← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Νεόφυτου Γλυκερίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9336/16, 31/1/2017

Δημοκρατία ν. Νεόφυτου Γλυκερίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9336/16, 31/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2017:6 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ. ΣΥΝΘΕΣΗ: Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9336/16 Δημοκρατία Κατηγορούσα Αρχή v.

  1. Νεόφυτου Γλυκερίου, από την Ανθούπολη
  2. Σωκράτη Αγγελή, από τους Εργάτες Κατηγορουμένων 31 Ιανουαρίου,
  3. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Παπαλοΐζου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Ηλίας Α. Στεφάνου Κατηγορούμενος 2 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ) H Κατηγορούσα Αρχή αποδίδει στον κατηγορούμενο 2, ο οποίος αρνήθηκε ενοχή, τη διάπραξη του αδικήματος, της συνωμοσίας κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154 και του άρθρου 5

(1)(β), Πρώτος Πίνακας (Μέρος ΙΙ) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, ήτοι ότι την 1/6/2016 στη Λευκωσία συνωμότησε με άλλο πρόσωπο, όπως διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή να προμηθεύσουν το ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλαδή κάνναβη βάρους 3 κιλών και 991.9 γραμμαρίων από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ, Κατοχής της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2), 30 και 31 του ιδίου Πίνακα, Μέρους και Νόμου, ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ, Κατοχής, της αναφερθείσας ναρκωτικής ουσίας, με σκοπό τη προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5
(1)(β), 6
(3)30, 30 και 31, του ιδίου Πίνακα, Μέρους και Νόμου, ΤΡΙΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ και Προμήθειας, αυτής της ναρκωτικής ουσίας, στον κατηγορούμενο 1, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο και κατά παράβαση των ίδιων διατάξεων, που αναφέρονται στην Τρίτη κατηγορία, του ιδίου νόμου, ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΑ. Ο συγκατηγορούμενος του παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες 1, 2, 3 και 5 που αντιμετωπίζει στις 31/10/16 και έκτοτε η υπόθεση γι' αυτόν αναβάλλεται, εν αναμονή της έκβασης της υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου 2, με σκοπό την έκθεση γεγονότων, αγόρευσης για μετριασμό της ποινής και επιβολή ποινής. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε πέντε
(5)μάρτυρες κατηγορίας (στο εξής Μ.Κ.), τον Λοχία 2748, Νεόφυτο Νεοφύτου, Μ.Κ.1, ο οποίος υπηρετεί στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών, στο εργαστήριο διερεύνησης εγκλημάτων και εμφάνισης αποτυπωμάτων, τον αστυφύλακα 2529, Ανδρέα Ιακώβου, Μ.Κ.2, ο οποίος έλαβε μέρος στην επιχείρηση εναντίον της διακίνησης ναρκωτικών, θέτοντας υπό παρακολούθηση συγκεκριμένο μέρος της περιοχής, παρά τον κυκλικό κόμβο Λυμπιών, όπου θα γινόταν η παράδοση και παραλαβή ναρκωτικών, ευρισκόμενος σε αυτοκίνητο, τον Λοχία 2626 Κωνσταντίνο Παναγιώτου, Μ.Κ.3, ο οποίος ηγείτο της επιχείρησης και βρισκόταν στην ίδια περιοχή με τον Μ.Κ.2, παρά το εστιατόριο ΡΟΥΒΗΜ πλησίον του κυκλικού κόμβου Λυμπιών, τον αστυφύλακα 3867 Σώζο Σώζου, Μ.Κ.4, ο οποίος ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και τον αστυφύλακα 3031 Χριστόφορο Χριστοφόρου, Μ.Κ.5, ο οποίος επίσης έλαβε μέρος στην επιχείρηση και ευρίσκετο στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας, με κατεύθυνση τη Λευκωσία, ο οποίος όταν εντόπισε το όχημα με τα ναρκωτικά, στη συνέχεια το ανέκοψε μαζί με άλλους. Επίσης κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν δεκαεννέα
(19)τεκμήρια, αναφορά στα οποία θα γίνει όπου τούτο κριθεί αναγκαίο. Ακόμη, τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου γραπτά και προφορικά παραδεκτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Όταν η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε την υπόθεση της, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 2, δεν προέβαλε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Ενώ, αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και κάλεσε τον κατηγορούμενο 2 σε απολογία, αναφέροντας του τα δικαιώματα του, αυτός τήρησε σιωπή και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης, ως ήταν δικαίωμα του. Ως εκ τούτου, οι δικηγόροι των δύο πλευρών, κατά την αγόρευση, που έκαστος εξ αυτών προέβη, ξεδίπλωσε την επιχειρηματολογία του στη βάση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε και των παραδεκτών γεγονότων, επικουρούμενη από τη νομολογία που στηρίζετο τούτη. Επειδή τα αμφισβητούμενα θέματα, νομικά και πραγματικά, είναι, κατ' ουσία, δύο, αλλά ουσιαστικά και καθοριστικά για την έκβαση του αποτελέσματος της υπόθεσης, δεν καθίσταται αναγκαίο να ακολουθηθεί η κλασσική μορφή συγγραφής απόφασης, δηλαδή να καταγραφεί πρώτα όλη η μαρτυρία, ως έχει, η οποία τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου, που άλλωστε μικρό μέρος της αμφισβητείται ή προσδίδεται σε αυτή διαφορετική ερμηνεία από τους δικηγόρους των δύο πλευρών, ακολούθως η αξιολόγηση, μετά τα ευρήματα, στη συνέχεια η νομική πτυχή και τέλος τα συμπεράσματα και η κατάληξη του Δικαστηρίου. Η δομή της απόφασης θα παρουσιάζει ταυτόχρονα, ενιαία και αδιάσπαστα την μαρτυρία, την αξιολόγηση της, τα ευρήματα και τα συμπεράσματα μου, με εμφανή και ευδιάκριτο τρόπο, ποια μαρτυρία, απ' αυτή που αμφισβητείται ή δίνεται διαφορετική ερμηνεία, γίνεται αποδεκτή, ή απορρίπτεται, υπό τη νενομισμένη αιτιολόγηση, έχοντας κατά νου την εκφρασθείσα άποψη, περί τούτων, από τους δύο συνηγόρους. Συνάμα δε θα απαντώνται και οι διάφορες θέσεις και εισηγήσεις των δικηγόρων, όπως αυτές αναδύονται μέσα από την ακροαματική διαδικασία και την αγόρευση τους. Αλλά και αν ακόμη δεν καταπιάνομαι ή και δεν ασχολούμαι με κάθε ένα επιχείρημα των συνηγόρων ή με κάθε λεπτομέρεια και θέμα, δεν σημαίνει ότι αγνόησα τούτο ή δεν το έλαβα υπόψη. Απεναντίας, έχω κατά νου όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπό το φως των πιο πάνω, ξεδιπλώνεται, κατωτέρω, η ιστορία που έφερε την υπόθεση αυτή ενώπιον του Δικαστηρίου και κατά του κατηγορούμενου
  1. Την 1/6/2016 η Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών, ΥΚΑΝ, έλαβε πληροφορία ότι κάποιο άτομο, άλλο από τον κατηγορούμενο 2, θα παραλάμβανε μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών στην περιοχή του χωριού Λύμπια. Αμέσως ο Μ.Κ.3, λοχίας 2626 Κωνσταντίνος Παναγιώτου, ενημέρωσε τα μέλη της ομάδας του τμήματος επιχειρήσεων και μετέβησαν, υπό την ηγεσία του, στην περιοχή την οποία έθεσαν υπό παρακολούθηση. Περί ώρα 15:00 και δή ελάχιστο πριν τις 14:58 η ώρα, ως εξάγεται από το Τεκμήριο 9, ο αστυφύλακας 3539 Αντρέας Ιακώβου, Μ.Κ.2, ο οποίος ήταν μέλος της ομάδας παρακολούθησης της περιοχής, ο οποίος οδηγούσε αυτοκίνητο, εντόπισε το όχημα με αρ. εγγραφής ΚTG 676, μάρκας SUZUKI SWIFT, χρώματος μαύρου, το οποίο οδηγούσε κάποιο άτομο, άλλο από τον κατηγορούμενο 2, το οποίο κατόπιν οδηγιών του Μ.Κ.3, τέθηκε υπό παρακολούθηση από τον Μ.Κ.2, ο οποίος το ακολούθησε στη διαδρομή του, από τον κυκλικό κυκλοφοριακό κόμβο με κατεύθυνση το χωριό Λύμπια. Ο Μ.Κ.2, ο οποίος κατευθύνθηκε πίσω από το εν λόγω όχημα, δηλαδή το όχημα KTG676, προς το χωριό Λύμπια, είδε το όχημα να συναντάται για μερικά δευτερόλεπτα, με δεύτερο όχημα το οποίο κατευθύνετο εξ' αντιθέτου, δηλαδή με κατεύθυνση προς τον κυκλικό κόμβο, με τις πόρτες των δύο οδηγών δίπλα-δίπλα. Ενώ ο Μ.Κ.2 προσέγγιζε το σημείο συνάντησης των δύο οχημάτων, αυτά ξεκίνησαν και κατευθύνθηκαν προς το μέρος του, αφού το όχημα με αρ. εγγραφής KTG676 έκανε επαναστροφή και ακολούθησε το δεύτερο όχημα. Όταν το δεύτερο όχημα πέρασε από δίπλα του, είδε τους αριθμούς εγγραφής του, KJK862 και αναγνώρισε τον οδηγό του εν λόγω οχήματος ως τον 2ο κατηγορούμενο, από το χωριό Εργάτες, τον οποίο γνώριζε στα πλαίσια προηγούμενης διερεύνησης. Αφού και το όχημα του άλλου προσώπου πέρασε από δίπλα του, έκανε επαναστροφή και ακολούθησε τα δύο οχήματα προς τον κυκλικό κόμβο. Ενώ προσέγγιζαν τον κυκλικό κόμβο το όχημα του KJK862 που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 2 στάθμευσε, περί ώρα 14:58:18 στα αριστερά εκτός δρόμου, σύμφωνα με την κατεύθυνση τους, έξω από παρακείμενα καταστήματα, περί τα 50-70 μέτρα από τον κυκλικό κόμβο και στη συνέχεια η ώρα 14:58:22 άνοιξε την πόρτα του και κατέβηκε από αυτό. Αφού έκλεισε την πόρτα του περί ώρα 14:58:27, και την ίδια σχεδόν στιγμή, περί ώρα 14:58:32, το άλλο πρόσωπο στάθμευσε το όχημα του KTG676 στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, πίσω περίπου από το όχημα του κατηγορουμένου 2, άνοιξε την πόρτα και εισήλθε στη θέση του συνοδηγού στο όχημα του άλλου προσώπου, με αρ. εγγραφής KTG 676, περί ώρα 14:58:33, ενώ στη συνέχεια, περί ώρα 14:58:34, το εν λόγω όχημα αναχώρησε από το μέρος. Εν τω μεταξύ, στο βάθος του δρόμου, περί ώρα 14:58:26 ξεπρόβαλε και το όχημα του Μ.Κ.
  2. Οι αναφερθέντες χρόνοι αναφύονται από το Τεκμήριο 9 σε πραγματική ώρα και όχι ως αυτοί εμφανίζονται στο βίντεο του Τεκμηρίου 9, που είναι κατά μια ώρα πίσω. Τις αναφερθείσες κινήσεις των δύο οχημάτων, του οχήματος του Μ.Κ.
  3. και του κατηγορούμενου 2, παρά τα καταστήματα στον προαναφερθέν δρόμο, μέχρι και σε απόσταση περί τα 100 μέτρα, κατέγραψε κάμερα ασφαλείας παρακείμενου κρεοπωλείου, που αντίγραφο των καταγραφέντων σε cd κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9, ως εξηγείται κατωτέρω. Η θέση του κ. Στεφάνου ότι η μεταξύ των δύο οχημάτων KTG676 και KJK862 από τη μια και του οχήματος του Μ.Κ.2 από την άλλη, χρονική διαφορά 16 δευτερολέπτων, δημιουργεί, εκ τούτου, συμπέρασμα ότι ο Μ.Κ.2 δεν μπορούσε να έχει συνεχή οπτική επαφή και να δει τον κατηγορούμενο 2 να εξέρχεται εκ του οχήματος του KJK862 και να εισέρχεται στη θέση του συνοδηγού στο KTG676, ως γίνεται κατανοητό, εκ των πιο πάνω αναφερθέντων με λεπτομέρεια χρόνο κινήσεων όλων, δεν ευσταθεί και απορρίπτεται, αφού από την πραγματική μαρτυρία, το CD, Τεκμήριο 9, φαίνεται τόσο το όχημα του Μ.Κ.2 στο βάθος περί τα 100 μέτρα, στην ώρα που ήδη έχει αναφερθεί, όσο και τα δύο άλλα οχήματα και ο κατηγορούμενος 2 να κατεβαίνει από το όχημα του και να εισέρχεται στο όχημα με αρ. εγγραφής KTG676, σχεδόν ταυτόχρονα κατά τους χρόνους που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Ακολούθως, το όχημα με αριθμούς εγγραφής KTG676 με οδηγό το άλλο πρόσωπο πρόσωπο και συνοδηγό τον 2ο κατηγορούμενο συνέχισε την πορεία του προς τον κυκλικό κόμβο Λυμπιών, από τον οποίο αναπτύσσονται τέσσερις κατευθύνσεις, ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 13Β, μία, αριστερά, προς Δάλι, μία, πάνω, προς Λύμπια, μία, δεξιά, προς Αθηαίνου και μία, κάτω προς τον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού και Λάρνακας, και μετά κατευθύνθηκε προς το χωριό Δάλι, υπό τη συνεχή παρακολούθηση και οπτική επαφή από τον Μ.Κ.
  4. Σε κάποιο σημείο, και ενώ Μ.Κ.2 συνέχιζε να τους ακολουθεί, το όχημα με αριθμούς εγγραφής KTG676 έκανε επαναστροφή και κατευθύνθηκε ξανά προς τον κυκλικό κόμβο Λυμπιών, περνώντας και πάλι δίπλα από τον Μ.Κ.2, ο οποίος είδε και πάλι το άλλο πρόσωπο να οδηγεί το όχημα με συνοδηγό το 2ο κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.2, χωρίς να χάσει οπτική επαφή, έκανε επίσης επαναστροφή και κατευθύνθηκε πίσω από το εν λόγω όχημα και ακολούθως ενημέρωσε το Λοχ. 2626 Κωνσταντίνο Παναγιώτου, Μ.Κ.3, ο οποίος ηγείτο της επιχείρησης, για συνέχιση της παρακολούθησης. Ο Μ.Κ.3 ο οποίος βρισκόταν σε υπερυψωμένο σημείο, με υψομετρική διαφορά από το δρόμο περί το ένα
(1)μέτρο, παρά το εστιατόριο «ΡΟΥΒΗΜ», πλησίον του κυκλικού κόμβου, ως σημειώθηκε στο Τεκμήριο 13Β, συνέχισε την παρακολούθηση του εν λόγω οχήματος αμέσως μετά τον κυκλικό κόμβο Λυμπιών, όπου το όχημα κατευθύνθηκε προς τον αυτοκινητόδρομο. Στη συνέχεια το εν λόγω όχημα έκανε επαναστροφή και κατευθύνθηκε και πάλι προς τον κυκλικό κόμβο Λυμπιών, όπου έκανε κύκλο, και κατευθύνθηκε εκ νέου προς τον αυτοκινητόδρομο, σταματώντας δίπλα από άλλο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚEN892, μάρκας NISSAN και χρώματος ασημί, το οποίο εκείνη τη στιγμή ήταν σταθμευμένο, περί τα 80-100 μέτρα από τον Μ.Κ.
  1. και 50 μέτρα από τον κυκλικό κόμβο, στην λωρίδα έκτακτης ανάγκης στην αριστερή άκρη του δρόμου με πορεία προς τον αυτοκινητόδρομο, όπως φαίνεται ως τετραγωνάκι στο Τεκμήριο 13Β, το οποίο όμως ο Μ.Κ.3 δεν είχε αντιληφθεί από πού ήλθε και πότε στάθμευσε εκεί. Τα δύο οχήματα παρέμειναν για λίγα δευτερόλεπτα δίπλα-δίπλα, οπότε ο οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΚEN892 έδωσε ένα μεγάλο αντικείμενο, όπως ένα μαξιλαράκι καναπέ διαστάσεων περίπου 20 - 30 εκ. χ 30 εκ., από το παράθυρο του οδηγού, στον 2ο κατηγορούμενο, ο οποίος το πήρε από το παράθυρο του συνοδηγού του οχήματος στο οποίο επέβαινε, χωρίς όμως, να δει ή να διακρίνει άλλα χαρακτηριστικά και δη το χρώμα του αντικειμένου. Το μόνο σίγουρο για τον Μ.Κ.3, εκ της πείρας του και της πεποίθησης του, ήταν ότι επρόκειτο για ναρκωτικά. Αμέσως μετά ο 2ος κατηγορούμενος κατέβηκε από τη θέση του συνοδηγού από το όχημα KTG676 στο οποίο επέβαινε, χωρίς να κρατεί οτιδήποτε, και το εν λόγω όχημα, το οποίο ήταν υπό την συνεχή οπτική επαφή του Μ.Κ.3, αναχώρησε από το μέρος, περνώντας κάτω από την αερογέφυρα, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 13Α, προς τον αυτοκινητόδρομο με κατεύθυνση τη Λευκωσία, το οποίο ήταν και το τελευταίο σημείο οπτικής επαφής από τον Μ.Κ.
  2. Την ίδια ώρα ο Μ.Κ.3 έδωσε οδηγίες για παρακολούθηση και ανακοπή, με την πρώτη δυνατή, ασφαλή, ευκαιρία, για έρευνα του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KTG676 και ταυτόχρονα κατέβηκε απ' εκεί που ήταν, εισήλθε στο όχημα του, το οποίο βρισκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα, σίγουρα όμως πολύ περισσότερα από 2-3 μέτρα που ο Μ.Κ.3 ανάφερε, ως εξάγεται από την τοποθέτηση που έθεσε τον εαυτό του, στο Τεκμήριο 13Β και το αυτοκίνητο του επί του Τεκμηρίου 14, αλλά και από την απάντηση του που έδωσε κατά την αντεξέταση, στην υποβολή ότι ήταν περί τα 10-15 μέτρα, και βγήκε στο δρόμο, που χρειάστηκε πολύ περισσότερο χρόνο από τα 10-15 δευτερόλεπτα που είπε, αφού η απόσταση που διάνυσε είναι πολύ μεγαλύτερη από τα 2-3 μέτρα, προσπαθώντας να εντοπίσει το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚEN892, χωρίς επιτυχία, ενώ κατά το χρόνο αυτό, δηλαδή την ώρα που κατέβηκε απ' εκεί που ήταν και προσπάθησε να εντοπίσει το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΕΝ892, για άγνωστο χρονικό διάστημα, που προφανώς όμως δεν θα ήταν για μερικά δευτερόλεπτα αλλά μερικά, έστω, ελάχιστα λεπτά, γιατί δεν λογίζεται προσπάθεια εντοπισμού ύποπτου οχήματος σε δευτερόλεπτα, δεν είδε στο μέρος ούτε τον κατηγορούμενο
  3. Έτσι κατευθύνθηκε και αυτός προς Λευκωσία για βοήθεια της υπόλοιπης ομάδας. Τα πιο πάνω γεγονότα, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου αποτελούν την πρώτη πράξη της παράστασης, που συνθέτουν τα διαδραματισθέντα, επίδικα, γεγονότα στα οποία, η μεν Κατηγορούσα Αρχή επενδύει να αποδείξει, με φόντο ένα τηλεφώνημα που είχαν μεταξύ τους την προηγούμενη ημέρα, ήτοι στις 31/5/16, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 και τον τρόπο συνάντησης τους και τις κινήσεις που έκαμε το άλλο πρόσωπο που οδηγούσε το όχημα KTG676 και τις ενέργειες του κατηγορουμένου 2, με αποκορύφωμα την παραλαβή του αντικειμένου απ' αυτό, την κατοχή και γνώση του κατηγορούμενου 2 ότι τούτο ήταν ναρκωτικά, η δε υπεράσπιση ότι αυτά τα γεγονότα δεν οδηγούν μόνο σε ότι η Κατηγορούσα Αρχή θεωρεί και καταλογίζει στον κατηγορούμενο 2, αλλά τουναντίον τίποτε απ' αυτά δεν ισχύει και η ενέργεια του κατηγορουμένου 2 να κατεβεί από το όχημα KTG676 καταδεικνύει ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη των ναρκωτικών και μόλις αντιλήφθηκε τούτο, με την παραλαβή, διαφοροποιήθηκε και αποστασιοποιήθηκε, κατεβαίνοντας από το εν λόγω όχημα. Διευκρινίζεται και αποτελεί εύρημα μου, ότι ο λόγος που ο Μ.Κ.3 δεν είδε τον κατηγορούμενο 2 στο δρόμο, όταν εισήλθε στο όχημα του και κατευθύνθηκε προς το μέρος που είδε το όχημα KTG676 και το όχημα ΚΕΝ892 να συναντούνται, δεν ήταν, ως υπέθεσε, ότι κάποιο όχημα τον πήρε, γιατί, ως είπε, αν ήταν πεζός και περπατούσε θα τον έβλεπε καθότι για να διανύσει κάποιος την απόσταση των 50 μέτρων από το σημείο συνάντησης των δύο οχημάτων μέχρι τον κυκλικό κόμβο χρειάζεται περί τα 1-2 λεπτά, αλλά ο λόγος ήταν επειδή, όπως άλλωστε είπε στη μαρτυρία του, η προσοχή του ήταν στραμμένη και επικεντρωμένη μόνο στο όχημα KTG676, επί του οποίου βρισκόταν το αντικείμενο, που κατά την εμπειρία του ήταν ναρκωτικά. Επίσης η θεωρία του ότι, αν ο κατηγορούμενος 2 ήταν πεζός θα τον έβλεπε, γιατί αυτός βρέθηκε στο δρόμο σε μερικά δευτερόλεπτα, ενώ ο κατηγορούμενος 2 για να διανύσει την απόσταση των 50 μέτρων θα χρειάζετο 1-2 λεπτά, δεν ευσταθεί γιατί, πρώτο λαμβάνει ως δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος 2 περπατεί και δεύτερο δεν αιτιολόγησε γιατί χρειάζεται χρόνος 1-2 λεπτών για να διένυε ο κατηγορούμενος 2 την απόσταση των 50 μέτρων. Επί πλέον η δικηγόρος της Κατηγορούσας Αρχής στην αγόρευση της, ανατρέπει την θέση αυτή του Μ.Κ.3 αφού εισηγείται ότι ο κατηγορούμενος 2 θα μπορούσε να διανύσει την απόσταση απ' εκεί που παρέλαβε το αντικείμενο μέχρι εκεί που ήταν σταθμευμένο το όχημα του, που είναι πολύ πιο μακρυά από τον κυκλικό κόμβο, σε 1 λεπτό. Ακόμη, αν λάβει υπόψη κανείς ότι ο Μ.Κ.3 δεν αντιλήφθηκε από πού ήλθε και πότε στάθμευσε το όχημα ΚΕΝ892 εκεί που στάθμευσε και ούτε αντιλήφθηκε πότε έφυγε, αλλά απλά και πάλι είκασε γιατί δεν το είδε που έφυγε, όταν έχει τόσο μεγάλο όγκο ένα όχημα, πολύ πιο φυσικό είναι να μην αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο 2 που έχει πολύ μικρότερο μέγεθος και όγκο από ένα αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος 2, επτά
(7)λεπτά, περίπου, αργότερα από τη στιγμή που κατέβηκε από το όχημα με αρ. εγγραφής KTG676, ως φαίνεται από το CD, Τεκμήριο 9, εξέρχεται πεζός περί ώρα 15:06:49 από πάροδο, κάθετη επί της οδού που οδηγεί προς τον κυκλικό κόμβο, και να κατευθύνεται προς το όχημα του με αρ. εγγραφής KJK862, το οποίο είχε σταθμεύσει λίγα λεπτά προηγουμένως έξω από παρακείμενα καταστήματα, παρά το δρόμο που οδηγεί στον κυκλικό κόμβο και αφού εισέρχεται σε αυτό να αναχωρεί από το μέρος. Η θέση που εξέφρασε ο Μ.Κ.2, βλέποντας το CD, Τεκμήριο 9, ότι από κάποιο αυτοκίνητο που σταθμεύει στο δρόμο που οδηγεί προς τον κυκλικό κόμβο, αυτός που εξέρχεται είναι ο κατηγορούμενος 2 και εισέρχεται στην πάροδο και στη συνέχεια είναι αυτός που εξέρχεται από την πάροδο, αναγνωρίζοντας τον από τα ρούχα και την κορμοστασιά, δεν με βρίσκει σύμφωνο ως προς το πρώτο σκέλος, δηλαδή ότι το πρόσωπο που κατεβαίνει από το αυτοκίνητο είναι ο κατηγορούμενος 2, γιατί δεν μπορεί να γίνει θετική αναγνώριση μόνο από τα ρούχα και την κορμοστασιά, αφού και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά μπορεί να έχουν πολλά άτομα, όπως άλλωστε διαπιστώνω, από την ευκαιρία που είχα να παρακολουθήσω την προβολή του CD, Τεκμήριο
  1. Ενώ συμφωνώ ως προς το δεύτερο σκέλος, το οποίο αποτέλεσε μέρος υποβολής του κ. Στεφάνου κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.2, ότι δηλαδή το άτομο που εξέρχεται από την πάροδο πίσω από τα καταστήματα, πεζός, που στη συνέχεια εισέρχεται στο KJK862, είναι ο κατηγορούμενος
  2. Ίσως να ήταν διαφορετικά τα πράγματα αν μπορούσε να ταυτιστεί ότι το όχημα αυτό, που φαίνεται να έχει ασημί χρώμα, είναι το ίδιο όχημα με τον ΚΕΝ892 μάρκας NISSAN και χρώματος ασημί. Αποτελεί διαπίστωση και εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα οχήματα KTG676 και KJK862 ήταν υπό συνεχή οπτική επαφή κατά την παρακολούθηση, από τον Μ.Κ.2 μέχρι την στιγμή που ανέλαβε την παρακολούθηση ο Μ.Κ.3 και σε κανένα σημείο δεν κατέβηκε ο κατηγορούμενος 2 από το όχημα ΚJK862 και εισήλθε άλλος σε αυτό ή κατέβηκε από το όχημα με αρ. εγγραφής KTG 676 και εισήλθε άλλο άτομο σ' αυτό. Επίσης αποτελεί διαπίστωση και εύρημα του Δικαστηρίου ότι από την στιγμή που ανέλαβε την παρακολούθηση ο Μ.Κ.3 σε κανέναν σημείο δεν υπήρξε αλλαγή του ατόμου που καθόταν στη θέση του συνοδηγού στο όχημα με αρ. εγγραφής KTG676, δηλαδή του κατηγορούμενου 2, μέχρι και την ώρα που κατέβηκε ο κατηγορούμενος 2 απ' αυτό και το όχημα KTG676 αναχώρησε και κατευθύνθηκε προς Λευκωσία. Ο Α/Αστ. 3031 Χρίστος Χριστοφόρου, Μ.Κ.5, ο οποίος ήταν τοποθετημένος στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού, με κατεύθυνση τη Λευκωσία, κοντά στη συμβολή του αυτοκινητόδρομου Λάρνακας - Λευκωσίας, και Λεμεσού - Λευκωσίας, σε απόσταση περίπου 7 χιλιόμετρα από τον κυκλικό κόμβο Λυμπιών, ως τα προφορικά παραδεκτά γεγονότα, περί η ώρα 15:15 εντόπισε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KTG676 και συνέχισε την παρακολούθηση του. Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης το εν λόγω όχημα εξήλθε από τον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας από την έξοδο Τσερίου και κατευθύνθηκε προς το χωριό Τσέρι. Αφού έλαβε οδηγίες για ανακοπή του εν λόγω οχήματος, ο Μ.Κ.5 τοποθέτησε τον αστυνομικό φάρο στο υπηρεσιακό του όχημα και περί η ώρα 15:22 ανέκοψε μαζί με άλλους το όχημα με αρ. εγγραφής KTG676 παρά τα φώτα τροχαίας του παρακαμπτήριου δρόμου Τσερίου, ως φαίνεται στις φωτογραφίες 1, 2 και 3 του Τεκμηρίου
  3. Μετά την ανακοπή του οχήματος, ο Μ.Κ.5 προέβη σε έρευνα του οχήματος στην παρουσία του οδηγού του οχήματος KTG676 και εντόπισε στο πάτωμα στη θέση του συνοδηγού δύο
(2)πράσινες νάιλον τσάντες, Τεκμήρια 1 και 2, οι οποίες περιείχαν η κάθε μια από δύο
(2)νάιλον συσκευασίες, Τεκμήρια 1A, 1B και 2A, 2B, αντίστοιχα, με ξηρή φυτική ύλη ομοιάζουσα με κάνναβη, ως φαίνονται στις φωτογραφίες 4-7 του Τεκμηρίου
  1. Τα εν λόγω Τεκμήρια παραλήφθηκαν από τον Μ.Κ.5 και ακολούθως παραδόθηκαν στον Αστ. 3867 Σώζο Σώζου, Μ.Κ.
  2. Όπως διαπιστώθηκε από επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν αργότερα οι τέσσερις
(4)συσκευασίες περιείχαν συνολικά 3 κιλά και 991,9 γραμμάρια κάνναβη, από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Σχετική είναι η έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους, Τεκμήριο
  1. Ο Μ.Κ.5 πληροφόρησε τον 1ο κατηγορούμενο για το αδίκημα που διέπραττε, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε «εν τέσσερα κιλά.» Αμέσως ο Μ.Κ.5 πληροφόρησε τον 1ο κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη και του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε «θα τα πούμε με το δικηγόρο, ότι έχω να πω.» Ακολούθως, την ίδια μέρα ο Αστ. 4032 Ξενάκης Βαρελά, Μ.Κ.2, επί του κατηγορητηρίου, έλαβε φωτογραφίες του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KTG
  2. Με τη βοήθεια Ηλεκτρονικού Υπολογιστή και συσκευής αντιγραφής CD/DVD, αντέγραψε τις φωτογραφίες σε ένα CD, τις τύπωσε και τις έδεσε σε σχετικό βιβλιάριο εννέα
(9)φωτογραφιών με Αριθμό Σ/88/16 Υ.Κ.Α.Ν Λ/ΣΙΑΣ, Τεκμήριο
  1. Την ίδια μέρα και περί η ώρα 20:30 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ένταλμα σύλληψης εναντίον του 2ου κατηγορούμενου. Περί η ώρα 21:30 ο 2ος κατηγορούμενος αναζητήθηκε στην πατρική του οικία στο χωριό Εργάτες, χωρίς όμως να εντοπιστεί. Σε συνομιλία που είχε ο Αστ. 4798 Ματθαίος Νικολάου, Μ.Κ.5 επί του κατηγορητηρίου, με μέλη της οικογένειας του, του ανέφεραν ότι δεν γνωρίζουν που διαμένει, αλλά του έδωσαν τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου. Την 2.6.2016 ο 2ος κατηγορούμενος μετέβη στα γραφεία της Υ.Κ.Α.Ν. οπότε και συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, Τεκμήριο 5, στο οποίο τεκμήριο συμπεριλαμβάνεται και ο όρκος. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο και του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του ο 2ος κατηγορούμενος απάντησε «Δεν έχω καμιάν σχέση.» Την 2.6.2016 λήφθηκαν από τον 2ο κατηγορούμενο δακτυλικά και παλαμικά αποτυπώματα, αφού προηγουμένως λήφθηκε η γραπτή του συγκατάθεση. Η αυτόβουλη παρουσία του στην αστυνομία δεν υποδηλώνει οτιδήποτε. Το όχημα με αριθμούς εγγραφής KEN892 εντοπίστηκε την 2.6.2016 και περί η ώρα 00:05 σταθμευμένο έξω από την οικία 3ου προσώπου, άλλο από το προαναφερόμενο, με το όνομα Αντώνης Φλουρέντζος, στη Ξυλοφάγου και ερευνήθηκε. Το πρόσωπο στο οποίο ανήκει το εν λόγω όχημα δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί και εναντίον του εκδόθηκε και εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης και καταζητείται. Την 5.6.2016 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον 2ο κατηγορούμενο, κατά την διάρκεια της οποίας αρνήθηκε να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση σχετικά με τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται και ανέφερε ότι, ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο. Η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Από τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα που αφορούν τους ανωτέρω αναφερόμενους αριθμούς κλήσης των κατηγορουμένων 1 και 2 μεταξύ των ημερομηνιών 25.5.2016 και 1.6.2016, αποκάλυψη των οποίων εξασφαλίστηκε δυνάμει δικαστικού διατάγματος ημερομηνίας 8.6.2016, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7, προέκυψε μια τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των δύο κατηγορουμένων από τον αριθμό κλήσης 99014298 του 1ου κατηγορούμενου στον αριθμό κλήσης 99011109 του 2ου κατηγορούμενου την 31.5.2016 και ώρα 14:17 διάρκειας 43 δευτερολέπτων. Από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, το οποίο είναι εγκατεστημένο στο κρεοπωλείο «Δημήτρης» στα Λύμπια, συνδεδεμένο με σύστημα DVR το οποίο καταγράφει δεδομένα είκοσι-τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, ο Μανώλης Μανώλη, Μ.Κ.18, επί του κατηγορητηρίου, ο οποίος εγκατέστησε το εν λόγω σύστημα, την 9.6.2016 με ορθή και ενδεδειγμένη μέθοδο κατέγραψε σε CD όλα τα δεδομένα που καταγράφηκαν από το εν λόγω κλειστό κύκλωμα την 1.6.2016 μεταξύ των ωρών 14:50 και 15:10, και παρέδωσε το εν λόγω CD στον Αστ. 3867 Σώζο Σώζου, Μ.Κ.4 με τα διακριτικά «9/6/16 - 1800». Στη συνέχεια ο Μ.Κ.4 παρέδωσε το εν λόγω CD στο Εργαστήριο Φωτογραφίας, Εικόνας και Γραφικών της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας, όπου του δόθηκε το διακριτικό E.P.2 και στη συνέχεια με τη χρήση Ηλεκτρονικού Υπολογιστή ετοιμάστηκαν πιστά αντίγραφα. Η σχετική έκθεση του Εργαστηρίου Φωτογραφίας, Εικόνας και Γραφικών κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8 και Πιστό αντίγραφο του εν λόγω CD κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Το ως άνω κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης λειτουργούσε και κατέγραφε κανονικά. Η ημερομηνία που καταγράφεται στα οπτικά πλάνα είναι η ορθή, ενώ η ώρα που αναγράφεται έχει απόκλιση από την πραγματική ώρα κατά μια ώρα προς τα πίσω, δηλαδή η ώρα που αναγράφεται είναι μια ώρα πίσω από την πραγματική ώρα. Να σημειωθεί ότι οι συσκευασίες που φαίνονται στις φωτογραφίες 4, 5, 6 και 7 του Τεκμηρίου 4 απεικονίζουν τα Τεκμήρια 1, 1Α, 1Β, 2, 2Α και 2Β όπως ακριβώς ανευρέθηκαν, στο σημείο ακριβώς που ανευρέθηκαν, δηλαδή στο πάτωμα της θέσης του συνοδηγού του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KTG
  4. Την 2.6.2016 ο αστυφύλακας 3807 Ιωάννης Ιωάννου, Μ.Κ.17, επί του κατηγορητηρίου, με τη συγκατάθεση του 2ου κατηγορούμενου, έλαβε παρειακά επιχρίσματα από τον 2ο κατηγορούμενο, τα οποία σφράγισε και υπέγραψε, όπως υπέγραψε και ο 2ος κατηγορούμενος και ακολούθως τα παρέδωσε στον Αστ. 3867 Σώζο Σώζου (ΜΚ1). Τα παρειακά επιχρίσματα κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  5. Την ίδια μέρα ο Μ.Κ.4 μετέφερε τα εν λόγω παρειακά επιχρίσματα, Τεκμήριο 10, μαζί με τα Τεκμήρια 1, 1Α, 1Β, 2, 2Α και 2Β στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, όπου τα παρέδωσε στη Βάσω Stripley, Μ.Κ.15 επί του κατηγορητηρίου για επιστημονικές εξετάσεις. Ο Δρ. Μ. Καριόλου, Ανώτερος Μοριακός Γενετιστής και Διευθυντής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (Μ.Κ.16), επί του κατηγορητηρίου ειδικός, μεταξύ άλλων, στην απομόνωση γενετικού υλικού DNA από βιολογικές ουσίες που τυχόν να υπάρχουν πάνω σε αντικείμενα, μεταξύ άλλων, παρέλαβε σφραγισμένα τα Τεκμήρια 1, , 1Α, 1Β, 2, 2Α και 2Β ως επίσης και το Τεκμήριο 10 από τη Βάσω Stripley, Μ.Κ.15 επί του κατηγορητηρίου, του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, και αφού τα εξέτασε σε επίπεδο DNA κατέληξε σε συμπεράσματα που καταγράφονται στην Έκθεση του με ημερομηνία 27.7.2016 με αριθμό αναφοράς 2702/2016, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11 και στην οποία δεν διαπιστώνεται ότι κάποιο απ' αυτά ανήκει στον κατηγορούμενο
  6. Την 15.6.2016 ο Λοχίας 2478, Νεόφυτος Νεοφύτου, Μ.Κ.1, παρέδωσε στο Εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας συμπληρωμένο έντυπο δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων του 2ου κατηγορούμενου, τα οποία είχαν ληφθεί με τη συγκατάθεση του 2ου κατηγορούμενου. Την 19.9.2016 ο Λοχ. 2748 Νεόφυτος Νεοφύτου, Μ.Κ.1, παρέδωσε στο Εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας ένα ψηφιακό δίσκο με διακριτικό ΝΝΑ MASTER1 (2702/16), ο οποίος περιείχε φωτογραφίες τριών αποτυπωμάτων με διακριτικά ΝΝ1-1, ΝΝ1-2 και ΝΝ1-
  7. Από τη σύγκριση στην οποία προέβη ο Υπαστυνόμος Χρίστος Τρισελιώτης, Μ.Κ.20 επί του κατηγορητηρίου, διαπιστώθηκε πλήρης ταύτιση του αποτυπώματος με διακριτικό ΝΝ1-1 (2702/16) με το αποτύπωμα του δεξιού μεσαίου δακτύλου του 2ου κατηγορούμενου. Δηλαδή, διαπίστωσε ότι το αποτύπωμα με διακριτικά ΝΝ1-1, δηλαδή στην πράσινη νάιλον τσάντα Τεκμήριο 1, ανήκει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο δεξί μεσαίο δάκτυλο του 2ου κατηγορούμενου. Η Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του Υπαστυνόμου Χρ. Τρισελιώτη ημερομηνίας 21.9.2016 με αριθμό αναφοράς 2949/16 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  8. Όλα τα τεκμήρια παραλήφθηκαν νομότυπα, διακινήθηκαν νομότυπα, χωρίς να υποστούν οποιαδήποτε αλλοίωση και/ή επέμβαση εκτός για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων και βρίσκονταν υπό τη συνεχή και ασφαλή φύλαξη της Αστυνομίας, μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης στο Δικαστήριο. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 1 ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ Η κατηγορία αυτή στηρίζεται στο άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο έχει ως ακολούθως: "Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος.." Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας 1 η συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος αφορά την προμήθευση κάνναβης βάρους 3 κιλών και 991,9 γραμματίων, από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Η αντικειμενική υπόσταση (Actus Reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στη συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη. Είναι η συμφωνημένη συμπεριφορά η οποία αποτελεί τη βάση της κατηγορίας. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, η συνωμοσία συνίσταται στη συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Δεν υπάρχει αδίκημα ενόσω ο σχεδιασμός παραμένει στο στάδιο της πρόθεσης μόνον. Είναι χωρίς σημασία το κατά πόσον αυτό που τελικά πραγματοποιείται διαφέρει από αυτά τα οποία έχουν συμφωνηθεί. Επίσης δεν απαλλάσσεται της ευθύνης, ένας συνωμότης που συμφώνησε να παίξει ένα ρόλο στη συνωμοσία αλλά αδιαφόρησε ως προς την τελική επιτυχία της συμφωνίας από τη στιγμή κατά την οποία η συμφωνία ήταν συμπληρωμένη. Η συμφωνία των συνωμοτών είναι το αποτέλεσμα εξωτερίκευσης της σκέψης και κρυφής πρόθεσης που κάθε ένας έχει στο μυαλό του, η οποία εκδηλώνεται με προώθηση της πρόθεσης, που λαμβάνουν τη μορφή κοινών και αμοιβαίων διαβουλεύσεων οι οποίες καταλήγουν τελικά σε συμφωνία. Επομένως δεν είναι αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο σκοπό. Χρειάζεται απαραίτητα και αναγκαία συμφωνία μεταξύ τους για την επιδίωξη του παράνομου σκοπού. Η συμφωνία αποδεικνύεται με μαρτυρία του γεγονότος ότι αυτή ετέθη σε εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή τους δράση. Σχετικό με τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν είναι το απόσπασμα από την υπόθεση R v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48 στις σελίδες 58-59 που ακολουθεί: "The crime of conspiracy is completely committed .. The moment two or more have agreed that they will do, at once or at some future time, certain things. It is not necessary in order to complete the offence that any one thing should be done beyond the agreement. The conspirators may repent and stop, or may have no opportunity, or may be prevented, or may fail. Nevertheless the crime is complete; it was completed when the agreed." Στην υπόθεση Abdebraouf Ben Abdallah Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134, 142 και 143, λέχθηκαν τα ακόλουθα: ". Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Mulcany v. R.
(1868)L.R. 34 H.L. 328, O´Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παράγρ. 28-4." Στη σελίδα 144 ειπώθηκαν τα εξής: "Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και, επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (Βλ. R. v. King and King
(1966)Crim. L.R. 280, R. v. Mills, 47 Cr. App. R. 49, R. v. Walker
(1962)Crim. L.R. 458, R. v. O´Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παράγρ. 28-9." Τέλος στη σελίδα 149 αναφέρθηκαν και τα πιο κάτω: "Δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη της διάπραξης του ουσιαστικού αδικήματος που συμφώνησαν να διαπράξουν οι συνωμότες για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Οι ενέργειες για την προώθηση της συνωμοσίας μπορεί να μη είναι από μόνες τους παράνομες." Η ένοχη διάνοια (Mens Rea) δεν μπορεί να εξακριβωθεί, αφού αυτή βρίσκεται στη διανοητική κατάσταση του ατόμου, παρά μόνο από τις πράξεις των συνωμοτών όπως αυτές αναφύονται από τα γεγονότα που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Erminiyet κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.216, Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646 και Λαζάρου κ.ά ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 633. Στον Archbold Criminal Evidence and Practice, 41η έκδοση παράγρ. 28-7 στη σελίδα 2038, αναφέρεται πως η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει πως μια συμφωνία μεταξύ των συνωμοτών επραγματοποιήθη για την προώθηση ενός παράνομου σκοπού. Στην υπόθεση Ganis v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134, 143 και 149 λέχθηκε ότι η αθώωση του κατηγορούμενου στα αδικήματα που αποτελούν αντικείμενο της συνωμοσίας δεν επηρεάζει τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με την κατηγορία της συνωμοσίας. ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 2 ΚΑΤΟΧΗ Η κατηγορία αυτή στηρίζεται στο άρθρο 6
(1)
(2). Το άρθρο 6 έχει ως ακολούθως: Άρθρο 6 6.—
(1)Τηρουμένων οιωνδήποτε δυνάμει του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου εκάστοτε εν ισχύϊ κανονισμών, δεν είναι νόμιμον δι' οιονδήποτε πρόσωπον να προμηθεύεται ή να έχη ελεγχόμενον φάρμακον εν τη κατοχή αυτού.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 32 του παρόντος Νόμου και του εδαφίου
(4)κατωτέρω, αποτελεί αδίκημα δι' οιονδήποτε πρόσωπον να αγοράζει ή προμηθεύεται ή να έχη εν τη κατοχή αυτού ελεγχόμενον φάρμακον κατά παράβασιν του εδαφίου
(1)ανωτέρω
(3)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 32 του παρόντος Νόμου, αποτελεί αδίκημα δι' οιονδήποτε πρόσωπον να αγοράζει ή προμηθεύεται ή να έχη εν τη κατοχή αυτού ελεγχόμενον φάρμακον νομίμως ή μη προς τον σκοπόν όπως προμηθεύση τούτο σε έτερον πρόσωπον κατά παράβασιν του άρθρου 5
(1)του παρόντος Νόμου.
(4)Εν οιαδήποτε διαδικασία δι' αδίκημα τι κατά παράβασιν του εδαφίου
(2)ανωτέρω εν τη οποία αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος αγόρασε ή προμηθεύτηκε ή είχεν εν τη κατοχή αυτού ελεγχόμενον φάρμακον, θα αποτελή υπεράσπισιν η απόδειξις- (α) ότι γνωρίζων ή υποπτευόμενος ότι πρόκειται περί ελεγχομένου φαρμάκου αγόρασε ή προμηθεύτηκε ή έθεσε τούτο υπό την κατοχήν του ίνα παρεμπόδιση έτερον πρόσωπον από του να διάπραξη ή συνέχιση διαπράττον αδίκημα εν σχέσει με το εν λόγω φάρμακον, και ότι το ταχύτερον δυνατόν μετά την αγορά ή προμήθεια ή ανάληψιν κατοχής τούτο έλαβεν άπαντα τα μέτρα άτινα ευλόγως ηδύνατο να λάβη ίνα καταστρέψη το φάρμακον ή να παραδώση τούτο προς φύλαξιν εις πρόσωπον νομίμως δικαιούμενον να φυλάττη τούτο· ή (β) ότι γνωρίζων ή υποπτευόμενος ότι πρόκειται περί ελεγχομένου φαρμάκου αγόρασε ή προμηθεύτηκε ή έθεσε τούτο υπό την κατοχήν του ίνα παραδώση τούτο προς φύλαξιν εις πρόσωπον νομίμως δικαιούμενον να φυλάττη τούτο, κι ότι το ταχύτερον δυνατόν μετά την αγορά ή προμήθεια ή ανάληψιν κατοχής τούτου έλαβεν άπαντα τα μέτρα άτινα ούτος ευλόγως ηδύνατο να λάβη ίνα παραδώση τούτο προς φύλαξιν υπό του εν λόγω προσώπου.
(5)Το εδάφιον
(4)ανωτέρω θα εφαρμόζηται εν περιπτώσει διαδικασίας δι΄ αδίκημα δυνάμει του άρθρου 25 του παρόντος Νόμου συνισταμένου εις απόπειραν διαπράξεως αδικήματος δυνάμει του εδαφίου
(2)ανωτέρω ως τούτο εφαρμόζεται εν τη περιπτώσει διαδικασίας δι΄ αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(2), υπό την επιφύλαξιν των ακολούθων μετατροπών, ήτοι: (α) αναφορά εις το ότι ο κατηγορούμενος είχεν εν τη κατοχή του ή έθεσεν υπό την κατοχήν αυτού ελεγχόμενον φάρμακον, θα αντικαθίσταται αντιστοίχως υπό αναφοράς εις το ότι ούτος απεπειράθη να έχη, και απεπειράθη να θέση, υπό την κατοχήν αυτού τοιούτον φάρμακον και (β) εν ταις παραγράφοις (α) και (β) αι λέξεις από «και ότι το ταχύτερον δυνατόν» μέχρι του τέλους τούτων θέλουσι διαγραφή.
(6)Ουδέν των εν τω εδαφίω
(4)ή
(5)ανωτέρω διαλαμβανομένων θέλει επηρεάσει οιανδήποτε υπεράσπισιν ην δύναται να εγείρη, ανεξαρτήτως των εν λόγω εδαφίων, πρόσωπόν τι κατηγορούμενον δι΄ αδίκημα δυνάμει του παρόντος άρθρου. ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ 3 ΚΑΙ 4 ΚΑΤΟΧΗ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ ΣΕ ΑΛΛΑ ΠΡΟΣΩΠΑ Οι κατηγορίες αυτές έχουν έρεισμα το άρθρο 5
(1)και 6
(3). Το άρθρο 6
(3)καταγράφεται ανωτέρω. Το άρθρο 5 έχει ως πιο κάτω: Άρθρο 5 5
(1)Τηρουμένων οποιωνδήποτε Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου, δε θα είναι νόμιμο για οποιοδήποτε πρόσωπο - (α) Να παράγει, κατασκευάζει, παρασκευάζει ή εκχυλίζει ελεγχόμενο φάρμακο ή (β) να προμηθεύει, προσφέρει, προσφέρεται να προμηθεύει, προσφέρει προς πώληση, διανέμει, πουλεί ή παραδίδει υπό υποιουσδήποτε όρους ελεγχόμενο φάρμακο ή ενεργεί ως μεσάζον για την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου σε άλλο πρόσωπο.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 32 αποτελεί αδίκημα για οποιοδήποτε πρόσωπο - (α) Να προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια κατά παράβαση του εδαφίου
(1). (β) να ενέχεται σε οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια άλλου προσώπου κατά παράβαση του εν λόγω εδαφίου. Να σημειωθεί ότι στην Κατηγορία 4 συγκεκριμενοποιείται ότι ο κατηγορούμενος 2 προμήθευσε τον κατηγορούμενο 1 με την αναφερθείσα ποσότητα κάνναβης, ενώ στην κατηγορία 3 αναφέρεται ότι οι δύο κατηγορούμενοι είχαν στην κατοχή τους την εν λόγω κάνναβη για να την προμηθεύσουν σε άλλα πρόσωπα. Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 29/77 Το άρθρο 32 του Ν.29/77 καθιερώνει ως υπεράσπιση του κατηγορούμενου την απόδειξη εκ μέρους του ότι δεν είχε γνώση ή υποψία ούτε λόγο να υποψιαστεί την ύπαρξη οιουδήποτε γεγονότος που προβάλλεται από την Κατηγορούσα Αρχή το οποίο πρέπει να αποδείξει για να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος στο αδίκημα που κατηγορείται. Στο άρθρο 32 προβλέπονται τα ακόλουθα: «32. -
(1)Το παρόν άρθρον εφαρμόζεται εις αδικήματα βάσει των ακολούθων διατάξεων του παρόντος Νόμου, ήτοι των άρθρων 5
(2)και
(3), 6
(2)και
(3), 7
(2)και 10.
(2)Υπό την επιφύλαξιν του εδαφίου
(3)κατωτέρω εν τη εκδικάσει οιουδήποτε αδικήματος εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται, αποτελεί υπεράσπισιν διά τον κατηγορούμενον η απόδειξις ότι δεν είχε γνώσιν ή υποψίαν ούτε λόγον να υποψιασθή την ύπαρξιν οιουδήποτε γεγονότος προβαλλομένου υπό της κατηγορίας όπερ η κατηγορία δέον να αποδείξη ίνα καταδικασθή ούτος διά το εν τω κατηγορητηρίω αδίκημα.
(3)Εν τη εκδικάσει οιουδήποτε αδικήματος διά το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται, ίνα καταδικασθή ο κατηγορούμενος δέον όπως ή κατηγορία αποδείξη ότι ουσία τις ή προϊόν τι σχετιζόμενον με το προσαπτόμενον αδίκημα ήτο το ελεγχόμενον φάρμακον όπερ η κατηγορία ισχυρίζεται και αποδεικνύεται ότι η εν λόγω ουσία ή προϊόν ήτο τω όντι το εν λόγω ελεγχόμενον φάρμακον- (α) ο κατηγορούμενος δεν απαλλάσσεται του αδικήματος λόγω μόνον ότι ούτος αποδεικνύει ότι δεν εγνώριζεν ή υποπτεύετο ούτε είχε λόγον να υποπτευθή ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήτο το ειδικώς αναφερόμενον φάρμακον περί ου ο ισχυρισμός αλλά ούτος (β) απαλλάσσεται του αδικήματος - (
  1. i)εάν αποδείξη ότι δεν είχε γνώσιν ή υποψίαν ή λόγον να υποπτεύηται ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήτο ελεγχόμενον φάρμακον ή (
  2. ii)εάν αποδείξη ότι επίστευε, ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήτο ελεγχόμενον φάρμακον, ή ελεγχόμενον φάρμακον τοιαύτης περιγραφής, ώστε, εάν τούτο ήτο πράγματι το εν λόγω ελεγχόμενον φάρμακον ή ελεγχόμενον φάρμακον τοιαύτης περιγραφής, ούτος δεν θα διέπραττε κατά τον ουσιώδη χρόνον αδίκημα εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται.
(4)Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω διαλαμβανομένων θέλει επηρεάσει δυσμενώς οιανδήποτε υπεράσπισιν ην δύναται να προβάλη πρόσωπον τι κατηγορούμενον δι΄ αδίκημα εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται.» Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ Ένα πρόσωπο έχει κάτι υπό την κατοχή του όταν αυτό ευρίσκεται υπό τη φυσική φύλαξη ή υπό τον έλεγχό του (βλ. D.Ρ.Ρ. v. Brooks
(1974)2 All E.R. 840, Α.C. 862, Ρ.C.). Φυσική φύλαξη πρέπει να θεωρείται η περίπτωση όπου το πρόσωπο κρατεί στα χέρια του το αντικείμενο ή ακόμη όταν το φυλάσσει σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος του. Η έννοια του ελέγχου είναι ευρύτερη. Όταν υφίσταται έλεγχος του αντικειμένου στοιχειοθετείται η κατοχή (βλ. Άρθρο 2
(3)των περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμων του 1977, αντίστοιχο του Άρθρου 37
(3)του Misuse of Drugs Act 1971 της Αγγλίας) (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2ΑΑΔ 388, Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2ΑΑΔ 211, Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(2008)2ΑΑΔ 256, Chima v. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 456 και Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2ΑΑΔ 706). Έλεγχος υφίσταται όταν το πρόσωπο έχει τη δυνατότητα ή το δικαίωμα επέμβασης και ανάληψης κατά βούληση επί του αντικειμένου αποκλειστική ή ομού μετ' άλλων προσώπων (βλ. Σίφουνας κ.α. ν. Αστυνομίας
(2007)2ΑΑΔ 91 Searle [1971] Crim.L.R. 592). Αν κάποιος αποκρύβει ναρκωτικά στο ντουλάπι της κουζίνας του σπιτιού του ή στο συρτάρι του γραφείου του, έχει τον έλεγχο και συνεπώς την κατοχή του. Αν το ναρκωτικό φυλάσσεται σε ιδιωτικό χώρο όπου τρίτα πρόσωπα μπορούν να εισέρχονται μόνο κατόπιν αδείας του τότε το στοιχείο του ελέγχου καταδεικνύεται πιο εύκολα. Ενίοτε όμως, παράνομα αντικείμενα φυλάσσονται σε δημόσιους ή ανοικτούς χώρους ώστε ο κάτοχος να μη διατρέχει τον κίνδυνο να βρεθούν ανά πάσα στιγμή στην κατοχή του. Εφόσον τα παράνομα αντικείμενα ευρίσκονται εν γνώσει του σε συγκεκριμένο σημείο, συνήθως κρυμμένα και δύναται να επισκέπτεται τον χώρο και να λαμβάνει τη φυσική κατοχή τους, τότε αυτά είναι υπό τον έλεγχο και κατ' επέκταση υπό την κατοχή του. Κατοχή μπορεί να υπάρξει ακόμα και όταν τα αντικείμενα φυλάσσονται στα υποστατικά τρίτου, νοουμένου πάντοτε πως ο κατηγορούμενος διατηρεί τον έλεγχο τους (βλ. Χριστάκης Ιωάννου «Τίτος» ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409). Αλληλένδετο στοιχείο της κατοχής είναι το στοιχείο της γνώσης της φύσης του αντικειμένου που συνιστά το αντικείμενο της κατοχής (βλ. Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 218-219 και Κυριάκος Καϊμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662 και Πολυδώρου ν. Δημοκρατίας 2007 2ΑΑΔ 492 και Αθηνή ανωτέρω). Θα πρέπει δηλαδή να προσκομισθεί μαρτυρία (άμεση ή περιστατική) που να καταδεικνύει ότι ο φερόμενος κάτοχος είχε γνώση της φύσης του αντικειμένου της κατοχής. Στην υπόθεση Παναγιώτης Ιωάννου ν. Δημοκρατίας,
(2002)2 A.A.Δ. 295 ο κατηγορούμενος θεάθηκε να προσεγγίζει ερημική περιοχή όπου υπήρχε φυτεία με 97 φυτά κάνναβης, να παίρνει ένα φυτό και να κατευθύνεται προς το αυτοκίνητο του. Τα γεγονότα αυτά, μετά την απόρριψη της δικαιολογίας που έδωσε, συνιστούσαν ικανοποιητική περιστατική μαρτυρία για το αδίκημα της κατοχής των φυτών. Ενώ στην υπόθεση Λουκά Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 687 ειπώθηκαν τα εξής: «[.] Το δεύτερο είναι πως δεν υπήρχε μαρτυρία ότι ο εφεσείων είχε θεαθεί ποτέ με τα δοχεία που περιείχαν τα ναρκωτικά. Περαιτέρω, καμία μαρτυρία δεν υπήρχε για την ύπαρξη γενετικού υλικού του στην επιφάνεια των δοχείων, ούτε εντοπίστηκε οτιδήποτε άλλο που θα μπορούσε να τον συνδέσει με το περιεχόμενο τους. Καμία μαρτυρία δεν υπήρχε και ως προς τον χρόνο ή τις περιστάσεις εναπόθεσης του γενετικού υλικού του εφεσείοντα στο νάιλον σακούλι. Δεν θεωρούμε σημαντικό το γεγονός ότι η Αστυνομία δεν εντόπισε παρόμοια σακούλια ή ρολό τέτοιων σακουλιών εντός της αποθήκης. Τελικά, το μόνο που καταδείκνυε η μαρτυρία είναι πως στο ένα από τα δύο σακούλια που είχαν τοποθετηθεί μεταξύ του δοχείου και του πώματος - ένα στο κάθε δοχείο - υπήρχε γενετικό υλικό του εφεσείοντα, μαζί με το γενετικό υλικό άλλου αγνώστου ή άλλων αγνώστων προσώπων, ενώ στο άλλο νάιλον σακούλι και στα μαύρα σακούλια υπήρχε γενετικό υλικό προσώπων αγνώστων στα γεγονότα της υπόθεσης και πως ο εφεσείων είχε πρόσβαση στην αποθήκη. Με αυτό το πραγματικό πλαίσιο θεωρούμε ότι η περιστατική μαρτυρία δεν έχει την αποτελεσματικότητα που της απέδωσε το Κακουργιοδικείο ώστε να καταλήξει σε εύρημα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο εφεσείων είχε γνώση για το περιεχόμενο των δοχείων καθώς και τον έλεγχο και συνεπώς την κατοχή των ναρκωτικών. Ειδικότερα σε ό, τι αφορά την ανεύρεση του γενετικού υλικού, δεν έχει την αμεσότητα και τη σύνδεση με το αδίκημα που υπήρχε στην υπόθεση Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746 στην οποία βρέθηκε γενετικό υλικό του κατηγορουμένου στην εσωτερική επιφάνεια δακτυλίου περόνης ασφαλείας της χειροβομβίδας που προκάλεσε την έκρηξη, καθώς και στην εξωτερική επιφάνεια του μοχλού όπλισής της, που καταδεικνύει κάποια άμεση επαφή με το ίδιο το όργανο της διάπραξης του εγκλήματος. Στην προκείμενη περίπτωση δημιουργείται τουλάχιστον υποβόσκουσα αμφιβολία ως προς το κατά πόσο το συμπέρασμα ενοχής του Εφεσείοντα είναι το μόνο λογικό συμπέρασμα επί της περιστατικής μαρτυρίας. Η ύπαρξη του γενετικού υλικού του εφεσείοντα στο σακούλι μπορούσε, εφόσον επρόκειτο για μεταφερόμενο αντικείμενο, να συμβιβαστεί με επαφή του εφεσείοντα με το σακούλι σε κάποιο άλλο, άσχετο με τα ναρκωτικά, χρονικό σημείο. Ως εκ της φύσης του, το σακούλι ήταν ουδέτερο και μη προσωπικό στοιχείο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί από διάφορα άτομα για ποικίλους σκοπούς. Όπως τονίστηκε από το δικαστή Lord Hamilton στην υπόθεση Maguire v. HM Advocate 2003 S.L.T. 1307, με αναφορά σε υποθέσεις όπου μαρτυρία η οποία συνίστατο σε δακτυλικά αποτυπώματα ή σε άλλη παρόμοια περιστατική μαρτυρία θεωρήθηκε αδύναμη να οδηγήσει σε καταδίκη, πολλά εξαρτώνται από τη φύση του αντικειμένου στο οποίο εντοπίζεται το αποτύπωμα ή ο συνδετικός με τον κατηγορούμενο κρίκος (identifying link) και τη σχέση του με το χρόνο και τον τόπο του εγκλήματος. Η ευκολία (readiness) με την οποία ένας κατηγορούμενος μπορεί αθώα να είχε έρθει σε επαφή με ένα τέτοιο αντικείμενο μπορεί να είναι τέτοια που, ακόμα και στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης εκ μέρους του, να μην μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα επαρκούς σύνδεσης μεταξύ του και του εγκλήματος (Βλ επίσης Campbell v. HM Advocate 2008 S.C.L. 1245).[.]» Σχετικές με αυτό το θέμα είναι και οι υποθέσεις Λαζάρου ν. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633 και η Κούκος ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 64. Όταν στο άρθρο 32 του Ν.29/77 αναφέρεται σε βάρος απόδειξης του κατηγορούμενου δεν εννοείται ότι επιφορτώνεται στους ώμους του ο κατηγορούμενος το βάρος να αποδείξει τους ισχυρισμούς του. Απεναντίας έχει την έννοια ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε, αλλά μόνο να δημιουργήσει εύλογες αμφιβολίες. Η μαρτυρία προκειμένου να δημιουργηθεί λογική αμφιβολία μπορεί να προέρχεται είτε από τον κατηγορούμενο είτε από την Κατηγορούσα αρχή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία, δηλαδή μαρτυρία κάποιου προσώπου óτι ήταν μπροστά όταν ο κατηγορούμενος 2 με άλλο πρόσωπο, κατ΄ ισχυρισμό της Κατηγορούσας Αρχής, προέβαιναν σε συμφωνία για προμήθευση της ρητίνης κάνναβης ή παραδοχή του κατηγορούμενου 2 ή έστω μαρτυρία συγκατηγορούμενου στο Δικαστήριο. Ούτε βέβαια για την κατοχή της εν λόγω ποσότητας ναρκωτικών. Η μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, για τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, που κατά την Κατηγορούσα Αρχή έχουν αποδειχθεί, είναι περιστατική. ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η περιστατική μαρτυρία, η φύση και σημασία της έχουν επανειλημμένα εξηγηθεί στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Χριστάκης Σ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 στις σελίδες 199 και 200, λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον πρώην Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πική: «Δεν υπάρχει δικαστική προκατάληψη ενάντια στην περιστατική μαρτυρία. Ό,τι διακρίνει την περιστατική από την άμεση μαρτυρία είναι όπως λέχθηκε στην υπόθεση Fournides v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73 "... that though individual parts of it are not in themselves conclusive of the guilt of the accused, this may be the cumulative effect of pieces of circumstant evidence strung together; provided always its causative effect is incompatife with any basis other than that of guilt of the accused." Ξεχωριστά (individual) μέρη της περιστατικής μαρτυρίας συχνά παρομοιάζονται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σύνολο.» Στην υπόθεση Χριστάκης Παφίτης και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.A.Δ. 102 επόμενα αναφέρθηκε ότι η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχέεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της και της ενοχής του κατηγορούμενου πρέπει να είναι αφενός μεν άμεση αφετέρου δε να μη επιτρέπει άλλη λογική εξήγηση. Ίδια είχαν λεχθεί και στην υπόθεση Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41 επόμενα. Στην υπόθεση Ιάκωβος Π. Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211 επαναβεβαιώνεται η αξία και ο ρόλος της περιστατικής μαρτυρίας. Στην υπόθεση Γιαννάκης Ξυδιάς και άλλος ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑ.Δ.. 174 επόμενα, και δη στη σελίδα 192 λέχθηκαν τα εξής: «Ο Πρωτόδικος δικαστής ορθά καθοδήγησε τον εαυτό του ως προς τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα. Ότι δηλαδή η ουσιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση και να μην επιδέχεται συμβιβασμούς με άλλες λογικές εξηγήσεις της περιστατικής μαρτυρίας (Αnastasiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Η δε αδυναμία της Κατηγορούσας Αρχής να αποκλείσει κάθε άλλη λογική εξήγηση που προσφέρει η περιστατική μαρτυρία αναπόφευκτα οδηγεί στην απαλλαγή ενός κατηγορουμένου (βλ. ΑΙ Hamad και Safem ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 117). Θα έπρεπε να προστεθεί εδώ μία συμπλήρωση των αρχών που καθιέρωσε η νομολογία μας ότι ένα Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει βέβαια όλα τα στοιχεία που συνιστούν την περιστατική μαρτυρία ως σύνολο.» Τα όσα αναφέρθηκαν στις πιο πάνω υποθέσεις λέχθηκαν και στην υπόθεση Κυριάκος Σάββα Ψωμά ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑA.Δ. 312 επόμενα, και δη στη σελίδα 321, όπου αναφέρθηκε «... το Δικαστήριο πρέπει σαν θέμα νόμου να αποφασίσει όχι μόνο πως τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορουμένου αλλά επίσης ότι δεν συμβιβάζονται με oποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από εκείνο ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα.» Σχετικές δε άλλες αποφάσεις που αναφέρονται στο θέμα της περιστατικής μαρτυρίας είναι η υπόθεση Γεώργιος Κωνσταντίου ν. Δημοκρατίας,
(1999)2 Α.Α.Δ., Χριστάκης Ιωάννου άλλως «Τίτος» κ.α. ν. Δημοκρατίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 409, Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 560 και Ανδρέας Βαλιαντής ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 315, όπου λέχθηκε «... το στοιχείο της ευκαιρίας δηλαδή της παρουσίας του εφεσείοντα κατά το χρόνο και τόπο του ατυχήματος ήταν ένα κομμάτι μαρτυρίας που ορθά λήφθηκε υπόψη σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία ... », Σταυρινού ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 706 και Δημοκρατία ν. Νικολάου,
(2005)2 Α.Α.Δ 525. Στην υπόθεση Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104 λέχθηκε ότι η γνώση ως συστατικό στοιχείο αδικήματος, αποδεικνύεται με περιστατική μαρτυρία. Βλέπε επίσης υπόθεση Πολυδώρου κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 492, Vedat v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. και Ξυδάς ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 807. Τέλος στην πολύ πρόσφατη απόφαση Κώστα Παλάσκα ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 53/2013 ημερομηνίας 20/1/2017 επαναλήφθηκε η πιο πάνω νομολογία, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η περιστατική μαρτυρία δεν είναι με οποιοδήποτε τρόπο υποδεέστερη της άμεσης μαρτυρίας. Αντίθετα, όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 σελ. 119-120 και επαναλήφθηκε στην Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 748 και στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Παναγιώτη Νικολάου
(2010)2 Α.Α.Δ. 525, όταν η μαρτυρία «... είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους ...». Αυτό, διότι η περιστατική μαρτυρία πρέπει να είναι καταλυτική ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου με τους κρίκους της αλυσίδας της να είναι τόσο συνεκτικά στερεωμένοι μεταξύ τους ώστε να μην παρέχεται έδαφος για άλλη λογική εξήγηση εκτός του ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος του αδικήματος. Με την περιστατική μαρτυρία πρέπει το αδίκημα να συνδέεται με τον κατηγορούμενο και την ενοχή του κατά τρόπο άμεσο και ασυμβίβαστο με άλλη λογική ερμηνεία, (Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73). Η περιστατική μαρτυρία πρέπει ταυτόχρονα, κατά τη νομολογία, (Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 428 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παναγιώτη Νικολάου - πιο πάνω -), να μην περιέχει κενά στην πορεία της, ώστε να παρέχεται η αναγκαία ασφάλεια στην απόφαση περί ενοχής. (βλ. Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 215/2012 ημερ. 6.4.2015).» ΤΑ ΔΥΟ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΠΛΕΥΡΩΝ (Α) Η ΚΑΤΟΧΗ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗ ΤΩΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ 2 ΚΑΙ (Β) Η ΣΥΝΕΧΗΣ ΟΠΤΙΚΗ ΕΠΑΦΗ ΑΠΌ ΤΗΝ ΑΕΡΟΓΕΦΥΡΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΠΟΥ ΕΝΤΟΠΙΣΕ ΤΟ ΟΧΗΜΑ KTG676 Ο Μ.Κ.5. Δύο είναι τα σημαντικότερα και ουσιαστικότερα θέματα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο. (Α) Το πρώτο είναι η από μέρους του κατηγορούμενου 2 παραλαβή αντικειμένου από τον οδηγό του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΚΕΝ892, ενώ ήταν συνοδηγός στο όχημα με αριθμό ΚΤG676, στο οποίο εικοσιδύο
(22)λεπτά, περίπου, αργότερα, από την παραλαβή αυτή, σε ανακοπή του, βρέθηκαν στη θέση του συνοδηγού, χωρίς να είναι αυτός μέσα, δύο πράσινες νάιλον τσάντες εντός των οποίων υπήρχαν δύο διαφανείς νάιλον συσκευασίες σε κάθε μια απ' αυτές που περιείχαν κάνναβη, Τεκμήρια 1, 1 Α, 1Β, 2, 2Α και 2Β, μαζί με την συνάντηση που είχε με τον οδηγό του οχήματος KTG676 και την στάθμευση του δικού του οχήματος και εισδοχής του στη θέση του συνοδηγού στο όχημα KTG676 και την πορεία και κύκλους που έκανε το όχημα KTG676 και το μεταξύ τους τηλεφώνημα που έγινε στις 31/5/16, αποτελούν ικανά και ικανοποιητικά στοιχεία που δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία, ότι ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ότι το αντικείμενο αυτό περιείχε κάνναβη, το οποίο έλαβε στην κατοχή του, και, εκ της ποσότητας, (3 κιλά 991.9 γραμμάρια) την κατείχε με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα και δη στο άλλο πρόσωπο. (Β) Το δεύτερο θέμα είναι κατά πόσο υπήρχε συνεχής οπτική επαφή κατά την παρακολούθηση του οχήματος KTG676 από το σημείο που ο κατηγορούμενος 2 κατέβηκε από το όχημα KTG676, αφού προηγουμένως παρέλαβε το αντικείμενο από τον οδηγό του οχήματος ΚΕΝ892, μέχρι την ανακοπή του παρά τα φώτα τροχαίας στον παρακαμπτήριο Τσερίου, όπου στο πάτωμα στη θέση του συνοδηγού ανευρέθηκαν σε δύο πράσινες νάιλον τσάντες, Τεκμήρια 1 και 2, με τις 4 συσκευασίες εντός αυτών, Τεκμήρια 1 Α, 1Β, 2 Α και 2Β, που περιείχαν κάνναβη συνολικού βάρους 3 κιλά και 991.9 γραμμάρια. Το δεύτερο θέμα, μάλιστα, είναι καθοριστικής σημασίας και για το πρώτο, αφού η πράσινη νάιλον τσάντα, Τεκμήριο 1, στην οποία βρέθηκε το αποτύπωμα του μεσαίου δακτύλου του δεξιού χεριού του κατηγορούμενου 2, εντός της οποίας υπήρχαν οι δύο διαφανείς νάιλον συσκευασίες, Τεκμήρια 1Α και 1Β, θα μπορούσε να τοποθετηθεί εκ των υστέρων, δηλαδή από το σημείο που έλαβε το όχημα KTG676 την κατεύθυνση προς τον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας και δεν είχε οπτική επαφή με αυτό ο Μ.Κ.3 μέχρι τον εντοπισμό του από τον Μ.Κ.
  1. Μόνο η συνεχής οπτική επαφή, από αστυφύλακα ή αστυφύλακες που λάμβαναν μέρος στην επιχείρηση, κατά την παρακολούθηση, θα μπορούσε να αποκλείσει την μεσολάβηση οιουδήποτε άλλου γεγονότος, πέραν του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος 2 παρέλαβε ένα αντικείμενο από τον οδηγό του οχήματος ΚΕΝ 892 και αυτό ήταν οι δύο πράσινες νάιλον τσάντες Τεκμήρια 1 και 2, εντός των οποίων, σε κάθε μια από αυτές βρίσκονταν, δύο διαφανείς νάιλον συσκευασίες που περιείχαν την κάνναβη Τεκμήρια 1Α, 1Β, και 2 Α, 2Β αντίστοιχα. Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της συνεχούς οπτικής επαφής, ακόμη και να μην υπήρχε το δακτυλικό αποτύπωμα του κατηγορουμένου στο Τεκμήριο 1, δεν θα είχε καμιά σημασία, από τη στιγμή που αυτός που έθεσε υπό παρακολούθηση το όχημα KTG676 είχε συνεχή οπτική επαφή και διαπίστωνε ότι δεν έγινε οτιδήποτε που να αλλοίωνε την κατάσταση, για το λόγο ότι το αντικείμενο που ανευρέθηκε δεν μπορούσε να ήταν οτιδήποτε άλλο εκτός από τα Τεκμήρια 1, 2, 1 Α, 1Β, 2Α και 2Β, δηλαδή την κάνναβη βάρους 3 κιλών και 991.9 γραμμαρίων που βρισκόταν εντός αυτών των Τεκμηρίων. Άλλο είναι το θέμα της γνώσης του περιεχομένου του αντικειμένου το οποίο εξετάζεται ξεχωριστά. Γι' αυτό το λόγο θα ξεκινήσω από το θέμα της συνεχούς οπτικής επαφής του οχήματος KTG676, εκ μέρους των αστυφυλάκων που έλαβαν μέρος στην επιχείρηση. Πριν προχωρήσω στο θέμα αυτό, να αναφέρω ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.1, ο οποίος δεν αντεξετάστηκε, ως ήδη γίνεται κατανοητό, έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και ανάλογες είναι οι διαπιστώσεις και τα ευρήματα, ως ήδη διαφάνηκε από τα πιο πάνω αναφερθέντα. Το ίδιο μπορώ να αναφέρω και σε ό,τι αφορά τον Μ.Κ.4, ο οποίος ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Σε σχέση με τη σύλληψη του κατηγορούμενου 2, ήδη το Δικαστήριο έχει καταγράψει τις διαπιστώσεις του περί αυτού του γεγονότος. Όσον αφορά το Τεκμήριο 9, δηλαδή το περιεχόμενο του CD, για το οποίο, σε κάποιο μέρος αυτού, ζητήθηκε από τον Μ.Κ.4 να αναφέρει τι βλέπει, πρέπει να αναφέρω ότι το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει το περιεχόμενο του και δεν αντιλαμβάνομαι τι θα μπορούσε να δει άλλο απ' αυτό που είδε και το ίδιο το Δικαστήριο. Σε σχέση με αυτά που ανέφερε στην αντεξέταση του, δεν προέκυψε οιονδήποτε θέμα ουσίας που θα μπορούσε να σχολιαστεί γιατί επηρεάζει με οιονδήποτε τρόπο τα δύο ουσιαστικά θέματα. Η ανεύρεση του ποσού των €940 στο πορτοφόλι που είχε στην κατοχή του ο οδηγός του KTG676, όπως και τα δύο κινητά και μία κόλλα στην οποία αναγράφονταν διάφορα ονόματα και αριθμοί, δεν συνδέθηκε με κάτι που να σχετίζεται ή να αφορά τον κατηγορούμενο 2 στην παρούσα υπόθεση. Ερχόμενος τώρα στο θέμα της συνεχούς οπτικής επαφής, πρέπει να σημειωθεί ότι, αν και λέχθηκε από τον Μ.Κ.3 ότι με την λήψη της πληροφορίας ότι κάποιο άτομο, άλλο από τον κατηγορούμενο 2, θα παραλάμβανε μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών στην περιοχή του χωριού Λυμπιών, ενημέρωσε την ομάδα του Τμήματος Επιχειρήσεων και ακολούθως μετέβηκαν στην περιοχή όπου και την έθεσαν υπό παρακολούθηση, σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν αναφέρθηκε ονομαστικά ή με τον αριθμό του σε οιονδήποτε άλλο αστυφύλακα πλην του Μ.Κ.2 και του Μ.Κ.
  2. Ο ισχυρισμός του ότι υπήρχαν και άλλοι αστυφύλακες παρέμεινε αόριστος, γενικός και μετέωρος αφού, όπως ήδη ανάφερα, δεν έκανε αναφορά σε κανένα άλλο αστυφύλακα ονομαστικά ή με τον αριθμό του ή με οιονδήποτε άλλο τρόπο. Εν πάση περιπτώσει οι μόνες αναφορές που έκανε ήταν ότι τοποθέτησε δύο αστυφύλακες, χωρίς να αναφέρει τα ονόματα τους ή τους αριθμούς τους, ένα στην έξοδο προς Λάρνακα και ένα στην έξοδο για Μοσφιλωτή, χωρίς καν να αναφέρει ότι ο ένας ή και οι δύο εξ αυτών ήταν αυτοί που είχαν συνεχή οπτική επαφή με το όχημα αρ. εγγραφής KTG676 μετά που κατευθύνθηκε στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας μέχρι το σημείο που το εντόπισε ο Μ.Κ.
  3. Ο συσχετισμός που έκανε ότι, αν έκανε περιγραφή ποδοσφαιρικού αγώνα θα κατέγραφε το κάθε τι και ότι στην κατάθεση του κατέγραψε τα σημαντικά και από τη στιγμή που δεν έγινε κάτι γιατί να το έγραφε, είναι ατυχής, γιατί αν δεν είναι σοβαρή η υπόθεση παρακολούθησης υπόπτου για ναρκωτικά, που χρήζει αναφοράς κάθε λεπτομέρειας, για να προσαχθούν οι ένοχοι ενώπιον της Δικαιοσύνης, όταν δηλητηριάζουν την κοινωνία και στέλνουν στο θάνατο πλειάδα ατόμων και δεν είναι σημαντικό να αναφερθεί ποιος ή ποιοι είχαν συνεχή οπτική επαφή με το όχημα ΚΤG676, έτσι ώστε να καλυφθεί κάθε κενό στη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, τότε τι είναι σημαντικό; Το ίδιο ισχύει και για τον Μ.Κ.5 στο βαθμό που επιχείρησε στους ισχυρισμούς του να προωθήσει τέτοια θέση. Η αναφορά του και μόνο ότι άκουε από τον ασύρματο την υπόλοιπη ομάδα να συνεχίζει την παρακολούθηση και δεν τους άκουσε να λένε ότι το όχημα με αρ. εγγραφής KTG676 σταμάτησε ή συνέβηκε κάτι άλλο, χωρίς να τους ονομάζει ή και να τους χαρακτηρίζει με τον αριθμό τους, στο βαθμό που ξεφεύγει από τους δύο ή έστω και στους άλλους δύο που βρίσκονταν ο ένας στην έξοδο προς την Λάρνακα αλλά στο δρόμο προς Μοσφιλωτή, άλλους μάρτυρες, Μ.Κ.2 και 3, στερείται πραγματικού υπόβαθρου και βρίσκεται στη σφαίρα της γενικολογίας, αοριστίας και πλήρους ασάφειας. Η αναφορά του ότι όπως πέρασε από μπροστά του το όxημα KTG676 φώναξε στην υπόλοιπη ομάδα που ερχόταν πίσω του για παρακολούθηση ότι περνά από μπροστά του, μπήκε στο δρόμο και τον παρακολουθούσε, στο βαθμό που μόνο δύο άλλα άτομα αναφέρθησαν ονομαστικά, διαπιστώνεται πρώτο ότι η αναφορά του στην υπόλοιπη ομάδα αναφέρεται σε αυτούς τους δύο ή έστω και στους άλλους δύο που βρίσκονταν ο ένας στην έξοδο προς Λάρνακα αλλά στο δρόμο προς Μοσφιλωτή, και δεύτερο η μη αναφορά του σε άλλους αστυφύλακες ονομαστικά ή με τους αριθμούς τους αδυνατίζει ως εκμηδενίζει τη δήλωση του αυτή ως κατωτέρω θα αναφερθεί. Η αναφορά ότι από κάθε σημείο που περνούσε το αναφερθέν όχημα άκουε από τον ασύρματο ότι, «τώρα περνά από εδώ, κατηφορίζει προς την αερογέφυρα», το μόνο που επιβεβαιώνεται από αυτά είναι ότι η αναφορά του «κατηφορίζει από την γέφυρα» προήλθε από τον Μ.Κ.3 που είχε οπτική επαφή μέχρι εκεί, δηλαδή την αερογέφυρα, τίποτε άλλο. Η βεβαιότητα που εξέφρασε, η οποία στηρίζετο και στην πείρα του, η οποία πείρα δεν έχει καμία σχέση με ό,τι εδώ συζητείται, ότι υπήρχε συνεχής οπτική επαφή, στερείται πειστικότητας από τη στιγμή που δεν παραπέμπει σε συγκεκριμένους αστυφύλακες ονομαστικά ή με τους αριθμούς τους, για τη διαδρομή από την αερογέφυρα μέχρι εκεί που ο ίδιος εντόπισε το όχημα KTG676, όπως στερείται πειστικότητας και η βεβαιότητα του ότι δεν μεσολάβησε οτιδήποτε άλλο σε αυτή την απόσταση. Θα ανέμενα, ενόψει του πολύ μικρού χρονικού διαστήματος από την ημέρα του συμβάντος μέχρι την ημέρα που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, και του ειδικού τμήματος που αναλαμβάνει αυτού του είδους τις επιχειρήσεις, να αναφέρετο τουλάχιστον έστω και ένα όνομα. Η αδυναμία αναφοράς οιουδήποτε ονόματος ή αριθμού άλλου αστυφύλακα στην επιχείρηση, πέραν των Μ.Κ.2, 3 και 5,εξουδετερώνει τον ισχυρισμό περί ύπαρξης και παρακολούθησης του οχήματος από άλλο ή άλλους αστυφύλακες. Η επίκληση της «ομάδας» δεν προσθέτει οτιδήποτε. Ομάδα είναι και οι Μ.Κ.2, 3 και
  4. Η αόριστη και γενική αναφορά ότι αντιλαμβάνονταν μέσω ασυρμάτου ότι υπήρχε συνεχής οπτική επαφή με το όχημα KTG676 στερείται πειστικότητας, ιδίως γιατί ο μεν Μ.Κ.5 βρισκόταν 7 χιλιόμετρα μακρυά από τα συμβάντα, ο δε Μ.Κ.2 σταμάτησε την παρακολούθηση στο κυκλικό κόμβο Λυμπιών μετά την επαναστροφή του οχήματος KTG676 από το δρόμο Δαλίου προς τον κυκλικό κόμβο, χωρίς να καταστεί γνωστό από τη μαρτυρία του ή άλλη μαρτυρία για πόσο χρόνο περίμενε και πού βρισκόταν. Εν πάση περιπτώσει αν λάβει κανείς υπόψη τις οδηγίες που ο Μ.Κ.3 έδωσε και το χρόνο που αυτός έκανε μέχρι ο ίδιος να κατευθυνθεί προς τον αυτοκινητόδρομο με κατεύθυνση τη Λευκωσία, εξάγεται ότι ο Μ.Κ.2 ακολούθησε προς τη Λευκωσία μερικά λεπτά αργότερα, αφού βρισκόταν μακρυά από το όχημα KTG676, κάποια, έστω, ελάχιστα λεπτά. Όταν δε ανέλαβε ο Μ.Κ.3 την παρακολούθηση του, με το που κατέβηκε ο κατηγορούμενος 2 από το KTG676 και αυτό κατευθύνθηκε προς Λευκωσία, αυτός εισήλθε στο όχημα του και αφού έψαξε για ελάχιστα, έστω, λεπτά, ως εξηγείται ανωτέρω και δεν εντόπισε το ΚΕΝ892, τότε ξεκίνησε για να ενσωματωθεί με την υπόλοιπη ομάδα, προς βοήθεια της. Δεν είπε ότι ήταν αυτός που ανέλαβε την παρακολούθηση στον αυτοκινητόδρομο προς Λευκωσία, αφού όπως είπε η δική του οπτική επαφή με το όχημα KTG676 ήταν μέχρι την αερογέφυρα. Ούτε είπε ότι ήταν ο Μ.Κ.2, που ανέλαβε την παρακολούθηση για αυτή την απόσταση, όπως τούτο δεν το είπε ούτε ο Μ.Κ.2, αλλά είπε ότι σε αυτό το δρόμο τον εντόπισε ο Μ.Κ.5 ο οποίος ανέλαβε την παρακολούθηση του. Να σημειώσω εδώ ότι αν και η χρήση της λέξης «εντοπίζω» υποδηλώνει ότι, επισημαίνω τη θέση προσώπου ή πράγματος ή βρίσκω ή ανακαλύπτω, ως εξηγείται στο ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ του Γ. Μπαμπινιώτη, Έκδοση 1998, εν τούτοις, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν θα συμφωνήσω με την ερμηνεία που αποδίδει σε αυτό το ρήμα ο κ. Στεφάνου, όσο εύλογη και αν είναι, αφού στην καθημερινότητα μπορεί να έχει τη σημασία του βλέπω, όπως άλλωστε είπε και ο Μ.Κ.5 όταν ρωτήθηκε για αυτό το θέμα. Η αναφορά του ότι είχε τοποθετήσει κάποιον για παρακολούθηση του δρόμου προς Μοσφιλωτή, όπως και για το δρόμο προς τη Λάρνακα, δεν διασώζει τα πράγματα, αφού δεν αλλάζει οτιδήποτε από το πάραπανω σκηνικό, επειδή δεν αναφέρθηκε ότι ήταν ένας εξ' αυτών ή και οι δύο, που είχαν συνεχή οπτική επαφή, για τους οποίους όμως έπρεπε να αναφέρει και τα ονόματα τους. Αναμφίβολα, αν υποθέσουμε ότι υπήρχαν και άλλοι αστυφύλακες που έλαβαν μέρος στην παρακολούθηση, κατά την επιχείρηση, πλην του αστυφύλακα που ήταν τοποθετημένος στο δρόμο προς Μοσφιλωτή και του αστυφύλακα που ήταν τοποθετημένος στο δρόμο προς Λάρνακα, και είναι σε αυτούς που αναφέροντο οι Μ.Κ.3 και 5, ότι είχαν συνεχή οπτική επαφή με το όχημα με αρ. εγγραφής KTG676 και αυτό δεν σταμάτησε ή δεν έγινε κάτι που να αλλάξει την κατάσταση, ως αυτή δημιουργήθηκε με την παραλαβή από τον κατηγορούμενο 2 του αντικειμένου που είχε μέγεθος, όπως ένα μαξιλαράκι διαστάσεων 20-30 cm x 30 cm, ή έστω αναφέροντο στους αστυφύλακες που ήταν τοποθετημένοι ο ένας στο δρόμο προς Μοσφιλωτή και ο άλλος στο δρόμο προς Λάρνακα, πρόκειται για εξ' ακοής μαρτυρία. Η ΕΞ ΑΚΟΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Επειδή η εξ ακοής μαρτυρία στη συγκεκριμένη υπό κρίση περίπτωση είναι καθοριστικής σημασίας στην έκβαση της υπόθεσης θα προβώ σε εκτεταμένες αναφορές και περικοπές από την Νομολογία, γιατί κατά την άποψη μου, έτσι , θα γίνει ευκολότερα κατανοητή η προσέγγιση μου επί αυτού του θέματος. Με την κατάργηση του κανόνα αποκλεισμού εξ ακοής μαρτυρίας, με τον Ν.32(Ι)/2004, είναι δυνατή η λήψη δήλωσης που έγινε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που καταθέτει, όπως άλλωστε τούτο λέχθηκε και στην υπόθεση Λίνος Μελάς ν. Γενικός Εισααγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412. Να αναφέρω ότι, όσον αφορά την εξ ακοής μαρτυρία, που προήλθε από τους Μ.Κ.3 και 5 υπό τις πρόνοιες των άρθρων 23 και 24 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, δεν απορρίπτεται εκ μόνου του λόγου ότι είναι εξ ακοής ούτε και γίνεται αυτόματα αποδεκτή για το αληθές του περιεχομένου της. Η βαρύτητα που θα προσδοθεί, εξαρτάται από τους παράγοντες που προσδιορίζονται στο άρθρο 27
(1),
(2)(όχι εξαντλητικά) και
(3)του Κεφ. 9, υπό το φως των λεχθέντων σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως η υπόθεση Φίλιππος Γιαπατός ν. Μαρίας Σάββα κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1324 και Κυριακή Κολάνη άλλως Κίκα Κολάνη ν. Δημήτρη Ταμπούρα
(2010)1 ΑΑΔ 1108. Το άρθρο 23 και επόμενα και δη το άρθρο 27 του ειδικού μέρους του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, ερμηνεύθηκε σε αρκετές υποθέσεις όπως στις υποθέσεις Γεωργίου Ηρακλής ν. Ερμιόνης Σταύρου Στυλιανού
(2009)1 ΑΑΔ 70 και Pakistan Cables Limited v. NSB General Trading (Overseas) Co Ltd και άλλων
(2012)1 ΑΑΔ 1711, όπου στην τελευταία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως έχει αναδιπλωθεί η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο, είναι εμφανές ότι προέχει η εξέταση της ορθότητα της πρωτόδικης κρίσης ως προς τη μαρτυρία του ,Andrew Bolden και αυτό γιατί αν η θέση του Δικαστηρίου να μην δεχθεί την εξ ακοής μαρτυρία του είναι λανθασμένη, τότε ολόκληρο το οικοδόμημα της πρωτόδικης κρίσης καταρρέει ως στηριζόμενο σε ελλιπές υπόβαθρο. Ως προς τον πρώτο λόγο έφεσης λοιπόν, όντως το δικαιϊκό σύστημα της Κύπρου στηρίζεται πρωτίστως και κατά κύριο λόγο στην αντιπαράθεση μαρτύρων και εκδοχών επί γεγονότων. Από αυτή την αναμέτρηση προέρχεται η συνθετική δικαστική διεργασία. Με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, την αποδοχή και την απόρριψη προβαλλομένων εκδοχών και μαρτυριών, δίνεται η δυνατότητα στο δικάζον Δικαστήριο να επιτελέσει το έργο του, που είναι μονοσήμαντο: να αναγάγει μέσα από τη διαφορετικότητα των θέσεων, τη διάσταση των γεγονότων και την αντιπαράθεση των μαρτύρων, την ουσιαστική εκείνη βάση που, υπό το φως του δικαστικού μανδύα, θεωρείται αντικειμενικά, στα πλαίσια πάντοτε της ανθρώπινης εμπειρίας, η αληθής φυσιογνωμία της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τη δυνατότητα και την ευκαιρία που το αποδεικτικό σύστημα δίνει, της διά ζώσης παρουσίασης της μαρτυρίας. Η πρωτογενής αυτή μαρτυρία προσφέρει στο Δικαστήριο μοναδική ευκαιρία να εξετάσει και να κρίνει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όπου μέσα από την τέχνη της αντεξέτασης, οι μάρτυρες δοκιμάζονται ως προς την αλήθεια των λόγων τους. Η εξ ακοής μαρτυρία είναι η εξαίρεση στον κανόνα της αναγκαιότητας της παρουσίασης του μάρτυρα ώστε αυτός να υποστεί τη βάσανο της κριτικής αντεξέτασης. Η μη παρουσίαση του επιτρέπεται μόνο για καλό λόγο και σ' αυτό στόχευε η τροποποίηση που επέφερε ο νομοθέτης με το Νόμο υπ' αρ. 32(Ι)/2004, ώστε να άρει πιθανές αδικίες από την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων της εξ ακοής μαρτυρίας, όπως προηγουμένως αυτοί ίσχυαν. Οι εφεσείοντες λανθάνονται, με όλη την εκτίμηση στο επιχείρημα τους, περί της αποδεικτικής δύναμης της αποδεκτής εξ ακοής μαρτυρίας. Το κύριο επιχείρημα τους ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο σύγχυσε τα πράγματα διότι δεν αποδέκτηκε τη μαρτυρία ενώ την είχε στην ουσία αποδεχθεί με την κατάθεση των πρακτικών της προηγούμενης διαδικασίας, όπου εμπεριέχετο η μαρτυρία Bolden, στηρίζεται σε λανθασμένη ανάγνωση της θέσης του Δικαστηρίου. ................................. Όταν αργότερα στην τελική απόφαση του το Δικαστήριο έκρινε ότι τα πρακτικά που κατατέθηκαν «... δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι μαρτυρία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στην παρούσα διαδικασία, εφόσον η βαρύτητα που μπορεί να τους αποδοθεί δεν είναι άλλη από αυτή του ότι είναι τα πιστοποιημένα πρακτικά της προηγούμενης διαδικασίας», δεν έθεσε τα πράγματα διαφορετικά, και ασφαλώς δεν εννοούσε ότι δεν ήταν τυπικά μαρτυρία εναντίον του. Και βέβαια ήταν μαρτυρία αφού το ίδιο το Δικαστήριο τη δέχθηκε στη βάση του αποσπάσματος που ήδη παρατέθηκε ανωτέρω. Μπορεί η λεκτική έκφραση της θέσης του Δικαστηρίου να μην ήταν η πλέον κατάλληλη, αλλά δεν πιστοποιείται οποιοδήποτε λάθος αρχής. Γι' αυτό και στη συνέχεια, θεωρώντας τα ενώπιον του πρακτικά της προηγούμενης διαδικασίας, ως μαρτυρία, προχώρησε να την αξιολογήσει στη βάση των παραμέτρων που θέτει το Άρθρο 27
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  1. ................................. Όσον αφορά τη βαρύτητα που το Δικαστήριο απέδωσε στη μαρτυρία του Bolden, ορθή ήταν η κρίση του ότι δεν ήταν δυνατόν να δοθεί ουσιαστική βαρύτητα σ' αυτήν υπό το φως των παραμέτρων που καθορίζει το Άρθρο 27 του Κεφ.
  2. Αναμφίβολα, η απλή κατάθεση των πρακτικών της προηγούμενης διαδικασίας ήταν εξ ακοής μαρτυρία και δεν θα ήταν δυνατό για το πρωτόδικο Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης να προβεί σε οποιοδήποτε είδος ουσιαστικής αξιολόγησης των πρακτικών απογυμνωμένων και αποσυνδεδεμένων από τη ζώσα μαρτυρία. Τα κριτήρια ή παράγοντες που νομίμως λαμβάνονται υπόψη κατά το Άρθρο 27 περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, το εύλογο ή εφικτό της παρουσίασης του μάρτυρα από το διάδικο που καταθέτει την εξ ακοής μαρτυρία. Εδώ, οι εφεσείοντες δεν εξήγησαν την αδυναμία τους να κλητεύσουν τον Bolden. Ούτε και επιχείρησαν να προβούν σε διαβήματα για κάθοδο του Bolden στην Κύπρο, είτε εθελοντικώς, είτε διά εξαναγκασμού, και αν επιχείρησαν κάτι τέτοιο, δεν ανέφεραν τίποτε σχετικό στην αίτηση τους. Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ πρώτης και δεύτερης δίκης ήταν επίσης ένα αρνητικό στοιχείο που συνηγορούσε, όπως ορθά το έθεσε το Δικαστήριο, στην απόρριψη της αίτησης (εδάφιο 2(β) του Άρθρου 27). Πρόσθετα, αρνητικά δεδομένα ήταν και τα όσα καθορίζονται στο εδάφιο (η) στη βάση του οποίου η παρουσίαση απλώς των πρακτικών δεν διευκόλυνε την ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας. Περαιτέρω, το εδάφιο
(3)του Άρθρου 27, προδιαγράφει ως προς την άσκηση της ευχέρειας του Δικαστηρίου και την εξέταση του ζητήματος κατά πόσον ο διάδικος μπορούσε να προσφέρει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε, όπως προφανώς συνέβη εδώ με τους εφεσείοντες.», Στην υπόθεση Βασιλική Αντωνάκη Αγρότου κ.ά.ν. Ιωάννα Αντωνάκη Αγρότου Πολιτική Έφεση αρ. 288/2010 ημερομηνίας 31/5/16 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Από τις πρόνοιες του άρθρου 26 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 32
(1)/04, καθίσταται σαφές ότι η εξ ακοής μαρτυρία που θα παρουσιαστεί υπό μορφή δήλωσης προϋποθέτει και την ύπαρξη του προσώπου που είχε προβεί στη δήλωση, ούτως ώστε να είναι δυνατή η κλήτευση του για αντεξέταση, αν η άλλη πλευρά επιθυμεί τούτο. Επομένως ορθά έκρινε το πρωτόδικο δικαστήριο ότι η χειρόγραφη σημείωση που αποδιδόταν στον αποβιώσαντα Γεώργιο Μουσκή δεν μπορούσε να παρουσιαστεί ως μαρτυρία για το αληθές του περιεχομένου της. Το άρθρο 4 του Κεφ. 9, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίηση με το Ν.32
(1)/04, που επέτρεπε την παρουσίαση εγγράφων χωρίς την ανάγκη να κληθεί το πρόσωπο που το σύνταξε όταν αυτό ήταν εκτός της Δημοκρατίας ή αποβιώσας, καταργήθηκε με το Ν. 32
(1)/04. Επομένως ορθά το δικαστήριο δεν επέτρεψε την εν λόγω μαρτυρία.» Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν έχουμε περίπτωση εξ αρχής μη αποδεκτότητας μαρτυρίας, όπως στη Muskita. Εδώ το λάθος του Δικαστηρίου εντοπίζεται στο ότι ενώ έγιναν δεκτά τα Τεκμήρια 2 και 26, στη συνέχεια απεκλείσθησαν. Ορθά λοιπόν, παρατηρούν οι συνήγοροι των εφεσειουσών, ότι οι δηλώσεις του αποβιώσαντος, τις οποίες ηθέλησαν να παρουσιάσουν ως μαρτυρία εξ ακοής, έπρεπε να είχαν εξεταστεί. Το στάδιο στο οποίο καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο ζητήματα δεκτότητας μαρτυρίας είναι το στάδιο της προσκόμισης της μαρτυρίας. Αφής στιγμής το Δικαστήριο ορθά έκανε αποδεκτή την εν λόγω μαρτυρία (Τεκμήρια 2, 26 και 11) θα έπρεπε στη συνέχεια να την προσεγγίσει και να την εξετάσει υπό το φως των παραμέτρων που θέτουν τα άρθρα 26 και 27 του Νόμου. Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2009, σ.1425-26, παράγρ. 11-18Α, όπου εξετάζεται το ζήτημα αποδοχής μαρτυρίας προσώπου που έχει αποβιώσει σε συνάρτηση με τις αρχές της διασφάλισης της δίκαιης δίκης (A. Panayides Contracting Ltd v. Χαραλάμπους
(2004)1 Α.Α.Δ. 415, όπου εξετάστηκαν οι ως άνω αρχές, με την παρατήρηση βέβαια ότι η τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου ακολούθησε την απόφαση). Παρατηρούμε ότι το Τεκμήριο 11 υπογραφόταν από τον αποβιώσαντα και τις δύο του θυγατέρες, εφεσείουσα 2 και εφεσίβλητη, τα δε άλλα δυο Τεκμήρια (Τεκμήρια 2 και 26) δεν αφορούσαν καν χειρόγραφες σημειώσεις, ήσαν έγγραφα τα οποία υπογράφησαν ενώπιον αρμοδίων προσώπων και μαρτύρων και κατατέθησαν κατά την ημερομηνία των επίδικων μεταβιβάσεων. Το Δικαστήριο όφειλε λοιπόν, εφόσον επέτρεψε την κατάθεση τους, να αξιολογήσει μόνο τη βαρύτητα που θα τους πρόσδιδε ως εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορούσε εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της, στο πλαίσιο και τις παραμέτρους που το ίδιο το άρθρο 27 του Νόμου ορίζει: ................................................................ Είναι εδώ που υπεισέρχεται η επιφύλαξη που θέτει το άρθρο 24 και το δικαίωμα του διαδίκου (εδώ της εφεσίβλητης) να εξετάσει αποβιώσαντα μάρτυρα και η ενδεχόμενη αδυναμία της να προστατεύσει τα δικαιώματα της (Άρθρο 6.3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, Blackstone's Criminal Practice, 2007, σ. 33-4, §A 7-76, και οι Kostovski v. The Netherlands
(1990)12 EHRR 434 και Doorson v. The Netherlands
(1996)22 EHRR 330, στις οποίες παραπέμπουν οι συνήγοροι των εφεσειουσών), ζητήματα που θεωρούμε ότι ιδιαιτέρως επιφυλάσσονται σε ποινική διαδικασία. Όπως αναφέρθηκε και στην Pakistan Cables Ltd v. NSB General Trading (Overseas) Co Ltd κ.α.
(2012)1 A.A.Δ. 1711, σ.1719: «Η εξ ακοής μαρτυρία είναι η εξαίρεση στον κανόνα της αναγκαιότητας της παρουσίασης του μάρτυρα ώστε αυτός να υποστεί τη βάσανο της κριτικής αντεξέτασης. Η μη παρουσίαση του επιτρέπεται μόνο για καλό λόγο και σ' αυτό στόχευε η τροποποίηση που επέφερε ο νομοθέτης με το Νόμο υπ' αρ. 32(Ι)/2004, ώστε να άρει πιθανές αδικίες από την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων της εξ ακοής μαρτυρίας, όπως προηγουμένως αυτοί ίσχυαν. .» Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χαράλαμπου Χρυσάνθου, Ποινική Έγεση αρ. 137/2015 ημερομηνίας 2/6/16 ειπώθηκαν τα πιο κάτω. «Διαφοροποιείται, έτσι, η περίπτωση ως προς τα γεγονότα της από τις υποθέσεις Genemp Trading Ltd ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα [2013] 1 ΑΑΔ 2059 και Pakistan Cables Limited v. NSB General Trading (Overseas) Co Ltd και άλλων
(2012)1 ΑΑΔ 1711, όπου δόθηκε καθοριστική σημασία στο γεγονός ότι δεν κλητεύθηκε, χωρίς να δοθεί εξήγηση, μάρτυρας που θα μπορούσε να δώσει πρωτογενή και όχι εξ ακοής μαρτυρία.» Στην υπόθεση George Elia - Motor Engineer Ltd ν. Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας Ποινική Έφεση Αρ. 207/2014 και σχετική Ποιν. Έφεση αρ. 208/2014 ημερ. 20/12/16 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η αναφορά στην υπόθεση Τουμαζή ν. Dixit, ECLI:CY:AD:2015:A302, Πολ. ΄Εφ. 274/2010, ημερ. 5 Μαΐου 2015 είναι, τουλάχιστον, ατυχής. Γιατί στην εν λόγω υπόθεση η τεκμηρίωση της αρχής της μη δίκαιης δίκης, είχε ως βάση την αποδοχή εξ' ακοής μαρτυρίας, χωρίς η δηλούσα να εμφανισθεί για να αντεξεταστεί. Στοιχείο εντελώς διάφορο με την παρούσα υπόθεση.» Στην υπόθεση Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου Πολιτική Έφεση αρ. 6/11 ημερομηνίας 15/7/16 λέχθησαν τα κατωτέρω: «Η αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας, σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, γίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο είναι ορθό να επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδίδει ή δεν αποδίδει βαρύτητα σε εξ ακοής μαρτυρία (Δέστε: Ανδρέου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ, 152). Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν του όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα το αν θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί ως μάρτυρας στη διαδικασία το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει γεγονότα, το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι, το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση κλπ.. Οι παράγοντες αυτοί, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 27
(2)δεν είναι βέβαια εξαντλητικοί (Δέστε: Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεωργίου
(2006)2 ΑΑΔ, 217). Όμως επιβάλλεται όπως η διεργασία αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας γίνεται με προσοχή και επεξηγείται από το δικαστήριο είτε η εξ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική μαρτυρία είτε από γραπτή (Δέστε: Γεωργίου ν. Στυλιανού
(2009)1 ΑΑΔ, 70 και Μονός κ.α. ν. S. Xenides Trading Co Ltd κ.α.
(2010)1 ΑΑΔ, 1002). Το άρθρο 27
(3)προνοεί ότι κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (Δέστε: Κολάνη ν. Ταμπούρα
(2010)1 ΑΑΔ, 1108 και Χριστοφή και Άλλοι. ν. Δημητρίου και Άλλη
(2009)1 ΑΑΔ, 428). Πέραν των προαναφερομένων το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψιν του και άλλα αξιολογήσιμα κριτήρια και να συνυπολογίσει το κατά πόσον η απόδοση βαρύτητας σε εξ ακοής μαρτυρία εξυπηρετεί ή όχι τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης και του συμφέροντος της δικαιοσύνης. Για μια εκτενή ανάλυση του θέματος δέστε Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 320-331». Στην υπόθεση Ηρακλής Γεωργίου ν. Ερμιόνη Σταύρου Στυλιανού
(2009)1 Α.Α.Δ. 70 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η μόνη άλλη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν η αναφορά από το Μ.Ε.2 για τα όσα ανέφερε ο υπάλληλος του Εφεσείοντος Ιωάννης Διγενής. Όμως αυτή η πτυχή της μαρτυρίας του Μ.Ε.2 είναι εξ' ακοής και ως τέτοια θα έπρεπε να είχε αξιολογηθεί με προσοχή η βαρύτητα της, δυνάμει του Άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. .................................. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έγινε καμιά απολύτως αξιολόγηση της εξ' ακοής μαρτυρίας του Ι. Διγενή. Αν γινόταν, κατά την άποψή μας, θα έπρεπε να είχε δοθεί πολύ μικρή βαρύτητα σ' αυτή την πτυχή της μαρτυρίας. Πρώτον, δεν υπήρχε ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία ότι πράγματι ο υπάλληλος του Εφεσείοντος έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία. Η πληροφορία ότι έδωσε κατάθεση, προήλθε από τον Μ.Ε.2 ο οποίος όμως δεν προσδιόρισε την πηγή γνώσης του. Η αναφορά στη μαρτυρία του ότι «υπήρξαν κάποιοι ισχυρισμοί και μάρτυρες που εδόθησαν προς την αστυνομία από υπάλληλο του παπλωματοποιείου το οποίο αναφέρω στην έκθεσή μου .» δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική. Δεύτερον, ακόμα και αν γίνει δεχτό ότι ο Ι. Διγενής έδωσε κατάθεση, η μαρτυρία του Μ.Ε.2 για τα όσα ενδεχομένως να είχε δηλώσει ο Ι. Διγενής, στην ουσία είναι δευτέρου βαθμού εξ' ακοής μαρτυρία, γεγονός που αδυνατίζει ακόμη περισσότερο τη βαρύτητα της. Επίσης, αν πράγματι ο Ι. Διγενής έδωσε κατάθεση στην αστυνομία, αλλά ο ίδιος δεν μπορούσε να εντοπιστεί για να κληθεί ως μάρτυρας στη δίκη, θα έπρεπε αφού εξηγηθούν οι δυσκολίες στο Δικαστήριο, να κατατεθεί τουλάχιστον η κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, κάτω από τον κανόνα της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας. Απεναντίας δεν δόθηκε από πλευράς Εφεσίβλητης καμιά εξήγηση, γιατί ο Ιωάννης Διγενής δεν κλήθηκε ως μάρτυρας και γιατί δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο η κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Σημειώνουμε επίσης ότι ο ειδικός εμπειρογνώμονας Α. Βλαδιμήρου, M.E.2, επέλεξε να μη βασιστεί στα όσα φέρεται να δήλωσε ο υπάλληλος του Εφεσείοντος». Στην υπόθεση Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit Πολιτική Έφεση Αρ. 274/2010 ημερ. 5/5/15 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Υπάρχει νομολογία σύμφωνα με την οποίαν, ο ένας από τρεις σημαντικούς παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν προς διαπίστωση του κατά πόσον παρουσιασθείσα, εξ ακοής μαρτυρία, (απόντος μάρτυρα), μπορεί να έχει επιπτώσεις στη δίκαιη δίκη, είναι και το κατά πόσον «υπάρχουν άλλοι αντισταθμιστικοί παράγοντες, όπως ισχυρές δικονομικές δικλίδες που να διασφαλίζουν την ορθή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του απόντος μάρτυρα» (Δέστε: Al-Khawaja and Tahery v. The United Kingdom
(2012)54 EHRR 23 (απόφαση ΕΔΔΑ) και R v. Tahery (No 2)
(2013)EWCA Crim 1053) - Δέστε επίσης το σύγγραμμα Ηλιάδης και Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 324 κ.επ.). Στις αποφάσεις Delta v. France
(1993)16 EHRR 574 και Saidi v. France
(1994)17 EHRR 251, του ΕΔΔΑ αποφασίστηκε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6
(1)της ΕΣΔΑ κατά το ότι, η καταδικαστική (εθνική) απόφαση, είχε στηριχθεί κατά κύριο λόγο σε γραπτές καταθέσεις μαρτύρων που δεν παρουσιάστηκαν για αντεξέταση και οι οποίες συνιστούσαν τη μοναδική ή την κύρια μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου, με τρόπο που επηρεαζόταν ο πυρήνας του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Από τις προαναφερόμενες αποφάσεις προκύπτει ότι η δυνατότητα αντεξέτασης ενός ουσιαστικού μάρτυρα, με σκοπό την αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του, είναι βασικό στοιχείο της δίκαιης δίκης και της ισότητας των όπλων μεταξύ των διαδίκων.» Τέλος στην υπόθεση Χρίστος Τουμάζου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ. 1421/2014 ημερ. 17/12/15 ειπώθηκαν τα εξής: «Ο περί Αποδείξεως Νόμος Κεφ.9 όπως έχει τροποποιηθεί περιλαμβάνει τη δυνατότητα του Δικαστηρίου (κατά παρέκκλιση προηγούμενων νομοθετικών προνοιών) να αποδέχεται ως μαρτυρία εξ ακοής προερχόμενη. Η δεκτότητα της μαρτυρίας αυτής, ως επίσης ορίζεται στο νόμο, είναι ένα ξέχωρο κεφάλαιο από την ίδια τη βαρύτητα που θα δοθεί εν τέλει από το εκδικάζον Δικαστήριο.» Οι υπογραμμίσεις σε μέρος από τα αποσπάσματα σε μερικές από τις ως άνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι δικές μου. Έχοντας κατά νου την πιο πάνω νομολογία, η εξ' ακοής μαρτυρία, που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τους Μ.Κ.3 και 5, κατά πρώτο, πάσχει στη ρίζα της επειδή δεν αναφέρθηκε το όνομα ή τα ονόματα αυτού ή αυτών που είχαν υπό συνεχή οπτική επαφή το όχημα αρ. εγγραφής KTG
  1. Έπειτα δεν υπήρχε καμιά δυσκολία, αλλά απεναντίας ήταν εύλογο και εφικτό στην Κατηγορούσα Αρχή να κλητεύσει ως μάρτυρα ή μάρτυρες τον αστυφύλακα ή αστυφύλακες που είχε ή είχαν υπό συνεχή οπτική επαφή το όχημα KTG676 και έλεγαν μέσω ασυρμάτου ότι είχαν συνεχή οπτική επαφή με αυτό, από την αερογέφυρα και μετά, μέχρι που το είδε ο Μ.Κ.5 και συνέχισε την παρακολούθηση. Λαμβάνεται επίσης υπόψη, ότι ενώ η Κατηγορούσα Αρχή είχε την δυνατότητα και ευχέρεια να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία, ήτοι τον ίδιο τον αστυφύλακα ή τους ίδιους τους αστυφύλακες, που είχαν συνεχή οπτική επαφή με το όχημα KTG676, δεν το έπραξε. Η μη κλήτευση και παρουσίαση, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ως μάρτυρα ή μάρτυρες ενώπιον του Δικαστηρίου, τον αστυφύλακα ή τους αστυφύλακες, που οι Μ.Κ.3 και 5 ανάφεραν, γενικώς και αορίστως, ότι είχαν υπό συνεχή οπτική επαφή το αναφερθέν όχημα από την αερογέφυρα μέχρι τον εντοπισμό του από τον Μ.Κ.5, για να αντεξεταστούν από την Υπεράσπιση, θα απόληγε, σε τυχόν απόδοση βαρύτητας στην εξ' ακοής μαρτυρία που πρόσφεραν οι Μ.Κ.3 και 5, σε μη δίκαιη δίκη. Ούτε βέβαια η αναφορά του Μ.Κ.3 ότι θα μπορούσε να αναφέρει, μόνο στο Δικαστήριο, χωρίς να ακούσει η υπεράσπιση, πως γίνεται μια επιχείρηση περισώζει τα πράγματα. Η διεξαγωγή της δίκης είναι δημόσια και ό,τι έχει να πει κάποιος μάρτυρας επιβάλλεται να ακουσθεί ενώπιον όλων των παραγόντων της δίκης και όχι μυστικά και κρυφίως από την υπεράσπιση και τον κατηγορούμενο, άρθρο 30 του Συντάγματος. Ενώ ταυτόχρονα λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η μη αποδοχή της μαρτυρίας αυτής των Μ.Κ.3 και 5 και η έντονη αντεξέταση και αμφισβήτηση της συνεχούς οπτικής επαφής του οχήματος KTG676, από αστυφύλακες, για την αναφερθείσα διαδρομή του, που επιχείρησαν οι Μ.Κ.3 και 5 να εισαγάγουν με την δική τους εξ' ακοής μαρτυρία, στην οποία αντεξέταση έφθασε στο σημείο να τους υποβληθεί από την υπεράσπιση ότι δεν έλεγαν την αλήθεια. Υπό όλες, τις πιο πάνω περιστάσεις δεν δίδεται καμιά αποδεικτική αξία στην εξ' ακοής μαρτυρία που παρουσιάστηκε από τους Μ.Κ.3 και 5, ότι υπήρχε συνεχή οπτική επαφή, κατά την παρακολούθηση του οχήματος με αρ. εγγραφής KTG676 από την αερογέφυρα και μετά μέχρι που το εντόπισε ο Μ.Κ.
  2. Υπό το φως όλων πιο πάνω παραμένει ένα κενό παρακολούθησης από το σημείο που κάποιος λαμβάνει την κατεύθυνση προς Λευκωσία, μετά την αερογέφυρα μέχρι εκεί που ήταν ο Μ.Κ.5, απόστασης σχεδόν επτά
(7)χιλιομέτρων. Μια διαδρομή, με βάση, από την μια, την ώρα που ο κατηγορούμενος 2 επέστρεψε στο όχημα του και από την άλλη, την ώρα που εντόπισε το όχημα ΚΤG676 o M.K.5, που διήρκεσε περίπου επτά λεπτά. Το δεύτερο, ουσιαστικό, θέμα της διαφοράς, μεταξύ των δύο πλευρών, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, είναι η κατοχή και η γνώση της φύσης του περιεχομένου του αντικειμένου, από τον κατηγορούμενο
  1. Τα γεγονότα της πρώτης πράξης της παράστασης της παραλαβής του αντικειμένου, τα οποία αρχίζουν από τη στιγμή που έθεσε ο Μ.Κ.2 υπό παρακολούθηση το KTG676 και φθάνουν μέχρι και τη στιγμή που ο Μ.Κ.3 είδε το όχημα KTG676 κάτω από την αερογέφυρα και να λαμβάνει την κατεύθυνση προς Λευκωσία, έχουν αναφερθεί ανωτέρω και αποτελούν τις περιστάσεις που σχετίζονται τόσο με την κατοχή και γνώση, εκ μέρους του κατηγορούμενου 2, της φύσης του περιεχομένου του αντικειμένου, που, κατά την Κατηγορούσα Αρχή, συνίστατο στα 3 κιλά 991.9 γραμμάρια κάνναβης, όσο και της συνωμοσίας του κατηγορούμενου 2 με άλλο πρόσωπο για τη διάπραξη του κακουργήματος της προμήθειας τούτων, σε άλλα πρόσωπα, κατά την Κατηγορούσα Αρχή. Με το εύρημα του Δικαστηρίου ότι δημιουργήθηκε ένα κενό στη συνεχή οπτική επαφή του οχήματος KTG676 από τους αστυφύλακες που έλαβαν μέρος στην επιχείρηση, από την αερογέφυρα μέχρι τον εντοπισμό του εν λόγω οχήματος από τον Μ.Κ.5, ξεπροβάλλεται αυτόματα το ερώτημα κατά πόσο το αντικείμενο που παρέλαβε ο κατηγορούμενος 2 από τον οδηγό του οχήματος ΚΕΝ892 είναι η πράσινη νάυλον τσάντα, Τεκμήριο 1, στην οποία βρέθηκε το αποτύπωμα του μεσαίου δακτύλου του δεξιού χεριού του κατηγορούμενου 2, στην οποία υπήρχαν οι δύο συσκευασίες με κάνναβη Τεκμήριο 1 Α και 1Β και η πράσινη νάυλον τσάντα Τεκμήριο 2 στην οποία υπήρχαν επίσης δύο συσκευασίες με κάνναβη Τεκμήρια 2 Α και 2Β. Ο κ. Στεφάνου εισηγήθηκε διάφορες εκδοχές ή σενάρια που θα μπορούσαν να μεσολάβησουν κατά την διάρκεια αυτού του κενού στην συνεχή οπτική επαφή με το KTG
  2. Η πιο απλή λογική εκδοχή είναι να τα παρέλαβε τα ναρκωτικά ο οδηγός του οχήματος KTG676, κατά τη διάρκεια της διαδρομής, που υπάρχει το αναφερθέν κενό συνεχούς οπτικής επαφής και να τα έθεσε στις πράσινες νάυλον τσάντες, στην μια εκ των οποίων υπήρχε και το αποτύπωμα του μεσαίου δακτύλου του δεξιού χεριού του κατηγορούμενου 2, Τεκμήριο 1, που υπήρχαν στο όχημα αυτό, και στην οποία είχε αγγίξει προηγουμένως ο κατηγορούμενος 2, αφού βρισκόταν στο όχημα KTG676 πιο πριν και να απαλλάγηκε από το αντικείμενο, που δεν γνωρίζουμε τι περιείχε, με οιονδήποτε τρόπο, όπως π.χ. πετώντας το ή παραδίδοντας το. Η ουσία είναι κατά πόσο, όποια λογική εκδοχή και να αναφερθεί, θα μπορούσε το Δικαστήριο, ενόψει του κενού αυτού, να αποφασίσει για την αμεταβλητότητα της κατάστασης των πραγμάτων κατά τη διάρκεια του κενού, συνεχούς οπτικής επαφής, έτσι ώστε να φέρεται ότι το αντικείμενο που παρέλαβε ο κατηγορούμενος 2 από τον οδηγό του ΚΕΝ892 είναι το ίδιο και το αυτό με τις δύο πράσινες νάυλον τσάντες που περιείχαν τις συσκευασίες με τα 3 κιλά και 991.9 γραμμάρια κάνναβης, ενόψει μάλιστα και της ανυπαρξίας ισχυρισμού εκ μέρους του Μ.Κ.3 ότι το αντικείμενο είχε χρώμα πράσινο. Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να εξαχθεί και το Δικαστήριο δεν μπορεί να κάμει εύρημα ότι η κατάσταση δεν άλλαξε κατά τη διάρκεια αυτής της απόστασης και χρόνου, λαμβανομένου υπόψη ότι οι Μ.Κ.2 και 3 που ακολούθησαν είχαν κάποια διαφορά χρόνου, ελάχιστων λεπτών, ως εξηγήθηκε πιο πάνω από τη στιγμή που πέρασε από την αερογέφυρα το όχημα KTG676 μέχρι να το ακολουθήσουν, που όμως τα ελάχιστα αυτά λεπτά ήταν αρκετά να μεταβάλουν την κατάσταση των πραγμάτων στο αναφερθέν όχημα αν σκεφτεί κανείς ότι, όπως είπε ο Μ.Κ.3, η παράδοση του αντικειμένου από τον οδηγό του ΚΕΝ892 προς τον κατηγορούμενο 2 διήρκεσε μόλις μερικά δευτερόλεπτα. Η Κατηγορούσα Αρχή είχε υποχρέωση να παρουσιάσει μαρτυρία που να απέκλειε άλλη λογική εξήγηση, πράγμα που δεν κατάφερε να πράξει. Κατά την κρίση μου το κενό αυτό σπάζει την συνοχή των κρίκων της αλυσίδας των γεγονότων που οδηγούν, χωρίς άλλο και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, στο συμπέρασμα, ότι το αντικείμενο που παρέλαβε ο κατηγορούμενος 2, ενώ ήταν συνοδηγός στο όχημα KTG676, περιείχε την αναφερθείσα κάνναβη. Προχωρώντας στην εξέταση των γεγονότων που περιστρέφονται γύρω από αυτή ταύτη την παραλαβή του αντικειμένου από τον κατηγορούμενο 2, η Κατηγορούσα Αρχή, σε σχέση με την συνωμοσία επικαλείται (α) την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο κατηγορούμενος 2 η ώρα 14:17, διάρκειας 43 δευτερολέπτων, στις 31/5/16 με άλλο πρόσωπο, (β) το οποίο πρόσωπο ο κατηγορούμενος 2 συνάντησε για λίγα δευτερόλεπτα την επόμενη ημέρα, την 1/6/16, στο δρόμο Λυμπιών προς τον κυκλικό κόμβο Λυμπιών με τις πόρτες των δύο οχημάτων δίπλα - δίπλα, (γ) τη στάθμευση του οχήματος του ο κατηγορούμενος 2 λίγο πιο πέρα και την επιβίβαση του στη θέση του συνοδηγού στο όχημα KTG676 του άλλου προσώπου, (δ) την κατεύθυνση του εν λόγω οχήματος προς Δάλι, την επαναστροφή του και την κατεύθυνση του από τον κυκλικό κόμβο προς το δρόμο που οδηγεί κάτω από την αερογέφυρα, που έχει εξόδους προς Λάρνακα, Λευκωσία κλπ και την επαναστροφή του προς τον κυκλικό κόμβο, που αφού έκανε τον κύκλο ξανακατευθύνθηκε στον ίδιο, πιο πάνω, αναφερθέντα δρόμο, (ε) όπου συναντήθηκαν με άλλο όχημα και (στ) με σκοπό την παραλαβή ναρκωτικών, για να εισηγηθεί ότι αποδείχθηκε το αδίκημα αυτό. Όλα τα πιο πάνω που αναφέρθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, για να καταδείξει συμφωνία μεταξύ του κατηγορούμενου 2 με άλλο πρόσωπο για την διάπραξη της παράνομης πράξης της κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια των ναρκωτικών σε άλλο πρόσωπο, δεν μπορεί να έχουν μόνο την ερμηνεία που αποδίδει σε αυτά η Κατηγορούσα Αρχή. Κατ' αρχάς η τηλεφωνική επικοινωνία του κατηγορούμενου 2 με το άλλο πρόσωπο στις 31/5/16 δεν συνδέθηκε με οιονδήποτε τρόπο με την συνάντηση τους την επόμενη ημέρα την 1/6/
  3. Αν καταδεικνύεται κάτι απ' αυτή είναι η ύπαρξη κάποιας σχέσης, ίσως φιλικής, που εξηγεί και την επιβίβαση του την επόμενη ημέρα όταν, ίσως, τυχαία συναντήθηκαν όταν οδηγούσαν τα οχήματα τους. Έτσι η εξ' αντιθέτου συνάντηση των δύο οχημάτων στον αναφερθέν δρόμο δεν παραπέμπει, χωρίς άλλο, σε προσυνενοημένη συνάντηση των δύο. Μπορεί να ήταν και τυχαία, όπως ήδη λέχθηκε, αφού στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 2 στάθμευσε το όχημα του, στον εν λόγω δρόμο σε παρακείμενα καταστήματα και μετά εισήλθε στο όχημα του άλλου προσώπου που στάθμευσε και τον περίμενε. Είναι περισσότερο πιθανή μια συνάντηση να είναι προσυνεννοημένη όταν κάποιος περιμένει σε ένα συγκεκριμένο σημείο ή παραλαμβάνεται από ένα συγκεκριμένο σημείο, παρά η συνάντηση δύο οχημάτων με αντίθετη κατεύθυνση και μετά η μετακίνηση τους με ένα όχημα, κάτι που παραπέμπει ως πιο πιθανό σενάριο στην τυχαία συνάντηση . Οι επόμενες κινήσεις του οχήματος KTG676 γίνονται από τον οδηγό του, δηλαδή το άλλο πρόσωπο, ο οποίος έχει και τον έλεγχο και την ευθύνη για την πορεία και προορισμό του, αφού δεν υπάρχει μαρτυρία ότι αυτός καθοδηγείτο από τον κατηγορούμενο
  4. Επομένως οι όποιες ύποπτες, όπως ίσως θα μπορούσε να τις χαρακτηρίσει κάποιος, κινήσεις του αναφερθέντος οχήματος, δεν υποκινούνται και δεν κατευθύνονται από τον κατηγορούμενο
  5. Η μετέπειτα στάθμευση του δίπλα από το ΚΕΝ892 έγινε από τον οδηγό του οχήματος KTG676, ο οποίος είχε τον έλεγχο του, αφού δεν έχουμε αντίθετη μαρτυρία. Όπως είπε δε ο Μ.Κ.3, ο οδηγός του οχήματος KEΝ892 ήταν αυτός που πρώτος, από το παράθυρο του οχήματος του έβγαλε το αντικείμενο και αμέσως στη συνέχεια το έπιασε ο κατηγορούμενος
  6. Η πρωτοβουλία δηλαδή προήλθε από τον οδηγό του ΚΕΝ
  7. Ενώ το περιεχόμενο του αντικειμένου μέχρι εκείνη τη στιγμή είναι άγνωστο και επομένως δεν μπορεί να ομιλεί κάποιος για ναρκωτικά. Ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά αν ο κατηγορούμενος έβγαζε πρώτος τα χέρια του έξω, στοιχείο που σημαίνει ότι ανέμενε να του δώσει κάτι ο οδηγός του KEN892 Η δημιουργία δε του κενού στη συνεχή οπτική επαφή του οχήματος KTG676 για απόσταση περίπου 7 χιλιομέτρων από τους αστυφύλακες και η στη συνέχεια ανακοπή του, οπότε και ανευρέθηκαν τα ναρκωτικά, επιφέρει μη ασφαλές συμπέρασμα για παράνομο περιεχόμενο (κάνναβη) στο αντικείμενο που παρέλαβε ο κατηγορούμενος
  8. Η επίκληση από την Κατηγορούσα Αρχή του ισχυρισμού του Μ.Κ.3 ότι, λόγω της εμπειρίας του, γι αυτόν το αναφερθέν αντικείμενο ήταν ναρκωτικά, δεν μπορεί να προσλάβει την έννοια της πραγματικής φύσης του περιεχομένου του αντικειμένου, μόνο με την πεποίθηση του, M.K.3, χωρίς απτή απόδειξη, κατ' εκείνο το χρόνο, στα πλαίσια της εξέτασης αυτού του ισχυρισμού κατά την παρούσα ακροαματική διαδικασία, αλλά περιορίζεται μόνο στα πλαίσια της δημιουργίας εύλογης υποψίας, ικανής για να πληρείται και να δικαιολογείται η ανακοπή του οχήματος KTG676 για έρευνα. Επιπλέον η πληροφορία που έλαβε η ΥΚΑΝ για παραλαβή των ναρκωτικών αφορούσε το άλλο πρόσωπο και όχι τον κατηγορούμενο. Συνεπώς οι πιο πάνω περιστάσεις που επικαλέσθηκε η Κατηγορούσα Αρχή για να εισηγηθεί ότι αποδείχθηκε η κατηγορία της συνωμοσίας δεν οδηγούν, χωρίς άλλο, σε μία μόνο εκδοχή, ήτοι αυτή της συμφωνίας μεταξύ του κατηγορούμενου 2 και του άλλου προσώπου για την προμήθευση ναρκωτικών, ενόψει μάλιστα και της ενέργειας του κατηγορούμενου 2 αμέσως μετά την παραλαβή του αντικειμένου να κατέβει από το όχημα KTG676, όπως με λεπτομέρεια θα αναλυθεί τούτη πιο κάτω, στη συνέχεια, κατά την εξέταση του θέματος της κατοχής και γνώσης του της φύσης του περιεχομένου του αντικειμένου, ήτοι της κάνναβης. Να τονισθεί ότι υπάρχει και κάποια αντίφαση, από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, σε σχέση με τα αδίκημα της συνωμοσίας. Από την μια η συνωμοσία, κατά την Κατηγορούσα Αρχή, αφορά συμφωνία μεταξύ του κατηγορούμενου 2 και του άλλου προσώπου να προμηθεύσουν ναρκωτικά σε άλλα πρόσωπα και από την άλλη, ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται και προωθείται κατά την ακροαματική διαδικασία και γίνεται εισήγηση από την δικηγόρο της Κατηγορούσας Αρχής στην αγόρευση της, για προμήθευση από τον κατηγορούμενο 2 στο άλλο πρόσωπο των ναρκωτικών. Αυτή η αλλοπρόσαλλη θέση κατά την άποψη μου καταστρέφει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, για το αδίκημα της συνωμοσίας, γιατί δεν γίνεται από την μια μαζί ο κατηγορούμενος 2 με το άλλο πρόσωπο να φέρονται ότι συμφώνησαν να προμηθεύσουν άλλους με ναρκωτικά και από την άλλη ο κατηγορούμενος 2 να κατηγορείται ότι προμήθευσε το άλλο πρόσωπο με ναρκωτικά, εννοώντας βεβαίως την κίνηση του να παραλάβει, κατά την Κατηγορούσα Αρχή, τα ναρκωτικά και να τα παραδώσει στο άλλο πρόσωπο αφήνοντας τα, κατά τη θέση της, στο πάτωμα του αυτοκινήτου μπροστά στην θέση του συνοδηγού. Σε ό,τι αφορά την κατοχή και την κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα από τον κατηγορούμενο 2 και το άλλο πρόσωπο όπως και την προμήθεια των αναφερθέντων ναρκωτικών από τον κατηγορούμενο 2 στο άλλο πρόσωπο, η Κατηγορούσα Αρχή επικαλέσθηκε εννέα
(9)στοιχεία από τη μαρτυρία που παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου, για να εισηγηθεί ότι τούτα αποτελούν περιστατική μαρτυρία που δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου, αφού τούτα αποκαλύπτουν κατοχή και γνώση της φύσης του περιεχομένου του αντικειμένου που παρέλαβε ο κατηγορούμενος 2 από τον οδηγό του οχήματος ΚΕΝ892. Τα πρώτα τέσσερα
(4)από αυτά τα στοιχεία όπως και άλλο ένα που δεν αναφέρεται σε αυτά, ήδη έχουν αναφερθεί αμέσως πιο πάνω και σχολιασθεί, και ως εκ τούτου δεν θα επαναληφθούν, ενώ το πέμπτο (ε) σχολιάστηκε εκτεταμένα στο πλαίσιο εξέτασης του πρώτου ουσιαστικού θέματος και ως εκ τούτου ούτε γι' αυτό θα λεχθεί οτιδήποτε άλλο αφού καθίστανται και αποτελούν μέρος του σκεπτικού της εξέτασης του δεύτερου ουσιαστικού θέματος της διαφοράς των δύο πλευρών. Τοιουτοτρόπως προχωρώ στον σχολιασμό των υπολοίπων στοιχείων, όπως τα ανάφερε στην αγόρευση της η δικηγόρος της Κατηγορούσας Αρχής, δηλαδή ότι επειδή οι συσκευασίες ήτα διαφανείς ήταν εμφανή το περιεχόμενο τους, που ήταν κάνναβη, τις όποιες συσκευασίες ο κατηγορούμενος 2 επιμελώς τοποθέτησε κάτω στο πάτωμα μπροστά στη θέση του συνοδηγού, όπως ακριβώς εντοπίστηκαν λίγα λεπτά αργότερα κατά την έρευνα του οχήματος KTG676, ενώ στη συνέχεια κατέβηκε από το όχημα KTG676 και την ίδια ώρα εξαφανίστηκε, και 1-2 λεπτά αργότερα κατέβηκε από άλλο όχημα εκεί που είχε σταθμεύσει το δικό του, ενώ μπορούσε σε ένα
(1)λεπτό πεζός να πάει με τα πόδια και ακολούθως στο KTG676, χωρίς να συμβεί κάτι, βρέθηκαν τα ναρκωτικά. Όπως ανέφερε στη μαρτυρία του ο Μ.Κ.3, ο οδηγός του οχήματος ΚΕΝ892 από το παράθυρο του οχήματος έδωσε το αντικείμενο στον κατηγορούμενο 2. Αν και δεν ξέρουμε, ως εξηγήθηκε ανωτέρω, τι περιείχε το αντικείμενο, αλλά αν υποθέσουμε ότι ήταν οι πράσινες νάιλον τσάντες με τις συσκευασίες των ναρκωτικών, αφού καμιά μαρτυρία δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου ότι γνώριζε από πριν ο κατηγορούμενος 2 ότι ήταν ναρκωτικά, αφού η πληροφορία που έλαβε η ΥΚΑΝ ήταν ότι το άλλο πρόσωπο θα παραλάμβανε ναρκωτικά, ο κατηγορούμενος 2 τότε μόνο αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για ναρκωτικά όταν έλαβε το αντικείμενο στα χέρια του. Διαδικασία που διήρκησε μόλις μερικά δευτερόλεπτα. Δεν υπάρχει ισχυρισμός από τον ΜΚ3 ότι ο κατηγορούμενος 2 τα τοποθέτησε στο πάτωμα μπροστά από τη θέση του συνοδηγού και μάλιστα επιμελώς, όπως ισχυρίζεται η Κατηγορούσα Αρχή, ή ότι τα τοποθέτησε σε συγκεκριμένο χώρο του οχήματος. Επομένως θα μπορούσε να τα τοποθετήσει σε οιονδήποτε χώρο στο όχημα. Τι κάνει ο κατηγορούμενος 2 μόλις αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για τα ναρκωτικά; Κατεβαίνει αμέσως από το όχημα KTG 676, στοιχείο που δεικνύει την διαφοροποίηση και αποστασιοποίηση του απ' αυτά και φεύγει από το μέρος. Ως προς τούτο είναι που διαφοροποιείται από την υπόθεση R. v. Bailey
(2004)EWCA Crim. 2169 που επικαλέσθηκε η Κατηγορούσα Αρχή. Βέβαια η εκδοχή που προωθήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ότι ο κατηγορούμενος 2 αποτελούσε μέρος της συναλλαγής και ίσως, συμπληρώνω, το κλειδί της παράδοσης των ναρκωτικών να ήταν η δική του παρουσία. Όμως δεν είναι η μόνη λογική εκδοχή που μπορεί να συναχθεί από την περιστατική μαρτυρία, που δεν πρέπει να συγχέεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης, ως καταδείχθηκε από την άλλη λογική εκδοχή που αναφέρθηκε αμέσως πριν, που εκπηγάζει από την περιστατική μαρτυρία που προήλθε από την Κατηγορούσα Αρχή και ένεκα της φύσεως της από μόνης της πλέον ξεπρόβαλλε ως μία από τις περιπτώσεις που δεν χρειάζετο να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο 2 για την εκεί παρουσία του. Ως προς τα υπόλοιπα στοιχεία που επικαλέσθηκε η Κατηγορούσα Αρχή ήδη έχουν απαντηθεί σε άλλο μέρος της απόφασης. Το βάρος απόδειξης σε ποινική δίκη βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής και εναπόκειται σ' αυτή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Επίσης έχει να αποδείξει την κατηγορία και κάθε στοιχείο που τη βαρύνει και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και να είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 363). Ίδια ήταν η προσέγγιση και στις υποθέσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, επ., Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 επ., Petcova v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 521 και Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(2010)2 Α.Α.Δ. 304 επ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει τις κατηγορίες σε βάρος του κατηγορούμενου 2 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (υπ.)............. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.