← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Μιχάλης Κυριάκου, Αρ. Υπόθεσης: 15/16, 19/12/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Μιχάλης Κυριάκου, Αρ. Υπόθεσης: 15/16, 19/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:B24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πανταζή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15/16 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου -ν- Μιχάλης Κυριάκου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου, 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Χατζημιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Γ. Πιττάτζιης, για Γ. Φ. Πιττάτζιης Δ.Ε.Π.Ε. Ο Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΣΥΝΙΣΤΑ ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ Η ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΕΧΟΥΝ ΠΑΡΑΓΡΑΦΕΙ ΤΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΩΣ ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΑΡ. 1 ΚΑΙ

  1. Εισαγωγή Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ποινική υπόθεση, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες τέσσερις κατηγορίες꞉ 1η κατηγορία꞉ Συμπεριφορά διασαλεύουσα την ειρήνη, κατά παράβαση των άρθρων 4 και 186Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και Νόμος 166/
  2. 2η κατηγορία꞉ Ανησυχία κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και Νόμος 166/
  3. 3η κατηγορία꞉ Αντίσταση δια ματαίωση νομίμου συλλήψεως ή κρατήσεως του εαυτού του δια ποινικό αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και Νόμος 166/
  4. 4η κατηγορία꞉ Εσκεμμένη παρεμπόδιση οργάνου τηρήσεως της τάξεως, κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και Νόμος 166/
  5. Τα γεγονότα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων επί του κατηγορητηρίου, έχουν ως εξής꞉ · Ο Κατηγορούμενος στις 19.9.2014 και περί ώρα 23꞉35 στην οδό Αγ. Γεωργίου στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου συμπεριφέρθηκε σε δημόσιο μέρος κατά τρόπο που προκάλεσε διασάλευση της ειρήνης. · Ο Κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο μέρος με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. · Ο Κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία αντιστάθηκε στη νόμιμη σύλληψη ή κράτηση με σκοπό τη ματαίωση της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του για ποινικό αδίκημα. · Ο Κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία εσκεμμένως παρεμπόδισε όργανο τήρησης της τάξεως εν τη δεούση εκτέλεση του καθήκοντος του, ήτοι τον Αστ. 3044 Σ. Σάββα της Μ.Μ.Α.Δ. Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης καταχωρήθηκε στις 13.1.
  6. Στις 16.3.2016, όταν η υπόθεση ήταν πρώτη φορά ορισμένη για απάντηση, ο συνήγορος Υπεράσπισης δήλωσε την πρόθεση να εγείρει ζήτημα κατάχρησης διαδικασίας προτού ο πελάτης του απαντήσει στο Κατηγορητήριο και προς τούτο ζήτησε αναβολή με σκοπό να εξασφαλίσει τα πρακτικά προγενέστερης ποινικής υπόθεσης αριθ. 3760/14, στη βάση των οποίων θα στήριζε την εισήγησή του. Αναβλήθηκε για τον ίδιο λόγο ακόμη μια φορά η διαδικασία απάντησης στο κατηγορητήριο. Τελικά, στις 6.4.2016 και επειδή τα ζητηθέντα πρακτικά δεν ήταν ακόμη στη διάθεσή του, ο Κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή στις κατηγορίες, αφού προηγουμένως ο συνήγορος Υπεράσπισης επεφύλαξε το δικαίωμά του να εγείρει την εισήγηση περί καταχρηστικής καταχώρησης της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Πράγματι, κατά την ημερομηνία που η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, ο συνήγορος Υπεράσπισης ζήτησε να ακουσθεί προδικαστικά η εισήγησή του για κατάχρηση της διαδικασίας. Η ποινική υπόθεση υπ. Αριθ. 3760/
  7. Είναι παραδεκτό ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετώπισε, αναφορικά με τα ίδια γεγονότα, μία προηγούμενη ποινική υπόθεση, υπ' αριθ. 3670/
  8. Το κατηγορητήριο εκείνης της υπόθεσης είχε καταχωριστεί στις 3/10/2014 και εμφάνιζε ακριβώς τις ίδιες τέσσερις κατηγορίες με αυτές του επίδικου κατηγορητηρίου. Η εξέλιξη εκείνης της υπόθεσης εμφαίνεται στα πρακτικά της διαδικασίας τα οποία κατατέθηκαν ενώπιον μου. Με την ένδειξη Έγγραφο «Α» έχει σημειωθεί το πρακτικό της δικασίμου ημερ. 20.11.2015, ενώ με την ένδειξη Έγγραφο «Β» έχουν κατατεθεί τα πρακτικά των δικασίμων ημερ. 5.11.2014, 28.1.2015, 21.4.2015, 15.9.2015 και 16.10.
  9. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω πρακτικά της υπόθεσης αρ. 3670/14 (βλ. τη δέσμη ως το Έγγραφο «Β»)꞉ Κατά τη δικάσιμο, ημερ. 5.11.2014, ο Κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν. Ορίστηκε η υπόθεση για ακρόαση στις 28.1.
  10. Κατά τη δικάσιμο, ημερ. 28.1.2015, ζητήθηκε αναβολή της ακρόασης εκ μέρους του συνηγόρου Υπεράσπισης, χωρίς να υπάρξει ένσταση από μέρους της Κατηγορούσας αρχής. Αναβλήθηκε η ακρόαση για τις 21.4.
  11. Κατά τη δικάσιμο, ημερ. 21.4.2015, ζητήθηκε εκ νέου αναβολή της ακρόασης εκ μέρους του συνηγόρου Υπεράσπισης. Δεν υπήρξε ένσταση από μέρους της Κατηγορούσας Αρχή. Δόθηκε αναβολή για τις 15.9.
  12. Κατά τη δικάσιμο, ημερ. 15.9.2015, ζητήθηκε ξανά αναβολή της ακρόασης εκ μέρους του συνηγόρου Υπεράσπισης. Και πάλιν δεν υπήρξε ένσταση από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Εγκρίθηκε το αίτημα και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 16.10.
  13. Κατά τη δικάσιμο, ημερ. 16.10.2015, δόθηκε εκ νέου αναβολή κατόπιν νέου αιτήματος του συνηγόρου Υπεράσπισης, για το οποίο και πάλιν δεν υπήρχε ένσταση από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής. Το αίτημα αναβολής της ακρόασης ημερ. 16.10.2015 στηρίχθηκε σε αιτιολογία η οποία κρίνω ότι παρουσιάζει ενδιαφέρον και για τους σκοπούς διαμόρφωσης της δικαστικής μου κρίσης επί του επίδικου ενώπιόν μου ζητήματος, γι' αυτό και θεωρώ κατάλληλο να παρουσιάσω αυτούσια όλα όσα ελέχθηκαν κατά την εν λόγω δικάσιμο τόσο από τους εμπλεκόμενους συνηγόρους όσο και από το Δικαστήριο. Παραθέτω꞉ «Ο κ. Πιττάτζιης: Εντιμότατε ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερεις κατηγορίες. Για τα γεγονότα τις 19/9/14 υπάρχουν δύο μάρτυρες κατηγορίας, είναι ο παραπονούμενος και αστυφύλακας που κατηγόρησε τον κατηγορούμενο. Για την κατ΄ ισχυρισμό διάπραξη των γεγονότων ο κατηγορούμενος υπέβαλε παράπονο ή και καταγγελία στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της αστυνομίας. Η ανεξάρτητη αρχή με επιστολή της ημερομηνίας 29/9/14 ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι εισηγήθηκε στον Γενικό Εισαγγελέα τον διορισμό ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή. Με νέα επιστολή της η ανεξάρτητη αρχή ενημέρωσε τον κατηγορούμενο στις 14/10/14 ότι διορίστηκε ποινικός ανακριτής και ανέφεραν και το όνομα του, στο πλαίσιο ποινικής διερεύνησης. Στάληκε στην ανεξάρτητη αρχή και υλικό προς υποστήριξη των θέσεων του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος έστειλε στην ανεξάρτητη αρχή βίντεο από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και λήφθηκαν καταθέσεις από την ανεξάρτητη αρχή διερεύνησης παραπόνων από περιοίκους και αυτόπτες μάρτυρες. Μέχρι σήμερα η ανεξάρτητη αρχή δεν ενημέρωσε τον κατηγορούμενο για οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Ο κατηγορούμενος αποτάθηκε κοντά τους πρόσφατα και του είπαν ότι ολοκληρώθηκε το πόρισμα και βρίσκεται στην Γενική Εισαγγελία. Με επιστολή προς την ανεξάρτητη αρχή διερεύνησης παραπόνων τους εξήγησα ότι, και τους παρακάλεσα, να με ενημερώσουν για την πορεία και τους ζήτησα να μου κοινοποιήσουν την μαρτυρία την οποίαν είχαν λάβει για να μπορέσω να την χρησιμοποιήσω στο ποινικό Δικαστήριο. Επειδή η ανεξάρτητη αρχή μπορεί να καταλήξουν ότι δεν συντρέχουν, δεν υπάρχει ποινικό αδίκημα αλλά να μου δοθεί η μαρτυρία. Μπορεί να μην είναι ικανή για να καταδικάσει τον αστυφύλακα αλλά να είναι ικανοποιητική για να αθωώσει τον κατηγορούμενο ή τουλάχιστον να ενσπείρει αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ενοχή του. Εν πάση περιπτώσει έστειλα επιστολή και στον Γενικό Εισαγγελέα και παρακάλεσα να αναστείλει την υπόθεση μέχρι να μου κοινοποιηθεί, έστω να έχω την μαρτυρία. Επειδή εάν ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία έστω και έναν μάρτυρα με μία κατάθεση μία σελίδα πώς θα μπορέσω να αντεξετάσω τον μάρτυρα; Είναι ουσιώδης μαρτυρία από αυτόπτες μάρτυρες που δεν είναι στην κατοχή της υπεράσπισης για να υποβάλω στους μάρτυρες την θέση μας. Πέραν τούτου πώς μπορώ να καλέσω έναν μάρτυρα στο Δικαστήριο ο οποίος πήγε στην ανακριτική αρχή και έδωσε κατάθεση χωρίς να γνωρίζω τι είπε. Ο Γενικός Εισαγγελέας είναι αυτός ο οποίος διορίζει τον ποινικό ανακριτή και ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας ο οποίος έχει την υποχρέωση να μου κοινοποιήσει εμένα το μαρτυρικό υλικό. Με βάση τα δεδομένα ευσεβάστως εισηγούμαι ότι η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ενδεχομένως να πλήξει ανεπανόρθωτα το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη και δεν θα είμαι σε θέση να αντεξετάσω κανένα μάρτυρα. Να αναφέρω ότι πέραν του ότι έστειλα επιστολή στον Γενικό Εισαγγελέα και στην ανεξάρτητη αρχή παραπόνων μίλησα στο τηλέφωνο με τον προϊστάμενο των δημόσιων κατηγόρων τον κ. Ν. Δημητρίου και του εξήγησα τα γεγονότα και του είπα ότι δεν ζητώ να αναστείλετε και να τελειώσει. Θέλουμε την αναστολή επειδή έχει προτεραιότητα η υπόθεση και το Δικαστήριο δεν δίδει αναβολή και δεν είναι σωστό να αναβάλλουμε την υπόθεση μέχρι να βγει το πόρισμα και να μας κοινοποιηθεί η μαρτυρία. Είναι άδικο και για το Δικαστήριο αυτό αφού αυτό μπορεί να κρατήσει και 6 με 8 μήνες γι΄ αυτό τους ζητήσαμε να αναστείλουν μέχρι να ξεκαθαρίσει αυτό. Ο κ. Δημητρίου μου είπε ότι θα το εξετάσει το ενδεχόμενο αυτό. Χθες ξαναμίλησα μαζί του και μου είπε ότι θέλει χρόνο να το δει. Η κα Χ΄ Μιχαήλ: Όντως στάληκε η επιστολή Εντιμότατε και αναμένεται η απάντηση. Μίλησα και εγώ με τον κ. Δημητρίου και μου είπε ότι θα το δει, γνωρίζω βέβαια ότι σήμερα θα είναι στο Δικαστήριο στην Λάρνακα η ώρα 10:00 έχει δύο υποθέσεις και μετά το μεσημέρι θα φύγει για το εξωτερικό, αν δοθεί χρόνος Εντιμότατε θα προσπαθήσω να το κάνω εγώ. Δικαστήριο: Η υπόθεση είναι ορισμένη σήμερα για ακρόαση. Είναι παλαιά υπόθεση, έχει καταχωριστεί εδώ και ένα χρόνο. Υποβάλλεται αίτημα από την πλευρά της υπεράσπισης για αναβολή καθότι υπάρχει παράπονο προς την ανεξάρτητη αρχή παραπόνων σε σχέση με την συμπεριφορά του ΜΚ1 και όπως έχει αναφέρει έχει ολοκληρωθεί η εξέταση του. Ο κ. Πιττάτζιης έχει ζητήσει περαιτέρω αναβολή της υπόθεσης και για το γεγονός ότι υπάρχει μαρτυρικό υλικό που έχει δοθεί σε εκείνη την έρευνα και η οποία είναι απαραίτητη για την υπεράσπιση έτσι ώστε να θέσει τις θέσεις της στους μάρτυρες κατηγορίας και ότι μη έχοντας την εν λόγω μαρτυρία πιθανόν να επηρεάσει δυσμενώς την υπεράσπιση. Παρά το γεγονός ότι είναι παλαιά υπόθεση και σήμερα θα ξεκινούσε η ακροαματική διαδικασία αφού αναφέρθηκε ότι η έρευνα ολοκληρώθηκε και το πόρισμα υπάρχει θα αναβάλω την υπόθεση για σήμερα. Δηλώνεται όμως τόσο στην κατηγορούσα αρχή όσο και στον συνήγορο υπεράσπισης ότι εκείνη την ημέρα η ακροαματική διαδικασία θα ξεκινήσει ή υπάρχει ή δεν υπάρχει το πόρισμα στα χέρια της υπεράσπισης. Ως εκ τούτου η υπόθεση αναβάλλεται και επαναορίζεται για ακρόαση στις 20/11/15 η ώρα 10:00 π.μ. Ο κατηγορούμενος να είναι παρών με την ίδια εγγύηση.». ( Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Κατέληξαν έτσι τα πράγματα στη δικάσιμο, ημερ. 20.11.2015, που ήταν και η τελευταία δικάσιμος στην υπόθεση 3670/2014 (βλ. το Έγγραφο «Α»), κατά την οποία λέχθηκαν τα εξής꞉ «Η κα Χ΄ Μιχαήλ: Εντιμότατε μας έχει ζητηθεί ο φάκελος από την νομική υπηρεσία και δεν έχω τον φάκελο σήμερα, θα ζητήσω αναβολή κ. Πρόεδρε για να μπορώ να έχω τον φάκελο. Ο κ. Πιττάτζιης και ο κατηγορούμενος έκαναν παράπονο στην ανεξάρτητη αρχή διερεύνησης παραπόνων, είναι μία μπερδεμένη κατάσταση, για μία μικρή υπόθεση έγινε μεγάλη κουβέντα. Ο κ. Πιττάτζιης: Δεν θα φέρω ένσταση. ....... Δικαστήριο: Η υπόθεση είναι ορισμένη σήμερα για ακρόαση. Πρόκειται για παλαιά υπόθεση. Καταχωρίστηκε στις 6/10/14 και αναβλήθηκε επανειλημμένα. Είναι η τρίτη φορά που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου με αυτή την σύνθεση. Τα ίδια ακριβώς λέχθηκαν και τις προηγούμενες φορές. Αυτή την στιγμή υποβάλλεται αίτημα από την κατηγορούσα αρχή καθότι ο φάκελος είναι στον Γενικό Εισαγγελέα και δεν μπορεί να προχωρήσει με την εκδίκαση της υπόθεσης. Έχω προαναφέρει ότι είναι παλαιά υπόθεση, έχει αναβληθεί επανειλημμένα και θα έπρεπε να γίνουν όλες οι ενέργειες έτσι ώστε να ήταν έτοιμοι σήμερα να προχωρήσει με την ακρόαση της υπόθεσης. Τονίστηκε από το Δικαστήριο την προηγούμενη φορά ότι δεν θα δοθεί άλλη ημερομηνία. Ως εκ τούτου το αίτημα για αναβολή δεν μπορεί να εγκριθεί και απορρίπτεται. Θα επιληφθώ της υπόθεσης μετά το Διάλειμμα. ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ Η ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΠΑΝΑΡΧΙΖΕΙ ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΣ Η κα Χ΄ Μιχαήλ: Επειδή δεν έχω τον φάκελο της υπόθεσης αφού ζητήθηκε από τον νομική υπηρεσία όπως ανέφερα και προηγουμένως και αφού έχει απορριφθεί το αίτημα μου για αναβολή έχω οδηγίες να διακόψω την υπόθεση με πρόθεση επανακαταχώρισης σε μεταγενέστερο στάδιο. Υπάρχουν €50 έξοδα. Ο κ. Πιττάτζιης: Εντιμότατε η υπεράσπιση, επειδή είναι ξεκάθαρος και δεδομένος ο λόγος που αναστέλλεται η υπόθεση, κάτι το οποίο έρχεται μετά από απόρριψη αιτήματος αναβολής, εάν η υπόθεση αυτή ξανακαταχωρηθεί θα τεθεί ζήτημα κατάχρησης εξουσίας. Δικαστήριο: Η ποινική δίωξη διακόπτεται. Ο κατηγορούμενος απαλλάττεται. €50 έξοδα να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Η εισήγηση περί κατάχρησης διαδικασίας. Σε συνέπεια με τις πιο πάνω δηλώσεις τους, η μεν Κατηγορούσα Αρχή επανακαταχώρησε ποινική υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, γι' αυτό και έχουμε την παρούσα διαδικασία, ο δε συνήγορος Υπεράσπισης ήγειρε πράγματι την εισήγηση ότι η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική. Η εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης, όπως αποτυπώνεται στην εμπεριστατωμένη, με παραπομπή σε νομολογία, γραπτή αγόρευσή του, αναπτύσσεται ως εξής (συνοψίζω τις σελ. 6 έως 11)꞉ Είναι δεδομένο και αδιαμφισβήτητο ότι η εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα για αναστολή ποινικής δίωξης δεν χωρεί δικαστικού ελέγχου. Το συνταγματικό δικαίωμα του Γενικού Εισαγγελέα, ασκείται είτε μέσω του ιδίου είτε δια των εκπροσώπων αυτού και κανένα Δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει ή και να περιορίσει αυτό του το δικαίωμα. Όμως, παρά το γεγονός ότι στο δικαίωμα αυτό δεν χωρεί έλεγχος, δεν μπορεί με τίποτε αυτό το δικαίωμα να αντιστρατεύεται των δικαιωμάτων δίκαιης δίκης ενός κατηγορούμενου. Γίνεται παραπομπή στην Σάκκος ν. Δημοκρατίας

(2000)2 ΑΑΔ
  1. Με απλά λόγια, εάν ο Γενικός Εισαγγελέας αποφασίσει την αναστολή μιας ποινικής υπόθεσης, δεν λογοδοτεί σε κανέναν. Εάν όμως η συνεπακόλουθη συμπεριφορά οδηγεί ή απολήγει σε κατάχρηση, εις βάρος των δικαιωμάτων ενός κατηγορούμενου, τότε το Δικαστήριο δεν έχει μόνο το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να επέμβει και να προστατεύσει όχι μόνον τα δικαιώματα ενός κατηγορούμενου αλλά και το κύρος της όλης διαδικασίας. Στην παρούσα υπόθεση είναι αδιαμφισβήτητα και αναντίλεκτα τα ακόλουθα꞉
  2. Ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε την υπόθεση 3670/14 για τα ίδια ακριβώς αδικήματα.
  3. Η Κατηγορούσα αρχή αιτήθηκε αναβολής της υπόθεσης και το Δικαστήριο για τους λόγους που καταγράφονται στα πρακτικά απέρριψε το αίτημα.
  4. Η Κατηγορούσα αρχή παρά το γεγονός ότι απορρίφθηκε το αίτημα για αναβολή και έλαβε οδηγίες να καλέσει μάρτυρες, επειδή δεν είχε το φάκελο απέσυρε την υπόθεση με πρόθεση επανακαταχώρησης.
  5. Αποσύρθηκε η υπόθεση και επανακαταχωρήθηκε με τις ίδιες ακριβώς κατηγορίες. Τα πιο πάνω γεγονότα φανερώνουν όχι μόνον κατάχρηση εξουσίας και διαδικασίας, αλλά ενδεχομένως η εξέλιξη των δύο διαδικασιών να συνιστά και καταφρόνηση του Δικαστηρίου. Εδώ έχουμε την κατηγορούσα αρχή να της απορρίπτεται το αίτημα αναβολής και να εκμεταλλεύεται το συνταγματικό δικαίωμα του Γενικού Εισαγγελέα για απόσυρση και ακολούθως επανακαταχώρηση. Εάν το Δικαστήριο αποδεχθεί ως νόμιμη αυτή την τακτική, σημαίνει ότι καλύτερα να καταργήσουμε τα Δικαστήρια. Σημαίνει ότι η κατηγορούσα αρχή δεν θα την ενδιαφέρει αν κάποιο αίτημά της θα απορριφθεί ή όχι. Απλά θα αναστέλλει και θα επανακαταχωρεί. Σημαίνει ότι το αίτημα αναβολής θα έχει σημασία μόνο για την πλευρά της Υπεράσπισης, αφού μόνον εναντίον της Υπεράσπισης θα έχει επιπτώσεις. Με βάση τα προαναφερθέντα, η συνέχιση της διαδικασίας θα συνιστούσε κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα πρέπει να θέσει φραγμό στην κατάχρηση ενός δικαιώματος για αναστολή που κατέληξε σε ταλαιπωρία τόσο του Δικαστηρίου όσο και του κατηγορούμενου. Η τοποθέτηση της κατηγορούσας αρχής. Από την άλλη, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής απαντώντας στην εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης επεσήμανε προς το Δικαστήριο ότι (συνοψίζω)꞉ Φαίνεται καθαρά από τα πρακτικά ποιος ζητούσε και για ποιους λόγους ζητούσε τις αναβολές στην προηγούμενη ποινική υπόθεση. Ο λόγος που υποβλήθηκε αίτημα αναβολής κατά την τελευταία δικάσιμο ήταν διότι ο φάκελος της υπόθεσης ζητήθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα ενόψει επιστολής που του είχε αποστείλει ο συνήγορος Υπεράσπισης με εισήγηση να αναστελλόταν η ποινική υπόθεση αρ.3670/14, διότι ήθελαν να λάβουν πρώτα το μαρτυρικό υλικό. Ο Γενικός Εισαγγελέας δεν προχώρησε σε αναστολή της ποινικής υπόθεσης 3670/14 για οποιοδήποτε άλλο λόγο, παρά μόνο για να μην καταστρατηγηθούν τα δικαιώματα του κατηγορούμενου, δηλαδή να μπορεί να παρουσιάσει την υπεράσπισή του. Δεν υπάρχει παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου εδώ, εφόσον δεν υπήρξε επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα με πρόθεση εκδήλωσης διακοπής της υπόθεσής του για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Ο ΜΚ1 ήταν παρών σε όλες τις δικασίμους της 3670/
  6. Δεν είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν είχε άλλη διέξοδο. Για να προστατευθούν τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου ήταν που ζητούνταν και δίνονταν όλες οι αναβολές. Ανεξάρτητα των πιο πάνω, η εισήγηση περί κατάχρησης της διαδικασίας δεν είναι ζήτημα που χωρεί να ακουσθεί ως ειδική απολογία βάσει του άρθρου 69 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  7. Αν υπάρχει κατάχρηση θα φανεί μέσα από την παρούσα διαδικασία, δεν είναι θέμα που να μπορεί να το αποφασίσει εξ υπαρχής το Δικαστήριο. Είναι ανέλεγκτο το συνταγματικό δικαίωμα του Γενικού Εισαγγελέα να αναστέλλει ποινική δίωξη. Η εισήγηση περί παραγραφής των αδικημάτων ως οι κατηγορίες αρ. 1 και
  8. Στην τελευταία παράγραφο της αγόρευσής του, ο συνήγορος Υπεράσπισης αναφέρει ότι «Πέραν όμως και ανεξάρτητα των ανωτέρω, ακόμη και εάν η κατάληξη του Σεβαστού Δικαστηρίου είναι ότι δεν υπάρχει κατάχρηση, ευσεβάστως εισηγούμαι ότι οι κατηγορίες αρ. 1 και 2 παραβιάζουν το άρθρο 88 του Κεφ. 155, αφού οι κατηγορίες προσάπτονται εναντίον του κατηγορούμενου για αδικήματα τα οποία έχουν ήδη παραγραφεί.». Δεν υπήρξε τοποθέτηση επί του ζητήματος αυτού από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, παρά το γεγονός ότι είχε την ευκαιρία να λάβει το κείμενο της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου Υπεράσπισης προτού αγορεύσει η ίδια. Εκτίμηση Δικαστηρίου Κατ' αρχάς, σημειώνω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 37 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, «η ποινική δίωξη προσώπου αρχίζει με κατηγορητήριο που απαγγέλλεται εναντίον του προσώπου αυτού ενώπιον Δικαστηρίου». Εδώ, άρχισε η ποινική διαδικασία της υπόθεσης αρ. 15/16, εφόσον έχει ήδη απαγγελθεί στον Κατηγορούμενο το κατηγορητήριο, που ως εκ του ορισμού του όρου, σημαίνει τις γραπτές κατηγορίες για τα ποινικά αδικήματα για τα οποία αυτός κατηγορείται στην παρούσα συνοπτική δίκη. Προχωρώ, λοιπόν, να σημειώσω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 66 του ιδίου Νόμου, «Οποιαδήποτε ένσταση στο κατηγορητήριο [ή σε κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο] για οποιοδήποτε εκ πρώτης όψεως τυπικό μειονέκτημα αυτού προβάλλεται αμέσως μετά την ανάγνωση στον κατηγορούμενο του κατηγορητηρίου [ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο] και προτού αυτός απαντήσει σε αυτό αλλά όχι αργότερα.». Περαιτέρω, σημειώνω, ότι σύμφωνα με το άρθρο 69 του ιδίου Νόμου, κατά το ίδιο στάδιο, δηλαδή μετά την ανάγνωση του κατηγορητηρίου στον Κατηγορούμενο αλλά προτού αυτός απαντήσει σε αυτό και όχι αργότερα, ο Κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να προβάλει τις ειδικές απαντήσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του εν λόγω άρθρου. Το παραθέτω꞉ «69.-
(1)Ο κατηγορούμενος δύναται, προτού απαντήσει στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο, να ισχυριστεί- (α) ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου αυτός καλείται να απαντήσει δεν έχει δικαιοδοσία και ότι άλλο Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σε σχέση με αυτόν ή για το ποινικό αδίκημα για το οποίο αυτός κατηγορείται, και, αν ο ισχυρισμός γίνει αποδεκτός, το Δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση για να εκδικαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου της Δημοκρατίας το οποίο έχει δικαιοδοσία για τον υπαίτιο ή για το ποινικό αδίκημα, (β) ότι έχει προηγουμένως καταδικαστεί ή αθωωθεί ανάλογα με την περίπτωση, βάσει των ιδίων γεγονότων για το ίδιο ποινικό αδίκημα, (γ) ότι έτυχε χάριτος για το ποινικό του αδίκημα.». Ο συνήγορος Υπεράσπισης αναφέρει στην έναρξη της αγόρευσής του ότι εγείρεται ζήτημα κατάχρησης διαδικασίας προτού ο Κατηγορούμενος απαντήσει στο Κατηγορητήριο, πλην όμως τούτο δεν συνάδει με τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 6.4.2016, στα οποία αναφέρθηκα πιο πάνω. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το παρόν στάδιο στο οποίο βρίσκεται η ποινική δίκη για την παρούσα υπόθεση (ήτοι μετά την απαγγελία του κατηγορητηρίου και μετά που ο Κατηγορούμενος έχει απαντήσει μη παραδοχή σε αυτό) είναι το κατάλληλο στάδιο για να εγείρει ο Κατηγορούμενος τυχόν ένστασή του για ελάττωμα του κατηγορητηρίου λόγω παραγραφής βάσει του άρθρου 66 ή για κατάχρηση της διαδικασίας. Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον η διατύπωση στο κατηγορητήριο κατηγοριών για αδικήματα που έχουν παραγραφεί αποτελεί τυπικό ελάττωμα. Για απάντηση στο ερώτημα σε τί αφορά ο όρος τυπικό ελάττωμα, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του τις διατάξεις του άρθρου 39 του Κεφ. 155, το οποίο προσδιορίζει ποιος είναι ο επιτρεπτός τρόπος σύνταξης ενός κατηγορητηρίου. Η απόφαση Σάββας Σάββα ν Δήμου Πάφου
(2011)2 Α.Α.Δ. 496 είναι αρκούντως διαφωτιστική για το γεγονός ότι όταν το σφάλμα στο κατηγορητήριο αφορά στη νομική βάση της κατηγορίας, εφόσον η σχετική νομοθετική διάταξη στην οποία στηρίζεται η κατηγορία είχε ήδη καταργηθεί καθ' ον χρόνο διαπράχθηκε το ισχυριζόμενο αδίκημα, τότε το κατηγορητήριο εμφανίζει ουσιώδες σφάλμα και όχι απλώς τυπικό ελάττωμα. Όπως συγκεκριμένα λέχθηκε στην μνημονευθείσα απόφαση, «Το ελάττωμα του κατηγορητηρίου, στην προκείμενη περίπτωση, όμως, δεν είναι τυπικό αλλά επηρεάζει το θεμέλιο της κατηγορίας.». Διευκρινίστηκε στην ίδια απόφαση ότι «Η υποχρέωση ενός κατηγορουμένου να εγείρει ένσταση στο κατηγορητήριο, πριν απαντήσει στην κατηγορία, σύμφωνα με το Άρθρο 66 του Κεφ. 155, υπάρχει αν το ελάττωμα είναι τυπικό. Επομένως, ο εφεσείων δεν έχασε τα δικαιώματα του, επειδή δεν ήγειρε ένσταση στο στάδιο εκείνο.». Ήταν δηλαδή η θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος διατηρούσε το δικαίωμα να ενστεί στο κατηγορητήριο για ουσιώδες σφάλμα ακόμη και στο στάδιο της αγόρευσής του για το εκ πρώτης όψεως της υπόθεσης. Το ζήτημα της παραγραφής ή μη της ευθύνης για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος είναι κατά την κρίση μου εξίσου θεμελιακό για την υπόσταση της κατηγορίας. Εάν υφίσταται νομοθετική πρόνοια η οποία προβλέπει για παραγραφή της ποινικής ευθύνης, δεν δύναται να συσταθεί κατηγορία καθ' ον χρόνο έπαυσε να υφίσταται ποινική ευθύνη κατά το Νόμο. Εδώ εν προκειμένω ο συνήγορος Υπεράσπισης επικαλέστηκε τις διατάξεις του άρθρου 88 του Κεφ. 155 (το οποίο φέρει πλαγιότιτλο «Ειδικές διατάξεις σε συνοπτικές δίκες. Παραγραφή κατηγοριών σε συνοπτικές δίκες σε ορισμένες περιπτώσεις.») όπου προβλέπονται τα εξής꞉ «
  1. Εκτός όπου ειδικά επιτρέπεται μεγαλύτερος χρόνος από οποιοδήποτε Νόμο που ισχύει εκάστοτε, καμιά κατηγορία δεν δύναται να προσαφθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου για ποινικό αδίκημα για το οποίο η ποινή δεν υπερβαίνει φυλάκιση τριών μηνών ή πρόστιμο εκατόν είκοσι πέντε λιρών ή και τις δύο αυτές ποινές, εκτός αν η κατηγορία προσαφθεί εντός περιόδου έξι μηνών από την ημέρα της διάπραξης του ποινικού αδικήματος.». Τα αδικήματα ως οι κατηγορίες αρ. 1 και 2, σε σχέση με τις οποίες εγείρεται η ένσταση από πλευράς Υπεράσπισης υπόκεινται στις ακόλουθες ποινές꞉ 1η κατηγορία - «Διασάλευση της ειρήνης σε δημόσιο χώρο». 186Α. Ο συμπεριφερόμενος σε δημόσιο χώρο κατά τρόπο που προκαλεί διασάλευση της ειρήνης είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μηνός ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο ποινές. 2η κατηγορία - «Ανησυχία».
  2. Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών.». Εφόσον, με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων επί του κατηγορητηρίου, τα ισχυριζόμενα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 19.9.2014, έπεται ότι οι κατηγορίες προσάπτονται εκπρόθεσμα, και κατά παράβαση του άρθρου 88 ανωτέρω, στον Κατηγορούμενο, εφόσον το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 13.1.2016, ήτοι μετά πάροδο 6 μηνών από την ημερομηνία διάπραξής τους. Η ελαττωματικότητα των κατηγοριών 1 και 2 είναι θεμελιακή και ο Κατηγορούμενος διατηρεί το δικαίωμα να εγείρει τη συναφή ένσταση ακόμη και μετά την απάντησή του στο κατηγορητήριο, όπως κρίθηκε στην Σάββας Σάββα ανωτέρω. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνεται δεκτή η ένσταση αναφορικά με τις κατηγορίες αρ. 1 και 2 και απορρίπτονται οι κατηγορίες αυτές ως παραγραφείσες. Προχωρώ να εξετάσω αν χωρεί η έγερση της ένστασης για λόγους κατάχρησης διαδικασίας στο παρόν στάδιο της δίκης. Ορθά ο συνήγορος Υπεράσπισης παρέπεμψε το Δικαστήριο στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (υπό Παρπαρίνου, Δ.), ημερ. 11.11.2015, στην Ποινική Έφεση 223/2014, Σπύρος Σπύρου ν Βαρβάρας Α. Ξενή, όπου αναφέρθηκαν τα εξής꞉ «Με την υπό εξέταση έφεση θίγεται ένα ενδιαφέρον ζήτημα που αφορά την λειτουργία και εξουσίες των Δικαστηρίων. Ειδικότερα αφορά την εξουσία του Δικαστηρίου που ασκεί ποινική δικαιοδοσία να καταστέλλει καταχρηστικές διαδικασίες. Όπως είναι γνωστό όταν τεθεί κατηγορητήριο ενώπιον Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος θα πρέπει ν' απαντήσει και σε περίπτωση μη παραδοχής η υπόθεση προχωρεί σε εκδίκαση. Παρ' όλα τούτα ο κατηγορούμενος μπορεί ν' επιτύχει την απαλλαγή του από το κατηγορητήριο πριν απαντήσει σ' αυτή εφ' όσον εγείρει επιτυχώς μια ή περισσότερες από τις τρείς ειδικές απαντήσεις στην κατηγορία που προβλέπονται στο άρθρο 69 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  3. Αυτές είναι: (i) έλλειψη δικαιοδοσίας καθ' ύλη ή κατά τόπο του Δικαστηρίου να επιληφθεί της κατηγορίας (ii) Καταδίκη ή αθώωση του σε προηγούμενη ποινική υπόθεση (iii) Χορήγηση προεδρικής χάρης. Θα πρέπει στα πιο πάνω να προστεθεί και η περίπτωση καταχώρησης αναστολής ποινικής δίωξης, nolle prosequi, από τον Γενικό Εισαγγελέα (βλ. άρθρο 154
(1)
(3)του Κεφ. 155). Πέραν των πιο πάνω θεσμοθετηθεισών περιπτώσεων η νομολογία πρόσθεσε ακόμη μια περίπτωση απαλλαγής του κατηγορουμένου. Είναι η περίπτωση που το Δικαστήριο δεν επιτρέπει την εκδίκαση της υπόθεσης όταν διαπιστώσει κατάχρηση της διαδικασίας. Ο Sir Jack I.H. Jacob στο άρθρο του «The inherent Jurisdiction of the Court"
(1970)C.L.P 23 αναφέρει: «....the jurisdiction to exercise these powers was derived, not from any statute or rule of law, but from the very nature of the court as a superior court of law, and for this reason such jurisdiction has been called "inherent" .. the essential character of a superior court of law necessarily involves that it should be invested with a power to maintain its authority and to prevent its process being obstructed and abused. Such a power is intrinsic in a superior court; it is its very lifeblood, its very essence, its immanent attribute. The jurisdiction which is inherent in a superior court of law is that which enables it to fulfil itself as a court of law. The juridical bases of this jurisdiction is therefore the authority of the judiciary to uphold, to protect and to fulfil the judicial function of administering justice according to law in a regular, orderly and effective manner." Tα Κυπριακά Δικαστήρια δεν μπορούσαν βέβαια ν' αποτελούν εξαίρεση. [.]». Δηλαδή, αυτό το οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνώρισε με την πιο πάνω απόφασή του είναι το δικαίωμα ενός Κατηγορούμενου, όχι στη στενή βάση του άρθρου 69 του Κεφ. 155, αλλά στη βάση της νομολογίας περί της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου να καταστέλλει τις καταχρηστικές διαδικασίες, να εγείρει τέτοιο ζήτημα καταχρηστικότητας, ακόμη και προτού αυτός απαντήσει στο κατηγορητήριο, για να κατασταλεί από το Δικαστήριο εξ υπαρχής μια τέτοια καταχρηστική διαδικασία. Το ζήτημα κατάχρησης δύναται ασφαλώς να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αναλόγως του διαβήματος στο οποίο αφορά και δέον να γίνεται με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Προχώρησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω Ποινική έφεση 223/14 και εξήγησε πώς και πότε υφίσταται κατάχρηση διαδικασίας. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα꞉ «Στην Διευθυντής Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, αναφέρονται: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» (βλ. επίσης Αίτηση της Beograska ΔΔ
(1996)1 Α.Α.Δ. 911). Στην David Scattergood v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 142 λέχθηκε ότι «Κατάχρηση διαδικασίας έχουμε συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική». Στην Leonid-Ivanov Spirier v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2014:A313, Π.Ε. 100/14, ημερ. 13/5/2014 ακολουθήθηκε η πιο πάνω εννοιολογική κατάταξη. Στην Εμπεδοκλής (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529 λέχθηκε ότι: «Η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπο το φως των συγκεκριμένων γεγονότων (Βλ. Ηλία (αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786 και Διευθυντης των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα (άνω). Το θέμα που καλούμεθα να εξετάσουμε στην παρούσα έφεση είναι απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η ενώπιον του ποινική διαδικασία, η οποία, εκ πρώτης όψεως, παρουσιάζεται ως μια συνήθης διαδικασία δίωξης για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, έχει «καταχρηστικό χαρακτήρα» με αποτέλεσμα την απόρριψη του κατηγορητηρίου και την αθώωση και απαλλαγή της εφεσίβλητης/κατηγορουμένης. [.] Στην Hui Chi-Ming v. R.
(1992)1 A.C. 34 P.C., η κατάχρηση της διαδικασίας καθορίστηκε ως «something so unfair and wrong that the Court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respect a regular proceeding." Είμαστε της γνώμης ότι τα πιο πάνω καλύπτουν πλήρως την παρούσα υπόθεση. Ο παραπονούμενος/εφεσείων, χρησιμοποίησε τις διαδικαστικές διαδικασίες άδικα και εσφαλμένα και κατά τρόπο που καταστρατηγεί την καλή πίστη και καθιστά τη διαδικασία καταπιεστική.». Επικύρωσε το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω Ποινική έφεση 223/14 την πρωτόδικη απόφαση για απόρριψη του κατηγορητηρίου και για αθώωση και απαλλαγή της εφεσίβλητης/κατηγορουμένης. Οφείλω όμως να επισημάνω ότι η κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα στοιχεία. Τα στοιχεία που είχε ενώπιον του το πρωτόδικο Δικαστήριο στην πιο πάνω μνημονευθείσα υπόθεση και επί των οποίων στήριξε τη διαπίστωσή του περί κατάχρησης διαδικασίας, ουδεμία ομοιότητα έχουν με τα ενώπιον μου στοιχεία. Αρκεί να παραπέμψω στο εξής απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση, το οποίο παρατίθεται και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο καταδεικνύει πού έγκειται η κατάχρηση σε εκείνη την υπόθεση꞉ «(α) Η προκείμενη ποινική διαδικασία, η οποία εκ πρώτης όψεως παρουσιάζεται ως μια συνήθης διαδικασία δίωξης για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, έχει καταχρηστικό χαρακτήρα. Η κατάχρηση συνίσταται στο γεγονός ότι η επίδικη επιταγή εξεδόθηκε ως αντάλλαγμα για την συμμετοχή του παραπονουμένου Σπύρου Α. Σπύρου (Μ.Κ.2) στην σκόπιμη μεθόδευση παραμερισμού ενός διατάγματος εκκαθάρισης εταιρείας, το οποίο εξεδόθηκε νομίμως και κανονικώς. Ο παραπονούμενος Σπύρος Α. Σπύρου (Μ.Κ.2), ο οποίος, στα πλαίσια άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος, επέτυχε την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης μιας εταιρείας που υπήρξε εξ αποφάσεως οφειλέτιδα πελατών του, ακολούθως συμμετέσχε στην σκόπιμη μεθόδευση για τον παραμερισμό του διατάγματος αυτού λαμβάνοντας, ως αντάλλαγμα, την επίδικη επιταγή. Η επιταγή αυτή εξεδόθηκε επ' ονόματί του και αφορά σε ποσόν υπερδιπλάσιο του οφειλομένου. 'Όταν δε η επιταγή αυτή δεν τιμήθηκε, ο παραπονούμενος Σπύρος Α. Σπύρου (Μ.Κ.2) προσέφυγε στην ποινική δικαιοσύνη. Η εκ μέρους του παραπονουμένου Σπύρου Α. Σπύρου (Μ.Κ.2) χρησιμοποίηση των δικαστικών διαδικασιών κατά το δοκούν συνιστά κατάχρηση αυτών και θα πρέπει να παρεμποδιστεί. Ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται με την απόρριψη του κατηγορητηρίου.». Είναι σημαντικό κατά την κρίση μου να σημειωθεί ότι, όπως τονίστηκε σχετικά με αγωγή στην Αγγλική υπόθεση Lawrance v. Norreys [1890] 15 App. Cas. 210, 219, για την άσκηση της σύμφυτης αυτής εξουσίας, «It is a jurisdiction which ought to be very sparingly exercised, and only in very exceptional cases." Έχω αντλήσει, επίσης, καθοδήγηση από την Πρωτόδικη απόφαση, ημερ. 5.5.2015, του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στην Ποινική Υπόθεση αρ. 32370/14, Δημοκρατία ν 1. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, κ.α., όπου έγινε εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με τα κριτήρια υπό τα οποία το Δικαστήριο δύναται να ασκεί τη διακριτική του εξουσία για αναστολή μιας δικαστικής διαδικασίας ως καταχρηστικής. Γίνεται εκεί αναφορά στην αγγλική υπόθεση D.P.P. v. Ηussain The Times, June 1 1994 όπου επαναλήφθηκε ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διακοπής ποινικής διαδικασίας από τα Δικαστήρια στη βάση κατάχρησης διαδικασίας. Τονίσθηκε ότι τέτοια διαταγή δεν θα πρέπει ποτέ να δίδεται, όταν υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι διασφάλισης του δικαίου της δίκης και ακόμη περισσότερο όταν δεν υπάρχουν ενδείξεις για δυσμενή επηρεασμό του κατηγορουμένου. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από το σύγγραμμα Archbold 2009, §4-56: "In DPP v. Hussain, The Times, June 1, 1994, the Divisional Court reiterated the exceptional nature of an order staying proceedings on the ground of abuse of process and stated that such an order should never be made where there were other ways of achieving a fair hearing of the case, still less where there was no evidence of prejudice to the defendant." Στην πιο πάνω μνημονευθείσα απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας έγινε η διάκριση ανάμεσα στην περίπτωση εφαρμογής της ειδικής απάντησης στο κατηγορητήριο στη βάση του δόγματος autrefois acquit και της περίπτωσης της έγερσης ένστασης για λόγους κατάχρησης διαδικασίας. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα꞉ «Στην υπόθεση Connelly v. D.P.P.
(1964)AC 1254 ο Λόρδος Morris διατύπωσε τις αρχές που κατά την άποψη του αφορούν την ειδική απολογία του autrefois acquit. Ανάμεσα σε αυτές τις αρχές συμπεριλαμβάνονται και αυτές βάσει των οποίων δύναται να γίνει επίκληση του δόγματος autrefois acquit αν η κατηγορία που περιέχεται σε μεταγενέστερο κατηγορητήριο είναι μια για την οποία θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να καταδικασθεί κατά την εκδίκαση του αρχικού κατηγορητηρίου ή αν η νεώτερη κατηγορία είναι στην πραγματικότητα η ίδια με την παλαιότερη ή είναι κατ΄ ουσίαν η ίδια με αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε ή διαφορετικό αδίκημα για το οποίο θα μπορούσε να καταδικαστεί. Συγκεκριμένα στη σελίδα 1305 αναφέρει, μεταξύ άλλων: "....In my view, both principle and authority establish:
(1)that a man cannot be tried for a crime in respect of which he has previously been acquitted or convicted;
(2)that a man cannot be tried for a crime in respect of which he could on some previous indictment have been convicted;
(3)that the same rule applies if the crime in respect of which he is being charged is in effect the same, or is substantially the same, as either the principal or a different crime in respect of which he has been acquitted or could have been convicted or has been convicted;
(4)that one test as to whether the rule applies is whether the evidence which is necessary to support the second indictment, or whether the facts which constitute the second offence, would have been sufficient to procure a legal conviction upon the first indictment either as to the offence charged or as to an offence of which, on the indictment, the accused could have been found guilty;... " Ο ίδιος Δικαστής στη σελ. 1311 της απόφασης, στην οποία παρέπεμψε και δική μας νομολογία[11], ανέφερε : "My Lords, the authorities to which I have referred show that the plea of autrefois acquit has availed if the charge contained in a later indictment is one of which a man could have been convicted on the trial of an earlier indictment. " Ωστόσο στην Connelly (ανωτέρω) οι άλλοι Λόρδοι θεώρησαν ότι οι αρχές
(3)και
(4)όπως διατυπώθηκαν από τον Λόρδο Morris δεν ενέπιπταν στην αρχή του autrefois ώστε να συνιστούν απόλυτο κώλυμα για να συνεχιστεί η δεύτερη διαδικασία, αλλά ότι σχετίζονται με μια ευρύτερη, διακριτή και ξεχωριστή, διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποτρέπει την κατάχρηση της διαδικασίας του. [.] Συνάγεται λοιπόν πως το Δικαστήριο αναμφίβολα έχει γενική και συμφυή διακριτική ευχέρεια να προστατεύει τη διαδικασία του από κατάχρηση. Όπως δε σημειώνεται στο σύγγραμμα Archbold 2015[15] παρότι αυτή η ευχέρεια δύναται να ασκηθεί σε πολλές διαφορετικές περιπτώσεις, εντούτοις το Δικαστήριο έχει την εξουσία να αναστείλει τη διαδικασία σε δύο κατηγορίες υποθέσεων και συγκεκριμένα: i. Εκεί όπου θα είναι αδύνατο να παρασχεθεί στον Κατηγορούμενο δίκαιη δίκη. ii. Εκεί όπου η αναστολή (ή διακοπή) της διαδικασίας είναι αναγκαία για να προστατεύσει το κύρος και την υπόληψη του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης.». Σημειώνεται πως το βάρος απόδειξης ότι η προώθηση συγκεκριμένης διαδικασίας συνιστά κατάχρηση ανήκει στον κατηγορούμενο και το απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης είναι το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Στην παρούσα υπόθεση, ο συνήγορος Υπεράσπισης επικαλείται όσα αποφασίσθηκαν στην Σάκκος ν Γ.Ε.
(2000)2 ΑΑΔ 150, για να υποστηρίξει ότι είναι καταχρηστική η καταχώρηση κατηγορητηρίου με τις ίδιες κατηγορίες για τις οποίες διακόπηκε η προηγούμενη ποινική υπόθεση αρ. 3670/
  1. Εφόσον στάθηκε ο Κατηγορούμενος μια φορά στο εδώλιο και αντιμετώπισε τον κίνδυνο να καταδικαζόταν για τις ίδιες κατηγορίες, θα πρέπει λέει να προστατευθεί από την εκ νέου δίωξή του. Κρίνω πως η απόφαση Σάκκος λήφθηκε επί εντελώς διαφορετικών στοιχείων απ' αυτά που εντοπίζονται στην παρούσα υπόθεση. Σε εκείνην την υπόθεση, καταχωρήθηκε αναστολή δίωξης του εφεσείοντος σε έξι από τις κατηγορίες παράβασης του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, μετά το πέρας της κατάθεσης των μαρτύρων κατηγορίας και το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, χωρίς να δοθεί οποιοσδήποτε λόγος. Το Δικαστήριο κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία στις εναπομείνασες δύο κατηγορίες κατοχής και μεταφοράς χειροβομβίδας. Τον έκρινε ένοχο του αδικήματος της κατοχής της, (κατηγορία 5) επιβάλλοντας του ποινή φυλάκισης πέντε ετών. Ο κατηγορούμενος εφεσίβαλε την καταδίκη του και την ποινή του. Αποφασίστηκε εκεί από το Εφετείο ότι η διακοπή μέρους της ποινικής δίωξης, μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, έχει ορατές δυσμενείς συνέπειες για τη διασφάλιση δίκαιης δίκης και ενέχει προβλεπτούς κινδύνους για τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος που του εξασφαλίζει το Άρθρο 12.2 του Συντάγματος. Οι συνέπειες εκτείνονται και στο πλαίσιο της δίκης, στις κατηγορίες που εναπομένουν. Ένα από τα βασικά κριτήρια για την αποδοχή μαρτυρίας είναι η σχετικότητά της προς τις κατηγορίες, για τις οποίες δικάζεται ο κατηγορούμενος. Γίνεται, επομένως, δεκτή και μαρτυρία, που δε θα ήταν αποδεκτή στις κατηγορίες που παραμένουν, με ορατούς κινδύνους για τη δίκαιη δίκη του κατηγορουμένου και την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης. Στην παρούσα υπόθεση, δεν κρίνεται το καταχρηστικό ή μη της διακοπής της ποινικής υπόθεσης αρ. 3670/14, αλλά το καταχρηστικό ή μη της καταχώρησης νέας ποινικής υπόθεσης με ίδιες κατηγορίες με εκείνες που υπήρχαν στην υπόθεση αριθ. 3670/
  2. Η νέα αυτή υπόθεση φαίνεται να εξυπηρετεί το συνήθη σκοπό μιας ποινικής υπόθεσης. Δεν φαίνεται να υφίσταται ζήτημα εξυπηρέτησης αλλότριου σκοπού όπως ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Βαρβάρας Ξενή ανωτέρω, ούτε άλλωστε υφίσταται τέτοια εισήγηση. Δεν υφίσταται σκοπιμότητα για πίεση ή καταπίεση του κατηγορούμενου ως εκ της καταχώρησης του παρόντος κατηγορητηρίου. Από την άλλη, είναι δεδομένο ότι δεν ακούστηκε καθόλου μαρτυρία στην 3670/14 προτού εκείνη διακοπεί και συνεπώς δεν είναι η περίπτωση που να μπορεί το παρόν Δικαστήριο να κρίνει ότι υπήρχε τέτοια μαρτυρία στην διακοπείσα υπόθεση, ώστε ο Κατηγορούμενος να μπορούσε βάσει εκείνης να είχε ήδη καταδικασθεί ή αθωωθεί. Διακόπηκε σε πρώιμο στάδιο η διαδικασία στην 3670/
  3. Ποσώς δεν επηρεάζεται το δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη στην παρούσα, με την έννοια που επηρεαζόταν ο Σάκκος στην πιο πάνω υπόθεση, όπου η διακοπή έγινε σε πολύ προχωρημένο στάδιο της δίκης, για μερικές μόνο κατηγορίες, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται και το αποδεκτό της μαρτυρίας που λήφθηκε, σε σχέση με τη δίκη για τις εναπομείνασες κατηγορίες. Εδώ η κατηγορούσα αρχή έχει δίκαιο να λέγει πως θα αδικήτο ο κατηγορούμενος αν άρχιζε η δίκη της 3670/14 αν δεν του δίδετο προηγουμένως το μαρτυρικό υλικό που ζητούσε και πως η διακοπή της σε χρόνο ώστε ο κατηγορούμενος να μην υποβάλλετο σε τέτοια αδικία, είναι τα δικά του δικαιώματα που εξυπηρέτησε ως το αίτημα που ο ίδιος είχε υποβάλει για αναστολή της διαδικασίας αντί για αναβολές από μια δικάσιμο σε άλλη έως ότου εφοδιαστεί με το υλικό (βλ. τις δηλώσεις του συνηγόρου του κατά τη δικάσιμο ημερ. 16.10.2015 ως το τεκμήριο με ένδειξη «έγγραφο Β»). Η κατηγορούσα αρχή έδωσε αυτή την αιτιολογία προς το δικαστήριο διακόπτοντας την ποινική υπόθεση, με δεδηλωμένη την πρόθεσή της να επανέλθει με νέο κατηγορητήριο όταν θα είχε το φάκελο της υπόθεσης με το μαρτυρικό υλικό διαθέσιμο, για να εφοδιάσει τον κατηγορούμενο με αυτό. Αξίζει να σημειωθεί πως το μαρτυρικό υλικό που επιζητούσε ο Κατηγορούμενος να του εφοδιαστεί πριν την έναρξη της ακρόασης δεν αφορούσε αυστηρά ομιλώντος στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής꞉ ήταν υλικό που συνδεόταν με τη διερεύνηση παραπόνου του κατηγορούμενου προς την Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά μελών της Αστυνομίας και εν προκειμένω καταγγελίας κατά του μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής και του συναφούς πορίσματος της Ανεξάρτητης Αρχής, το οποίο ήθελε ο συνήγορος Υπεράσπισης να έχει στην κατοχή του όταν θα αντεξέταζε τον μάρτυρα αστυνομικό στην ποινική υπόθεση. Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, η έγερση νέας ποινικής δίκης με τις ίδιες κατηγορίες δεν καταστρατηγεί αφ΄εαυτής και εκ των προτέρων το δικαίωμα του Κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη. Τυχόν ασυνέπειά της κατηγορούσας αρχής στο πλαίσιο της παρούσας δίκης να τον προμηθεύσει με το ζητούμενο μαρτυρικό υλικό, για να μπορέσει ο Κατηγορούμενος να προβάλει πλήρως και με επάρκεια την υπεράσπισή του κατά την ακρόαση, θα εξεταστεί στην πορεία της δίκης. Δεν έχει εγερθεί τέτοιο παράπονο στο παρόν στάδιο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω την εισήγηση περί κατάχρησης διαδικασίας και αποδέχομαι την ένσταση όσον αφορά την παραγραφή των κατηγοριών 1 και
  4. Ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται των κατηγοριών αρ. 1 και
  5. Θα προχωρήσει σε ακρόαση η υπόθεση μόνο αναφορικά με τις κατηγορίες αρ. 3 και
  6. (υπ.).......... Α. Πανταζή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.