τα άλλα νομοταγών πολιτών. Εδώ, ο Κατηγορούμενος ήταν όντως άτομο λευκού ποινικού μητρώου και ακηλίδωτου μητρώου όπως το περιέγραψε ο συνήγορος υπεράσπισης, στοιχείο που επιμετράται μετριαστικά, προς όφελός του. Έκπτωση στην έκταση της ποινής δικαιούται, πράγματι, να λάβει ο Κατηγορούμενος και για το γεγονός ότι προέβηκε σε άμεση παραδοχή των εγκληματικών πράξεών του στη σκηνή του αδικήματος, στην Αστυνομία αλλά και στο Δικαστήριο. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 - «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης.». Όπως συμπληρωματικά λέχθηκε στην απόφαση ημερ. 2.12.2015, στην Πoινική ΄Εφεση αρ.154/2015, Στέλιος Κουλουντή ν. Αστυνομίας - «Θα προσθέταμε δε ότι είναι μόνο δια της παραδοχής που αποδίδεται με απτό και άμεσο τρόπο η μεταμέλεια ενός προσώπου.». Προχωρώ να εξετάσω σε ποιο βαθμό οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος εμφανίζουν επιβαρυντικούς ή μετριαστικούς παράγοντες. Πρόκληση. Αρχίζω από τον παράγοντα της πρόκλησης που εισηγείται ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι υπήρξε από μέρους του παραπονούμενου και ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη μετριαστικά προς όφελος του Κατηγορούμενου. Η έννοια της πρόκλησης εξετάστηκε στην Aγγλική υπόθεση Dofty [1949] 1 All E.R. 932 όπου ο Δικαστής Devlin ανέφερε ότι: 'Provocation is some act, or series of acts, done by the (victim) to the accused which would cause in any reasonable person, and actually causes in the accused, a sudden and temporary loss of self-control, rendering the accused so subject to passion as to make him or her for the moment not master of his mind.'» (Ελληνική μετάφραση ελεύθερη: "Η πρόκληση είναι μια πράξη ή μια σειρά πράξεων που κάμνει το θύμα προς τον κατηγορούμενο που μπορεί ή μπορούν να προκαλέσουν σε ένα λογικό άνθρωπο, και στην πραγματικότητα προκαλούν, μια ξαφνική προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου που κάμνει τον κατηγορούμενο έρμαιο πάθους έτσι που να τον καθιστά στιγμιαία όχι αφέντη του μυαλού του (master of his mind)." Στην Κύπρο, το στοιχείο της πρόκλησης εξετάστηκε στις αποφάσεις Kyrmizis v. The Republic
(1965)2 C.L.R. 55, Pantazis v. The Police
(1967)2 C.L.R. 277), όπου τονίστηκε ότι είναι ένας σοβαρός παράγων που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής. Στην Ανδρέα Δημητρίου Πισκόπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 έγινε δεκτό ότι, κάτω από το βάρος της πρόκλησης, μπορεί το άτομο που τη δέχεται να χάσει τον αυτοέλεγχό του και να δράσει αντίθετα απ' ότι επιβάλλει η λογική. Η πρόκληση δεν αποτελεί υπεράσπιση αλλά παράγοντα μετριασμού της σοβαρότητας του εγκλήματος. Η πρόκληση, ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής, δεν αποτιμάται αόριστα αλλά συγκεκριμένα, στο πλαίσιο στο οποίο εκδηλώνεται και σε συνάρτηση πάντα με τις αντιδράσεις του προκληθέντα. Όπως υποδείχθηκε στην Αιμίλιος Ιωάννου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 - «Το θέμα της πρόκλησης, ως ελαφρυντικού παράγοντα, θα πρέπει να υποβάλλεται με συγκεκριμένη μορφή, έτσι που να δίνεται η ευχέρεια στην Κατηγορούσα Αρχή, είτε να αποδεχθεί τους ισχυρισμούς που προβάλλονται, είτε να ζητήσει να παρουσιάσει προφορική μαρτυρία για να τους αντικρούσει.». Παράδειγμα υπόθεσης όπου η ποινή μειώθηκε κατ' έφεση επειδή δεν είχε ληφθεί υπόψη ο ελαφρυντικός παράγοντας της πρόκλησης είναι η υπόθεση Σακαρίδης ν. Αστυνομίας κ.ά.
(2011)2 ΑΑΔ 272. Σε εκείνην την υπόθεση οι εφεσείοντες παραδέχθηκαν πέντε κατηγορίες που αυτοί αντιμετώπιζαν από κοινού και τους επιβλήθηκαν πρωτόδικα συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη εκείνη των 2 ½ ετών για το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης ως επίσης επιβλήθηκαν σ΄ αυτούς και άλλες ποινές για άλλα αδικήματα. Ένα από τα θύματα της επίθεσης υπέστη θλαστικό τραύμα, μώλωπες στη δεξιά μετωπική χώρα, αιμάτωμα μύτης, εκχυμώσεις, μώλωπες, μεγάλο θλαστικό τραύμα στη δεξιά ζυγωματική χώρα, κάταγμα ρινικού οστού, τρία κατάγματα στους μετωπιαίους κόλπους δεξιά και μικρό κάταγμα κρανίου. Υποβλήθηκε σε εγχείρηση από ειδικό νευροχειρουργό, ο οποίος διαπίστωσε ότι το κάταγμα του ρινικού οστού ήταν συντριπτικό. Υπέστη, επίσης, κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Το άλλο θύμα από την επίθεση που δέχθηκε υπέστη μώλωπες στην μύτη, το μέτωπο και κάταγμα ρινικού οστού. Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στους εφεσείοντες μειώθηκε σε 18 μήνες καθότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν συνεκτίμησε ότι υπήρξε σχετική πρόκληση. Αν και το Εφετείο επεσήμανε στην πιο πάνω μνημονευθείσα υπόθεση Σακαρίδης ότι «Η πρόκληση που δέχτηκαν οι εφεσείοντες θεωρούμε ότι δε δικαιολογούσε την έκταση και την ένταση της αντίδρασής τους», εντούτοις προχώρησε και υπέδειξε ότι έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας. Το ίδιο ισχύει στην παρούσα υπόθεση. Ο ίδιος ο συνήγορος Υπεράσπισης αναγνώρισε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η όποια αυθάδεια και απειθαρχία του μαθητή δεν δικαιολογούσε την έκταση και την ένταση της αντίδρασης του Κατηγορούμενου. Πλην όμως ζήτησε να ληφθεί υπόψη η προκλητική συμπεριφορά του παραπονούμενου ως μετριαστικός παράγοντας και ήταν γι' αυτό το λόγο που κατά την τελευταία δικάσιμο το Δικαστήριο έστρεψε την προσοχή του προς τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, για να διασταυρώσει αν από πλευράς της είναι δεκτό ότι ο παραπονούμενος, αμέσως πριν το επεισόδιο υπήρξε με οποιονδήποτε τρόπο προκλητικός προς τον Κατηγορούμενο. Δεν αρνήθηκε η εν λόγω συνήγορος ότι υπήρξε αυθάδεια ή απειθαρχία του παραπονούμενου προς το δάσκαλό του πριν το περιστατικό. Είναι επομένως επιτρεπτό, να ληφθεί υπόψη το γεγονός αυτό από το Δικαστήριο. Σημειώνω όμως ότι είναι μικρή η αξία που μπορεί να δοθεί σε αυτόν τον ελαφρυντικό παράγοντα, δεδομένου ότι δεν έχω ενώπιον μου λεπτομέρειες για, φράσεις ή ενέργειες του παραπονούμενου προς το δάσκαλό του, για να εκτιμήσω τον πραγματικό βαθμό της απείθειας στις συστάσεις του δασκάλου του και της πρόκλησης που συνεπακόλουθα υπήρξε. Προσχεδιασμός. Ο επόμενος μετριαστικός παράγοντας που κλήθηκα να αξιολογήσω είναι η έλλειψη προσχεδιασμού. Είναι φανερό πως το όλο συμβάν εκτυλίχθηκε μέσα σε μία εργάσιμη μέρα. Δεν συσχετίσθηκε η επίθεση στο μαθητή με οποιοδήποτε συμβάν προγενέστερης ημερομηνίας ώστε να υπήρχε χρονικό περιθώριο μακρού προσχεδιασμού εκ μέρους του Κατηγορούμενου. Παρ' όλα ταύτα υπήρξε τουλάχιστον σύντομη προετοιμασία της σκηνής της επίθεσης, εφόσον ο Κατηγορούμενος απομόνωσε το μαθητή, όταν τέλειωσε το μάθημα που δίδασκε ο ίδιος και αφότου όλοι οι άλλοι συμμαθητές του βγήκαν από την τάξη για να μεταβούν σε άλλο μάθημα, και έκλεισε ο Κατηγορούμενος την πόρτα και τις κουρτίνες, ώστε να μην είναι ορατό αυτό που θα συνέβαινε, καθώς επίσης τον μετέφερε σε εσωτερική αποθήκη της τάξης για τον ίδιο, προφανώς, λόγο. Αυτές οι συνθήκες είναι κατά την κρίση μου επιβαρυντικές. Δεν φανερώνουν ένα ξέσπασμα στιγμιαίο ενόσω εξελισσόταν το μάθημα, το οποίο να συνδέεται με ψυχικό αναβρασμό της στιγμής. Απεναντίας, δείχνουν πιο ψύχραιμη προετοιμασία για «τιμωρία» διά της άσκησης βίας. Επομένως, εδώ εντοπίζω επιβαρυντικά παρά ελαφρυντικά στοιχεία στη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου. Παραπέμπω στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 20.12.2016, στην Ποινική Έφεση αρ. 86/2016, Κάρλος Ντεκερμετζιάν ν. Δημοκρατίας, όπου απερρίφθη, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, η εισήγηση του συνηγόρου του Εφεσείοντος ότι το Κακουργιοδικείο παρέλειψε να αντιμετωπίσει τη συναισθηματική φόρτιση του Εφεσείοντος που προηγήθηκε του επεισοδίου ως μετριαστικό παράγοντα. Το Ανώτατο Δικαστήριο (υπό Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Δ.) εξήγησε ότι η επικαλούμενη συναισθηματική φόρτιση δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικό, διότι꞉ «Δεν λειτούργησε η φόρτιση, εν προκειμένω, άμεσα σ' ένα εξελισσόμενο επεισόδιο. Υπήρξε συνειδητή ανάληψη ρόλου τιμωρού εκ μέρους των δύο αστυνομικών με στόχο την ανήλεη τιμωρία ενός ατόμου που είχαν καθήκον να έχουν ασφαλή και σώο.». Η βαναυσότητα στη συμπεριφορά και η έκταση των σωματικών βλαβών. Όπως αναγνωρίσθηκε στη Σακαρίδης, πιο πάνω, η σοβαρότητα του αδικήματος συναρτάται και με την έκταση των σωματικών βλαβών που προκλήθηκαν στον παραπονούμενο, η οποία καταδεικνύει το βάναυσο, άγριο και βίαιο τρόπο, με τον οποίο ο Κατηγορούμενος μεταχειρίστηκε το θύμα του. Το ότι τον έδειρε ρίχνοντας τον στο έδαφος είναι σαφώς επιβαρυντικό. Η πολλαπλότητα των κτυπημάτων σε διάφορα σημεία του σώματος του παραπονούμενου, πέραν εκείνου του κτυπήματος που του προξένησε το κάταγμα του ρινικού οστού, επιμαρτυρείται από την ιατρική αναφορά ως το Έγγραφο Α. Ο χώρος όπου εκδηλώθηκε η αξιόποινη συμπεριφορά. Ο χώρος όπου διαδραματίστηκε το επίμαχο περιστατικό έχει τη δική του ιδιαίτερη σημασία. Στην Αιμίλιος Ιωάννου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 λέχθηκαν τα εξής꞉ «Όμως, η βίαιη συμπεριφορά του εφεσείοντος, που οδήγησε στο ξυλοδαρμό και τον τραυματισμό του θύματος μέσα στα πλαίσια του χώρου όπου εκδηλώθηκε, δεν μας αφήνει καμιά αμφιβολία ότι η επιλογή της ποινής της φυλάκισης ήταν η ορθή κάτω από τις περιστάσεις. Και τούτο, γιατί η εξατομίκευση δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή αποδυναμώσει τη μέριμνα για την προστασία του κοινωνικού συνόλου. (Ίδε Παυλίδης και Άλλοι v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 6166 και 6162 της 15/7/96).» Εκεί, το επιβαρυντικό στοιχείο κρίθηκε πως ήταν ο δημόσιος χώρος, εν προκειμένω ένα καφεστιατόριο, με το σκεπτικό ότι - «Η χρήση τέτοιας έκτασης βίας και μάλιστα σε δημόσιο χώρο, στην παρουσία και άλλων προσώπων αποτελεί απαράδεκτη κοινωνική συμπεριφορά. Δεν επιφέρει μόνο σωματικό τραυματισμό αλλά και βάναυσο τραυματισμό της προσωπικότητας του θύματος. Επιεικής μεταχείριση του εφεσείοντος θα έστελλε λανθασμένα μηνύματα.» Εδώ, ο χώρος όπου διαπράχθηκε το αδίκημα ενέχει μία πολύ συγκεκριμένη επιβαρυντική διάσταση, διότι το σχολείο προορίζεται να αποτελέσει χώρο πρότυπης συμπεριφοράς. Ανοχή σε τέτοιου είδους συμπεριφορές όπως αυτήν που επέδειξε ο Κατηγορούμενος αντιστρατεύεται τους κανόνες αγωγής που διδάσκονται ή/και θα πρέπει να διδάσκονται οι μαθητές, δηλαδή του αλληλοσεβασμού, της αποφυγής της βίας και της υιοθέτησης του διαλόγου ως μέσου επίλυσης των όποιων διαφορών. Θα μπορούσε ο Κατηγορούμενος, εφόσον βρήκε απρεπή και ενοχλητική τη συμπεριφορά του μαθητή, να τον απέπεμπε από την τάξη και να τον παρέπεμπε στο γραφείο του Διευθυντή, για να τον επιπλήξει λεκτικά και να φροντίσει για συνάντηση με τους γονείς του ώστε να τον συνετίσουν. Η τιμωρία που θα επιβληθεί θα πρέπει να αντανακλά στον παράγοντα της υπονόμευσης των αρχών δικαίου και της συνάδουσας με αυτό κοινωνικής διαγωγής. Άλλωστε, η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά «..... μέτρο άμυνας έναντι παραβάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών του.» (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). Στην Αγγλία, σε μια υπόθεση επίθεσης ενός ποδοσφαιριστή εναντίον αντιπάλου του ποδοσφαιριστή κατά τη διάρκεια του αγώνα, που είχε σαν αποτέλεσμα να σπάσει τη σιαγόνα του παραπονούμενου, λήφθηκε σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι οι επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, ως εκ της δημόσιας τους εικόνας, αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση για άλλους πολίτες και συνεπώς η δική τους συμπεριφορά αναμένεται να είναι ευπρεπής και πρότυπο διαγωγής. Έτσι, παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ποδοσφαιριστής δήλωσε με την πρώτη δυνατή ευκαιρία παραδοχή του αδικήματος και απολογήθηκε στον αντίπαλό του εκδηλώνοντας μεταμέλεια, εντούτοις το Εφετείο επικύρωσε την ποινή φυλάκισης 4 μηνών που του επιβλήθηκε πρωτόδικα. Στην Κύπρο, στην προμνησθείσα υπόθεση της επίθεσης στο καφεστιατόριο, (βλ. Αιμίλιος Ιωάννου ανωτέρω), ο παραπονούμενος διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί
(1)Εκδορά δεξιού αγκώνος,
(2)Εκδορά δεξιάς μετωπιαίας χώρας με υποδόριο οίδημα,
(3)Εκτεταμένο οίδημα δεξιάς παρειάς,
(4)Υποδόριο οίδημα αριστεράς οπισθοωτιαίας χώρας,
(5)Εκδορά αριστερού πτερυγίου του αυτιού και
(6)Εκδορά αριστερού γόνατος. Επιβλήθηκε πρωτόδικα και επικυρώθηκε κατ' έφεση ποινή φυλάκισης 3 μηνών για το αδίκημα της πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης η οποία επισύρει μέγιστη ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην πρόσφατη, προμνησθείσα, υπόθεση Κάρλος Ντεκερμετζιάν, επιβλήθηκε πρωτόδικα από το Κακουργιοδικείο (το οποίο είχε εξουσία να επιβάλει μέγιστη ποινή φυλάκισης 7 ετών) ποινή φυλάκισης 9 μηνών για το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης από αστυνομικό σε κρατούμενο σε αστυνομικό σταθμό. Επικυρώθηκε κατ' έφεση, αφού λήφθηκε υπόψη ως επιβαρυντικό το γεγονός ότι οι αστυνομικοί, ως εκ της ιδιότητάς τους, «από θεματοφύλακες της ευταξίας, μετέτρεψαν τους εαυτούς τους σε βίαιους τιμωρούς», έναντι ενός κρατούμενου «που τελούσε υπό τη φύλαξή τους» σε ένα χώρο που ήταν κανονικά «ασφαλισμένος - φρουρούμενος χώρος». Η ψυχοσύνθεση του Κατηγορούμενου. Προχωρώ τώρα να εξετάσω την πιο σημαντική, θα έλεγα, παράμετρο της παρούσας υπόθεσης, η οποία αφορά στην ψυχολογική του κατάσταση κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης του αδικήματος. Στην Asoltanei Cristinel ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 742 υιοθετήθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540, 544: «...Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των αδικημάτων αυτών έχει τονισθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο. Από την άλλη είναι καλά θεμελιωμένο ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σε σοβαρά όμως αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας.» Στην Κωνσταντίνος Μαυραντωνίου ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 333 λέχθηκαν τα εξής꞉ «Περαιτέρω, τα Δικαστήρια έχουν αναγνωρίσει ότι, ανάλογα με το βαθμό ψυχολογικής ή ψυχιατρικής ανισορροπίας, είναι υποχρεωμένα επιβάλλοντας την ποινή να ισοζυγίσουν από τη μια την αναγκαιότητα της επιβολής αποτρεπτικής ποινής, αλλά και από την άλλη να ασκήσουν το εξίσου σοβαρό καθήκον τους να εξατομικεύσουν την ποινή, όχι μόνο σε σχέση με τα προσωπικά δεδομένα του ιδίου του κατηγορουμένου, αλλά ιδιαίτερα και σε σχέση με αυτά που συναρτώνται προς τις όποιες ψυχικές διαταραχές. Για τους αδικοπραγούντες ψυχασθενείς έχει σημασία για το Δικαστήριο να προσπαθήσει να στοχεύσει σε εκείνη την ποινή που θα διασφαλίσει, κατά το δυνατό, στην απομάκρυνση της πιθανότητας ο αδικοπραγών να υποστεί υποτροπή ώστε να εξακολουθεί να αποτελεί πρόβλημα τόσο για τον εαυτό του, όσο και για τους συνανθρώπους τους. Αποτελεί πάγια αρχή ότι οι αδικοπραγούντες ψυχασθενείς πρέπει να τυγχάνουν μιας ιδιαίτερης μεταχείρισης, όχι κατ' ανάγκη αυτής που οριοθετούν συγκεκριμένες νομοθετικές πρόνοιες, όπως αυτές που εισήχθησαν με τον περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμο αρ. 77(Ι)/97, όπως τροποποιήθηκε μέχρι το 2007. Η περίπτωση του εφεσείοντος δεν εμπίπτει βέβαια στις σοβαρότερες περιπτώσεις ψυχικών ασθενειών που θα έπρεπε να τύχουν μεταχείρισης δυνάμει των προνοιών του πιο πάνω Νόμου. Όμως, η διαταραγμένη ψυχική υγεία λαμβάνεται υπόψη προς επιμέτρηση της ποινής. Η συνήθης αντιμετώπιση είναι να μειώνεται η ποινή φυλάκισης λογίζοντας υπέρ του κατηγορουμένου την επιβάρυνση της ψυχικής υγείας, όπως συνέβη στη Γρηγορίου v. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(2001)2 Α.Α.Δ. 299. Πιο πρόσφατα στη Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2012)2 A.A.Δ. 53, το Εφετείο έλαβε υπόψη την ψυχική κατάσταση του εφεσείοντος, ο οποίος παρά το γεγονός ότι είχε αντίληψη των πράξεων και επίγνωση των επιπτώσεων τους, παρέμενε ένα ψυχικά ασθενές άτομο παρακολουθούμενο από ιατρούς στη βάση του ότι ήταν «άτομο με μειωμένη ψυχική αντοχή σε στρεσσογόνες και ψυχοπιεστικές καταστάσεις». Μαζί με τα υπόλοιπα μετριαστικά στοιχεία, θεωρήθηκε ορθό να μειωθεί η ποινή των 8 ετών σε 6 έτη, σε κατηγορίες βιασμού, άσεμνης επίθεσης και επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Στην παρούσα υπόθεση έχει τεκμηριωθεί ενώπιον μου, με τις ιατρικές βεβαιώσεις που παρέθεσα πιο πάνω, η εικόνα του κατηγορούμενου ως ενός ατόμου που έχει μεν την κριτική ικανότητα, αλλά είναι ψυχικά ασταθές άτομο, το οποίο από καιρού εις καιρού υποτροπιάζει. Κρίνω πως είναι ορθό και δίκαιο, υπό τις συνθήκες αυτές, να μειώσω σημαντικά το εύρος της ποινής, ώστε να λάβω υπόψη την κατάσταση της υγείας του ως γενεσιουργού αιτίας της επίδικης συμπεριφοράς του, καθώς επίσης την πιθανή επιβάρυνση της υγείας του ως εκ του είδους της ποινής που θα επιβληθεί. Με την ευκαιρία πάντως αυτή, σημειώνω ότι είναι σημαντικό να ελέγχεται προληπτικά από την Πολιτεία η ομαλότητα της ψυχοσύνθεσης αυτών στους οποίους εμπιστεύεται την ανάληψη θέσεων εργασίας για τη διαπαιδαγώγηση ή/και εποπτεία ανηλίκων. Αν αυτό είχε εδώ γίνει, δεν θα χρειαζόταν να δρούμε τώρα κατασταλτικά. Η εξωδικαστηριακή τιμωρία. Προχωρώ να εξετάσω την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος έχει ήδη υποστεί σημαντική εξωδικαστηριακή τιμωρία, λόγω της απώλειας της θέσης εργασίας του και του προπηλακισμού του από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Στην απόφαση ημερ. 27.1.2016 στην Ποινική Έφεση Αρ. 194/15, Λοϊζου Πετρίδη ν. Αστυνομίας, το Ανώτατο Δικαστήριο διατύπωσε την άποψη ότι - «το στοιχείο της εξωδικαστηριακής τιμωρίας, ως παράγοντα μετριασμού της ποινής, εγείρεται στις περιπτώσεις όπου αυτή καθ΄ εαυτή η διάπραξη ενός αδικήματος επιφέρει, άνευ ετέρου, στο δράστη άμεσες και σοβαρές ζημιογόνες συνέπειες.». Στην παρούσα υπόθεση, είναι αποδεδειγμένο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος αμέσως μετά το αδίκημα και εξαιτίας αυτού, έχασε τη δουλειά του στο δημόσιο, αφού το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού τερμάτισε τη μεταξύ τους σύμβαση. Υπέστη άμεση και σοβαρή ζημιογόνο συνέπεια. Ωστόσο, μου φαίνεται πως το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος έχασε τη δουλειά του είναι αντιφατικό να προβάλλεται ως μετριαστικός παράγοντας τη στιγμή που ο ίδιος δεν σεβάστηκε τη θέση που του εμπιστεύτηκε η Πολιτεία (βλ. την πρόσφατη απόφαση ημερ. 25.11.2016, στην Ποινική Έφεση Αρ. 40/2015, Ευτύχιου Μαληκκίδη ν Δημοκρατίας) παραλείποντας να εκπληρώσει το καθήκον για προστασία και ασφάλεια των εκπαιδευομένων στο χώρο διεξαγωγής της εργασίας του (βλ. την επιστολή του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού ημερ. 12.1.2016, η οποία επισυνάπτεται στην αγόρευση του συνηγόρου Υπεράσπισης). Πέραν αυτού, παραπέμπω στην σχετικά πρόσφατη πρωτόδικη απόφαση, ημερ. 30.11.2016, στην Ποινική υπόθεση αρ. 14366/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν Ελένης Παπαμιλτιάδους, όπου το Πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινή τρίμηνης φυλάκισης για άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας, παρά το γεγονός ότι διέτρεχε τον κίνδυνο απώλειας της εργασίας της η κατηγορούμενη δυνάμει των διατάξεων του Νόμου περί εκπαιδευτικής υπηρεσίας και τούτο λόγω της καταδίκης της παρά του είδους της ποινής της. Το εν λόγω πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αντλήσει καθοδήγηση από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιωάννου ν Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 243, στην οποία επίσης ο ορατός κίνδυνος απώλειας της θέσης εργασίας δεν στάθηκε εμπόδιο στην επιβολή ποινής φυλάκισης. Το θέμα εξετάστηκε και στην πρόσφατη, προμνησθείσα, υπόθεση Κάρλος Ντεκερμετζιάν, όπου όχι μόνον επικυρώθηκε η ποινή φυλάκισης αλλά και η απόφαση για μη αναστολή της σε σχέση με τον Εφεσείοντα που, ως η εισήγηση του συνηγόρου του, είχε υπηρετήσει στο δημόσιο προδιαγράφοντας μια άψογη αστυνομική διαδρομή αμέσως πριν το «μεμονωμένο» επίμαχο επεισόδιο, ενώ τώρα, κατ' ισχυρισμόν, κινδύνευε να απωλέσει την εργασία του αν του επιβαλλόταν άμεση ποινή φυλάκισης. Έλαβε υπόψη του το Εφετείο ότι δεν είχε τεθεί ενώπιον του «τέτοιο νομοθετικό πλαίσιο ως προς το ότι η αναστολή ποινής φυλάκισης θα οδηγούσε άνευ ετέρου στη μη απώλεια της εργασίας του». Κατ' ουσίαν, αναγνωρίστηκε και σε εκείνην την υπόθεση ότι ο κίνδυνος απώλειας της εργασίας συσχετιζόταν με την ίδια την καταδίκη και όχι με το είδος της ποινής ή της αμεσότητας εκτέλεσής της. Προπηλακισμός του Κατηγορούμενου από τα ΜΜΕ - Κοινωνική απαξίωση. Όσον αφορά τον προπηλακισμό του κατηγορούμενου από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, παρατηρώ ότι δεν τέθηκαν ενώπιον μου οποιαδήποτε αποδεικτικά δημοσιευμάτων. Αντιλαμβάνομαι, πάντως, πως και αυτός ο παράγοντας συσχετίζεται από το συνήγορο Υπεράσπισης με τη δυσκολία που αντιμετώπισε ο Κατηγορούμενος να εξεύρει εργασία μετά την απώλεια της θέσης του στο δημόσιο. Άπτεται της επιδείνωσης της κοινωνικής του θέσης και αποδοχής μετά το επίδικο περιστατικό. Δεν θεωρώ ότι ο παράγοντας αυτός, με τον τρόπο που παρουσιάζεται, είναι ικανός να μεταβάλει το είδος της ποινής που είναι κατάλληλο δεδομένης της σοβαρότητας του αδικήματος. Θα λάβω, όμως, υπόψη μου, κατά την επιμέτρηση του εύρους της ποινής, την ανάγκη αναλογικότητας της ποινής, έτσι ώστε αυτή να αναμορφώσει τον Κατηγορούμενο χωρίς να εξανεμίσει την πιθανότητα της κοινωνικής του επανένταξης. Οι οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Κωνσταντίνος Χαραλάμπους ν Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 219 επικυρώθηκε κατ΄έφεση άμεση ποινή φυλάκισης 6 μηνών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα στην κατηγορία για άσκηση βίας στη σύζυγό του, που της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000 [Ν.119(Ι)/2000όπως έκτοτε τροποποιήθηκε]. Σύμφωνα με το άρθρο 4
(2)(ια) του εν λόγω Νόμου, για το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη η μέγιστη ποινή φυλάκισης αυξάνεται από 3 χρόνια (που είναι το ανώτατο όριο στον Ποινικό Κώδικα για το αντίστοιχο αδίκημα) σε 5 χρόνια. Επισημαίνω ότι ο εφεσείων ήταν πατέρας τριών παιδιών ηλικίας 12, 13 και 16 ετών. Η θυγατέρα του 16 ετών και ο γιος του 12 ετών διέμεναν μαζί του και ήταν συναισθηματικά δεμένοι. Ο εφεσείων ήταν ειδικός στο άθλημα Καράτε και εργαζόταν ως έκτακτος εκπαιδευτής στο Υπουργείο Παιδείας σε ολοήμερα δημοτικά σχολεία. Παράλληλα, ήταν διορισμένος από τον Κυπριακό Οργανισμό Αθλητισμού ως εκπαιδευτής νέων ταλέντων της Εθνικής Ομάδας Καράτε Κύπρου. Τα πιο πάνω, όμως, δεν αποτέλεσαν παράγοντες για διαφοροποίηση του είδους της ποινής, εφόσον ήταν επιτακτική η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Οι εν λόγω μετριαστικοί παράγοντες είχαν επίδραση στην ένταση της ποινής αλλά όχι στο είδος της. Το ίδιο θεωρώ πως θα πρέπει να ισχύσει και στην παρούσα υπόθεση. Κατάληξη όσον αφορά το είδος της ποινής και την ισχύ της. Ως εκ τούτου στην παρούσα υπόθεση, ενόψει της σοβαρότητας του αδικήματος και των συνθηκών διάπραξής του, η κατάλληλη ποινή δικαιολογείται να είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή κατά την κρίση μου θα εξουδετέρωνε τους σκοπούς του Νόμου και θα έστελνε εσφαλμένο μήνυμα. Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω αναφερόμενους μετριαστικούς παράγοντες, ως τους έχω αξιολογήσει και αποδεκτεί ανωτέρω, καταλήγω να επιβάλω στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί, ως η εισήγηση του συνήγορου του Κατηγορούμενου. Το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 94). Μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του αδικήματος, το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Στην πρόσφατη απόφαση, ημερ. 9.11.2016, στην Ποινική Εφεση Αρ.124/2016, Πάτερ Δημήτριος Πιττάης Χρυσοδόντας ν. Αστυνομίας, σημειώθηκαν τα εξής με παραπομπή στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930, 939: «Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Η σοβαρότητα του αδικήματος στην παρούσα υπόθεση είναι δεδομένη. Αναμφίβολα, οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, όπως τις έχω αναλύσει πιο πάνω, δεν συνθέτουν τέτοια εικόνα, η οποία να δικαιολογεί την αναστολή της ποινής. Ο Κατηγορούμενος έλαβε ήδη πιο επιεική μεταχείριση κατά την επιμέτρηση της διάρκειας της ποινής φυλάκισης, λόγω των στοιχείων της έμπρακτης μεταμέλειας που έδειξε (άμεση παραδοχή), καθώς και για την ψυχασθένεια που, ως προβλήθηκε, ήταν η γενεσιουργός αιτία της παραβατικής του συμπεριφοράς, όπως συστήνει η νομολογία για άτομα που παρουσιάζουν ψυχική διαταραχή (βλ. Κωνσταντίνος Μαυραντωνίου ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 333). Η εξωδικαστηριακή τιμωρία που υπέστη, ως εκ της απώλειας της εργασίας του και της κοινωνικής απαξίωσης που υπέστη, έχουν επίσης ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και δεν δικαιολογούν την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής (βλ. Κάρλος Ντεκερμετζιάν). Τέλος, λαμβάνω υπόψη ότι έχει παρέλθει ένας χρόνος από τότε που διαπράχθηκε το αδίκημα, πλην όμως ο ανήλικος, σε βάρος του οποίου διαπράχθηκε το αδίκημα, δεν έχει ακόμη αποζημιωθεί. Έχοντας υπόψη μου όλους τους πιο πάνω παράγοντες, δεν θεωρώ ότι δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Η 5μηνη ποινή φυλάκισης θα είναι άμεση, με ισχύ από σήμερα. Μειώνεται, όμως, βάσει του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση, ήτοι από 14.12.2016 έως σήμερα. Δίδονται οδηγίες όπως παρασχεθεί στον Κατηγορούμενο από τους υπεύθυνους των φυλακών κάθε αναγκαία ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ενόσω θα εκτίει την ποινή του. Τα έξοδα που δημιουργήθηκαν από τη δικαστική διαδικασία να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (υπ.) ............. Α. Πανταζή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο