Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σπάρτακος Αζοϊδης, Αρ. Υπόθεσης: 17674/2016, 28/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17674/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Σπάρτακος Αζοϊδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 28.2.2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η 1η κατηγορία αφορά υπέρβαση ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(2)
(3), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 72/85, 166/87, 80(Ι)/2000, 109(I)/2012 και τις Κ.Δ.Π 257/86 και Κ.Δ.Π. 312/2007. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, «ο Κατηγορούμενος την 14.5.2016, στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας παρά τα Λατσιά, της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KUW004 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 176 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ.». H 2η κατηγορία αφορά παράλειψη συμμόρφωσης σε οδηγίες Αστυνομικού με στολή, κατά παράβαση των των Κανονισμών 2, 58
(1)(κ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό 58
(2)(στ) της ΚΔΠ 189/08, το νόμο 166/87 και την ΚΔΠ312/07. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος κατά τον χρόνο και στον τόπο που αναφέρεται στην 1η Κατηγορία οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα και παρέλειψε να συμμορφωθεί σε οδηγίες αστυνομικού με στολή, δηλαδή του Α/3370 Σ. Μιχαηλίδη για να ακινητοποιήσει το όχημα του μέχρι ο αστυνομικός του επιτρέψει να συνεχίσει την πορεία του. Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης ήταν σύντομη. Η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας. Κατατέθηκαν συνολικά 5 Τεκμήρια. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, τον κάλεσε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.
- Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο κατηγορούμενος, ο οποίος εκπροσώπησε τον εαυτό του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε περαιτέρω μάρτυρες υπεράσπισης. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, κατάθεσε πρώτος ο Αστυφύλακας 3370 Σάββας Μιχαηλίδης (στο εξής «ΜΚ1»). Αυτός υπηρετεί στο Τμήμα Τροχαίας Αρχηγείου. Στις 14.5.16 και ώρα 23:10 διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας μαζί με τον Αστυφύλακα 468 στον Αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας παρά την έξοδο ΓΣΠ. Χρησιμοποιούσε προς τούτο το ταχύμετρο TS4536 για το οποίο έκανε όλους τους απαραίτητους ελέγχους. Με το εν λόγω ταχύμετρο στόχευσε σε απόσταση 520 μέτρων και σημάδεψε διερχόμενο αυτοκίνητο το οποίο ως διεφάνη κινείτο με ταχύτητα 176ΧΑΩ αντί 100ΧΑΩ. Δεν υπήρχαν άλλα οχήματα στον αυτοκινητόδρομο και ο οδηγός οδηγούσε στην δεξιά λωρίδα ως η πορεία του. Αμέσως άναψε τους φάρους του αστυνομικού οχήματος και με κόκκινο αναλαμπών φανό έκανε σήμα στον οδηγό να σταματήσει αλλά ο τελευταίος παρέλειψε να το πράξει και συνέχισε την πορεία του. Ο χώρος ήταν φωτισμένος αλλά ο ΜΚ1 δεν είδε το πρόσωπο του οδηγού αλλά είδε ότι επρόκειτο για όχημα μάρκας BMW με αρ. εγγραφής KUW
- Στην συνέχεια ο ΜΚ1 μαζί με τον Αστ. 468 προσπάθησαν να ακολουθήσουν το όχημα αλλά λόγω της υψηλής του ταχύτητας δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός του. Έκανε επίσης προσπάθειες για εντοπισμό του μέσω του ΚΕΜ αρχηγείου χωρίς θετικό αποτέλεσμα. Η θέση του Κατηγορουμένου, η οποία υπεβλήθη στον MK1 κατά την αντεξέταση, ήταν ότι ο ΜΚ1 είχε κάνει λάθος και δεν στόχευσε το δικό του αυτοκίνητο. Ο ΜΚ1 επέμεινε στην θέση ότι δεν είχε κάνει κανένα λάθος και ότι το αυτοκίνητο το οποίο στόχευσε ήταν το όχημα με αρ. Εγγραφής KUW
- O MK1 ερωτήθηκε από τον Κατηγορούμενο γιατί δεν τον κράτησαν άλλοι αστυνομικοί οι οποίοι τον σταμάτησαν λίγο αργότερα. Ο ΜΚ1 ανέφερε κατ' αρχήν ότι δεν φώναξαν μέσω ασυρμάτου αλλά εν πάση περιπτώσει αν όντως σταμάτησαν τον κατηγορούμενο άλλοι αστυνομικοί, ενδεχομένως αυτοί να υπηρετούσαν αλλού και να χρησιμοποιούσαν διαφορετικό κανάλι. Δεύτερη μάρτυρας για την Κατηγορούσα αρχή κατέθεσε η Γ/Α 3724 Ε. Χρίστου (στο εξής «ΜΚ2»). Αυτή ανέφερε ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας και είναι τοποθετημένη στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων του Αστυνομικού Σταθμού Λατσιών. Στις 14.5.2016 ανέλαβε την διερεύνηση υπόθεσης, που αφορούσε οδήγηση του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KUW 004 με ταχύτητα 176 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ, καθώς και ότι παρέλειψε να σταματήσει σε σήμα αστυνομικού, στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού -Λευκωσίας, παρά το ΓΣΠ στα Λατσιά. Στις 16.5.2016 και μεταξύ των ωρών 2015-2030, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Σπάρτακο Αζοϊδη. (Τεκήριο 3). Σε αυτήν ανέφερε ότι είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KUW004 μάρκας BMW χρώματος μαύρο. Στις 14.5.2016 και περί τις 23.00 ξεκίνησε από την Λάρνακα για να επιστρέψει στην Λευκωσία οδηγώντας το εν λόγω αυτοκίνητο κατά μήκος του αυτοκινητοδρόμου. Κάπου κοντά στο ΓΣΠ είδε αυτοκίνητο της αστυνομίας με φάρους αλλά δεν είδε στον δρόμο κάποιον αστυνομικό ούτε είδε οποιονδήποτε να του κάνει σήμα να σταματήσει. Οδηγούσε με ταχύτητα περίπου 120ΧΑΩ. Ακολούθως σταμάτησε σε σήμα αστυνομικού πριν από τα φώτα Ορφανίδη αλλά εκεί του είπαν να φύγει καθότι σταμάτησαν λάθος αυτοκίνητο. Την ίδια ημέρα ήτοι στις 16.5.2016 και μεταξύ των ωρών 2035-2040 η ΜΚ2, κατηγόρησε γραπτώς τον Σπάρτακο Αζοϊδη. Του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στον Νόμο, και ο τελευταίος απάντησε ότι δεν παραδέχεται γιατί δεν είδε κανένα αστυνομικό να του κάνει σήμα (Τεκμήριο 4). Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, κατέθεσε στο Δικαστήριο ο Κατηγορούμενος. Αυτός ανέφερε ότι δεν οδηγούσε με την ταχύτητα για την οποία κατηγορείται και δεν του έγινε κάποιο σήμα για να σταματήσει. Αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Προκειμένου να κλονίσει την αξιοπιστία του ΜΚ1 ανέφερε ότι οι πινακίδες εγγραφής του είναι KUW 4 και όχι KUW004 ως ανέφερε ο ΜΚ
- Ήταν επίσης η θέση του ότι δεν είναι δυνατόν να μην υπήρξε επικοινωνία μεταξύ του ΜΚ1 και άλλων αστυνομικών που τον σταμάτησαν ένα χιλιόμετρο περίπου πιο κάτω. Αντεξεταζόμενος, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν μπορεί να είναι βέβαιος κατά πόσον οι αστυνομικοί έχουν ασυρμάτους με τους οποίους επικοινωνούν μεταξύ τους. Ο ίδιος κινείτο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και υπήρχαν κι άλλα αυτοκίνητα στον δρόμο. Παραδέχτηκε ότι υπήρχε οπτική επαφή και μπορούσε να τον στοχεύσει κάποιος με το ταχύμετρο. Στην συνέχεια της αντεξέτασης του ανέφερε ότι υπάρχει πιθανότητα να του ξέφυγε λίγο η ταχύτητα, όμως σε καμία περίπτωση δεν έτρεχε με 176ΧΑΩ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Ο ΜΚ1 ήταν σαφής στις θέσεις του και απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας. Ήταν επίσης ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις του. Επιπρόσθετα, ο ΜΚ1 δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Ήταν σταθερός στις θέσεις του και επέμεινε σε αυτές μέχρι τέλους. Η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε ούτε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Η μαρτυρία της ΜΚ.2 μπορεί να χαρακτηριστεί και ως τυπική. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο δεν κρατήθηκε ο Κατηγορούμενος από άλλους αστυφύλακες. Άλλες πτυχές της μαρτυρίας της ΜΚ2 δεν αμφισβητήθηκαν, όπως το ότι όντως ο Κατηγορούμενος έδωσε την κατάθεση Τεκμήριο 3 καθώς και το γεγονός ότι το όχημα του Κατηγορουμένου είναι μάρκας BMW χρώματος μαύρου με αρ. Εγγραφής KUW
- Κατατέθηκε εξάλλου το Τεκμήριο 5 (στοιχεία οχήματος και ιδιοκτήτη) το οποίο επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος επιβεβαίωσε εν πολλοίς την θέση του ΜΚ1, ότι στις 23:10 της 14.5.2016 το όχημα KUW004 κινείτο στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας με κατεύθυνση την Λευκωσία. Ο Κατηγορούμενος κατά τα λοιπά δεν με έπεισε ως προς την ειλικρίνεια του. Στην γραπτή του κατάθεση ανέφερε ότι οδηγούσε με την επιτρεπόμενη ταχύτητα 120ΧΑΩ. Τούτη όμως δεν ήταν η επιτρεπόμενη ταχύτητα αφού όπως ανέφερε ο ΜΚ1 η επιτρεπόμενη ταχύτητα ήταν 100ΧΑΩ κάτι το οποίο δεν αμφισβήτησε ο κατηγορούμενος και δεν αντεξέτασε τον ΜΚ1 σε σχέση με αυτό. Από την άλλη ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είναι επαγγελματίας οδηγός και γνωρίζει πολύ καλά τους κανόνες οδικής συμπεριφοράς. Εντούτοις, αναφέρθηκε στην ταχύτητα των 120ΧΑΩ ως την επιτρεπόμενη ταχύτητα. Πέραν τούτου ο Κατηγορούμενος κατά την κατάθεση του στο Δικαστήριο παραδέχτηκε ότι μπορεί να οδηγούσε και με 125 ή 130 ΧΑΩ λόγω του ότι ο δρόμος ήταν κατηφορικός στο εν λόγω σημείο. Όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την ταχύτητα με την οποία κινείτο. Αναμένετο από αυτόν να είναι σε θέση να διαφωτίσει επί του προκειμένου καθώς, ως ανέφερε είχε δει τους φάρους του αστυνομικού οχήματος, κάτι που κατά λογική ακολουθία έπρεπε να τον είχε θέσει σε εγρήγορση να διαπιστώσει την ταχύτητα με την οποία κινείτο. Επιπρόσθετα ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να πείσει για την αναξιοπιστία του ΜΚ1 βασιζόμενος στο ότι οι πινακίδες εγγραφής του έγραφαν τον αριθμό «4» και όχι «004» ως ανέφερε ο ΜΚ
- Πρόκειται θεωρώ για προσπάθεια αποπροσανατολισμού από την ουσία της υπόθεσης. Ο ΜΚ1 βρισκόταν στο σημείο του αυτοκινητοδρόμου την ίδια στιγμή που το όχημα του κατηγορουμένου, κατά παραδοχή του τελευταίου, περνούσε από εκεί. Η αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων δεν συνηγορεί υπέρ της θέσης ότι ο ΜΚ1 δεν είδε το όχημα του Κατηγορουμένου αλλά κάποιο άλλο όχημα με αρ. Εγγραφής KUW004 ίδιας μάλιστα μάρκας και χρώματος. Ο ΜΚ1 είδε το όχημα το Κατηγορουμένου και εκείνο στόχευσε με το ταχύμετρο. Εξάλλου στην κατάθεση του ο Κατηγορούμενος αναφέρει ρητά ότι οδηγούσε το όχημα με αρ. Εγγραφής KUW
- Επομένως πρόκειται για το ίδιο όχημα ασχέτως του τρόπου αναγραφής της αριθμητικής ένδειξης επί της πινακίδας εγγραφής. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας καταλήγω στα εξής ευρήματα: Στις 14.5.2016 και ώρα 23:10 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας παρά τα Λατσιά ενώ ο ΜΚ 1 διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας με το ταχύμετρο εντόπισε στα 520 μέτρα το όχημα με αρ. εγγραφής KUW004 να κινείται με ταχύτητα 176 ΧΑΩ αντί 100ΧΑΩ με κατεύθυνση προς την Λευκωσία. Άναψε τους φάρους του αστυνομικού οχήματος και έκανε αμέσως σήμα στον οδηγό να σταματήσει αλλά αυτός συνέχισε την πορεία του. Το όχημα ήταν μάρκας BMW χρώματος μαύρου, ιδιοκτησίας του Κατηγορουμένου ο οποίος ήταν και ο οδηγός του κατά τον ουσιώδη χρόνο. Το ανώτατο όριο ταχύτητας στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου ήταν 100 ΧΑΩ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 1η Κατηγορία Το Άρθρο 6 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72(στο εξής «ο Νόμος»), προνοεί τα ακόλουθα: «
(2)Τη συναινέση του Αρχηγού της Αστυνομίας, η αρμοδία αρχή δύναται να ορίση, αναφορικώς προς οιανδήποτε οδόν, ανώτατον ή κατώτατον όριον ταχύτητος, όπερ, καθ' όσον αφορά εις οδόν κειμένην εν τη κατωκημένη περιοχή οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, δεν δύναται να υπερβαίνη τα τεσσαράκοντα μίλια την ώραν το ούτω καθοριζόμενον όριον ταχύτητος θέλει αναγραφή επί πινακίδων τοποθετουμένων επί των οδών κατά τοιούτον τρόπον ώστε ευχερώς να διακρίνωσι ταύτας οι χρησιμοποιούντες τας τοιαύτας οδούς οδηγοί η αρμοδία αρχή δύναται, ωσαύτως τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, να μεταβάλη παν ούτω ορισθέν όριον ταχύτητος: Νοείται ότι μέχρις ου η αρμοδία αρχή προβή εις τον ορισμόν τοιούτου ορίου ταχύτητος, τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη, εντός των κατωκημένων περιοχών οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, το όριον των τριάκοντα μιλίων την ώραν.
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (α) άτομο να οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα, (β) σε οδό, (γ) με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ή μικρότερη του κατωτάτου ορίου ταχύτητας, (δ) ως αυτό ορίσθη από την αρμόδια αρχή. Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε το καθορισμένο όριο ταχύτητας στον επίδικο τόπο και χρόνο. Επενεργεί, εν προκειμένω, το τεκμήριο της κανονικότητας. Ότι, δηλαδή, όλα έχουν γίνει νόμιμα μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Η χρησιμότητα του κανόνα συνίσταται στη μη αναγκαιότητα παρουσίασης μαρτυρίας για απόδειξη γεγονότων, τα οποία δεν χρειάζονται ειδική απόδειξη, αν δεν αμφισβητηθούν. (Φοίβος Γιωργαλλίδης ν. Δήμου Λάρνακος
(2001)2 Α.Α.Δ. 789). Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος επιβεβαίωσε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. Εγγραφής KUW004 σε οδό, ήτοι στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη, σελ. 595-596, η απόδειξη του αδικήματος του άρθρου 6 του Ν.86/72 με μαρτυρία γνώμης ενός μάρτυρα, π.χ. αστυνομικού στηριζόμενου στο ταχύμετρό του είναι αρκετή για να στοιχειοθετήσει κατηγορία. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας κρίνω ότι η Κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα σε οδό με ταχύτητα μεγαλύτερη του επιτρεπόμενου ορίου ήτοι με ταχύτητα 176 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ. 2η Κατηγορία Κατ' αρχήν επισημαίνω ότι ο Κανονισμός 58
(1)(κ) ο οποίος περιλαμβάνεται στο Κατηγορητήριο έχει καταργηθεί με την ΚΔΠ 189/2008. Προνοούσε τα εξής —
(1)Πας όστις οδηγεί ή έχει την ευθύνην ή τον έλεγχον οδηγών. μηχανοκινήτου οχήματος ε φ ' οιασδήποτε οδού, υπέχει υποχρέωσιν όπως (κ) εφ' όσον ήθελε κληθή προς τούτο υπό αστυνομικού εν στολή, ακινητοποιή το όχημα μέχρις ότου ο αστυνομικός επιτρέψη εις αυτόν να εξακολούθηση την πορείαν του [...]». Σύμφωνα με τον νέο Κανονισμό 58
(2)(στ) που εισήχθη με την ΚΔΠ 189/2008, κάθε πρόσωπο που οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσειςː (στ) στις περιπτώσεις όπου καλείται για το σκοπό αυτό από αστυνομικό με στολή [...], να ακινητοποιήσει το όχημα του μέχρις ότου ο αστυνομικός [...] επιτρέψει σε αυτόν να συνεχίσει την πορεία του [...]». Ως έχει λοιπόν το κατηγορητήριο δεν μπορεί να καταδικαστεί ο Κατηγορούμενος στην 2η Κατηγορία αφού κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπήρχε σε ισχύ η νομοθετική πρόνοια για την οποία κατηγορείται. Εξετάζοντας κατά πόσον δικαιολογείται στην προκειμένη περίπτωση η τροποποίηση του Κατηγορητηρίου δυνάμει του άρθρου 85
(4)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, ώστε να προστεθεί κατηγορία για παράβαση του κανονισμού 58
(2)(στ), παρατηρώ καταρχήν ότι πρόκειται ουσιαστικά για πανομοιότυπη πρόνοια για την οποία προνοείται ίδια ποινή (Κανονισμός 72). Συνεπώς ο Κατηγορούμενος δεν θα επηρεαζόταν στην υπεράσπιση του. Εντούτοις, συστατικό στοιχείο είτε στην μια είτε στην άλλη περίπτωση είναι να καλείται ο οδηγός (α) να ακινητοποιήσει το όχημα του (β) από αστυνομικό (γ) ο οποίος αστυνομικός να φέρει στολή. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι ο Αστυφύλακας Μιχαηλίδης, κατά τον χρόνο που έκανε σήμα στον Κατηγορούμενο έφερε στολή αστυνομικού. Δεδομένης της θέσης του Κατηγορουμένου ότι δεν είχε δει οποιονδήποτε αστυνομικό να του κάνει σήμα να ακινητοποιήσει το όχημα του, θέση η οποία καταγράφηκε και στην γραπτή κατάθεση και γραπτή κατηγορία που ελήφθη από τον Κατηγορούμενο, θεωρώ ότι ήταν υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει το εν λόγω συστατικό στοιχείο για το οποίο υπήρξε ουσιαστική αμφισβήτηση. Συνεπώς δεν αποδεικνύεται ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε οποιοδήποτε αδίκημα σε σχέση με μη συμμόρφωση σε οδηγίες αστυνομικού με στολή. Καταληκτικά, στην βάση των εκτεθέντων ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 2η Κατηγορία από την οποία ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η Κατηγορία. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο