ΣΟΦΙΑ ΦΑΤΣΕΑ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΣΟΦΟΚΛΗ, Αρ. Υπόθεσης: 9440/14, 13/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9440/14 ΣΟΦΙΑ ΦΑΤΣΕΑ -εναντίον- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΣΟΦΟΚΛΗ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 13 Ιανουαρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Παραπονουμένη: κος Σπύρου. Για τον Κατηγορούμενο: κα Ηλία. Κατηγορούμενος απών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το Κατηγορητήριο σε σχέση με την υπόθεση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, αφορά 3 κατηγορίες για κατ΄ ισχυρισμό παραβάσεις των άρθρων 3
(2)του περί Προστασίας του Απόρρητου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμου του 1996 (92(I)/1996). Στα πλαίσια της παρούσης ενδιάμεσης απόφασης, εξετάζεται ένσταση η οποία εγέρθηκε από την πλευρά του Κατηγορουμένου, για έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αυτού να εξετάσει αδικήματα, τα οποία αναφέρονται σε παράβαση του περί Προστασίας του Απόρρητου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμου του 1996 (92(I)/1996), εφόσον η σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού αποτελείται από Επαρχιακό Δικαστή, ενώ στον εν λόγω Νόμο, στο άρθρο 2 το οποίο είναι ερμηνευτικό, ο όρος Δικαστής καθορίζεται ως: «"Δικαστής" σημαίνει Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου ή Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή». Η υπό εξέταση ένσταση εδράζεται στο επιχείρημα ότι στο ερμηνευτικό άρθρο 2 καθορίζεται η ερμηνεία του τι εστί Δικαστής και συνεπεία της ερμηνείας αυτής, οποιαδήποτε δικαστική πράξη έχει αναφορά στην υπό εξέταση νομοθεσία, αυτή εκτελείται μόνο από Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή (ΑΕΔ) ή Πρόεδρο Επαρχιακό Δικαστή (ΠΕΔ). Το επιχείρημα της πλευράς του Κατηγορουμένου διανθίζεται με αναφορά στους κανόνες ερμηνείας όπως αυτοί καθορίζονται από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Από την πλευρά του, ο δικηγόρος του Παραπονουμένου, παρέδωσε στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση, υπεραμυνόμενος της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αυτού να εκδικάσει την υπόθεση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Μελέτησα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών, όπως βεβαίως και την επίδικη νομοθεσία. Κατά αρχήν παρατηρώ ότι στο ερμηνευτικό άρθρο 2, γίνεται αναφορά τόσο στον όρο «Δικαστής», ως αυτός καταγράφεται πιο πάνω όσο και στον όρο «Δικαστήριο», το οποίο καθορίζεται ως ακολούθως: «"Δικαστήριο" "ποινική διαδικασία" και "πολιτική διαδικασία" έχουν την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς από το άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου: Νοείται ότι για σκοπούς του παρόντος Νόμου ποινική ή πολιτική διαδικασία σημαίνει μόνο τη διαδικασία εκείνη που είναι σχετική με το αδίκημα ή τους λόγους για τους οποίους εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα.» Η χρήση και των δύο όρων στο κείμενο του Νόμου, μόνο σε ένα λογικό συμπέρασμα μπορεί να άγει. Όπου γίνεται χρήση του όρου Δικαστής, τότε η αναφορά στρέφεται σε ΑΕΔ ή σε ΠΕΔ και σε εξουσίες που ασκούνται μόνο από αυτούς, οι οποίες είναι οι εξουσίες έκδοσης δικαστικών ενταλμάτων, δυνάμει των άρθρων 8, 9 και 19 ή 21, 22 και 23 του N.92(I)/
- Όπου αναφέρεται ο όρος Δικαστήριο, τότε δεν μπορεί παρά να νοείται το Δικαστήριο το οποίο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει εκάστη υπόθεση με βάση τον Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/60), συμπεριλαμβανομένων και αδικημάτων που αφορούν παραβάσεις της επίδικης νομοθεσίας και να επιβάλλει τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές, όπως αυτές καθορίζονται από τον εν λόγω Νόμο (βλ. σχετικά άρθρα 3 και 11 του Ν.92(Ι)/96). Εάν η πρόθεση του Νομοθέτη συνέπιπτε με την εισήγηση της δικηγόρου του Κατηγορουμένου, τότε το προφανές θα ήταν στο κείμενο του νόμου να γίνεται αναφορά μόνο σε Δικαστή, έτσι ώστε, ό,τι εμπίπτει στα πλαίσια εφαρμογής του Νόμου αυτού να εξετάζεται από Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή ή Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου. Πλην όμως, ο Νομοθέτης έχει κάνει σαφή διαχωρισμό, αναφέρεται σε Δικαστή (καθορίζοντας αυτόν ως ΑΕΔ ή ΠΕΔ) και σε Δικαστήριο διασαφηνίζοντας ότι ο εν λόγω όρος έχει την έννοια που του προσδίδεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/60), ήτοι Δικαστήριο το οποίο έχει δικαιοδοσία να δικάσει αδίκημα, σύμφωνα με τα εκεί καθορισμένα και δεν προαπαιτείται συγκεκριμένη ιεραρχική βαθμίδα Δικαστού. Επιτυχία της εισήγησης της δικηγόρου της Υπεράσπισης, θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα η εκδίκαση αυτών των υποθέσεων από το εκάστοτε Δικαστήριο το οποίο ασκεί δικαιοδοσία για εκδίκαση ποινικών υποθέσεων (είτε ιδιωτικών είτε μη), να εξαρτάται από τον τυχαίο παράγοντα της σύνθεσης του (από ΕΔ ή ΑΕΔ/ΠΕΔ), ανάλογα με το ετήσιο πρόγραμμα όπως αυτό καθορίζεται από το Διοικητικό Πρόεδρο εκάστης επαρχίας. Είναι ξεκάθαρο, ότι τα επιχειρήματα που έχουν παρατεθεί προς υποστήριξη της υπό εξέταση ένστασης, δεν συνίστανται σε ερμηνεία του Νόμου, αλλά μάλλον αυτό που επιχειρείται είναι επέκταση εφαρμογής του Νόμου και συγκεκριμένα επέκταση της ερμηνείας του όρου Δικαστής, έτσι ώστε ο όρος Δικαστής πέραν από τις σαφείς και συγκεκριμένες αρμοδιότητες που δίδονται από το Νόμο αυτό μόνο σε ΑΕΔ ή ΠΕΔ για έκδοση δικαστικών ενταλμάτων, να καλύπτει και τον όρο Δικαστήριο, καθορίζοντας ως αρμόδιο Δικαστήριο για εξέταση υποθέσεων που προκύπτουν από το Νόμο αυτό, μόνο Δικαστήριο του οποίου η σύνθεση αποτελείται είτε από ΑΕΔ είτε από ΠΕΔ. Με κάθε σεβασμό προς τη δικηγόρο της υπεράσπισης, το ζήτημα που προβάλλει, δεν είναι ζήτημα ερμηνείας του Νόμου, αλλά περισσότερο ζήτημα ορθής ανάγνωσης του νόμου, με την οποία εύκολα γίνεται αντιληπτή η διαφορά στην προσέγγιση των εννοιών «Δικαστής» και «Δικαστήριο» από το ίδιο το κείμενο του Νόμου. Αν και δεν έχω εντοπίσει σχετική νομολογία του ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος, ο αδελφός Δικαστής Α. Παναγιώτου, έχει απασχοληθεί με πανομοιότυπο ζήτημα στην Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δημήτρης Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 10152/08, 16 Μαρτίου 2009, αναφέροντας τα ακόλουθα, τα οποία υιοθετούνται πλήρως για σκοπούς της απόφασης αυτής: «Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή στο σύνολο του, τον Περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας Νόμο 92(Ι)/1996 καθώς και τις επιμέρους διατάξεις του. Έχω δε καταλήξει αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η πρόθεση του νομοθέτη δεν ήταν να αποκλείσει τον Επαρχιακό Δικαστή από του να εκδικάζει αδικήματα που καθορίζονται στον Νόμο όπως ισχυρίστηκε ο συνήγορος υπεράσπισης. Η θέση της υπεράσπισης θα ήταν ορθή αν στον ίδιο τον Νόμο αναφερόταν ρητά ότι τα αδικήματα που καθορίζονται σε αυτόν, εκδικάζονται από «Δικαστή» δηλαδή από Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου ή Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή σε αντίθεση και παρά την εξουσία που παρέχει ο Περί Δικαστηρίων Νόμος σε Επαρχιακό Δικαστή. ..................................................................................................................................................... Εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει καμία αναφορά στον Νόμο 92(Ι)/1996 ότι αδικήματα που πηγάζουν από αυτόν, εκδικάζονται αποκλειστικά από «Δικαστή» δηλαδή από Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου ή Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή κατά παρέκκλιση των διατάξεων του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Αντιθέτως, είναι νομίζω κάτι περισσότερο από σαφές ότι ο νομοθέτης θέλησε να δώσει για ευνόητους λόγους, εξουσία έκδοσης εντάλματος παρακολούθησης ιδιωτικής επικοινωνίας μόνον σε Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου ή Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή. Η επιλογή αυτή του νομοθέτη μπορεί εν μέρει να γίνει κατανοητή, δεδομένου ότι το ένταλμα παρακολούθησης που προβλέπει ο Νόμος 92(Ι)/1996, αποτελεί εξαίρεση κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, στο επιβαλλόμενο από το Σύνταγμα καθήκον του κράτους για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής του πολίτη. Η επιλογή όμως αυτή του νομοθέτη σε καμία περίπτωση δεν επηρεάζει την εξουσία που έχει ο Επαρχιακός Δικαστής δυνάμει του άρθρου 24 του Περί Δικαστηρίων Νόμου να εκδικάζει αδικήματα όπως αυτά του άρθρου 3 του Νόμου 92(Ι)/1996 που αφορούν εσκεμμένη υποκλοπή ιδιωτικής επικοινωνίας και χρήσης της. Αν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν αυτή, θα το ανέφερε ρητά στον Νόμο 92(Ι)/
- Αφού όμως τέτοια ρητή πρόβλεψη δεν υπάρχει, ισχύουν οι πρόνοιες του Περί Δικαστηρίων Νόμου που παρέχουν εξουσία σε Επαρχιακό Δικαστή να εκδικάζει τα υπό κρίση αδικήματα της παρούσας υπόθεσης.» Ενόψει των ανωτέρω, η σχετική ένσταση της δικηγόρου του Κατηγορουμένου απορρίπτεται και εφόσον επρόκειτο περί θέματος δικαιοδοσίας και επομένως η απάντηση του Κατηγορουμένου είχε παραμεριστεί σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομολογία, ο Κατηγορούμενος καλείται να απαντήσει. (Υπ) ...................................................... Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο