Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Υποθ. αρ.: 17977/15, 23/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2017:10 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, A.Ε.Δ. Υποθ. αρ.: 17977/15 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v.
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Ανδρέα Ηλιάδη
- Γιάννη Κυπρή
- Ανδρέα Αρτέμη
- Γεώργιου Γεωργιάδη
- Κώστα Σεβέρη
- Κώστα Χατζήπαπα Κατηγορουμένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23 Φεβρουαρίου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Ευθυβούλου-Ευθυμίου για Γενικό Εισαγγελέα Για την Κατηγορουμένη 1: κ. Π. Πολυβίου με κα Σ. Πολυβίου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Π. Σταύρου Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Η. Στεφάνου Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Χ. Τριανταφυλλίδης με κ. Δ. Αραούζο Για τον Κατηγορούμενο 5: κ. Χ. Τριανταφυλλίδης Για τον Κατηγορούμενο 6: κ. Α. Μαρκίδης Για τον Κατηγορούμενο 7: κ. Ρ. Μαππουρίδης Κατηγορούμενοι 2-7 παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες για το αδίκημα της χειραγώγησης της αγοράς. Ειδικότερα οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από κοινού τις κατηγορίες 1 και 4, οι Κατηγορούμενοι 1-3 από κοινού την κατηγορία 2 και όλοι οι Κατηγορούμενοι από κοινού την κατηγορία
- Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει επίσης τις κατηγορίες 5 και 6 για το αδίκημα της ψευδορκίας. Όσον αφορά τις κατηγορίες 1-4, η έκθεση ποινικού αδικήματος έχει ως εξής: «Χειραγώγηση της αγοράς, κατά παράβαση των άρθρων 19, ως εξειδικεύεται από το άρθρο 20
(2), και 23
(3)του περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρηση Αγοράς) Νόμου του 2005 (116(Ι)/2005) και του άρθρου 4(δ)(iv) της Οδηγίας 3/2005, Κ.Δ.Π. 445/2005, και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.» Με ενδιάμεση απόφαση του ημ. 20.12.16 το Δικαστήριο αποφάσισε πως η προδικαστική ένσταση των συνηγόρων υπεράσπισης ότι το κατηγορητήριο δεν αποκαλύπτει αδίκημα γνωστό στον Νόμο, ήτοι αυτό της χειραγώγησης αγοράς, μπορούσε να εγερθεί και αποφασιστεί πριν οι Κατηγορούμενοι απαντήσουν στις κατηγορίες και έδωσε άδεια στην υπεράσπιση για προσαγωγή μαρτυρίας προς υποστήριξη αυτής. Συγκεκριμένα η προδικαστική ένσταση έγκειτo στο ότι, όπως είναι διατυπωμένο το κατηγορητήριο, οι πρώτες τέσσερις κατηγορίες αφορούν το αδίκημα της χειραγώγησης δυνάμει του άρθρου 20
(2)του Ν.116(Ι)/05 και συνεπώς την Οδηγία 3/05 (Κ.Δ.Π. 445/05), πως η Οδηγία προέρχεται από παρανόμως συγκροτηθέν όργανο και πως αυτή καταργήθηκε, πως είναι εξ υπαρχής άκυρη και πως δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για σκοπούς ποινικής ευθύνης. Επιπρόσθετα, η ένσταση περιλαμβάνει εισήγηση πως το άρθρο 19 του Νόμου αποκαλύπτει μεν αδίκημα αλλά όχι τον τρόπο τέλεσης αυτού και επομένως δεν δύναται να ισχύει από μόνο του αλλά θα πρέπει να συναρτάται με έναν από τους τρόπους τέλεσης του αδικήματος όπως αυτοί περιέχονται στο άρθρο 20
(1)ή
(2). Μετά την προσκόμιση της μαρτυρίας και τις αγορεύσεις όλων των συνηγόρων υπεράσπισης επί της προδικαστικής ένστασης, στα πλαίσια της δικής της αγόρευσης η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής αρχικά εξέφρασε την άποψη πως οι κατηγορίες αφορούν το αδίκημα της χειραγώγησης δυνάμει των άρθρων 19 και 23
(3)του Ν.116(Ι)/05 και της Οδηγίας 3/05, τα οποία αποτελούν «δύο διαφορετικά νομοθετήματα», καθώς επίσης και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Ήταν η θέση της κας Ευθυβούλου πως η επίμαχη φράση «ως εξειδικεύεται από το άρθρο 20
(2)» βρίσκεται εντός κομμάτων και απλώς επεξηγεί τον τρόπο διάπραξης του αδικήματος. Ακολούθως υπέβαλε αίτημα για τροποποίηση των κατηγοριών 1-4 και ειδικότερα της νομικής βάσης αυτών, με τη διαγραφή της φράσης «ως εξειδικεύεται από το άρθρο 20
(2)». Όλοι οι Κατηγορούμενοι, πλην του Κατηγορουμένου 3, έφεραν ένσταση στο αίτημα. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής στήριξε το αίτημα στο άρθρο 83
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, και εισηγήθηκε πως αυτό υποβάλλεται προς αποφυγή οποιασδήποτε σύγχυσης της Υπεράσπισης. Θεώρησε πως το αίτημα υποβάλλεται σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας και πως τυχόν έγκριση του δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των Κατηγορουμένων. Οι ενιστάμενοι συνήγοροι Υπεράσπισης ανέφεραν πως ελλείπει το δικαιοδοτικό υπόβαθρο που επιτρέπει στο Δικαστήριο να διατάξει τροποποίηση, πως τυχόν έγκριση του αιτήματος θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα των Κατηγορουμένων και πως αυτό (το αίτημα) αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Το άρθρο 83
(1)του Κεφ. 155 προνοεί τα ακόλουθα: «83.-
(1)Όταν, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είτε με τροποποίηση του ή με υποκατάσταση του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης.» Αυτή η δικονομική πρόνοια έχει τύχει εξέτασης και εφαρμογής στην υπόθεση Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 65, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα θέματα της μεταβολής ελαττωματικού κατηγορητηρίου ρυθμίζονται από το άρθρο 83
(1)του περί της Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.To Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, να προχωρήσει στην τροποποίηση του κατηγορητηρίου, εκδίδοντας σχετικό διάταγμα ως κρίνει αναγκαίο, ώστε αυτό να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης, νοουμένου, πάντοτε, ότι, με την τροποποίηση, δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του κατηγορουμένου.» Χρήσιμη ανάλυση των αρχών που διέπουν το ζήτημα προσφέρει και η υπόθεση Pouris and Others v. The Repubic
(1983)2 C.L.R. 148. Είναι γεγονός πως το άρθρο 83
(1)αποσκοπεί στη μεταβολή κατηγορητηρίου νοουμένου ότι αυτό παρουσιάζει κάποιο ελάττωμα. Βασικό επιχείρημα των συνηγόρων Υπεράσπισης είναι πως η Κατηγορούσα Αρχή δεν επικαλέστηκε τέτοιο ελάττωμα, κάτι το οποίο αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάξει τροποποίηση. H υπόθεση Leonidou v. Police
(1987)2 C.L.R. 96 ασχολήθηκε με το πότε ένα κατηγορητήριο θεωρείται ελαττωματικό, με παραπομπή στο σύγγραμμα Archbold's Criminal Evidence and Practice, 40η έκδοση. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «On the question as to when a charge or information may be considered as defective so that the provisions of s. 83 and 84 can be applied, useful guidance may be derived from Archbold's Criminal Pleading, Evidence and Practice, 40th ed. p. 52, para. 53 where it is stated as follows: "(
- a)An indictment is defective not only when it is bad on the face of it, but also: (
- i)When it does not accord with the evidence before the committing magistrates either because of inaccuracies or deficiencies in the indictment or because the indictment charges offences not disclosed in that evidence or fails to charge an offence which is disclosed therein, (
- ii)When for such reasons it does not accord with the evidence given at the trial: R. v. Hall [1968] 52 Cr. App. R. 528; R. v. Johal and Ram."» Η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Άκη Φάντη
(1995)1 Α.Α.Δ. 714 προσφέρει χρήσιμη καθοδήγηση ως προς τη διαπίστωση περί ελαττωματικότητας ενός κατηγορητηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «To κατά πόσο ένα κατηγορητήριο (charge ή information), είναι ή όχι ελαττωματικό, αποτελεί θέμα το οποίο δεν συναρτάται μόνο με τα εξωτερικά γνωρίσματα του κατηγορητηρίου και ειδικότερα με τη διατύπωση των κατηγοριών αλλά και με το πώς η Κατηγορούσα Αρχή αντικρύζει τις κατηγορίες, έχοντας ως κριτήριο της το αποδεικτικό υλικό το οποίο έχει στη διάθεσή της ή, σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή στην εξέλιξη της δίκης, τη μαρτυρία που προσκομίστηκε: βλ. σχετικά με αυτό το θέμα της ελαττωματικότητας, την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Pouris and Others ν. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148 και τις Αγγλικές αυθεντίες που αναφέρονται εκεί (στις σελ. 162-164). Συνεπώς, η όποια διαπίστωση του Δικαστηρίου αναφορικά με ελαττωματικότητα του κατηγορητηρίου λαμβάνει υπόψη και αυτή τη δεύτερη διάσταση.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Είναι γεγονός πως στα πλαίσια των όσων ανέφερε η κα Ευθυβούλου κατά την υποβολή του αιτήματος δήλωσε πως θεωρεί «ολόσωστη τη διατύπωση του κατηγορητηρίου». Αυτή ακριβώς η δήλωση της αποτέλεσε τη βάση του προαναφερόμενου επιχειρήματος των συνηγόρων Υπεράσπισης. Προφανώς αυτή εκλήφθηκε από τους συνηγόρους Υπεράσπισης πως αναιρεί την όποια θέση της Κατηγορούσας Αρχής περί ύπαρξης ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου ούτως ώστε να μην ενεργοποιείται η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να εξετάσει το αίτημα της. Για σκοπούς εξέτασης του εν λόγω επιχειρήματος της Υπεράσπισης, κρίνεται σκόπιμη η αναφορά στα ίδια τα λεγόμενα της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. Συγκεκριμένα, η συνήγορος δήλωσε επί λέξει τα ακόλουθα: «Η φράση . επειδή δημιούργησε τεράστιο ζήτημα θα ζητήσω σε αυτό το στάδιο να τροποποιηθεί η νομική βάση κάθε κατηγορίας για έναν και μοναδικό λόγο. Διότι θεωρώ ότι είναι ολόσωστο. Για να μη θεωρηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο ότι υπάρχει σύγχυση προς τους Κατηγορούμενους. . . το αίτημα μου μπορεί να γίνει αποδεκτό σε οποιοδήποτε στάδιο από το Δικαστήριο, υπενθυμίζω οι κατηγορούμενοι δεν έχουν καν απαντήσει στις κατηγορίες και η Νομολογία είναι σαφέστατη ως προς τη δυνατότητα τροποποίησης-μεταβολής κατηγορητηρίων στη βάση του άρθρο 83. Και έχω την εντύπωση, δεδομένων των όσων έχω αναφέρει, παρόλο που θεωρώ ολόσωστη τη διατύπωση του κατηγορητηρίου, επειδή οι ίδιοι οι Κατηγορούμενοι το έχουν αναγάγει σε μείζον ζήτημα και για να μην υπάρχει οποιοδήποτε θέμα, να απαλειφθεί διά της μεταβολής με βάση το άρθρο 83 η νομική βάση του κατηγορητηρίου και ειδικότερα το «ως εξειδικεύεται από το άρθρο 20
(2)». Η αναφορά μου βρίσκει έρεισμα στη γνωστή Νομολογία όπως υπάρχει, μπορώ ενδεικτικά να κάμω αναφορά στην Κυριακού v. Αστυνομίας 22 C.L.R. 213, . όπου ο γνώμονας για την έγκριση αιτήματος μεταβολής ελαττωματικού κατηγορητηρίου στη βάση του άρθρου 83 είναι ο μη δυσμενής επηρεασμός με οποιονδήποτε τρόπο των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου. Και όσο πιο γρήγορα εντοπίζεται το ζήτημα για το οποίο αιτείται η μεταβολή του κατηγορητηρίου, τόσο πιο εύκολο είναι να εγκριθεί η μεταβολή από το Δικαστήριο. .» Θεωρούμε πως η φράση ότι το κατηγορητήριο είναι ολόσωστο δεν δύναται να ιδωθεί απομονωμένα και αποσπασματικά. Αντιθέτως μια ανάγνωση του συνόλου των όσων ανέφερε η συνήγορος δείχνει σαφώς διαφορετική τοποθέτηση. Κατ΄ αρχάς, η ίδια η υποβολή αιτήματος εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής για τροποποίηση βασιζομένου στο άρθρο 83
(1)του Κεφ. 155 αναμφίβολα υποδηλοί αφ΄ εαυτής και εμπεριέχει θέση της (Κατηγορούσας Αρχής) περί ύπαρξης ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου. Επιπλέον υπάρχει η ρητή της θέση πως οι πρώτες τέσσερις κατηγορίες βασίζονται στο άρθρο 19 αυτοτελώς και ανεξαρτήτως της φράσης «ως εξειδικεύεται στο άρθρο 20
(2)». Αυτή η θέση καταδεικνύει πως η Κατηγορούσα Αρχή βασίζει τις κατηγορίες στο συγκεκριμένο άρθρο το οποίο, κατά την άποψη της, στοιχειοθετεί από μόνο του αδίκημα και πως η Οδηγία (Κ.Δ.Π.) και το άρθρο 20 του Κεφ. 154 περιέχονται επιπρόσθετα και ανεξάρτητα στη νομική βάση των κατηγοριών. Επομένως, η όποια εισήγηση εκ μέρους της Υπεράσπισης πως η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε να συνδυάσει το άρθρο 19 με το άρθρο 20
(2)δεν εκφράζει την Κατηγορούσα Αρχή. Είναι σαφές πως η Κατηγορούσα Αρχή θεωρεί πως η διατύπωση του κατηγορητηρίου παραπέμπει σε αδίκημα δυνάμει του άρθρου 19 χωρίς οποιαδήποτε δεσμευτική ή αλληλοεξαρτώμενη διασύνδεση με το άρθρο 20
(2), και ακριβώς λόγω του ότι όλοι οι Κατηγορούμενοι το εξέλαβαν διαφορετικά, ήτοι πως παραπέμπει σε αδίκημα με βάση το άρθρο 19 σε απόλυτη συνάρτηση με το άρθρο 20
(2), και ήγειραν σχετική προδικαστική ένσταση επί τούτου, η ίδια (η Κατηγορούσα Αρχή) θεώρησε πως η υφιστάμενη διατύπωση προκαλεί σύγχυση στους Κατηγορούμενους, είναι παραπλανητική και ως εκ τούτου είναι ελαττωματική. Ο συνήγορος των Κατηγορουμένων 4 και 5 παρέπεμψε στην εκφρασθείσα θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής στα πλαίσια άλλης παρόμοιας ποινικής υπόθεσης για τις ίδιες κατηγορίες με την ίδια νομική βάση, όπου εκεί, κατά την άποψη του, εξέφρασε ακριβώς αντίθετη άποψη ως προς το ίδιο ζήτημα. Θεωρούμε πως η όποια δήλωση σε άλλη υπόθεση ουδόλως ενέχει σημασία ή δεσμεύει την Κατηγορούσα Αρχή στην παρούσα (όπως αντιστοίχως δεν θα δεσμεύουν και οποιεσδήποτε σχετικές δηλώσεις εκ μέρους κατηγορουμένων για νομικά θέματα σε άλλη υπόθεση). Εν πάση περιπτώσει, για ό,τι αξίζει, επισημαίνουμε πως δεν διακρίνουμε οποιαδήποτε διαφοροποίηση στην εκεί δήλωση της Κατηγορούσας Αρχής εφόσον ουσιαστικά επανέλαβε τα όσα αναφέρονται στην έκθεση αδικήματος, και ειδικότερα πως «.. η Κατηγορούσα Αρχή . έκρινε ότι η συμπεριφορά των κατηγορουμένων εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 19 του Νόμου του 2005, δηλαδή στο αδίκημα της χειραγώγησης της αγοράς, ως αυτή εξειδικεύεται στο άρθρο 20
(2), το οποίο δίδει εξουσία στην Επιτροπή να αποφασίζει αν μια πράξη συνιστά χειραγώγηση». Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, συνάγεται χωρίς δυσκολία πως η ίδια η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής όντως εντόπισε ελαττωματικότητα στο κατηγορητήριο και ειδικότερα στον τρόπο διατύπωσης της νομικής βάσης των κατηγοριών δυνάμενη να παραπλανήσει, εξ ου και προέβη στο αίτημα της. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Άκης Φάντης (ανωτέρω) ο όρος «τροποποίηση» έχει ευρεία ερμηνεία και καλύπτει όλα τα ενδεχόμενα. Άλλωστε ουδόλως αμφισβητήθηκε πως στα πλαίσια αίτησης τροποποίησης δυνάμει του άρθρου 83
(1)περιλαμβάνεται και η δυνατότητα μεταβολής της νομικής βάσης μιας κατηγορίας. Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψιν πως το αίτημα αποσκοπεί στην ορθότερη και ακριβέστερη διατύπωση του κατηγορητηρίου ούτως ώστε οι Κατηγορούμενοι να γνωρίζουν επακριβώς τόσο τη φύση της κατηγορίας που αντιμετωπίζουν όσο και τη νομική βάση αυτής. Αυτό συνάδει και με τις πρόνοιες του άρθρου 38(β) του Κεφ. 155, το οποίο προνοεί πως το κατηγορητήριο πρέπει να περιλαμβάνει το ποινικό αδίκημα ή τα ποινικά αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος και τις λεπτομέρειες οι οποίες εκτίθενται στο άρθρο 39 του ίδιου Νόμου. Σχετική είναι η υπόθεση Κυριάκου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458. Το σημείο αυτό είναι κατάλληλο να λεχθεί πως η υπόθεση Λουκά v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 64, στην οποία παρέπεμψε ο συνήγορος της Κατηγορουμένης 1, διακρίνεται από την παρούσα. Σε εκείνη την υπόθεση ουδέποτε υποβλήθηκε αίτημα από την Κατηγορούσα Αρχή για μεταβολή του κατηγορητηρίου στη βάση του ότι αυτό ήταν ελαττωματικό είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, εξ ου και κρίθηκε πως δεν τίθετο θέμα εφαρμογής του άρθρου 83. Εκεί κρίθηκε πως εφαρμόζοντο οι πρόνοιες του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155, το οποίο επιτρέπει την προσθήκη κατηγορίας όπου το Δικαστήριο δεχθεί πως με την υπάρχουσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί η διάπραξη αδικήματος που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο και πως ο κατηγορούμενος δεν δύναται να καταδικαστεί γι΄ αυτό χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου και προσθήκη της σχετικής κατηγορίας. Λόγω όμως του ότι ο πρωτόδικος Δικαστής πρόσθεσε δύο κατηγορίες κατ΄ επίκληση του άρθρου 83, το Εφετείο κατέληξε πως αυτός περιέπλεξε τις διατάξεις του άρθρου 83 με αυτές του άρθρου 85
(4), οπότε (το Εφετείο) έκρινε άκυρη την προσθήκη. Στρεφόμενοι στην υπό κρίση περίπτωση, επισημαίνεται πως το αίτημα υποβάλλεται σε πολύ αρχικό στάδιο της διαδικασίας, ήτοι πριν την απάντηση των Κατηγορουμένων - βλ. Lanitis Bros Ltd. V. Ιατρικών Υπηρεσιών & Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ. 266. Στην υπόθεση Άκης Φάντης (ανωτέρω) τονίστηκε πως το κατά πόσο προκαλούνται ή όχι δυσμενείς επιπτώσεις στην υπεράσπιση εξαρτάται κυρίως από το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα. Στην παρούσα είναι καθόλα εύλογη η διαπίστωση πως τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης δεν επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα τους εφόσον αυτοί διατηρούν κάθε δικαίωμα και ευχέρεια να υποβάλουν οποιαδήποτε ένσταση επί του νέου διαμορφωμένου κατηγορητηρίου πριν καν απαντήσουν σε αυτό. Με άλλα λόγια, οι Κατηγορούμενοι έχουν τη δυνατότητα να εγείρουν προδικαστική ένσταση πως και πάλι, ως θα είναι διαμορφωμένο το (νέο) κατηγορητήριο, αυτό δεν αποκαλύπτει αδίκημα γνωστό στον Νόμο και ή πως δεν αποκαλύπτεται αδίκημα με σαφήνεια όπως επιβάλλουν οι πρόνοιες του Κεφ. 155 και ή του Συντάγματος, την οποία έχουν ήδη εκφράσει, και ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα πριν την απάντηση τους. Στα πλαίσια εξέτασης του αιτήματος συνεκτιμούμε και τον χρόνο που έχει παρέλθει από την ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας υπόθεσης ενώπιον του Κακουργιοδικείου μέχρι και την υποβολή του υπό κρίση αιτήματος σε συνάρτηση με τη συνταγματική επιταγή για τη διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου. Θεωρούμε πως ο χρόνος αυτός δεν αποτελεί εκ προοιμίου παράγοντα για την απόρριψη του αιτήματος, με δεδομένο ότι όλες ανεξαιρέτως οι αναβολές της υπόθεσης δόθηκαν κατόπιν αιτήματος της Υπεράσπισης. Ο συνήγορος της Κατηγορουμένης 1 ισχυρίστηκε πως η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 20.12.16 προδιαγράφει και οριστικοποιεί την πορεία της παρούσας υπόθεσης με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή και επιτρεπτή η παρεμβολή οποιωνδήποτε άλλων διαβημάτων. Με όλο το σέβας προς τον συνήγορο, δεν υιοθετούμε αυτή τη θέση. Η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου αφορούσε το συγκεκριμένο ζήτημα και ρύθμιζε τη διαδικασία επί αυτού, πλην όμως η εν λόγω απόφαση δεν αποτελεί αφ΄ εαυτής εμπόδιο για την έγερση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος ήθελε κριθεί αναγκαίο από οποιαδήποτε πλευρά. Υπενθυμίζουμε ως προς αυτό τις σαφείς πρόνοιες του άρθρου 83
(1)του Κεφ. 155 ότι τέτοιο αίτημα δύναται να υποβληθεί «σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης». Ως εκ τούτου, θεωρούμε πως ήταν καθόλα επιτρεπτό αλλά και επιθυμητό όπως το αίτημα για τροποποίηση τίθετο πριν την ολοκλήρωση εκείνης της διαδικασίας εφόσον, όπως ήδη αναφέραμε, τυχόν έγκριση αυτού ενδεχομένως να προκαλέσει τους συνηγόρους Υπεράσπισης να θέσουν την όποια προδικαστική ένσταση τους με βάση το κατηγορητήριο το οποίο οι Κατηγορούμενοι θα κληθούν τελικώς να αντιμετωπίσουν. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρούμε πως το αίτημα εντάσσεται σε μια γνήσια προσπάθεια της Κατηγορούσας Αρχής να διορθώσει ένα ελάττωμα του κατηγορητηρίου προς αποφυγή σύγχυσης στους Κατηγορούμενους χωρίς να αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Βασικά με δεδομένη τη θέση ότι η Κατηγορούσα Αρχή εκλαμβάνει τη συμπερίληψη της επίμαχης φράσης ως επεξήγηση του τρόπου διάπραξης (του αναφερόμενου κατά τη γνώμη της ενός αδικήματος του άρθρου 19) με τη σειρά μας συμφωνούμε πως για σκοπούς σαφέστερης αποτύπωσης της έκθεσης αδικήματος είναι ορθότερη η απάλειψη της, ούτως ώστε οι Κατηγορούμενοι να έχουν την ευκαιρία να αντιληφθούν με βεβαιότητα και υπερασπιστούν σε αυτό το οποίο πραγματικά τους αποδίδεται. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών v. Περρέλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Στα πλαίσια της παρούσας, δεν ικανοποιούμαστε πως το αίτημα αποσκοπεί σε δυσμενή επηρεασμό της Υπεράσπισης υπό την έννοια ότι αποσκοπεί στην αποσύνδεση και υπονόμευση της γραμμής υπεράσπισης των Κατηγορουμένων, ως ήταν η εισήγηση του συνηγόρου της Κατηγορουμένης 1. Εάν με την επίκληση δυσμενούς επηρεασμού εννοείται ότι δεν αφήνεται η Υπεράσπιση να λάβει πλεονέκτημα από διαπιστωθείσα ελαττωματικότητα, δεν θα συμφωνούσαμε ότι κάτι τέτοιο συνιστά λόγο γενικά για απόρριψη αιτήματος τροποποίησης, το οποίο κατά τα άλλα πληροί τις προϋποθέσεις έγκρισης. Επισημαίνουμε άλλωστε πως τροποποίηση μπορεί να διενεργηθεί και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κατάλληλες περιπτώσεις. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του υπέρ της έγκρισης του αιτήματος τροποποίησης. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης του κατηγορητηρίου με τη διαγραφή της φράσης «ως εξειδικεύεται από το άρθρο 20
(2)» από την έκθεση αδικήματος σε κάθε μια από τις κατηγορίες 1-4. (Υπ). ....... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ). ....... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ). ....... Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο