← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Νεόφυτου Γλυκερίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9336/16, 3/3/2017

Δημοκρατία ν. Νεόφυτου Γλυκερίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9336/16, 3/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2017:16 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ. ΣΥΝΘΕΣΗ: Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, A.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9336/16 Δημοκρατία Κατηγορούσα Αρχή v.

  1. Νεόφυτου Γλυκερίου, από την Ανθούπολη
  2. Σωκράτη Αγγελή, από τους Εργάτες Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 3 Μαρτίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Παπαλοΐζου με την ασκούμενη δικηγόρο κα Μαίρη Χ΄Αθανασίου για Γενικό Εισαγγελέα. Για τον κατηγορούμενο 1: κα Νεοφύτου για τον κ. Ε. Πουργουρίδη. Κατηγορούμενος 1 παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ενοχή στα αδικήματα της συνωμοσίας (κατηγορία 1), κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄, ήτοι κάνναβης βάρους 3 κιλών και 991,9 γραμμαρίων (κατηγορία 2), κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα των ίδιων αυτών ναρκωτικών (κατηγορία 3) και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (κατηγορία 5). Τα γεγονότα που αφορούν τον κατηγορούμενο 1 εξετέθησαν από την Κατηγορούσα Αρχή και έχουν ως ακολούθως: Την 1.6.16, μετά από πληροφορίες ότι ο κατηγορούμενος 1, γνωστός στην Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών (Υ.ΚΑ.Ν.), θα παραλάμβανε μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών για να τη μεταφέρει στα Λύμπια, μέλη της Αστυνομίας μετέβηκαν στα Λύμπια και έθεσαν την περιοχή υπό παρακολούθηση. Γύρω στις 15:00 εντοπίστηκε το όχημα μάρκας Suzuki Swift, χρώματος μαύρου, με αριθμούς εγγραφής KTG676 (στο εξής «το όχημα KTG»), με οδηγό τον κατηγορούμενο 1, στον κυκλικό κόμβο Λυμπιών με κατεύθυνση το χωριό Λύμπια και ο Αστ. 3539 Αντρέας Ιακώβου (Μ.Κ.6), που βρισκόταν στην περιοχή, το έθεσε υπό παρακολούθηση. Το εν λόγω όχημα έκανε συνάντηση με δεύτερο όχημα με αριθμούς εγγραφής KJK862 (στο εξής «το όχημα KJK») και οδηγό τρίτο πρόσωπο. Ακολούθως τα δύο οχήματα κατευθύνθηκαν προς τον κυκλικό κόμβο Λυμπιών. Ενώ προσέγγιζαν τον κυκλικό κόμβο, το KJK στάθμευσε έξω από παρακείμενα καταστήματα και την ίδια στιγμή το τρίτο πρόσωπο κατέβηκε από το όχημα του και μπήκε ως συνοδηγός στο όχημα KTG του κατηγορούμενου
  3. Ακολούθως, το όχημα KTG με οδηγό τον κατηγορούμενο 1 και συνοδηγό το τρίτο πρόσωπο συνέχισε την πορεία του προς τον κυκλικό κόμβο Λυμπιών και μετά κατευθύνθηκε προς το χωριό Δάλι. Σε κάποιο σημείο του δρόμου έκανε επαναστροφή και κατευθύνθηκε ξανά προς τον κυκλικό κόμβο και ακολούθως κατευθύνθηκε προς τον αυτοκινητόδρομο. Πριν από την έξοδο του αυτοκινητόδρομου, το εν λόγω όχημα έκανε επαναστροφή και κατευθύνθηκε και πάλι προς τον κυκλικό κόμβο Λυμπιών, όπου έκανε κύκλο, και κατευθύνθηκε εκ νέου προς τον αυτοκινητόδρομο, σταματώντας δίπλα από άλλο όχημα με αριθμούς εγγραφής KEN892 μάρκας Nissan και χρώματος ασημί, το οποίο εκείνη τη στιγμή ήταν σταθμευμένο στην άκρη του δρόμου με πορεία προς τον αυτοκινητόδρομο. Τα δύο οχήματα παρέμειναν για λίγα δευτερόλεπτα το ένα δίπλα από το άλλο, οπότε ο οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KEN892 έδωσε στο τρίτο πρόσωπο δύο πράσινες νάιλον τσάντες, οι οποίες περιείχαν η κάθε μια από δύο νάιλον συσκευασίες με ξηρή φυτική ύλη ομοιάζουσα με κάνναβη. Στη συνέχεια το τρίτο πρόσωπο τοποθέτησε τις εν λόγω συσκευασίες στο πάτωμα μπροστά από τη θέση του συνοδηγού και κατέβηκε από το όχημα στο οποίο επέβαινε. Το όχημα KTG με οδηγό τον κατηγορούμενο 1 αναχώρησε από το μέρος προς τον αυτοκινητόδρομο με κατεύθυνση τη Λευκωσία. Την ίδια ώρα δόθηκαν οδηγίες από τον Λοχ. 2626 Κωνσταντίνος Παναγιώτου (Μ.Κ.14) στην υπόλοιπη ομάδα για παρακολούθηση και ανακοπή για έρευνα του οχήματος KTG. Περί τις 15:15 ο Α/Αστ. 3031 Χρίστος Χριστοφόρου (Μ.Κ.13), ο οποίος ήταν τοποθετημένος στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού, με κατεύθυνση τη Λευκωσία, εντόπισε το όχημα KTG με οδηγό τον κατηγορούμενο 1 και ενσωματώθηκε με την υπόλοιπη ομάδα που παρακολουθούσε το όχημα. Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης το εν λόγω όχημα εξήλθε από τον αυτοκινητόδρομο από την έξοδο Τσερίου και κατευθύνθηκε προς το χωριό Τσέρι. Αφού έλαβε οδηγίες για ανακοπή του εν λόγω οχήματος, ο Μ.Κ.13 τοποθέτησε τον αστυνομικό φάρο στο υπηρεσιακό του όχημα και περί τις 15:22 ανέκοψε με την υπόλοιπη ομάδα το όχημα KTG παρά τα φώτα τροχαίας του παρακαμπτήριου δρόμου Τσερίου. Όταν ο κατηγορούμενος 1 αντιλήφθηκε την Αστυνομία, εκκίνησε αποπειρώμενος να διαφύγει κτυπώντας τα υπηρεσιακά οχήματα και προκαλώντας υλικές ζημιές. Όταν εν τέλει το όχημα KTG ακινητοποιήθηκε ο κατηγορούμενος 1 παρέμεινε εντός αυτού με κλειδωμένες τις πόρτες και αρνείτο να ανοίξει. Έτσι τα μέλη της Αστυνομίας αναγκάστηκαν να σπάσουν τον ανεμοθώρακα για να πετύχουν είσοδο. Τότε ο κατηγορούμενος 1 ξεκλείδωσε το όχημα και επέτρεψε την έρευνα. Κατά την έρευνα του οχήματος KTG στην παρουσία του κατηγορούμενου 1, o Μ.Κ.13 εντόπισε στο πάτωμα στη θέση του συνοδηγού τις τέσσερις συσκευασίες με ξηρή φυτική ύλη ομοιάζουσα με κάνναβη, οι οποίες είχαν τοποθετηθεί εκεί προηγουμένως από το τρίτο πρόσωπο. Όπως διαπιστώθηκε από επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν αργότερα οι τέσσερις συσκευασίες περιείχαν συνολικά 3 κιλά και 991,9 γραμμάρια κάνναβη, από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Ο Μ.Κ.13 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 1 για το αδίκημα που διέπραττε, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε «εν τέσσερα κιλά χόρτο.» Αμέσως ο Μ.Κ.13 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 1 ότι είναι υπό σύλληψη και του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε «θα τα πούμε με το δικηγόρο, ότι έχω να πω.» Στη συνέχεια, σε ατομική έρευνα του κατηγορούμενου 1 εντοπίστηκε ένα πορτοφόλι μαύρο εντός του οποίου υπήρχε χρηματικό ποσό €940 σε διάφορα χαρτονομίσματα, δύο κινητά τηλέφωνα και μια κόλλα στην οποία αναγράφονταν διάφορα ονόματα και αριθμοί. Την ίδια μέρα ο κατηγορούμενος 1 προέβη σε θεληματική κατάθεση στην οποία παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Ο κατηγορούμενος 1 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η δικηγόρος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε από το Δικαστήριο όπως εκδώσει διάταγμα δήμευσης του ποσού των €940 με βάση το άρθρο 8 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων και Παράνομες Δραστηριότητες Ν.188(Ι)/
  4. Μετά την παράθεση των γεγονότων από τη δικηγόρο της Κατηγορούσας Αρχής, η δικηγόρος του κατηγορούμενου 1, αφού συμφώνησε με αυτά, όπως και στην έκδοση του διατάγματος δήμευσης, και υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε γι΄ αυτόν, εξέθεσε τους μετριαστικούς παράγοντες, οι οποίοι σχετίζονται τόσο με τα γεγονότα που αφορούν τη διάπραξη των αδικημάτων, όσο και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 1, οι οποίοι (μετριαστικοί παράγοντες) θα σχολιαστούν στη συνέχεια από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου δεν καθίσταται αναγκαίο να εκτεθούν τώρα, προς αποφυγή επανάληψης. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1, η οποία επισημάνθηκε και από τη δικηγόρο του, με το δικό της τρόπο, είναι έκδηλη και πρόδηλη από τις προβλεπόμενες ποινές, για κάθε ένα από τα αδικήματα. Συγκεκριμένα για τη συνωμοσία προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι επτά έτη, για την κατοχή ναρκωτικών τάξεως Β΄ προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι οκτώ έτη ή χρηματική ποινή ή και οι δύο, για την κατοχή ναρκωτικών τάξεως Β΄ με σκοπό την προμήθεια, προβλέπεται φυλάκιση διά βίου ή χρηματική ποινή ή και οι δύο και τέλος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι δεκατέσσερα έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €500.000 ή και οι δύο. Τα ναρκωτικά, σε αντίθεση με ό,τι όλος ο κόσμος απεύχεται, έχουν εξαπλωθεί, ως Λερναία Ύδρα, παντού και όλοι επιβάλλεται να συμβάλουν στην καταπολέμηση τους και αν είναι δυνατόν στην εξαφάνιση τους. Αποτελούν δε τον σύγχρονο εφιάλτη κάθε οικογένειας και ελλοχεύει ο κίνδυνος και η απειλή από αυτά, σε κάθε σπίτι και κάθε έφηβο, με την εξαθλίωση και το θάνατο, από τη χρήση τους. Παρά τις προσπάθειες που καταβάλλονται, όχι μόνο δεν κατέστη δυνατή η αντιμετώπιση και η κάμψη της γάγγραινας που ονομάζεται ναρκωτικά αλλά απεναντίας βρίσκονται σε έξαρση και όλο και περισσότερα άτομα πίπτουν σε αυτό το βούρκο. To Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η κατοχή ναρκωτικών, ειδικότερα με σκοπό την προμήθεια, αποτελεί κοινωνική μάστιγα η οποία απαιτεί αυστηρή αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, ειδικότερα ενόψει των πολύ σοβαρών συνεπειών της χρήσης αυτών, κυρίως από νεαρά άτομα. Αυτή η διαπίστωση, σε συνδυασμό με την έξαρση η οποία δυστυχώς παρατηρείται σε τέτοιας φύσης αδικήματα, επιβάλλει την ανάγκη αντιμετώπισης τους με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές, στα πλαίσια της προσπάθειας των Δικαστηρίων προς καταπολέμηση της διασποράς των ναρκωτικών και προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου, αποδίδοντας περιορισμένη βαρύτητα στις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αριστείδου v. Δημοκρατίας

(2011)2 Α.Α.Δ. 32 αντικατοπτρίζει με ακρίβεια την ανησυχητική εξάπλωση των ναρκωτικών και την αναγκαιότητα επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών: «Πιστεύουμε ότι κοινοτυπούμε και επαναλαμβάνουμε εαυτούς και τα τετριμμένα, επισημαίνοντας πως τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικά λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική. Όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί οι έμποροι των ναρκωτικών θα πρέπει να κατανοήσουν ότι δεν μπορούν να αποφύγουν τις συνέπειες των απεχθών πράξεων τους. Θα πρέπει να υπολογίζουν τις επιπτώσεις της σύλληψης και καταδίκης τους. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εξουδετερώνει βέβαια το στοιχείο της εξατομίκευσης της ποινής, το οποίο όμως σε περιπτώσεις όπως η παρούσα έρχεται σε δεύτερη μοίρα.» Έχει δε επισημανθεί ότι όπου παρατηρείται αύξηση ή έξαρση, όπως στην περίπτωση των ναρκωτικών, επιβάλλεται η αντιμετώπιση τους με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές από τα Δικαστήρια για να δείχνουν τόσο την αποδοκιμασία όσο και την ενεργό συμμετοχή της δικαιοσύνης στον αγώνα που διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα για την αντιμετώπιση της χρήσης ναρκωτικών, βλ. υποθέσεις Kablawl & others v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 494, Hadanand v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 259 και Jokarbozorgi v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 726. Όπως επισημάνθηκε στις υποθέσεις Berne v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 437 και Γενικός Εισαγγελέας v. Sak
(2005)2 Α.Α.Δ. 377, το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών καθώς επίσης και ο σκοπός για τον οποίο αυτά κατέχονται, συγκαταλέγονται ανάμεσα στους παράγοντες οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν στον καθορισμό της ποινής. Στις περιπτώσεις όπου η κατοχή συνοδεύεται από πρόθεση εμπορίας τότε η ποινή αναπόφευκτα καθίσταται πιο αυστηρή. Σχετική είναι και η υπόθεση Τρύφωνος v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 197. Στην υπόθεση Κατσάπαου v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 318 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών, κατόπιν παραδοχής, για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 1.481,3198 κιλών ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης. Στην υπόθεση Zahra Ali Gholi v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 30 για εισαγωγή και κατοχή ρητίνης κάνναβης 1.623,85 γραμμάρια επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης πέντε και τεσσάρων ετών αντίστοιχα, κατόπιν ακρόασης, σε γυναίκα ηλικίας 53 ετών, παντρεμένη με εννέα παιδιά η οποία είχε λευκό ποινικό μητρώο και πρόβλημα υγείας με την καρδιά της. Στις υποθέσεις Sabri Sabri Celik κ.ά ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 391 και Moustapha Kemal Firat v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 402 επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης έξι ετών για κατοχή ρητίνης κάνναβης βάρους 1.232 κιλών με σκοπό την εμπορία. Στην υπόθεση Λούκας Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης δυόμισι ετών για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄ βάρους 1.623,85 γρ., και πεντέμισι ετών για την εισαγωγή και κατοχή του με σκοπό την προμήθεια, σε νεαρό ηλικίας 25 ετών, στου οποίου τη βαλίτσα είχαν βρεθεί τούτα στο αεροδρόμιο Λάρνακας, και ο οποίος έδωσε πληροφορίες που οδήγησαν στη σύλληψη του συνεργάτη του και παραδέχθηκε τόσο στην αστυνομία όσο και στο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Μάριος Κλεομένης ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 350 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών, κατόπιν ακρόασης, για την εισαγωγή 2.307,5256 γραμμαρίων ρητίνης κάνναβης σε άτομο ηλικίας 27 ετών με λευκό ποινικό μητρώο. Στην υπόθεση Ευρυπίδου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. αρ. 187/13, ημ. 22.5.14, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών, κατόπιν παραδοχής, για το αδίκημα της κατοχής 2.818,77 κιλών φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Ο εφεσείων ήταν ηλικίας σχεδόν 26 ετών, από διαλυμένη οικογένεια, με πολλές οικονομικές δυσκολίες και αντιμετώπιζε ανέκαθεν σωρεία ψυχολογικών προβλημάτων που τον οδήγησαν στην εγκατάλειψη του σχολείου αρχικά και στην απαλλαγή του από μικρό μέρος της στρατιωτικής του θητείας αργότερα. Τέλος στην πολύ πιο πρόσφατη υπόθεση Αντώνης Αντωνίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/15, ημ. 16.9.16 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης τριάμισι ετών για κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κάνναβης βάρους 993.4 γραμμαρίων, όπου ο εφεσείων συνεργάστηκε με την αστυνομία, παραδέχθηκε σε αυτή όπως και στο Δικαστήριο, όμως βαρύνετο με μια προηγούμενη καταδίκη. Βεβαίως είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή πως οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, όμως δεν αποτελούν ένα σταθερό δείκτη καθορισμού ποινής καθότι η ποινή σε κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της και του παραβάτη. Σχετική είναι η υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1. Παρά τη διαπιστωθείσα ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, εντούτοις το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση δεν ατονεί, νοουμένου ότι η εξατομίκευση δεν οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 245 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Είναι ορθές, ως προς τις αρχές, οι εισηγήσεις της δικηγόρου του κατηγορούμενου 1, ότι οι συνέπειες της ποινής δεν είναι ομοιόμορφες για όλους τους εγκληματίες, όπως ούτε η πιθανότητα για αναμόρφωση τους (βλ. Τσιάκκα κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282), ότι είναι κοινωνικά επιζήμια η διαγραφή και η υποτίμηση της προσδοκίας για αναμόρφωση των παραβατών, ότι η ποινή που επιβάλλεται είναι αλληλένδετη με τις περιστάσεις της υπόθεσης και του κατηγορούμενου και ότι δεν πρέπει να αρμόζει μόνο στο έγκλημα αλλά και στον παραβάτη, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Νικολάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 412. Είναι υπό το φως όλων αυτών των παραμέτρων που το Δικαστήριο θα επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο 1, στα πλαίσια της εξατομίκευσης της ποινής, μη περιοριζόμενο στη σοβαρότητα των αδικημάτων και στην αποτρεπτικότητα που πρέπει να έχει η ποινή για αδικήματα που πηγάζουν από τον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Ν. 29/77, ως έχει τροποποιηθεί. Αρχίζοντας από τα γεγονότα της υπόθεσης, ως αυτά εξετέθησαν από τη δικηγόρο της Κατηγορούσας Αρχής και με αυτά συμφώνησε η δικηγόρος του κατηγορούμενου 1, λαμβάνεται υπόψη το είδος και η αρκετά μεγάλη ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών ήτοι κάνναβη εκ 3 κιλών και 991,9 γραμμαρίων, ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν ήταν ο ιθύνων νους και ότι ο ρόλος του συνίσταται, στη μεταφορά των ναρκωτικών, τα οποία θα προμηθεύοντο σε άλλα πρόσωπα. Η πολύ πρόσφατη υπόθεση Valdez v. Δημοκρατίας κ.ά., Ποιν. Έφ. 144/16 και 145/16, ημ. 21.2.17, προσφέρει χρήσιμη καθοδήγηση επί του ρόλου του μεταφορέα σε όλες τις υποθέσεις ναρκωτικών, ανεξαρτήτως πως εκείνη αφορούσε ναρκωτικά τάξεως Α. Στην εν λόγω υπόθεση γίνεται αναφορά στην Καθοδήγηση Drugs Offences Guideline, η οποία εξεδόθη από το Sentencing Council της Αγγλίας τον Μάρτιο του 2011 με σκοπό τη διασφάλιση μιας ομοιομορφίας στις ποινές. Σε αυτή την Καθοδήγηση, οι αδικοπραγούντες διαχωρίζονται σε τρεις κατηγορίες. Με παραπομπή και στην Αγγλική υπόθεση R. v. Boakey a.o.
(2012)EWCA Cr. 838, το Εφετείο ανέφερε πως το Δικαστήριο «πρέπει να διαχωρίσει σε τι είδους μεταφορείς ναρκωτικών θα επιβάλει ποινή, . αφού διακρίνει τα χαρακτηριστικά του δράστη που καθορίζουν αφενός τον βαθμό υπαιτιότητας του και αφετέρου το είδος και την ποσότητα των ναρκωτικών που μεταφέρει». Όπως τονίστηκε και στην εν λόγω υπόθεση, ο ρόλος του μεταφορέα έχει πάντοτε τη δική του σημασία στον κρίκο αλυσίδας διακίνησης και διασποράς των ναρκωτικών. Δεν θα συμφωνήσουμε όμως με τη δικηγόρο του ότι δεν υπήρχε επαγγελματισμός, επειδή χρησιμοποίησε το αυτοκίνητο του, χωρίς προφύλαξη κατ' αυτήν, και ότι έδρασε παρορμητικά χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες αφού παρασύρθηκε από άλλο πρόσωπο που ήταν σε θέση να ασκήσει επιρροή σε αυτό, ένεκα οικονομικού ανταλλάγματος που θα είχε από την πράξη του αυτή, υπό το φως της νευρωτικής διαταραχής που έχει και της εξάρτησης που είχε στην κάνναβη. Το γεγονός ότι χρησιμοποίησε το αυτοκίνητο του δεν καταδεικνύει, από μόνο του, ότι δεν υπήρχε επαγγελματισμός στη δράση του, αφού φαίνεται από τις κινήσεις του ότι προέβη σε σχετικό έλεγχο της περιοχής και ότι η συνάντηση έγινε σε ένα σημείο που του πρόσφερε διάφορες εξόδους διαφυγής και εν πάση περιπτώσει κρίθηκε κατάλληλο για τις ανάγκες της συναλλαγής. Ούτε βέβαια υπήρξε παρορμητισμός εκ μέρους του και σίγουρα δεν έδρασε χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες. Αυτού του είδους οι συναλλαγές, και μάλιστα για μεγάλες ποσότητες όπως η περίπτωση μας, δεν είναι προϊόν στιγμιαίας απόφασης αλλά χρειάζεται κάποιος χρόνος για την προετοιμασία τους, χρόνος όμως που δίδει την ευκαιρία να σκεφτεί πολύ καλά κάποιος τόσο τα καταστροφικά αποτελέσματα που επιφέρει η διασπορά των ναρκωτικών όσο και τις συνέπειες για τον ίδιο σε περίπτωση σύλληψης του. Εν μέρει όμως έχει δίκαιο η δικηγόρος του κατηγορούμενου 1 (όπως επιβεβαιώνεται και στην έκθεση του γραφείου ευημερίας) ότι, λόγω της νευρωτικής διαταραχής και της εξάρτησης του από την κάνναβη, ήταν μειωμένες σε κάποιο βαθμό οι αντιστάσεις του, σε ένα οικονομικό αντάλλαγμα που θα του πρόσφερε προσωρινή ανακούφιση στις ανάγκες του, εν συγκρίσει με ένα φυσιολογικό άτομο χωρίς αδυναμίες. Τούτου λεχθέντος βεβαίως, η καταφυγή στο έγκλημα και δη σε αδικήματα ναρκωτικών για οικονομικό όφελος δεν δύναται από μόνη της να αποτελέσει δικαιολογία για τον οποιονδήποτε, και τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν γίνονται ανεκτές από τα Δικαστήρια καθότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε ρήγμα στην κοινωνία και καταστρατήγηση του ρόλου του Δικαστηρίου στη διατήρηση της νομιμότητας. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Φάντης v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 61 και R. v. Lacey
(1990)2 Cr. App. Rep.
(5)7. Σύμφωνα με τα πιο πάνω διαπιστώνεται πως ο κατηγορούμενος 1 είναι ένα άτομο με νευρωτική διαταραχή και εξάρτηση στην κάνναβη, γεγονός το οποίο σε κάποιο βαθμό αναμφίβολα συνέδραμε στην απόφαση του να δεχθεί να προβεί στη μεταφορά των υπό κρίση ναρκωτικών και μάλιστα έναντι κάποιου οικονομικού οφέλους. Έτσι συνεννοήθηκε και συμμετείχε στην οργανωμένη πλέον επιχείρηση διακίνησης ναρκωτικών, διαδραματίζοντας τον δικό του σημαντικό ρόλο, ήτοι παραλαμβάνοντας το τρίτο πρόσωπο το οποίο παρέλαβε και τοποθέτησε τα ναρκωτικά εντός του οχήματος KTG, και ακολούθως μεταφέροντας τα ο ίδιος στον τελικό προορισμό τους, κάτι το οποίο εν τέλει δεν έγινε κατορθωτό λόγω της παρέμβασης της αστυνομίας. Είναι νομίζουμε εύκολο να αντιληφθεί κάποιος, ως θέμα κοινής λογικής, πως εφόσον ο κατηγορούμενος 1 προβάλλει τον εαυτό του ως μεταφορέα και δεχόμαστε ότι όντως λειτούργησε ως τέτοιος, κάποιος άλλος τότε είναι ο ιθύνων νους της διακίνησης και εμπορίας, ο οποίος όμως για τους δικούς του επίσης αυτονόητους λόγους δεν επιθυμεί και δεν διακινδυνεύει την εμφάνιση του στο προσκήνιο, οπότε η «υπηρεσία» μεταφοράς από πρόσωπα όπως τον κατηγορούμενο 1 συνιστά βέβαια σπουδαία και ανεκτίμητης σημασίας εκδούλευση. Σε ό,τι αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 1, λαμβάνεται υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του, το νεαρό της ηλικίας του, η άμεση παραδοχή του στην αστυνομία και στο Δικαστήριο, έστω και αν συνελήφθη με τις τσάντες με την κάνναβη μέσα στο αυτοκίνητο του, γεγονός που δεν του άφηνε περιθώρια ελιγμού ή εναλλακτικής προοπτικής, οπότε η παραδοχή του δεν έχει την αξία που θα μπορούσε να έχει υπό άλλες περιστάσεις - βλ. Γενικός Εισαγγελέα ν. Μονιάτη
(2000)2 Α.Α.Δ. 553 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέττου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438, και ότι το στοιχείο της παραδοχής δεν πρέπει να υπερτιμάται σε υποθέσεις ναρκωτικών - βλ. Firat ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 402. Όμως από την άλλη πάντοτε η παραδοχή εμπεριέχει το απτό στοιχείο της μεταμέλειας, βλ. Δημήτρης Βασιλείου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ 110/14, ημ. 15.6.15, ενώ ταυτόχρονα όπως τέθηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 «τονίζουμε συναφώς ότι η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμοίβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης.» Λαμβάνεται υπόψη ότι ο κατηγορούμενος 1, σύμφωνα με την έκθεση του γραφείου ευημερίας, γεννήθηκε στις 24.7.94 στη Λευκωσία και είναι το τρίτο παιδί από τα τέσσερα, σε μια συγκροτημένη οικογένεια, μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Μεγάλωσε σε ένα σκληρό περιβάλλον, αφού ο πατέρας του λόγω διαφόρων ψυχολογικών προβλημάτων νοσηλευόταν στην ψυχιατρική μονάδα Αθαλάσσας, και έφυγε από τη ζωή το 2011, από καρδιακό επεισόδιο, με αποτέλεσμα να τυγχάνει χλευασμού από τους συνομήλικους του ότι θα κατέληγε και ο ίδιος στο ψυχιατρείο. Αφού τελείωσε το Λύκειο κατατάγηκε στην εθνική φρουρά, όπου υπηρέτησε για 6 μήνες, αφού πήρε αναστολή λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας, που ως αναφέρθηκε και πιο πάνω πάσχει μέχρι και σήμερα από νευρωτική διαταραχή, το οποίο λαμβάνεται υπόψη υπό το φως των υποθέσεων Μιχάλης Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Επιπλέον αφού ζητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή και συμφώνησε η Υπεράσπιση, εκδίδεται διάταγμα δήμευσης του ποσού των €940, γεγονός που επίσης λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 8 του Ν.188(Ι)/
  2. Όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις Ανδρονίκου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 και Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, η διαδικασία δήμευσης αποτελεί μέρος της επιβολής ποινής. Λαμβάνεται επίσης υπόψη η μεταμέλεια του κατηγορούμενου 1 και ότι έχει αντιληφθεί το λάθος του, ως καταδεικνύεται, από το ότι, μετά που έλαβε ψυχολογική υποστήριξη στις Κεντρικές Φυλακές, εντάχθη με δική του πρωτοβουλία και ακολουθεί πρόγραμμα απεξάρτησης για απαλλαγή και απεγκλωβισμό του από τη χρήση και εθισμό ναρκωτικών ουσιών από τον Οκτώβριο του 2016, ενώ λαμβάνει περιστασιακά προσωπική ψυχολογική στήριξη, βλ. Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148, Καρακάννας ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 463 και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 89. Αυτά επιβεβαιώνονται σε Βεβαίωση ημ. 9.1.17 του κ. Σάββα Μενελάου, Κλινικού Ψυχολόγου στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας των Κεντρικών Φυλακών, Τεκμήριο Β. Ακόμη διαβλέπουμε και λαμβάνουμε υπόψη ότι κάποιοι από τους παράγοντες που αναφέρονται στο άρθρο 30
(4)(β) του N.29/77, όπως τροποποιήθηκε, ως καθιστώντες το αδίκημα λιγότερο σοβαρό ισχύουν σε αυτή την περίπτωση και δη (
  1. i)η ηλικία του κατηγορούμενου (
  2. ii)ότι διέπραξε τα αδικήματα παρασυρόμενος από άλλο, (iii) το βαθμό εξάρτησης του από τα ναρκωτικά, (
  3. iv)τη μεταμέλεια του που επιμαρτυρείται, εκτός από την άμεση παραδοχή του, από το γεγονός ότι υποβάλλεται σε θεραπεία απεξάρτησης, (
  4. v)το είδος των ναρκωτικών που βρέθηκαν στην κατοχή του, ήτοι ότι πρόκειται για τάξεως Β, και (
  5. vi)ότι δεν συνυπάρχει κάποιος επιβαρυντικός παράγοντας του άρθρου 30
(4)(α) του Ν.29/77 ως τροποποιήθηκε, πέραν βεβαίως των όσων έχουμε αναφέρει για ανάμειξη και άλλων προσώπων. Συνυπολογίζοντας και σταθμίζοντας από τη μια τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την αυστηρότητα και την αποτρεπτικότητα με την οποία πρέπει να αντιμετωπίζονται αυτά, όπως αυτή αναδύεται από τις προβλεπόμενες ποινές και τη Νομολογία και από την άλλη τα γεγονότα της υπόθεσης που αφορούν τον κατηγορούμενο 1, όπως και τις προσωπικές του περιστάσεις, κρίνεται ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλονται στον κατηγορούμενο 1 οι ακόλουθες ποινές: Στην κατηγορία 1 δεν επιβάλλεται ποινή συνεκτιμώντας ότι επιβάλλεται ποινή στα ουσιαστικά αδικήματα. Στην κατηγορία 2 δεν επιβάλλεται ποινή καθότι τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στην κατηγορία 3. Στην κατηγορία 3 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών. Στην κατηγορία 5 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης τριών ετών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Οι ποινές μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που βρίσκεται ο κατηγορούμενος 1 υπό κράτηση σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, ήτοι από τις 2.6.16 μέχρι σήμερα. (υπ.) .............. Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (υπ. ) .............. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (υπ.).............. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.