← Κύπρος

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Vasile Bistriceanu, Υποθ. αρ.: 19184/16, 15/3/2017

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Vasile Bistriceanu, Υποθ. αρ.: 19184/16, 15/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2017:20 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Υποθ. αρ.: 19184/16 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v. Vasile Bistriceanu Κατηγορουμένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15 Μαρτίου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Πασιαρδή για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Αγγελίδου Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Κατόπιν τροποποίησης του κατηγορητηρίου ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στη δεύτερη κατηγορία για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας. Όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος, στις 31.10.16 ο Κατηγορούμενος με παράνομη πράξη επέφερε τον θάνατο της Galina Glavan, τέως από τη Ρουμανία, ρίχνοντας πάνω της στις 15.10.16 καυστική σόδα και προκαλώντας εγκαύματα σοβαρού βαθμού στο 50% του σώματος της. Σημειώνεται πως αρχικώς το κατηγορητήριο περιείχε κατηγορία για φόνο εκ προμελέτης (κατηγορία 1) η οποία αναστάληκε αμέσως μετά την παραδοχή του Κατηγορουμένου στη δεύτερη προστεθείσα κατηγορία. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, είναι τα ακόλουθα: Το θύμα, η Galvina Glavan, 53 ετών, τέως από τη Ρουμανία, εργαζόταν ως φροντίστρια στο γηροκομείο «Χρυσοσπηλιώτισσα» στη Δευτερά. Ο Κατηγορούμενος, 44 ετών, επίσης από τη Ρουμανία, πριν τη σύλληψη του ήταν άνεργος. Η αποβιώσασα (το θύμα) διέμενε με τον γιο της, Zaharia Bocan, 18 ετών, Μ.Κ.

  1. Το διαμέρισμα όπου διέμεναν διέθετε μόνο ένα υπνοδωμάτιο στο οποίο κοιμόταν η αποβιώσασα, ενώ ο γιος της κοιμόταν στο σαλόνι σε καναπέ που μετατρέπετο σε κρεβάτι. Το διαμέρισμα περιμετρικά διέθετε βεράντα και μπαλκονόπορτες, τις οποίες συνήθως τα βράδια η αποβιώσασα και ο Μ.Κ.1 άφηναν ανοικτές για να μπαίνει αέρας. Η αποβιώσασα διατηρούσε δεσμό με τον Κατηγορούμενο μέχρι περίπου τον Σεπτέμβριο του 2016, όταν τελικά χώρισαν λόγω των πολλών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν. Συγκεκριμένα, η αποβιώσασα με τον Μ.Κ.1 έβγαλαν τα ρούχα και όλα τα προσωπικά αντικείμενα του Κατηγορουμένου έξω από το διαμέρισμα. Ο Κατηγορούμενος δεν μετακίνησε τίποτε από αυτά αλλά αντιθέτως τα άφησε εκεί. Μετά από αυτό, ο Κατηγορούμενος άστεγος πλέον, διέμενε σε ακατοίκητη εγκαταλελειμμένη οικία ακριβώς δίπλα από την πολυκατοικία όπου διέμενε η αποβιώσασα. Η εν λόγω οικία ήταν άκρως ακατάλληλη για διαβίωση αφού δεν διέθετε πόρτες, παράθυρα και μπάνιο ενώ η σύνδεση με το νερό και το ηλεκτρικό ρεύμα είχε διακοπεί. Παρά τις προστριβές και τους καβγάδες τους και παρά τα όσα είχαν προηγηθεί, η αποβιώσασα επέτρεπε στον Κατηγορούμενο να πηγαίνει στο διαμέρισμα της για να τρώει, να κάνει μπάνιο και να πλένει τα ρούχα του, όχι όμως για να κοιμάται. Έτσι ο Κατηγορούμενος πήγαινε καθημερινά στο διαμέρισμα της αποβιωσάσης με τελευταία φορά το απόγευμα της Παρασκευής, 14.10.
  2. Σύμφωνα με την κατάθεση του Κατηγορουμένου, ο ίδιος περίμενε ότι θα έτρωγαν μαζί εκείνο το βράδυ και ανέμενε τηλεφώνημα από την αποβιώσασα. Στις 14.10.16, λίγες ώρες πριν τη διάπραξη του αδικήματος, ενώ η αποβιώσασα δειπνούσε με τον Μ.Κ.1, είπε στον τελευταίο να μην επιτρέψει την είσοδο στον Κατηγορούμενο την επομένη, ήτοι στις 15.10.16, σε περίπτωση που εκείνος ερχόταν στο διαμέρισμα. Ο Μ.Κ.1 θεώρησε πως οι δύο τους είχαν τσακωθεί για ακόμα μια φορά και δεν ζήτησε περαιτέρω εξηγήσεις. Ακολούθως η αποβιώσασα πήγε για ύπνο στο δωμάτιο της ενώ στο διαμέρισμα διανυκτέρευσε και ένας φίλος του Μ.Κ.1, ο Alexandru Iosif Martinas (Μ.Κ.11). Περί τις 02:00 της 15ης Οκτωβρίου 2016, ενώ οι Μ.Κ.1 και 11 κοιμόντουσαν στο σαλόνι, ξύπνησαν από τις φωνές της αποβιωσάσης. Αμέσως ο Μ.Κ.1 έτρεξε στο υπνοδωμάτιο, άναψε το φως και είδε την αποβιώσασα να στέκεται, να βγάζει τη μπλούζα που φορούσε και το δέρμα της να καίγεται. Η αποβιώσασα του είπε να μην την ακουμπήσει και να της φέρει νερό. Ο Μ.Κ.1 γέμισε ένα κουβά με νερό και το έριξε πάνω στο κεφάλι της αποβιωσάσης και τότε αυτή του είπε να μην της ρίξει άλλο νερό γιατί καιγόταν περισσότερο. Ρώτησε τον Μ.Κ.1 πώς ήταν το πρόσωπο της και αυτός της απάντησε ότι ήταν εντάξει. Τότε η αποβιώσασα του είπε «πώς να είμαι εντάξει αφού έχω acid πάνω μου;» και έμεινε ακίνητη στο δωμάτιο της και έκλαιγε συνεχώς. Ο Μ.Κ.1 έψαξε το τηλέφωνο της αποβιωσάσης για να καλέσει ασθενοφόρο αλλά δεν το εντόπισε. Τις φωνές της αποβιωσάσης άκουσε από το διπλανό διαμέρισμα η Maria-Monica Sitaru, M.K.6, από την οποία ο Μ.Κ.1 ζήτησε να καλέσει ασθενοφόρο. Ακολούθως η Μ.Κ.6 εισήλθε στο διαμέρισμα της αποβιωσάσης με τον σύζυγο της, Catalin Sitaru, M.K.10, όπου είδαν την αποβιώσασα να στέκεται στο υπνοδωμάτιο της και να κλαίει φωνάζοντας βοήθεια ενώ έβλεπαν το πρόσωπο της που έλιωνε. Κάποια στιγμή ο Μ.Κ.1 βγήκε έξω στο μπαλκόνι και φώναζε στον Κατηγορούμενο να βγει έξω, καθότι ήταν βέβαιος πως μόνο αυτός μπορούσε να κάνει κακό στη μητέρα του. Μέλη της Αστυνομίας κατέφθασαν στο διαμέρισμα και διαπίστωσαν πως η αποβιώσασα έφερε σοβαρά εγκαύματα στο πρόσωπο και στο σώμα. Τη ρώτησαν τι είχε συμβεί αλλά αυτή δεν απάντησε και ούρλιαζε από τον πόνο. Εκεί κατέφθασε ασθενοφόρο με οδηγό τον Δημήτρη Δημητρίου, Μ.Κ.5, μαζί με τη Νοσηλευτική Λειτουργό Ειρήνη Ευτυχίου, Μ.Κ.4, όπου μπαίνοντας στο διαμέρισμα είδαν την αποβιώσασα να πηγαινοέρχεται στο σαλόνι και να φωνάζει ότι πονούσε. Η Μ.Κ.4 τη ρώτησε τι έγινε και η αποβιώσασα, σε σπαστά Ελληνικά, ανέφερε ότι ενώ κοιμόταν της έριξαν μια ουσία χωρίς να γνωρίζει τι ήταν. Η Μ.Κ.4 τη ρώτησε ποιος το έκανε και η αποβιώσασα απάντησε ότι δεν είδε και δεν ήξερε όμως πίστευε ότι της το έκανε ο φίλος της Vasile. Οι Μ.Κ.4 και 5 βοήθησαν την αποβιώσασα να περπατήσει μέχρι το ασθενοφόρο και να ξαπλώσει στο φορείο και τη μετέφεραν στο Τ.Α.Ε.Π. του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Στη διαδρομή ο Μ.Κ.1 άκουσε την αποβιώσασα να λέει στη Μ.Κ.4 «κρούζει». Η Μ.Κ.4 χορήγησε οξυγόνο στην αποβιώσασα και κατά την άφιξη τους στο Τ.Α.Ε.Π. διασωληνώθηκε ενώ μετά πάροδο λίγων λεπτών αφίχθη ο Δρ Φάνος Μιχαήλ, Μ.Κ.28, ο οποίος διαπίστωσε ότι η αποβιώσασα έφερε χημικά εγκαύματα σοβαρού βαθμού στο 50% της επιφάνειας του σώματος της. Ο Μ.Κ.28 τοποθέτησε κεντρική γραμμή στο σώμα της αποβιωσάσης για να πάρει άμεσα υγρά για αναπλήρωση του οργανισμού της. Ακολούθως τοποθετήθηκε ρινογαστρικός σωλήνας και ουροκαθετήρας και οδηγήθηκε στο χειρουργείο όπου διαπιστώθηκε πως έφερε εγκαύματα στο πρόσωπο, στο τριχωτό της κεφαλής, στα γεννητικά όργανα, στην κοιλιακή χώρα, στη γλώσσα και στον θώρακα, έγινε αλλαγή των εγκαυμάτων και μεταφέρθηκε στην Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης, όπου παρέμεινε διασωληνωμένη σε καταστολή με χορήγηση υγρών και κατασταλτικών φαρμάκων. Ενώ η αποβιώσασα μεταφερόταν στο Νοσοκομείο, η Αστυνομία είχε ξεκινήσει τις έρευνες της στη γύρω περιοχή προς εντοπισμό του δράστη. Περί τις 03:30 o Αστ. 4794 Σ. Σοφοκλέους, Μ.Κ.20, είδε τον Κατηγορούμενο να περπατά στον δρόμο πίσω από την πολυκατοικία όπου διέμενε η αποβιώσασα και μόλις ο Κατηγορούμενος τον αντιλήφθηκε άλλαξε πορεία και κρύφτηκε πίσω από μια ελιά σε διπλανό χωράφι. Αμέσως ο Μ.Κ.20 τον προσέγγισε και αυτός μύριζε αλκοόλ. Ο Μ.Κ.20 τον ρώτησε πού πήγαινε και αυτός απάντησε ότι επέστρεφε στο σπίτι του από το περίπτερο. Αρχικά είπε ότι δεν γνώριζε πού διέμενε ενώ μετά είπε πως διέμενε κοντά στην «Ομόνοια». Είπε επίσης ότι ονομάζετο Γιάννης και κατάγεται από τη Ρουμανία ενώ όταν ρωτήθηκε κατά πόσο γνωρίζει κάποιον με το όνομα Βασίλης απάντησε αρνητικά. Επειδή δεν κατείχε στοιχεία αναφορικά με την ταυτότητα του, ο Μ.Κ.20 του ζήτησε να τον ακολουθήσει στο σημείο όπου βρίσκονταν τα υπόλοιπα μέλη της Αστυνομίας. Κατά τη διαδρομή προς το διαμέρισμα της αποβιωσάσης, ο Κατηγορούμενος ρώτησε τον Μ.Κ.20 γιατί η Αστυνομία ψάχνει τον Βασίλη και χωρίς να λάβει απάντηση του έδειξε την πολυκατοικία όπου διέμενε η αποβιώσασα και του είπε ότι εκεί μένει η γυναίκα του. Τότε ο Μ.Κ.20 τον ρώτησε αν είναι ο Βασίλης και αυτός απάντησε καταφατικά προσθέτοντας ότι η γυναίκα του ονομάζεται Galina. Σε ερώτηση του Μ.Κ.20 κατά πόσο είχε συμβεί κάτι με τη γυναίκα του και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «εγώ αγαπώ τη γυναίκα μου». Αμέσως ο Μ.Κ.20 τον ρώτησε γιατί ανέφερε κάτι τέτοιο και ο Κατηγορούμενος απάντησε «γιατί εγώ δεν έκαμα τίποτε». Σε ερώτηση κατά πόσο η γυναίκα του είναι καλά, ο Κατηγορούμενος απάντησε «δεν θέλω να πω τίποτε, εγώ αγαπώ γυναίκα μου». Στη συνέχεια ανέφερε ότι το διαβατήριο του βρισκόταν στο διαμέρισμα της αποβιωσάσης αλλά κατόπιν έρευνας το ίδιο βράδυ δεν εντοπίστηκε εκεί. Τόσο η σκηνή του διαμερίσματος όσο και η οικία του Κατηγορουμένου τέθηκαν υπό φρούρηση. Κατά την έρευνα στην οικία του Κατηγορουμένου, στην παρουσία του, εντοπίστηκε ένα ξύλο, του οποίου η μια πλευρά είχε άσπρο χρώμα και παραλήφθηκε ως τεκμήριο. Συλληφθείς ο Κατηγορούμενος δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης απάντησε «δεν ξέρω τι να πω» και ακολούθως υπέγραψε το έντυπο με τα δικαιώματα του. Την ίδια μέρα, ήτοι στις 15.12.16, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας λήφθηκαν από τον Κατηγορούμενο δείγματα αίματος, ούρων και γενετικού υλικού και παραλήφθηκαν τα ρούχα που φορούσε. Σε ανακριτική κατάθεση του ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ανάμειξη και ισχυρίστηκε ότι είχαν χωρίσει με την αποβιώσασα πριν τρεις βδομάδες περίπου λόγω του ότι αυτός έβλεπε ποδόσφαιρο κάτι το οποίο την ενοχλούσε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν τσακώνονταν μεταξύ τους και πως η αποβιώσασα ήθελε να χωρίσει επειδή πίστευε ότι δεν ήθελε τον γιο της. Ανέφερε ακόμα πως το βράδυ της 14ης Οκτωβρίου πήγε σε ένα εστιατόριο και παράγγειλε φραπέ το οποίο πλήρωσε €2 και παρέμεινε εκεί μέχρι τις 02:10 που έκλεισε. Ενώ επέστρεφε, είδε τους Αστυνομικούς στους οποίους ανέφερε το όνομα του και ότι διέμενε με την αποβιώσασα. Είχε πιει μόνο μια μπύρα και ουδέποτε είχε στην κατοχή του ή στην οικία του οξύ ή άλλου είδους καυστικό υγρό. Οι ισχυρισμοί του Κατηγορουμένου αναφορικά με το εστιατόριο διαψεύστηκαν από τον διαχειριστή του Σωματείου «Αθλητική Ένωση Λακατάμιας» όπου στεγάζεται ο Σύνδεσμος Φιλάθλων της Ομόνοιας, Λένος Βασιλείου, Μ.Κ.
  3. Αυτός ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος μετέβη στο εν λόγω υποστατικό στις 15.10.16 περί τις 02:35 και παρέμεινε εκεί μέχρι τις 03:10, χωρίς να πληρώσει το αντίτιμο του φραπέ €1,50 και ακολούθως κατευθύνθηκε πεζός προς Λακατάμια. Σύμφωνα με τον Μιχάλη Σπυρίδη, Μ.Κ.26, ο οποίος τα ξημερώματα της 15ης Οκτωβρίου βρισκόταν έξω από την οικία φιλικού του προσώπου στην ίδια οδό όπου βρίσκεται η πολυκατοικία όπου διέμενε η αποβιώσασα, άκουσε γυναικείες και αντρικές φωνές να προέρχονται από το αδιέξοδο της οδού, και μετά από πέντε λεπτά είδε έναν άντρα να περπατά με γρήγορο ρυθμό προς το μέρος του (τον οποίο αναγνώρισε ως τον Κατηγορούμενο). Ταυτόχρονα είδε και περιπολικό της Αστυνομίας να εισέρχεται στην ίδια οδό και τον Κατηγορούμενο να κατευθύνεται σε χωράφι και στη συνέχεια τρέχοντας να πηγαίνει πίσω από ένα σπίτι. Ο άντρας αυτός σταμάτησε στο χωράφι ενόσω έφθασαν εκεί ασθενόφορο και περιπολικό και μετά κατευθύνθηκε προς το μέρος του λαχανιασμένος και ιδρωμένος και του ζήτησε τσιγάρο, κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά τον δρόμο. Ενώ ο Μ.Κ.26 του τύλιγε τσιγάρο, ένα περιπολικό εισήλθε στην οδό και τότε ο Κατηγορούμενος έτρεξε ξανά προς το χωράφι μέχρι που ο Μ.Κ.26 έχασε οπτική επαφή μαζί του. Στις 19.10.16 η αποβιώσασα υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση από ομάδα γιατρών και διενεργήθηκε τραχειοστομία με σκοπό τη διευκόλυνση της αναπνοής της και την τοποθέτηση συνθετικού δέρματος στο πρόσωπο και δερματικά μοσχεύματα από την ίδια τα οποία αφαιρέθηκαν από τον αριστερό μηρό και τοποθετήθηκαν στο αριστερό άνω άκρο. Ακολούθως η αποβιώσασα μεταφέρθηκε στη Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση. Στις 22.10.16, στα πλαίσια προφορικής ανάκρισης, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι είπε ψέματα αναφορικά με τον χώρο όπου βρίσκεται το διαβατήριο του και ανέφερε ότι αυτό βρίσκεται σε ειδική κρύπτη εντός της οικίας όπου διέμενε. Έδωσε τη συγκατάθεση του για έρευνα της οικίας του και υπέδειξε κρύπτη στον χώρο της κουζίνας, χωρίς όμως να ανευρεθεί το διαβατήριο του εκεί. Τότε ανέφερε ότι πιθανόν να βρίσκεται στο δωμάτιο όπου κοιμάται στον πρώτο όροφο. Εκεί εντοπίστηκε μια τσάντα ώμου και κατόπιν επίστησης είπε «είναι δική μου, είναι για το φαΐ». Στην παρουσία του ανοίχθηκε η τσάντα εντός της οποίας υπήρχε άσπρη ουσία σε μορφή σκόνης. Κατόπιν επίστησης αρνήθηκε ότι είναι δική του. Επίσης εντοπίστηκε μια πλαστική μπουκάλα νερού χρώματος μπλε εντός της οποίας υπήρχε ουσία σε στερεά και υγρή μορφή χρώματος άσπρου. Ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε απάντηση. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης λήφθηκαν καταθέσεις από την ιδιοκτήτρια του γηροκομείου, μια ένοικο αυτού και φίλη της αποβιωσάσης και τη γειτόνισσα της αποβιωσάσης. Η αποβιώσασα και ο Κατηγορούμενος είχαν αρκετά προβλήματα λόγω του ότι ο τελευταίος κατανάλωνε αλκοόλ και ήταν άνεργος. Πολλές φορές η αποβιώσασα είχε διώξει τον Κατηγορούμενο από το διαμέρισμα της αλλά ακολούθως συμφιλιώνονταν και διέμεναν πάλι μαζί. Όταν η αποβιώσασα δεν του άνοιγε την πόρτα αυτός πηδούσε από τη βεράντα και έμπαινε εντός του διαμερίσματος. Όταν τσακώνονταν πήγαινε στον χώρο εργασίας της ζητώντας επίμονα να τη δει. Ο Κατηγορούμενος πίστευε ότι η αποβιώσασα συνομιλούσε με άντρες και συχνά έπαιρνε το κινητό της και έτσι η αποβιώσασα αναγκάζετο να αγοράσει άλλο κινητό. Ζήλευε συγκεκριμένα τον Sorin Mocsu, M.K.32, με τον οποίο η αποβιώσασα διατηρούσε παλαιότερα δεσμό. Η αποβιώσασα ουδέποτε παραπονέθηκε σε φιλικά της πρόσωπα ότι ο Κατηγορούμενος την είχε κτυπήσει. Την τελευταία φορά που η αποβιώσασα έδιωξε τον Κατηγορούμενο, ο γιος της τον άκουσε να τους απειλεί ότι θα έμπαινε στην πολυκατοικία και θα τους σκότωνε όλους. Λήφθηκε δεύτερη ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, στην οποία αρνήθηκε ότι εισήλθε ποτέ στο διαμέρισμα χωρίς την άδεια της αποβιωσάσης, ότι εισήλθε ποτέ σε αυτό από τη βεράντα, ότι αντιμετώπιζαν ιδιαίτερα προβλήματα στη σχέση τους και ότι την απείλησε για τη ζωή της. Στις 24.10.16 λήφθηκε τρίτη ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. Και σε αυτή αρνήθηκε ότι απείλησε την αποβιώσασα για τη ζωή της, ότι πήρε ποτέ τα κινητά της παρόλο που ενώ ήταν δίπλα της αυτή αντάλλαζε μηνύματα με άλλο άντρα, καθώς επίσης αρνήθηκε ότι τη ζήλευε παθολογικά. Όταν ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε ότι από την ανάλυση αίματος ανιχνεύθηκε στον οργανισμό του ποσότητα αλκοόλης 66mg/dL, αυτός επέμενε πως μεταξύ 14-15.10.15 κατανάλωσε μόνο μια μπύρα. Επανέλαβε τους ισχυρισμούς του για την παραμονή του στο εστιατόριο και αρνήθηκε ότι μίλησε με τον Μ.Κ.26 ή ότι έδωσε ψευδή στοιχεία στον Μ.Κ.
  4. Αρνήθηκε επίσης ότι το ξύλο που ανευρέθηκε στην οικία του είναι δικό του και ισχυρίστηκε πως ουδέποτε αγόρασε καυστική σόδα ή οποιοδήποτε άλλο υλικό που να περιέχει καυστική σόδα. Αναφορικά με την τσάντα ώμου και την πλαστική φιάλη νερού εντός των οποίων υπήρχε άσπρη ουσία, ο Κατηγορούμενος αρχικά ισχυρίστηκε ότι βρήκε τη φιάλη νερού λίγες μέρες προηγουμένως στα σκουπίδια και την τσάντα στον δρόμο Δευτεράς-Λακατάμειας, έβαλε σε αυτή σκόνη πλυσίματος «Dixan» και την πήρε στην αποβιώσασα. Όταν τέθηκε ενώπιον της προγενέστερης διαφορετικής απάντησης του ότι η τσάντα είναι δική του για το φαγητό, ο Κατηγορούμενος δεν γνώριζε τον λόγο για την αλλαγή της θέσης του. Από τις επιστημονικές εξετάσεις διεφάνη πως στο παντελόνι και στα παπούτσια του Κατηγορουμένου ανευρέθηκε καυστική ουσία με την ίδια καυστικότητα με αυτή που ρίχθηκε στην αποβιώσασα. Σε σχετική ερώτηση ο Κατηγορούμενος δήλωσε άγνοια επιμένοντας πως δεν έριξε οτιδήποτε στην αποβιώσασα. Σε τέταρτη ανακριτική κατάθεση ο Κατηγορούμενος εξακολουθούσε να αρνείται ανάμειξη στην υπόθεση. Στις 26.10.16 περί τις 16:30 o Α/Αστ. 3082 Κ. Παναγίδης και ο Λοχ. 1028 Μ. Σάββα, Μ.Κ.71 και 72 αντίστοιχα, μετέβησαν στα Αστυνομικά Κρατητήρια Λακατάμιας και παρέλαβαν τον Κατηγορούμενο (τότε ύποπτο) για σκοπούς ανάκρισης. Καθ΄ οδόν προς το Τ.Α.Ε. Λευκωσίας, ο Κατηγορούμενος, σε σπαστά Ελληνικά, εξέφρασε την επιθυμία να επιστρέψει στον χώρο κράτησης του και να του δοθούν χαρτί και πέννα για να γράψει, όπως είπε, την αλήθεια για το τι έγινε. Κατόπιν επίστησης ο Κατηγορούμενος απάντησε «θα γράψω από πριν έξι χρόνια. Μόνο αλήθεια». Έτσι οι Αστυνομικοί οδήγησαν τον Κατηγορούμενο στα Κρατητήρια Λακατάμιας όπου και κλήθηκε διερμηνέας. Εκεί ο Κατηγορούμενος κατέγραψε χειρόγραφο κείμενο στη μητρική του γλώσσα σε έντυπο το οποίο παραλήφθηκε αμέσως ως τεκμήριο και μεταφράστηκε από τον διερμηνέα. Σε αυτό ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε στη σχέση του με την αποβιώσασα από τα αρχικά στάδια της γνωριμίας τους περιγράφοντας διάφορες φάσεις αυτής, όπως τσακωμούς, χωρισμούς και επανασυνδέσεις. Έκανε ιδιαίτερη αναφορά στον Sori Moscu (Μ.Κ.32) με τον οποίο η αποβιώσασα είχε δεσμό πριν γνωρίσει τον Κατηγορούμενο. Πριν τρεις ή τέσσερις βδομάδες είχε δει τον Μ.Κ.32 ημίγυμνο στο διαμέρισμα της αποβιωσάσης. Τη νύκτα της 14ης Οκτωβρίου, πριν το συμβάν, ο Κατηγορούμενος ήταν στο διαμέρισμα της αποβιωσάσης όπου συζήτησαν και τσακώθηκαν. Εκείνη την ώρα κτύπησε το τηλέφωνο και η αποβιώσασα απάντησε πηγαίνοντας στο διπλανό δωμάτιο. Ο Κατηγορούμενος κατάλαβε ότι η αποβιώσασα μιλούσε με τον Μ.Κ.
  5. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος έφυγε, πήγε και μάζεψε ντομάτες, αγόρασε μπύρες και επέστρεψε στην οικία όπου διέμενε. Γύρω στις 21:30 ή 22:00 είδε ένα άντρα να μπαίνει στο διαμέρισμα της αποβιωσάσης. Τότε ένιωσε να τρελλαίνεται και ήρθε στη μνήμη του ολόκληρη η σχέση των έξι χρόνων, πήγε και αγόρασε και άλλες μπύρες και επιστρέφοντας στο σπίτι όπου διέμενε ανέφερε ότι έβλεπε «ομίχλη». Τότε θυμήθηκε ότι είχε μια τσάντα την οποία βρήκε σε ένα δρόμο στη Δευτερά εντός της οποίας υπήρχε μια ουσία που έμοιαζε με αλάτι και όταν είχε βάλει μπύρα πάνω σε αυτή την ουσία είδε ότι έβγαζε καπνό και την πήρε αφού σκέφτηκε ότι θα ήταν χρήσιμη για να ανοίξει τις σωλήνες στο διαμέρισμα της αποβιωσάσης που είχαν πρόβλημα. Αφού άδειασε το περιεχόμενο της τσάντας σε ένα κουβά, έριξε νερό και το ανακάτεψε με ένα κομμάτι ξύλο. Πήρε τον κουβά που περιείχε το χημικό μείγμα που έφτιαξε, ανέβηκε πάνω στο διαμέρισμα της αποβιωσάσης, πέρασε πάνω από τις βαλίτσες με τα ρούχα του που ήταν ακόμα έξω, πετάχτηκε στη διπλανή βεράντα και προχώρησε στο υπνοδωμάτιο της αποβιωσάσης από την ανοικτή μπαλκονόπορτα. Πέταξε το περιεχόμενο του κουβά πάνω στην αποβιώσασα, το οποίο εκείνη την ώρα κοιμόταν στο κρεβάτι της, και έφυγε. Ακολούθως πήγε σε καφενείο όπου ήπιε φραπέ και αποχώρησε από εκεί την ώρα που έκλεινε. Κατευθύνθηκε προς το σπίτι του όταν εντοπίστηκε από την Αστυνομία. Το γενετικό υλικό του Κατηγορουμένου ταυτίστηκε με την τσάντα, τον κουβά, τη μπουκάλα νερού και το ξύλο. Σε όλα αυτά τα αντικείμενα ανευρέθηκε καυστική ουσία του ίδιου τύπου με αυτή που ανευρέθηκε στα ρούχα που φορούσε η αποβιώσασα. Στις 31.10.16, μετά από συνολικά 16 μέρες νοσηλείας, η αποβιώσασα απεβίωσε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Νοσοκομείου. Ο Κατηγορούμενος έτυχε εξέτασης από τον Δρα Λάμπρο Σαμαρτζή, Μ.Κ.61, ο οποίος κατέληξε πως ο Κατηγορούμενος δεν παρουσιάζει ψυχωσικά στοιχεία ή άλλη ψυχοπαθολογία που να επηρεάζουν την κριτική του ικανότητα. Ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι ήταν πολύ ερωτευμένος με την αποβιώσασα παρά τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν, ότι αισθανόταν αδικήμενος γιατί της είχε προσφέρει τα πάντα και ότι στις 15.10.16 της έριξε το καυστικό υγρό ενώ αυτή κοιμόταν από οργή, ζήλεια και πάθος αλλά όχι με σκοπό να τη σκοτώσει. Τέλος η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής η συνήγορος του Κατηγορουμένου έδωσε ιδιαίτερη σημασία στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, επικαλούμενη διάφορους παράγοντες οι οποίοι κατά την εισήγηση της θα πρέπει να προσμετρήσουν ως ελαφρυντικοί. Χωρίς να παραγνωρίζει τη σοβαρότητα του αδικήματος, η συνήγορος εξέφρασε τη μεταμέλεια και απολογία του προς το Δικαστήριο, την κοινωνία, την οικογένεια της αποβιωσάσης και τη δική του καλώντας το Δικαστήριο να επιδείξει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια. Αναμφίβολα το έγκλημα της ανθρωποκτονίας είναι από τα σοβαρότερα αδικήματα του Ποινικού Κώδικα εφόσον συνεπάγεται την αφαίρεση του ύψιστου αγαθού που είναι η ζωή. Η σοβαρότητα του σαφώς αντανακλάται και από τη μέγιστη προβλεπόμενη ποινή που είναι η δια βίου φυλάκιση. Αυτά επισημάνθηκαν, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Μαυρολουκά v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 212/13, ημ. 5.2.
  6. Στην υπόθεση Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας

(1991)2 Α.Α.Δ. 556, ο έντιμος Δικαστής, όπως ήταν τότε, του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό και η αφαίρεση της μέγιστο έγκλημα. Η δέσμευση στην προστασία της ανθρώπινης ζωής επιβάλλει ανάλογο καθήκον για την περιφρούρηση της, γεγονός που αντανακλάται στην τιμωρία που επιβάλλεται για εγκληματικές πράξεις που επιφέρουν την απώλεια ανθρώπινης ζωής. Γι' αυτό το λόγο προσδίδεται αποτρεπτικός χαρακτήρας στην τιμωρία κάθε φονικής πράξης.» Όπως τονίστηκε στην εν λόγω υπόθεση η ανθρωποκτονία καλύπτει ευρύ φάσμα εγκληματικής συμπεριφοράς με ανάλογες διακυμάνσεις στην τιμωρία των δραστών. Εξ ου και ανασκόπηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας οι ποινές κυμαίνονται μεταξύ 5 και 25 ετών. Εκείνο το οποίο προβάλλει ως καθοριστικό για την ποινή είναι τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όπου δε η αφαίρεση της ζωής είναι το αποτέλεσμα ηθελημένης πράξης δικαιολογείται ποινή πολυετούς φυλάκισης, ενώ στις περιπτώσεις ανθρωποκτονίας που βρίσκονται στο μεταίχμιο φόνου εκ προμελέτης, συνήθως επιβάλλεται φυλάκιση 15 ή περισσότερων ετών. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 352, Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 51, Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 231, Ηλιάδης ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 6, Τσιάκκας ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 349, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603, Lekishvilli άλλως Λάτο ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 351, Νικολάου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 482, Πάνοβιτς κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 310, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αυξεντίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 197, Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 692, Malik κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 36, Μωυσίδης ν. Δημοκρατίας,
(2007)2 Α.Α.Δ. 43, Παλάσκα ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 288, Selim v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 199, Πεπέκκος v. Δημοκατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 86, Λοΐζου v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 751, Ιωάννου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 140/14, ημ. 8.4.15 και Χατζηπαναγή v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 175/13, ημ. 18.2.16. Δυστυχώς η πλούσια νομολογία καταδεικνύει και την αντίστοιχη συχνότητα διάπραξης τέτοιας φύσης αδικημάτων ούτως ώστε η ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών να προβάλλει ως αυταπόδεικτη και επιβεβλημένη. Όπως λέχθηκε στη Νικολάου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) το έγκλημα της ανθρωποκτονίας είναι από τα σοβαρότερα του Ποινικού Κώδικα και η επιβολή μακροχρόνιας φυλάκισης είναι ενδεδειγμένη για να αποτρέπει όχι μόνον τον κατηγορούμενο αλλά και τους άλλους να διαπράττουν παρόμοια εγκλήματα και να διασφαλίζει την προστασία της κοινωνίας. Όπως προκύπτει μέσα από τη νομολογία, η σοβαρότητα του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας δεν αποτιμάται μόνο μέσα από τις συνέπειες της απώλειας ζωής αλλά και από τον τρόπο εκτέλεσης του εγκλήματος. Στην υπόθεση Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) για σκοπούς επιβολής ποινής λήφθηκε ιδιαίτερα υπόψιν η βαναυσότητα με την οποία ο εφεσείων επιτέθηκε στο θύμα (κοπέλα 20 ετών με την οποία ο εφεσείων διατηρούσε δεσμό), ήτοι προσπαθώντας να τη στραγγαλίσει και καταφέρνοντας αλλεπάλληλα κτυπήματα της κεφαλής της στο έδαφος, μέχρι που τελικά την έπνιξε και η οποία (βαναυσότητα), όπως αναφέρθηκε, «συνθέτει εικόνα εξαιρετικής βίας η οποία σηματοδοτεί και τη σοβαρότητα του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας». Ο εφεσείων εκεί δεν είχε παραδεχθεί ενοχή και καταδικάστηκε σε φόνο εκ προμελέτης κατόπιν ακρόασης. Το Εφετείο με πλειοψηφία ακύρωσε την καταδίκη για φόνο και την αντικατέστησε με καταδίκη για ανθρωποκτονία και επέβαλε ποινή φυλάκισης 20 ετών στον εφεσείοντα. Η απαξία της πράξης του Κατηγορουμένου δεν περιορίζεται μόνο στο αποτέλεσμα, το οποίο ήταν η αφαίρεση της ζωής μιας άτυχης γυναίκας 53 ετών. Σαφέστατα επεκτείνεται και στον τρόπο με τον οποίο επέλεξε να δράσει ο Κατηγορούμενος. Η μέθοδος την οποία επέλεξε αναμφίβολα επέφερε τρομερό σωματικό και ψυχικό πόνο, ταλαιπωρία, άγχος και αγωνία για το θύμα της συμπεριφοράς του αυτής. Είναι αυταπόδεικτο μέσα από τα εκτεθέντα γεγονότα πως η καυστική σόδα, και παρά την ποσότητα που χρησιμοποίησε, δεν οδήγησε σε άμεσο και απότομο θάνατο. Εκ της φύσεως της η ουσία που χρησιμοποιήθηκε επέφερε εγκαύματα σοβαρής μορφής τα οποία οδήγησαν σε αργό, βασανιστικό θάνατο, ο οποίος ευλόγως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μαρτυρικός. Παρά δε τα ουρλιακτά από τους πόνους το θύμα δεν απώλεσε τις αισθήσεις του και αναπόφευκτα έζησε λεπτό προς λεπτό τη χημική καύση του πλείστου μέρους του σώματος αδυνατώντας ουσιαστικά να πράξει οτιδήποτε, το οποίο ενδεχομένως θα μπορούσε να απαλύνει τον πόνο. Η πρώτη ενέργεια ρίψης νερού επιδείνωσε την κατάσταση της και ενώ συνέχιζε να καίγεται, ανησυχούσε και ρωτούσε για το πρόσωπο της, έμεινε ακίνητη και έκλαιγε φωνάζοντας απεγνωσμένα για βοήθεια. Δύσκολα μπορεί κάποιος να φανταστεί τη σκηνή που είδαν οι γείτονες της, ήτοι να λιώνει το πρόσωπο της, και που είδαν και άκουσαν οι Αστυνομικοί οι οποίοι πήγαν στη σκηνή, ήτοι τα σοβαρά εγκαύματα στο πρόσωπο και στο σώμα της και να ουρλιάζει από τον πόνο. Η απάνθρωπη αυτή ταλαιπωρία της προφανώς συνεχίστηκε και κατά τη μεταφορά της στο Νοσοκομείο και μέχρι που τέθηκε σε καταστολή. Στο ασθενοφόρο αισθανόταν να καίγεται και το εξέφρασε, ενώ με την άφιξη της στο Νοσοκομείο διαπιστώθηκε πως ήδη έφερε εγκαύματα στο 50% της επιφάνειας του σώματος της, και μάλιστα σε ιδιαίτερα ευαίσθητες περιοχές, όπως το πρόσωπο, το τριχωτό της κεφαλής, τη γλώσσα, και τα γεννητικά όργανα. Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως το τι έζησε και ένιωσε η αποβιώσασα εκείνες τις ώρες δεν είναι εύκολο να αποτυπωθεί σε λόγια. Η αγωνία και ο αφόρητος πόνος που έζησε η αποβιώσασα προκαλούν αισθήματα αποστροφής και καθιστούν το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό. Η πρόκληση των εγκαυμάτων οδήγησε την αποβιώσασα σε μιαν άκρως εξαιρετικά δύσκολη και κρίσιμη κατάσταση. Η δε εξέλιξη της πορείας της αποβιωσάσης με την άφιξη της στο Νοσοκομείο είναι το τραγικό και δυσάρεστο απότοκο των ενεργειών του Κατηγορουμένου. Τοποθετήθηκε ρινογαστρικός σωλήνας και ουροκαθετήρας και οδηγήθηκε στο χειρουργείο για αλλαγή των εγκαυμάτων. Μετά μεταφέρθηκε στην Εντατική Μονάδα Θεραπείας Εγκαυμάτων όπου παρέμεινε διασωληνωμένη και σε καταστολή. Τέσσερις μέρες αργότερα διενεργήθηκε τραχειοτομία προς διευκόλυνση της αναπνοής της και έγινε τοποθέτηση συνθετικών και δερματικών μοσχευμάτων και μεταφέρθηκε πλέον σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση στην Εντατική Μονάδα. Μετά από συνολικά 16 μέρες επήλθε ο θάνατος της. Ο αποτρόπαιος τρόπος συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου και η σοβαρότητα των συνεπειών αυτής αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες. Σχετική είναι η υπόθεση Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 352, η οποία αφορούσε ανθρωποκτονία στην οποία η σοβαρότητα του εγκλήματος και ο τρόπος εκτελέσεως του κρίθηκαν πολύ επιβαρυντικά για τον εφεσείοντα. Μάλιστα στην παρούσα υπόθεση λαμβάνουμε υπόψιν και το γεγονός ότι θεατής στο δράμα που έζησε η αποβιώσασα ήταν και ο 18χρόνος γιος της, ο οποίος διέμενε μαζί της και αναγκάστηκε να βιώσει το τραγικό θέαμα της καιόμενης (χημικά) μητέρας του με αποτόκο τον χαμό της. Θεωρούμε δύσκολο αν όχι αδύνατο να σβήσουν από τη μνήμη του οι τελευταίες εικόνες της μητέρας του, ο χαμός της οποίας επήλθε τόσο άδικα και πρόωρα αφήνοντας πίσω το παιδί της μόνο και σε σχετικά νεαρή ηλικία. Όπως αναγνωρίζει η συνήγορος του Κατηγορουμένου, το παιδί αυτό τώρα είναι ορφανό καθότι ουδέποτε γνώρισε τον βιολογικό του πατέρα, εξ ου και προέβαλε ότι πολλές φορές ο Κατηγορούμενος τον ένιωθε γιο του και του πρόσφερε ό,τι μπορούσε. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου η σχέση αποβιωσάσης και Κατηγορουμένου. Αποτελεί κοινό έδαφος πως η αποβιώσασα διατηρούσε δεσμό με τον Κατηγορούμενο τα τελευταία έξι χρόνια και πως διέμεναν μαζί στο διαμέρισμα της αποβιωσάσης όπου διέμενε και ο γιος της. Η σχέση τους παρουσίαζε εντάσεις και καβγάδες κυρίως λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος κατανάλωνε αλκοόλ και δεν εργάζετο, με αποτέλεσμα κατά καιρούς την εκδίωξη του από το διαμέρισμα και τη μεταγενέστερη επιστροφή του κατόπιν επανασύνδεσης τους. Σημειώνεται εδώ πως ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον Δρα Σαμαρτζή (Ψυχίατρο) σποραδική κατάχρηση αλκοόλ σε βαθμό μέθης. Προκύπτει ακόμα πως όταν αυτή δεν του άνοιγε για να μπει στο διαμέρισμα, αυτός δεν το δεχόταν και έβρισκε τρόπο να μπαίνει στο διαμέρισμα μέσω της βεράντας και πως όταν τσακώνονταν ο Κατηγορούμενος πήγαινε στον χώρο εργασίας της αποβιωσάσης και την αναζητούσε επίμονα. Όπως ορθώς επισήμανε η συνήγορος του Κατηγορουμένου, υπήρχε κάποια διαφορά ηλικίας μεταξύ αυτού και της αποβιωσάσης, δηλαδή αυτός ήταν κατά δέκα έτη νεώτερος της. Είναι επίσης κοινό έδαφος πως ο Κατηγορούμενος ζήλευε την αποβιώσασα κυρίως λόγω της επαφής της με τον Μ.Κ.32, πρώην φίλο της. Πίστευε ότι αυτή συνομιλούσε με άλλους άντρες και συχνά της αφαιρούσε το κινητό αναγκάζοντας την να αγοράσει άλλο κινητό. Σύμφωνα με τη θεληματική κατάθεση του Κατηγορουμένου, αυτός θεωρούσε πως η αποβιώσασα εκμεταλλεύετο τα αισθήματα του προς αυτή ενώ όταν αυτός υποψιάζετο ότι είχε παράλληλες σχέσεις με άλλους άντρες αυτή δεν το αρνείτο, τον υποβίβαζε και τον έβριζε φραστικά και στην παρουσία του γιου της. Επίσης τον εκμεταλλεύετο οικονομικά, δηλαδή της έδινε πάντοτε όσα χρήματα κέρδιζε από τις εργασίες του, ανεξαρτήτως αν είχαν προβλήματα μεταξύ τους ή όχι, με αποτέλεσμα ενόσω ήταν ακόμα με την αποβιώσασα αυτός να μην συνεισέφερε στα έξοδα συντήρησης της ανήλικης θυγατέρας του στη Ρουμανία. Σύμφωνα πάντα με τον Κατηγορούμενο, η αποβιώσασα είχε τον ηγετικό ρόλο στη σχέση τους και τον καθιστούσε υπεύθυνο για ό,τι δεν πήγαινε καλά για την ίδια. Λόγω της αγάπης που έτρεφε προς αυτή, ανέχετο αυτή τη συμπεριφορά της η οποία τις περισσότερες φορές του συμπεριφέρετο με ταπεινωτικό τρόπο και αλαζονεία. Η στάση της αποβιωσάσης έναντι του Κατηγορουμένου είχε αρνητικές συνέπειες στον ίδιο, ήτοι του προκαλούσε χαμηλή αυτοεκτίμηση, προσβολή στην αξιοπρέπεια του, ανασφάλεια, πόνο και απογοήτευση. Όμως αυτός τα ξεπερνούσε καθότι είχε αναπτύξει μια σχέση εξάρτησης με την αποβιώσασα, ήταν προσκολλημένος σε αυτή και ήταν αδύνατο για τον ίδιο να επιβιώσει μακριά της. Ενόψει της περιγραφής από τη συνήγορο του Κατηγορουμένου της σχέσης ως μια «τοξική σχέση αγάπης», θεωρούμε εύλογη τη διαπίστωση πως ο Κατηγορούμενος ανέπτυξε και έτρεφε πάθος και ζήλια προς την αποβιώσασα, στοιχεία τα οποία δεν του επέτρεπαν επ΄ ουδενί λόγο να μείνει μακριά της και ή να αποδεχθεί τον χωρισμό τους, ανεξαρτήτως της συμπεριφοράς της ίδιας προς αυτόν. Προκύπτει πως ο τελικός χωρισμός τους επήλθε με τη μετακίνηση όλων των ρούχων και αντικειμένων του Κατηγορουμένου εκτός διαμερίσματος. Ο Κατηγορούμενος προφανώς δεν δέχθηκε αυτή την κίνηση, εξ ου και άφησε όλα του τα πράγματα εκεί. Θεώρησε πως η αποβιώσασα είχε προφασιστεί ως αιτία το γεγονός ότι αυτός έβλεπε ποδόσφαιρο (κάτι το οποίο δεν της άρεσε), όμως πίστευε ότι η πραγματική αιτία ήταν ότι τον απατούσε. Σύμφωνα με την κατάθεση του Ηλία Αριστοτέλους προς την Αστυνομία, ημ. 7.11.16, Τεκμήριο Στ, διαφαίνεται πως τρεις με τέσσερις μήνες προηγουμένως, η αποβιώσασα ανταποκρίθηκε σε αγγελία του στην εφημερίδα «Χρυσές Ευκαιρίες» για γνωριμία του με γυναίκες. Συγκεκριμένα του τηλεφώνησε πριν περίπου δύο μήνες, του είπε ότι βρήκε τον αριθμό του μέσω της αγγελίας και ότι ήθελε να γνωριστούν. Του ανέφερε πως είχε ένα γιο από τον πρώτο της γάμο με τον οποίο διέμενε και πως συζούσε με ένα Ρουμάνο με τον οποίο χώρισε επειδή έπινε και μεθούσε, και τον κάλεσε να πάει στη Λευκωσία να συναντηθούν. Αφού μιλούσαν τηλεφωνικώς για 4-5 μέρες, τελικώς ο Αριστοτέλους συνάντησε την αποβιώσασα στο διαμέρισμα της όπου δείπνησαν μαζί με τον γιο της και ένα φίλο του τελευταίου. Αφού ο γιος και ο φίλος του έφυγαν αυτός και η αποβιώσασα πήγαν στο υπνοδωμάτιο όπου είχαν ερωτική επαφή. Συνέχισαν τις τηλεφωνικές τους επαφές και παρόλο που η αποβιώσασα ήθελε να ξαναβρεθούν, αυτός αρνήθηκε επειδή είχε δημιουργήσει άλλη σχέση. Όμως η αποβιώσασα συνέχισε να του τηλεφωνεί. Τις τελευταίες μέρες ο ίδιος την έπαιρνε στο κινητό αλλά ήταν κλειστό και πληροφορήθηκε από την Αστυνομία για τον θάνατο της. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση της Υπεράσπισης, η πεποίθηση του Κατηγορουμένου πως η αποβιώσασα τον απατούσε επισφραγίστηκε όταν είδε τον Μ.Κ.32 ημίγυμνο στο διαμέρισμα της αποβιωσάσης λίγες μέρες μετά που τον έδιωξε. Σε ερώτηση μάλιστα του Κατηγορουμένου για την παρουσία του Μ.Κ.32 στο σπίτι της, αυτή του είπε ότι περίμενε να νυχτώσει για να πάει με τον Μ.Κ.32 στο υπνοδωμάτιο. Το απόγευμα της 14ης Οκτωβρίου ο Κατηγορούμενος είχε αναστατωθεί όταν αντιλήφθηκε πως η αποβιώσασα είχε λάβει τηλεφώνημα από τον Μ.Κ.32. Παρά ταύτα πήγε και μάζεψε ντομάτες και ανέμενε τηλεφώνημα από την αποβιώσασα για να δειπνήσουν μαζί όταν σκόπευε να πάρει και τις ντομάτες. Αγόρασε και μπύρες και επέστρεψε στην οικία του όταν είδε να μπαίνει άλλος άντρας στο διαμέρισμα της αποβιωσάσης. Τότε χάθηκαν όλες οι προσδοκίες του και όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στην κατάθεση του: «Η ώρα 22:30 με 23:30 δεν ξέρω ακριβώς πήγα ξανά, και έπιασα μπύρα αλλά δεν ξέρω από πού, επειδή το περίπτερο ήταν κλειστό. Δεν ξέρω επειδή είδα ότι μπήκε κάποιος στο σπίτι, δεν ήξερα πια που να πάω και επίσης θυμάμαι ότι ήταν να με κτυπήσει ένα αυτοκίνητο, ίσως ήταν καλύτερα έτσι δεν ήταν να συμβεί τίποτε. Θυμάμαι ότι επέστρεψα στο σπίτι, αλλά έβλεπα ομίχλη, δεν θυμάμαι πόσες μπύρες έπιασα και από πού, δεν ήξερα τι να κάνω, δεν ξέρω πώς να πω σε τι κατάσταση είμαι, ότι θυμήθηκα όλα όσα έγιναν τα 6 χρόνια και γιατί με κοροίδευε τόσο πού όταν εγώ ήμουν ικανός για να δώσω και την ζωή μου για εκείνη, πόσο πολύ νοιαζόμουν για εκείνη επειδή ανέχτηκα πολλά και τόσο πολύ την αγάπησα.» Έτσι, όπως ανέφερε η συνήγορος του, ο Κατηγορούμενος, αισθανόμενος οργή, έρωτα, ζήλια, προδοσία, φόβο και θλίψη και ευρισκόμενος σε απόγνωση συμπεριφέρθηκε παράφορα χωρίς να έχει επίγνωση της έκτασης των συνεπειών στην αποβιώσασα και κυρίως ότι θα μπορούσε να της προκαλέσει τον θάνατο. Αυτή τη θέση επανέλαβε ο Κατηγορούμενος στον Δρα Λάμπρο Σαμαρτζή, Ψυχίατρο στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, όπως επιμαρτυρεί σχετική επιστολή του ημ. 7.11.16, Τεκμήριο Β. Δεχόμαστε πως οι πιο πάνω συνθήκες διάπραξης του εγκλήματος καταδεικνύουν πως ο Κατηγορούμενος τη δεδομένη στιγμή ενήργησε οδηγούμενος από την αγάπη και ζήλεια του προς την αποβιώσασα και πως αυτό (το έγκλημα) θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως έγκλημα πάθους. Αυτό το στοιχείο συνεκτιμάται και αναμφίβολα διαχωρίζει την υπό κρίση υπόθεση από μια περίπτωση ψυχρής εγκληματικής δράσης. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Σάββα v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 231, στην οποία κατ΄ έφεσιν η κατηγορία φόνου εκ προμελέτης αντικαταστάθηκε με κατηγορία για ανθρωποκτονία και καταδίκη. Σε εκείνη την υπόθεση λέχθηκε πως «Το έγκλημα του εφεσείοντα δεν μπορεί να συσχετισθεί με έγκλημα πάθους που συνήθως εκδηλώνεται υπό την πίεση έξαψης ή πολύχρονου πάθους αλλά επρόκειτο για σχεδιασμένη αντίδραση σε απαράδεκτη, κατά την κρίση του, συμπεριφορά του θύματος που του προκάλεσε συναισθηματική αναστάτωση». Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603 η οποία αφορούσε ανθρωποκτονία, η συναισθηματική φόρτιση και ένταση από την οποία διακατέχεται ο δράστης του εγκλήματος όταν διαπράττει ένα έγκλημα συνιστά παράγοντα μετριαστικό της ποινής. Ο λόγος έγκειται στην αποδυνάμωση, κάτω από την ένταση, των μηχανισμών αυτοελέγχου που τείνουν να καταστείλουν την οργή και να μετριάσουν το πάθος. Επισημαίνουμε πως είναι μόνο υπό αυτή την έννοια που το στοιχείο της συναισθηματικής φόρτισης λαμβάνεται υπόψιν, καθότι κάτι τέτοιο δεν δύναται υπό οποιεσδήποτε συνθήκες να αποτελέσει βάσιμη δικαιολογία για την καταφυγή στο έγκλημα και κυρίως με τέτοιο βάναυσο τρόπο. Είναι επίσης γεγονός πως κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Κατηγορούμενος ευρίσκετο υπό την επήρεια αλκοόλης εφόσον η ποσότητα αλκοόλης στο αίμα του ήταν 66mg/dL. Δεχόμαστε την εισήγηση της Υπεράσπισης πως ο Κατηγορούμενος προμηθεύτηκε μπύρες εν αναμονή της αποβιωσάσης να τον προσκαλέσει στο διαμέρισμα για δείπνο και πως τελικώς τις κατανάλωσε για να απαλύνει την απόγνωση του όταν είδε άλλο άντρα να μπαίνει στο διαμέρισμα και όχι για να διευκολύνει τη διάπραξη του εγκλήματος. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Pernell κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, στον βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και η χαλαρότητα που επιφέρει επιδρά στις πράξεις του παραβάτη, μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας, νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλης δεν έχει ως λόγο τη διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη του εγκλήματος. Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Μελανίτης v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 309 και Μωυσίδης v. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Υπό το φως των όσων αναφέρονται ανωτέρω δεν έχει αμφισβητηθεί και δεχόμαστε τη θέση ότι η συναισθηματική φόρτιση και η κατανάλωση προηγουμένως ποσότητας αλκοόλης επέδρασαν σε κάποιο βαθμό στις αντιδράσεις του Κατηγορουμένου και μείωσαν τη δυνατότητα αυτοελέγχου του κατά τον ουσιώδη χρόνο. Παρόλο που δεν έχει προκύψει ιστορικό επιθετικότητας του Κατηγορουμένου προς την αποβιώσασα, εντούτοις δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε και συνεκτιμούμε την απειλή που εκστόμισε την τελευταία φορά που εκδιώχθηκε από την αποβιώσασα, ότι θα μπει στην πολυκατοικία να τους σκοτώσει όλους. Πράγματι, όπως υπέδειξε η συνήγορος Υπεράσπισης, μετά από αυτό το συμβάν ο Κατηγορούμενος εξακολουθούσε να γίνεται δεκτός από την αποβιώσασα στο διαμέρισμα, γεγονός το οποίο καταδεικνύει πως η αποβιώσασα δεν έδωσε βαρύτητα στην εν λόγω απειλή. Επισημαίνουμε όμως πως αμέσως μετά τη διάπραξη του εγκλήματος ο Κατηγορούμενος ήταν το μοναδικό πρόσωπο το οποίο τόσο η αποβιώσασα όσο και ο γιος της θεώρησαν ικανό να της κάνει κακό και εξέφρασαν τις υποψίες τους εναντίον αυτού. Και τούτο καθότι πίστευαν πως ο Κατηγορούμενος, οργισμένος και κυριευμένος από το πάθος του για την αποβιώσασα, θα μπορούσε να τη βλάψει, όπως, δυστυχώς, εν τέλει έγινε. Δεχόμαστε επίσης την αναντίλεκτη θέση της Υπεράσπισης πως ο Κατηγορούμενος δεν κατείχε την καυστική σόδα με σκοπό τη χρήση της στα πλαίσια διάπραξης οποιουδήποτε αδικήματος αλλά πως αυτή προορίζετο για κάποια εργασία στο διαμέρισμα της αποβιωσάσης. Ούτε έχει αμφισβητηθεί η εισήγηση της Υπεράσπισης πως ο Κατηγορούμενος δεν γνώριζε τις ακριβείς συνέπειες της χρήσης αυτής της ουσίας. Όπως αναφέρεται στην Έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους ημ. 1.11.16, Τεκμήριο Δ, η καυστική σόδα που χρησιμοποίησε ο Κατηγορούμενος «είναι πολύ επικίνδυνη σε περίπτωση επαφής με το δέρμα, τα μάτια καθώς και σε περίπτωση εισπνοής και κατάποσης. Η σοβαρή έκθεση στην ουσία αυτή, μπορεί να προκαλέσει αναπνευστικά προβλήματα, κώμα, ακόμη και θάνατο». Παρά ταύτα όμως λαμβάνουμε υπόψιν πως ο Κατηγορούμενος γνώριζε τις ιδιότητες της ουσίας αυτής εφόσον προηγουμένως είχε δει ότι η ανάμειξη της με υγρό (μπύρα) προκάλεσε καπνό και θα τη χρησιμοποιούσε για ξεβούλωμα σωλήνων και είναι, πιστεύουμε, θέμα κοινής λογικής πως η χρήση της, ειδικά σε μεγάλη ποσότητα, ενέχει σοβαρό κίνδυνο στο θύμα με απρόβλεπτες συνέπειες και πάντως δεν έχει υποδειχθεί και δεν θα δεχόμασταν άλλωστε πως τέτοια ουσία και ποσότητα χρησιμοποιήθηκε υπό τέτοιες περιστάσεις για οποιοδήποτε αποδεκτό ή θετικό σκοπό. Είναι προφανές πως η χρήση της αποσκοπούσε ούτως ή άλλως σε πρόκληση αποτρόπαιων και εν τέλει ανεξέλεγκτων συνεπειών. Άλλωστε τονίζουμε πως ο Κατηγορούμενος έδρασε εν καιρώ νυκτός, πετυχαίνοντας είσοδο από τη βεράντα, σε θύμα παντελώς αδύναμο και ανίκανο να αντιδράσει, προφυλαχθεί ή αμυνθεί με οποιονδήποτε τρόπο εφόσον κοιμόταν. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων δεχόμαστε την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι πρόκειται για αθέλητη ανθρωποκτονία, υπό την έννοια ότι δεν συνοδεύεται από πρόθεση πρόκλησης θανάτου, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα όμως πως ο Κατηγορούμενος αναμφίβολα είχε υπόψιν την πιθανότητα πρόκλησης απρόβλεπτου βαθμού συνεπειών, ίσως μέχρι και θανάτου, με τη χρήση τέτοιας καυστικής ουσίας και τέτοιας ποσότητας. Σχετική είναι η υπόθεση Πουτζιουρής κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 309. Είναι γεγονός πως με την τροποποίηση του κατηγορητηρίου και την προσθήκη της κατηγορίας για ανθρωποκτονία αυτός προέβη σε παραδοχή. Έτσι η παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου δύναται να θεωρηθεί ως άμεση και αποτελεί ένδειξη της έμπρακτης μεταμέλειας του. Ως τέτοια λαμβάνεται υπόψιν και αποτελεί μετριαστικό παράγοντα. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 «. η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης». Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Βασιλείου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 110/14, ημ. 15.6.15. Η στάση του Κατηγορουμένου όμως δεν ήταν η ίδια και ενώπιον της Αστυνομίας. Όπως φαίνεται από τα γεγονότα της υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος αρχικώς προσπάθησε να κρυφτεί και να μην αποκαλύψει την πραγματική του ταυτότητα, έδινε αντιφατικούς και αναληθείς ισχυρισμούς και έδωσε συνολικά τέσσερις καταθέσεις στις οποίες αρνείτο οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση ενόσω συνέχιζε η διερεύνηση της υπόθεσης. Είναι αυτονόητο πως η όποια τυχόν εξαρχής παραδοχή και συνεργασία του Κατηγορουμένου με την Αστυνομία θα συνέδραμε στη γρηγορότερη εξιχνίαση της παρούσας υπόθεσης. Μόνο στην πέμπτη κατάθεση του αποφάσισε να ομολογήσει το έγκλημα και να περιγράψει τις συνθήκες αυτού και αφού αυτός είχε πλέον συνδεθεί επιστημονικά με τη διάπραξη του εγκλήματος. Δεν διαφεύγει την προσοχή μας πως την επίδικη μέρα κατά τον εντοπισμό του από την Αστυνομία, αυτός ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης και προφανώς σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση ένεκα και των πράξεων του, δεδομένα τα οποία προφανώς επηρέασαν τον τρόπο αντίδρασης του προς την Αστυνομία. Δεχόμαστε την αδιαμφισβήτητη θέση της Υπεράσπισης πως ο Κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να απαντά ορθά εφόσον καταλαβαίνει και μιλά σπαστά Ελληνικά και πως δεν θυμόταν ούτε το σημείο εντοπισμού του ούτε τη συνομιλία με τον Αστυνομικό ούτε και γενικά τη συμπεριφορά του, εξ ου και δεν είναι σε θέση να αμφισβητήσει τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή. Μετέπειτα όμως και με την πάροδο του χρόνου, όπως αναγνώρισε και η συνήγορος του, αυτός ήταν σε θέση να αναφερθεί και να αποκαλύψει τις συνθήκες διάπραξης του εγκλήματος. Η συνήγορος του απέδωσε την παράλειψη του αυτή στον φόβο και στη ντροπή που ένιωθε για τη συμπεριφορά του καθώς επίσης και στην απουσία μέχρι τότε νομικής συμβουλής. Δεχόμαστε μεν αυτή τη θέση και την απολογία του γι΄ αυτή του την παράλειψη, πλην όμως θεωρούμε πως ο Κατηγορούμενος δεν ήταν πρόσωπο το οποίο εξαρχής κυριεύτηκε από τύψεις και συνείδηση για τις πράξεις του και αυθόρμητα αισθάνθηκε την ανάγκη να ομολογήσει το έγκλημα. Σημειώνεται ότι η ομολογία του στην Αστυνομία προέκυψε σε αρκετά κατοπινό στάδιο και ειδικότερα όταν πλέον υπήρχαν περιορισμένα περιθώρια αποφυγής της ευθύνης του εφόσον είχε ήδη συνδεθεί επιστημονικά με το έγκλημα και το είχε πληροφορηθεί. Όπως έχει νομολογιακά αναγνωριστεί, ακόμη και στις περιπτώσεις σοβαρών αδικημάτων για τα οποία διαπιστώνεται η ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, εντούτοις το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση δεν ατονεί, νοουμένου ότι η εξατομίκευση δεν οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 245 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνουμε υπόψιν τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, όπως αυτές περιγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, Τεκμήριο Α. Ειδικότερα λαμβάνουμε υπόψιν πως ο Κατηγορούμενος είναι διαζευγμένος, και έχει τρία παιδιά από δύο γάμους. Τα δύο πρώτα ενήλικα, διαμένουν με τη μητέρα τους (από τη Ρουμανία) στην Ιταλία ενώ το τρίτο, ηλικίας 16 ετών, βρίσκεται στη Ρουμανία με τη μητέρα του. Ο ίδιος διατηρεί επικοινωνία μόνο με το τρίτο του παιδί. Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας απεβίωσε πριν πολλά χρόνια ενώ η μητέρα του πολύ πρόσφατα. Ο ίδιος είναι το τρίτο στη σειρά από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας. Οι σχέσεις μεταξύ τους περιγράφονται καλές. Ο Κατηγορούμενος φοίτησε στο σχολείο για δέκα χρόνια και από νεαρή ηλικία εργάστηκε σε διάφορες εργασίες. Σε ηλικία 20 ετών τέλεσε τον πρώτο του γάμο ο οποίος διαλύθηκε μετά από τέσσερα χρόνια λόγω παρεμβάσεων από το οικογενειακό περιβάλλον της συζύγου του. Ακολούθησε ο δεύτερος του γάμος. Το 2006-2007 ήρθε στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας και αρχικά εργάστηκε ως οικοδόμος στο εργοστάσιο Dixan. Μετά την άφιξη του στην Κύπρο ο γάμος του διαλύθηκε. Τα τελευταία χρόνια διατηρούσε δεσμό με την αποβιώσασα. Σύμφωνα με την κατάθεση του Κώστα Δημητρίου προς την Αστυνομία ημ. 5.11.16, Τεκμήριο Ε, ο Κατηγορούμενος εργάστηκε στην εταιρεία οικοδομών του (Κ. Δημητρίου) κατά το 2012 όταν λάμβανε μηνιαίο εισόδημα €900-€1300 καθώς επίσης και τον Σεπτέμβριο του 2016 (κατόπιν δικής του παράκλησης) για δύο βδομάδες όταν και τον απέλυσε επειδή δεν ήταν συνεπής στην εργασία του, δηλαδή απουσίαζε χωρίς λόγο. Με βάση τα Τεκμήρια Α και Β, δεν υπάρχει ψυχιατρικό ιστορικό, προβλήματα υγείας ούτε και χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών. Σύμφωνα με τον ίδιο, η 14η Οκτωβρίου ήταν η τελευταία ημερομηνία κατά την οποία κατανάλωσε αλκοόλ. Πέραν της παραδοχής του ενώπιον Δικαστηρίου, η οποία είναι έμπρακτη ένδειξη της μεταμέλειας του, ο Κατηγορούμενος εξέφρασε μέσω της συνηγόρου του τη βαθιά του μεταμέλεια και την απολογία του για την πράξη του και το βάρος της συνείδησης του κυρίως για τον ορφανό πια γιο της. Στο παρόν στάδιο ο Κατηγορούμενος παρουσιάζει διαταραχή προσαρμογής με καταθλιπτικά συμπτώματα. Αυτή είναι η διάγνωση της Δρος Ειρήνης Γεωργίου-Κυριάκου, Ψυχιάτρου, σύμφωνα με την Ιατρική Έκθεση της ημ. 6.3.17, Τεκμήριο Γ. Μέσα από την παρακολούθηση του Κατηγορουμένου, ο ίδιος ανέφερε άγχος, ανησυχία, καταθλιπτική διάθεση, διαταραχή ύπνου και στρες που βιώνει με τη φυλάκιση, την αναμονή και τη δικαστική διαδικασία. Επιπρόσθετα εξέφρασε τύψεις και ενοχές για τον θάνατο της μητέρας του στις 25.12.16, τον οποίο ο ίδιος αποδίδει στη θλίψη της για την κατάσταση του γιου της. Ανέφερε επίσης διαταραχή συγκέντρωσης και μνήμης και κατά διαστήματα γίνεται ευσυγκίνητος. Λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και συστήθηκε η συστηματική παρακολούθηση από Ψυχίατρο και Ψυχολόγο. Αναμφίβολα η έστω και εκ των υστέρων συνειδητοποίηση της φύσης και των συνεπειών της αξιόποινης συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου, η μεταμέλεια και απολογία του και οι συνέπειες στη δική του ψυχική κατάσταση λαμβάνονται υπόψιν ως ελαφρυντικοί παράγοντες, πλην όμως, όπως ορθώς επισήμανε και η συνήγορος του, η απώλεια της ζωής του θύματος δυστυχώς δεν είναι αναστρέψιμη. Τέλος, ως ελαφρυντικό παράγοντα λαμβάνουμε υπόψιν το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος ευρισκόμενος στην Κύπρο εδώ και έντεκα χρόνια είναι λευκού ποινικού μητρώου. Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, απομένει ο καθορισμός του ύψους της ποινής. Καταρχάς, όντως δεν εντοπίζεται προηγούμενη υπόθεση ανθρωποκτονίας με τη χρήση καυστικής σόδας στο θύμα. Η συνήγορος του Κατηγορουμένου παρέπεμψε στην υπόθεση Christinel v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 742, στην οποία ο εφεσείων έριξε στην παραπονούμενη, πρώην συμβία του, καυστικό υγρό (acid), προκαλώντας της σοβαρότατους τραυματισμούς, ήτοι χημικά εγκαύματα συνολικής επιφάνειας 20% στο πρόσωπο, άνω άκρα, δεξιά κροταφικής χώρα, τριχωτό της κεφαλής, δεξιό μαστό και σε διάφορες διεσπαρμένες εστίες. Έτυχε διάφορων χειρουργικών επεμβάσεων και υπεβλήθη σε ακρωτηριασμό δεξιού ωτός και σε τοποθέτηση δερματικών μοσχευμάτων. Κατόπιν παραδοχής για εκ προθέσεως πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, το Κακουργιοδικείο επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης εννέα ετών. Η ποινή επικυρώθηκε κατ΄ έφεσιν. Θεωρούμε ότι η εν λόγω υπόθεση δεν προσφέρει οποιαδήποτε καθοδήγηση για σκοπούς επιβολής ποινής στην προκειμένη περίπτωση. Είναι ορθή η επισήμανση πως σε εκείνη την υπόθεση υπήρχε προσχεδιασμός και πρόθεση στις ενέργειες του εφεσείοντος, όμως αφορούσε κατηγορία για σωματική βλάβη και όχι για ανθρωποκτονία και απώλεια ζωής. Είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή πως προηγούμενες αποφάσεις είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, όμως δεν αποτελούν ένα σταθερό δείκτη καθορισμού ποινής καθότι η ποινή σε κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της και του παραβάτη. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123. Ως εκ τούτου κρίνεται χρήσιμη η παραπομπή σε κάποιες υποθέσεις, πέραν της Ονησίλλου (ανωτέρω), οι οποίες παρουσιάζουν ομοιότητες με την παρούσα, ως προς διάφορα στοιχεία, όπως π.χ. τη βαναυσότητα του εγκλήματος, τη σχέση μεταξύ θύματος και δράστη, τη συναισθηματική φόρτιση, τη μέθη, την άμεση παραδοχή και το λευκό ποινικό μητρώο. Αυτές αποτελούν καθοδήγηση χωρίς βεβαίως να δίδουν μια καθολική και στατική υπόδειξη του μέτρου τιμωρίας. Στην υπόθεση Πάνοβιτς κ.ά. v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) οι δύο εφεσείοντες σκότωσαν Άγγλο τουρίστα κοντά στο παλιό λιμάνι της Λεμεσού, αφού τον είχαν κτυπήσει με γροθιές, κλωτσιές και πέτρα στο κεφάλι. Είχαν συναντήσει προηγουμένως το θύμα σε μπαρ. Εκεί ο μπάρμαν τους ψιθύρισε ότι το θύμα ήταν ομοφυλόφιλος και μπορούσαν να τον πλησιάσουν και να τον φιλέψουν, με απώτερο όμως σκοπό να τον ληστέψουν και να μοιραστούν τα χρήματα. Το Εφετείο αναγνώρισε πως επρόκειτο για έγκλημα το οποίο διεπράχθη υπό ανατριχιαστικές περιστάσεις που κατέληξαν στον φρικτό θάνατο ενός ανθρώπου, και παρόλο που χαρακτήρισε επιεικείς τις πρωτόδικες ποινές φυλάκισης των 14 και 13 ετών αντίστοιχα στους εφεσείοντες για την ανθρωποκτονία, δεν τις διαφοροποίησε. Σημειώνεται πως ο Πάνοβιτς, τότε κάτω των 18 ετών, δεν είχε παραδεχθεί ενοχή. Η παραπομπή στην εν λόγω υπόθεση γίνεται αποκλειστικά και μόνο αναφορικά με το ύψος της ποινής, ανεξαρτήτως του ότι η καταδίκη του Πάνοβιτς ακυρώθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στην υπόθεση Malik κ.ά. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) το Εφετείο και πάλι τόνισε τον βάρβαρο τρόπο με τον οποίο οι εφεσείοντες ενήργησαν αναφέροντας χαρακτηριστικά πως «Η ενέργεια του θύματος να ανεμίσει το μαχαίρι δεν δικαιολογεί τα όσα ακολούθησαν, με αποκορύφωμα τη διατομή του λαιμού του, μέχρι σημείου που έφτανε τη σπονδυλική στήλη». Αφού επανέλαβε ότι «Το αγαθό το οποίο σκοπείται, με την αυστηρότητα της ποινής, να διαφυλαχθεί, η ανθρώπινη ύπαρξη, είναι το πολυτιμότερο και η αφαίρεσή της πρέπει να τιμωρείται, ανάλογα βέβαια πάντοτε με τις περιστάσεις και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου», επικύρωσε τις επιβληθείσες ποινές φυλάκισης των 20 ετών. Σημειώνεται πως οι εφεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν ακρόασης. Στην υπόθεση Selim v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 199 ο εφεσείων, 42 ετών, λόγω ζήλιας στραγγάλισε τη σύζυγο του και ακολουθώς την έριξε σε πηγάδι σε οικογενειακό κτήμα, σε απόμερη περιοχή. Σημειώνεται πως λόγω της ζήλιας του, το ζεύγος είχε συχνές προστριβές με αποτέλεσμα τη διάσταση τους και την υποβολή αίτησης διαζυγίου από το θύμα. Ο εφεσείων ομολόγησε τη διάπραξη του εγκλήματος, παραδέχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εισήγηση περί ύπαρξης τέτοιας πρόκλησης που να δικαιολογείτο συσχετισμός με τον βάναυσο στραγγαλισμό του θύματος και επέβαλε ποινή φυλάκισης 20 ετών για ανθρωποκτονία. Το Εφετείο θεώρησε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης την κατέτασσαν στο μεταίχμιο φόνου εκ προμελέτης και επικύρωσε την ποινή. Τέλος, στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 466, ο εφεσείων άρχισε να αντιδρά με διάφορους τρόπους όταν, η σύζυγος του (ένα από τα δύο θύματα) είχε εκφράσει την πρόθεση της να τον εγκαταλείψει φεύγοντας με τη βαλίτσα της. Άρχισε να την αναζητά μέχρι που την εντόπισε αργά το βράδυ στο διαμέρισμα όπου διέμενε το άλλο θύμα. Ο εφεσείων αφού νευρίασε, ξεφούσκωσε δυο από τα λάστιχα του αυτοκινήτου του άλλου θύματος, ενώ παρέμεινε εκεί και κοιμήθηκε για λίγο στο αυτοκίνητό του. Όταν ξύπνησε, εισήλθε στη βεράντα της κουζίνας του διαμερίσματος του θύματος, δια μέσου όμορου διαμερίσματος. Η πόρτα της κουζίνας ήταν ανοικτή, μπήκε στο διαμέρισμα και είδε τα θύματα, να κοιμούνται στο κρεβάτι, μέσα στο υπνοδωμάτιο. Πήρε τότε ένα μαχαίρι από την κουζίνα και άρχισε να τους καταφέρνει βίαια και επανειλημμένα κτυπήματα, μέχρι τη θανάτωσή τους. Αργότερα ο εφεσείων μετέφερε το πτώμα της συζύγου του στο χωριό του πατέρα του και το έκαψε σ' ένα βαρέλι. Στο βαρέλι που υπέδειξε αργότερα στην αστυνομία, βρίσκονταν τεμάχια οστών. Το Εφετείο αντικατέστησε την καταδίκη για φόνο εκ προμελέτης σε ανθρωποκτονία και χαρακτήρισε τα εγκλήματα ανατριχιαστικά, λέγοντας πως ο εφεσείων «.επέδειξε βαναυσότητα που τρομάζει και, στη συνέχεια, πλήρη έλλειψη έστω στοιχειώδους σεβασμού ιδιαίτερα προς τη σύζυγο του.» και πως ποινή φυλάκισης μικρότερη των 25 ετών δεν θα ήταν αντιπροσωπευτική. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, λαμβάνουμε υπόψιν κυρίως τον βάναυσο τρόπο διάπραξης του εγκλήματος και συνεκτιμούμε όλες τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτό διεπράχθη καθώς επίσης τις προσωπικές συνθήκες και τα ελαφρυντικά του Κατηγορουμένου. Καθοδηγούμενοι από την αρχή η οποία διατυπώθηκε στην υπόθεση Παλάσκα v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) πως «Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής, ενόψει της επικίνδυνης και αυξανόμενης τάσης προς το έγκλημα, αποκτά ιδιαίτερη σημασία, που πρέπει βεβαίως να εκτιμάται σε ορθή πάντοτε ισορρόπηση με τους υπόλοιπους παράγοντες, που αφορούν στην εξατομίκευση της», καταλήγουμε πως ενδείκνυται η πολυετής ποινή φυλάκισης. Ως εκ τούτου στον Κατηγορούμενο στη δεύτερη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 16 ετών. Η ποινή μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ήτοι από τις 8.11.16 μέχρι σήμερα. Όσον αφορά τα Τεκμήρια, μετά την παρέλευση της προθεσμίας καταχώρισης έφεσης, αυτά κατάσχονται και να καταστραφούν πλην των ρούχων και ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή τα οποία να επιστραφούν στον Κατηγορούμενο. (Υπ). ....... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ). ....... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ). ....... Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.