Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Γιώργου Κωνσταντίνου, Υποθ. αρ.: 17814/15, 10/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2017:1 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Υποθ. αρ.: 17814/15 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v. Γιώργου Κωνσταντίνου Κατηγορουμένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10 Ιανουαρίου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Ματθαίου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Κληρίδης με κα Ο. Σαμπάζοβα Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η (Ποινή Πλειοψηφίας) Κατόπιν παραδοχής ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος σε δύο κατηγορίες για αδικήματα κατοχής παιδικής πορνογραφίας σε ηλεκτρονική μορφή, ως ακολούθως: (
- i)Κατοχή 99 αρχείων φωτογραφίας και 3 αρχείων βίντεο τα οποία απεικόνιζαν υπαρκτά παιδιά που συμμετείχαν ή επιδίδονταν σε πράξεις σεξουαλικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένης της άσεμνης επίδειξης γεννητικών οργάνων ή της ηβικής χώρας παιδιών, αδίκημα το οποίο διεπράχθη στις 27.1.14 (κατηγορία 1). (
- ii)Κατοχή 2563 αρχείων φωτογραφίας και 14 αρχείων βίντεο τα οποία απεικόνιζαν υπαρκτά παιδιά που συμμετείχαν ή επιδίδονταν σε πράξεις σεξουαλικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένης της άσεμνης επίδειξης γεννητικών οργάνων ή της ηβικής χώρας παιδιών, αδίκημα το οποίο διεπράχθη μεταξύ 13.10.12 και 26.1.14 (κατηγορία 2). Ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και τρίτη κατηγορία, ήτοι για το αδίκημα της εξασφάλισης των αρχείων παιδικής πορνογραφίας τα οποία αναφέρονται στη δεύτερη κατηγορία, η οποία όμως διακόπηκε αμέσως μετά την παραδοχή του στις κατηγορίες 1 και 2. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, έχουν ως εξής: Στις 11.1.14 το Γραφείο Καταπολέμησης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος της Αστυνομίας (Γ.Κ.Η.Ε.) έλαβε πληροφορία από το πρόγραμμα Child Protection System (CPS) στο οποίο είναι μέλος, ότι ο κάτοχος - χρήστης του IP Address 164.215.31.87, μεταξύ των ημερομηνιών 7.8.13-17.12.13 κατέβασε 88 αρχεία παιδικού πορνογραφικού υλικού. Κατόπιν έκδοσης διατάγματος αποκάλυψης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, διαπιστώθηκε πως κατά τον ουσιώδη χρόνο η πιο πάνω ηλεκτρονική διεύθυνση κατεχόταν και ή χρησιμοποιείτο από τον Κατηγορούμενο. Στις 27.1.14 μέλη του Γ.Κ.Η.Ε. και του Δικανικού Εργαστηρίου Ηλεκτρονικών Δεδομένων, διενήργησαν έρευνα στην οικία του Κατηγορουμένου δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας. Από προκαταρκτικό έλεγχο σε φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή του Κατηγορουμένου, εντοπίστηκαν συνολικά 7 αρχεία παιδικού πορνογραφικού υλικού. Κατόπιν υπόδειξης αυτού στον Κατηγορούμενο και επίστησης της προσοχής στο Νόμο, αυτός απάντησε «Κατέβασα για περιέργεια». Ακολούθως ο Κατηγορούμενος συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της κατοχής παιδικής πορνογραφίας και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο αυτός απάντησε «Εντάξει». Κατά τη διάρκεια της έρευνας στην οικία του Κατηγορουμένου εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν ως τεκμήρια τα ακόλουθα: 1) Πύργος ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς μάρκα και σειριακό αριθμό, χρώματος μαύρου. 2) Φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής μάρκας ΗΡ με σειριακό αριθμό zce902r4kk. 3) Πύργος ηλεκτρονικού υπολογιστή μάρκας ΗΡ με σειριακό αριθμό CZC8262H3C. 4) Εξωτερικός σκληρός δίσκος μάρκας ADATA HV610, χωρητικότητας 50GB και σειριακό αριθμό 1D48200118945. 5) Φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής μάρκας Dell με σειριακό αριθμό 32G7BV1. Την ίδια μέρα στο Γ.Κ.Η.Ε. ο Κατηγορούμενος συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και κατόπιν επίστησης απάντησε «Μόνο είδα». Σε ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε αυτός παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν στα τεκμήρια, διαπιστώθηκε πως τα υπ΄ αρ.
(3)-
(5)ανωτέρω δεν περιείχαν αρχεία παιδικής πορνογραφίας και επιστράφηκαν στον Κατηγορούμενο, ενώ στα υπ΄ αρ.
(1)και
(2)εντοπίστηκαν συνολικά 2679 αρχεία παιδικής πορνογραφίας, εκ των οποίων τα 102 δεν ήταν διαγραμμένα (κατηγορία 1) ενώ τα υπόλοιπα 2577 αρχεία κατέχονταν για όλη την περίοδο μεταξύ 12.10.12-16.1.14 (κατηγορία 2). Στο σύνολο των αρχείων απεικονίζονταν υπαρκτά παιδιά που συμμετείχαν ή επιδίδονταν σε πράξεις σεξουαλικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένης της άσεμνης επίδειξης γεννητικών οργάνων ή της ηβικής χώρας των παιδιών. Σύμφωνα με την ταξινόμηση που διενήργησε στις 16.9.14 ο αστ. 4855, χρησιμοποιώντας το λογισμικό πρόγραμμα NETCLEAN ANALYZE, τα 102 αρχεία παιδικής πορνογραφίας κατηγοριοποιούνται σε: · 99 αρχεία παιδικού πορνογραφικού υλικού στα οποία απεικονίζονται παιδιά να επιδίδονται σε ερωτικές παραστάσεις (πόζες) · 2 αρχεία παιδικού πορνογραφικού υλικού στα οποία απεικονίζεται σεξουαλική συμπεριφορά μεταξύ παιδιών και αυνανισμός από παιδί · 1 αρχείο παιδικού πορνογραφικού υλικού στο οποίο απεικονίζεται διεισδυτική σεξουαλική συμπεριφορά μεταξύ παιδιών και ή ενηλίκων. Στη βάση παρόμοιας διαδικασίας από τον ίδιο αστυφύλακα τα 2577 αρχεία παιδικής πορνογραφίας κατηγοριοποιούνται σε: · 2557 αρχεία παιδικού πορνογραφικού υλικού στα οποία απεικονίζονται παιδιά να επιδίδονται σε ερωτικές παραστάσεις (πόζες) · 3 αρχεία παιδικού πορνογραφικού υλικού στα οποία απεικονίζεται σεξουαλική συμπεριφορά μεταξύ παιδιών και αυνανισμός από παιδί · 13 αρχεία παιδικού πορνογραφικού υλικού στα οποία απεικονίζεται μη διεισδυτική σεξουαλική συμπεριφορά μεταξύ ενηλίκων και παιδιών · 4 αρχεία παιδικού πορνογραφικού υλικού στα οποία απεικονίζεται διεισδυτική σεξουαλική συμπεριφορά μεταξύ παιδιών και ενηλίκων. Από περαιτέρω δικανικό έλεγχο στο τεκμήριο υπ΄ αρ.
(1)εντοπίστηκε το λογισμικό πρόγραμμα ανταλλαγής αρχείων (Peer to Peer) με την ονομασία Lemonwire. Στις 26.11.14 στο Γ.Κ.Η.Ε. ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς για το αδίκημα της κατοχής παιδικής πορνογραφίας και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο συνήγορος υπεράσπισης εστιάστηκε κυρίως στη φύση της αξιόποινης συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου τονίζοντας πως αυτή συνίσταται μόνο στην απλή κατοχή παιδικής πορνογραφίας, στο λευκό ποινικό μητρώο του και γενικά στο μεμονωμένο της αξιόποινης συμπεριφοράς του καθώς επίσης και στις συνέπειες που αυτή είχε στην προσωπική του ζωή. Κατέθεσε Ιατρική Έκθεση του Δρος Χρίστου Κυπριανού, Ψυχίατρου-Ψυχοθεραπευτή, ημ. 17.11.16, όσον αφορά τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και τη μετέπειτα συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. Σημειώνεται πως η εν λόγω Έκθεση έτυχε αμφισβήτησης από την Κατηγορούσα Αρχή με αποτέλεσμα τη διεξαγωγή (αντίστροφης) διαδικασίας Newton και την έκδοση σχετικής ενδιάμεσης απόφασης ημ. 14.12.
- Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση μας, δεχθήκαμε πως ο Δρ Κυπριανού παρακολουθεί τον Κατηγορούμενο από τον Μάιο του
- Αποτέλεσε διαπίστωση μας πως ο Δρ Κυπριανού δεν εξέφρασε μια ολοκληρωμένη και πλήρη επιστημονική διάγνωση αλλά απλώς μετέφερε την κλινική εικόνα του Κατηγορουμένου όπως ο ίδιος, ως ειδικός, τη διαπίστωσε. Με βάση αυτή την εικόνα ο Κατηγορούμενος πάσχει από χρόνια κατάθλιψη τουλάχιστον από το 2012, είχε ένα δύσκολο αναπτυξιακό ιστορικό με δυσχέρειες σε ό,τι αφορά τη διάβαση από τα ψυχοσυναισθηματικά στάδια της ανάπτυξης ενός ατόμου, είχε απογοητεύσεις από τις ενήλικες σχέσεις και ελλείμματα ως προς τη δημιουργία βασικής εμπιστοσύνης προς άλλα άτομα στη σύναψη σχέσεων, φοβόταν και δυσκολευόταν να μοιραστεί αισθήματα με άλλους ανθρώπους, είναι εσωστρεφής και κλεισμένος στον εαυτό του και έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση. Η θέση του Δρος Κυπριανού πως η κατάθλιψη ήταν η γενεσιουργός αιτία της ενασχόλησης του Κατηγορουμένου με την παιδική πορνογραφία, πως αυτός ξεκίνησε την ενασχόληση απλώς από περιέργεια στην αναζήτηση του προς την αθωότητα και πως η συνέχιση της ήταν πλέον καταναγκαστική και εθισμός, δεν έγινε δεκτή για τους λόγους που επεξηγήθηκαν αναλυτικά στην απόφαση μας. Θεωρήσαμε αυτονόητο βεβαίως πως τα προβλήματα του Κατηγορουμένου και οι ελλείψεις που αισθάνεται συνέβαλαν στην ενασχόληση του με την παιδική πορνογραφία. Δεχθήκαμε ακόμα πως ενώ δεν προηγήθηκαν φαντασιώσεις του Κατηγορουμένου με παιδιά, εντούτοις προφανώς ανέπτυξε τέτοιες σεξουαλικές φαντασιώσεις κατά την περίοδο ενασχόλησης του. Δεχθήκαμε επίσης πως ο Κατηγορούμενος ουδέποτε αισθάνθηκε προτίμηση ή ενδιαφέρον σε παιδιά, ουδέποτε αναζήτησε τη συντροφιά παιδιών σε χώρους συζητήσεων («chat rooms») και πως ουδέποτε επιδίωξε να δελεάσει ή έχει ανήθικη επαφή με παιδιά. Αποτέλεσε περαιτέρω εύρημα μας πως από την έναρξη της παρακολούθησης του και σύμφωνα με τον Δρα Κυπριανού, ο Κατηγορούμενος ένιωθε ενοχές, ήταν πλήρης τύψεων και τον προβλημάτιζε το πώς κατέληξε σε αυτή τη δραστηριότητα. Λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και ψυχοθεραπεία, είναι συνεργάσιμος και παρουσιάζει σημαντική βελτίωση στο καταθλιπτικό συναίσθημα επιδεικνύοντας θέληση να ξεπεράσει το πρόβλημα του. Για ό,τι ενδιαφέρει στην παρούσα υπόθεση, το αδίκημα της κατοχής παιδικής πορνογραφίας προνοείτο στο άρθρο 11
(1)(δ) του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας Θυμάτων Ν. 87(Ι)/07, για το οποίο προβλέπετο ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ.25.000 (€42.715) ή και οι δύο αυτές ποινές. Είναι καλώς γνωστή η αρχή ότι το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο αποτελεί τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής την οποία θα επιβάλει. Η παιδική πορνογραφία, ως εκ της φύσεως της, είναι ένα ιδιαίτερα σοβαρό φαινόμενο εφόσον έχει ως αντικείμενο της τα παιδιά τα οποία τυγχάνουν εκμετάλλευσης και ωθούνται στη συμμετοχή σε διάφορες μορφές πράξεων ερωτικού περιεχόμενου είτε με απλή απεικόνιση είτε με ενεργό συμμετοχή. Η αυτονόητη απαξία αδικημάτων αυτής της φύσης έγκειται προφανώς στο ότι σε τέτοιου είδους πράξεις εμπλέκονται όχι πρόσωπα τα οποία θα μπορούσαν λόγω ηλικίας να αποφασίσουν για τους εαυτούς τους, αλλά ανήλικοι οι οποίοι είναι εκ των πραγμάτων ευάλωτοι, εξ ου και κρίνεται τόσον από νομοθετικής όσο και από κοινωνικής άποψης ότι χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας. Και βεβαίως η παιδική πορνογραφία συντηρείται και ενθαρρύνεται ενόσω υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι επιθυμούν, επιχειρούν και επιτυγχάνουν πρόσβαση, κτήση, κατοχή, μετάδοση, διανομή κ.λπ. αυτής. Αν δεν υπήρχε τέτοια ζήτηση ή ανάγκη, αναμφίβολα αυτό το φαινόμενο θα εξέλιπε με την πάροδο του χρόνου. Αντ΄ αυτού δυστυχώς διαπιστώνουμε πως το αδίκημα αυτό εκλαμβάνει ολοένα και περισσότερο αυξητικές διαστάσεις σε διεθνές επίπεδο, με αποτέλεσμα την έκδοση Ευρωπαϊκών Αποφάσεων και τη συνομολόγηση Διεθνών Συμβάσεων που αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στην καταπολέμηση και εξάλειψη της παιδικής πορνογραφίας. Εξ ου και στο προοίμιο του Ν.87(Ι)/07 αναφέρεται πως αυτός θεσπίστηκε ακριβώς για σκοπούς εναρμόνισης με τις σχετικές Αποφάσεις Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις Συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών. Όπως τονίζεται στο προοίμιο της Απόφασης Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ε.Ε. 2004/68/JHA, η οποία αποτελεί μεταξύ άλλων τη βάση για τη θέσπιση του Ν.87(Ι)/07, η σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών και η παιδική πορνογραφία αποτελούν σοβαρές παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων και του βασικού δικαιώματος των παιδιών για μια αρμονική ανατροφή και ανάπτυξη. Οι εν λόγω Αποφάσεις Πλαίσιο και οι Συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών αντικαταστάθηκαν με άλλες πιο πρόσφατες ακριβώς λόγω της συνεχόμενης ραγδαίας αύξησης διεθνώς του φαινομένου της σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης ανηλίκων, καθώς επίσης της παιδικής πορνογραφίας. Έτσι εκδόθηκε η νέα Οδηγία 2011/92/ΕΕ του Συμβουλίου της Ε.Ε. και υπεγράφη η Διεθνής Σύμβαση των Ηνωμένων Εθών του Lanzarote ημ. 25.10.07, οι οποίες οδήγησαν και στη θέσπιση αυστηρότερου δικού μας Νόμου για τέτοιας φύσης αδικήματα, ήτοι του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Ν.91(Ι)/14. Αξίζει να σημειωθεί πως για το αδίκημα της κατοχής παιδικής πορνογραφίας εξακολουθεί να προβλέπεται ποινή φυλάκισης 10 ετών, ενώ για εξαναγκασμό συμμετοχής παιδιού σε παιδική πορνογραφία και για άλλα συναφή αδικήματα η προβλεπόμενη ποινή αυξήθηκε στα 25 έτη. Κρίνεται επίσης σκόπιμο να λεχθεί πως το 2001 υπεγράφη στη Βουδαπέστη η Σύμβαση κατά του Εγκλήματος μέσω του Διαδικτύου στην οποία προσχώρησε και η Κύπρος, οπότε ακολούθησε ο ομώνυμος Κυρωτικός Ν. 22(ΙΙΙ)/04. Σημειώνεται πως για το αδίκημα της κατοχής παιδικής πορνογραφίας - άρθρο 11
(1)(ε) - προβλέπεται η ίδια ποινή όπως και από τον προϊσχύσαντα Ν.87(Ι)/07επί του οποίου βεβαίως η παρούσα υπόθεση βασίζεται αποκλειστικά. Αυτή η αυξητική τάση δυστυχώς παρατηρείται και στην Κύπρο, κάτι το οποίο διαφαίνεται μέσα από τον αυξανόμενο αριθμό υποθέσεων που καταχωρούνται στα Δικαστήρια. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ασσιώτη
(2010)2 Α.Α.Δ. 67, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Οι προαναφερόμενοι νόμοι σαφώς στοχεύουν στην ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεθνή συνεργασία για την καταπολέμηση του ηλεκτρονικού εγκλήματος το οποίο, με ποικίλες επινοήσεις, προσλαμβάνει συνεχώς διαφορετικές μορφές, μια από τις οποίες, ίσως η χειρότερη, είναι η παιδική πορνογραφία και η διάδοσή της μέσω του διαδικτύου». Στην παρ. 93 του Explanatory Report to the Convention on Cybercrime, αναφέρεται: «. It is widely believed that such material and on-line practices, such as the exchange of ideas, fantasies and advice among paedophiles, play a role in supporting, encouraging or facilitating sexual offences against children.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Πιστεύεται ευρέως ότι τέτοιο υλικό και συμπεριφορές στο διαδίκτυο, όπως η ανταλλαγή ιδεών, φαντασιώσεων και συμβουλών μεταξύ παιδόφιλων, διαδραματίζουν κάποιο ρόλο στο να υποστηρίζουν, ενθαρρύνουν ή διευκολύνουν σεξουαλικά αδικήματα εις βάρος παιδιών.» Στην άκρως καθοδηγητική αγγλική απόφαση R. v. Oliver and others [2003] Cr. App. R. (S) 15 αναφέρονται τα εξής: «In that statutory context . ., it is worth pointing out that it is likely that the number of child pornography offences detected and prosecuted is only a small proportion of the real total. Furthermore, increased access to the internet has greatly exacerbated the problem in this area making pornographic images easily accessible and increasing the likelihood of such material being found accidentally by others who may subsequently become corrupted by it.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Μέσα σε αυτό το νομικό πλαίσιο . ..., αξίζει να σημειωθεί ότι είναι πιθανόν ο αριθμός των αδικημάτων της παιδικής πορνογραφίας τα οποία ανιχνεύονται και διώκονται να είναι μόνο ένα μικρό μέρος του πραγματικού συνόλου. Περαιτέρω η αυξημένη πρόσβαση στο διαδίκτυο έχει επιδεινώσει σε μεγάλο βαθμό το πρόβλημα σε αυτό τον τομέα, κάνοντας εύκολη την πρόσβαση σε πορνογραφικές εικόνες και αυξάνοντας την πιθανότητα τέτοιο υλικό να ανευρεθεί τυχαία από άλλους, οι οποίοι μπορούν στη συνέχεια να διαφθαρούν από αυτό.» Ο σκοπός του νόμου δεν είναι μόνο η προστασία από την εξαθλίωση των ίδιων των παιδόφιλων αλλά και η προστασία των ανήλικων παιδιών από τη χρησιμοποίησή τους ως αντικειμένων ηδονής. Η προστασία του νόμου επεκτείνεται τόσο στα ανήλικα παιδιά που εξαναγκάζονται να λαμβάνουν μέρος σε τέτοιες πράξεις όσο και σ' εκείνα που θα πέσουν θύματα των παιδόφιλων που βλέποντας αυτές τις εικόνες τους προκαλείται η διάθεση να ενοχλήσουν άλλα ανήλικα παιδιά. Η αναζήτηση και η κατοχή μέσω διαδικτύου τέτοιου πορνογραφικού υλικού αυξάνει τη ζήτηση για τέτοιο υλικό και έτσι ωθεί τους εμπνευστές τους σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων να συνεχίζουν αγέρωχοι το άκρως καταστροφικό τους έργο. Βλ. Explanatory Report to the Convention on Cybercrime, Conf. Cy. [2001] Exp. Mem. Σελ. 27, παρ. 98.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην προαναφερόμενη υπόθεση ο εφεσίβλητος παραδέχθηκε ενοχή σε 14 κατηγορίες για το αδίκημα της κατοχής παιδικής πορνογραφίας κατά παράβαση των Ν.22(ΙΙΙ)/04και 87(Ι)/07. Το υλικό ταξινομήθηκε πρωτοδίκως ως εξής: · 362 αρχεία εικόνων και 13 αρχεία ταινιών που απεικόνιζαν ερωτικές παραστάσεις ανηλίκων χωρίς σεξουαλική πράξη · 25 αρχεία εικόνων και 13 αρχεία ταινιών που απεικόνιζαν σεξουαλική ενέργεια μεταξύ ανηλίκων ή αυτοϊκανοποίηση ανηλίκου · 14 αρχεία εικόνων που απεικόνιζαν σεξουαλική ενέργεια χωρίς συνουσία μεταξύ ανηλίκου και ενήλικα · 104 αρχεία εικόνων και 5 αρχεία ταινιών που απεικόνιζαν σεξουαλική πράξη μεταξύ ανήλικου και ενήλικα σε συνουσία. Ο εφεσίβλητος, κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, ήταν 50 ετών, διαζευγμένος και πατέρας ενός παιδιού του οποίου είχε την αποκλειστική οικονομική στήριξη. Λόγω της ντροπής που αισθάνθηκε, παραιτήθηκε από τη διευθυντική θέση που κατείχε σε εταιρεία. Οδηγήθηκε σε συναισθηματική απομόνωση και η υγεία του ήταν σοβαρά κλονισμένη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εισήγηση του ότι η ενασχόληση του με το πορνογραφικό υλικό έγινε καθαρά από περιέργεια και συνεκτιμώντας τη συνεργασία του με την Αστυνομία, την άμεση παραδοχή του στην Αστυνομία και στο Δικαστήριο, το λευκό ποινικό μητρώο του, και τις προσωπικές και επαγγελματικές του συνθήκες, του επέβαλε χρηματική ποινή συνολικού ύψους €9.000. Σε έφεση για ανεπάρκεια της ποινής, το Εφετείο επισήμανε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος απέκτησε το πορνογραφικό υλικό δι΄ αγοράς μέσω διαδικτύου σε ημερομηνία πριν τη θέσπιση του Νόμου του 2004, δηλαδή πριν την ποινικοποίηση αυτής της πράξης. Αφού ανέφερε ότι η παράνομη κατοχή συνεχίστηκε και μετά τη θέσπιση του Νόμου, κατέληξε πως η όποια εξήγηση για τη συμπεριφορά του εφεσίβλητου θα αποτελούσε απλή εικασία, κάτι το οποίο δεν ήταν επιτρεπτό και έτσι θεώρησε αυτό το γεγονός ικανό από μόνο του να δικαιολογήσει τη μη διαφοροποίηση της ποινής προς το αυστηρότερο όπως ενδεχομένως θα έπραττε χωρίς αυτό το στοιχείο. Το Εφετείο σχολίασε και την προγενέστερη απόφαση επί του ίδιου αδικήματος Γενικός Εισαγγελέας v. Makamian
(2007)2 Α.Α.Δ. 405. Ειδικότερα ανέφερε τα εξής: «Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Makamian
(2007)2 Α.Α.Δ. 405 είχαν βρεθεί στην κατοχή του εφεσίβλητου 13 ψηφιακοί δίσκοι με φωτογραφίες και ταινίες μικρού μήκους παιδικής πορνογραφίας με πραγματικές απεικονίσεις παιδιών. Το περιεχόμενο του υλικού δεν είχε τεθεί ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου. Ο εφεσίβλητος παραδέχθηκε ενοχή και έγινε δεχτό ότι είχε το πορνογραφικό υλικό για δική του αποκλειστική χρήση χωρίς να είχε διαδοθεί περαιτέρω με οποιοδήποτε τρόπο. Η ποινή προστίμου των £1000 που επιβλήθηκε στον εφεσίβλητο επικυρώθηκε από το Εφετείο με την παρατήρηση ότι η εν λόγω ποινή βρισκόταν στο μεταίχμιο της επιείκειας και της έκδηλης ανεπάρκειας. Η προσέγγιση του Εφετείου στη Makamian, που ας σημειωθεί είναι η πρώτη υπόθεση της κυπριακής νομολογίας με αντικείμενο την παιδική πορνογραφία, αναδύεται από την πιο κάτω περικοπή της απόφασης: Στην υπό κρίση υπόθεση δεν τέθηκαν στοιχεία ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφορικά με το περιεχόμενο του πορνογραφικού υλικού έτσι ώστε να υπάρχει σαφής αντίληψη του επιπέδου της πορνογραφίας. Το δικαστήριο δεν είχε ενώπιον του επαρκή εικόνα αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Στην υπόθεση R. v. Oliver and Others [2003] 2 Cr. App. R. (S) 64 το αγγλικό εφετείο, υπό μορφή καθοδήγησης προς τα κατώτερα δικαστήρια, παρέθεσε σειρά κριτηρίων και παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής σε υποθέσεις παρόμοιας φύσης. Θεωρούμε πως εδώ η περίπτωση δεν είναι η πλέον κατάλληλη για την καταγραφή κατευθυντήριων γραμμών υπό μορφή καθοδήγησης προς τα δικά μας δικαστήρια. Καταλήξαμε σ' αυτό το συμπέρασμα γιατί δεν έχουμε σαφή εικόνα των γεγονότων που αφορούν άμεσα τη συγκεκριμένη υπόθεση. Θεωρούμε ωστόσο, πως η παραπομπή στο Explanatory Report to the Convention on Cybercrime και στην υπόθεση Oliver (ανωτέρω) θα είναι πάντοτε χρήσιμη, με τις ανάλογες προσαρμογές και με αναφορά στις ανάγκες της κάθε υπόθεσης.» Είναι σαφές πως η υπόθεση Makamian (ανωτέρω) δεν προσφέρει οποιαδήποτε δεσμευτική καθοδήγηση ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης τέτοιας φύσης αδικημάτων, λόγω της απουσίας του επακριβούς πεδίου γεγονότων της. Όμως το Εφετείο αναγνώρισε το Explanatory Report to the Convention on Cybercrime και την υπόθεση R. v. Oliver and Others
(2003)2 Cr. App. R. (S) 64 ως μια χρήσιμη και διαφωτιστική βάση αναλόγως πάντοτε με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Και στην Ασσιώτη (ανωτέρω) το Εφετείο αναγνώρισε πως η υπόθεση Oliver (ανωτέρω) είναι «άκρως καθοδηγητική». Επομένως το Εφετείο με συνέπεια και σαφήνεια παροτρύνει την άντληση καθοδήγησης από την εν λόγω Αγγλική υπόθεση. Στην υπόθεση Ασσιώτη το Εφετείο όντως έκρινε ότι η επιβληθείσα ποινή ήταν ανεπαρκής και πως δικαιολογείτο η αύξηση της, χωρίς αναφορά στο κατά πόσο η επιβολή αυστηρότερης ποινής συνεπάγετο μόνο αύξηση της χρηματικής ποινής ή διαφοροποίηση στο είδος αυτής, με την επιβολή ποινής φυλάκισης. Μια προσεκτική ανάγνωση της απόφασης καταδεικνύει πως από τη στιγμή εντοπισμού της παράλειψης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε εις βάθος με την επιβληθείσα ποινή παρά μόνο περιορίστηκε σε μια γενική αναφορά και διαπίστωση πως αυτή έπρεπε να ήταν αυστηρότερη. Δεν διαφεύγει την προσοχή μας πως στην πιο πρόσφατη υπόθεση Δημητρίου v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 363 η οποία αφορούσε μια κατηγορία για το αδίκημα της κατοχής παιδικής πορνογραφίας σε μέσον αποθήκευσης δεδομένων ηλεκτρονικού υπολογιστή, το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο μηνών η οποία όμως κατ΄ έφεση αντικαταστάθηκε με χρηματική ποινή €2000 λόγω σφάλματος στη διαδικασία που είχε ακολουθηθεί. Θεωρούμε πως ο λόγος διαφοροποίησης του είδους της ποινής σε εκείνη την περίπτωση ανάγεται αποκλειστικά και μόνο στην εκτροπή της διαδικασίας με αποτέλεσμα και πάλι αυτή η υπόθεση να μην θεωρείται ως αυθεντία ως προς το είδος της ποινής που επιβάλλεται σε τέτοιας φύσης αδικήματα. Τέλος η υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 197 αφορούσε κατηγορίες κατοχής παιδικής πορνογραφίας (δυνάμει του Ν.22(ΙΙΙ)/04) και σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων (συνισταμένης στην κατοχή παιδικής πορνογραφίας) δυνάμει του Ν.3(Ι)/00. Στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του εφεσείοντος εντοπίστηκαν συνολικά 31 φωτογραφίες οι οποίες περιείχαν πορνογραφικό υλικό. Κατόπιν καταδίκης το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης δύο μηνών στις κατηγορίες για σεξουαλική εκμετάλλευση ενώ δεν επιβλήθηκαν ποινές στην κατοχή λόγω του αυτή εμπεριέχετο στη σεξουαλική εκμετάλλευση. Ο εφεσείων καταχώρισε έφεση εναντίον τόσο της καταδίκης όσο και της ποινής. Λόγω του ότι μέχρι τον ορισμό της έφεσης η ποινή είχε εκτιθεί, η έφεση κατά της ποινής αποσύρθηκε ενώ επικυρώθηκε και η καταδίκη. Όσον αφορά πρωτόδικες αποφάσεις επί παρόμοιας φύσης αδικημάτων, η έρευνα μας ανέδειξε μια απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην υπόθεση υπ΄ αρ. 27822/14 ημ. 13.10.15, ως επίσης και μια Κακουργιοδικείου Λευκωσίας υπ΄ αρ. 9576/15 ημ. 3.11.15. Στις προαναφερόμενες υποθέσεις επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης, κυμαινόμενες μεταξύ 2 μηνών και 2 ετών. Επισημαίνεται ότι σε αυτές τις υποθέσεις πέραν των κατηγοριών για απλή κατοχή υπήρχαν και κατηγορίες για το αδίκημα της πρόσκλησης παιδιού με ηλεκτρονικό μέσο για συμμετοχή σε παιδική πορνογραφία. Για σκοπούς πληρότητας κρίνεται σκόπιμη και η αναφορά στην υπόθεση Κακουργιοδικείου Πάφου υπ΄ αρ. 9052/15 ημ. 27.9.16, η οποία αφορούσε τα αδικήματα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, άγρας παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς και απόπειρας άγρας παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς, κατά παράβαση του Ν.91(Ι)/04. Στην εν λόγω υπόθεση επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές 2,5 και 2 ετών, η έκτιση των οποίων ανεστάλη για περίοδο 3 ετών. Επίσης στην υπόθεση υπ΄ αρ. 23637/12 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημ. 15.7.13, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών με τριετή αναστολή. Αυτή αφορούσε μόνο το αδίκημα της πρόσκλησης παιδιού με ηλεκτρονικό μέσο για συμμετοχή σε παιδική πορνογραφία. Είναι προφανές ότι η σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν έχει θέσει ακόμα κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με τον τρόπο αντιμετώπισης τέτοιας φύσης αδικημάτων αλλά σαφώς παραπέμπει σε άντληση καθοδήγησης από το Explanatory Report to the Convention on Cybercrime και την υπόθεση Oliver (ανωτέρω). Πέραν των όσων αναφέρονται στην παρ. 93 του Explanatory Report to the Convention on Cybercrime, τα οποία εκτίθενται στο ανωτέρω απόσπασμα από την υπόθεση Ασσιώτη (ανωτέρω) κρίνουμε σκόπιμο να παραπέμψουμε επιπλέον στην παρ. 91 στην οποία αναφέρεται πως το σχετικό άρθρο 9 της Σύμβασης αναφορικά με την παιδική πορνογραφία αποσκοπεί στην ενίσχυση των προστατευτικών μέτρων για τα παιδιά, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας τους από την σεξουαλική εκμετάλλευση, μέσω του εκσυγχρονισμού των ποινικών νομοθετικών προνοιών ούτως ώστε να παρέχεται ένας πιο αποτελεσματικός έλεγχος της χρήσης των ηλεκτρονικών μέσων στη διάπραξη αδικημάτων εναντίον παιδιών. Κρίνεται επίσης σκόπιμη η παράθεση και του αρχικού μέρους της παρ. 93 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «This provision criminalises various aspects of the electronic production, possession and distribution of child pornography. Most States already criminalise the traditional production and physical distribution of child pornography, but with the ever-increasing use of the Internet as the primary instrument for trading such material, it was strongly felt that specific provisions in an international legal instrument were essential to combat this new form of sexual exploitation and endangerment of children.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Είναι γεγονός πως στην υπόθεση Oliver (ανωτέρω) το Εφετείο παρέθεσε υπό μορφή καθοδήγησης σειρά παραγόντων οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν κατά την επιβολή ποινής σε τέτοιες περιπτώσεις. Οι δύο βασικοί παράγοντες που καθορίζουν τη σοβαρότητα ενός αδικήματος είναι (
- i)η φύση του πορνογραφικού υλικού και (
- ii)η έκταση συμμετοχής και ανάμειξης του κατηγορουμένου με αυτό. Στην ίδια υπόθεση η δραστηριότητα η οποία απεικονίζεται στο υλικό - εικόνες κατηγοριοποιήθηκε σε πέντε επίπεδα με σειρά σοβαρότητας ως ακολούθως: 1) Ερωτικές παραστάσεις (πόζες) παιδιών χωρίς σεξουαλική δραστηριότητα 2) Σεξουαλική δραστηριότητα μεταξύ παιδιών ή αυνανισμός από παιδί 3) Σεξουαλική δραστηριότητα χωρίς διείσδυση μεταξύ ενηλίκων και παιδιών 4) Σεξουαλική δραστηριότητα με διείσδυση μεταξύ παιδιών και ενηλίκων 5) Σαδισμός ή κτηνοβασία. Σημειώνεται βεβαίως πως στην Αγγλία αυτή η κατηγοριοποίηση έχει πλέον αλλάξει και γίνεται σε τρία μόνο επίπεδα. Στην ίδια υπόθεση αναγνωρίζεται ακόμα πως η επιλογή του είδους ποινής, ήτοι φυλάκιση ή μη, είναι ιδιαίτερα δύσκολη σε τέτοιες περιπτώσεις. Το ακόλουθο απόσπασμα προσφέρει καθοδήγηση ως προς το κατάλληλο είδος της ποινής σε κάθε περίπτωση: «In our judgement, a fine will normally be appropriate in a case where the offender was merely in possession of material solely for his own use, including cases where material was down-loaded from the internet but was not further distributed, and either the material consisted entirely of pseudo-photographs, the making of which had involved no abuse or exploitation of children, or there was no more than a small quantity of material at Level 1.... .... ..a community sentence may be appropriate in a case where the offender was in possession of a large amount of material at Level 1 and / or no more than a small number of images at Level 2, provided the material had not been distributed or shown to others. For an offender with the necessary level of motivation and co-operation, the appropriate sentence will be a community rehabilitation order with a sex offender programme. . the custody threshold will usually be passed where any of the material has been shown or distributed to others, or, in cases of possession, where there is a large amount of material at Level 2, or a small amount at Level 3 or above. A custodial sentence of up to six months will generally be appropriate in a case where (
- a)the offender was in possession of a large amount of material at Level 2 or a small amount at Level 3; or (
- b)the offender has shown, distributed or exchanged indecent material at Level 1 or 2 on a limited scale, without financial gain. A custodial sentence of between six and twelve months will generally be appropriate for (
- a)showing or distributing a large number of images at Level 2 or 3; or (
- b)possessing a small number of images at Levels 4 or 5. .. The levels of sentence which we have indicated are appropriate for adult offenders after a contested trial and without . previous convictions.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η παρούσα υπόθεση αφορά μόνο το αδίκημα της κατοχής παιδικού πορνογραφικού υλικού. Ο εντοπισμός του λογισμικού προγράμματος άμεσης ανταλλαγής αρχείων (Peer to Peer) με την ονομασία Lemonwire προφανώς καταδεικνύει και συνδέεται με τον τρόπο πρόσβασης και κτήσης κατοχής του εν λόγω υλικού. Αναμφίβολα διαπιστώνεται μέσα από τα εκτεθέντα γεγονότα πως δεν πρόκειται για μια μεμονωμένη πράξη κτήσης όλων των αρχείων αυτών. Η αρχική πληροφορία αναφερόταν σε δραστηριότητα η οποία κάλυπτε το διάστημα μεταξύ Αυγούστου-Δεκεμβρίου 2013 αλλά και οι μεταγενέστερες εξετάσεις επιβεβαίωσαν ότι αρκετά αρχεία κατέχοντο για μεγάλο συνεχές χρονικό διάστημα όχι μόνον σε σταθερό ηλεκτρονικό υπολογιστή αλλά και σε φορητό. Είναι δεκτό, όπως άλλωστε υποδεικνύεται και στην Oliver, πως η απλή κατοχή η οποία δεν συνοδεύεται με επίδειξη (παρουσίαση) σε παιδιά ή με διανομή καθιστά το αδίκημα λιγότερο σοβαρό, υπό την έννοια ότι πέραν της ατομικής χρήσης υλικού το οποίο προφανώς έχει παραχθεί με την εκμετάλλευση αθώων παιδικών ψυχών και σωμάτων, δεν δίδεται συνέχεια, δηλαδή δεν χρησιμοποιείται αυτό το υλικό για την περαιτέρω εξαχρείωση παιδιών. Έχουμε όμως την άποψη πως από την άλλη πλευρά δεν πρέπει να υποτιμάται ή παραγνωρίζεται καθόλου το γεγονός πως πρόσωπα τα οποία αναζητούν στο διαδίκτυο και αποκτούν τέτοια αρχεία ενθαρρύνουν και προάγουν με αυτό τον τρόπο όσους φωτογραφίζουν, βιντεογραφούν και στη συνέχεια αναρτούν στο διαδίκτυο τέτοιου είδους πορνογραφικό υλικό, στο οποίο απεικονίζονται παιδιά. Με άλλα λόγια δεν παραγνωρίζουμε ότι ναι μεν κάποιοι άλλοι για δικούς τους διεστραμμένους λόγους αναρτούν τέτοιο υλικό που εκ της φύσεως της ως πράξη εμπεριέχει εκμετάλλευση παιδιών, πλην όμως και αυτοί που προβαίνουν σε κτήση και κατοχή τέτοιου υλικού θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως οι «χρήστες» του υλικού ή ως οι «πελάτες» των πιο πάνω, οι οποίοι με την εμπλοκή τους συμβάλλουν, σε όποιο μέτρο τους αναλογεί, στη διαιώνιση του ανήθικου και καταδικαστέου αυτού φαινομένου. Όπως έχουμε ήδη επισημάνει η αναζήτηση και συμβολή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στη διάδοση τέτοιου υλικού εκτρέφει και την παραγωγή του. Εντός των πιο πάνω παραμέτρων θεωρούμε πως το κύριο χαρακτηριστικό της παρούσας υπόθεσης είναι ο πολύ μεγάλος αριθμός αρχείων, το οποίο αναμφίβολα λειτουργεί ως επιβαρυντικό στοιχείο. Πρόκειται συνολικά για 2679 αρχεία στα οποία ο Κατηγορούμενος είχε πρόσβαση σε μια σχετικά μεγάλη χρονική περίοδο, ήτοι περίπου 15 μηνών. Παρέλκει βεβαίως να επισημανθεί, αυτό που προκύπτει μέσα από τα ίδια τα εκτεθέντα γεγονότα, πως στα διάφορα επίδικα αρχεία δεν απεικονίζεται ένα παιδί αλλά αριθμός διαφορετικών παιδιών, πράγμα το οποίο επίσης επιτείνει τη σοβαρότητα της περίπτωσης συγκριτικά με άλλες. Ο τόσο μεγάλος αριθμός αρχείων διακρίνει την υπό κρίση περίπτωση σαφώς από όλες τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του ίδιου αδικήματος. Υπενθυμίζουμε πως η Makamian αφορούσε 13 ψηφιακούς δίσκους χωρίς να δοθούν περαιτέρω στοιχεία, εξ ου και η σαφής αναφορά του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι χωρίς στοιχεία η εν λόγω υπόθεση δεν μπορούσε να αποτελεί καθοδήγηση. Η Χαραλάμπους αφορούσε μόνο 37 φωτογραφίες ενώ η Δημητρίου μόνο 4 αρχεία, μηδαμινός αριθμός σε σύγκριση με την παρούσα. Η Ασσιώτη αφορούσε συνολικά 536 αρχεία, εκ των οποίων τα 375 ενέπιπταν εντός του επιπέδου 1, τα 38 εντός του επιπέδου 2, τα 14 εντός του επιπέδου 3 και τα 109 εντός του επιπέδου 4. Αναμφίβολα αυτή η κατηγοριοποίηση, κατά τη δική μας άποψη, θα επέβαλλε την επιβολή ποινής φυλάκισης, ενόψει του μεγάλου αριθμού αρχείων εντός των κατηγοριών 2-4. Η υπόθεση υπ΄ αρ. 27822/14 Ε.Δ. Λευκωσίας αφορούσε συνολικά 142 αρχεία του επιπέδου 1-4. Μόνο η υπόθεση υπ΄ αρ. 9576/15 Κακουργιοδικείου Λευκωσίας αφορούσε επίσης μεγάλο αριθμό αρχείων (συνολικά 5,545), και συγκεκριμένα 3174 αρχεία του επιπέδου 1, 1297 αρχεία του επιπέδου 2, 716 αρχεία του επιπέδου 3 και 358 αρχεία του επιπέδου 4. Πέραν της τεράστιας ποσότητας αρχείων στην παρούσα υπόθεση λαμβάνουμε υπόψιν το γεγονός πως το μεγαλύτερο μέρος αυτών, ήτοι συνολικά 2656 αρχεία αφορούν το επίπεδο 1, ενώ 5 το επίπεδο 2, 13 το επίπεδο 3 και 5 το επίπεδο 4. Τονίζουμε βεβαίως πως όλα τα αρχεία απεικονίζουν υπαρκτά παιδιά και πως περιλαμβάνουν ένα τεράστιο αριθμό αρχείων του επιπέδου 1, και μικρότερο αριθμό αρχείων των επιπέδων 2-4. Όπως έχει αναφερθεί στην Oliver, ο μεγάλος αριθμός αρχείων αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα. Στην εν λόγω υπόθεση επισημαίνεται πως δεν είναι δυνατό να καθοριστεί με ακρίβεια τι συνιστά μεγάλο αριθμό αρχείων, πλην όμως θεωρούμε αυτονόητο πως η προκειμένη περίπτωση που δεν αφορά δεκάδες, ούτε καν εκατοντάδες αλλά χιλιάδες αρχείων εμπίπτει εντός αυτής της κατάταξης από πλευράς αριθμού και όγκου. Δεν διαφεύγει την προσοχή μας πως στην Oliver λέχθηκε πως οι υποδειχθείσες ποινές είναι κατάλληλες στις περιπτώσεις ενήλικων παραβατών μετά από ακρόαση και χωρίς προηγούμενες καταδίκες. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δήλωσε παραδοχή υπό τις συνθήκες που θα αναφερθούν αναλυτικά κατωτέρω, χωρίς βεβαίως η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Όμως θα πρέπει να τονισθεί η ρητή αναφορά στην ίδια υπόθεση πως οι πιο πάνω εισηγήσεις αποτελούν καθαρά κατευθυντήριες γραμμές προς υποβοήθηση αυτών που επιβάλλουν ποινή και δεν πρέπει να θεωρούνται ως άκαμπτοι και απόλυτοι κανόνες από τους οποίους δεν μπορούν να ξεφύγουν. Έτσι, σε αυτά τα πλαίσια θεωρούμε πως παρόλο που δεν έγινε ακρόαση της παρούσας υπόθεσης, το κυρίαρχο της στοιχείο είναι ο τεράστιος αριθμός των επίδικων αρχείων. Όσον αφορά τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων λαμβάνουμε υπόψιν τα ευρήματα μας, όπως αυτά εκτίθενται αναλυτικά στην ενδιάμεση απόφαση μας ημ. 14.12.16. Ειδικότερα λαμβάνουμε υπόψιν το γεγονός πως, με βάση την κλινική εικόνα του, ο Κατηγορούμενος πάσχει από χρόνια κατάθλιψη, τουλάχιστον από το 2012, και είχε ένα δύσκολο αναπτυξιακό ιστορικό με δυσχέρειες σε ό,τι αφορά τη διάβαση από τα ψυχοσυναισθηματικά στάδια της ανάπτυξης ενός ατόμου. Είχε απογοητεύσεις από τις ενήλικες σχέσεις και ελλείμματα ως προς τη δημιουργία βασικής εμπιστοσύνης προς άλλα άτομα στη σύναψη σχέσεων, φοβόταν και δυσκολευόταν να μοιραστεί αισθήματα με άλλους ανθρώπους, είναι εσωστρεφής και κλεισμένος στον εαυτό του και έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση. Αυτά τα προβλήματα του Κατηγορουμένου και οι ελλείψεις που παρατηρούνται ασφαλώς συνέβαλαν στην ενασχόληση του με την παιδική πορνογραφία, πλην όμως δεν αποτέλεσαν τη γενεσιουργό αιτία ούτε και τον οδήγησαν σε καταναγκασμό-εθισμό στη συνέχιση αυτής. Αντιθέτως, με βάση τα ευρήματα μας διαπιστώνεται πως ο Κατηγορούμενος είναι ένα άτομο με ψυχοσυναισθηματικές δυσκολίες και ελλείψεις, κυρίως στις σχέσεις του με ενήλικες κοπέλες, οι οποίες (ελλείψεις) συνέβαλαν στην αναζήτηση παιδικού πορνογραφικού υλικού και ως τέτοιο το συνεκτιμούμε. Σημαντικό επίσης είναι το γεγονός πως αυτή η αναζήτηση διήρκεσε για περίοδο ενάμιση έτους και ανακόπηκε βασικά κατόπιν εντοπισμού αυτού από την Αστυνομία. Μάλιστα, ενώ δεν προηγήθηκαν φαντασιώσεις του Κατηγορουμένου με παιδιά, λαμβάνουμε υπόψιν πως κατά την περίοδο ενασχόλησης του ανέπτυξε τέτοιες σεξουαλικές φαντασιώσεις οι οποίες σαφώς είναι παρεκκλίνουσες, ήτοι μη φυσιολογικές. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 382, «Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σε σοβαρά όμως αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. (Βλέπε: Alarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 11, Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 430, Κλεοβούλου, Αργυρού (πιο πάνω)).» Θετικό βεβαίως παραμένει το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος ουδέποτε αισθάνθηκε προτίμηση ή ενδιαφέρον σε παιδιά, ουδέποτε αναζήτησε τη συντροφιά παιδιών σε χώρους συζητήσεων («chat rooms») και πως ουδέποτε επιδίωξε να δελεάσει ή έχει ανήθικη επαφή με παιδιά. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και της ενδιάμεσης μας απόφασης, προκύπτει πως ο Κατηγορούμενος είναι 37 ετών και διαμένει με τους γονείς του. Έχει δύο μεγαλύτερα αδέλφια έγγαμα. Μετά την αποφοίτηση του από το Λύκειο, εργάζεται ανελλιπώς σε διάφορες ιδιωτικές εταιρείες. Τα τελευταία τρία χρόνια εργάζεται σε φαρμακευτική εταιρεία ως διανομέας. Οι σχέσεις του με την οικογένεια του είναι αρμονικές ενώ και στην εργασία του ουδέποτε παρουσίασε οποιοδήποτε πρόβλημα. Ο Κατηγορούμενος αισθάνεται στεναχώρια, τύψεις και ντροπή για τη διάπραξη των αδικημάτων, πράγμα που βεβαίως είναι απολύτως κατανοητό, αναμενόμενο και δικαιολογημένο. Απέκρυψε την υπόθεση από την οικογένεια του για να μην τους στεναχωρήσει και έχει τη στήριξη του πατέρα του σε αυτό. Δεχόμαστε ότι αυτό το συμβάν ήταν η αιτία της διάλυσης της σχέσης που είχε με κοπέλα, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζουμε τις γενικότερες δυσκολίες που είχε στη σύναψη σχέσεων. Μετά τη διάπραξη των αδικημάτων αποκλείστηκε από την όποια κοινωνική του ζωή, στοιχείο το οποίο συνυπολογίζουμε ως παρεμφερή συνέπεια της δικής του δράσης. Πριν περίπου 8 μήνες επισκέφθηκε τον Δρα Κυπριανού με έντονα αισθήματα τύψεων και ντροπής και έκτοτε λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και ψυχοθεραπεία, είναι συνεργάσιμος και παρουσιάζει σημαντική βελτίωση στο καταθλιπτικό συναίσθημα, επιδεικνύοντας θέληση να ξεπεράσει το πρόβλημα του. Λαμβάνουμε ακόμα υπόψιν πως ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, κάτι το οποίο αναμφίβολα αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα. Επιπλέον λαμβάνουμε υπόψιν τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων. Είναι γεγονός πως αυτά διαπράχθηκαν μεταξύ των ετών 2012 και
- Η υπόθεση καταχωρίστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για σκοπούς παραπομπής στο Κακουργιοδικείο στις 9.9.
- Όπως φαίνεται από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης, για την εξιχνίαση της παρούσας υπόθεσης χρειάστηκε αρκετό χρονικό διάστημα, κάτι το οποίο είναι κατανοητό και απολύτως φυσιολογικό λόγω της φύσης των αδικημάτων αλλά προφανώς και του αριθμού των αρχείων τα οποία λογικά έπρεπε να τύχουν εξέτασης. Εξ ου και ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς στις 26.11.
- Και η καταχώριση κάθε υπόθεσης αναμφίβολα χρήζει κάποιο χρόνο και διαδικασία, παρόλο που θεωρούμε πως το χρονικό διάστημα των 10 μηνών προς τούτο είναι κάπως μεγάλο. Θα έχουμε υπόψιν μας προς όφελος του Κατηγορουμένου πως θα μπορούσε να ολοκληρωθεί κάποιους μήνες νωρίτερα. Λαμβάνουμε υπόψιν πως κατά την έρευνα της Αστυνομίας στην οικία του Κατηγορουμένου στις 27.1.14 αυτός παραδέχθηκε αμέσως τη διάπραξη των αδικημάτων λέγοντας πως κατέβασε τα αρχεία από περιέργεια. Μεταγενέστερα όταν κατηγορήθηκε γραπτώς δήλωσε μη παραδοχή, απάντηση την οποία επανέλαβε και όταν κατηγορήθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου (υπό άλλη σύνθεση). Διευκρινίζεται πως ενώπιον του Κακουργιοδικείου (υπό άλλη σύνθεση) αρχικά ζήτησε δύο φορές χρόνο για απάντηση, δηλώνοντας στην πρώτη δικάσιμο (21.12.15) την πρόθεση υποβολής αιτήματος προς τον Γενικό Εισαγγελέα για συνοπτική εκδίκαση της υπόθεσης και στη δεύτερη (22.1.16) ότι ανέμενε απάντηση στο εν λόγω αίτημα. Στην επόμενη δικάσιμο (4.2.16) δήλωσε μη παραδοχή, οπότε η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 9.5.
- Είχε ήδη καταχωρίσει αίτηση για προνομιακό ένταλμα (certiorari) για την ολοκλήρωση της οποίας ζήτησε εκ νέου αναβολή από το Κακουργιοδικείο και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 26.9.16 και ακολούθως, κατόπιν και πάλι αιτήματος της υπεράσπισης, στις 30.9.
- Μετά την έκδοση της απόφασης στην υπόθεση Ευάγγελου Λοϊζά και Γεώργιου Κωνσταντίνου, Πολ. Εφέσεις 24-16/15, ημ. 6.7.16, εναντίον των πρωτόδικων αποφάσεων σε αιτήσεις certiorari (μεταξύ των οποίων και η δική του) με τις οποίες δεν ακυρώθηκαν τα διατάγματα αποκάλυψης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων και τα εντάλματα έρευνας και σύλληψης των εφεσειόντων, στις 30.9.16 ο Κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση στης κατηγορίες και δήλωσε παραδοχή. Η λήψη νομικών μέτρων ήταν βεβαίως απόλυτο του δικαίωμα, πλην όμως διαφαίνεται πως πέραν της παρατηρηθείσας μικρής καθυστέρησης στην καταχώριση της υπόθεσης, η καθυστέρηση μέχρι το στάδιο παραδοχής του και επιβολής ποινής οφείλεται στον ίδιο και τις δικές του ενέργειες και εν πάση περιπτώσει οι αναβολές δόθηκαν προς διευκόλυνση του ιδίου. Ακόμα και αργότερα ζητήθηκε δύο φορές αναβολή (31.10.16 και 14.11.16) για την προετοιμασία της υπεράσπισης να αγορεύσει προς μετριασμό της ποινής και να παρουσιάσει την Ιατρική Έκθεση του Δρος Κυπριανού. Ως εκ τούτου η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της παρούσας διαδικασίας και κυρίως το μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή οφείλεται κυρίως στις δικές του ενέργειες και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να αποδοθεί είτε στις Εισαγγελικές Αρχές είτε στο Δικαστήριο. Βεβαίως ο απαιτηθείς συνολικός χρόνος πάντοτε συνεκτιμάται και υπ΄ αυτή την έννοια έχουμε υπόψιν ότι καλούμαστε να επιβάλουμε ποινή για αδικήματα των ετών 2012-2014, τονίζοντας και εδώ ξανά πως πρόκειται για διαρκή αδικήματα κατοχής. Έχει δε τη σημασία του πως κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα ο Κατηγορούμενος δεν επέδειξε παρόμοια ή άλλη παραβατική συμπεριφορά αλλά αντιθέτως αποτάθηκε σε ειδικό. Τούτου λεχθέντος, οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως παρόλες τις αναφερθείσες τύψεις και ενοχές του για την παρούσα υπόθεση εντούτοις δεν αποτάθηκε αμέσως σε ειδικό αλλά πήγε τελικώς σε αυτόν περί τον Μάιο του 2016, ήτοι σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά. Αυτό το στοιχείο έχει κάποια σημασία υπό την έννοια ότι ο Κατηγορούμενος δεν είναι άτομο που συνειδητοποίησε εξαρχής το σφάλμα του, παραμένοντας σταθερός στην αρχική παραδοχή του και αποτεινόμενος αμέσως σε ειδικό προς αντιμετώπιση του προβλήματος του και αυτής της παρέκκλισης από τη φυσιολογική συμπεριφορά του. Όπως λέχθηκε και πάλι στην υπόθεση Oliver «So far as mitigation is concerned, .. some, but not much weight should be attached to good character. A plea of guilty . is a statutory mitigating factor. The extent of the sentencing discount to be allowed for a plea of guilty will vary according to the time and the circumstances of the plea. The sooner it is tendered, the greater likely to be the discount.» Αναμφίβολα όμως η παραδοχή του Κατηγορουμένου η οποία έγινε πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα ο οποίος δικαιολογεί έκπτωση στην ποινή δεδομένου ότι εν τέλει ούτως ή άλλως διέσωσε πολύτιμο δικαστικό χρόνο και έξοδα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Ανδρέου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. αρ. 163/15, ημ. 11.7.16. Τέλος, λαμβάνουμε υπόψιν τα θετικά αποτελέσματα της θεραπείας της οποίας ο Κατηγορούμενος τυγχάνει και τη θέληση που επιδεικνύει να αντιμετωπίσει ριζικά και αποτελεσματικά το πρόβλημα του. Ακόμα έχουμε υπόψιν τις αναφορές του Δρος Κυπριανού στην Έκθεση του αναφορικά με τις ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες στην προσωπική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή του Κατηγορουμένου σε περίπτωση επιβολής στερητικής της ελευθερίας ποινής, πλην όμως επισημαίνουμε πως αυτές είναι οι συνήθεις συνέπειες σε οποιονδήποτε φυλακισθεί. Ιδιαίτερα, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ορθή η επιβολή ποινής φυλάκισης, όσον αφορά τη θεραπεία στην οποία υποβάλλεται ο Κατηγορούμενος τονίζουμε πως αποτελεί υποχρέωση της Διεύθυνσης των Κεντρικών Φυλακών να του παρέχει κάθε αναγκαία ιατρική αγωγή και φροντίδα για τη διασφάλιση συνέχισης τόσο της φαρμακευτικής αγωγής όσο και της ψυχοθεραπείας, σύμφωνα με τις υφιστάμενες πρόνοιες του Νόμου και των Κανονισμών περί Φυλακών οι οποίες προβλέπουν ρητώς για τέτοιες περιπτώσεις. Στην υπόθεση Oliver γίνεται αναφορά στους πιθανούς τρόπους αντιμετώπισης παραβατών για τέτοιας φύσης αδικήματα, και ειδικότερα όσον αφορά το είδος της κατάλληλης ποινής. Παραπέμπουμε στο ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα: «We agree with the Panel that the choice between a custodial and non-custodial sentence is particularly difficult. On the one hand, there is considerable pressure, demonstrated by Parliament increasing the maximum permissible sentence to mark society's abhorrence of child abuse and child pornography by the use of custody. On the other hand, there is evidence that sex offender treatment programmes can be effective in controlling offenders' behaviour and thus preventing the commission of further offences. We agree with the Panel's recommendation that, in any case which is close to the custody threshold, the offender's suitability for treatment should be assessed with a view to imposing a community rehabilitation order with a requirement to attend a sex offender treatment programme. We also agree with the Panel that the appropriate sentence should not be determined by the availability of additional orders, or by the availability of treatment programmes for offenders in custody.» Στην υπό κρίση περίπτωση έχουμε ήδη προβεί σε εύρημα πως η διάπραξη των αδικημάτων δεν συναρτάται αποκλειστικά με την κατάθλιψη του Κατηγορουμένου. Έτσι παρόλο που η όποια επιτυχής αντιμετώπιση του προβλήματος του Κατηγορουμένου εύλογα αναμένεται να έχει θετικό αντίκτυπο στην όλη συμπεριφορά του, εντούτοις αδυνατούμε να προβούμε σε εύρημα πως αυτή αφ΄ εαυτής αναπόδραστα θα οδηγήσει στην εξάλειψη της πιθανότητας καταφυγής στην παιδική πορνογραφία και τούτο υπό την έννοια ότι η θεραπεία του Κατηγορουμένου δεν είναι εξειδικευμένη θεραπεία για την αντιμετώπιση αυτής της πτυχής της συμπεριφοράς του. Πριν την κατάληξη μας επιθυμούμε να σχολιάσουμε την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης πως θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν πως κυρίαρχος στόχος σε τέτοιας φύσης αδικήματα είναι η πρόληψη. Αναμφίβολα αυτή η διαπίστωση είναι ορθή όμως θεωρούμε πως αυτό το στοιχείο, ήτοι η μη αποτελεσματική πρόληψη ή η παράλειψη άλλων προς έγκαιρη διαπίστωση και πάταξη τέτοιων αξιόποινων ενεργειών, δεν δύναται υπό τις περιστάσεις της παρούσας να επενεργήσει ως ελαφρυντικός παράγων υπέρ του Κατηγορουμένου. Εν πάση δε περιπτώσει δεν πρέπει να λησμονείται πως και η ποινή που επιβάλλεται από Δικαστήριο σχετίζεται και εξυπηρετεί και τους στόχους της γενικής και ειδικής πρόληψης των αδικημάτων. Όπως έχει ήδη λεχθεί, ο ρόλος του Δικαστηρίου κατά την επιβολή ποινής είναι πάντοτε σοβαρός και το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει με προσοχή όλους τους σχετικούς παράγοντες κάθε υπόθεσης πριν καταλήξει στο κατάλληλο είδος και στην έκταση της ποινής. Θεωρούμε πως το βασικό στοιχείο που προέχει σε τέτοιας φύσης αδικήματα είναι η προστασία και το συμφέρον των παιδιών. Συνεκτιμώντας όλα τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, ειδικότερα αφενός τη σοβαρότητα των αδικημάτων, τις συνθήκες διάπραξης τους και τους επιβαρυντικούς παράγοντες, κυρίως τον πολύ μεγάλο αριθμό αρχείων και τη φύση τους, και αφετέρου όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες, καταλήγουμε πως η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Διευκρινίζουμε ότι οι ελαφρυντικοί παράγοντες που εκτίθενται ανωτέρω δεν είναι ικανοί να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής όμως θα αντανακλούνται στην έκταση αυτής. Ως εκ τούτου στον Κατηγορούμενο επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην κατηγορία 1 ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Στην κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Ενόψει του ύψους της επιβληθείσας ποινής επιβάλλεται η εξέταση του κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της άμεσης έκτισης της, ως ήταν και η εισήγηση της υπεράσπισης. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του περί της Υφ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72 με τον τροποποιητικό Ν.186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου.» Χρήσιμη καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου προσφέρουν οι υποθέσεις Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπ' όψιν το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην υπόθεση Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, λέχθηκε πως το βασικό ερώτημα ήταν κατά πόσο οι προσωπικές περιστάσεις ήταν τέτοιες που ισοζυγίζοντας τις θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει και όπως έχει λεχθεί: «Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε κατ΄ έφεσιν πως η επιείκεια του Δικαστηρίου για βαριά σωματική βλάβη με πυροβολισμούς είχε εξαντληθεί στο ύψος της επιβληθείσας ποινής, τυχόν δε αναστολή θα έδιδε λανθασμένα μηνύματα για αυτού του είδους τη συμπεριφορά. Η πιο πρόσφατη υπόθεση Αργυρίδης κ.ά v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449 περιέχει το ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα: «Η καταλληλότητα της περίπτωσης εξετάζεται πρώτα βεβαίως σε συνάρτηση με το αν η ποινή εμπίπτει στα πλαίσια που ο Νόμος ορίζει, και σαφώς οι ποινές αυτές εμπίπτουν στα πλαίσια εκείνα ώστε να μπορούσε να είχε δοθεί η αναστολή αν ήταν πρέπουσα περίπτωση. Το Δικαστήριο φαίνεται όμως να περιόρισε εαυτό στο αποτρεπτικό, όπως το ίδιο ανέφερε, της ποινής που θα έπρεπε να επιβληθεί, επεκτείνοντας αυτό και στο γεγονός της αναστολής. Πέραν τούτου, περιόρισε εαυτό και όσον αφορά τη σημασία των ελαφρυντικών παραγόντων, και δη του νεαρού της ηλικίας, του λευκού ποινικού μητρώου και της δεδομένης, όπως το ίδιο διαπίστωσε, έμπρακτης μεταμέλειας. Θεώρησε δηλαδή ότι αυτοί οι παράγοντες ναι μεν είχαν σημασία ως προς τον καθορισμό της έκτασης της ποινής φυλάκισης αλλά δεν μπορούσαν να αλλάξουν τα δεδομένα της υπόθεσης στα πλαίσια της εξέτασης του θέματος αναστολής. Όμως ο ίδιος ο Νόμος του 2003, τροποποιώντας τον παλαιό Νόμο, αλλά και επιφέροντας ουσιαστικά αλλαγή στην καθιερωθείσα νομολογία η οποία έχει βασιστεί στον παλαιότερο Νόμο, θέλησε να εκφράσει τη θέση του Νομοθέτη ότι τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπ' όψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή.» Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνουμε υπόψιν τη σοβαρότητα των συνθηκών διάπραξης των αδικημάτων, και ειδικότερα τη μεγάλη χρονική περίοδο διάπραξης, τον ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό αρχείων που βρέθηκαν στην κατοχή του Κατηγορουμένου και το περιεχόμενο αυτών. Επίσης λαμβάνουμε υπόψιν το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου και την παραδοχή του στο στάδιο που αυτή έγινε, τη μεταμέλεια που ο ίδιος εκφράζει και τη ντροπή και τις τύψεις που αισθάνεται για τη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων. Επίσης λαμβάνουμε υπόψιν τις προσωπικές του συνθήκες, όπως αυτές αναλύονται εκτενώς ανωτέρω. Σε αυτό το πλαίσιο συνεκτιμούμε πως ο Κατηγορούμενος πάσχει από κατάθλιψη όχι ως μια επιστημονικά τεκμηριωμένη διάγνωση αλλά ως η κλινική εικόνα του όπως διαπιστώθηκε από τον Δρα Κυπριανού. Λαμβάνουμε επίσης υπόψιν πως η κατάθλιψη δεν αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία για την ενασχόληση του Κατηγορουμένου με την παιδική πορνογραφία και πως αυτός αποτάθηκε σε ειδικό σχετικά πρόσφατα και δη τον Μάιο του 2016 γι΄ αυτό το θέμα. Λαμβάνουμε ακόμα υπόψιν τα θετικά αποτελέσματα της θεραπείας του Κατηγορουμένου και τις συνέπειες που άμεση φυλάκιση ενδεχομένως να έχει σε αυτή. Ακόμα δεν μας διαφεύγει πως η υπό κρίση αξιόποινη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου του κόστισε τον τερματισμό της σχέσης του. Θεωρούμε πως οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, στο σύνολο τους, δεν είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Λεωνίδου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663, «Η τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας . ασφαλώς αποδεσμεύει το δικαστήριο από τους περιορισμούς της προηγούμενης νομοθεσίας και νομολογίας αλλά δεν συνεπάγεται ευχέρεια παροχής αναστολής, προκειμένου ομολογουμένως για αδίκημα μέτριας σοβαρότητας, οποτεδήποτε συντρέχουν παράγοντες όπως η έλλειψη προηγούμενων καταδικών και ενδείξεις μεταμέλειας σε συνδυασμό με επιπτώσεις στην οικογενειακή ή άλλη πτυχή της ζωής του παραβάτη. Αν και στην κατάλληλη περίπτωση η αναστολή θα ήταν ενδεικνυόμενη αναλόγως του συνόλου των παραγόντων αυτών και άλλων .» Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Κυπριανού v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 28/
- ημ. 24.2.
- Καταληκτικά, η φύση και η σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, η ανάγκη για αποτροπή και οι προσωπικές του συνθήκες δεν είναι τέτοιες που να συνηγορούν υπέρ της αναστολής έκτισης της ποινής. Όσον αφορά τα Τεκμήρια, αυτά να επιστραφούν στον Κατηγορούμενο αφού διαγραφεί φροντίδι της Αστυνομίας το πορνογραφικό υλικό που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης. (Υπ.) .... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ). .... Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο