← Κύπρος

Έφορος Ταμείων Προνοίας ν. KYRIAKOS PAPAVASILIOU (TRADING) LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 27607/12, 24/2/2017

Έφορος Ταμείων Προνοίας ν. KYRIAKOS PAPAVASILIOU (TRADING) LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 27607/12, 24/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27607/12 Έφορος Ταμείων Προνοίας -εναντίον-

  1. KYRIAKOS PAPAVASILIOU (TRADING) LTD
  2. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
  3. ΜΑΡΙΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
  4. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΚΑ
  5. ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
  6. ΝΑΤΙΑΣ Δ. ΓΙΑΝΝΟΥΚΑ Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 24 Φεβρουαρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Τρυφωνίδου. Για τους Κατηγορουμένους 1, 2, 3 και 5: κος Χρ. Κληρίδης Για την Κατηγορούμενη 6: κος Λουκαϊδης Κατηγορούμενοι 2, 3, 5 και 6: Παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ (εκ πρώτης όψεως) Οι Κατηγορούμενοι, 1,2,3,5 και 6 ως η Έκθεση Αδικήματος, αντιμετωπίζουν μια κατηγορία για παράβαση, , των άρθρων 2, 3, 6, 7, 8, 20, 26, 27, 29, 29Α και 30 του περί Ταμείων Προνοίας Νόμου 44/81 (πλέον ο επίδικος Νόμος) και του Κανονισμού 6 των Περί Ταμείων Προνοίας Κανονισμών του 1981 μέχρι
  7. Ως οι Λεπτομέρειες Αδικήματος, οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι: «Οι Κατηγορούμενοι μεταξύ 1/8/2012 και 15/10/2012 στη Λευκωσία παρέλειψαν να καταβάλουν εισφορές στο ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ Κ. PAPAVASILIOU (TRADING) LTD για την περίοδο 1/1/2010 μέχρι 30/6/2012 οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των €439.009,39.» Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ουσιώδης χρόνος για τη διάπραξη του κατ΄ ισχυρισμό αδικήματος είναι οι ημερομηνίες μεταξύ 1/8/2012 και 15/10/
  8. Επομένως, οι διατάξεις που τυγχάνουν εφαρμογής είναι οι διατάξεις του περί Ταμείων Προνοίας Νόμου του 1981 μέχρι 1995 (Ν. 44/1981)ως είχαν πριν από την κατάργησή τους στις 28/12/2012 με τον Ν.208(Ι)/
  9. Μαρτυρία προς απόδειξη της υπόθεσης έδωσαν οι ακόλουθοι μάρτυρες: Α. ο Γιώργος Ροκόπου, ο οποίος είναι Ανώτερος Λειτουργός Κοινωνικών Ασφαλίσεων και προϊστάμενος στον Τομέα των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών, γνωστών ως Ταμείων Προνοίας. Ο ρόλος του Εφόρου Ταμείων Προνοίας είναι εποπτικός της λειτουργίας των Ταμείων Προνοίας. Για την υπό εξέταση υπόθεση γνωρίζει ότι αυτή αφορά παράλειψη καταβολής εισφορών. Πέραν της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας και του Κατηγορουμένου 2, δεν γνωρίζει τους υπόλοιπους Κατηγορούμενους, οι οποίοι είναι διευθυντές της Κατηγορουμένης 1 (ως το σχετικό πιστοποιητικό διευθυντών το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3). Στο Τμήμα του τηρείται μητρώο των εγγεγραμμένων Ταμείων Προνοίας. Κάθε ταμείο έχει ένα μοναδικό αριθμό αναφοράς, Για την υπό εξέταση περίπτωση ο αριθμός του Ταμείου Προνοίας είναι ΤΠ
  10. Προκειμένου να εγγραφεί Ταμείο Προνοίας στα αρχεία του Εφόρου, θα πρέπει το καταστατικό του να είναι συμβατό με τη σχετική νομοθεσία. Άμα την εγγραφή του εκδίδονται και τα σχετικά πιστοποιητικά. Στα πλαίσια διερεύνησης υποθέσεων εναντίον εργοδότη, εξετάζεται εάν οι εργοδότης έχει καταβάλει έγκαιρα τις εισφορές έγκαιρα στο Ταμείο Προνοίας. Ο έφορος ενημερώνεται για την τήρηση αυτής της υποχρέωσης του εργοδότη, με το τέλος κάθε οικονομικού έτους, εφόσον υπάρχει υποχρέωση υποβολής ελεγμένης οικονομικής κατάστασης. Επίσης ο Έφορος ενημερώνεται για τυχόν παράλειψη του εργοδότη, σε περίπτωση καταγγελίας όπως έγινε και στην υπό εξέταση περίπτωση. Η διαχειριστική επιτροπή κατήγγειλε ότι ο εργοδότης δεν την είχε προμηθεύσει με τις λίστες εισφορών (δηλαδή κατάλογο υπαλλήλων και ποσό που έλαβαν). Οι οφειλές που αναφέρονται στην υπό εξέταση υπόθεση, αφορούν την περίοδο από 2010 μέχρι και 30/11/2012 που διαλύθηκε το Ταμείο και συνίστανται σε μη καταβολή από τον εργοδότη τόσο του ποσού το οποίο προβλέπεται από το καταστατικό ότι καταβάλλει, όσο και στα ποσά που αποκόπηκαν από κάθε μέλος του Ταμείου Προνοίας. Τα ποσά αυτά ως η θέση του μάρτυρα δεν είχαν καταβληθεί μέχρι και την ημέρα που έδιδε μαρτυρία. Τα ποσά τα οποία αναγράφονται στο Κατηγορητήριο ως οφειλόμενα, δεν έχουν, εξ΄ όσων γνωρίζει, αμφισβητηθεί. Στα πλαίσια της αντεξέτασής, του υποδείχθηκε ότι το Ταμείο Προνοίας σύμφωνα με το Τεκμήριο 5, όρος 18, σελίς 12 έχει τεθεί σε λειτουργία από 1/1/1964, ενώ ακριβώς από κάτω αναγράφεται ότι ισχύει από 1/6/
  11. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι το καταστατικό έγινε το 1964 και τέθηκε σε λειτουργία από τη θέσπιση του Νόμου. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 4, το Ταμείο Προνοίας έχει εγγραφεί 26/1/
  12. Τόσο το Τεκμήριο 4 όσο και το Τεκμήριο 5, αφορούν την εταιρεία «ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΛΤΔ». Του υποδείχθηκε όμως ότι η Κατηγορουμένη εταιρεία, σύμφωνα με το πιστοποιητικό σύστασης Τεκμήριο 1, έχει συσταθεί στις 31/12/
  13. Ο μάρτυρας έκανε αναφορά σε επισυνημμένη στο Τεκμήριο 5 επιστολή, ημερομηνίας 18/3/1998, στην οποία καταγράφεται ότι όλοι οι υπάλληλοι που εργοδοτούντο από την «ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΛΤΔ» εφεξής είναι υπάλληλοι της «K. PAPAVASILIOU (TRADING) LTD» και ως εκ τούτου και το Ταμείο Προνοίας θα ονομασθεί ανάλογα. Ρωτήθηκε εάν υπάρχει, στο Ταμείο του Εφόρου, αίτηση της Κατηγορουμένης εταιρείας για εγγραφή ταμείου προνοίας και ο μάρτυρας είπε πως όχι. Τέλος ζητήθηκε να παρουσιάσει την εξουσιοδότηση του Εφόρου προς ο άτομο το οποίο καταχώρησε το Κατηγορητήριο και ο μάρτυρας δεν είχε να παρουσιάσει τέτοια εξουσιοδότηση. Καθόλο το χρονικό διάστημα που αφορά την υπόθεση αυτή Έφορος είναι ο Θεοφάνης Τρύφωνος. Τέλος, ο μάρτυρας ρωτήθηκε και δεν γνώριζε να πει κατά πόσο στην Κατηγορουμένη εταιρείας υπάρχει οικονομικός διευθυντής. Επίσης του υποβλήθηκε ότι το Τεκμήριο 6 η επιστολή που στάλθηκε, σε σχέση με τις καθυστερημένες οφειλές, αυτή έχει σταλεί από άλλη συνάδελφό του και επομένως δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την ακρίβεια των εκεί αναγραφέντων ποσών. Β. Δεύτερος μάρτυρας, ήταν ο Ανδρέας Στυλιανού, ο οποίος εργάζεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων στο κλάδο Εφόρου Ταμείων Συνταξιοδοτικών Παροχών από το
  14. Μεταξύ άλλων, ασκεί τα καθήκοντα του επιθεωρητή, όπως αυτά προκύπτουν από το Νόμο. Σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος είπε, η μόνη σχέση του με την υπόθεση είναι όταν ο προϊστάμενός του, του έδωσε οδηγίες να επιδώσει κλήση παρουσίασης εγγράφων προς το διευθυντή της εταιρείας Papavasiliou (Trading) Ltd για υπόθεση που ήταν υπό διερεύνηση. Παρέδωσε την κλήση (Τεκμήριο 8) και παρέλαβε έγγραφα (Τεκμήριο 9). Από τους Κατηγορουμένους τον μόνο που αναγνώρισε είναι τον Κατηγορούμενο 2, ως το άτομο στο οποίο παρέδωσε το Τεκμήριο 8, όπως επίσης και γιατί τον είδε σε διάφορες περιπτώσεις σε συναντήσεις με τον προϊστάμενο του κλάδου. Πιο πάνω έχει καταγραφεί συνοπτικά η μαρτυρία που έχει δοθεί από την Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της. Ακολούθως, τόσο ο δικηγόρος των Κατηγορουμένων 1,2,3, και 5, όσο και ο δικηγόρος της Κατηγορουμένης 6 προώθησαν εισήγηση για μη στοιχειοθέτηση εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων. Επιγραμματικά μεταφέρω τις θέσεις τους. Ο δικηγόρος για τους Κατηγορουμένους 1,2,3 και 5, στηρίζει την εισήγηση του σε 7 σημεία ως ακολούθως:
  15. Το Κατηγορητήριο δεν είναι υπογραμμένο από τον Έφορο Ταμείων Προνοίας και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το άτομο το οποίο το υπέγραψε ήταν εξουσιοδοτημένο δεόντως προκειμένου να το καταχωρήσει. Αυτό κατά παράβαση του άρθρου 29Α του επίδικου νόμου.
  16. Η Κατηγορουμένη 1 εταιρεία δεν έχει εγγράψει για τους υπαλλήλους της Ταμείο Προνοίας σαν εργοδότης. Το Ταμείο Προνοίας σύμφωνα με τα Τεκμήρια 4 και 5, έχει εγγραφεί πριν από τη σύσταση της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας το 1997 ως το Τεκμήριο
  17. Ο τίτλος στο Κατηγορητήριο είναι λάθος. Η υπόθεση έχει καταχωρηθεί από Έφορο Ταμείων Προνοίας, ενώ σήμερα δεν υπάρχει Έφορος Ταμείων Προνοίας, εφόσον ο επίδικος νόμος έχει καταργηθεί και πλέον ο Έφορος ονομάζεται Έφορος Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών. Είναι η θέση του ότι το άρθρο 52 του νέου νόμου, Περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμος του 2012 (208(I)/2012), δε διασώζει τη διαδικασία.
  18. Δεν αποδείχτηκε οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό, εφόσον το Τεκμήριο 9, κατατέθηκε υπό επιφύλαξη σε σχέση με το περιεχόμενο του και την αλήθεια αυτού.
  19. Σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2,3,5 και 6 δεν έχει αποδειχτεί η συμμετοχή τους στη διάπραξη του αδικήματος, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 29

(6)του επίδικου νόμου, όταν η δίωξη αφορά νομικά πρόσωπα, προκειμένου να καταδικαστεί φυσικό πρόσωπο (διευθυντής, σύμβουλος, γραμματέας ή άλλος αξιωματούχος ή οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο ενεργεί υπό τέτοια ιδιότητα), πρέπει το διαπραχθέν από το νομικό πρόσωπο αδίκημα να έχει διαπραχθεί είτε με συναίνεση, είτε συνενοχή είτε αμέλεια κάποιου από τα πιο πάνω αναφερόμενα φυσικά πρόσωπα.
  1. Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι μέχρι σήμερα δεν εξοφλήθηκε το οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό.
  2. Το Κατηγορητήριο, αποσύρθηκε σε σχέση με ένα εκ των διοικητικών συμβούλων, πρώην κατηγορούμενο 4, χωρίς να έχει δοθεί ικανοποιητική εξήγηση για την διαφοροποίηση αυτή στη μεταχείριση των Κατηγορουμένων κατά παράβαση του άρθρου 28 του Συντάγματος. Από την πλευρά του ο δικηγόρος της Κατηγορουμένης 6, στήριξε την επιχειρηματολογία του για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης σε αντισυνταγματικότητα του άρθρου 29 του επίδικου Νόμου, εφόσον αυτό παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας. Αυτό γιατί αποδίδεται ποινική ευθύνη στην Κατηγορουμένη 6 εξαιτίας και μόνο της ιδιότητάς της ως διοικητικού συμβούλου χωρίς να απαιτείται να αποδειχθεί η συνδρομή mens rea, ενώ κάτι τέτοιο θα έπρεπε, να αποδειχθεί δηλαδή η συμμετοχή στη διάπραξη του αδικήματος. Τέλος, η δικηγόρος για την Κατηγορούσα Αρχή, με αναφορά στις αρχές που διέπουν ενδεχόμενη απαλλαγή κατηγορουμένου από το στάδιο αυτό, εισηγήθηκε ότι έχει πετύχει στο καθήκον της να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον όλων των Κατηγορουμένων και ζήτησε από το Δικαστήριο όπως τους καλέσει σε απολογία. Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το Δικαστήριο, αφού η Κατηγορούσα Αρχή παρουσιάσει την υπόθεσή της, εάν κρίνει ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, καλεί τον Κατηγορούμενο να προβάλει την υπεράσπισή του. Σύμφωνα με την Δικαστική Πρακτική, 1962, ο Κατηγορούμενος μπορεί να απαλλαγεί των κατηγοριών που τον βαραίνουν εκ πρώτης όψεως, μόνο σε δύο περιπτώσεις: α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. ( Azinas and Another v. The Police
(1981)2 C. L.R. 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου,
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 Ο όρος εκ πρώτης όψεως υπόθεση χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ανάλυση του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250. Το κριτήριο είναι καθαρά και αυστηρά αντικειμενικό, διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Έχω υπόψη μου, επομένως, το καθήκον του Δικαστηρίου να αξιολογεί καθόλα αντικειμενικά τη μαρτυρία στο στάδιο αυτό, χωρίς να υπεισέρχεται σε οποιαδήποτε υποκειμενικά ευρήματα επί της μαρτυρίας που έχει προσκομισθεί. Για πρακτικούς κυρίως λόγους θα ξεκινήσω από το επιχείρημα του δικηγόρου της Κατηγορουμένης 6, για αντισυνταγματικότητα του άρθρου 29 του επίδικου Νόμου, λόγω του ότι αποδίδει ποινική ευθύνη στην κατηγορούμενη εξαιτίας και μόνο της ιδιότητας της ως διοικητικής συμβούλου της εταιρείας χωρίς την εξέταση της συνδρομής mens rea. Κατ΄ αρχήν υπενθυμίζω την πάγια και κλασική αρχή της νομολογίας ότι τα Δικαστήρια ασχολούνται για ζητήματα αντισυνταγματικότητας μόνο όταν και εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της διαφοράς, βλ. σχετικά Board for Registration of Architects and Civil Engineers v.Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640, Πιτσιλλίδης κ.ά. ν. Επιτρ. Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7, Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟΦΥΤΑΣ ΑΡΣΙΩΤΟΥ, Πολιτική Αiτηση Αρ. 38/2013, 13/2/2014, Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Υποθέσεις Αρ. 1480/2011 κ.α., ημερ.11/6/2014). Η θέση του δικηγόρου της Κατηγορουμένης 6, ότι το επίδικο άρθρο του νόμου δεν απαιτεί τη συνδρομή mens rea, δε με βρίσκει σύμφωνη, εφόσον στο ίδιο το άρθρο προκειμένου να αποδειχθεί αδίκημα εναντίον φυσικού προσώπου απαιτείται η απόδειξη συναίνεσης/συνενοχής/αμέλειας. Παραθέτω αμέσως πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα από το άρθρο 29 του επίδικου Νόμου: «
(6)Όταν αποδεικνύεται ότι αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε από νομικό πρόσωπο κατά παράβαση του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών διαπράχθηκε με τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια διευθυντού, συμβούλου, γραμματέα ή άλλου αξιωματούχου του νομικού προσώπου ή οποιουδήποτε προσώπου το οποίο ενεργεί υπό τέτοια ιδιότητα, τόσο αυτός όσο και το νομικό πρόσωπο είναι ένοχοι για το αδίκημα αυτό και υπόκεινται σε ποινική δίωξη και σε περίπτωση καταδίκης, υπόκεινται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Από απλή ανάγνωση και μόνο του πιο πάνω άρθρου το επιχείρημα του δικηγόρου της Κατηγορουμένης 6, καταρρίπτεται. Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο του επίδικου Νόμου, το Δικαστήριο, όταν το αδίκημα τελείται από νομικό πρόσωπο, προκειμένου να προχωρήσει σε καταδίκη οποιουδήποτε φυσικού προσώπου (διευθυντού, συμβούλου, γραμματέα ή άλλου αξιωματούχου του νομικού προσώπου ή οποιουδήποτε προσώπου το οποίο ενεργεί υπό τέτοια ιδιότητα), θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι έχει αποδειχθεί η συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια του φυσικού προσώπου. Η ύπαρξη και μόνο της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος (actus reus) δεν επαρκεί για στοιχειοθετηθεί καταδίκη διευθυντού, συμβούλου, γραμματέα ή άλλου αξιωματούχου του νομικού προσώπου για την τέλεση του αδικήματος του άρθρου 29 του επίδικου Νόμου. Η πιο πάνω αναφορά καθορίζει και το νομικό πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί το Δικαστήριο προκειμένου να διαπιστώσει εάν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων 2,3,5 και 6. Από την ενώπιον μου μαρτυρία, πάντοτε αντικειμενικά κρινόμενη και χωρίς να υπεισέλθω σε καμία περίπτωση σε οποιοδήποτε υποκειμενικό εύρημα, παρατηρώ ότι σε σχέση με τους Κατηγορουμένους 2,3,5 και 6 δεν έχει προσφερθεί καμία μαρτυρία αναφορικά με ενδεχόμενη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια τους, η οποία αξιολογούμενη στο επόμενο στάδιο να μπορέσει να οδηγήσει σε καταδίκη των Κατηγορουμένων. Και οι δύο μάρτυρες ανέφεραν ότι δεν γνωρίζουν καθόλου τους Κατηγορούμενους 3,5 και 6. Τον Κατηγορούμενο 2, αν και τον γνωρίζουν εξ΄ όψεως δεν είχαν οτιδήποτε περαιτέρω να αναφέρουν σε σχέση με αυτόν που να τον συνδέει με τη διάπραξη του κατ΄ ισχυρισμό αδικήματος. Από μόνη της η ιδιότητα τους, ως αξιωματούχων της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας, στην απουσία μαρτυρίας για συμμετοχή τους με τον τρόπο που αναφέρεται στο σχετικό άρθρο, δεν είναι αρκετή, για στοιχειοθέτηση του κατ΄ ισχυρισμό αδικήματος (βλ. σχετικά Ευριβιάδης Γιάννος ν. Αστυνομίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 600 ). Η παρούσα υπόθεση είναι ποινική με αυξημένο το βάρος απόδειξης, στην οποία ούτε εικασίες ούτε πιθανολογήσεις επιτρέπονται (βλ. σχετικά Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Είναι γνωστή η βασική νομολογιακή αρχή ότι δεν θα κληθεί ένας κατηγορούμενος σε απολογία, για να καλύψει κενά ή ατέλειες της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής και ιδιαίτερα όταν η προσκομισθείσα μαρτυρία, αντικειμενικά κρινόμενη, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορούμενου. Στο θεμελιώδες αυτό στάδιο το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, κρίνοντας αντικειμενικά την ενώπιον του μαρτυρία, προκειμένου εάν η κατηγορία δεν στοιχειοθετείται να μην επιτρέψει περαιτέρω συνέχιση της διαδικασίας προστατεύοντας έτσι τον Κατηγορούμενο από άσκοπη συνέχιση της δίκης (βλ. σχετικά απόφαση του κυρίου Ναθαναήλ στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Δράκου και άλλων,
(2012), 2 Α.Α.Δ. 851, η οποία είναι μεν απόφαση μειοψηφίας, πλην όμως οι αρχές που επικαλέστηκε το Δικαστήριο είναι εκείνες που χρησιμοποιούνται). Από όσα έχω ενώπιον μου, αντικειμενικά θεωρούμενα, κρίνω ότι η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων 2,3,5 και 6 και δεν κρίνω σκόπιμο να καλέσω τους Κατηγορουμένους 2,3,5 και 6 σε απολογία σε υπόθεση, στην οποία εκλείπουν συστατικά στοιχεία της κατηγορίας, αλλά και η ποιότητα της μαρτυρίας που έχει προσφερθεί εναντίον τους, όπως αυτή καταγράφεται πιο πάνω, δεν είναι τέτοια που να μπορεί να ξεπεράσει το στάδιο αυτό. Σε σχέση με την Κατηγορουμένη 1, το αδίκημα το οποίο κατηγορείται ότι έχει διαπράξει σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος είναι παράλειψη καταβολής εισφορών, αδίκημα το οποίο στοιχειοθετείται με τη συνδρομή των άρθρων 20 και 26
(3)των Περί Ταμείων Προνοίας Νόμων του 1981 μέχρι 1995 (44/1981). Έχοντας πάντοτε κατά νου τις αρχές που έχουν τεθεί στην απόφαση στην υπόθεση Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30, ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο το μόνο που εξετάζει είναι τη συνδρομή ή όχι των δύο προϋποθέσεων (όπως αυτές καταγράφονται πιο πάνω) και μόνον, θεωρώ ότι αντικειμενικά θεωρούμενη η μαρτυρία εναντίον της Κατηγορουμένης 1, είναι τέτοια που δύναται η Κατηγορούμενη 1 να κληθεί σε απολογία. Σημειώνω ότι έχω μελετήσει με προσοχή τα επιχειρήματα του δικηγόρου της Κατηγορουμένης 1, σε σχέση με τους λοιπούς λόγους που αναφέρει για μη στοιχειοθέτηση εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης 1, πλην όμως θεωρώ ότι αυτά δεν μπορούν να πετύχουν από αυτό το στάδιο. Δεν επιθυμώ να επεκταθώ περαιτέρω, για να μη θεωρηθεί ότι προβαίνω στην εξαγωγή οποιονδήποτε ευρημάτων σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης. Πολύ συνοπτικά θα αναφέρω τα ακόλουθα ( αρίθμηση που ακολουθεί είναι η αντίστοιχη των επιχειρημάτων του δικηγόρου της Κατηγορουμένης 1, όπως αυτά έχουν παρατεθεί και αριθμούνται πιο πάνω):
  1. Σε σχέση με το ζήτημα της μη εξουσιοδότησης για την καταχώρηση του Κατηγορητήριου, λακωνικά σημειώνεται ότι στον επίδικο νόμο δεν γίνεται αναφορά για αναγκαιότητα εξουσιοδότησης από τον Έφορο, όπως γίνεται σε άλλες νομοθεσίες (πχ περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000). Το άρθρο 3 του επίδικου νόμου που προβλέπει το διορισμό Εφόρου από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δεν αναφέρεται σε εξουσιοδότηση που πρέπει να δίδεται για την άσκηση οποιωνδήποτε καθηκόντων που απορρέουν από το Νόμο. Η μόνη εξουσιοδότηση που προαπαιτείται για σκοπούς εφαρμογής της επίδικης νομοθεσίας είναι στα άρθρα 28Α και 28Β, σε σχέση με χορηγούμενη εξουσιοδότηση σε «επιθεωρητές». Το Κατηγορητήριο φέρει υπογραφή «για Έφορο Ταμείων Προνοίας» και αποτελεί ικανοποιητική εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι ορθά έχει καταχωρηθεί.
  2. Υπάρχει εισήγηση ότι δεν έχει αποδειχτεί η ύπαρξη Ταμείου Προνοίας για τους υπαλλήλους της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας. Πλην όμως η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αναφέρεται σε εταιρεία που συστάθηκε το έτος 1997, η οποία ανέλαβε τις υποχρεώσεις του ταμείου προνοίας της Παπαβασιλείου Λτδ από το 1998 και δεν υπήρξε κανένα παράπονο για μη καταβολή εισφορών μέχρι και το 2010 (υπενθυμίζεται ότι η παρούσα υπόθεση αφορά κατ΄ ισχυρισμό παράλειψη καταβολής εισφορών για περίοδο από 1/1/2010 μέχρι και 30/6/2012). Επομένως ίσως εκ πρώτης όψεως στοιχειοθετείται μια συνέχεια στην ύπαρξη του Ταμείου. Εάν, αυτή η συνέχεια εμπίπτει στο γράμμα του Νόμου ή εάν δημιουργεί άλλα δικαιώματα, αυτό είναι κάτι που δεν θα εξεταστεί στο στάδιο αυτό.
  3. Σε σχέση με το ζήτημα του τίτλου, μπορεί ο επίδικος νόμος να έχει καταργηθεί πλην όμως στο νέο Νόμο, έχει προβλεφθεί η συνέχεια διαδικασιών στο άρθρο
  4. Ακόμα όμως και εάν ευσταθούσε το επιχείρημα του δικηγόρου της Κατηγορουμένης 1, διαδικασία η οποία καταχωρήθηκε ορθά (εφόσον το χρονικό διάστημα της καταχώρησης του Κατηγορητηρίου σε ισχύ ήταν ο προηγούμενος Νόμος), τότε αυτή, κατ΄ αναλογία των όσων έχουν αποφασιστεί στην Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) ν. Samoa Clothing Ιndustry και Άλλου (Αρ. 1),
(2000)2 Α.Α.Δ. 289 θα μπορούσε να διασωθεί. 4. Σε σχέση με το εάν αποδείχτηκε ή όχι το οφειλόμενο ποσό, σημειώνω ότι το ύψος του ποσού δε συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Ό, τι εξετάζεται είναι η παράβαση ή η παράλειψη συμμόρφωσης σε διάταξη του Νόμου, ήτοι καταβολής των εισφορών στο Ταμείο Προνοίας (συνδυασμός άρθρων 20 και 29
(3)του Νόμου). Επίσης το ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι τυχόν οφειλόμενο ποσό δεν έχει εξοφληθεί μέχρι σήμερα, και αυτό επίσης δε συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Αυτό που εξετάζεται είναι η μη καταβολή των εισφορών το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορά το Κατηγορητήριο. Σε περίπτωση που υπήρξε συμμόρφωση αργότερα, τότε αυτό αποτελεί μετριαστικό παράγοντα, αλλά όχι λόγο άρσης του αξιοποίνου. (Αφορά και το επιχείρημα υπ΄ αριθμό 6)
  1. Το σχετικό επιχείρημα ως αναφέρεται πιο πάνω έχει επιτύχει, σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2,3,5 και
  2. Βλ. πιο πάνω υπό στοιχείο
  3. Τέλος εάν το Κατηγορητήριο έχει κατά παράβαση του άρθρου 28 του Συντάγματος αποσυρθεί σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 4, ενόψει της απόρριψης της υπόθεσης όπως πιο πάνω αναφέρεται, σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2,3,5 και 6, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος αυτού. Ενόψει των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή έχει πετύχει στο καθήκον της να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης 1 και η Κατηγορουμένη 1 καλείται σε απολογία. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει στο καθήκον της να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων 2,3,5 και
  4. Η υπόθεση απορρίπτεται σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2,3,5 και 6 και οι Κατηγορούμενοι 2,3,5 και 6 αθωώνονται και απαλλάσσονται στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν. (Υπ) .............................. Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.