ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΥΜΒΙΟΣ ν. A.S.V. PETS & OUTDOORS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 18689/13, 20/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18689/13 ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΥΜΒΙΟΣ -εναντίον-
- A.S.V. PETS & OUTDOORS LTD
- ΓΑΒΡΙΕΛΛΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
- ΣΠΥΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τον Παραπονούμενο: κα Πανταζή. Για τους Κατηγορούμενους: κος Χριστοδουλίδης Κατηγορούμενοι παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Ένα όπλο το οποίο ο Παραπονούμενος παρήγγειλε από την Κατηγορουμένη 1, αλλά ουδέποτε παραλήφθηκε, είναι το «μήλον της έριδος» στην υπό εξέταση περίπτωση, στην οποία οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες για απόσπαση χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Μαρτυρία προς υποστήριξη της υπόθεσης του έδωσε ο ίδιος ο Παραπονούμενος. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε, ο ίδιος ασχολείται σε επίπεδο πρωταθλητισμού με τη σκοποβολή. Στα πλαίσια της ενασχόλησης του με το εν λόγω άθλημα, αγόρασε από την Κατηγορουμένη εταιρεία το 2010 ένα όπλο σκοποβολής το οποίο το εξόφλησε και του παραδόθηκε. Μετά, το έτος 2012 παράγγειλε από την Κατηγορουμένη 1 ακόμη δύο εξειδικευμένα όπλα σκοποβολής, ένα «K80 SPORTING 32» και ένα «Κ80 SPORTER» της εταιρείας Krieghoff. Για την παραγγελία αυτή, έλαβε στις 3/9/2012, προσφορά (quotation) μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος που του έστειλε η Κατηγορουμένη 2, σύμφωνα με την οποία η συνολική τιμή και για τα δύο όπλα ήταν €50.
- Στις 14/9/2012 πλήρωσε το ποσό των €25.000, ως προκαταβολή για την αγορά και των δύο όπλων. Στις 4/2/2013, η Κατηγορουμένη 2 τον πληροφόρησε ότι τα όπλα είναι έτοιμα από το εργοστάσιο και προκειμένου να έρθουν Κύπρο και να του παραδοθούν θα πρέπει να ξοφληθούν. Ο Παραπονούμενος πλήρωσε, ως η θέση του, το τελικό υπόλοιπο €26.707 για την αγορά των όπλων, το οποίο αν και μεγαλύτερο από την αρχική προσφορά, το αποδέχτηκε γιατί όπως του εξηγήθηκε σε αυτό συμπεριλαμβάνονταν και διάφορα άλλα έξοδα (μεταφοράς και ασφάλισης). Είναι η θέση του ότι στις 13/2/2013 εξόφλησε το πιο πάνω ποσό αγοράς των δύο όπλων και έλαβε σχετική απόδειξη με την οποία ως ισχυρίζεται, επιβεβαιώνεται η εξόφληση του συνολικού ποσού αγοράς των δύο όπλων (Τεκμήριο 5). Τον Μάρτιο 2013, ο Κατηγορούμενος 3, τον ενημέρωσε ότι έχει έρθει το ένα από τα δύο όπλα και να περάσει να το παραλάβει. Το δεύτερο θα ερχόταν σε ένα μήνα. Όντως ο Παραπονούμενος παρέλαβε το ένα όπλο. Το δεύτερο όπλο, ενώ περίμενε να τον ειδοποιήσουν να το παραλάβει και παρόλες τις οχλήσεις του, ο Κατηγορούμενος 3 πρόβαλλε διάφορες δικαιολογίες για την καθυστέρηση στην παράδοσή του. Τελικά ενημερώθηκε ότι το όπλο έφτασε και πήγε να το παραλάβει. Όταν πήγε να το παραλάβει, ο Κατηγορούμενος 3, του είπε ότι πριν να του το παραδώσει θα έπρεπε να καταβάλει επιπλέον ποσό €6.000 το οποίο αφορούσε ΦΠΑ. Ο Παραπονούμενος διαμαρτυρήθηκε για την κατ΄ ισχυρισμό οφειλή ποσού για ΦΠΑ, εφόσον η θέση του ήταν ότι είχε ξοφλήσει όλο το τίμημα αγοράς του όπλου. Ακολούθως, ο Παραπονούμενος, μίλησε με κάποιον ξάδερφό του και τον ενημέρωσε για το τι είχε συμβεί. Επικοινώνησε και ο ξάδερφός του μαζί με τον Κατηγορούμενο 3, στον οποίο ο Κατηγορούμενος ανάφερε τα ίδια αναφορικά με το υπόλοιπο ποσό ΦΠΑ. Τελικά ο Παραπονούμενος αποφάσισε να στείλει με το ξάδερφό του μια επιταγή για το ΦΠΑ, προκειμένου να παραλάβει το όπλο. Όταν ο ξάδερφός του πήγε να πληρώσει, ο Κατηγορούμενος 3, του είπε ότι ήταν αργά γιατί έστειλε το όπλο πίσω στο εργοστάσιο, γεγονός που εξέπληξε τον Παραπονούμενο, εφόσον το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ήταν μόνο μερικές μέρες. Ο Παραπονούμενος, ισχυρίζεται ότι επειδή υποψιάστηκε ότι κάτι δεν «πήγαινε καλά», επικοινώνησε με τον Daniel Spatz, υπεύθυνο πωλήσεων της εταιρείας Krieghoff, ο οποίος του είπε ότι το συγκεκριμένο όπλο ουδέποτε παραγγέλθηκε. Η θέση του είναι ότι οι Κατηγορούμενοι ουδέποτε παράγγειλαν το επίδικο όπλο και ότι πήραν από αυτόν χρήματα προς εξόφληση του όπλου ενώ γνώριζαν ότι ουδέποτε το παρήγγειλαν. Ο Παραπονούμενος ουδέποτε κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία, λόγω του ότι έλαβε νομική συμβουλή ότι θα μπορούσε να προωθήσει την υπόθεσή του απευθείας, μέσω ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης. Κατά την αντεξέτασή του, συμφώνησε ότι είχε συνεργασία κατά τα προηγούμενα έτη με τους Κατηγορούμενους και μάλιστα ότι λόγω της μακροχρόνιας συνεργασίας τους, ήταν φίλοι. Η θέση του δικηγόρου της υπεράσπισης ήταν ότι ο μοναδικός λόγος που δεν παρέλαβε το επίδικο όπλο ήταν επειδή δεν κατέβαλε το ΦΠΑ. Ο Παραπονούμενος απέρριψε τη θέση αυτή, επισημαίνοντας ότι αυτός είχε ξοφλήσει και τα δύο όπλα, συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ. Περαιτέρω είπε ότι πεποίθηση του είναι ότι ουδέποτε παραγγέλθηκε το όπλο και ότι οι Κατηγορούμενοι εξαιτίας οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζαν πήραν τα χρήματά του. Περαιτέρω σε υποβολές ότι το όπλο παραγγέλθηκε, ήρθε στην Κύπρο και ότι ο λόγος που δεν το παρέλαβε ήταν η άρνησή του να ξοφλήσει το ποσό ΦΠΑ, η θέση του Παραπονούμενου, υπήρξε ότι το όπλο ουδέποτε παραγγέλθηκε κάτι το οποίο διαπίστωσε ο ίδιος, εφόσον έκανε παράπονο απευθείας στην κατασκευάστρια εταιρεία, από την οποία ενημερώθηκε ότι το όπλο ουδέποτε παραγγέλθηκε. Η θέση του ήταν ότι ο ίδιος εξόφλησε όλο το συμφωνηθέν τίμημα, στο οποίο περιλαμβανόνταν και το ποσό ΦΠΑ και ανέμενε την παράδοση του όπλου. Ο ισχυρισμός του είναι ότι το δεύτερο όπλο ουδέποτε πληρώθηκε στο εργοστάσιο και πως εάν πληρωνόταν τότε το επίδικο όπλο θα ερχόταν μαζί με το πρώτο όπλο που παρέλαβε. Η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι το Τεκμήριο 5, ομιλεί περί εξόφλησης λογαριασμού, ήτοι καταβολή των υπολοίπων οφειλομένων ύψους € 60.221 προς την κατηγορουμένη 1 εταιρεία σε σχέση με άλλα προϊόντα που είχε αγοράσει από αυτούς και δεν αφορά την πληρωμή των επίδικων όλων. Ο μάρτυρας απέρριψε αυτή τη θέση και επέμενε ότι το Τεκμήριο 5, αφορά την πληρωμή των επίδικων όπλων και ότι καμία άλλη οφειλή είχε προς τους Κατηγορουμένους. Η θέση του υπήρξε ότι παρήγγειλε τα επίδικα όπλα και κατέβαλε το συνολικό συμφωνηθέν ποσό της τιμής τους. Ακολούθως η υπεράσπιση προώθησε διαζευκτική θέση ότι τα ποσά τα οποία κατέβαλε ο Παραπονούμενος, αφορούν την τιμή των όπλων εξαιρουμένου του ΦΠΑ και ότι ο λόγος που δεν του παρεδόθησαν ήταν επειδή αρνείτο να πληρώσει το ΦΠΑ. Ο Παραπονούμενος απέρριψε τη θέση αυτή και παρέπεμψε στα ηλεκτρονικά μηνύματα, Τεκμήρια 2 και 3, στα οποία ως ισχυρίζεται, φαίνεται ότι η προσφορά για τα δύο όπλα αναφέρει ότι στην εν λόγω τιμή περιλαμβάνεται και ο ΦΠΑ. Τέλος ερωτήθηκε κατά πόσο έχει ζητήσει επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε για την αγορά των δύο όπλων που δεν του παραδόθηκαν και η απάντησή του ήταν πως ναι. Κατέθεσε δε, προς απόδειξη του ισχυρισμού του ως Τεκμήριο 6, σχετική επιστολή των δικηγόρων του. Του υποβλήθηκε ότι το όπλο ήταν ειδική παραγγελία και για αυτό δεν μπορεί να επιστραφεί πίσω στην εταιρεία και αντίστοιχα να του επιστραφούν και του ιδίου τα λεφτά του. Τέλος η θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι σε περίπτωση που πληρωθεί το υπόλοιπο ποσό το οποίο αντιστοιχεί στο ΦΠΑ, το όπλο θα του παραδοθεί, καθότι αυτό βρίσκεται στη Γερμανία στο εργοστάσιο της κατασκευάστριας εταιρείας. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του Παραπονουμένου, η δικηγόρος του δήλωσε ότι αυτή είναι η υπόθεσή της. Το Δικαστήριο αφού άκουσε σχετική εισήγηση από το δικηγόρο των Κατηγορουμένων, έκρινε ότι έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων σε σχέση με τις τρεις πρώτες κατηγορίες και κάλεσε τους Κατηγορουμένους σε απολογία σε σχέση με τις εν λόγω κατηγορίες. Σε σχέση με τη τέταρτη κατηγορία το Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση, αθώωσε και απάλλαξε τους Κατηγορουμένους στην τέταρτη κατηγορία, για τους λόγους που αναφέρονται στη σχετική ενδιάμεση απόφαση. Μαρτυρία προς υπεράσπιση των Κατηγορουμένων έδωσε ο 3ος Κατηγορούμενος. Για σκοπούς της κυρίως εξέτασής του κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε πλήρως. Σύμφωνα με τη γραπτή του δήλωση, οι Κατηγορούμενοι για επταετία, υπήρξαν αποκλειστικοί αντιπρόσωποι της εταιρείας Krieghoff στην Κύπρο. Το Μάιο 2012, ο Παραπονούμενος επικοινώνησε με την Κατηγορουμένη 1 εταιρεία και ζήτησε προσφορά αναφορικά με 2 όπλα. Η σύζυγός του (Κατηγορουμένη 2), του έστειλε την προσφορά (quotation), στην οποία αναγράφεται η τιμή των όπλων και στην οποία η θέση του είναι ότι δεν περιλαμβάνεται ο ΦΠΑ. Ο Παραπονούμενος προχώρησε με την παραγγελία και οι Κατηγορούμενοι έστειλαν στην εταιρεία Krieghoff την παραγγελία του όπλου με τις προδιαγραφές όπως τις ζήτησε ο Παραπονούμενος. Το δελτίο παραγγελίας είχε αριθμό 3130024, με ημερομηνία παραγγελίας 25/5/2012 και με ημερομηνία τιμολογίου 8/1/
- Στο εν λόγω τιμολόγιο αναγράφεται και ο αριθμός πελάτη του Παραπονούμενου
(143002). Όταν το επίδικο όπλο ήρθε στην Κύπρο, ειδοποιήθηκε ο Παραπονούμενος να εξοφλήσει το υπόλοιπο (ήτοι ΦΠΑ, έξοδα αποστολής και ασφάλειας) και να το παραλάβει. Είναι η θέση του Κατηγορούμενου 3, ότι ο Παραπονούμενος αρνήθηκε να καταβάλει το υπόλοιπο οφειλόμενο και έτσι το όπλο στάληκε πίσω στη Γερμανία. Ο Παραπονούμενος ενημερώθηκε πολλές φορές ότι με την εξόφληση του υπολοίπου θα παραλάβει το όπλο. Δεν μπορεί να γίνει επιστροφή του ποσού, λόγω του ότι το όπλο ήταν ειδική παραγγελία σύμφωνα με τις επιθυμίες του Παραπονουμένου. Σημείωσε δε πως με τον Παραπονούμενο υπήρχε πολύχρονη συνεργασία και ο Παραπονούμενος είχε προμηθευτεί σε αρκετές περιπτώσεις προϊόντα από την Κατηγορουμένη
- Τέλος ο μάρτυρας ανέφερε ότι το επίδικο όπλο παραγγέλθηκε όταν έπρεπε να παραγγελθεί και ότι εισήχθηκε στην Κύπρο. Ειδοποιήθηκε ο παραπονούμενος ότι έπρεπε να εξοφληθεί ο λογαριασμός για να το παραλάβει, αλλά ο Παραπονούμενος ουδέποτε επικοινώνησε πίσω, αλλά ως η θέση του Κατηγορουμένου 3, έστειλε 2 «μπράβους» για να παραλάβουν το όπλο με απειλές. Απειλές δέχτηκε και ο Daniel Spatz, ο οποίος ήταν ο εκπρόσωπος της εταιρείας στην Κύπρο στους αγώνες σκοποβολής που διεξάγονταν εκείνην την περίοδο. Ο μάρτυρας, ισχυρίζεται πως αναγκάστηκε για μην έχει αυτά τα προβλήματα, να στείλει το όπλο πίσω με τον κύριο Daniel Spatz, ο οποίος το πήρε μαζί του πίσω στη Γερμανία, φεύγοντας από την Κύπρο. Ακολούθως κατέθεσε ως: Τεκμήριο 7, τιμολόγιο το οποίο απέστειλε στην Κατηγορουμένη 1, η εταιρεία Κrieghoff για την αγορά του επίδικου όπλου, Τεκμήριο 8, τιμολόγιο που εκδόθηκε από την εταιρεία Κrieghoff, σε σχέση με άλλα προϊόντα που αγόρασε ο Παραπονούμενος, Τεκμήριο 9, το τιμολόγιο για το πρώτο όπλο το οποίο παρήγγειλε ο Παραπονούμενος από την Κατηγορουμένη 1 εταιρεία, Τεκμήριο 10 κατατέθηκε η απόδειξη από την Airtrans, ότι το όπλο εισήχθει στην Κύπρο με επισυνημμένο το σειριακό αριθμό του επίδικου όπλου. Ο μάρτυρας επισήμανε ότι στα Τεκμήρια 7, 8 και 9, φαίνεται ότι για τις παραγγελίες στις οποίες αφορούν τα τιμολόγια, ως πελάτης αναγράφεται ο Παραπονούμενος, όπως επίσης και ο σειριακός αριθμός πελάτη. Του Παραπονουμένου ήταν
- Κατά την αντεξέτασή του, ερωτήθηκε ποια είναι η σχέση του με την Κατηγορουμένη 1 εταιρεία και απάντησε πως είναι ο γραμματέας της. Η εταιρεία αυτή ασχολείτο, μεταξύ άλλων, με την εισαγωγή και χονδρική πώληση ειδών κυνηγίου και σκοποβολής, καθώς και με εισαγωγή και χονδρική πώληση τροφών κατοικίδιων ζώων. Ο ίδιος έκανε τις παραγγελίες, έβλεπε πελάτες, ασχολείτο με τις πωλήσεις και ερχόταν σε επαφή με τους συνεργάτες στο εξωτερικό. Συμφώνησε δε, πως όλες οι παραγγελίες που γίνονταν ήταν σε γνώση του. Ρωτήθηκε ακολούθως να αναφέρει τι είδους όπλο είναι το K‑
- Ο μάρτυρας είπε ότι είναι το τελευταίο μοντέλο «sporting» σκοπευτικού όπλου που παράγει η εταιρεία Κrieghoff και έδωσε περιγραφή του μοντέλου και διαφόρων τεχνικών του χαρακτηριστικών. Με αναφορά στα Τεκμήρια 2 και 3 του ζητήθηκε να εξηγήσει τη διαφορά ανάμεσα στο «K‑80 sporting» που αναφέρεται στο Τεκμήριο 2 και στο «Κ‑80 sporter» που αναφέρεται στο Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας εξήγησε τις διαφορές μεταξύ των δύο αθλημάτων, που αφορούν στα πιο πάνω όπλα. Σε ερωτήσεις αναφορικά με την αντιπροσωπεία Κrieghoff, είπε ότι ξεκίνησε συνεργασία το Σεπτέμβριο 2007 μέχρι και το
- Ο λόγος που σταμάτησε, ως η θέση του μάρτυρα, ήταν εκτός των απειλητικών μηνυμάτων που έστειλε ο Παραπονούμενος στον διευθυντή της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας και των υπαλλήλων της, το γεγονός ότι σαν εταιρεία για να συνεχίσουν να εισάγουν τα όπλα στην Κύπρο έπρεπε να είχαν άδεια οπλοπώλη, την οποία δεν είχαν (για χρονικό διάστημα συνεργάζονταν με άτομο το οποίο είχε άδεια οπλοπώλη). Η θέση της δικηγόρου του Παραπονουμένου, ήταν ότι την αντιπροσωπεία την έχασαν λόγω της καταγγελίας του Παραπονουμένου ότι εισέπραξαν χρήματα για όπλο που δεν παρήγγειλαν, θέση την οποία απέρριψε κατηγορηματικά ο Κατηγορούμενος
- Σε σχέση με τη συνεργασία τους με τον Παραπονούμενο, ο μάρτυρας είπε ότι αυτός αγόρασε από την Κατηγορουμένη 1 εταιρεία τρία όπλα. Σε σχέση με την τελευταία παραγγελία για τα δύο όπλα η θέση του Κατηγορουμένου ήταν ότι το ένα παραδόθηκε και το άλλο όχι γιατί εκκρεμούσε η καταβολή του ΦΠΑ και για τα δύο όπλα. Όταν ήρθε το όπλο στην Κύπρο ενημερώθηκε ο Παραπονούμενος να το παραλάβει καταβάλλοντας το ποσό του ΦΠΑ. Η θέση του ήταν ότι ως το Τεκμήριο 10, το όπλο ήρθε στην Κύπρο τον Απρίλιο
- Η δικηγόρος του Παραπονουμένου του υπέβαλε ότι το όπλο το οποίο εισήχθει στην Κύπρο σύμφωνα με το Τεκμήριο 10, ήταν άλλο από το επίδικο, θέση την οποία ο μάρτυρας απέρριψε, επιμένοντας ότι το όπλο που αναφέρεται στο Τεκμήριο 10, είναι το όπλο το οποίο αφορά η παραγγελία Τεκμήρια 2 και
- Ακολούθως υπήρξε διαφωνία αναφορικά με το ποσό του ΦΠΑ. Η θέση της δικηγόρου του Παραπονουμένου, ήταν ότι από τη στιγμή που στην προσφορά αναγράφεται «total», αυτό σημαίνει τελική τιμή συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, ενώ η θέση του μάρτυρα ήταν ότι στην τιμή προσφοράς δεν συμπεριλαμβάνετο το ΦΠΑ. Επίσης με αναφορά στο Τεκμήριο 5, στο οποίο ο μάρτυρας αναγνώρισε τα γράμματά του, του υποδείχθηκε ότι εκεί αναγράφεται εξόφληση, ήτοι ότι ο Παραπονούμενος εξόφλησε τα δύο όπλα που παρήγγειλε προς 13/2/13, ως το εν λόγω τεκμήριο. Η θέση του μάρτυρα ήταν ότι η αναφορά σε εξόφληση, αφορά προϊόντα που αγόρασε εκείνη την ημέρα ο Παραπονούμενος από την Κατηγορουμένη
- Ο λόγος που δεν συμπεριλαμβάνεται στο λογαριασμό το επίδικο όπλο ήταν λόγω του ότι εκείνη την ημέρα δεν είχε ακόμα παραληφθεί το όπλο έτσι ώστε να συμπεριληφθεί στα οφειλόμενα και επίσης εκείνο το διάστημα, ο Παραπονούμενος αδυνατούσε να το πληρώσει. Τα χρήματα που έδωσε ο Παραπονούμενος, σύμφωνα με τις αποδείξεις Τεκμήρια 4 και 5, δεν εξοφλούσαν το όπλο γιατί παρέμενε οφειλόμενος ο ΦΠΑ ,τα έξοδα παραλαβής και τα έξοδα ασφάλειας. Η θέση του Κατηγορουμένου 3, ήταν ότι το όπλο παραδόθηκε στην Κύπρο. Ήταν στην κατοχή της Κατηγορουμένης 1, αλλά η θέση του ως αυτή καταγράφεται στα πρακτικά προς διαδικασίας είναι ότι, «Δυστυχώς μετά από προς παρεμβάσεις από τραμπούκους που έστειλε ο παραπονούμενος αναγκαστήκαμε να το στείλουμε πίσω γιατί κινδυνεύαμε τόσο εμείς, όσο και η οικογένεια μας. Και είναι εις γνώση του Daniel Spatz που ο ίδιος εισηγήθηκε τη λύση αυτή». Το ποσό του όπλου που επιστράφηκε το πιστώθηκε η Κατηγορουμένη 1 και χρεώθηκε σε άλλες συναλλαγές. Μετά τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου 3, η Υπεράσπιση ανάφερε ότι δεν θα έχει άλλο μάρτυρα και τα μέρη προχώρησαν με αγορεύσεις. Έχω διεξέλθει με ιδιαίτερη προσοχή τις αγορεύσεις και των δύο μερών, με τις οποίες η κάθε πλευρά επιχειρηματολογεί αναφορικά με το ορθό της θέσης της και εισηγείται ανάλογα, είτε την απόρριψη της υπόθεσης, είτε την καταδίκη των Κατηγορουμένων. Εάν και εφόσον κριθεί απαραίτητο ειδική αναφορά στις αγορεύσεις θα γίνει σε κατοπινό στάδιο. Επειδή η κατανόηση της αξιολόγησης της μαρτυρίας προϋποθέτει, συσχετισμό αυτής με την ίδια την κατηγορία που αποδίδεται στους Κατηγορουμένους αφενός και νομοθετικό πλαίσιο και τις αρχές που διέπουν το αποδιδόμενο στους Κατηγορουμένους αδίκημα αφετέρου, πριν προχωρήσω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας θα παρατεθεί αμέσως πιο κάτω η ανάλυση της νομικής πτυχής της διαφοράς και θα ακολουθήσει η αξιολόγηση της μαρτυρίας με παράλληλη υπαγωγή αυτής στις σχετικές αρχές. Η Κατηγορουμένη 1 αντιμετωπίζει κατηγορία για απόσπαση χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων, ήτοι για κατ΄ ισχυρισμό παραβίαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και Κατηγορούμενοι 2 και 3 κατηγορούνται με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, για συμμετοχή και ή σύμπραξη στο πιο πάνω αδίκημα. Ο ορισμός της ψευδούς παράστασης, καταγράφεται στο άρθρο 297 του Κεφ.154, σύμφωνα με το οποίο: «Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Το αδίκημα, το οποίο κατηγορούνται ότι έχουν διαπράξει οι Κατηγορούμενοι, είναι αυτό του άρθρου 298
(1)του Κεφ.154: «Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Είναι δεδομένη η αρχή, ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, είναι τα ακόλουθα: Ψευδής Παράσταση (η οποία πρέπει να αφορά σε γεγονός παρελθόν ή παρόν), η οποία γίνεται με Σκοπό καταδολίευσης, συνεπεία της οποίας Ο Κατηγορούμενος αποκτά ή υποκινεί άλλο να του παραδώσει οτιδήποτε το οποίο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής Από τον ίδιο τον ορισμό της παράστασης, όπως αυτός ρητά αναφέρεται στο άρθρο 297 του Κεφ.154, η ψευδής παράσταση πρέπει να αφορά σε γεγονός παρελθόν ή παρόν. Το προαπαιτούμενο αυτό από το νόμο, αν και είναι, πιστεύω, αυτονόητο, σημειώνεται ότι έχει τη σημασία του, καθότι γεγονός είναι συμβάν ή κατάσταση η οποία αναφέρεται είτε στο παρελθόν είτε στο παρόν και μπορεί να αποδειχθεί. Οτιδήποτε αναφέρεται στο μέλλον δεν μπορεί να είναι γεγονός, καθότι ακόμα αυτό δεν έχει επέλθει και επομένως η ύπαρξη του στον παρόντα χρόνο δεν μπορεί να αποδειχθεί και ως τέτοιο, δεν δύναται να αποτελέσει παράσταση γεγονότος εν τη εννοία του άρθρου 297. Επίσης, σύμφωνα με το πώς έχει η νομολογία ερμηνεύσει το πώς στοιχειοθετείται ψευδής παράσταση, το Δικαστήριο, προκειμένου να προχωρήσει σε καταδίκη, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι η πρόθεση καταδολίευσης υπήρχε το χρόνο της παράστασης. Επομένως το ψεύδος της παράστασης ανάγεται στο χρόνο που αυτή γίνεται, με το δράστη να παρουσιάζει ως αληθές γεγονός κάτι το οποίο γνωρίζει ότι είναι ψευδές ή το οποίο δεν θα μπορούσε να είναι αληθινό (βλ. Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861και Ιωάννου Μαργαρίτα και προς ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 417). Προχωρώ αμέσως πιο κάτω στην αξιολόγηση των μαρτύρων, έχοντας πάντοτε κατά νου τις αρχές που διέπουν τη διαδικασία αξιολόγησης της μαρτυρίας, όπως αυτές έχουν καθοριστεί από την πλούσια επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Τσεκούρα ν Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.180/10, ημ. 11.10.2012, Ιωάννου ν Παλάζη 1(Α) ΑΑΔ276 κ.α. Miorage v Radivojenik
(1998)1 (Β) ΑΑΔ614, Αθανασίου και Άλλος ν Κουνούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614). Η γενική εικόνα που προκάλεσε ο Παραπονούμενος σαν μάρτυρας, ήταν καλή και ως επί τω πλείστω υπήρχε αμεσότητα στην έκθεση των θέσεων του, αλλά επί της ουσίας της υπόθεσης η μαρτυρία του για τους λόγους που θα αναφέρω πιο κάτω υπήρξε ανεπαρκής. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Παραπονουμένου, στα πλαίσια της γενικότερης συνεργασίας που είχε με την Κατηγορουμένη 1 εταιρεία και τους Κατηγορουμένους 2 και 3, ζήτησε και έλαβε προσφορά (quotation) για την αγορά δύο όπλων (Τεκμήρια 2 και 3). Προχώρησε σε παραγγελία των όπλων δίδοντας προκαταβολή €25.000 (Τεκμήριο 4). Σε μεταγενέστερο στάδιο και αφού ενημερώθηκε ότι τα όπλα ήταν έτοιμα και έπρεπε να εξοφληθούν έδωσε ποσό €26.707 (Τεκμήριο 5) προς εξόφληση, ως πίστευε. Το πρώτο όπλο ήρθε στη Κύπρο και το παρέλαβε. Το δεύτερο όπλο καθυστέρησε να έρθει και όταν τελικά ήρθε στην Κύπρο ο Κατηγορούμενος 3 δεν του το παρέδιδε εκτός και εάν κατέβαλλε περαιτέρω ποσό το οποίο αφορούσε ΦΠΑ. Ο Παραπονούμενος διαφώνησε ότι οφείλει ΦΠΑ. Όταν τελικά αποφάσισε να καταβάλει το εν λόγω ποσό, ο Κατηγορούμενος 3, δεν ήταν σε θέση να παραδώσει το όπλο γιατί ως ενημερώθηκε, από τρίτο άτομο το οποίο έστειλε για να πληρώσει το επιπλέον ποσό για τον ΦΠΑ, το όπλο ακολούθως της άρνησης του να πληρώσει τον ΦΠΑ είχε αποσταλεί πίσω στο εργοστάσιο. Απέστειλε επιστολή με τους δικηγόρους του με την οποία ζητούσε είτε την παράδοση του όπλου είτε την επιστροφή του ποσού των €19.
- Οι πιο πάνω θέσεις του Παραπονούμενου, ως γεγονότα τα οποία έχουν συμβεί, δεν έχουν στην ουσία τους αμφισβητηθεί από την πλευρά των Κατηγορουμένων και γίνονται αποδεκτές. Το Δικαστήριο δε, προβαίνει σε αντίστοιχες διαπιστώσεις ως προς τα πιο πάνω γεγονότα. Οι υπόλοιπες θέσεις του Παραπονουμένου, από την ίδια την μαρτυρία που παρουσίασε ανατρέπονται, καθότι η προφορική μαρτυρία που έδωσε και οι τυχόν συσχετισμοί της με τα τεκμήρια υπήρξαν ανακόλουθοι. Επί παραδείγματος χάρην, σε σχέση με τη βασική του θέση ότι δεν όφειλε ΦΠΑ παραπέμποντας στα Τεκμήρια 2 και 3, ήτοι την προσφορά που του απέστειλε η Κατηγορουμένη 2, λέγοντας ότι στην εν λόγω προσφορά περιλαμβάνεται ο ΦΠΑ, από απλή ανάγνωση και μόνο των εν λόγω τεκμηρίων προκύπτει ότι ουδεμία αναφορά γίνεται στα εν λόγω τεκμήρια ότι στα ποσά της προσφοράς συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ. Ο Παραπονούμενος επίσης, ισχυρίζεται ότι επειδή υποψιάστηκε ότι «κάτι δεν πήγαινε καλά», επικοινώνησε με το εργοστάσιο της Krieghoff στη Γερμανία και μίλησε με τον Daniel Spatz, ο οποίος του είπε ότι το όπλο ουδέποτε παραγγέλθηκε. Σε σχέση με τη θέση του αυτή, η οποία δεν γίνεται αποδεκτή σημειώνονται τα ακόλουθα. Ενώ ο Παραπονούμενος ό, τι αναφέρει μέχρι και του σημείου που αρνήθηκε να καταβάλει το επιπλέον ποσό για το ΦΠΑ, συνοδεύει κάθε ισχυρισμό του με τεκμήρια, για το ζήτημα ότι ενημερώθηκε από κάποιον Daniel Spatz ότι ουδέποτε το όπλο παραγγέλθηκε, δεν έχει παρουσιάσει τίποτε σχετικό στο Δικαστήριο. Ερωτώμενος σχετικά κατά την αντεξέταση του, εάν έκανε γραπτό παράπονο στην κατασκευάστρια εταιρεία απάντησε πως δεν θυμάται εάν προχώρησε με γραπτό παράπονο, θυμάται ότι έλαβε εξηγήσεις. Όταν ερωτήθηκε εάν τις εξηγήσεις αυτές τις έλαβε γραπτώς ή προφορικώς η θέση του ήταν ότι δεν θυμότανε γιατί έχουν περάσει 3 έτη. Αυτή η θέση του συνιστά ανακολουθία με την όλη στάση του και ισχυρισμούς του. Ενώ κάθε τι άλλο ο Παραπονούμενος το θυμότανε και είχε κρατήσει σχετικό αρχείο, για το πλέον ουσιώδες ζήτημα εάν οι Κατηγορούμενοι του είπαν ψέμα ότι παρήγγειλαν τα όπλα δεν είχε καμία μαρτυρία να παρουσιάσει πέραν ενός γενικού ισχυρισμού, ο οποίος καταγράφεται στην παράγραφο 17 της Γραπτής του Δήλωσης Έγγραφο Α. Η μαρτυρία του αναφορικά με το ζήτημα αυτό, ιδιαίτερα σε σχέση με την πληροφόρηση που κατ΄ ισχυρισμό έλαβε από τον Spatz, ως αμιγώς εξ΄ ακοής μαρτυρία δεν γίνεται αποδεκτή και ο πιο πάνω ισχυρισμός του Παραπονουμένου παραμένει μετέωρος, ως εκ τούτου ατεκμηρίωτος και κατ΄ επέκταση δεν γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο. Βεβαίως, το αδίκημα που εξετάζεται στα πλαίσια αυτής της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης είναι αυτό της απόσπασης χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων όπως έχει καταγραφεί πιο πάνω στο πλαίσιο ανάλυσης της νομικής πτυχής της διαφοράς. Τα επίδικα θέματα και κατά συνέπεια τα γεγονότα τα οποία θα πρέπει να αποδειχθούν προκειμένου να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα είναι συγκεκριμένα. Ο Παραπονούμενος, είχε το βάρος να παρουσιάσει μαρτυρία, η οποία να στοιχειοθετεί ότι τη στιγμή της απόσπασης, δηλαδή όταν οι Κατηγορουμένοι έπαιρναν τα χρήματα από αυτόν, σκοπό είχαν την καταδολίευσή του. Τέτοιας φύσης και υφής μαρτυρία δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία να δύναται να τεκμηριώσει την ένοχη διάνοια των Κατηγορουμένων και επομένως την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος το οποίο τους αποδίδεται. Ο Κατηγορούμενος 3 υπήρξε πειστικός ως μάρτυρας. Απαντούσε με πληρότητα και σαφήνεια όλες τις ερωτήσεις που του έγιναν, χωρίς οι θέσεις του να κλονισθούν στο ελάχιστο καθόλη τη διάρκεια που έδιδε μαρτυρία. Σε ό,τι έχει σχέση με την ουσία της υπόθεσης και με τα επίδικα ζήτηματα παρουσίασε τιμολόγια που εξέδωσε η κατασκευάστρια εταιρεία σε σχέση με την παραγγελία του επίδικου όπλου, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέτασή του το Τεκμήριο 7, δεν αμφισβητήθηκε από τη δικηγόρο του Παραπονουμένου. Η μακροσκελής αντεξέτασή του περιστράφηκε σε τεχνικά ζητήματα όπλων, γύρω από το Τεκμήριο 10 και στο εάν το όπλο που καταγράφεται εκεί είναι όντως το όπλο το οποίο παρήγγειλε ο Παραπονούμενος και περαιτέρω στο ότι δεν μπορεί να οφείλεται περαιτέρω ποσό ΦΠΑ, εφόσον στην απόδειξη Τεκμήριο 5, αναγράφεται «Δια εξόφληση λογαριασμού». Σε σχέση με το Τεκμήριο 7, δεν αμφισβητήθηκε ότι το εν λόγω έγγραφο αφορά τιμολόγιο του επίδικου όπλου. Η αντεξέταση αναφορικά με το εν λόγω τεκμήριο περιστράφηκε στο αναγραφέν ποσό προκειμένου να αναδειχθεί ότι, ο Κατηγορούμενος όταν εισέπραττε το ποσό του Τεκμηρίου 5, γνώριζε ακριβώς την τιμή του όπλου και επομένως για αυτό έγραψε προς εξόφληση. Η μαρτυρία του, σε ό,τι αφορά τα επίδικα ζητήματα δεν έχει κλονιστεί κατά την αντεξέτασή του. Αντίθετα παρά την επίμονη και επίπονη αντεξέτασή του παρέμεινε σταθερός ως προς το ουσιώδες ζήτημα. Και τα δυο όπλα παραγγέλθηκαν. Το ένα παραδόθηκε στον Παραπονούμενο. Το άλλο όπλο δεν παραδόθηκε γιατί η Κατηγορουμένη 1, είχε περαιτέρω αξίωση από τον Παραπονούμενο σε σχέση με καταβολή ΦΠΑ. Τον αποδέχομαι ως μάρτυρα αλήθειας και η διαπίστωση, η οποία είναι ουσιώδης και σχετική με τα επίδικα θέματα, στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο κατόπιν της αξιολόγησης της μαρτυρίας του, είναι ότι, ως το Τεκμήριο 7, το επίδικο όπλο έχει παραγγελθεί και εξού εκδόθηκε το σχετικό τιμολόγιο από την κατασκευάστρια εταιρεία. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου άμα την αξιολόγηση της μαρτυρίας συνίστανται στη διαπίστωση ότι ο Παραπονούμενος ζήτησε προσφορά για την αγορά δύο όπλων από την Κατηγορουμένη 1 εταιρεία. Η Κατηγορουμένη 2 του έστειλε τη σχετική προσφορά (Τεκμήρια 2 και 3). Ο Παραπονούμενος προχώρησε με την παραγγελία. Τα όπλα παραγγέλθηκαν στο εργοστάσιο και εκδόθηκαν τα σχετικά τιμολόγια Τεκμήρια 7 και
- Ο Παραπονούμενος πλήρωσε ποσό €51.707 για την αγορά των όπλων (Τεκμήρια 4 και 5). Το ένα εκ των δύο όπλων του παραδόθηκε. Το δεύτερο όπλο δεν του παραδόθηκε γιατί ο Κατηγορούμενος 3, προκειμένου να του το παραδώσει απαίτησε την πληρωμή περαιτέρω ποσού για το ΦΠΑ. Ο Παραπονούμενος διαφώνησε. Δεν παρέλαβε το όπλο. Με δεδομένη την αρχή ότι το δικόγραφο (στην προκειμένη το Κατηγορητήριο), συνιστά τις ράγες πάνω στις οποίες θα κινηθεί η διαδικασία (Παπαγεωργίου ν. Κλάππα,
(1991)1 Α.Α.Δ. 24), καταγράφω αμέσως πιο κάτω τις λεπτομέρειες αδικήματος εκάστης κατηγορίας, προκειμένου να είναι ξεκάθαρο τι αποδίδεται με το Κατηγορητήριο σε κάθε κατηγορούμενο. Στο Κατηγορητήριο, η ψευδής παράσταση, η οποία αποδίδεται στους Κατηγορούμενους, καταγράφεται στις Λεπτομέρειες Αδικήματος ως ακολούθως: Σύμφωνα με την πρώτη κατηγορία η Κατηγορούμενη 1: «. κατά/ή περί τον Ιούλιο 2012 και σε διάφορες ημερομηνίες μέσα στο έτος 2012 και 2013, απέσπασε το ποσό των €19.390 από τον παραπονούμενο με ψευδείς παραστάσεις, ήτοι ότι θα εισήγαγε και παρέδιδε στον παραπονούμενο ένα σκοπευτικό όπλο τύπου K80 SPORTER, μια ειδική διπλή θήκη σκοπευτικού όπλου και δύο μονοκόμματες θήκες σκοπευτικού όπλου εντός ευλόγου χρόνου» Σύμφωνα με τη δεύτερη κατηγορία η Κατηγορούμενη 2: «. κατά/ή περί των Ιούλιο 2012 συμμετείχε και/ή συνέπραξε και/ή συγκατατέθηκε υπό την ιδιότητά της ως διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1 ώστε η τελευταία να αποσπάσει από τον Παραπονούμενο το ποσό των €19.390 με ψευδείς παραστάσεις ήτοι ότι θα εισήγαγε και παρέδιδε στον παραπονούμενο ένα σκοπευτικό όπλο τύπου K80 SPORTER, μια ειδική διπλή θήκη σκοπευτικού όπλου και δύο μονοκόμματες θήκες σκοπευτικού όπλου εντός ευλόγου χρόνου». Σύμφωνα με την τρίτη Κατηγορία, ο Κατηγορούμενος 3: «. κατά/ή περί τον Ιούλιο 2012 συμμετείχε και/ή συνέπραξε παριστάνοντας τον εαυτό του προς τον Παραπονούμενο ως αντιπρόσωπο της Κατηγορουμένης 1 ώστε η τελευταία να αποσπάσει από τον Παραπονούμενο το ποσό των €19.390 με ψευδείς παραστάσεις, ήτοι ότι θα εισήγαγε και παρέδιδε στον παραπονούμενο ένα σκοπευτικό όπλο τύπου K80 SPORTER, μια ειδική διπλή θήκη σκοπευτικού όπλου και δύο μονοκόμματες θήκες σκοπευτικού όπλου εντός ευλόγου χρόνου». Σύμφωνα λοιπόν με τις ίδιες τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου η παράσταση η οποία αποδίδεται στους Κατηγορουμένους, είναι ότι πήραν από τον Παραπονούμενο το ποσό των €19.390, προκειμένου η Κατηγορούμενη 1 να εισάξει και να παραδώσει στον Παραπονούμενο εντός ευλόγου χρόνου τα αναφερόμενα στις λεπτομέρειες αδικήματος προϊόντα. Σημειώνεται ότι, δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι προσεκτική ανάγνωση των λεπτομερειών του αδικήματος, άγει στο συμπέρασμα ότι αυτές ευρίσκονται στο μεταίχμιο να θεωρηθεί ότι δεν αποκαλύπτουν αδίκημα, εφόσον αυτό που στην πραγματικότητα που αποδίδεται στους κατηγορούμενους είναι ότι: «με ψευδείς παραστάσεις ήτοι ότι θα εισήγαγε και παρέδιδε στον παραπονούμενο ένα σκοπευτικό όπλο τύπου K80 SPORTER, μια ειδική διπλή θήκη σκοπευτικού όπλου και δύο μονοκόμματες θήκες σκοπευτικού όπλου εντός ευλόγου χρόνου», χωρίς να αποδίδεται σε αυτούς ότι η παράσταση στην πραγματικότητα ήταν ψευδής και ότι οι Κατηγορούμενοι το γνώριζαν ή έστω δεν πίστευαν ότι ήταν αληθής. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω και ακολούθως της αξιολόγησης της μαρτυρίας, σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί τα αποδιδόμενο σε αυτήν αδίκημα, ως αυτό περιγράφεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι την ώρα της παράστασης γνώριζε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να φέρει τα εν λόγω προϊόντα εντός ευλόγου χρόνου. Κάτι τέτοιο ως αναφέρεται πιο πάνω δεν έχει αποδειχτεί. Περαιτέρω δεν διαφεύγει την προσοχή μου, ότι στην Κατηγορουμένη 1, δεν αποδίδεται 1 παράσταση, αλλά πολλές παραστάσεις από τον Ιούλιο 2012 και σε διάφορες ημερομηνίες μέσα στο 2012 και 2013 χωρίς να καταγράφονται αυτές οι ημερομηνίες και χωρίς να έχει δοθεί ως προς τούτο μαρτυρία. Η επιλογή αυτή της αναγραφής, δεν αποδίδει στην Κατηγορούμενη ένα αδίκημα, ήτοι μια παράσταση, αλλά πολλά αδικήματα (παραστάσεις γενόμενες εντός του 2012 και 2013), με αποτέλεσμα το Κατηγορητήριο να καθίσταται προβληματικό. Επισημαίνω δε ότι σύμφωνα με τη νομολογία, η ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος είναι ορθό να καταγράφεται στο Κατηγορητήριο (Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766). Πλην όμως δεν θα ασχοληθώ περαιτέρω με το ζήτημα αυτό, το οποίο επισημαίνω παρεμπιπτόντως εφόσον η υπόθεση σε σχέση με την Κατηγορουμένη 1, είναι απορριπτέα στην ουσία της καθότι καμία ψευδής παράσταση γενόμενη από αυτήν έχει αποδειχθεί. Σε σχέση με τη δεύτερη Κατηγορούμενη, σύμφωνα με το Κατηγορητήριο της αποδίδεται συμμετοχή και/ή σύμπραξη και/ή συγκατάθεση υπό την ιδιότητά της, ως διοικητική σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1, έτσι ώστε η Κατηγορουμένη 1 να αποσπάσει με ψευδείς παραστάσεις το ποσό των €19.390 από τον Παραπονούμενο. Δεν έχει αποδοθεί καμία συγκεκριμένη ψευδής παράσταση την Κατηγορουμένη 2, δυνάμει της οποίας να απόσπασε χρήματα από τον Παραπονούμενο. Η μόνη αναφορά που έγινε σε αυτήν με τη μαρτυρία του Παραπονουμένου, σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα είναι η αποστολή από την Κατηγορουμένη 2, της προσφοράς προς αυτόν (Τεκμήρια 2 και 3). Καμία άλλη αναφορά στην Κατηγορουμένη 2, έγινε από τον Παραπονούμενο, σε σχέση με συγκεκριμένες πράξεις ή παραλήψεις της, οι οποίες δυνατόν να εκληφθούν ως ψευδείς παραστάσεις, δυνάμει των οποίων συμμετείχε στην απόσπαση €19.390 από τον Παραπονούμενο. Από μόνη της η ιδιότητά της ως διευθύντρια της Κατηγορουμένης 1, δεν μπορεί να στηρίξει την καταδίκη της δυνάμει του Άρθρου 20, στην απουσία μαρτυρίας για συμμετοχή της (Ευριβιάδης Γιάννος ν. Αστυνομίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 600 ). Επομένως ούτε για τη δεύτερη Κατηγορουμένη έχει αποδειχθεί η υπόθεση. Στον τρίτο Κατηγορούμενο, η ψευδής παράσταση που του αποδίδεται με βάση το Κατηγορητήριο, είναι ότι συμμετείχε και/ή συνέπραξε έτσι ώστε η Κατηγορουμένη 1 να αποσπάσει από τον Παραπονούμενο το επίδικο ποσό, παριστάνοντας τον εαυτό του ως αντιπρόσωπό της. Κατ΄ αρχήν σημειώνεται ότι δεν έχει δοθεί μαρτυρία αναφορικά με το εάν ο Κατηγορούμενος 3 παρουσιάστηκε ψευδώς ως αντιπρόσωπος της εταιρείας, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν και βασιζόμενος σε αυτή την παράσταση ο Παραπονούμενος προχώρησε και του έδωσε τα χρήματα. Αντιθέτως ο Παραπονούμενος καθόλη τη μαρτυρία του ανάφερε ότι ο Κατηγορούμενος 3 ήταν αντιπρόσωπος της εταιρείας Krieghof. Το πρώτο σκέλος της ψευδούς παράστασης που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 3 με βάση τις λεπτομέρειες της τρίτης κατηγορίας, ήτοι ότι παρουσίαζε ψευδώς τον εαυτό του ως αντιπρόσωπο της εταιρείας Krieghof, δεν έχει αποδειχθεί ή εν πάση περιπτώσει τέτοιος ισχυρισμός δεν έχει συνδεθεί με τη διάπραξη του κατ΄ ισχυρισμό αδικήματος. Εάν, η ψευδής παράσταση η οποία καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο 3, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της τρίτης κατηγορίας είναι ότι θα παρέδιδε το όπλο εντός ευλόγου χρόνου και πάλι δεν υπάρχει μαρτυρία ως προς το γεγονός αυτό, η οποία να συνίσταται σε συγκεκριμένη τέτοια παράσταση από τον Κατηγορούμενο 3 η οποία να ήταν ψευδής και δυνάμει αυτής, να διαμορφώθηκε η βούληση του Παραπονουμένου να προχωρήσει με την πληρωμή του ποσού που αφορά στο επίδικο όπλο. Αν και η υπό εξέταση υπόθεση είναι ποινική και επομένως, εννοείται ότι απαγορεύονται πιθανολογήσεις, θα προχωρήσω σε μια περαιτέρω εικασία. Εάν το παράπονο εναντίον του Κατηγορουμένου 3 συνίσταται στο ότι πήρε εκ μέρους της Κατηγορουμένης 1 χρήματα για παραγγελία όπλου το οποίο δεν παρήγγειλε, το Τεκμήριο 7 καταρρίπτει τυχόν εν λόγω θέση σε αντίθεση με τη θέση που πρόβαλε η πλευρά του Παραπονουμένου ότι το όπλο ουδέποτε παραγγέλθηκε, θέση η οποία δεν έπεισε εφόσον παρέμεινε ατεκμηρίωτη και στηρίχθηκε σε εξ΄ ακοής μαρτυρία όπως πιο πάνω αναφέρεται. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθειμένη μαρτυρία δεν προκύπτουν οι παραστάσεις στις οποίες, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών, κατά τον ισχυρισμό του Παραπονουμένου έχουν προβεί οι Κατηγορούμενοι. Ας σημειωθεί περαιτέρω, ότι ουσιώδες για τη στοιχειοθέτηση του επίδικου αδικήματος, είναι η πρόθεση καταδολίευσης να υπήρχε κατά το χρόνο της παράστασης. Από το ίδιο το Κατηγορητήριο, δε φαίνεται ξεκάθαρα τέτοιος χρόνος, εφόσον ο «αυτουργός» της ψευδούς παράστασης, όπως αυτός καθορίζεται από το Κατηγορητήριο, ήτοι η Κατηγορουμένη 1, προέβηκε στις κατ΄ ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις σε διάφορα διαστήματα. Είναι δε συγκεχυμένο και ασαφές το Κατηγορητήριο εφόσον δεν υπάρχει σαφής πρόσαψη κατηγορίας προς την Κατηγορούμενη 1, παρά μόνο αόριστες αναφορές. Έτσι όπως είναι καταγεγραμμένο το κατηγορητήριο αλλά και με την όλη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, αυτό που αποδίδεται στους Κατηγορουμένους, είναι μια υπόσχεση την οποία δεν τήρησαν, κάτι το οποίο δεν εμπίπτει στο εύρος και στο βεληνεκές των άρθρων 297 και 298, αφού για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος, απαιτείται κάτι πολύ περισσότερο από μια υπόσχεση η οποία δεν τηρήθηκε. Είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ότι την ώρα της παράστασης, ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι το γεγονός το οποίο παρουσιάζει ως γενόμενο και αληθές(και η ύπαρξη του οποίου ανάγεται είτε στο παρόν είτε στο παρελθόν) είναι ψευδές ήτο οποίο δεν πιστεύει ως αληθές και επομένως ο σκοπός της καταδολίευσης υπάρχει εκείνη ακριβώς την ώρα της παράστασης. Στην απόφαση Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861 το Ανώτατο Δικαστήριο είπε τα ακόλουθα, τα οποία σχετίζονται άμεσα και με την παρούσα υπόθεση(οι υπογραμμίσεις δικές μου): ".... η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch. D. 459, 483), "The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." Σε συνάρτηση με τα όσα έχουν αποφασιστεί στην Ευθυμίου (ανωτέρω), εκείνο που εξετάζεται είναι το ψεύδος να υπάρχει κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. Η υποκειμενική υπόσταση, αποδεικνύεται με αντικειμενικά στοιχεία, τα οποία προκειμένου να μπορούν να οδηγήσουν σε καταδίκη θα πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν καμία αμφιβολία. Τέτοια στοιχεία δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Καμία ψευδής παράσταση, η οποία να έγινε με σκοπό καταδολίευσης, δυνάμει της οποίας διαμορφώθηκε η βούληση του Παραπονουμένου να συμβληθεί με τους Κατηγορούμενους έχει παρουσιαστεί. Αυτό που καταλογίζεται στους Κατηγορουμένους με την όλη μαρτυρία, είναι μάλλον παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων έναντι του Παραπονουμένου. Ο αστικός χαρακτήρας της υπόθεσης αυτής, ήταν διάχυτος από την αρχή. Η θέση του Παραπονούμενου, είναι ότι μια προσεκτική ανάγνωση των αποδείξεων Τεκμηρίων 4 και 5, δεικνύει ότι το ποσό της προσφοράς για την αγορά των όπλων (Τεκμήρια 2 και 3), έχει εξοφληθεί, εξού και στην απόδειξη Τεκμήριο 5 καταγράφεται «Διά εξόφληση λογαριασμού». Ο Παραπονούμενος θεωρούσε ότι με τη καταβολή των ποσών των Τεκμηρίων 4 και 5, δεν είχε οποιαδήποτε άλλη οφειλή προς την Κατηγορουμένη 1, με την αντίθετη θέση των Κατηγορουμένων, ότι παρέμεινε οφειλόμενος ο ΦΠΑ. Στην παρούσα ποινική υπόθεση επίλυση αυτής της διαφωνίας, ακόμα και εάν αποφασίζετο προς όφελος του Παραπονουμένου, ότι δηλαδή ο Παραπονούμενος έχει εξοφλήσει πλήρως την αξία των όπλων και επομένως οι Κατηγορούμενοι κακώς δεν του παρέδωσαν το δεύτερο όπλο, αυτό δεν στοιχειοθετεί διάπραξη ποινικού αδικήματος από τους Κατηγορουμένους αλλά μάλλον πρόκειται για διάγνωση αστικού δικαιώματος του Παραπονουμένου. Η διαφορά ως προς το τελικό οφειλόμενο ποσό για την αγορά των όπλων, είναι θεωρώ αντιληπτό, ότι δε συνιστά ζήτημα που υπάγεται στα πλαίσια του ποινικού δικαίου, ούτε ακόμα και εάν ο Παραπονούμενος είχε δίκαιο ως προς την προσέγγιση του σε σχέση με το τελικό οφειλόμενο ποσό, θα στοιχειοθετείτο αδίκημα εναντίον των Κατηγορουμένων για το οποίο θα πρέπει να τιμωρηθούν με την επιβολή ποινής. Όπως επίσης και το γεγονός ότι οι Κατηγορούμενοι, ενδεχομένως αυτό που όφειλαν να πράξουν είναι είτε να παραδώσουν το όπλο είτε να επιστρέψουν το εισπραχθέν τίμημα στον Παραπονούμενο και έστω ότι κακώς δεν το έπραξαν, αυτό μπορεί να συνιστά μη αποδεκτή ή ορθή συμπεριφορά και να γεννά αστικής φύσεως δικαιώματα στον Παραπονούμενο, η οποία όμως δεν εμπίπτει εντός των ορίων να θεωρηθεί ως ποινικά κολάσιμη με συνεπακόλουθη διάγνωση ποινικής ευθύνης και κατ΄ επέκταση «τιμωρίας» των Κατηγορουμένων δια της ποινής. Καταλληλότερο Δικαστήριο να εξετάσει την υπό εξέταση περίπτωση, θα ήταν Επαρχιακό Δικαστήριο το οποίο ασκεί αστική δικαιοδοσία και στα πλαίσια αγωγής θα μπορούσε να αποφανθεί σε σχέση με τα δικαιώματα που έχει ο Παραπονούμενος κατά των Κατηγορουμένων. Σίγουρα όμως, όποιος χρωστά χρήματα ή αποτυγχάνει να τηρήσει συμβατική σχέση δεν διαπράττει ποινικό αδίκημα, ούτε είναι αντιμέτωπος με ποινή φυλάκισης. Τα πιο πάνω, αναφέρονται ειρήσθω εν παρόδω, για το λόγο ότι ενώπιον μου έρχονται συχνά αστικές υποθέσεις περιβεβλημένες το μανδύα ποινικής υπόθεσης. Οι Παραπονούμενοι που έχουν αστικά δικαιώματα τα οποία θα μπορούσαν να διεκδικήσουν μέσω άλλη διαδικασίας, έρχονται στο ποινικό Δικαστήριο με προσδοκίες, πλην όμως όπως αναφέρεται αμέσως πιο πάνω, διαφορές οικονομικής φύσεως δεν γεννούν ποινική ευθύνη, με αποτέλεσμα οι υποθέσεις τους να απορρίπτονται, να επιβαρύνονται με έξοδα και να έχουν πικρία έναντι της δικαιοσύνης. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω τα οποία καθορίζουν και το αποτέλεσμα της υπόθεσης, περαιτέρω σημειώνω ότι, δεν διαφεύγει την προσοχή μου, ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, ο Παραπονούμενος επέλεξε να προωθήσει απευθείας ιδιωτική ποινική υπόθεση, χωρίς προηγουμένως να καταγγείλει το όλο ζήτημα στην αστυνομία. Το δικαίωμα πολίτη να καταφεύγει ο ίδιος αυτόματα με την καταχώρηση ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων δεν αποτελεί πανάκεια. Το δικαίωμα αυτό ενεργοποιείται κάτω από προϋποθέσεις, οι οποίες στην προοκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν. Στην Ttofinis v. Theocharides and Another
(1983)2 CLR 363 το Δικαστήριο, αφού ανέτρεξε στις ιστορικές καταβολές της προώθησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης, με αναφορά στην υπόθεση Gourier v. Union of Post Office Workers and Others
(1977)3 All ER 70, 97 (HL), τόνισε ότι, η ποινική δίωξη, αποτελεί «χρήσιμη συνταγματική εγγύηση εναντίον της αυθαίρετης διεφθαρμένης ή μεροληπτικής παράλειψης ή άρνησης των αρμοδίων αρχών να διώξουν αδικοπραγούντες». Ο ίδιος ο Παραπονούμενος δήλωσε ότι επέλεξε την απευθείας καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, χωρίς προηγούμενη καταγγελία στην αστυνομία. Δυνάμει της πιο πάνω νομολογία, η επιλογή του αυτή, ενδεχομένως να κατέστησε ανενεργό το δικαίωμα του να προχωρήσει με απευθείας καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, εφόσον τέτοιο δικαίωμα ενεργοποιείται κατόπιν της αδικαιολόγητης άρνησης των διωκτικών αρχών να προωθήσουν καταγγελία. Το ζήτημα αυτό βεβαίως αναφέρεται παρεμπιπτόντως. Η πλευρά του Παραπονουμένου, απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η υπόθεση απορρίπτεται. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται. Έξοδα εναντίον του Παραπονουμένου και υπέρ των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή σύμφωνα με το σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό. Διευκρινίζεται ότι στους Κατηγορουμένους επιδικάζεται ένα σετ εξόδων εφόσον αυτοί έτυχαν κοινής εκπροσώπησης. (Υπ) ...................................................... Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο