Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γεώργιος Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 22091/2015, 11/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22091/2015 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Γεώργιος Γεωργίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 11.1.2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους (για να ακούσει την απόφαση η κα Ελ. Θεοδότου) Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία υπέρβασης ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(2)
(3), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 72/85, 166/87, 80(Ι)/2000, 109(I)/2012 και τις Κ.Δ.Π 257/86 και Κ.Δ.Π. 312/2007 Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, «ο Κατηγορούμενος την 26.4.2015, στη Λεωφόρο Στροβόλου, στον Στρόβολο, της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΜΒΗ544 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 87ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ.». Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης ήταν σύντομη. Η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα κατηγορίας. Κατατέθηκαν συνολικά 2 Τεκμήρια. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, τον κάλεσε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.
- Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο κατηγορούμενος, ο οποίος εκπροσώπησε τον εαυτό του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε περαιτέρω μάρτυρες υπεράσπισης. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, κατάθεσε ο Αστυφύλακας 3029 Ηλία Ηλία (στο εξής «ΜΚ»). Αυτός υπηρετεί στο τμήμα Β' Τροχαίας Αρχηγείου. Στις 26.4.15, προέβη σε καταγγελία αναφορικά με ταχύτητα και ετοίμασε σχετικό Ανακριτικό Φάκελο Αρ.2Α το περιεχόμενο του οποίου υιοθέτησε και ανέγνωσε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 1). Στον εν λόγω φάκελο καταγράφονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «ΑΔΙΚΗΜΑ: Ταχύτητα - παράβαση πέραν ή κάτω του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας, ήτοι 87 ΧΑΩ αντι 50ΧΑΩ με το Μ/Ο υπ' αριθμό εγγραφής MBH544 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ: 26/4/2015 ΤΟΠΟΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ Περιοχή: Λευκωσία Διεύθυνση: Στροβόλου ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΑΠΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ: 3029 - Ηλίας Ηλία ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ονοματεπώνυμο: Γεώργιος Γεωργίου [.] ΓΕΓΟΝΟΤΑ (Σύντομη αναφορά. Για λεπτομερείς καταθέσεις, εκεί όπου χρειάζεται, να χρησιμοποιείται η σελίδα 2 του φακέλου αυτού.) Στις 26/04/2015 και περί ώρα 15:22 στην οδό/λεωφόρο/δρόμο Στροβόλου, κατήγγειλα τον οδηγό του οχήματος ΚΙΑ SALOON με αριθμό εγγραφής ΜΒΗ544 για τα πιο πάνω αδικήματα. Αφού πληροφορήθηκε ότι θα καταγγελθεί και του επεστήθηκε η προσοχή στο Νόμο απάντησε׃ ΟΧΙ ΒΑΘΜΟΥΣ Παρατηρήσεις׃------. Του εκδόθηκε εξώδικο με το σύστημα Η.Υ. υπ' αριθμό Η5470002632 για 111 Ευρώ το οποίο παρέλειψε να πληρώσει εντός της καθορισμένης από το νόμο προθεσμίας. Βαθμοί ποινής: 3 [..] ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗ (Αν χρειάζεται) Το μέρος που καταγγέλθηκε ο Κατηγορούμενος βρίσκεται εντός κατοικημένης περιοχής και το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Πινακίδα το ορίου ταχύτητας υπήρχε εμφανής. Η απόσταση η οποία διαπιστώθηκε η ταχύτητα του Κατηγορουμένου ήταν 245 μέτρα, με το ταχύμετρο υπ' αριθμό 2566 και η ένδειξη υπεδείχθη στον Κατηγορούμενο. Το ταχύμετρο ελέγχθηκε τόσο πριν όσο και μετά την καταγγελία από τον Μ-1 και λειτουργούσε ορθά. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με κατεύθυνση από Λακατάμια προς Λευκωσία και η τροχαία κίνηση ήταν μέτρια.» Απαντώντας στις ερωτήσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΚ δήλωσε ότι τα στοιχεία του Κατηγορουμένου τα εντόπισε από το Κέντρο Μυνημάτων Αρχηγείου στο οποίο έχει πρόσβαση. Αναγνώρισε το πρόσωπο που έβλεπε στο εδώλιο του Κατηγορουμένου, ως τον οδηγό που κατήγγειλε την συγκεκριμένη μέρα. Ερωτηθείς κατά πόσον ο Κατηγορούμενος ανέφερε οτιδήποτε όσον αφορά τα στοιχεία ταυτότητας του, ο ΜΚ απάντησε ότι το πρώτο πράγμα που ζητούν (οι αστυνομικοί) είναι ο αριθμός του δελτίου ταυτότητας. Τα υπόλοιπα στοιχεία τα βρίσκουν μετά. Στην συνέχεια ο ΜΚ κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 έγγραφο εκδοθέν από Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων, Τμήμα Οδικών Μεταφορών, αναφορικά με το όχημα, αριθμός εγγραφής ΜBH
- Σε αυτό αναγράφεται ότι ο Κατηγορούμενος είναι ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος μάρκας ΚIA και τύπου Saloon. Κατά την αντεξέταση, υπεβλήθη στον ΜΚ ότι δεν κρατούσε ο ίδιος ταχύμετρο. Ο ΜΚ απάντησε ότι όλοι οι αστυνομικοί κρατούν το δικό τους ταχύμετρο. Επεξήγησε ότι, δυνάμει ενδοτμηματικής διαταγής είναι υποχρεωμένοι να παρουσιάζουν στον παραβάτη την ένδειξη του ταχυμέτρου, διαφορετικά δεν μπορούν να προχωρήσουν σε καταγγελία. Ερωτηθείς για το ποια ήταν η διαδικασία που ακολούθησε στην προκειμένη περίπτωση, απάντησε ότι το πρώτο πράγμα που κάνουν όταν προσεγγίζουν τον οδηγό, είναι να παρουσιάζουν την ένδειξη του ταχύμετρου και ακολούθως να ζητούν τα στοιχεία του ιδιοκτήτη και την ταυτότητα του οδηγού. Η θέση του Κατηγορουμένου, η οποία υπεβλήθη στον MK, ήταν ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, ενώ ένα άλλο όχημα μάρκας Volkswagen, στο οποίο επέβαιναν δύο κοπέλες, τον προσπέρασε από την δεξιά λωρίδα. Σε κάποια στιγμή ο ΜΚ εισήλθε στον δρόμο και ανέκοψε με σήμα πρώτα το Volkswagen το οποίο προπορευόταν και ακολούθως ανέκοψε με σήμα το όχημα του κατηγορουμένου. Το προπορευόμενο αυτοκίνητο, κατά τον κατηγορούμενο κινείτο στην εξωτερική λωρίδα, εννοώντας προφανώς σε σχέση με την θέση του ΜΚ, και δεν ήταν αναγκαίο να σταματήσουν και τα δύο οχήματα αν δεν υπήρχε πρόθεση καταγγελίας της οδηγού του Volkswagen. Στην πιο πάνω θέση, ο ΜΚ απάντησε ότι υπάρχουν περιπτώσεις που μπορεί να γίνει σήμα στον οδηγό που έτρεχε αλλά είναι υποχρεωμένοι να σταματήσουν και το προπορευόμενο αυτοκίνητο ώστε να μην προκαλέσουν ατύχημα. Με άλλα λόγια η θέση του είναι ότι ότι το άλλο όχημα το σταμάτησαν για λόγους ασφάλειας και όχι για λόγους ταχύτητας. Προσπάθησε να εξηγήσει ότι το ταχύμετρο, έχει την ευχέρεια να καταγράψει μόνο ένα αυτοκίνητο την συγκεκριμένη στιγμή. Τότε ο χειριστής του, σταματά και πάει να σταματήσει το αυτοκίνητο. Εν πάση περιπτώσει, δεν θυμάται αν στην προκειμένη περίπτωση προσπερνούσε τον κατηγορούμενο άλλο όχημα. Υπεβλήθη τέλος, στον μάρτυρα ότι το μόνο πράγμα που είπε ο Κατηγορούμενος είναι ότι δεν είναι τον ίδιο που έπιασαν και η απάντηση που έλαβε ήταν «ρε κουμπάρε δεν θα πιάσουμε συζήτηση στο δρόμο». Ο Μ.Κ ανέφερε ότι δεν χρησιμοποιεί τέτοιες φρασεολογίες και επέμεινε ότι τα γεγονότα είναι όπως τα έχει αναφέρει στην κατάθεση του. Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, κατέθεσε στο Δικαστήριο ο Κατηγορούμενος. Αυτός ανέφερε ότι είναι ηλικίας πενήντα τεσσάρων χρονών και πρώτη φορά έρχεται στο Δικαστήριο για οποιαδήποτε υπόθεση. Ήταν η θέση του ότι ο αστυφύλακας δεν κρατούσε ταχύμετρο για έλεγχο ταχύτητας, ούτε του ζήτησε οποιαδήποτε από τα στοιχεία άδειας, ασφάλειας ή ταυτότητας. Στην σκηνή υπήρχαν τέσσερα με πέντε αυτοκίνητα στην σειρά που περίμεναν να κατηγορηθούν. Ο ίδιος δεν έτρεχε. Υποστήριξε ότι ο αστυνομικός δεν κατέγραψε την δική του ταχύτητα αλλά την ταχύτητα ενός άλλου αυτοκινήτου, το οποίο στην συνέχεια άφησε και έφυγε χωρίς να κατηγορήσει τον οδηγό του. Αντεξεταζόμενος, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι πριν την πινακίδα των 50 ΧΑΩ, ήδη το άλλο αυτοκίνητο κινείτο μπροστά του στην δεξιά λωρίδα του δρόμου. Ο ίδιος κινείτο στην αριστερή λωρίδα του δρόμου. Το άλλο αυτοκίνητο οδηγείτο κατά τον Κατηγορούμενο, με μεγάλη ταχύτητα. Ο αστυνομικός, εισήλθε στην δεξιά λωρίδα μπροστά στο άλλο όχημα και το οδήγησε με σήματα στην αριστερή λωρίδα του δρόμου μπροστά από το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου, με κίνδυνο να προκαλέσει δυστύχημα. Αφού έκανε σήμα στην οδηγό του άλλου αυτοκινήτου, τότε έκανε σήμα και στον Κατηγορούμενο. Του υποβλήθηκε η θέση ότι ο ΜΚ στόχευσε το δικό του αυτοκίνητο, το οποίο κινείτο με 87 χιλιόμετρα αντί
- Ο Κατηγορούμενος επανέλαβε για ακόμα μια φορά ότι ο αστυνομικός δεν κρατούσε ταχύμετρο. Επανέλαβε επίσης ότι, δεν του ζητήθηκε κανένα έγγραφο. Η μόνη φράση που του λέχθηκε ήταν «τρέχατε με 87 χιλιόμετρα και θα κατηγορηθείτε». Ο Κατηγορούμενος απάντησε «γατί γράφετε εμένα και όχι αυτόν που έτρεχε» για να λάβει την απάντηση «δεν θα πιάμε κουβέντα μες τον δρόμο ρε κουμπάρε». ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). O MK δεν μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Φαινόταν αβέβαιος γι' αυτά που κατέθετε και η μαρτυρία του παρουσιάζει κενά, τα οποία δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να καταλήξει σε οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με τα ουσιώδη αμφισβητούμενα γεγονότα. Συγκεκριμένα, ήταν καθόλα εμφανές ότι ο μάρτυρας δεν θυμόταν ότιδήποτε σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με γενικό τρόπο, λέγοντας δηλαδή τι είναι αυτό που πράττει συνήθως και όχι τι ήταν αυτό που έπραξε στην προκειμένη περίπτωση. Δεν έδωσε σαφείς απαντήσεις στις θέσεις που του υπέβαλε ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα, στην υποβολή ότι, εκτός από το όχημα του κατηγορουμένου ο ΜΚ σταμάτησε και κάποιο άλλο όχημα, εκτός του ότι δεν θυμόταν αν όντως συνέβηκε κάτι τέτοιο, ανέφερε ότι τούτο μπορεί να γίνει για λόγους ασφαλείας, ήτοι να μην προκληθεί ατύχημα. Παραγνώρισε ότι ο τρόπος που, σύμφωνα με ότι την θέση που του υποβλήθηκε, κινούνταν τα δύο οχήματα, δεν επέβαλλαν την ανακοπή της πορείας και των δύο αν όντως πρόθεση ήταν να ανακοπεί μόνο το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Ο μάρτυρας δεν έδωσε σαφείς απαντήσεις ούτε σε ερωτήσεις σχετικά με την διαδικασία που ακολούθησε στην προκειμένη περίπτωση. Υπεβλήθηκαν στον ΜΚ οι θέσεις ότι όταν ο τελευταίος προσέγγισε τον Κατηγορούμενο, δεν ζήτησε ούτε ταυτότητα ούτε άδεια ούτε ασφάλεια. Ο ΜΚ απάντησε γενικά, λέγοντας ότι το πρώτο πράγμα που ζητούν είναι τα στοιχεία του οδηγού και δεν υπάρχει περίπτωση να προβεί σε καταγγελία αν υπάρχει οτιδήποτε για το οποίο δεν είναι σίγουρος. Όταν ερωτήθηκε αν θυμάται την συγκεκριμένη περίπτωση που κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο, ο ΜΚ απάντησε ως εξής «Επειδή γράφω χιλιάδες αντιλαμβάνεστε.» αφήνοντας να νοηθεί ότι δεν θυμάται επαρκώς την συγκεκριμένη περίπτωση λόγω των πολλών καταγγελιών στις οποίες προβαίνει. Γενικά ο ΜΚ απέφευγε ή απλώς δεν θυμόταν να αναφέρει τι ακριβώς έπραξε στην προκειμένη περίπτωση. Δεν μπορώ επίσης να δεχτώ την θέση του ΜΚ ότι ο όταν Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε, απάντησε με την ασυνάρτητη φράση «όχι βαθμούς» όπως καταγράφηκε στο Τεκμήριο 1. Εκτός των πιο πάνω, ο ΜΚ κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου δεν απαντούσε με ευθύτητα και αμεσότητα ενώ σε αρκετές περιπτώσεις είχε χλευαστικό ύφος απέναντι στον Κατηγορούμενο που του υπέβαλλε ερωτήσεις. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου και λαμβάνοντας υπόψη μου την συνολική παρουσία του ΜΚ καταλήγω να μην αποδεχτώ την μαρτυρία του. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος ήταν σαφής στις θέσεις του και απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας. Ήταν επίσης ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις του. Επιπρόσθετα δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Απεναντίας, ήταν σταθερός στις θέσεις του και επέμεινε σε αυτές μέχρι τέλους. Η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε ούτε κατά την διάρκεια της αντεξέτασής του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το Άρθρο 6
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72(στο εξής «ο Νόμος»), προνοεί τα ακόλουθα: «
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (α) η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος σε οδό (β) ο ορισμός από την αρμόδια αρχή ανωτάτου ορίου ταχύτητας (γ) η αναγραφή του ορίου ταχύτητας επί πινακίδας η οποία να τοποθετήθηκε στην οδό κατά τρόπο που να διακρίνεται ευχερώς από τους οδηγούς, και (δ) η οδήγηση του οχήματος με ταχύτητα μεγαλύτερη του καθορισθέντος ανωτάτου ορίου ταχύτητας. Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε το καθορισμένο όριο ταχύτητας στον επίδικο τόπο και χρόνο. Απεναντίας, ο ίδιος ανέφερε κατά την μαρτυρία του ότι πριν από το σημείο όπου του έγινε σήμα να σταματήσει, υπήρχε πινακίδα στον δρόμο που ανέγραφε το όριο ταχύτητας των 50 χιλιομέτρων. Παρά το ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή ότι το εν λόγω ανώτατο όριο ταχύτητας καθορίστηκε από την αρμόδια αρχή, θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση επενεργεί το τεκμήριο της κανονικότητας (omnia preasumuntur rite esse acta) έτσι ώστε το γεγονός ότι υπήρχαν τοποθετημένες κατά μήκος της επίδικης Λεωφόρου πινακίδες που έδειχναν ανώτατο όριο ταχύτητας 50 ΧΑΩ να δημιουργεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι το εν λόγω όριο ταχύτητας καθορίστηκε από αρμόδια αρχή. (βλ. υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Δήμου Λάρνακας
(2001)2 ΑΑΔ 780). Ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε επίσης ότι κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο ήταν ο οδηγός του οχήματος με αρ. Εγγραφής ΜΒΗ544. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσον ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με ταχύτητα μεγαλύτερη του επιτρεπόμενου ορίου. Σε σχέση όμως με αυτό το σημείο, δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και της μη αποδοχής της μαρτυρίας του μοναδικού μάρτυρα κατηγορίας, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα ως προς το αν όντως ο κατηγορούμενος οδηγούσε με ταχύτητα 87 ΧΑΩ. Ο κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο