Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Νεόφυτου Γλυκερίου κ.α., Υποθ. αρ.: 9336/16, 31/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2017:5 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Υποθ. αρ.: 9336/16 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v.
- Νεόφυτου Γλυκερίου
- Σωκράτη Αγγελή Κατηγορουμένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31 Ιανουαρίου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Παπαλοΐζου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Η. Στεφάνου με κ. Α. Χρίστου Κατηγορούμενος 2 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (Απόφαση Πλειοψηφίας) Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από κοινού τις κατηγορίες 1-3 ως εξής: 1) Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, και συγκεκριμένα 3 κιλών και 991,9 γρ. κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη (κατηγορία 1), 2) Κατοχή του εν λόγω ελεγχόμενου φαρμάκου (κατηγορία 2) και 3) Κατοχή αυτού με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία 3). Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει επίσης την κατηγορία 4 η οποία αφορά το αδίκημα της προμήθειας του ίδιου ελεγχόμενου φαρμάκου στον Κατηγορούμενο
- Ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει και την κατηγορία 5 για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ήτοι της παράνομης κατοχής του χρηματικού ποσού των €940 ενώ γνώριζε πως αυτό αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα. Όλα τα αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν την 1.6.
- Ενόψει του ότι ο Κατηγορούμενος 2 δήλωσε μη παραδοχή η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση για τον ίδιο. Ι. Μαρτυρία Στα πλαίσια της ακρόασης της υπόθεσης πέραν των παραδεκτών γεγονότων τα οποία δηλώθηκαν, για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσαν προφορικά συνολικά πέντε μάρτυρες. Ο πρώτος μάρτυρας ήταν ο Λοχ. 2748 Νεόφυτος Νεοφύτου (M.K.1) της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών (ΥΠ.ΕΓ.Ε) ο οποίος ετοίμασε και κατέθεσε Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με τη λήψη αποτυπωμάτων που ανευρέθηκαν σε τεκμήρια της υπόθεσης. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Αστ. 3539 Ανδρέας Ιακώβου της Υ.ΚΑ.Ν. ο οποίος αναφέρθηκε στη συμμετοχή του στο αρχικό στάδιο της παρακολούθησης οχήματος το οποίο εμπλέκετο στην παραλαβή και διακίνηση ναρκωτικών. Ο τρίτος μάρτυρας, ήτοι ο Λοχ. 2626 Κωνσταντίνος Παναγιώτου (Μ.Κ.3) του Τμήματος Επιχειρήσεων της Υ.ΚΑ.Ν., ανέφερε πως συνέχισε την παρακολούθηση μέχρι και την ανακοπή του εν λόγω οχήματος και τον εντοπισμό των ναρκωτικών εντός αυτού. Ο Αστ. 3867 Σώζος Σώζου (Μ.Κ.4) της Υ.ΚΑ.Ν., εξεταστής της υπόθεσης, κατέθεσε αναφορικά με τις συνθήκες σύλληψης του Κατηγορουμένου 2 και έδωσε κάποια επιπρόσθετα στοιχεία αναφορικά με ανευρεθέντα τεκμήρια της υπόθεσης. Τέλος, ο Αστ. 3031 Χρίστος Χριστοφόρου (Μ.Κ.5) της Υ.ΚΑ.Ν. κατέθεσε για τις δικές του ενέργειες ως μέλος της ομάδας παρακολούθησης του οχήματος από κάποιο σημείο και μετά μέχρι την ανακοπή του. Αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 2 και τον κάλεσε σε απολογία, αυτός άσκησε το δικαίωμα της σιωπής και επέλεξε να μην προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία παρά μόνο δηλώθηκε ακόμα ένα παραδεκτό γεγονός. ΙΙ. Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, τα παραδεκτά γεγονότα αφορούν διάφορες πτυχές των γεγονότων της υπόθεσης. Όσον δε αφορά τους κληθέντες μάρτυρες, επισημαίνουμε εξαρχής πως η μαρτυρία κάποιων εξ αυτών, ήτοι των Μ.Κ.1 και 4, είτε παρέμεινε αδιαμφισβήτητη είτε αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών και έτσι γίνεται αποδεκτή. Οι υπόλοιποι μάρτυρες υιοθέτησαν τις καταθέσεις τους ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους, τα περιεχόμενα των οποίων είτε αποτέλεσαν μέρος των παραδεκτών γεγονότων είτε δεν έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Έτσι η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους περιορίζεται ουσιαστικά στην προφορική τους μαρτυρία. Ως εκ τούτου θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε με χρονολογική σειρά τα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία και καθίστανται ευρήματα μας, και εκεί όπου χρειάζεται να παρεμβάλλεται η σχετική προφορική μαρτυρία η οποία θα τύχει αξιολόγησης για σκοπούς εξαγωγής των ανάλογων επιπρόσθετων ευρημάτων μας. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως την 1.6.16, κατόπιν πληροφορίας ότι τρίτο συγκεκριμένο πρόσωπο (εφεξής «ο Γ») θα παραλάμβανε μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών για να τη μεταφέρει στα Λύμπια, μέλη της Αστυνομίας μετέβησαν στο χωριό Λύμπια και έθεσαν τη σχετική περιοχή υπό παρακολούθηση. Ουσιαστικά δεν υπάρχει διαφωνία μεταξύ των δύο πλευρών ως προς τον ευρύτερο χώρο όπου εκτυλίχθηκαν τα ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα. Ολόκληρη η περιοχή που ενδιαφέρει απεικονίζεται πανοραμικά στις δορυφορικές φωτογραφίες Τεκμήρια 13Α και 13Β και ειδικότερες λεπτομέρειες των εμπλεκόμενων δρόμων, κόμβων, πεζοδρομίων ή οικοδομών παρέχονται μέσα και από άλλη αξιόπιστη προφορική μαρτυρία όπως των μελών της Υ.ΚΑ.Ν. που έλαβαν μέρος στην επιχείρηση, καθώς και μέσα από έγγραφη μαρτυρία, όπως ο ψηφιακός δίσκος (CD) με καταγραφές από κλειστό κύκλωμα καταστήματος. Συγκεκριμένα ο Μ.Κ.3, κατά την προφορική του μαρτυρία, αφού εκτύπωσε από τον διαδικτυακό ιστότοπο Google, κατέθεσε τις δύο φωτογραφίες, Τεκμήρια 13Α και 13Β, οι οποίες απεικονίζουν τον κυκλικό κόμβο των Λυμπιών. Στο Τεκμήριο 13Β απεικονίζεται η κάτοψη του κυκλικού κόμβου. Όπως φαίνεται και στη φωτογραφία, ο κόμβος έχει συνολικά τέσσερις εξόδους. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.3, ο δρόμος αριστερά οδηγεί προς το Δάλι, ο δρόμος πάνω οδηγεί προς τα Λύμπια, ο δρόμος δεξιά οδηγεί προς Αθηαίνου και ο δρόμος κάτω οδηγεί από τα Λύμπια στην έξοδο προς τον αυτοκινητόδρομο και περνά κάτω από την αερογέφυρα η οποία απεικονίζεται στη φωτογραφία Τεκμήριο 13Α. Αυτή η περιγραφή του μάρτυρος και το ότι έτσι ακριβώς είναι η επιτόπου κατάσταση ουδόλως αμφισβητήθηκε και έτσι γίνεται δεκτή ως μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Με βάση το περιεχόμενο του CD, για το οποίο γίνεται εκτενής αναφορά κατωτέρω, ο δρόμος με κατεύθυνση από τα Λύμπια προς τον κυκλικό κόμβο Λυμπιών έχει σε κάποιο σημείο (πριν τον κυκλικό κόμβο) ελαφρά δεξιά καμπή. Στο τέλος της δεξιάς καμπής ο δρόμος γίνεται ευθύς και εκεί αρχίζει και συνεχίζεται μια σειρά από καταστήματα στα αριστερά. Πριν τα καταστήματα, υπάρχει ένας κενός χώρος ο οποίος επιτρέπει την πρόσβαση σε πεζό σε σημείο πίσω από αυτά τα κτίρια έτσι ώστε από την πλευρά της κάμερας να χάνεται η ορατότητα προς τον πεζό που κινείται προς τα εκεί καθότι από κάποιο σημείο και μετά η ορατότητα εμποδίζεται από τα ίδια τα κτίρια. Είναι επίσης παραδεκτό πως γύρω στις 15:00 εντοπίστηκε το όχημα μάρκας Suzuki Swift, χρώματος μαύρου, με αρ. εγγραφής KTG 676 (εφεξής «το KTG»), με οδηγό τον Γ στον κυκλικό κόμβο Λυμπιών, κατευθυνόμενο προς τα Λύμπια και ο Μ.Κ.2, ο οποίος βρισκόταν στην περιοχή, το έθεσε υπό παρακολούθηση. Ειδικότερα, ο Μ.Κ.2 ακολούθησε το KTG προς τα Λύμπια όπου το είδε να «κάνει συνάντηση» με δεύτερο όχημα. Δεχόμαστε την αδιαμφισβήτητη θέση του Μ.Κ.2 πως η «συνάντηση» αυτή συνίστατο στο ότι τα δύο οχήματα βρέθηκαν δίπλα το ένα από το άλλο με τις πόρτες των οδηγών δίπλα-δίπλα και πως αυτή, καθώς και η συνομιλία ή έστω κάποιου είδους συνεννόηση μεταξύ των δύο οδηγών, διήρκεσε λίγα δευτερόλεπτα. Είναι παραδεκτό πως ενώ ο Μ.Κ.2 προσέγγιζε το σημείο συνάντησης των δύο προσώπων τα οχήματα αυτά ξεκίνησαν να κατευθύνονται προς το μέρος του. Προκύπτει επίσης πως όταν το δεύτερο όχημα πέρασε από δίπλα του ο Μ.Κ.2 είδε τους αρ. εγγραφής του που ήταν KJK 862 (εφεξής «το KJK») και αναγνώρισε τον οδηγό του ως τον Κατηγορούμενο 2, από το χωριό Εργάτες, ο οποίος ήταν γνωστός στην Υπηρεσία και στον ίδιο. Αφού ακολούθως και το KTG πέρασε από δίπλα του, ο Μ.Κ.2 έκανε επαναστροφή και ακολούθησε τα δύο οχήματα προς τον κυκλικό κόμβο (Λυμπιών). Ενώ προσέγγιζαν τον κυκλικό κόμβο, το KJK στάθμευσε έξω από τα παρακείμενα καταστήματα στην πλευρά του και την ίδια στιγμή ο Κατηγορούμενος 2 κατέβηκε από το όχημα του και επιβιβάστηκε ως συνοδηγός στο KTG, το οποίο συνέχισε την πορεία του προς τον κυκλικό κόμβο Λυμπιών και μέσω αυτού μετά κατευθύνθηκε προς το Δάλι. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση του Μ.Κ.2 συνάγεται πως η απόσταση από το σημείο όπου στάθμευσε ο Κατηγορούμενος 2 μέχρι τον κυκλικό κόμβο είναι 50-70 μ. Αποτελεί περαιτέρω παραδεκτό γεγονός πως το σημείο όπου βρίσκονταν τα καταστήματα και η σκηνή κατά την είσοδο του Κατηγορουμένου 2 στο KTG καταγράφηκαν από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, το οποίο είναι εγκατεστημένο στο παρακείμενο κρεοπωλείο «Δημήτρης» στα Λύμπια. Το εν λόγω κύκλωμα είναι συνδεδεμένο με σύστημα DVR το οποίο κατέγραφε επί 24ώρου βάσεως. Αυτό εγκαταστάθηκε από τον Μανώλη Μανώλη, ο οποίος με ορθή και ενδεδειγμένη μέθοδο στις 9.6.16 μετέγραψε σε CD όλα τα δεδομένα που καταγράφηκαν από το εν λόγω κλειστό κύκλωμα κατά την 1.6.16 μεταξύ των ωρών 14:50-15:10 και το παρέδωσε στον Μ.Κ.
- Ο τελευταίος το παρέδωσε στο Εργαστήριο Φωτογραφίας, Εικόνας και Γραφικών της ΥΠ.ΕΓ.Ε. όπου του δόθηκε το διακριτικό E.P.
- Με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή ετοιμάστηκαν πιστά αντίγραφα. Η σχετική Έκθεση του Εργαστηρίου ημ. 17.6.16 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8 και πιστό αντίγραφο του CD ως Τεκμήριο
- Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός πως το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης λειτουργούσε και κατέγραφε κανονικά. Είναι κατά τον ίδιο τρόπο δεκτό πως η αναγραφείσα σε αυτό ημερομηνία είναι ορθή ενώ η ώρα έχει απόκλιση μια ώρα προς τα πίσω, δηλαδή η ώρα που καταγράφεται σε αυτό είναι μια ώρα πίσω από την πραγματική ώρα κατά την οποίαν διαδραματίστηκαν τα καταγραφόμενα. Το Τεκμήριο 9 προβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ο Μ.Κ.2 κλήθηκε να αναγνωρίσει τον χώρο, οχήματα και πρόσωπα που απεικονίζονται εντός αυτού. Πριν την παράθεση και αξιολόγηση αυτού του μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρος, κρίνεται σκόπιμο να αναφέρουμε πως το Τεκμήριο 9 αποτελεί πραγματική μαρτυρία η ακρίβεια και αλήθεια της οποίας αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να το παρακολουθήσει και το ίδιο το Δικαστήριο για να συναγάγει τα δικά του ευρήματα και συμπεράσματα σε σχέση με τα όσα διαδραματίζονται σε αυτό. Σχετική είναι η υπόθεση R. v. Dodson
(1984)79 Cr. App. R. 220 η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Blenkinsop
(1995)1 Cr. App. R.
- Έτσι εξάγονται τα ακόλουθα συμπεράσματα τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Στο 08:13 του πρώτου μέρους του CD, ήτοι στις 14:58, το KJK καταφθάνει από τον δρόμο και μετά τη δεξιά καμπή σταθμεύει αριστερά σε σχέση με την πορεία του, επί πεζοδρομίου, μπροστά ακριβώς από αυτά τα καταστήματα. Ενώ εξέρχεται από τη θέση του οδηγού ένα πρόσωπο, ο Κατηγορούμενος 2, άλλο όχημα (το KTG) ακολουθεί την ίδια κατεύθυνση και σταματά επί του οδοστρώματος (στον δρόμο) στο σημείο ακριβώς εκεί που στάθμευσε ο Κατηγορούμενος 2 ο οποίος και ανοίγει την πόρτα του συνοδηγού και μπαίνει εντός του KTG και αυτό συνεχίζει την πορεία του με την κατεύθυνση την οποία είχε. Στην πραγματικότητα πρόκειται για την ίδια σκηνή που αναφέρεται στην κατάθεση του Μ.Κ.2 και που επίσης είχε περιγράψει προφορικά ενώπιον μας ως αυτή την οποία βίωσε. Δικαιολογημένα λοιπόν στο ίδιο χρονικό σημείο του CD ο Μ.Κ.2 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 2 να σταθμεύει το όχημα του (KJK) μπροστά από τα καταστήματα και να μπαίνει στο όχημα KTG το οποίο ήρθε αμέσως μετά και σταμάτησε στον δρόμο δίπλα ακριβώς από το σημείο όπου ο Κατηγορούμενος 2 είχε σταθμεύσει. Εξέφρασε τη βεβαιότητα του πως το KJK ανήκε στον Κατηγορούμενο 2 και πως αυτός ήταν ο οδηγός του εφόσον ο ίδιος ο μάρτυρας περνούσε από εκείνο το σημείο την ίδια ώρα. Αυτή η μαρτυρία του συνάδει πλήρως με τα παραδεκτά γεγονότα και έτσι γίνεται αποδεκτή. Άλλωστε σημειώνεται πως, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, ο Μ.Κ.2 γνώριζε από προηγουμένως τον Κατηγορούμενο 2 εφόσον αυτός ήταν ήδη γνωστός στην Υπηρεσία. Δεχόμαστε επίσης την αδιαμφισβήτητη του θέση πως την ώρα αυτού του συμβάντος, ο Μ.Κ.2 τους ακολουθούσε με το δικό του υπηρεσιακό όχημα, το οποίο αναγνώρισε στο CD, σε χρονική απόσταση 16 δευτερολέπτων πίσω από το όχημα KTG. Ουσιαστικά ο Μ.Κ.2 επιβεβαίωσε πως αυτά που κατέγραψε το κύκλωμα είναι όσα ο ίδιος αντιλήφθηκε διά ζώσης. Μέσα από το CD, διαπιστώνουμε χωρίς δυσκολία πως το πρόσωπο το οποίο ο Μ.Κ.2 είχε δει και αναγνώρισε κατά την εξέλιξη των γεγονότων ως τον Κατηγορούμενο 2 και το οποίο αργότερα υπέδειξε στο CD ως εκείνον που είχε δει επιτόπου είναι σχετικά ψηλός, λεπτός, με σκούρα κοντά μαλλιά, φορούσε σκούρα ρούχα, ήτοι παντελόνι και κοντομάνικη φανέλα, ενώ τα παπούτσια του ήταν ανοικτόχρωμα σε σχέση με τα ρούχα του. Φαίνεται επίσης ξεκάθαρα πως το μπροστινό μέρος της φανέλας του φέρει μια μεγάλη άσπρη στάμπα η οποία καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος αυτής. Δεν διακρίνεται καθόλου το πρόσωπο του λόγω του ότι υπάρχει δέντρο το οποίο εμποδίζει την ορατότητα οποιουδήποτε βλέπει το CD. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως ενώ το KTG με οδηγό τον Γ και συνοδηγό τον Κατηγορούμενο 2 κατευθύνετο προς το Δάλι, σε κάποιο σημείο και ενώ ο Μ.Κ.2 συνέχιζε να το ακολουθεί, αυτό έκανε επαναστροφή και επέστρεφε ξανά στον κυκλικό κόμβο, περνώντας δίπλα από τον Μ.Κ.2, ο οποίος είδε και πάλι τον Γ ως οδηγό του οχήματος και τον Κατηγορούμενο 2 ως συνοδηγό. Ο Μ.Κ.2, χωρίς να χάσει οπτική επαφή, έκανε επίσης επαναστροφή, κατευθύνθηκε πίσω από το KJK και ενημέρωσε σχετικά τον Μ.Κ.3 ο οποίος ηγείτο της επιχείρησης παρακολούθησης και ο οποίος συνέχισε την παρακολούθηση από εκείνο το σημείο. Το συνεχές της παρακολούθησης από τον Μ.Κ.2 μέχρι και την έναρξη της παρακολούθησης από τον Μ.Κ.3 αποτελεί παραδεκτό γεγονός και έτσι δεχόμαστε επίσης την επιπρόσθετη και επεξηγηματική αναφορά του Μ.Κ.2 πως ενώ τους ακολουθούσε με το υπηρεσιακό όχημα ο ίδιος αρχικά κινείτο με χαμηλή ταχύτητα, πλην όμως, μετά που ο Κατηγορούμενος 2 εισήλθε στο KTG, o M.K.2 ανέπτυξε ταχύτητα και δεν έχασε οπτική επαφή και πως ενημέρωνε συνεχώς την υπόλοιπη ομάδα παρακολούθησης για τα τεκταινόμενα. Με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.3, προκύπτει επίσης πως αυτός ήταν σταθμευμένος στο κέντρο Ρουβήμ, και συγκεκριμένα στον χώρο στάθμευσης του κέντρου που είναι κάπως υπερυψωμένος, ήτοι κατά ένα μέτρο από τον υπόλοιπο χώρο. Το κέντρο φαίνεται και στις δύο φωτογραφίες ακριβώς δίπλα από τον κόμβο και μεταξύ των εξόδων που οδηγούν προς Λύμπια και Δάλι. Δεχόμαστε επίσης την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του πως αυτός είχε οπτική επαφή όλου του κόμβου εκτός από ένα σημείο δεξιά, και συγκεκριμένα προς το ρολόι που βρίσκεται στο κέντρο του κόμβου, το οποίο απεκρύβετο από μια πινακίδα που ήταν τοποθετημένη στον χώρο στάθμευσης, ενώ από την αριστερή πλευρά είχε ορατότητα μέχρι και την αερογέφυρα. Αυτή η αναφορά του καταδεικνύει και την αντικειμενικότητα του και αποτελεί ένδειξη πως αυτός δεν ήθελε να αποκρύψει οτιδήποτε από το Δικαστήριο. Είναι επίσης παραδεκτό πως ο Μ.Κ.3 συνέχισε την παρακολούθηση του KTG αμέσως μετά τον κυκλικό κόμβο Λυμπιών, δηλαδή αφού το όχημα έκανε επαναστροφή εντός του δρόμου που οδηγούσε προς Δάλι και επανήλθε στον κόμβο, διαπιστώνοντας ότι αυτό κατευθύνθηκε προς τον αυτοκινητόδρομο. Ακολούθως το KTG έκανε επαναστροφή και κατευθύνθηκε ξανά προς τον κυκλικό κόμβο Λυμπιών στον οποίον εισήλθε, έκανε κύκλο και εξήλθε κατευθυνόμενο εκ νέου προς τον αυτοκινητόδρομο, σταματώντας δίπλα από το όχημα με αρ. εγγραφής KEN 892 (εφεξής «το KEN») μάρκας Nissan, χρώματος ασημί, το οποίο εκείνη τη στιγμή ήταν σταθμευμένο στην αριστερή άκρη του δρόμου με κατεύθυνση προς τον αυτοκινητόδρομο. Η τοποθέτηση από τον Μ.Κ.3 επί του Τεκμηρίου 13Β του σημείου όπου στάθμευσε το KEN συνάδει πλήρως με τα παραδεκτά γεγονότα, παρέμεινε και πάλι αδιαμφισβήτητη και αποτελεί και δικό μας εύρημα. Έτσι δεχόμαστε πως αυτό το σημείο είναι στην αριστερή πλευρά του δρόμου με κατεύθυνση τον αυτοκινητόδρομο σε απόσταση 80-100 μέτρων από το σημείο όπου ο ίδιος βρισκόταν σταθμευμένος. Εκεί υπάρχουν λωρίδες ασφαλείας και στις δύο πλευρές του δρόμου, επομένως υπήρχε η δυνατότητα κάποιο όχημα να σταθμεύσει εκεί χωρίς να εμποδίζει την τροχαία κίνηση. Είναι παραδεκτό πως τα δύο οχήματα παρέμειναν για λίγα δευτερόλεπτα δίπλα το ένα από το άλλο, καθώς και ότι ο οδηγός του KEN έδωσε ένα μεγάλο αντικείμενο από το παράθυρο του οδηγού στον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος το παρέλαβε μέσα από το παράθυρο του συνοδηγού του οχήματος στο οποίο αυτός επέβαινε (ήτοι του KTG). Αναντίλεκτο παραμένει και το ότι στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος 2 κατέβηκε από το KTG χωρίς να κρατά οτιδήποτε και το όχημα KTG αναχώρησε από το μέρος προς τον αυτοκινητόδρομο με κατεύθυνση τη Λευκωσία. Την ίδια ώρα ο Μ.Κ.3 έδωσε οδηγίες για παρακολούθηση και ανακοπή (προς έρευνα) του KTG ενώ ο ίδιος βγήκε στον δρόμο προσπαθώντας να εντοπίσει το KEN, χωρίς όμως επιτυχία. Περί ώρα 15:15 ο Μ.Κ.5, ο οποίος ήταν τοποθετημένος στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού με κατεύθυνση προς Λευκωσία, κοντά στη συμβολή του αυτοκινητόδρομου Λάρνακας-Λευκωσίας, εντόπισε το KTG με οδηγό τον Γ και συνέχισε την παρακολούθηση του. Το τι μεσολάβησε από την ώρα αποβίβασης του Κατηγορουμένου 2 από το KTG μέχρι και τον εντοπισμό του εν λόγω οχήματος από τον Μ.Κ.5 αποτέλεσε βασικό αντικείμενο ενασχόλησης κατά την προφορική μαρτυρία του Μ.Κ.
- Αυτός ανέφερε ότι δεν είδε πού πήγε ο συνοδηγός του KTG αφότου κατέβηκε από το όχημα επειδή ο ίδιος ήταν συγκεντρωμένος στο όχημα το οποίο, κατά τον ίδιο, μετέφερε πλέον τα ναρκωτικά. Είπε πως όταν κατέβηκε ο συνοδηγός, αυτός θα πρέπει να βρισκόταν σε απόσταση 50 μέτρων από το σημείο όπου βρισκόταν ο ίδιος και πως για να διασχίσει πεζός κάποιος από εκεί τον κυκλικό κόμβο και να πάει προς τα καταστήματα στα Λύμπια χρειαζόταν χρόνος περίπου 1-2 λεπτών. Μετά που είδε τον συνοδηγό να αποβιβάζεται, αμέσως έδωσε οδηγίες για την ανακοπή του KTG, και κατεβαίνοντας από το σημείο όπου βρισκόταν δεν είδε ούτε κάποιον πεζό ούτε και το όχημα KEN και έτσι συνέχισε με την υπόλοιπη ομάδα για την ανακοπή του KTG. Όλα αυτά συνέβησαν σε δευτερόλεπτα. Τέλος, ο μάρτυρας ανέφερε πως αν ο συνοδηγός κινείτο πεζός θα τον έβλεπε ενώ η μόνη εξήγηση για το ότι δεν είδε το KEN είναι πως αυτό πρέπει να κινήθηκε στον κυκλικό κόμβο κάνοντας επαναστροφή ταυτόχρονα με τον μάρτυρα ενώ ο τελευταίος κινείτο στον κόμβο εκ διαμέτρου αντίθετα. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του σε υποβολή πως το KEN θα μπορούσε να προχωρούσε προς κατεύθυνση Παραλιμνίου, ο Μ.Κ.3 είπε πως κάτι τέτοιο είναι πιθανόν, όμως ο ίδιος θα το έβλεπε αν κινείτο προς αυτή την κατεύθυνση καθότι είχε μπροστά του οπτική επαφή με τις εξόδους και προς Λάρνακα και προς Λευκωσία. Την ίδια θέση εξέφρασε και για τον συνοδηγό, ήτοι πως ο ίδιος κινούμενος με το υπηρεσιακό όχημα του για να κατεβεί από το σημείο όπου βρισκόταν, είχε πολύ καθαρό οπτικό πεδίο και θα τον έβλεπε αν διακινείτο πεζός την ώρα που περνούσε από τον κυκλικό κόμβο. Παρουσιάστηκαν στον Μ.Κ.3 και κατατέθηκαν τρεις φωτογραφίες που απεικονίζουν τον κυκλικό κόμβο Λυμπιών, Τεκμήρια 14-
- Ο μάρτυρας κατέθεσε πως από το σημείο που βρισκόταν σταθμευμένος δεν κατέβηκε απευθείας στον κυκλικό κόμβο αλλά σε σημείο εντός του δρόμου που οδηγεί προς Δάλι και βασικά έφθασε στον κόμβο από την έξοδο Ιδαλίου. Συγκεκριμένα κατέβηκε σε ένα σημείο του πεζοδρομίου όπου μπορεί να κατεβεί αυτοκίνητο, δίπλα από την οικία (Τεκμήριο 14), σε απόσταση 1-2 μέτρων από τον κυκλικό κόμβο, και έστρεψε αμέσως το αυτοκίνητο του προς τον κυκλικό κόμβο. Διαφώνησε με τη θέση της υπεράσπισης πως η απόσταση από το σημείο που οδήγησε για να κατεβεί στον κυκλικό κόμβο είναι περίπου 10-15 μέτρα και πως θα μπορούσε να διαφύγει την προσοχή του ο πεζός. Ο μάρτυρας επέμενε πως ο πεζός κατέβηκε σε σημείο που απείχε 50 μέτρα από τον κόμβο ενώ υπήρχαν ακόμα 30-50 μέτρα από τον κόμβο προς Λύμπια και πως ο ίδιος εισήλθε στον κόμβο, επομένως αν υπήρχε πεζός θα τον έβλεπε. Θεωρούμε πως επί αυτών των θεμάτων ο Μ.Κ.3 κατέθεσε με αμεσότητα και συνέπεια. Βέβαια ο μάρτυρας προς τιμήν του δεν επεδίωξε και ούτε ήταν απόλυτος στις τοποθετήσεις του, πλην όμως κατέθεσε με σαφήνεια και σταθερότητα, και δεν δίστασε να αναγνωρίσει ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει ακριβείς απαντήσεις σε κάποια ζητήματα παρά μόνο να τοποθετηθεί κατά προσέγγιση. Οι θέσεις του αναφορικά με τις κινήσεις του συνοδηγού και του KEN και ειδικότερα η όποια δυνατότητα οπτικής επαφής μαζί τους μετά την αποχώρηση τους από το σημείο συνάντησης με το KTG αναμφίβολα παρουσιάζουν συνοχή και λογική. Ο μάρτυρας έδωσε τις απαντήσεις του με κάθε επεξήγηση, τεκμηρίωση και επιμονή με τρόπο που μας ικανοποίησε απολύτως για την αλήθεια των όσων έλεγε με αποτέλεσμα να αποτελούν και ευρήματα μας. Κληθείς να σχολιάσει πώς αυτός είχε αντιληφθεί και έτσι ενημέρωσε την υπόλοιπη ομάδα παρακολούθησης ότι το KTG κατευθύνετο προς Λευκωσία, όπως καταγράφεται στην κατάθεση του, αυτός ανέφερε ότι οδηγούσε αργά και είχε πλήρες οπτικό πεδίο μέχρι την αερογέφυρα, οπότε μόλις είδε το όχημα να κατευθύνεται μέχρι και κάτω από την αερογέφυρα έδωσε οδηγίες ότι αυτό κινείτο προς Λευκωσία. Θεωρούμε λογική και πειστική αυτή την εξήγηση του υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας του επί τούτου. Κατ΄ αρχάς ο μάρτυρας ήταν σαφής πως προνόησε και κάλυψε όλες τις κατευθύνσεις του αυτοκινητόδρομου και πρόσθεσε πως ταυτόχρονα εκινείτο και η υπόλοιπη ομάδα παρακολούθησης, ούτως ώστε αν το KTG άλλαζε κατεύθυνση και πήγαινε προς Μοσφιλωτή, είτε ο ίδιος θα έδινε σήμα για την αλλαγή αυτή είτε τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας παρακολούθησης που ήταν τοποθετημένα σε διάφορα σημεία στον αυτοκινητόδρομο με διαφορετικές κατευθύνσεις (ακόμα και προς Λεμεσό) θα έδιναν το κατάλληλο σήμα, πράγμα που δεν έχει συμβεί. Η προφορική αναφορά του Μ.Κ.3 περί συνεχούς παρακολούθησης και οπτικής επαφής του οχήματος λόγω της ύπαρξης και άλλων Αστυνομικών και κάλυψης όλης της περιοχής στα πλαίσια της επιχείρησης (παρακολούθησης) επιβεβαιώνεται και από την αναφορά στην κατάθεση του πως όταν ο ίδιος δεν εντόπισε το KEN κατευθύνθηκε προς Λευκωσία προς υποβοήθηση της υπόλοιπης ομάδας, κάτι το οποίο σαφώς αποκαλύπτει την παρουσία και εμπλοκή και άλλων Αστυνομικών στην παρακολούθηση. Η δε συνεχής παρακολούθηση του KTG μέχρι και τον εντοπισμό του από τον Μ.Κ.5 σε σημείο του αυτοκινητόδρομου στο ύψος της Αγ. Βαρβάρας επιβεβαιώνεται και πάλι από το περιεχόμενο της κατάθεσης του μάρτυρος στην οποία αναφέρει πως όταν ο Μ.Κ.5 εντόπισε το όχημα «ενσωματώθηκε με την υπόλοιπη ομάδα» στην παρακολούθηση. Αυτό σαφώς καταδεικνύει πως πριν τον εντοπισμό του οχήματος από τον Μ.Κ.5 αυτό ακολουθείτο από άλλα μέλη της Αστυνομίας (συμπεριλαμβανομένου του Μ.Κ.3) και απλώς ο Μ.Κ.5 ενεπλάκη στην παρακολούθηση μόλις ο ίδιος αντιλήφθηκε το όχημα. Είναι σημαντικό επίσης να λεχθεί πως ο Μ.Κ.3 ήταν πρόθυμος να αποκαλύψει στο Δικαστήριο τον τρόπο οργάνωσης και διενέργειας μιας επιχείρησης παρακολούθησης αλλά όχι στους συνηγόρους. Τονίζουμε βέβαια πως παρά την εκφρασθείσα αυτή ετοιμότητα και δική του επιθυμία δεν προκλήθηκε κατά την αντεξέταση του συζήτηση του θέματος μέχρι σημείου που να τεθεί ζήτημα ύπαρξης ή όχι προνομίου ή απορρήτου (για λόγους ασφαλείας) σε βαθμό που να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Υπό το φως των όσων αναφέρονται ανωτέρω θεωρούμε την υποβολή της υπεράσπισης προς τον Μ.Κ.3 πως η χρήση της λέξης «εντοπίζω» καταδεικνύει ότι η Αστυνομία είχε χάσει επαφή με το όχημα και πως πρώτος το εντόπισε ο Μ.Κ.5, ως μια ασύνδετη με τα υπόλοιπα γεγονότα και αβάσιμη ερμηνεία του περιεχόμενου αυτής. Επί τούτου κρίνουμε επίσης βάσιμη και πειστική τη θέση του Μ.Κ.3 πως δεν υπήρχε λόγος να παραθέτει εξαντλητικές λεπτομέρειες στην κατάθεση του για το κάθε σημείο και λεπτό της παρακολούθησης κατονομάζοντας επίσης όλους τους αστυνομικούς που έλαβαν μέρος στην επιχείρηση και πως μόνο αν συνέβαινε κάτι διαφορετικό θα το κατέγραφε. Θα προσθέταμε εν πάση περιπτώσει (ίσως εκ του περισσού) πως ούτως ή άλλως η πρώτη γραμματική ερμηνεία που δίδεται για τη λέξη «εντοπίζω» από αναγνωρισμένα λεξικά (π.χ. Μπαμπινιώτη) είναι αυτή με τη σημασία «επισημαίνω τη θέση» προσώπου ή πράγματος. Επί τούτου σημειώνουμε πως (μετά την κλήση του Κατηγορουμένου σε απολογία) δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η απόσταση από τον κυκλικό κόμβο Λυμπιών μέχρι και το σημείο που βρισκόταν ο Μ.Κ.5 είναι περί τα 7 χλμ. Εν πάση περιπτώσει και ανεξαρτήτως των όσων αναφέρονται πιο πάνω, θεωρούμε πως αυτή η απόσταση των 7 χλμ. σε συνδυασμό με το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την έναρξη της παρακολούθησης του KTG από τον Μ.Κ.3 μέχρι και τον εντοπισμό αυτού από τον Μ.Κ.5, δεν είναι τέτοια που να δημιουργεί αφ΄ εαυτής οποιεσδήποτε υπόνοιες για διακοπή της συνεχούς παρακολούθησης του εν λόγω οχήματος. Η μαρτυρία του Μ.Κ.3 αναφορικά με το συνεχές της παρακολούθησης και αδιάλειπτης οπτικής επαφής προς το KTG συνάδει πλήρως και με τη μαρτυρία του Μ.Κ.
- Αρχικά επισημαίνουμε πως και στη δική του κατάθεση, Έγγραφο 4, ο Μ.Κ.5 αναφέρεται στον εντοπισμό του οχήματος στο συγκεκριμένο σημείο, στην ενημέρωση μέσω ασυρμάτου προς την υπόλοιπη ομάδα και στη λήψη οδηγιών από τον Μ.Κ.3 να ενσωματωθεί με την υπόλοιπη ομάδα για παρακολούθηση και ανακοπή. Και προφορικά ο Μ.Κ.5 επιβεβαίωσε αυτό το ζήτημα, αναφέροντας πειστικά πως ο ίδιος άκουγε όλα τα μηνύματα της υπόλοιπης ομάδας παρακολούθησης και πως αυτή συνεχίζετο κανονικά. Είπε ακόμα πως αν γινόταν κάτι άλλο, π.χ. να σταματήσει το όχημα, να πετάξουν κάτι από το όχημα ή να χανόταν η οπτική επαφή με αυτό, θα το άκουγε μέσω ασυρμάτου, πράγμα που θεωρούμε επίσης λογικό και αναμενόμενο σε τέτοιους είδους επιχείρηση. Θα ήταν παράλογο να γίνει δεκτό πως θα χανόταν η οπτική επαφή σε τέτοιου είδους επιχείρηση και δεν θα το ανακοίνωνε κάποιος καθηκόντως μέσω του ασυρμάτου ακριβώς για να θέσει σε αυξημένη εγρήγορση όλα τα μέλη της ομάδας με σκοπό την αποτροπή διαφυγής. Την ίδια σταθερή θέση περί συνεχούς παρακολούθησης υιοθέτησε ο Μ.Κ.5 και κατά την αντεξέταση του. Επέμενε πως άκουγε συνεχώς μέσω ασυρμάτου την ενημέρωση για τη διαδρομή διακίνησης του οχήματος και πως υπήρχε συνεχής οπτική επαφή ενώ ουδέποτε λέχθηκε ότι έχασαν τέτοια επαφή ή ότι αυτό σταμάτησε κάπου. Επιβεβαίωσε επίσης πως όταν ο ίδιος αντιλήφθηκε το όχημα, ενημέρωσε την ομάδα, όπως συνηθίζεται στις επιχειρήσεις, και ξεκίνησε πρώτος την παρακολούθηση του ενώ άκουγε μέσω ασυρμάτου ότι ακολουθούσαν άλλα οχήματα. Σημειώνουμε πως αυτή η μαρτυρία του λαμβάνεται υπόψιν όσον αφορά τον τρόπο εξέλιξης των γεγονότων, δηλαδή ως μέρος των πεπραγμένων (res gestae) θεωρώντας ότι αυτή θα ήταν ούτως ή άλλως αποδεκτή και χωρίς την εφαρμογή του άρθρου 24 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
- Δεν έχουμε αμφιβολία πως και αυτός ο μάρτυρας κατέθεσε με ευθύτητα, σαφήνεια και έδινε τις απαντήσεις του με ολοκληρωμένο τρόπο. Κρίνουμε πως κατέθετε με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα, δεχόμενος έντιμα πως για κάποια θέματα κατέθετε με βάση τα όσα άκουγε μέσω ασυρμάτου. Η υπεράσπιση επισήμανε πως υπάρχει μια αντίφαση μεταξύ της μαρτυρίας των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.
- Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε πως ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι μόλις το KTG αναχώρησε προς τον αυτοκινητόδρομο με κατεύθυνση τη Λευκωσία, έδωσε οδηγίες για παρακολούθηση και ανακοπή του με την πρώτη ευκαιρία, ενώ ο Μ.Κ.5 είπε πως έλαβε τέτοιες οδηγίες όταν ενημέρωσε ότι αντιλήφθηκε το εν λόγω όχημα. Επί αυτού παρατηρούμε πως η αναφορά του Μ.Κ.3 αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός το οποίο δεσμεύει και τις δύο πλευρές και το Δικαστήριο - βλ. Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ.
- Ο Μ.Κ.3 πρόσθεσε επίσης πως έδωσε οδηγίες για την ανακοπή του οχήματος μόλις ενημερώθηκε από τον Μ.Κ.5 πως το KTG σταμάτησε στα φώτα τροχαίας. Ο Μ.Κ.5 όντως αναφέρεται σε οδηγίες που είχε λάβει όταν ο ίδιος είδε πλέον το όχημα και ενημέρωσε την ομάδα. Δεν θεωρούμε πως οι όποιες διαφορές μεταξύ των δύο αυτών μαρτύρων είναι τέτοιες που να κλονίζουν την αξιοπιστία τους και ειδικότερα να επηρεάζουν το συνεχές της παρακολούθησης. Αντιθέτως, μέσα από τις αναφορές και των δύο, διαφαίνεται, και αυτό είναι που έχει σημασία, πως υπήρχε συνεχής ενημέρωση μεταξύ των μελών της ομάδας παρακολούθησης και πως ο Μ.Κ.3, ως ο επικεφαλής, έδινε συνεχώς οδηγίες για την παρακολούθηση και ανακοπή του οχήματος. Είναι επίσης σημαντικό να λεχθεί πως σε κανέναν από τους δύο μάρτυρες δεν τέθηκε υποβολή αναφορικά με το πότε δόθηκαν οι οδηγίες και να τεθεί ενδεχομένως πως αυτές είχαν δοθεί σε διαφορετικό χρονικό σημείο από αυτό που ο καθένας ανέφερε ούτως ώστε να μπορέσουν οι εν λόγω μάρτυρες να θέσουν τη δική τους εκδοχή επί τούτου η οποία (εκδοχή) να τύχει της αναγκαίας αξιολόγησης. Έτσι δεχόμαστε τη μαρτυρία και των δύο αυτών μαρτύρων ως αξιόπιστη και προβαίνουμε σε εύρημα πως το KTG βρισκόταν υπό συνεχή παρακολούθηση από την ώρα αναχώρησης του από το σημείο όπου παρέλαβε το αντικείμενο μέχρι και την ανακοπή του υπό τις συνθήκες που λεπτομερέστερα θα επεξηγηθούν κατωτέρω. Όσον αφορά το KEN, μετά την αναχώρηση του από το μέρος δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία εκτός από το παραδεκτό γεγονός και συνακόλουθο εύρημα μας πως αυτό εντοπίστηκε στις 00:15 της 2.6.16 σταθμευμένο έξω από την οικία άλλου προσώπου στη Ξυλοφάγου και ερευνήθηκε. Το πρόσωπο στο οποίο ανήκει το εν λόγω όχημα δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί. Εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του και αναζητείται. Έχουμε ήδη δεχθεί τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 και επομένως αποτελεί εύρημα μας πως αφότου ο Κατηγορούμενος 2 κατέβηκε από το KTG, δεν θεάθηκε πεζός στη σκηνή και δη στην περιοχή του κυκλικού κόμβου. Αναφορικά με τις περαιτέρω δικές του κινήσεις σχετικό είναι το δεύτερο μέρος του Τεκμηρίου
- Σε αυτό και συγκεκριμένα στο 06:26, ήτοι στις 15:06, έρχεται με την ίδια κατεύθυνση ως και στο πρώτο μέρος ένα όχημα και σταματά στον δρόμο στο σημείο εκείνο που υπάρχει ο κενός χώρος πριν την έναρξη των καταστημάτων. Το εν λόγω όχημα δεν διακρίνεται και έτσι δεν μπορεί να ταυτιστεί με ένα από τα εμπλεκόμενα οχήματα. Από αυτό κατεβαίνει ένας άντρας από τη θέση του συνοδηγού, ο οποίος κινείται πεζός και χάνεται πίσω από τα καταστήματα σε 10΄΄, δηλαδή στο 06:
- Εντός 13΄΄, στο 06:49, δηλαδή ακόμα στο ίδιο λεπτό, ένας άντρας βαδίζοντας εμφανίζεται από τα καταστήματα, δηλαδή από το σημείο όπου προηγουμένως θεάθηκε να πηγαίνει κάποιος, στρίβει αριστερά σε σχέση με την πορεία του και περπατά μέχρι το σταθμευμένο όχημα που άφησε προηγουμένως ο Κατηγορούμενος 2, ανοίγει την πόρτα του οδηγού, μπαίνει μέσα, εκκινά, κινείται με όπισθεν και φεύγει προς την ίδια κατεύθυνση. Στο δεύτερο χρονικό σημείο (δηλ. στο 06:49) ο Μ.Κ.2 αναγνώρισε στο CD και πάλι τον Κατηγορούμενο 2 να επιστρέφει και εισέρχεται ξανά στο αυτοκίνητο του. Η αναγνώριση υπόπτου μέσω ταινίας ή φωτογραφιών στις οποίες αποτυπώνονται οι σκηνές διάπραξης ενός εγκλήματος από πρόσωπο το οποίο τυγχάνει να τον γνωρίζει από προηγουμένως είναι αποδεκτή μέθοδος αναγνώρισης. Αποτελεί αναγνώριση γνωστού προσώπου (recognition) σε αντιδιαστολή με την περίπτωση ταυτοποίησης αγνώστου προσώπου (identification) από αυτόπτη μάρτυρα της σκηνής του εγκλήματος. Σχετικές επί τούτου είναι οι υποθέσεις R. v. Caldlwell
(1994)99 Cr. App. R. 73 και Attorney-General's Reference (No. 2 of 2002), Times, 17.10.02. Όσον αφορά την αναγνώριση του Κατηγορουμένου 2 από τον Μ.Κ.2 στο στάδιο της επιστροφής του στη σκηνή, ο μάρτυρας παραδέχθηκε πως προβαίνει σε αναγνώριση μόνο μέσω του CD εφόσον ο ίδιος δεν ήταν πλέον εκείνη τη στιγμή στη σκηνή. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει το άτομο που κατέβηκε από το όχημα στο 06:26 και να εξαφανίζεται στον κενό χώρο, όμως αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 2 ως το άτομο που εμφανίζεται στο 06:49 να έρχεται από τον κενό χώρο και να κατευθύνεται προς το όχημα. Ο ίδιος ανέφερε πως ήταν σε θέση να τον αναγνωρίσει από τα ρούχα που φορούσε και την κορμοστασιά ως το ίδιο πρόσωπο που είχε προηγουμένως κατεβεί από το εν λόγω όχημα. Επέμενε πως είχε πολύ καλή οπτική επαφή προς αυτό το άτομο προηγουμένως την ώρα που είχε κατεβεί από το KJK και εισήλθε στο KTG, είδε τα ρούχα που φορούσε και ήταν σε θέση να τον αναγνωρίσει πάρα πολύ καλά μέσω του CD. Είναι βεβαίως αυτονόητο πως ταυτίζοντας το με το άτομο που είχε δει προηγουμένως εννοούσε τον Κατηγορούμενο 2, τον οποίο όπως προαναφέραμε γνώριζε. Η μαρτυρία για αναγνώριση προσώπου πρέπει πάντοτε να εξετάζεται με ιδιαίτερη προσοχή δεδομένης της ανθρώπινης εμπειρίας η οποία δεικνύει ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, υπάρχουν περιθώρια για λανθασμένη εκτίμηση ενός μάρτυρος σε σχέση με την ταυτότητα του κατηγορουμένου ακόμα και εκεί όπου ο μάρτυρας είναι αξιόπιστος διότι καλή τη πίστει πιθανόν να λανθάνεται σε σχέση με την ταυτότητα του κατηγορουμένου. Συνεπώς, όταν εγείρεται σε μια υπόθεση θέμα αναγνώρισης, αυτό θα πρέπει να εξετάζεται με τέτοια προσοχή ούτως ώστε να εξασφαλίζεται βεβαιότητα σε βαθμό που να αποκλείει κάθε ενδεχόμενο λάθους. Το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση R. v. Turnbull and others
(1976)3 All E.R. 549, σε μια προσπάθεια του να περιορίσει αυτούς τους κινδύνους που ενέχει τέτοια αναγνώριση, έχει διατυπώσει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες δίνουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να ελαχιστοποιήσει την ύπαρξη τέτοιων κινδύνων. Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές δεν αποτελούν κανόνα δικαίου αλλά τέθηκαν σε μια προσπάθεια υποβοήθησης του έργου του Δικαστηρίου με την εφαρμογή διαπιστώσεων που προκύπτουν από την ίδια την ανθρώπινη πείρα με στόχο τον όσο το δυνατό αποκλεισμό λάθους και την πρόκληση αδικίας στον κατηγορούμενο. Η υπόθεση Τurnbull (ανωτέρω) έχει υιοθετηθεί από την Κυπριακή νομολογία και ενδεικτικά γίνεται παραπομπή στις υποθέσεις Rossides v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 391, Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 160 και Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 482. Στη Θεοδωρίδης (ανωτέρω) αναφέρεται ότι στην υπόθεση Τurnbull (ανωτέρω) διαγράφονται οι κίνδυνοι από την εμφιλοχώρηση σφάλματος στην αναγνώριση υπόπτων, αλλά και οι διαδικασίες που πρέπει να τηρούνται για τον κατά το δυνατό αποκλεισμό λάθους. Ανάλογη καθοδήγηση παρέχεται και για την αξιολόγηση της μαρτυρίας αναγνώρισης υπόπτων και τη σημασία ενισχυτικής μαρτυρίας, ως ασφαλιστικής δικλίδας για την αποφυγή λαθών που μπορεί να παρεισφρήσουν στην αναγνώριση. Όπου η υπόθεση εξαρτάται πλήρως ή ουσιαστικά από τη μαρτυρία αναγνώρισης, η υπόθεση Turnbull (ανωτέρω) απαιτεί όπως οι ένορκοι (και εδώ το Δικαστήριο) έχουν υπόψιν τους τα ακόλουθα: α. την ειδική ανάγκη για προσοχή (caution) πριν καταδικάσουν βάσει της εν λόγω μαρτυρίας, β. τον λόγο για τέτοια ανάγκη, γ. ένας μάρτυρας που έχει λάθος στην αναγνώριση μπορεί να είναι πειστικός μάρτυρας και ένας αριθμός μαρτύρων μπορεί να κάνει λάθος, δ. να εξετάσουν πολύ προσεκτικά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε κάθε αναγνώριση, ε. να υπενθυμίσουν τους εαυτούς τους για συγκεκριμένες αδυναμίες στη μαρτυρία αναγνώρισης, στ. εκεί όπου είναι σχετικό, να υπενθυμίσουν τους εαυτούς τους ότι λανθασμένη αναγνώριση μπορεί να γίνει ακόμα και από στενούς συγγενείς και φίλους, ζ. να εντοπίσουν τη μαρτυρία που είναι ικανή να υποστηρίξει την αναγνώριση, και η. να εντοπίσουν τη μαρτυρία που φαίνεται να υποστηρίζει την αναγνώριση αλλά στην πραγματικότητα δεν έχει τέτοια ιδιότητα. Όπως έχει ήδη λεχθεί, ο Μ.Κ.2 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 2 σε αυτό το μέρος του CD χωρίς δυσκολία και μετά βεβαιότητας. Πέραν του ότι αυτός ο μάρτυρας κρίθηκε αξιόπιστος, λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψιν πως αυτός γνώριζε τον Κατηγορούμενο 2 από προηγουμένως ως γνωστό στην Υπηρεσία (κάτι το οποίο αποτελεί παραδεκτό γεγονός). Επίσης δήλωσε ευθαρσώς πως τον είδε καθαρά στο δικό του όχημα στην πρώτη φάση πριν σταθμεύσει, και μάλιστα σε δύο περιπτώσεις, κάτι το οποίο αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός. Μάλιστα ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τα ρούχα του και ακόμα τον τρόπο με τον οποίο αυτός περπατούσε, στοιχεία τα οποία όντως φαίνονται με ευκρίνεια στο CD. Όλα αυτά τα δεδομένα κρίνονται επαρκή για να αποδώσουν στον μάρτυρα ικανή γνώση και δυνατότητα αναγνώρισης του Κατηγορουμένου 2 μέσω του CD. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ιωάννου
(2013)2 Α.Α.Δ. 601, από τη στιγμή που θεωρούμε την ποιότητα της αναγνώρισης ικανοποιητική σε βαθμό που αισθανόμαστε ασφαλείς να στηριχθούμε σε αυτή χωρίς υποστηρικτική μαρτυρία, τότε δεν συντρέχει λόγος αναζήτησης τέτοιας μαρτυρίας. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης μας, έχει ήδη λεχθεί πως και το ίδιο το Δικαστήριο δύναται να παρακολουθήσει το CD και να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα. Όσον αφορά το σημείο 06:26 το άτομο που φαίνεται να κατεβαίνει από το όχημα έχει περίπου το ίδιο ανάστημα και σωματότυπο με τον Κατηγορούμενο 2, φορά σκούρα ρούχα, ήτοι παντελόνι και κοντομάνικη φανέλα. Δεν διακρίνεται το πρόσωπο του, ούτε τα παπούτσια του ούτε και το μπροστινό μέρος της φανέλας του καθόλη τη διάρκεια που προχωρά καθότι κινείται πλαγίως και εξαφανίζεται πίσω από τα καταστήματα. Περπατά με γρήγορο ρυθμό και είναι κάπως σκυφτός. Στο 06:49 το άτομο που έρχεται πεζός από τα καταστήματα είναι και πάλι του ίδιου σωματότυπου, φορά παρόμοιου τύπου σκούρα ρούχα, ενώ δεν διακρίνεται το πρόσωπο του. Περπατά με αργό ρυθμό και είναι επίσης κάπως σκυφτός. Όμως φαίνεται καθαρά η ίδια στάμπα στο μπροστινό μέρος της φανέλας του και έτσι δεν χωρεί αμφιβολία πως πρόκειται για το πρόσωπο που προηγουμένως στάθμευσε εκεί το αυτοκίνητο το οποίο παραδεκτώς είναι ο Κατηγορούμενος
- Θα ήταν κατά τη γνώμη μας το άκρον άωτον των συμπτώσεων και του παραλογισμού να γινόταν δεκτό ότι εντός των περίπου οκτώ λεπτών από τη στιγμή που στάθμευσε εκεί ο Κατηγορούμενος 2 με τη συγκεκριμένη ενδυμασία και σωματότυπο, εμφανίστηκε στη σκηνή άλλο πρόσωπο με παρόμοια ενδυμασία και σωματότυπο και κυρίως ότι αυτό είχε μαζί του κλειδιά του οχήματος του Κατηγορουμένου 2 με τα οποία το έθεσε σε λειτουργία αναχωρώντας από το μέρος. Επομένως καταλήγουμε πως το άτομο που απεικονίζεται στο δεύτερο μέρος του CD στο 06:49 να εμφανίζεται πεζός πίσω από τα καταστήματα, να περπατά κατά μήκος του πεζοδρομίου και να εισέρχεται στη θέση του οδηγού στο όχημα το οποίο είχε σταθμεύσει εκεί ο Κατηγορούμενος 2 είναι ο ίδιος και επιστρέφει εκεί. Όσον αφορά όμως το άτομο το οποίο λίγο πριν κατέβηκε από όχημα και κινήθηκε πίσω από τα καταστήματα, παρόλο που υπάρχουν κάποιες ομοιότητες με τον Κατηγορούμενο 2, όπως περιγράφονται ανωτέρω, αδυνατούμε από μόνες μας να καταλήξουμε με ασφάλεια πως πρόκειται για το ίδιο άτομο. Ούτε και ο Μ.Κ.2, ο οποίος γνώριζε αυτόν, δεν ήταν σε θέση να τον αναγνωρίσει. Ως εκ τούτου δεν μπορούμε να προβούμε σε εύρημα ότι το συγκεκριμένο άτομο είναι ο Κατηγορούμενος
- Έχουμε ήδη κρίνει ως πειστική την εκδοχή του Μ.Κ.3 όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους δεν κατέστη δυνατό να δει τις κινήσεις του Κατηγορουμένου 2 από το σημείο όπου ο μάρτυρας βρισκόταν και μετέπειτα. Με δεδομένο πως στο 06:49 του CD, ήτοι στις 15:06, ο Κατηγορούμενος 2 επιστρέφει κοντά στο σημείο όπου προηγουμένως είχε σταθμεύσει το όχημα του, δεχόμαστε ως τη μόνη λογική εξήγηση πως αυτός (ο Κατηγορούμενος 2) δεν θα μπορούσε να προχωρήσει και πορευθεί πεζός προς το συγκεκριμένο σημείο. Προκύπτει πως μετά την έξοδο του από το όχημα, αυτός προφανώς εισήλθε σε άλλο όχημα το οποίο τον μετέφερε στο σημείο πίσω από τα καταστήματα από όπου εμφανίζεται στις 15:
- Αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης το KTG εξήλθε από τον αυτοκινητόδρομο από την έξοδο Τσερίου και κατευθύνετο προς το Τσέρι. Τόσο ο Μ.Κ.3 όσο και ο Μ.Κ.5 αναφέρονται στις καταθέσεις τους σχετικά με τις συνθήκες ανακοπής του KTG. Δεχόμαστε ως λογική και βάσιμη τη θέση του Μ.Κ.3 πως η ανακοπή οχημάτων που μεταφέρουν ναρκωτικά είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη, κυρίως σε αυτοκινητόδρομο, καθότι τέτοια οχήματα συχνά δεν σταματούν και προκαλούνται δυστυχήματα εξ ου και η ανακοπή συνήθως γίνεται σε σημείο όπου τα οχήματα είναι ήδη έστω και προσωρινά ακινητοποιημένα. Αυτό δικαιολογεί και τις αναφορές και των δύο αυτών μαρτύρων, τις οποίες δεχόμαστε, ότι δόθηκαν οδηγίες για την ανακοπή του με την πρώτη ευκαιρία ενώ όταν το όχημα σταμάτησε στα φώτα τροχαίας στο Τσέρι ο Μ.Κ.3 έδωσε οδηγίες για άμεση ανακοπή του. Είναι δε παραδεκτό γεγονός πως αφού έλαβε οδηγίες για την ανακοπή του, ο Μ.Κ.5 τοποθέτησε τον αστυνομικό φάρο στο υπηρεσιακό του όχημα και στις 15:22 ανέκοψε το KTG παρά τα φώτα τροχαίας του παρακαμπτήριου δρόμου Τσερίου. Δεχόμαστε επίσης τις αναντίλεκτες αναφορές και των δύο αυτών μαρτύρων στις καταθέσεις τους πως όταν ο οδηγός του KTG αντιλήφθηκε την Αστυνομία, εκκίνησε αποπειρώμενος να διαφύγει κτυπώντας τα υπηρεσιακά οχήματα και προκαλώντας υλικές ζημιές. Όταν εν τέλει το KTG ακινητοποιήθηκε ο οδηγός του παρέμεινε εντός αυτού με κλειδωμένες τις πόρτες και αρνείτο να ανοίξει. Έτσι Αστυνομικοί αναγκάστηκαν να σπάσουν τον ανεμοθώρακα για να πετύχουν είσοδο, κάτι το οποίο επιμαρτυρείται και από τη φωτογραφία αρ. 3 του οχήματος (Τεκμήριο 4) στην οποία φαίνεται σπασμένος ο μπροστινός ανεμοθώρακας. Τότε ο ίδιος ο οδηγός ξεκλείδωσε το όχημα και επέτρεψε την έρευνα. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως μετά την ανακοπή του KTG ο Μ.Κ.5 προέβη σε έρευνα του οχήματος στην παρουσία του οδηγού και εντόπισε στο πάτωμα στη θέση του συνοδηγού δύο πράσινες νάιλον τσάντες (Τεκμήρια 1 και 2) οι οποίες περιείχαν η καθεμιά από δύο νάιλον συσκευασίες (Τεκμήρια 1Α-1Β και 2Α-2Β αντίστοιχα) με ξηρή φυτική ύλη ομοιάζουσα με κάνναβη. Τα εν λόγω τεκμήρια παραλήφθηκαν από τον Μ.Κ.5 και ακολούθως παραδόθηκαν στον Μ.Κ.
- Είναι επίσης παραδεκτό πως, σύμφωνα με τις επιστημονικές εξετάσεις, οι τέσσερις συσκευασίες περιείχαν συνολικά 3 κιλά και 991,9 γρ. κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Σχετική είναι η Έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους, Τεκμήριο
- Kατά την προφορική του μαρτυρία ο Μ.Κ.3 κλήθηκε να περιγράψει το «μεγάλο αντικείμενο» το οποίο, όπως αναφέρει στην κατάθεση του, είδε τα χέρια του οδηγού του KEN να δίνουν στον Κατηγορούμενο 2 (συνοδηγό) του KTG. Ο Μ.Κ.3 δήλωσε πως αυτό έμοιαζε κάπως με ένα «μαξιλαράκι καναπέ», διαστάσεων περίπου «20, 30 επί 30», προσθέτοντας ότι επρόκειτο καθαρά για συσκευασία ναρκωτικών την οποία είδε πολλές φορές είτε σε κιβώτια είτε σε βαλίτσες στα πλαίσια υποθέσεων εισαγωγής. Θεωρούμε εύλογη και βάσιμη τη γνώμη του μάρτυρος λόγω της αδιαμφισβήτητης πολυετούς πείρας του (των 13 ετών) στην Υ.ΚΑ.Ν. και του γεγονότος πως οι προσδιορισθείσες από τον μάρτυρα διαστάσεις του συγκεκριμένου αντικειμένου συνάδουν όντως με τις διαστάσεις των επίδικων συσκευασιών ναρκωτικών, όπως αυτές κατατέθηκαν ενώπιον μας και απεικονίζονται στις φωτ. 6-9 του Τεκμηρίου
- Διευκρινίζουμε πως αυτή η γνώμη του μάρτυρος περιορίζεται στην περιγραφή του αντικειμένου το οποίο είδε κατά τη συγκεκριμένη στιγμή να παραδίδεται από το παράθυρο του ενός οχήματος στο άλλο. Υπάρχει όμως η επιπρόσθετη και αναντίλεκτη αναφορά του μάρτυρος στην κατάθεση του πως αυτός ήταν παρών κατά την έρευνα του KTG και τον εντοπισμό των επίδικων συσκευασιών με τα ναρκωτικά, την οποία και υιοθετούμε ως εύρημα μας. Με βάση το περιεχόμενο της κατάθεσης του, είναι προφανές πως οι αναφορές του στο αντικείμενο και στις συσκευασίες δεν είναι άσχετες και ασύνδετες μεταξύ τους. Αντιθέτως, ο μάρτυρας αρχικώς περιγράφει το τι αντιλήφθηκε στο στάδιο της παράδοσης στο KTG και στη συνέχεια το τι ακριβώς ανευρέθηκε εντός αυτού, σαφώς εννοώντας πως πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και στις δύο σκηνές εφόσον, σύμφωνα πάντα με τις δικές του πειστικές αναφορές, δεν μεσολάβησε οποιαδήποτε ενέργεια που να οδηγεί στο συμπέρασμα πως από τη στιγμή παράδοσης του αντικειμένου στο όχημα μέχρι και την ανακοπή του αυτό (το αντικείμενο) μετακινήθηκε εκτός οχήματος. Υπενθυμίζεται πως ο Μ.Κ.3 αναφέρει στην κατάθεση του ότι μετά την παραλαβή του αντικειμένου, ο συνοδηγός του KTG κατέβηκε από το όχημα χωρίς να κρατά οτιδήποτε, κάτι το οποίο αποτελεί και παραδεκτό γεγονός. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω δεχόμαστε πως το μεγάλο αντικείμενο το οποίο είδε και στο οποίο κάνει αρχικώς αναφορά ο Μ.Κ.3 σαφώς είναι οι επίδικες συσκευασίες ναρκωτικών οι οποίες ανευρέθηκαν εντός του KTG. Ως εκ τούτου, με βάση αυτή τη διαπίστωση μας και τα ευρήματα μας αναφορικά με τις συνθήκες συνεχούς παρακολούθησης του KTG μέχρι και την ανακοπή αυτού και τον εντοπισμό των συσκευασιών των ναρκωτικών εντός αυτού, καταλήγουμε χωρίς δισταγμό σε εύρημα πως τα αντικείμενα τα οποία παρέλαβε ο συνοδηγός του οχήματος, ήτοι ο Κατηγορούμενος 2, από το όχημα KEN και τοποθετήθηκαν στο KTG είναι οι επίδικες συσκευασίες με τα ναρκωτικά. Το σημείο είναι κατάλληλο να λεχθεί πως η μαρτυρία του Μ.Κ.4 ήταν πολύ περιορισμένη, αφορούσε θέματα για τα οποία ο ίδιος έλαβε γνώση ως εξεταστής και τα οποία αποτέλεσαν κοινό έδαφος και από τις δύο πλευρές. Η μαρτυρία του γίνεται δεκτή στην ολότητα της ως πλήρως αξιόπιστη. Επομένως υιοθετούμε ως εύρημα μας την αναντίλεκτη αναφορά του πως κατά την ανακοπή του οχήματος στην κατοχή του οδηγού βρέθηκε ένα πορτοφόλι μαύρο εντός του οποίου υπήρχε χρηματικό ποσό €940 σε διάφορα χαρτονομίσματα, δύο κινητά τηλέφωνα και μια κόλλα στην οποία αναγράφονταν διάφορα ονόματα και αριθμοί. Είναι παραδεκτό επίσης πως ακολούθως την ίδια μέρα ο Αστ. 4032 Ξενάκης Βαρελλά έλαβε αριθμό φωτογραφιών, Τεκμήριο
- Αυτές απεικονίζουν το όχημα KTG εξωτερικά, σταθμευμένο στον δρόμο Χαλεπιανών παρά τα φώτα τροχαίας του παρακαμπτήριου Τσερίου (περιλαμβανομένης της φωτ. 3 για την οποία γίνεται αναφορά ανωτέρω), τις πράσινες νάιλον τσάντες εντός των οποίων υπήρχαν ανά δύο οι νάιλον συσκευασίες των ναρκωτικών, όπως αυτές εντοπίστηκαν στο πάτωμα μπροστά από τη θέση του συνοδηγού, και την κάθε πράσινη νάιλον τσάντα με τις δύο συσκευασίες που περιείχε κατά τη σφράγιση τους στα γραφεία του κλιμακίου της Υ.ΚΑ.Ν. Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός πως ήταν ευκρινές πως οι νάιλον συσκευασίες περιείχαν ξηρή φυτική ύλη, κάτι το οποίο άλλωστε διαπιστώνεται χωρίς δυσκολία και μέσα από τις φωτογραφίες. Δηλώθηκε ακόμα ως παραδεκτό γεγονός ότι ο Μ.Κ.5 πληροφόρησε τον οδηγό του KTG για το αδίκημα που διέπραττε, του επέστησε την προσοχή στον Νόμο και αυτός απάντησε «Εν τέσσερα κιλά». Αμέσως ο Μ.Κ.5 τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη και κατόπιν νέας επίστησης αυτός απάντησε «Θα τα πούμε με τον δικηγόρο, ό,τι έχω να πω». Είναι επίσης παραδεκτό πως την ίδια μέρα, στις 20:30, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης του Κατηγορουμένου 2, Τεκμήριο
- Αυτός αναζητήθηκε περί τις 21:30 στην πατρική του οικία στους Εργάτες αλλά δεν εντοπίστηκε. Μέλη της οικογένειας του ανέφεραν στον Αστ. 4798 Ματθαίου Νικολάου πως δεν γνώριζαν πού διαμένει αλλά του έδωσαν τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου. Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι στις 2.6.16 ο Κατηγορούμενος 2 μετέβη στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. όπου και συνελήφθη δυνάμει του εντάλματος σύλληψης. Το εν λόγω ένταλμα και ο όρκος προς υποστήριξη του αιτήματος έκδοσης του κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως Τεκμήριο
- Αποτελεί εύρημα μας η αδιαμφισβήτητη θέση του Μ.Κ.4 κατά την κυρίως εξέταση του ότι ο Κατηγορούμενος 2 μετέβη μόνος στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. στις 2.6.16 αφού είχε ενημερωθεί τηλεφωνικώς από την προηγούμενη που είχε αναζητηθεί ότι εκκρεμούσε το ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο, αυτός απάντησε «Δεν έχω καμιάν σχέση». Ακολούθως, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης, του λήφθηκαν δακτυλικά και παλαμικά αποτυπώματα. Αποτελεί περαιτέρω παραδεκτό γεγονός πως κατόπιν συγκατάθεσης, ο Αστ. 3807 Ιωάννης Ιωάννου έλαβε από τον Κατηγορούμενο 2 παρειακά επιχρίσματα, Τεκμήριο 10, τα οποία παρέδωσε στον Μ.Κ.
- Αυτός με τη σειρά του τα μετέφερε μαζί με τα Τεκμήρια 1,1Α, 1Β, 2, 2Α και 2Β στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου για επιστημονικές εξετάσεις. Ο Δρ Καριόλου, Ανώτερος Μοριακός Γενετιστής και Διευθυντής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, ειδικός μεταξύ άλλων στην απομόνωση γενετικού υλικού DNA από βιολογικές ουσίες που υπάρχουν πάνω σε αντικείμενα, εξέτασε τα Τεκμήρια και κατέγραψε τα συμπεράσματα του στην Έκθεση του ημ. 27.7.16, Τεκμήριο
- Δεχόμαστε πως δεν έχουν προκύψει οποιαδήποτε στοιχεία που να συνδέουν τον Κατηγορούμενο 2 με αντικείμενα της υπόθεσης από τα οποία απομονώθηκε γενετικό υλικό του οποίου το προφίλ ήταν κατάλληλο για συγκρίσεις (σελ. 12 παρ. 16). Όπως δηλώθηκε υπό μορφή παραδεκτού γεγονότος, στις 5.6.16 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 2, Τεκμήριο
- Σε όλες τις ερωτήσεις που αφορούν την παρούσα υπόθεση αυτός απάντησε πως ό,τι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο. Είναι επίσης παραδεκτό ότι στις 8.6.16 εξασφαλίστηκε δικαστικό διάταγμα αποκάλυψης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων αναφορικά με τους αριθμούς κλήσης του Κατηγορουμένου 2 και του οδηγού του οχήματος KTG 676 για την περίοδο 25.5.16-1.6.
- Η σχετική Αίτηση, η ένορκη δήλωση που τη συνόδευε και το εκδοθέν δικαστικό διάταγμα κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως Τεκμήριο
- Τα αποτελέσματα κατέδειξαν πως υπήρξε μια κλήση από τον οδηγό στον Κατηγορούμενο 2 στις 31.5.16 και ώρα 14:17 διάρκειας 43 δευτερολέπτων, δηλαδή την αμέσως προηγούμενη μέρα της πιο πάνω δοσοληψίας. Είναι επίσης παραδεκτό πως στις 15.6.16 ο Μ.Κ.4 παρέδωσε στο Εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας της ΥΠ.ΕΓ.Ε συμπληρωμένο έντυπο δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων του Κατηγορουμένου 2, τα οποία (όπως αναφέρεται ανωτέρω) είχαν ληφθεί με τη συγκατάθεση του. Στις 19.9.16 ο Μ.Κ.1 παρέδωσε επίσης ένα ψηφιακό δίσκο με διακριτικό ΝΝΑ MASTER (2702/16) ο οποίος περιείχε φωτογραφίες τριών αποτυπωμάτων με διακριτικά ΝΝ1-1, ΝΝ1-2 και ΝΝ1-
- Από τη σύγκριση στην οποία προέβη ο Υπ/μος Χρίστος Τρισελιώτης, διαπίστωσε πλήρη ταύτιση του αποτυπώματος με διακριτικό ΝΝ1-1 με το αποτύπωμα του δεξιού μεσαίου δακτύλου του Κατηγορουμένου
- Καθίσταται λοιπόν εύρημα μας πως το αποτύπωμα ΝΝ1-1 ανήκει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο δεξί μεσαίο δάκτυλο του Κατηγορουμένου
- Σχετική είναι η Έκθεση του ημ. 21.9.16, Τεκμήριο
- Έχει ήδη αναφερθεί πως ο Μ.Κ.1 έλαβε τα αποτυπώματα και ετοίμασε σχετική Έκθεση ημ. 13.9.16, η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο
- Ο Μ.Κ.1 κλήθηκε βασικά για να διευκρινίσει πού είναι το σημείο ΝΝ1-1 με το οποίο υπήρξε πλήρης ταύτιση με το δακτυλικό αποτύπωμα του Κατηγορουμένου
- Έτσι η μαρτυρία του αφορούσε μόνο απλή επεξήγηση αυτού του θέματος και παρέμεινε κατά τα λοιπά αδιαμφισβήτητη εφόσον ο μάρτυρας δεν έτυχε αντεξέτασης. Επομένως δεχόμαστε τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη και υιοθετούμε ως εύρημα μας τη θέση του πως το σημείο ΝΝ1-1 βρίσκεται στην πράσινη νάιλον τσάντα, Τεκμήριο 1, και συγκεκριμένα σε χαμηλό σημείο επί του εξωτερικού μέρους αυτής. Τέλος, αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως όλα τα Τεκμήρια λήφθηκαν και διακινήθηκαν νομότυπα, χωρίς να υποστούν οποιαδήποτε αλλοίωση και ή επέμβαση εκτός για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων και βρίσκονταν υπό τη συνεχή και ασφαλή φύλαξη της Αστυνομίας μέχρι την κατάθεση τους στο Δικαστήριο. ΙΙΙ. Νομική Ανάλυση Το αδίκημα της συνωμοσίας το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 και Eminiyet κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 216. Σύμφωνα με την υπόθεση Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ΄ ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια, είτε με άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ΄ ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Στυλιανού v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646, η πρόθεση δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα αναδύεται ως εξυπακουόμενο στοιχείο μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα τα οποία και αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Τα αδικήματα της κατοχής και της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια προβλέπονται από το άρθρο 6
(1)
(2)και
(3)του Ν.29/77 αντίστοιχα. Για να αποδειχθεί η κατοχή του ελεγχόμενου φαρμάκου στη βάση των προνοιών του προαναφερόμενου άρθρου, απαιτείται η γνώση του περιεχομένου και η άσκηση, συγχρόνως, ελέγχου επί του ελεγχόμενου φαρμάκου. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Oueiss v. Republic
(1987)2 C.L.R. 49, «Possession imports, as the trial Court correctly directed itself, knowledge of the content and a degree of control over the prohibited substance». Αυτή η αρχή υιοθετήθηκε και στις υποθέσεις Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301, Λυσάνδρου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 672 και Eminiyet κ.ά. v. Αστυνομίας (ανωτέρω). Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία είναι προφανές πως η κατοχή αποδεικνύεται είτε με φυσική φύλαξη του αντικειμένου είτε με έλεγχο επί αυτού. Όπως αναφέρθηκε πιο πρόσφατα στην υπόθεση Κούκος v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 64, η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) της κατοχής, συνίσταται είτε σε άμεση φυσική φύλαξη του αντικειμένου, είτε σε εξυπακουόμενη κατοχή, σύμφωνα με το άρθρο 2
(3)του Ν.29/77, το οποίο προβλέπει ότι αντικείμενα που τελούν υπό τον έλεγχο προσώπου, θεωρούνται ότι βρίσκονται στην κατοχή του, ανεξάρτητα αν βρίσκονται υπό τη φύλαξη άλλου προσώπου. Όμως, η κατοχή, είτε υπό τη μία είτε υπό την άλλη έννοια, θα πρέπει να συνοδεύεται με ταυτόχρονη γνώση (mens rea) της φύσεως του αντικειμένου, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής. Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια της κατοχής: «Κατοχή» σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόσημη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 211). Στον όρο «κατοχή» η νομολογία είχε δώσει ευρεία έννοια. Καλύπτει και τις περιπτώσεις όπου η απαγορευμένη ουσία, βρίσκεται μεν στη φυσική κατοχή ή φύλαξη τρίτου, ο κατηγορούμενος όμως συνεχίζει να διατηρεί τον έλεγχο της. Συνεπώς η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για στήριξη καταδίκης (Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409). Η συγκεκριμένη νομολογιακή θέση βρίσκει έρεισμα και σε νομοθετικές πρόνοιες. Σχετικό είναι το Άρθρο 2
(3)του Νόμου 29/77, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου «. παν πρόσωπο θεωρείται ως έχων εν τη κατοχή αυτού οιαδήποτε αντικείμενα, τελούντα υπό τον έλεγχο αυτού καίτοι ταύτα ευρίσκονται υπό τη φύλαξη ετέρου προσώπου». Τέλος, η νομολογία καθιστά δυνατή την εξ αποστάσεως εμπλοκή (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256).» Το πιο πάνω απόσπασμα αναφέρεται και στην υπόθεση Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- Στην παρούσα περίπτωση είναι προφανές πως για τη στοιχειοθέτηση όλων των αδικημάτων είναι απαραίτητο να καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι αυτά αφορούσαν ελεγχόμενο φάρμακο. Έχοντας υπόψιν τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 1 θεωρούμε πως αυτό ισχύει ακόμα και για τη συνωμοσία, για την οποία κανονικά, όπως προαναφέραμε, δεν απαιτείται οτιδήποτε πέραν από την κατάδειξη συμφωνίας προς διάπραξη κακουργήματος. Είναι παραδεκτό πως οι επίδικες συσκευασίες περιείχαν συνολικά 3 κιλά και 991,9 γρ. κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, όπως περιγράφεται και στο Τεκμήριο
- Αυτή εμπίπτει εντός της ερμηνείας του όρου «κάνναβις» του άρθρου 2 του Ν.29/77 και αναμφίβολα αποτελεί ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β εν τη εννοία του άρθρου 3
(1)του ίδιου Νόμου, εφόσον περιλαμβάνεται στο Μέρος ΙΙ του Πρώτου Πίνακος του Νόμου. Κατά συνέπεια κρίνουμε ότι πληρούται το συστατικό αυτό στοιχείο για όλα τα αδικήματα. Σύμφωνα με τα ευρήματα μας προκύπτει πως οι επίδικες συσκευασίες ναρκωτικών τοποθετήθηκαν εντός του οχήματος KTG από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο 2. Συγκεκριμένα το KTG προσέγγισε και σταμάτησε ακριβώς δίπλα από το KEN για μερικά δευτερόλεπτα, οπότε ο Κατηγορούμενος 2, ευρισκόμενος στη θέση του συνοδηγού και μέσω του παραθύρου της θέσης του, παρέλαβε από τον οδηγό του KEN τις εν λόγω συσκευασίες και τις τοποθέτησε στο πάτωμα της θέσης αυτού, όπου και ανευρέθηκαν κατά την ανακοπή του KTG από την Αστυνομία. Αυτή η κατάληξη μας εξηγεί και δικαιολογεί τον εντοπισμό και την πλήρη ταύτιση του δακτυλικού αποτυπώματος του Κατηγορουμένου 2 στη μια εκ των δύο πράσινων νάιλον συσκευασιών, Τεκμήριο 1, η οποία με τη σειρά της επιβεβαιώνει τη φυσική επαφή του με τα ναρκωτικά. Ουσιαστικά η συνεχής και απρόσκοπτη παρακολούθηση και οπτική επαφή του οχήματος KTG από την έναρξη της παρακολούθησης αυτού από τον Μ.Κ.2 μέχρι και την ανακοπή του δεν αφήνουν οποιοδήποτε περιθώριο αμφιβολίας πως η τοποθέτηση των επίδικων συσκευασιών με τα ναρκωτικά εντός του KTG έγινε σε εκείνο το χρονικό σημείο και από τον Κατηγορούμενο 2. Με άλλα λόγια οι συσκευασίες οι οποίες εντοπίστηκαν κατά την ανακοπή είναι το αντικείμενο το οποίο λίγη ώρα πριν είχε θεαθεί να παραλαμβάνει ο Κατηγορούμενος 2. Τα ανωτέρω ευρήματα μας καταρρίπτουν όλες τις εισηγήσεις της υπεράσπισης περί του μη συνεχούς της παρακολούθησης του KTG και της μη απόδειξης πως οι συσκευασίες που παραλήφθηκαν από τον Κατηγορούμενο 2 περιείχαν ναρκωτικά και συνακόλουθα συμπαρασύρουν την προβολή διαφόρων πιθανών σεναρίων για το χρονικό σημείο και τις συνθήκες τοποθέτησης των ναρκωτικών εντός του KTG τα οποία (σενάρια) αποσυνδέουν τον Κατηγορούμενο 2 από τα ναρκωτικά. Ειδικότερα η υπεράσπιση ισχυρίστηκε πως δεν μπορούν να αποκλεισθούν τα ακόλουθα σενάρια: (
- i)Οι επίδικες συσκευασίες ναρκωτικών να εισήλθαν εντός του οχήματος μετά που ο Κατηγορούμενος 2 κατέβηκε από αυτό και πριν τον εντοπισμό του από τον Μ.Κ.5, ενώ ο Κατηγορούμενος 2 να είχε προηγουμένως αγγίξει σε μια πράσινη σακούλα η οποία βρισκόταν εντός του οχήματος, (
- ii)Οι επίδικες συσκευασίες προϋπήρχαν εντός του οχήματος πριν την είσοδο του Κατηγορουμένου 2 εντός αυτού και απλώς ο τελευταίος να άγγιξε σε μια πράσινη σακούλα που υπήρχε στα πόδια του, (iii) Οι ναρκωτικές ουσίες να προϋπήρχαν εντός του οχήματος πριν την είσοδο του Κατηγορουμένου 2 εντός αυτού αλλά τοποθετήθηκαν στο πάτωμα της θέσης του συνοδηγού μετά που ο Κατηγορούμενος 2 κατέβηκε από το όχημα και πριν τον εντοπισμό του από τον Μ.Κ.5, (
- iv)Ο οδηγός του οχήματος να πέταξε τη συσκευασία που ο Κατηγορούμενος 2 παρέλαβε αθώα πριν τον εντοπισμό του από τον Μ.Κ.5 και να χρησιμοποίησε τις δύο πράσινες νάιλον τσάντες που βρίσκονταν εντός του οχήματος, στη μια εκ των οποίων είχε προηγουμένως αγγίξει ο Κατηγορούμενος 2. Θεωρούμε πως όλες οι πιο πάνω προβληθείσες ως πιθανές εκδοχές αποκλείονται με βάση τα ευρήματα μας αναφορικά με το πώς εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης μας, και για ό,τι αξίζει, σημειώνουμε πως οι πιο πάνω προβληθείσες από την υπεράσπιση ως πιθανές εκδοχές παρέμειναν σε ένα εντελώς θεωρητικό επίπεδο και ουδόλως υποστηρίζονται από ίχνος μαρτυρίας στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο πως διαζευκτικές πιθανότητες ή θεωρίες δεν εξετάζονται σε απλή θεωρητική βάση και in abstracto αλλά στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Νικολάου
(2010)2 Α.Α.Δ. 525: «Ένα Δικαστήριο δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες, ούτε με σενάρια που ευφάνταστα μπορεί να προωθήσει η υπεράσπιση όπως έγινε εδώ, όπου υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση, η θεωρία ότι αν ο εφεσίβλητος είχε δίδυμο αδελφό ή συγγενικό πρόσωπο, δυνατόν το ανευρεθέν γενετικό υλικό να μην ήταν του εφεσίβλητου, στην οποία υποβολή ο Δρ. Καριόλου απάντησε ότι αυτό θα ίσχυε μόνο αν ο εφεσίβλητος είχε μονοζυγοτικό δίδυμο αδελφό και όχι για άλλο συγγενικό πρόσωπο. Σενάριο, βεβαίως, που έμεινε στη σφαίρα της εικασίας εφόσον ούτε ο ίδιος ο εφεσίβλητος στην ανόμωτη του δήλωση δεν είπε ότι έχει δίδυμο αδελφό, ούτε άλλη μαρτυρία δόθηκε προς τούτο.» Όπως λέχθηκε και στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41: «.. διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται εύλογα από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως πως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς τα συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιον τους και αυτό δεν είναι το έργο του Δικαστηρίου.» Σχετική είναι και η απόφαση στην Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Ένα Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τη μαρτυρία στην ολότητα της και να την αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάζει, πόσον μάλλον να αξιολογεί, διαζευκτικές εκδοχές, πιθανότητες ή θεωρίες που όχι μόνο δεν στοιχειοθετούνται, αλλά που ούτε καν μπορούν να αναδυθούν σε μια ενδεχόμενη κατάσταση πραγμάτων, στην απουσία μαρτυρικού υλικού, ως αναγκαίου βεβαίως υπαρκτού υπόβαθρου, πάνω στο οποίο να κτίζεται η διαφορετική αυτή συλλογιστική. Προς τούτο συνηγορούν οι υποθέσεις Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41 και Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104.» (Η υπογράμμιση είναι δική μας) Ακριβώς στην παρούσα περίπτωση διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει υλικό ενώπιον μας το οποίο δυνητικά θα μπορούσε να στηρίξει διαζευκτική πιθανότητα ή να αποτελέσει βάση για την οικοδόμηση διαφορετικής συλλογιστικής. Κατ΄ αναλογίαν προς όσα πολύ πρόσφατα ανέφερε το Εφετείο στην υπόθεση Παλάσκα v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53/13, ημ. 20.1.17, και επιπροσθέτως των πιο πάνω σημειώνουμε αναφορικά με το αποτύπωμα πως ήταν απόλυτο δικαίωμα του Κατηγορουμένου 2 να μην δώσει οποιαδήποτε μαρτυρία επί τούτου, πλην όμως αυτό (το αποτύπωμα) είναι ένα στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας το οποίο το Δικαστήριο δύναται να συνεκτιμήσει με όλα τα άλλα στοιχεία της μαρτυρίας. Όπως λέχθηκε ειδικά: «Καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εκτίμηση του στοιχείου της περιστατικής μαρτυρίας και όχι η θεωρητική εξήγηση οιωνδήποτε υποθέσεων αποσυναρτημένων από μαρτυρία.» Είναι αξιοσημείωτο όμως πως οι πιο πάνω εκδοχές δεν αποτέλεσαν τις μοναδικές εισηγήσεις της υπεράσπισης. Προβλήθηκε και άλλη θέση η οποία ομολογουμένως βασίζεται σε ακριβώς αντίθετη πραγματική βάση, ήτοι πως ο Κατηγορούμενος 2 παρέλαβε και τοποθέτησε τις επίδικες συσκευασίες με τα ναρκωτικά στο πάτωμα της θέσης του συνοδηγού του οχήματος KTG, εξ ου και ανευρέθηκε το αποτύπωμα του σε μια εξ αυτών. Ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης πως σε τέτοια περίπτωση, η μετέπειτα συμπεριφορά του Κατηγορουμένου 2 να κατεβεί από το όχημα αμέσως μόλις αντιλήφθηκε πως αυτές περιείχαν ναρκωτικά καταδεικνύει πως αυτός διαφοροποίησε τη θέση του και έτσι ουδέποτε απέκτησε κατοχή αυτών. Η πιο πάνω εισήγηση της υπεράσπισης απολήγει βασικά στο ότι ο Κατηγορούμενος 2 εισήλθε αθώα εντός του οχήματος KTG λίγα λεπτά πριν από αυτή την παράνομη δραστηριότητα, ενεπλάκη τυχαία και συμπτωματικά σε αυτή και κυρίως ότι κάποια στιγμή κατάλαβε ότι είχαν παραλάβει ναρκωτικά και μόλις το αντιλήφθηκε, αμέσως διαφοροποιήθηκε και κατέβηκε από το όχημα. Παρουσιάζεται ακριβώς το ίδιο πρόβλημα με τα πιο πάνω σενάρια, εφόσον σαφέστατα δεν υπάρχει τίποτα από πλευράς μαρτυρίας, ούτε καν εν είδει ισχυρισμού, που να επιβάλλει την εξέταση ενός τέτοιου σεναρίου και πολύ περισσότερο την αποδοχή του. Έτσι καλούμαστε να προβούμε στα όποια συμπεράσματα προκύπτουν, βεβαίως όχι αόριστα και θεωρητικά αλλά με βάση τα ευρήματα μας και με γνώμονα τις νομικές αρχές οι οποίες έχουν εκτεθεί αμέσως ανωτέρω. Αναμφίβολα βέβαια η εισήγηση αυτή αποδέχεται το εύρημα μας πως ο Κατηγορούμενος 2 άγγιξε τις επίδικες συσκευασίες με τα ναρκωτικά εφόσον αυτός τα παρέλαβε μέσω του παραθύρου του συνοδηγού του KTG. Η φυσική επαφή του Κατηγορουμένου 2 με τα ναρκωτικά είναι η μοναδική άμεση μαρτυρία που συνδέει τον Κατηγορούμενο 2 με αυτά. Αυτή όμως δεν είναι ικανή αφ΄ εαυτής να στοιχειοθετήσει τη διάπραξη από τον Κατηγορούμενο 2 των υπό κρίση αδικημάτων εφόσον θα πρέπει να συνυπάρχει και η ένοχη σκέψη, δηλαδή η γνώση (mens rea). Ως εκ τούτου για σκοπούς κατάληξης μας κατά πόσον ο Κατηγορούμενος 2 εμπλέκεται στη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων, θα πρέπει να ανατρέξουμε στο σύνολο της υπόλοιπης περιστατικής μαρτυρίας. Όσον αφορά τον τρόπο αξιολόγησης περιστατικής μαρτυρίας, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Frank Doherty, Brendan Christopher Dixon v. Her Majesty's Advocate
(2010)W.L. 902939: «In a circumstantial case, it is necessary to look at the evidence as a whole. Each piece of circumstantial evidence does not need to be incriminating in itself. What matters is concurrence of testimony, and the inference drawn by the jury when viewing the circumstances as a whole. The nature of circumstantial evidence is such that it may be open to more than one interpretation. It is for the jury to adopt, and whether to draw the inference that the accused is guilty of the crime.» Επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Παφίτης v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444 είναι διαφωτιστικό: «Η σημασία της περιστατικής μαρτυρίας και πότε αποδεικνύει την ενοχή του κατηγορουμένου εξηγείται σε πολλές δικαστικές αποφάσεις - (βλ., μεταξύ άλλων, Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73· Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172· Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211· Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258). Το πρώτο, που διευκρινίζεται, είναι ότι ποιοτικά η περιστατική μαρτυρία δεν υπολείπεται, ούτε είναι υποδεέστερης αξίας από την άμεση μαρτυρία. Η σημασία της έγκειται στα συμπεράσματα, που μπορεί να εξαχθούν από το περιεχόμενο της. Κλασσικό παράδειγμα είναι η παρουσία, όπως στην προκείμενη περίπτωση, δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων. Αποκαλύπτουν την επαφή του εφεσείοντα με τα σύνεργα του εγκλήματος, γεγονός σχετικό προς το ποιος διέπραξε το έγκλημα, παρόλον που δεν είναι, αφ' εαυτού, καθοριστικό για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου. Το γεγονός, συνεκτιμούμενο με άλλα περιστατικά του εγκλήματος, μπορεί να δικαιολογήσει την καταδίκη του κατηγορουμένου εφόσον τα περιστατικά, σωρευτικά αποτιμούμενα, οδηγούν συμπερασματικά στην ενοχή του. Έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, εφόσον δεν επιδέχονται λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης από την ενοχή του κατηγορουμένου. Το ακόλουθο απόσπασμα από τη Fournides, (ανωτέρω), είναι ενδεικτικό της σημασίας της περιστατικής μαρτυρίας και πότε μπορεί να στοιχειοθετήσει την ενοχή του κατηγορουμένου:- (σελ. 97) "Guided by Cyprus and English precedent, they noted that circumstantial evidence, like other species of evidence, must be judged on its merits. There is, indeed, no judicial predisposition against circumstantial evidence. The feature that distinguishes it from direct evidence is that though individual parts of it are not in themselves conclusive of the guilt of the accused, this may be the cumulative effect of pieces of circumstantial evidence strung together, provided always its causative effect is incompatible with any basis other than that of guilt of the accused. Where cogent, it must be stressed, circumstantial evidence may provide a basis for the conviction of the accused that eliminates the possibility of a conviction founded on human error."» Όντως αποτελεί εύρημα μας πως μετά την παραλαβή των συσκευασιών με τα ναρκωτικά και την τοποθέτηση τους στο πάτωμα της θέσης του συνοδηγού ο Κατηγορούμενος 2 κατέβηκε από το όχημα και μετά πάροδο λίγων λεπτών θεάθηκε να εισέρχεται στο δικό του όχημα (KJK) και να αποχωρεί. Αυτή η ενέργεια του δεν μπορεί να ιδωθεί απομονωμένα και αποσπασματικά αλλά θα πρέπει να τύχει εξέτασης με βάση το σύνολο των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, όπως κατά την άποψη μας ορθώς εισηγήθηκε και η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής. Κατ΄ αρχάς είναι αυτονόητο πως η παραλαβή και διακίνηση μιας τόσο μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών, όπως η παρούσα των σχεδόν 4 κιλών, απαιτούσε οργάνωση και συντονισμό. Αυτό άλλωστε καταδεικνύεται σαφώς και από το γεγονός ότι το όχημα KTG μετέβη σε σημείο όπου ήδη ανέμενε άλλο όχημα, ήτοι το KEN, από το οποίο παραλήφθηκαν τα ναρκωτικά και τοποθετήθηκαν εντός του KTG. Δεν χωρεί αμφιβολία πως οι οδηγοί των δύο αυτών οχημάτων είχαν συνεννοηθεί εκ των προτέρων και ήταν πλήρως ενήμεροι για τη μέρα, ώρα και σημείο της παράδοσης και παραλαβής της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών. Θα ήταν παράλογο να εκληφθεί ότι συναντήθηκαν τυχαία και προχώρησαν σε μια τέτοια συναλλαγή. Όσον αφορά τις συνθήκες της προηγηθείσας συνάντησης των δύο οδηγών, ήτοι του KTG και του KJK (Κατηγορουμένου 2), επισημαίνουμε εξαρχής πως είναι εξίσου εντελώς παράλογο και απίθανο το σενάριο μιας εντελώς τυχαίας συνάντησης των δύο και στη συνέχεια να είχε απώτερο σκοπό ο οδηγός του KTG (ο Γ) να παρασύρει και εμπλέξει τον Κατηγορούμενο 2 σε μια εκ των προτέρων προγραμματισμένη (όσον αφορά τον Γ) παράνομη δραστηριότητα. Άλλωστε δεν υπάρχει ενώπιον μας μαρτυρία ότι αυτοί ήταν φίλοι, ότι συναντιούνταν συχνά ή ότι διέμεναν σε εκείνη την περιοχή που οποιοδήποτε από αυτά τα στοιχεία να μας επιτρέπει να καταλήξουμε ότι η τυχαία συνάντηση τους εκεί ήταν πιθανή. Αντιθέτως, υπάρχει το κοινώς παραδεκτό γεγονός πως μεταξύ 25.5.16 και 1.6.16 τα δύο αυτά πρόσωπα είχαν και τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ τους και μάλιστα στις 31.5.16 και ώρα 14:07, δηλαδή την προηγούμενη μέρα της παράνομης συναλλαγής. Αυτό το δεδομένο εύλογα οδηγεί στο συμπέρασμα πως οι δύο τους είχαν συνεννοηθεί τηλεφωνικώς από την προηγούμενη για τη συνάντηση τους της επόμενης μέρας. Υπό τις περιστάσεις αυτές είναι ζήτημα και απόρροια κοινής λογικής πως τα δύο αυτά πρόσωπα είχαν προγραμματίσει από κοινού τη συνάντηση τους της επόμενης μέρας. Εν πάση περιπτώσει, με βάση τα ενώπιον μας στοιχεία, δεν έχει διαφανεί ή προκύψει πως ο οδηγός του KTG είχε σκοπό κακόβουλα ή εσκεμμένα για δικούς του λόγους να εμπλέξει τον Κατηγορούμενο 2 σε αυτή την παράνομη συναλλαγή ούτε και τον κατονόμασε ή ενέπλεξε στο στάδιο ανακοπής του από την Αστυνομία και σύλληψης του. Κατόπιν της εκ των προτέρων συνεννόησης τους τα δύο οχήματα οδηγούμενα εξ αντιθέτου συναντήθηκαν στον δρόμο προς Λύμπια και σταμάτησαν για μερικά δευτερόλεπτα με τις πόρτες των οδηγών των δύο οχημάτων δίπλα-δίπλα συνομιλώντας ή έστω φθάνοντας σε κάποια συνεννόηση μεταξύ τους. Από εκεί ο Κατηγορούμενος 2 εκκινά πρώτος και όπως συνεχίζει την πορεία του προς τον κυκλικό κόμβο Λυμπιών, ο οδηγός του KTG, ο Γ, τον ακολουθεί μέχρι το σημείο όπου ο Κατηγορούμενος 2 στάθμευσε και τον παρέλαβε ο Γ. Αυτό επεσυνέβη στις 14:58 όπως καταγράφεται στο CD. Αυτές οι ενέργειες τους σαφώς δείχνουν συνεννόηση και συντονισμό μεταξύ τους. Από εκεί συνέχισαν στο ίδιο όχημα (KTG) την πορεία τους προς τον κυκλικό κόμβο. Αυτή όμως (η πορεία) δεν ήταν μια συνηθισμένη και φυσιολογική πορεία. Το όχημα KTG εισήλθε πρώτα στην έξοδο με κατεύθυνση το Δάλι, μετά έκανε επαναστροφή επανήλθε στον κόμβο και πήρε την έξοδο με κατεύθυνση προς τον αυτοκινητόδρομο, ακολούθησε νέα επαναστροφή και αφού έκανε κύκλο στον κόμβο, πάλι πήρε ξανά την έξοδο με κατεύθυνση τον αυτοκινητόδρομο και σταμάτησε στο σημείο όπου βρισκόταν ήδη σταθμευμένο το KEN. Αυτό έγινε σε διάστημα λίγων μόνο λεπτών. Ο χρόνος και οι κινήσεις του KTG δηλαδή δείχνουν ξεκάθαρα πως δεν επρόκειτο για μια συνήθη αλλά αντιθέτως για μια στοχευμένη διαδρομή με μοναδικό σκοπό τη συνάντηση με τον στόχο, ήτοι το KEN και την παραλαβή των ναρκωτικών. Έτσι γίνεται η συνάντηση των δύο οχημάτων με τον τρόπο που περιγράφεται ανωτέρω και σε διάστημα δευτερολέπτων επιτυγχάνεται η παραλαβή η οποία γίνεται από το παράθυρο του συνοδηγού από τον Κατηγορούμενο 2 εφόσον αυτός καθόταν σε εκείνη τη θέση και εκ των πραγμάτων διευκόλυνε και την παραλαβή. Ακολούθησε η ενέργεια του Κατηγορουμένου 2 να τα τοποθετήσει επιμελώς στο πάτωμα μπροστά από τη θέση του συνοδηγού και να κατεβεί από το όχημα. Από εκεί τόσο ο Κατηγορούμενος 2 όσο και το όχημα KEN δεν θεάθηκαν στη σκηνή και γενικά στην περιοχή του κόμβου, ενώ βεβαίως το KTG συνέχισε την πορεία του προς τον αυτοκινητόδρομο με κατεύθυνση τη Λευκωσία υπό συνεχή παρακολούθηση μέχρι και την ανακοπή του. Έχουμε ήδη προβεί σε εύρημα πως ο Κατηγορούμενος 2 μετέβη πίσω στο σημείο όπου είχε προηγουμένως σταθμεύσει το όχημα του μέσω άλλου οχήματος. Είναι όντως άξιον απορίας γιατί το όχημα που τον μετέφερε να μην τον αποβιβάσει στο σημείο όπου αυτός είχε σταθμεύσει το όχημα του αλλά να τον αφήσει πίσω από τα καταστήματα χωρίς αυτό (το όχημα) να θεαθεί και αποκαλυφθεί. Δεν υπάρχει μαρτυρία πως κατ΄ εκείνο το χρονικό διάστημα στην περιοχή εκεί υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση. Επομένως, η χρονική σύμπτωση ακριβώς την ώρα που κατ΄ ισχυρισμόν ο Κατηγορούμενος 2 αντιλήφθηκε ότι είχε εμπλακεί και παγιδευτεί σε παραλαβή ναρκωτικών και κατέβηκε από το KTG, να βρέθηκε άλλο όχημα το οποίο να μπορούσε μάλιστα να του παρέχει άμεση διαφυγή από τον χώρο προς απεμπλοκή του από την παράνομη αυτή δραστηριότητα, είναι και πάλι απίθανη και εξωπραγματική. Το μόνο λογικό σενάριο είναι πως είτε ο Κατηγορούμενος 2 εισήλθε εντός του ΚΕΝ το οποίο αναμφίβολα βρισκόταν εκεί και το οποίο τον μετέφερε στο σημείο πίσω από τα καταστήματα, είτε υπήρχε εκεί ήδη άλλο όχημα το οποίο τον ανέμενε να εισέλθει για να τον μεταφέρει στα καταστήματα. Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε πως η θέση της Κατηγορούσας Αρχής πως ο Κατηγορούμενος 2 εισήλθε εντός του KEN το οποίο τον μετέφερε μέχρι σε κάποιο σημείο από το οποίο ο Κατηγορούμενος 2 μπήκε σε άλλο όχημα, δεν μας βρίσκει σύμφωνες καθότι αυτή η θέση εκλαμβάνει ως δεδομένο πως είναι ο Κατηγορούμενος 2 ο οποίος φαίνεται να κατεβαίνει από το όχημα στις 15:06, και τέτοια διαπίστωση δεν έγινε σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω. Εν πάση περιπτώσει κατά τη γνώμη μας, ενόψει όλων των υπόλοιπων στοιχείων, δεν έχει ουσιώδη σημασία το πώς ακριβώς απομακρύνθηκε από τη σκηνή της συναλλαγής ο Κατηγορούμενος
- Σημασία έχει πως ήταν παρών και εντός οκτώ λεπτών βρέθηκε με κάποιο τρόπο στο αυτοκίνητο του. Όποιο από τα δύο πάνω σενάρια και να ισχύει, καταλήγουμε πως και στις δύο αυτές περιπτώσεις επρόκειτο για μια καλά οργανωμένη και συντονισμένη κατάσταση πραγμάτων εκεί η οποία συνάμα σαφώς αποκαλύπτει και την οργανωμένη και ηθελημένη συμμετοχή του Κατηγορουμένου 2 στην όλη αυτή δραστηριότητα. Με άλλα λόγια και στις δύο αυτές περιπτώσεις αποκλείεται η αθώα και τυχαία συμμετοχή του Κατηγορουμένου 2 στην όλη αυτή δραστηριότητα. Αντιθέτως από τον συνδυασμό όλων των στοιχείων προκύπτει πως αυτός γνώριζε και συμμετείχε σε αυτή στα πλαίσια ενός συντονισμένου και καλά μελετημένου σχεδίου. Το αναπόδραστο συμπέρασμα είναι πως η εμπλοκή του Κατηγορουμένου 2 έγκειτο ακριβώς στην παραλαβή των ναρκωτικών από το KEN και τοποθέτηση τους εντός του KTG και πως η παρουσία του (Κατηγορουμένου 2) στο KTG ήταν απαραίτητη κατά την παράδοση των ναρκωτικών από το KEN. Ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε πως το γεγονός ότι η πληροφορία που είχε λάβει η Υ.ΚΑ.Ν. για την παραλαβή και μεταφορά των ναρκωτικών κατά την επίδικη μέρα αναφερόταν μόνο στον Γ ονομαστικά και όχι στον Κατηγορούμενο 2, ενισχύει τις όποιες αμφιβολίες για τη μη ανάμειξη του τελευταίου στην επίδικη δραστηριότητα. Θεωρούμε πως αυτή η εισήγηση είναι αβάσιμη και στερείται πειστικότητας. Αντιθέτως προκύπτει αβίαστα πως η ληφθείσα πληροφορία ήταν καθόλα αξιόπιστη ως προς σχεδιαζόμενη συναλλαγή με ναρκωτικά και πως τα επίδικα γεγονότα την επαλήθευσαν πλήρως όσον αφορά τη συμμετοχή του εν λόγω τρίτου προσώπου. Είναι δε εύλογο πως τέτοια δραστηριότητα απαιτεί οργάνωση και διευκολύνεται αναλόγως και από ανάμειξη και άλλων προσώπων. Έτσι η μη συμπερίληψη αναφοράς στην πληροφορία και σε άλλα εμπλεκόμενα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτόματα τη μη εμπλοκή και ανάμειξη και άλλων προσώπων. Με δεδομένη την ύπαρξη εντάλματος σύλληψης ούτε και το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος 2 προσήλθε από μόνος του στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. την επομένη, αφού είχε προηγουμένως ενημερωθεί τηλεφωνικώς, διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Το θεωρούμε ως ουδέτερο στοιχείο και δεν προσδίδουμε περαιτέρω αξία σε μια τέτοια ενέργεια του. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω καταλήγουμε πως το μόνο λογικό συμπέρασμα στην παρούσα υπόθεση είναι ότι ο Κατηγορούμενος 2 εν πλήρη γνώσει του συμμετείχε στην οργανωμένη και συντονισμένη αυτή επιχείρηση παραλαβής και διακίνησης ναρκωτικών. Το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, σωρευτικά αποτιμούμενα, δεν επιδέχονται λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης παρά μόνο τη γνώση και οργανωμένη συμμετοχή του Κατηγορουμένου 2 στην παράνομη παραλαβή και διακίνηση ναρκωτικών. Κρίνουμε σκόπιμο να συνοψίσουμε αυτά τα περιστατικά ως ακολούθως: · Ο βέβαιος και απαραίτητος προγενέστερος σχεδιασμός με συμμετοχή του οδηγού του KTG, του Γ, για την παραλαβή και διακίνηση της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών · Η τηλεφωνική επικοινωνία από την προηγούμενη μέρα της συνάντησης του Γ με τον Κατηγορούμενο 2 · Η αρχική συνάντηση τους όχι στο σταθερό σημείο όπου στάθμευσε ο Κατηγορούμενος 2 αλλά σε σημείο όπου τα δύο οχήματα σταμάτησαν για λίγα δευτερόλεπτα με τις πόρτες των οδηγών δίπλα πριν κινηθούν ξανά · Η καθοδήγηση του Κατηγορουμένου 2 στο σημείο όπου τελικώς στάθμευσε και εισήλθε στο KTG ενώ το τελευταίο τον ακολουθούσε · Οι περίεργες διαδρομές του KTG γύρω από τον κυκλικό κόμβο πριν τελικώς κατευθυνθεί και σταματήσει δίπλα από το KEN το οποίο βρισκόταν εκεί σε αναμονή του · Η παραλαβή από το παράθυρο του οδηγού του KEN σε χρόνο δευτερολέπτων των συσκευασιών με τα ναρκωτικά από τον Κατηγορούμενο 2 μέσα από το παράθυρο του συνοδηγού και η τοποθέτηση τους επιμελώς στο πάτωμα της θέσης του · Η ταύτιση του δακτυλικού αποτυπώματος του Κατηγορουμένου 2 με το εξωτερικό μέρος της μιας εκ των δύο πράσινων νάιλον συσκευασιών που περιείχαν τα ναρκωτικά · Η άμεση έξοδος του Κατηγορουμένου 2 από το KTG και η μη θέαση του από εκεί μέχρι την εμφάνιση του λίγα λεπτά μετά στον χώρο πίσω από τα καταστήματα από όπου ο Κατηγορούμενος 2 κινείται πλέον πεζός προς το όχημα του με το οποίο αναχωρεί · Η πολύ σύντομη χρονική διάρκεια των ενεργειών του Κατηγορουμένου
- Η συνεκτίμηση του συνόλου των πιο πάνω περιστάσεων αναμφίβολα δεν οδηγεί σε μια αθώα και τυχαία εμπλοκή του Κατηγορουμένου 2 στην παραλαβή των ναρκωτικών. Αντιθέτως, παρατηρούνται αφενός συνεννόηση και προσχεδιασμός και αφετέρου μη λογικές και φυσιολογικές αντιδράσεις όσον αφορά τις συνθήκες συνάντησης αυτού και του Γ, τις συνθήκες της διακίνησης του KTG μετά την είσοδο του Κατηγορουμένου 2 σε αυτό μέχρι και τη συνάντηση του με το KEN, καθώς επίσης τις συνθήκες μετάβασης και επιστροφής του Κατηγορουμένου 2 στο όχημα του. Επιπλέον επισημαίνουμε την ενεργό συμμετοχή του Κατηγορουμένου 2 στην παραλαβή και τοποθέτηση των ναρκωτικών εντός του KTG. Όλα αυτά τα δεδομένα δεν συνηγορούν υπέρ οποιασδήποτε άλλης λογικής εξήγησης παρά μόνο αποκαλύπτουν τη γνώση για το είδος της συναλλαγής και ηθελημένη εμπλοκή του Κατηγορουμένου 2 αναφορικά με την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω προκύπτει ξεκάθαρα πως ο Κατηγορούμενος 2 εν γνώσει του συμμετείχε σε αυτή την παράνομη δραστηριότητα και ειδικότερα παρέλαβε την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών και την άφησε στο KTG, παραδίδοντας την με αυτόν τον τρόπο στον οδηγό του οχήματος, τον Γ, για την περαιτέρω διακίνηση και μεταφορά αυτής. Αυτές οι ενέργειες του Κατηγορουμένου 2 αναμφίβολα καταδεικνύουν την πλήρη γνώση του περί της φύσης των δύο επίδικων συσκευασιών, την απόκτηση κατοχής αυτής και την προμήθεια της στον Γ. Πέραν της σχετικής νομολογίας που παρατίθεται ανωτέρω χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Σιβιτανίδης v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166, στην οποία το Εφετείο υιοθέτησε το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Κακουργιοδικείου: «Αλληλένδετο στοιχείο της κατοχής είναι το στοιχείο της γνώσης (βλ. Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 218-219 και Κυριάκος Καΐμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662). Θα πρέπει δηλαδή να προσκομισθεί μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο φερόμενος κάτοχος είχε γνώση της κατοχής αλλά και γνώση του είδους του αντικειμένου. Η ύπαρξη και η διαπίστωση της κατοχής ναρκωτικών ουσιών όπως και η πιστοποίηση της αναγκαίας γνώσης ως προς το περιεχόμενο, εξάγεται πλειστάκις από περιστατική μαρτυρία η οποία εξίσου οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388).» Στην Αγγλική υπόθεση R. v. Bailey
(2004)EWCA Crim. 2169 στην οποία παρέπεμψε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής γίνεται πράγματι ο διαχωρισμός μεταξύ ενός απλού θεατή σε ένα έγκλημα (bystander) και ενός ηθελημένου υποστηρικτή σε αυτό (deliberate supporter). Σε εκείνη την υπόθεση ο εφεσείων καθόταν στη θέση του συνοδηγού σε όχημα το οποίο οδηγούσε άλλο άτομο που βρισκόταν σε συνεννόηση με την Αστυνομία για την πώληση ναρκωτικών σε συγκεκριμένο τόπο και ώρα. Κατά τη διάρκεια της όλης δραστηριότητας ο εφεσείων απλώς παρακολουθούσε την όλη συναλλαγή, ήτοι την παράδοση από τον οδηγό έξι μικρών συσκευασιών με ναρκωτικά και τη λήψη της πληρωμής των £60. Το Εφετείο επικρότησε τον τρόπο καθοδήγησης των ενόρκων από τον πρωτόδικο Δικαστή ο οποίος ανέφερε τα εξής: «There is a distinction between a bystander and being a deliberate supporter. Being a bystander at a crime does not make you guilty. What about a deliberate supporter? By a deliberate supporter, I mean someone who is by his very presence intending to encourage and actually does encourage the crime. If you are sure someone is a deliberate supporter, intending to encourage and by his very presence actually encouraging another in the offence, that is sufficient for you to find a defendant guilty.» Αναμφίβολα ο ρόλος του Κατηγορουμένου 2 στην παρούσα υπόθεση δεν είναι αυτός του απλού και αμέτοχου θεατή αλλά επεκτείνεται σε ενεργό συμμετοχή στην παραλαβή των ναρκωτικών. Όλες δε οι συνθήκες που περιβάλλουν αυτή την ενέργεια του, όπως εκτίθενται αναλυτικά ανωτέρω, σαφώς οδηγούν στο μόνο λογικό συμπέρασμα περί της γνώσης και συνεννόησης συμμετοχής του στην όλη αυτή δραστηριότητα παραλαβής και διακίνησης των ναρκωτικών. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 30(Α) του Ν.29/77, η επίδικη ποσότητα των ναρκωτικών δημιουργεί το μαχητό τεκμήριο πως ο Κατηγορούμενος 2 κατείχε την εν λόγω ποσότητα με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Σύμφωνα με την απόφαση Hurbanek κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 524, για την ανατροπή του πιο πάνω μαχητού τεκμηρίου ο Κατηγορούμενος 2 έπρεπε να αποσείσει με πιθανολόγηση ή εύλογη αμφιβολία το βάρος που έχει ότι δεν κατείχε τα ναρκωτικά με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Ο Κατηγορούμενος 2 σαφώς δεν κατάφερε να ανατρέψει το τεκμήριο εφόσον δεν πρόσφερε οποιαδήποτε εξήγηση προς τούτο. Τέλος, ικανοποιούμαστε πως η συμμετοχή του Κατηγορουμένου 2 στην επίδικη παράνομη δραστηριότητα της προμήθειας των ναρκωτικών σαφώς έγινε εν πλήρη γνώσει του και στα πλαίσια εκ των προτέρων συνεννόησης και συμφωνίας με τον Γ και προφανώς και με άλλο πρόσωπο (εφόσον εμπλέκετο και το όχημα KEN από το οποίο παραδόθηκαν τα ναρκωτικά στον Κατηγορούμενο 2). Η σύναψη τέτοιας συμφωνίας αναμφίβολα στοιχειοθετεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Πριν την τελική μας κατάληξη επισημαίνουμε πως στις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 1 και 4 γίνεται αναφορά στον Κατηγορούμενο
- Ειδικότερα, η κατηγορία 1 αφορά συνωμοσία μεταξύ των Κατηγορουμένων 1 και 2 και με άλλο πρόσωπο, ενώ η κατηγορία 4 αφορά την προμήθεια της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών από τον Κατηγορούμενο 2 στον Κατηγορούμενο
- Θα πρέπει να πούμε όμως πως τουλάχιστον στη βάση των ευρημάτων μας δεν έχει διαπιστωθεί η ταυτότητα του εμπλεκόμενου οδηγού του KTG, ο οποίος δεν έχει κατονομαστεί στα πλαίσια της ακρόασης για τον Κατηγορούμενο
- Ως εκ τούτου υπάρχει διάσταση μεταξύ των λεπτομερειών των δύο αυτών κατηγοριών και των ευρημάτων μας, υπό την έννοια ότι έχει καταδειχθεί συνωμοσία του Κατηγορουμένου 2 με τον οδηγό του KTG και με άλλο άγνωστο πρόσωπο, καθώς επίσης έχει καταδειχθεί προμήθεια από τον Κατηγορούμενο 2 στον οδηγό του KTG, χωρίς όμως αναφορά στο όνομα του οδηγού. Έτσι καθίσταται αναγκαία η εξέταση του κατά πόσο η παρούσα είναι κατάλληλη περίπτωση να διαταχθεί τροποποίηση των εν λόγω κατηγοριών ή του κατηγορητηρίου δυνάμει του άρθρου 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Για την εφαρμογή του άρθρου 85
(4)πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής τέσσερις προϋποθέσεις: (
- i)Με την προσαχθείσα μαρτυρία πρέπει να αποδεικνύεται η διάπραξη από τον κατηγορούμενο ποινικού αδικήματος που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο. (
- ii)Να είναι αδύνατη η καταδίκη του κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου. (iii) Με την καταδίκη του για το εν λόγω αδίκημα ο κατηγορούμενος να μην υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης που θα μπορούσε να του επιβληθεί αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου. Δηλαδή η ποινή που προβλέπεται για την κατηγορία που προστίθεται να μην υπερβαίνει εκείνη που προβλέπεται για τα αδικήματα του αρχικού κατηγορητηρίου. (
- iv)Η μεταβολή του κατηγορητηρίου να μην επηρεάζει δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνουμε ότι πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις. Ειδικότερα επισημαίνουμε ότι με τη μεταβολή του κατηγορητηρίου διά της προσθήκης νέων κατηγοριών με τις πιο πάνω λεπτομέρειες ουδόλως επηρεάζεται δυσμενώς ο Κατηγορούμενος 2 στην υπεράσπιση του με δεδομένο ότι τα αδικήματα των νέων κατηγοριών είναι ακριβώς τα ίδια με τα υφιστάμενα με τη μόνη διαφορά το ένα πρόσωπο το οποίο εμπλέκεται πέραν του Κατηγορουμένου 2, ήτοι τον οδηγό του KTG, για τον οποίο ο Κατηγορούμενος 2 γνώριζε εξ υπαρχής. Επιπλέον σημειώνουμε ότι με την προσθήκη αυτών των νέων κατηγοριών η προβλεπόμενη ποινή παραμένει ως είχε για τα αδικήματα του αρχικού κατηγορητηρίου. Ως εκ τούτου ασκώντας τη διακριτική μας ευχέρεια προχωρούμε στην τροποποίηση του κατηγορητηρίου δια της προσθήκης δύο νέων κατηγοριών ως εξής: Έκτη Κατηγορία Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και του άρθρου 5
(1)(β), Πρώτος Πίνακας (Μέρος ΙΙ) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 (Ν.29/77) Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο Κατηγορούμενος 2 την 01.06.2016 στη Λευκωσία της επαρχίας Λευκωσίας συνωμότησε με δύο άλλα πρόσωπα όπως διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή να προμηθεύσουν το ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλαδή κάνναβη βάρους 3 κιλών και 991,9 γραμμαρίων από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Έβδομη Κατηγορία Προμήθεια Ελεγχόμενου Φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5
(1)(β), 6
(3), 30, 30Α, 31, Πρώτος Πίνακας (Μέρος ΙΙ) και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 (Ν.29/77), όπως τροποποιήθηκε. Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο Κατηγορούμενος 2 κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στη 2η κατηγορία προμήθευσε τρίτο πρόσωπο με το ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, που αναφέρεται στη 2η κατηγορία, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. ΙV. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγουμε πως η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεση της εναντίον του Κατηγορουμένου 2 στον απαιτούμενο βαθμό αναφορικά με τις κατηγορίες 2 και 3 και τις κατηγορίες 6 και 7 οι οποίες προστέθηκαν ως ανωτέρω. Ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 2, 3, 6 και 7 και απαλλάσσεται και αθωώνεται στις κατηγορίες 1 και 4. (Υπ). ....... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ). ....... Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο