← Κύπρος

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. MD Mesbah Uddin κ.α., Υποθ. αρ.: 9292/15, 23/2/2017

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. MD Mesbah Uddin κ.α., Υποθ. αρ.: 9292/15, 23/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2017:11 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Υποθ. αρ.: 9292/15 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v.

  1. MD Mesbah Uddin
  2. Ashraful Alam
  3. Mohammad Jahangir Hosaain
  4. Βάσου Σωτηρίου
  5. Άθου Πολυδώρου
  6. Δημήτρη Ιωάννου
  7. Ευανθίας Χριστοφή
  8. Μιχαήλ Χριστοφή Κατηγορουμένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23 Φεβρουαρίου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Καραολίδου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 1: Ουδεμία Εμφάνιση Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Α. Καρεκλάς Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Π. Παφίτης Για τους Κατηγορούμενους 4 και 6: κ. Ν. Καψάλης Για τον Κατηγορούμενο 5: κ. Δ. Τσολακίδης Για τον Κατηγορούμενο 7: κα Λ. Δήμου Για την Κατηγορουμένη 8: κ. Α. Γεωργίου Κατηγορούμενος 1 απών Κατηγορούμενοι 2-8 παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, όπως τροποποιήθηκε, περιλαμβάνει συνολικά 39 κατηγορίες για αδικήματα συνωμοσίας, εμπορίας ενήλικων προσώπων, εκμετάλλευσης ενήλικων προσώπων στην εργασία, παρακράτησης προσωπικών εγγράφων, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, πλαστοπροσωπείας, παράνομης παραμονής, απαγορευμένου μετανάστη, υποβοήθησης παράνομης εισόδου και διαμονής στη Δημοκρατία και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Τα αδικήματα φέρονται να έχουν διαπραχθεί μεταξύ Σεπτεμβρίου 2011 και Μαΐου
  9. Οι δε κατηγορίες που σχετίζονται με συνωμοσία, εμπορία προσώπου, εκμετάλλευση προσώπου στην εργασία και παρακράτηση προσωπικών εγγράφων αφορούν επτά διαφορετικά πρόσωπα, όλα από το Μπαγκλαντές. Αυτά τα επτά πρόσωπα περιλαμβάνονται στον κατάλογο των 45 μαρτύρων που βρίσκεται συνημμένος στο κατηγορητήριο. Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης αναφορικά με όλους τους Κατηγορούμενους ξεκίνησε στις 28.9.
  10. Σε συνολικά δέκα δικασίμους κατέθεσαν δέκα μάρτυρες για την Κατηγορούσα Αρχή, οι έξι εκ των οποίων αλλοδαποί. Στις 19.1.17 όταν η παρούσα υπόθεση ήταν ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης, ο Κατηγορούμενος 1 παρέλειψε να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του. Το ένταλμα ορίστηκε δύο φορές για έλεγχο χωρίς όμως να καταστεί δυνατή η εκτέλεση του. Τότε ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 1, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, αποσύρθηκε από δικηγόρος του, εξαιτίας της έλλειψης επικοινωνίας του με τον πελάτη του. Ακολούθως η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε αίτημα για τη συνέχιση της διαδικασίας στην απουσία του και προσκόμισε προφορική μαρτυρία προς τούτο. Η κα Καραολίδου υποστήριξε ότι το Κακουργιοδικείο έχει εξουσία όπως διατάξει τη συνέχιση της δίκης στην απουσία του Κατηγορουμένου
  11. Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει ιδιαίτερα υπόψιν πως ο Κατηγορούμενος 1 εσκεμμένα και οικειοθελώς παρέλειψε να εμφανιστεί στη δίκη, πως η υπόθεση βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο της ακρόασης και ειδικότερα πως κατέθεσαν αρκετοί αλλοδαποί μάρτυρες. Εισηγήθηκε ότι, ενόψει της φύσης της υπόθεσης, η συνέχιση της δίκης στην απουσία του Κατηγορουμένου 1 είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και έτσι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Όπως προκύπτει από τον φάκελο, η παρούσα υπόθεση παραπέμφθηκε σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου, όπως προβλέπει το άρθρο 107 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  12. Όλοι οι Κατηγορούμενοι κλήθηκαν να εμφανιστούν ενώπιον του Κακουργιοδικείου και έτσι είχαν υποχρέωση να παραστούν στη δίκη, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 45

(1)του Κεφ. 155. Μάλιστα, κατά το στάδιο της παραπομπής, οι μεν Κατηγορούμενοι 1-3 παρέμειναν υπό κράτηση ενώ οι υπόλοιποι δεσμεύτηκαν με όρους. Το Κακουργιοδικείο (υπό άλλη σύνθεση), για σκοπούς προσέλευσης του, αρχικώς διέταξε την κράτηση του Κατηγορουμένου 1 ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο αποφάσισε την απόλυση του με όρους. Από την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης από το παρόν Κακουργιοδικείο, ο Κατηγορούμενος 1 δεσμεύετο με τους ίδιους όρους και εμφανίζετο σε όλες τις δικασίμους μέχρι τις 19.1.17 που παρέλειψε να εμφανιστεί. Το άρθρο 63 του Κεφ. 155 διέπει το θέμα της παρουσίας ενός κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης του. Aυτό προνοεί τα ακόλουθα: «63.-
(1)Ο κατηγορούμενος δικαιούται να είναι παρών στο Δικαστήριο καθόλη τη διάρκεια της δίκης εφόσον συμπεριφέρεται ευπρεπώς.
(2)Αν ο κατηγορούμενος δεν συμπεριφέρεται ευπρεπώς, το Δικαστήριο δύναται, κατά τη διακριτική του εξουσία, να διατάξει όπως ο κατηγορούμενος μεταφερθεί και παραμείνει υπό κράτηση και να συνεχίσει τη δίκη στην απουσία του προβαίνοντας σε τέτοιες διευθετήσεις οι οποίες κατά την κρίση του φαίνονται επαρκείς για την ενημέρωση του κατηγορούμενου για όσα ανταλλάχτηκαν κατά τη δίκη και για την προετοιμασία της υπεράσπισης του.
(3)Το Δικαστήριο δύναται, αν θεωρεί αυτό κατάλληλο, να επιτρέψει στον κατηγορούμενο να παραμένει εκτός του Δικαστηρίου καθόλη τη διάρκεια ή μέρος της δίκης, με τέτοιους όρους ως αυτό ήθελε θεωρήσει σκόπιμο.» Αυτό το άρθρο αφορά όλες τις δίκες, ήτοι συνοπτικές και ενώπιον Κακουργιοδικείου, εφόσον εμπίπτει εντός του τίτλου «Γενικές διατάξεις ως προς τις απαντήσεις και διαδικασίες σε όλες τις δίκες, συνοπτικές και μη». Σε συνοπτική δίκη στην οποία ο κατηγορούμενος δεν εμφανίζεται, το άρθρο 89
(1)του Κεφ. 155 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να προχωρήσει στην ακρόαση της υπόθεσης και να αποφασίσει στην απουσία του κατηγορουμένου ή να αναβάλει την υπόθεση και εκδώσει ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Αυτό το άρθρο όμως αναφέρεται ρητώς σε συνοπτική δίκη και περιέχεται κάτω από τον γενικό τίτλο «Ειδικές διατάξεις σε συνοπτικές δίκες». Έτσι καθίσταται σαφές πως αυτή η εξειδικευμένη δικονομική πρόνοια δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, όπου η υπόθεση εκδικάζεται από Κακουργιοδικείο. Το ζήτημα της παρουσίας ή μη κατηγορουμένου σε δίκη ενώπιον Κακουργιοδικείου απασχόλησε στην υπόθεση Republic v. Nicos Demetriades and Another
(1973)2 C.L.R. 289. Σε εκείνη την υπόθεση δύο πρόσωπα παραπέμφθηκαν σε δίκη ενώπιον Κακουργιοδικείου. Παρότι τελούσαν υπό κράτηση, αρνούντο να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν επιχειρήθηκε βίαιη προσαγωγή τους για να αποφευχθεί τραυματισμός τους. Μόνο ο ένας κατηγορούμενος συνέχισε να εκπροσωπείται από δικηγόρο ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η δίκη δεν δύναται να διεξαχθεί στην απουσία των κατηγορουμένων ούτε και υπάρχει πρόνοια για καταχώρηση απάντησης στο κατηγορητήριο στην απουσία τους. Το Κακουργιοδικείο υπέβαλε νομικά ερωτήματα προς το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 148
(2)του Κεφ. 155. Το πρώτο ερώτημα ήταν κατά πόσον το άρθρο 63 δίδει δικαίωμα σε κατηγορούμενο να είναι παρών στη δίκη του υπό τη μόνη επιφύλαξη πως συμπεριφέρεται ευπρεπώς ή κατά πόσο δίδει δικαίωμα συνοδευόμενο και από υποχρέωση να είναι παρών. Το Ανώτατο Δικαστήριο απάντησε πως ενόψει του βασικού δικαιώματος σε δίκαιη δίκη δυνάμει του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία επικυρώθηκε από το Ν.39/62, και όπως αναφέρεται ρητώς στο άρθρο 63, ένας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να είναι παρών στη δίκη του νοουμένου ότι συμπεριφέρεται ευπρεπώς. Περαιτέρω το Ανώτατο θεώρησε πως ένας κατηγορούμενος έχει και υποχρέωση να είναι παρών στη δίκη του. Τέτοια υποχρέωση αφενός πηγάζει από την ίδια τη φύση της ποινικής δίκης και αφετέρου εξάγεται από το λεκτικό των άρθρων 63
(3)και 45
(1). Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «We are, further, of the opinion that (as, was, indeed, submitted by counsel on both sides) an accused person has, also, a duty to be present at his trial; and this duty is not incompatible with his aforesaid right to be present at his trial, because that right is a "right to be present" and not a "right to be or not to be present". Such duty arises not only because of the nature of a criminal trial—(which, being an essential process for the application of the criminal law, concerns the State and every citizen, and is not only a mere contest of private interests, as is a civil action)—but, also, by necessary inference from the provisions of section 63
(3)of Cap. 155, as well as from those of section 45
(1)of the same Law regarding the power to "dispense with the personal attendance of the accused" at a summary trial; as stated earlier on in this Decision, section 63 refers to both summary trials and trials on information, and so the said provisions of section 45
(1)may properly be taken into account, in addition to those of section 63
(3), in reaching our conclusion as to the duty of an accused person to be present at his trial.» Αυτή η θέση εκφράζεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus, Πική και Λοΐζου, όπου στη σελ. 79 αναφέρονται τα εξής: «The accused has a right to be present at his trial, a right safeguarded by the provisions of Articles 12 and 30 of the Constitution and those of Article 6 of the European Convention on Human Rights, ratified by Law 118 of 1968. Further he has a duty to be present at his trial unless his appearance has been dispensed with under Cap. 155 and in particular sections 45
(1)and 63
(3).» Η ίδια ακριβώς προσέγγιση επαναλήφθηκε πολύ πρόσφατα από το Εφετείο στην υπόθεση Πανίκος Γρηγορίου v. Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών, Ποιν. Έφ. 100/14, ημ. 27.9.
  1. Παρόλο που επρόκειτο για ιδιωτική ποινική υπόθεση, εντούτοις η διατυπωθείσα αρχή αναφέρεται γενικά σε κάθε είδους ποινική δική. Η έντιμος Δικαστής κ. Ψαρά-Μιλτιάδου ανέφερε τα εξής: «Είναι γεγονός ότι η παρουσία ενός κατηγορουμένου σε μια δίκη μπορεί ταυτόχρονα να νοηθεί και σαν δικαίωμα και σαν υποχρέωση. Η διφυής αυτή φύση διέπεται από τις αρχές που αφορούν την προστασία της έννομης τάξης η οποία καθορίζεται από την ανάγκη σεβασμού της δικαστικής διαδικασίας ως προαπαιτούμενο για την ύπαρξη της. Επίσης διέπεται από τις αρχές προστασίας του ατομικού δικαιώματος της παρουσίας ενός ατόμου σε διαδικασία που τον αφορά, ποινικής υφής, με τις συνέπειες που μπορεί αυτή να έχει.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης και στην υπόθεση Μάριος Γεωργίου v. Φυτώρια Σολωμού Λτδ, Ποιν. Έφ. 16/14, ημ. 30.11.15, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ειδοποιείται και να παρίσταται στη δίκη του. Αυτό αποτελεί και θεμελιακή υποχρέωση που κατοχυρώνεται από τα Άρθρα 12 και 30 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπως κυρώθηκε με το Νόμο αρ. 118/
  2. Κατά κανόνα κάθε κατηγορούμενος για ποινικό αδίκημα έχει δικαίωμα να παραμένει ελεύθερος εκτός αν το Δικαστήριο για καλό λόγο αποφασίσει διαφορετικά. Όπως δε σημειώνεται στο σύγγραμμα Loizou & Pikis: Criminal Procedure in Cyprus σελ. 35, δυνατόν το Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση κατηγορούμενου αν κρίνει ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να μην εμφανιστεί ή να προσπαθήσει να επηρεάσει μάρτυρες. Ως ζήτημα πρακτικής, αναφέρεται, πολύ σπάνια διατάσσεται η κράτηση κατηγορούμενου σε συνοπτική δίκη κατά τη διάρκεια της, σ΄ αντίθεση με κατηγορούμενους ενώπιον Κακουργιοδικείου. Η ποινική δικονομία της Κύπρου είναι απότοκο της ποινικής διαδικασίας που λαμβανόταν παλαιότερα στην Αγγλία. Οι σχετικές διατάξεις για την παρουσία κατηγορούμενου σε συνοπτικά κατηγορητήρια και δίκες («summary trial»), που είναι κατά πολύ παρόμοιες και με τις διαδικασίες σε δίκη επί κατηγορητηρίων πλέον σοβαράς σημασίας («trial on indictment») εξηγούνται με μεγάλη λεπτομέρεια στο σύγγραμμα της Celia Hampton: Criminal Procedure and Evidence
(1973)σελ. 145-147 και 271-273. Όπου κατηγορούμενος αφήνεται ελεύθερος επί εγγυήσει, αναμένεται η προσωπική παρουσία του στη δίκη διότι τα Δικαστήρια (στην Αγγλία τα Magistrates' Courts), μόνο κατ΄ εξαίρεση και στις πιο απλές και καθαρές υποθέσεις επιθυμούν να εκδικάζουν υποθέσεις στην απουσία του κατηγορούμενου. ... Έπεται ότι το δικαίωμα του κατηγορουμένου να είναι παρών στη δίκη του επιφέρει και την ανάλογη υποχρέωση. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλει την εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου ακριβώς για να έχει τη δυνατότητα να υπερασπιστεί και, γενικά, να θέσει οτιδήποτε σχετικό αναφορικά με την υπόθεση του, ενώπιον του Δικαστηρίου.» Τα άλλα δύο ερωτήματα που τέθηκαν στην υπόθεση Republic v. Nicos Demetriades and Another (ανωτέρω) ήταν: (
  1. i)Κατά πόσον οποιοσδήποτε των κατηγορουμένων, εκ των οποίων ο ένας χωρίς νομική εκπροσώπηση, οι οποίοι αντιμετωπίζουν κακουργήματα σε δίκη ενώπιον Κακουργιοδικείου και εκουσίως και συστηματικά αρνούνται να παραστούν στη δίκη, παρόλο που τελούν υπό κράτηση, δύνανται να δικαστούν ερήμην; (
  2. ii)Σε περίπτωση που η απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα είναι καταφατική, δύναται να καταχωριστεί απάντηση στο κατηγορητήριο στην απουσία του κατηγορουμένου, δυνάμει του άρθρου 68 του Κεφ. 155; Κατά την ενασχόληση με αυτά τα δύο ερωτήματα, το Ανώτατο Δικαστήριο αρχικά επισήμανε πως, σε αντίθεση με το τι ίσχυε στην Αγγλία μέχρι το 1967, στην Κύπρο δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ πλημμελημάτων και κακουργημάτων όσον αφορά την παρουσία του κατηγορουμένου στη δίκη, εφόσον το άρθρο 63 αφορά όλες τις δίκες συνοπτικές και μη. Ακολούθως το Ανώτατο προέβη σε ανάλυση ως προς την ερμηνεία και τον τρόπο εφαρμογής του άρθρου 63
(3)και κατέληξε στην εύστοχη διαπίστωση πως το εν λόγω εδάφιο δεν καλύπτει όλες τις περιπτώσεις στις οποίες ο κατηγορούμενος δεν είναι παρών στη δίκη. Κατέληξε πως σε τέτοιες περιπτώσεις, υπάρχει η σύμφυτη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να προχωρήσει στη δίκη στην απουσία του κατηγορουμένου. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «There exists express provision—subsection
(3)of section 63—that a trial Court "may, if it thinks proper, permit the accused" to be out of Court during the whole or part of the trial; the part of subsection
(3)which we have put in quotes shows that such subsection, when construed according to its natural meaning, envisages a situation in which the permission of the Court for the accused to be out of Court is sought by or on behalf of the accused on grounds which, when put forward, are found by the trial Court to be such as to render the granting of its permission a proper course in the circumstances, on such terms as it may think fit; it cannot, therefore, be said that under subsection
(3)there can be dealt with every situation where the accused is absent from the trial and so it may become necessary, where subsection
(3)is not found to be applicable, to resort to trial in the absence of the accused, in the exercise of the relevant inherent discretionary powers of the trial Court.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το Ανώτατο Δικαστήριο ακολούθως παρέπεμψε σε Αγγλική νομολογία στην οποία φαίνεται να καθιερώθηκε αυτή η διακριτική εξουσία. Συγκεκριμένα γίνεται παραπομπή στην υπόθεση R. v. Jones (R.E.W.) (No. 2)
(1972)2 All E.R. 731 στην οποία υπήρξε παράθεση περικοπής από την υπόθεση R v. Abrahams
(1895)21 V.L.R. 343 ως ακολούθως: «Such a discretion was found to exist in the Jones case (supra) where the Court of Appeal (Criminal Division) in England observed that the position had been "admirably stated" in R. v. Abrahams [1895] 21 V.L.R. 343, and the following passages from the judgment of Williams J. (at p. 347 of the report of that case) were referred to:— " ' ... in cases of felony, not capital, and of misdemeanors where the accused is in custody, but represented by counsel, elects to waive his right to be present, the discretion would probably be exercised in the same way; but, on the other hand, in cases both of felony and misdemeanor where the accused is not represented by counsel, the Judge would, in all probability, refuse to proceed with the trial in the absence of the accused, notwithstanding that he waives his right, unless the Judge be satisfied that the prisoner elects to be absent, and absents himself through caprice or malice, or for the purpose of embarrassing the trial. ....... It will thus be seen that in my opinion in all cases whether of felony or misdemeanor, whether the accused be on bail or in custody, whether he be represented by counsel or not, he has a right to be present, subject only to one qualification, and that is, that he does not abuse that right. If he abuses that right for the purpose of obstructing the proceedings of the Court by unseemly, indecent, or outrageous behaviour, the Judge may have him removed and proceed with the trial in his absence, or he may discharge the jury, but subject to that qualification the right of being present remains with the accused as long as he claims it. When he waives it, then the discretion of the Judge comes into play. To take an extreme case by way of illustration: Suppose an accused person to be out on bail, to appear and take his trial for either a felony or misdemeanor, and that when his trial comes on he is found to have absconded. By so doing, I take it, the accused has clearly waived his right to be present, and the Crown might elect to go on with the trial in the prisoner's absence, but then the presiding Judge has to exercise his discretionary power; if in such a case the accused was not represented by counsel in Court, or even if he were so represented, his presence was necessary for the proper conduct of his defence by his counsel, the Judge would, I apprehend, certainly exercise his discretion by postponing the trial. In short, it seems to me that the Judge's discretion is very much at the root of the whole matter, subject to the accused's right, when he has not forfeited the right, does nothing to forfeit it, or does not waive it, to be present' ".» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Έτσι το πρώτο ανωτέρω ερώτημα απαντήθηκε ως εξής: «We are, therefore, of the opinion that the proper answer to question (b) is that when an accused, who is in custody and who is to be tried on information, is not in the dock at the commencement of his trial, because of his having persistently refused to attend and because the authorities concerned did not take measures to bring him to Court against his will, the trial Court may, by a verbal direction, order that the accused shall be brought up, and of course then the said authorities would have to implement such direction; but the Court may, also, in exceptional circumstances—even if they do not come within section 63
(3)—decide, in the exercise of its inherent powers (see the Abrahams case, supra, referred to in the case of Jones,(supra), to proceed with the hearing in the absence of the accused, irrespective of whether or not he is represented by counsel. Our Criminal Procedure Law, Cap. 155, provides, expressly, for trial in the absence of the accused in relation only to certain summary cases—by section 89—but that, in view of section 3 of Cap. 155, does not exclude resorting to the aforesaid inherent powers.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σημειώνεται πως το άρθρο 3 του Κεφ. 155 προβλέπει πως «Αναφορικά με ζητήματα ποινικής δικονομίας για τα οποία δεν υπάρχει ειδική διάταξη στο Νόμο αυτό ή σε οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα που ισχύει εκάστοτε, κάθε Δικαστήριο εφαρμόζει σε ποινική διαδικασία, το δίκαιο που ισχύει εκάστοτε στην Αγγλία και κανόνες πρακτικής οι οποίοι αφορούν την ποινική δικονομία». Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε πως αυτό το ζήτημα αφορά την ευρεία δημόσια πολιτική και στοχεύει στην αποτελεσματική εφαρμογή του ποινικού δικαίου και στη διασφάλιση διεξαγωγής των Δικαστικών διαδικασιών. Προς τούτο παρέπεμψε σε Αμερικάνικη νομολογία, αναγνωρίζοντας ότι οι έννοιες της ποινικής δικονομίας στις Η.Π.Α. βασίζονται στο ίδιο σύστημα δικαίου με το δικό μας. Χαρακτηριστικά λέχθηκαν τα ακόλουθα: «As the concepts of criminal procedure in the United States of America are based on the same system of law as ours, we might conclude, in dealing with question (b), by referring to Diaz v. United States, 56 L. ed. 500, in which Mr. Justice Van Devanter quoted with approval, in relation to the question of trial in the absence of the accused, the following, from the judgment of Mr. Justice Morris in Falk v. United States, 45 L. ed. 709:— "The question is one of broad public policy, whether an accused person, placed upon trial for crime, and protected by all the safeguards with which the humanity of our present criminal law sedulously surrounds him, can with impunity defy the processes of that law, paralyze the proceedings of Courts and Juries, and turn them into a solemn farce... Neither in criminal nor in civil cases will the law allow a person to take advantage of his own wrong".» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Έτσι στο τελευταίο ερώτημα το Ανώτατο Δικαστήριο απάντησε πως σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει την εκδίκαση της υπόθεσης στην απουσία του κατηγορουμένου, τότε δύναται να καταχωρήσει μη παραδοχή σύμφωνα με το τεκμήριο της αθωότητας και εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει την ενοχή του. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, είναι σαφές πως ενώ το νομικό ερώτημα αφορούσε κατηγορούμενο που τελούσε υπό κράτηση και η απάντηση δόθηκε με αναφορά σε αυτό το στοιχείο, η όλη εξέταση του τεθέντος ζητήματος δεν περιορίστηκε μόνο σε περιπτώσεις όπου ενυπάρχει αυτό το στοιχείο αλλά αφορούσε γενικά όλες τις περιπτώσεις κατηγορουμένων οι οποίοι δεν εμφανίζονται στη δίκη και για τις οποίες δεν υπάρχει ρητή σχετική δικονομική πρόνοια στο Κεφ. 155. Δεν χωρεί αμφιβολία πως τα πιο πάνω αποσπάσματα υιοθετήθηκαν στην πλήρη έκταση τους από το Ανώτατο Δικαστήριο και αποτελούν ασφαλή καθοδήγηση προς τα κατώτερα Δικαστήρια και δη το παρόν Κακουργιοδικείο. Μάλιστα, κατά τη γνώμη μας, θα μπορούσε βάσιμα να υποστηριχθεί πως εάν τα πιο πάνω ισχύουν και εφαρμόζονται για κρατούμενους οι οποίοι αρνούνται, αντιστέκονται και εκουσίως επιλέγουν την απουσία από τη διαδικασία τότε πολύ περισσότερο τα ίδια ισχύουν και για εμφανιζόμενον υπό όρους ο οποίος εκουσίως εξαφανίζεται από τη διαδικασία διακόπτοντας και κάθε επικοινωνία με τον συνήγορο του, χωρίς οποιοδήποτε βάσιμο λόγο για τέτοια συμπεριφορά. Έτσι με βάση την πιο πάνω απόφαση εξάγονται τα ακόλουθα: 1) Ενόψει του συνταγματικού δικαιώματος ενός κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη και των προνοιών των άρθρων 45 και 63 του Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος έχει και δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να είναι παρών κατά τη δίκη του ενώπιον του Κακουργιοδικείου. 2) Σε δίκη ενώπιον Κακουργιοδικείου, εάν ένας κατηγορούμενος δεσμεύεται με όρους να παρουσιάζεται στη δίκη και παραλείπει να πράξει τούτο, τότε δεν υπάρχει ρητή δικονομική πρόνοια στο Κεφ. 155 που να ρυθμίζει το ζήτημα της διαδικασίας η οποία δύναται να ακολουθηθεί, εφόσον δεν προβλέπεται κάτι σχετικό από το άρθρο 63
(3). 3) Σε τέτοιες περιπτώσεις, ακόμα και όταν ο κατηγορούμενος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, και με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 3 του Κεφ. 155 και τη σχετική προαναφερόμενη Αγγλική νομολογία, το Δικαστήριο έχει σύμφυτη διακριτική ευχέρεια να διατάξει τη συνέχιση της δίκης στην απουσία του κατηγορουμένου. Η υπό κρίση περίπτωση σαφώς εμπίπτει εντός των πιο πάνω παραμέτρων. Με δεδομένη λοιπόν την ύπαρξη στο Κακουργιοδικείο σύμφυτης διακριτικής εξουσίας να διατάξει τη συνέχιση της δίκης στην απουσία του Κατηγορουμένου 1, καθίσταται αναγκαία η εξέταση των παραγόντων οι οποίοι λαμβάνονται υπόψιν κατά την άσκηση αυτής της εξουσίας. Όπως διαφαίνεται από την υπόθεση Republic v. Nicos Demetriades and Another (ανωτέρω) η οποία υιοθέτησε τις αρχές που διατυπώθηκαν στην Αγγλική υπόθεση R. v. Jones (R.E.W.) (No. 2) (ανωτέρω), προκύπτει ότι πρωταρχικό κριτήριο είναι η διαπίστωση περί της ηθελημένης και εσκεμμένης απουσίας του κατηγορουμένου από τη δίκη με σκοπό την παρεμπόδιση της συνέχισης της δικαστικής διαδικασίας εναντίον του. Και τούτο, καθότι τέτοια συμπεριφορά θεωρείται ότι ισοδυναμεί με παραίτηση του δικαιώματος εκ μέρους του ιδίου του κατηγορουμένου να παρευρίσκεται στη δίκη του. Αυτό το ίδιο κριτήριο φαίνεται να υιοθετείται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus (ανωτέρω), ως το καθοριστικό στοιχείο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της συνέχισης της δίκης στην απουσία του κατηγορουμένου, παρόλο που τονίζεται πως αυτή η εξουσία πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «.. Exceptionally, the Court may decide, in the exercise of its discretion, to proceed with the hearing of a serious criminal case in the absence of the accused; reasons relating to the proper administration of justice may dictate such course, especially where the absence of the accused is the product of a deliberate act, intended to frustrate the course of justice.» Με την εξέλιξη της Αγγλικής νομολογίας, η οποία υιοθετήθηκε πλήρως από το Ανώτατο Δικαστήριο, προκύπτει πως, στα πλαίσια άσκησης αυτής της διακριτικής εξουσίας, εκτός από το πιο πάνω στοιχείο το εκδικάζον Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν ένα αριθμό παραγόντων. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επί τούτου η υπόθεση Πανίκος Γρηγορίου v. Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών (ανωτέρω). Έχει ήδη λεχθεί πως αυτή αφορούσε ιδιωτική ποινική υπόθεση στα πλαίσια της οποίας το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε την εκδίκαση της υπόθεσης στην απουσία του κατηγορουμένου και προχώρησε με απόδειξη της. Η εκδοθείσα απόφαση αποτέλεσε και το αντικείμενο της έφεσης. Το Εφετείο, κατά την εξέταση του ζητήματος της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, εφάρμοσε ακριβώς τις ίδιες αρχές, αντλώντας αρχικώς καθοδήγηση από την υπόθεση Jones (ανωτέρω) και ακολούθως από τη μετέπειτα Αγγλική νομολογία η οποία διαμόρφωσε με σαφήνεια όλους τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν. Έτσι προκύπτει πως ισχύουν ακριβώς τα ίδια κριτήρια ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ανεξαρτήτως του είδους της δίκης, είτε πρόκειται για συνοπτική δίκη είτε για δίκη ενώπιον Κακουργιοδικείου. Στην εν λόγω υπόθεση παρατίθενται με σαφήνεια οι νομικές αρχές που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι άκρως διαφωτιστικό: «Σύμφωνα με την υπάρχουσα νομολογία, αλλά και το κείμενο του πιο πάνω άρθρου, το θέμα ανάγεται - και σωστά - σαν θέμα που αφορά άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ως του μόνου κριτή εξισορρόπησης της διφυούς φύσεως της παρουσίας του κατηγορούμενου, ανάλογα ως δικαιώματος και ως υποχρεώσεως. Η συμπεριφορά του ίδιου του κατηγορούμενου σε συνάρτηση με τη φύση της υπόθεσης και την ποινή που δύναται να επιβληθεί είναι δύο βασικοί παράμετροι που το Δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου ασκώντας τη σχετική διακριτική του εξουσία. Ωστόσο και σε σοβαρές υποθέσεις το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει στην εκδίκαση στην απουσία του κατηγορουμένου, αν η απουσία του είναι αποτέλεσμα οικειοθελούς πράξης με σκοπό την παρεμπόδιση της πορείας της δικαιοσύνης. .... Στην υπόθεση R. v. Jones (RE W) (NO 2)
(1972)2 All E.R. σελ. 731 τονίστηκε πως παρόλο ότι ως γενικός κανόνας ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να είναι παρών στη δίκη του, εάν οικειοθελώς απεκδύεται του δικαιώματος του, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να συνεχίσει την διαδικασία στην απουσία του. Το Αγγλικό Εφετείο έκρινε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε την διακριτική του εξουσία να συνεχίσει στην απουσία του κατηγορούμενου αφού ενώ γνώριζε την ημέρα συνέχισης της δίκης, παρέλειψε να εμφανισθεί. .... Στο Σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2016 σελ.1923 υπό τον τίτλο Failure of an accused to appear τονίζεται η σημασία του οικειοθελούς της παραίτησης εκ του δικαιώματος παρουσίας, αλλά και ταυτόχρονα επιδοκιμάζεται η ανάγκη εξέτασης του θέματος υπό το πρίσμα πάντοτε των συμφερόντων της δικαιοσύνης "With due regard for the interest of justice". {Βλ. επίσης: R (Drinkwater) v. Solibull Magistrates' Court
(2012)176 JP 401 και R (Killick) ν. West London Magistrates' Court
(2012)EWHC 3864 (Admin) at
(17)}. Στη Hayward & Ors, R v {2001} EWCA Crim 168 (31st January, 2001) αφού έγινε ευρεία ανασκόπηση της ευρωπαϊκής και αγγλικής νομολογίας, το Δικαστήριο προχώρησε στη διατύπωση 5 βασικών αρχών[1] για καθοδήγηση ως προς την εκδίκαση υποθέσεων στην απουσία κατηγορουμένου. Επίσης χρήσιμη είναι και η υπόθεση Regina v. Jones {2002} UKHL 5 (20th February 2002) στην οποία αναφέρεται ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε στη νομολογία του ΕΔΑΔ που να εισηγείται καν ότι εκδίκαση ποινικής υπόθεσης ενός κατηγορουμένου στην απουσία του είναι ασυμβίβαστη με τη Συνθήκη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Παρατηρούμε ότι προκύπτει από τη νομολογία πως η κρατούσα τάση είναι η εκδίκαση να λαμβάνει χώρα στην παρουσία του κατηγορουμένου. Εξίσου όμως δυναμικά προκύπτει η ανάγκη διασφάλισης του κύρους της διαδικασίας ως μέρος της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου να πράττει διαφορετικά αν το θεωρεί ότι η πορεία αυτή προστατεύει και διαφυλάσσει το κύρος της διαδικασίας. ..... [1] 22. In our judgment, in the light of the submissions which we have heard and the English and European authorities to which we have referred, the principles which should guide the English courts in relation to the trial of a defendant in his absence are these: 1. A defendant has, in general, a right to be present at his trial and a right to be legally represented. 2. Those rights can be waived, separately or together, wholly or in part, by the defendant himself. They may be wholly waived if, knowing, or having the means of knowledge as to, when and where his trial is to take place, he deliberately and voluntarily absents himself and/or withdraws instructions from those representing him. They may be waived in part if, being present and represented at the outset, the defendant, during the course of the trial, behaves in such a way as to obstruct the proper course of the proceedings and/or withdraws his instructions from those representing him. 3. The trial judge has a discretion as to whether a trial should take place or continue in the absence of a defendant and/or his legal representatives. 4. That discretion must be exercised with great care and it is only in rare and exceptional cases that it should be exercised in favour of a trial taking place or continuing, particularly if the defendant is unrepresented. 5. In exercising that discretion, fairness to the defence is of prime importance but fairness to the prosecution must also be taken into account. The judge must have regard to all the circumstances of the case including, in particular: (
  1. i)the nature and circumstances of the defendant's behaviour in absenting himself from the trial or disrupting it, as the case may be and, in particular, whether his behaviour was deliberate, voluntary and such as plainly waived his right to appear; (
  2. ii)whether an adjournment might result in the defendant being caught or attending voluntarily and/or not disrupting the proceedings; (iii) the likely length of such an adjournment; (
  3. iv)whether the defendant, though absent, is, or wishes to be, legally represented at the trial or has, by his conduct, waived his right to representation; (
  4. v)whether an absent defendant's legal representatives are able to receive instructions from him during the trial and the extent to which they are able to present his defence; (
  5. vi)the extent of the disadvantage to the defendant in not being able to give his account of events, having regard to the nature of the evidence against him; (vii) the risk of the jury reaching an improper conclusion about the absence of the defendant; (viii) the seriousness of the offence, which affects defendant, victim and public; (
  6. ix)the general public interest and the particular interest of victims and witnesses that a trial should take place within a reasonable time of the events to which it relates; (
  7. x)the effect of delay on the memories of witnesses; (
  8. xi)where there is more than one defendant and not all have absconded, the undesirability of separate trials, and the prospects of a fair trial for the defendants who are present.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Καθοδηγούμενοι από τις πιο πάνω νομικές αρχές, το πρώτο θέμα το οποίο χρήζει εξέτασης είναι η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου 1. Με βάση το περιεχόμενο του φακέλου, προκύπτει πως από την καταχώριση της υπόθεσης ενώπιον του Κακουργιοδικείου ήτοι στις 8.7.15, ο Κατηγορούμενος 1 τελούσε υπό κράτηση μέχρι και τις 16.5.16 όταν πλέον αφέθηκε ελεύθερος με όρους, ένας εκ των οποίων ήταν η εμφάνιση σε Αστυνομικό Σταθμό αρχικώς καθημερινώς ενώ ακολούθως αυτός τροποποιήθηκε σε τέσσερις φορές τη βδομάδα. Από την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης ο Κατηγορούμενος 1, δεσμευόμενος με και προφανώς τηρώντας τους ίδιους όρους, εμφανίζετο σε όλες τις δικασίμους μέχρι τις 19.1.17. Εκείνη την ημέρα αυτός δεν εμφανίστηκε και ο δικηγόρος του ενημέρωσε το Δικαστήριο πως είχε προγραμματισμένη συνάντηση στο γραφείο του με τον πελάτη του την προηγηθείσα Παρασκευή, ήτοι στις 13.1.17, κατά την οποία δεν είχε εμφανιστεί εγκαίρως. Λόγω του ότι καθυστερούσε, ο κ. Μπίσσας του τηλεφώνησε δύο φορές εκείνη τη μέρα στον αριθμό κινητού στο οποίο επικοινωνούσε ως τότε με τον πελάτη του, αλλά ήταν κλειστό. Προσπάθησε ξανά να επικοινωνήσει μαζί του την επόμενη Δευτέρα και Τρίτη, ήτοι στις 16 και 17 Ιανουαρίου, αλλά και πάλι με το ίδιο αποτέλεσμα. Ο κ. Μπίσσας δήλωσε πως ενώπιον Δικαστηρίου πληροφορήθηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής πως αυτός δεν είχε πάει να υπογράψει σε Αστυνομικό Σταθμό για λίγες μέρες. Έτσι δήλωσε άγνοια για τους λόγους απουσίας του πελάτη του από το Δικαστήριο και για το πού αυτός βρίσκεται. Η κα Καραολίδου με τη σειρά της ανέφερε πως επικοινώνησε με τον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου (όπου ο Κατηγορούμενος 1 είχε υποχρέωση να εμφανίζεται και υπογράφει) και ενημερώθηκε πως αυτός δεν είχε παρουσιαστεί στον Σταθμό. Έτσι η ίδια ζήτησε την έκδοση εντάλματος σύλληψης, το οποίο και το Κακουργιοδικείο εξέδωσε με οδηγίες για άμεση εκτέλεση του και όρισε την υπόθεση την επομένη, ήτοι στις 20.1.17, για συνέχιση της ακρόασης. Εκείνη την ημέρα εκ μέρους του δικηγόρου του Κατηγορουμένου 1 ελέχθη πως δεν υπήρξε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον πελάτη του και πως πρόθεση του ήταν να ζητήσει άδεια να αποσυρθεί εφόσον δεν λάμβανε πλέον οδηγίες για τον χειρισμό της υπόθεσης. Η κα Καραολίδου κατέθεσε σχετικό Ημερολόγιο Ενεργείας ημ. 20.1.17, Τεκμήριο Α, στο οποίο καταγράφεται πως ο Κατηγορούμενος 1 παρουσιαζόταν ανελλιπώς στον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου τέσσερις φορές εβδομαδιαίως, ήτοι κάθε Κυριακή, Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή μεταξύ των ωρών 18:00-20:00. Στις 13.1.17 δεν εμφανίστηκε και έγιναν εξετάσεις με σκοπό τον εντοπισμό του. Μέλη του Σταθμού μετέβησαν στη δηλωμένη διεύθυνση του, Κερατσινιού 10, Στρόβολος, και προσπάθησαν να επικοινωνήσουν μαζί του στον ίδιο αριθμό κινητού που είχε και ο δικηγόρος του, χωρίς θετικό αποτέλεσμα. Στις 19.1.17 ενημερώθηκε σχετικά η Εισαγγελία Λευκωσίας και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Την ίδια ημερομηνία έγιναν εκ νέου προσπάθειες εντοπισμού του στη δηλωθείσα διεύθυνση του και ο ιδιοκτήτης της οικίας ανέφερε στους Αστυνομικούς πως οι ένοικοι, όλοι αλλοδαποί, έφυγαν από την οικία πριν περίπου πέντε μήνες. Το ένταλμα στάληκε στο ΤΑΕ και στον ΟΠΕ και συνεχίζονται οι προσπάθειες εντοπισμού του. Λόγω του πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος που είχε μεσολαβήσει από την έκδοση του εντάλματος σύλληψης μέχρι και τον ορισμό της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου και κατόπιν σχετικού αιτήματος εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο όρισε εκ νέου την υπόθεση για συνέχιση της ακρόασης στις 3.2.17, με σκοπό τη συνέχιση των προσπαθειών εντοπισμού του Κατηγορουμένου 1 και εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης. Στις 3.2.17 η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε πως δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός του Κατηγορουμένου 1. Το Δικαστήριο ενέκρινε αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής και διέταξε την κατάσχεση της εγγύησης του ποσού των μετρητών που κατατέθηκε εκ μέρους του Κατηγορουμένου 1. Ο δικηγόρος του δήλωσε πως ο Κατηγορούμενος 1 έχει φυγοδικήσει και πως ενόψει αυτής της συμπεριφοράς του, της έλλειψης επικοινωνίας με τον πελάτη του και της μη λήψης οδηγιών ως προς τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης αδυνατούσε πλέον να τον εκπροσωπεί. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου αποσύρθηκε από δικηγόρος του. Προς υποστήριξη του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής για συνέχιση της υπόθεσης αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 1, κατέθεσε ενόρκως ο Αστ. 530 Διονύσης Διονυσίου του Γραφείου Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων (ΓΚΕΠ), ο οποίος είναι ένας εκ των ανακριτών της παρούσας υπόθεσης. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε με λεπτομέρεια σε όλες τις ενέργειες της Αστυνομίας στην προσπάθεια εντοπισμού του Κατηγορουμένου 1. Συγκεκριμένα στις 20.1.17 το ΓΚΕΠ απέστειλε επιστολή, Τεκμήριο 1, προς τον Αναπληρωτή Αστυνομικό Διευθυντή ΔΕΕ&ΔΑΣ, για Υπεύθυνο Γραφείου Interpol, με την οποία τον πληροφόρησαν για την παρούσα υπόθεση και την παράλειψη εμφάνισης του Κατηγορουμένου 1 στη δίκη, με παράκληση όπως ενημερωθεί η Interpol και η Europol για τυχόν εντοπισμό του και ενημέρωση των Κυπριακών Αρχών. Κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον επί καθήκοντι Αστυνομικό στα γραφεία της Interpol την ίδια μέρα εκδόθηκε Ειδοποίηση Αναζήτησης του Κατηγορουμένου 1, «Blue Notice» για ενημέρωση της Interpol, Τεκμήριο 2. Περαιτέρω τα προσωπικά στοιχεία και φωτογραφία του Κατηγορουμένου 1 δημοσιεύθηκαν ως καταζητούμενο πρόσωπο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Όλες αυτές οι ενέργειες καταγράφηκαν από τον μάρτυρα σε Ημερολόγιο Ενεργείας ημ. 1.2.17, Τεκμήριο 3. Η σχετική επιστολή ημ. 20.1.17 για δημοσίευση με φωτογραφία του Κατηγορουμένου 1 κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 4. Στις 22.1.17 και περί ώρα 11:15, κατόπιν σχετικής πληροφορίας ότι ο Κατηγορούμενος 1 πιθανόν να διέμενε στην οδό Αξιοθέας 12 στον Στρόβολο, ο μάρτυρας με άλλα μέλη της ΥΑΜ επισκέφθηκαν την εν λόγω οικία. Διαπίστωσαν ότι ο Κατηγορούμενος 1 διέμενε εκεί μέχρι πριν μια βδομάδα και εντόπισαν εντός φούρνου σε παλαιό γκάζι που βρισκόταν έξω από την οικία, σχισμένα όλα τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, όπως του δόθηκαν από τον δικηγόρο του, μαζί με ένα χαρτί στο οποίο αναγράφετο το όνομα και ο αριθμός τηλεφώνου του κ. Μπίσσα. Σχετικό Ημερολόγιο Ενεργείας ίδιας ημερομηνίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5. Στις 26.1.17 ο μάρτυρας ετοίμασε σχετικό Σημείωμα προς τον Γενικό Εισαγγελέα ζητώντας τη γραπτή συγκατάθεση του για έκδοση Ευρωπαϊκού και Διεθνούς Εντάλματος Σύλληψης εναντίον του Κατηγορουμένου 1, Τεκμήριο 6. Η γραπτή συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέως δόθηκε αυθημερόν, Τεκμήριο 7. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, έχει ήδη ετοιμαστεί σχετική επιστολή προς τη Διεύθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την έκδοση του Διεθνούς Εντάλματος Σύλληψης, η οποία στάληκε για υπογραφή από τον Αστυνομικό Διευθυντή. Ετοιμάζεται επίσης και το πολυσέλιδο έντυπο για το αίτημα έκδοσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Τέλος, ο μάρτυρας δήλωσε πως έχουν προβεί σε όλες τις δέουσες ενέργειες προς εντοπισμό του Κατηγορουμένου 1. Δεν χωρεί αμφιβολία πως ο Κατηγορούμενος 1 γνώριζε την ημερομηνία 19.1.17 ως την ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης για συνέχιση της ακρόασης. Αυτός ήταν παρών κατά την προηγούμενη δικάσιμο, ήτοι στις 9.12.16, όταν και δεσμεύτηκε με τους ίδιους όρους να είναι παρών στις 19.1.17. Επίσης, είχε προγραμματισμένη συνάντηση με τον δικηγόρο του μόνο λίγες μέρες πριν την εν λόγω ημερομηνία, ήτοι στις 13.1.17, προφανώς για συζήτηση ως προς τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης ενόψει της επικείμενης συνέχισης της δίκης. Όχι μόνο δεν εμφανίστηκε στη συνάντηση αυτή αλλά ούτε και ενημέρωσε τον δικηγόρο του για τυχόν αδυναμία του να παρευρεθεί σε αυτή (τη συνάντηση) και παρόλες τις προσπάθειες του δικηγόρου του το τηλέφωνο του παραμένει κλειστό. Συνάγεται ακόμα πως ο Κατηγορούμενος 1 είχε εγκαταλείψει τη δηλωθείσα διεύθυνση διαμονής του εδώ και πέντε μήνες, χωρίς να ενημερώσει τις Αρχές ή έστω τον δικηγόρο του, και ακόμα πως αυτός διέφυγε και από τον τελευταίο τόπο διαμονής του, ήτοι Αξιοθέας 12, Στρόβολο, αφήνοντας μάλιστα και όλα τα έγγραφα που αφορούν την υπόθεση μαζί και με τα στοιχεία του δικηγόρου του, πράγμα το οποίο αναμφίβολα καταδεικνύει πως δεν επιθυμούσε πλέον οποιαδήποτε σχέση είτε με τη δίκη ή τον δικηγόρο του και γενικά την υπόθεση. Δεχόμαστε επίσης πως από τις 13.1.17 που ο Κατηγορούμενος 1 παρέλειψε να εμφανιστεί στον Σταθμό, αυτός αναζητείτο από την Αστυνομία. Σύμφωνα με το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ικανοποιούμαστε πως μετά την έκδοση του εντάλματος σύλληψης, η Αστυνομία έλαβε άμεσα όλα τα δέοντα μέτρα προς τον εντοπισμό του και πως συνεχίζει τις προσπάθειες της, χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα μέχρι στιγμής και χωρίς ένδειξη ως προς το κατά πόσον υπάρχει πιθανότητα εντοπισμού του ή τον χρόνο που θα μεσολαβήσει μέχρι τον πιθανό εντοπισμό του. Όλα τα πιο πάνω δεδομένα οδηγούν στο εύλογο συμπέρασμα αφενός πως ο Κατηγορούμενος 1 γνώριζε πολύ καλά την καθορισμένη ημερομηνία συνέχισης της ακρόασης της υπόθεσης και αφετέρου πως αυτός ηθελημένα και εσκεμμένα παρέλειψε να παρουσιαστεί κατά την καθορισθείσα ημερομηνία. Άλλωστε ο δικηγόρος του δήλωσε σαφώς πως ο Κατηγορούμενος 1 έχει φυγοδικήσει και δεν υπεβλήθη οποιαδήποτε εισήγηση πως αυτός δεν γνώριζε τις πιθανές συνέπειες της παράλειψης του αυτής. Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει η πιο πρόσφατη Αγγλική υπόθεση R. v. Jones
(2002)UKHL
  1. Σε εκείνη την υπόθεση στις 18.7.97 έγινε ληστεία σε ένα ταχυδρομείο από το οποίο κλάπηκαν £87.
  2. Ο εφεσείων είχε συλληφθεί εκεί κοντά λίγο μετά τη ληστεία και κατηγορήθηκε γραπτώς. Στις 3.12.97 αυτός και ένας άλλος παραπέμφθηκαν σε δίκη στο Crown Court και αφέθηκαν ελεύθεροι με όρους. Τον Ιανουάριο του 1998 και οι δύο παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και δήλωσαν μη παραδοχή. Η ημερομηνία ακρόασης αρχικώς ορίστηκε στις 9.3.98 και μετακινήθηκε για την 1.6.
  3. Εκείνη τη μέρα οι κατηγορούμενοι δεν εμφανίστηκαν και εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης εναντίον τους. Η ακρόαση αναβλήθηκε για τις 5.10.
  4. Σε εκείνη τη δικάσιμο τα εντάλματα δεν είχαν εκτελεστεί και ούτε εμφανίστηκαν οι κατηγορούμενοι. Ο δικηγόρος του εφεσείοντος αποσύρθηκε κατ΄ εκείνη τη δικάσιμο ενώ ο δικηγόρος του συγκατηγορουμένου του αποσύρθηκε την επομένη που είχε οριστεί εκ νέου η υπόθεση. Το Δικαστήριο θεώρησε πως η απουσία των κατηγορουμένων ήταν ηθελημένη με σκοπό τη ματαίωση της διεξαγωγής της δίκης και λαμβάνοντας υπόψιν πως περαιτέρω καθυστέρηση θα ήταν άδικη σε μεγάλο αριθμό μαρτύρων οι οποίοι είχαν βιώσει μια τραυματική εμπειρία, διέταξε τη διεξαγωγή της δίκης στην απουσία των κατηγορουμένων, υποδεικνύοντας πως οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία υπέρ των κατηγορουμένων θα αναφέρετο στους ενόρκους. Στις 9.10.98 οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι και τους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 13 ετών. Δεκατέσσερις μήνες αργότερα ο κατηγορούμενος - εφεσείων συνελήφθη και στις 4.1.00 του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών για την παράλειψη εμφάνισης του συντρέχουσα με την ποινή των 13 ετών για τη ληστεία. Στα πλαίσια της έφεσης αναφορικά με την ορθότητα της καταδίκης του, στο Εφετείο (Court of Appeal) ο συνήγορος του δήλωσε πως η παράλειψη του εφεσείοντα να παρουσιαστεί στη δίκη ήταν ηθελημένη και δεν υποβλήθηκε εισήγηση πως αυτός δεν ήταν ενήμερος για την υποχρέωση παρουσίας του, την ημερομηνία ή τις πιθανές συνέπειες της μη εμφάνισης του. Έτσι η Βουλή των Λόρδων κατέληξε πως: « . He knew the date of the trial and of his obligation to attend and deliberately decided to absent himself for reasons of his own. He had no reason to believe that the trial would not proceed in his absence or that his legal representatives would be able to represent him if he did not appear.» Αυτή η υπόθεση είναι ενδιαφέρουσα και από μια άλλη σκοπιά. Το Εφετείο ασχολήθηκε με το κατά πόσον η Αγγλική νομολογία που καθιερώνει την ύπαρξη διακριτικής ευχέρειας να διεξάγει ή συνεχίζει δίκη στην απουσία κατηγορουμένου συνάδει με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αφού το Εφετείο απαρίθμησε τις βασικές αρχές που προκύπτουν από την Ευρωπαϊκή νομολογία κατέληξε πως δεν υπάρχει οτιδήποτε σε αυτή που να υποστηρίζει ότι ποινική δίκη στην απουσία του κατηγορουμένου είναι αντίθετη με την ΕΣΔΑ. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «
  5. The European Court of Human Rights and the Commission have repeatedly made clear that it regards the appearance of a criminal defendant at his trial as a matter of capital importance: see, for example, Poitrimol v France
(1993)18 EHRR 130, at p 146, para 35; Pelladoah v Netherlands
(1994)19 EHRR 81, at p 94, para 40; Lala v Netherlands
(1994)18 EHRR 586, at p 597, para 33. That court has also laid down
(1)that a fair hearing requires a defendant to be notified of the proceedings against him: Colozza v Italy
(1985)7 EHRR 516, at pp 523-524, para 28; Brozicek v Italy
(1989)12 EHRR 371;
(2)that a person should as a general principle be entitled to be present at his trial: Ekbatani v Sweden
(1988)13 EHRR 504, at p 509, para 25;
(3)that a defendant in a criminal trial should have the opportunity to present his arguments adequately and participate effectively: Ensslin, Baader and Raspe v Germany
(1978)14 DR 64, at p 115; Stanford v United Kingdom
(1994)Series A/282-A;
(4)that a defendant should be entitled to be represented by counsel at trial and on appeal, whether or not he is present or has previously absconded: Delcourt v Belgium
(1970)1 EHRR 355, pp 366-367, para 25; Poitrimol v France, above, at pp 146, 147, paras 34, 38; Pelladoah v Netherlands, above, at p 94, para 40; Lala v Netherlands, above, at pp 597-598, paras 33-34; Van Geyseghem v Belgium (Application No 26103/95, 21 January 1999), at p 11, para 34; Omar v France
(1998)29 EHRR 210 at p 233, paras 41-
  1. The right to be defended has also been described by the European Court of Justice as a fundamental right deriving from the constitutional traditions common to the member states of the European Union: Krombach v Bamberski, Case C-7/98, The Times, 30 March
  2. All these principles may be very readily accepted. They are given full effect by the law of the United Kingdom. But the European Court of Human Rights has never found a breach of the Convention where a defendant, fully informed of a forthcoming trial, has voluntarily chosen not to attend and the trial has continued. In the Ensslin case, in which proceedings were continued during the absence of the defendants caused in large measure by self-induced illness, the proceedings were held to have been properly continued. In Poitrimol v France (above, at p 145, para 31) the court questioned whether a full hearing on appeal could be required by a defendant who had waived his right to appear and defend himself at trial. In Van Geyseghem v Belgium (above, at p 9, para 28) the court was not concerned that the applicant had not wished to avail herself of her right to attend an appeal hearing. In a concurring opinion in that case Judge Bonello (at p 16) held that the presence of a defendant during his trial was basically his right, not his obligation. There is nothing in the Strasbourg jurisprudence to suggest that a trial of a criminal defendant held in his absence is inconsistent with the Convention.» Όσον αφορά τη φύση της παρούσας υπόθεσης, συνάγεται χωρίς δυσκολία πως πρόκειται για αρκετά σοβαρή υπόθεση και αυτό φαίνεται από την ίδια τη φύση των κατηγοριών και τις προβλεπόμενες ποινές. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος 1 μόνος ή από κοινού με άλλους Κατηγορούμενους αντιμετωπίζει σωρεία κατηγοριών ως εξής: i. Κατηγορούμενος 1 · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι της εμπορίας ενήλικου προσώπου (κατηγορίες 1 και 12) · Εμπορία ενήλικου προσώπου (κατηγορίες 2 και 13) · Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου (κατηγορία 25) · Εξασφάλιση άδειας παραμονής αλλοδαπού διά ψευδών παραστάσεων (κατηγορία 32) · Πλαστοπροσωπεία (κατηγορία 33) · Απαγορευμένος μετανάστης (κατηγορία 34) · Παρακράτηση προσωπικών εγγράφων (κατηγορία 45) ii. Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι της εμπορίας ενήλικου προσώπου (κατηγορίες 7, 9 και 10) · Εμπορία ενήλικου προσώπου (κατηγορίες 8 και 11) · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (κατηγορία 24) · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι της πλαστογραφίας (κατηγορία 26) iii. Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4 · Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (κατηγορία 37) iv. Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 5 · Πλαστογραφία εγγράφου (κατηγορία 27) · Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου (κατηγορίες 28, 29) · Συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος, ήτοι εξασφάλισης άδειας εισόδου αλλοδαπού διά ψευδών παραστάσεων (κατηγορία 30) Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως οι Κατηγορούμενοι 6, 7 και 8 αντιμετωπίζουν κατηγορίες για συνωμοσία και εκμετάλλευση προσώπου στην εργασία, ήτοι των δύο αλλοδαπών τους οποίους αφορούν οι κατηγορίες συνωμοσίας και εμπορίας ενήλικου προσώπου εναντίον του Κατηγορούμενου 1 και των προαναφερόμενων Κατηγορουμένων. Επίσης οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 5 αντιμετωπίζουν κατηγορίες για αδικήματα που αφορούν τον Κατηγορούμενο 1, και συγκεκριμένα · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι της παροχής βοήθειας στον Κατηγορούμενο 1 να εισέλθει στη Δημοκρατία χωρίς να έχει άδεια εισόδου (κατηγορία 20) · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι της παροχής βοήθειας στον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος ήταν απαγορευμένος μετανάστης, να εισέλθει και διαμείνει στη Δημοκρατία (κατηγορία 21) · Υποβοήθηση παράνομης εισόδου υπηκόου τρίτης χώρας, ήτοι του Κατηγορουμένου 1, στη Δημοκρατία (κατηγορία 22) · Υποβοήθηση προσώπου υπηκόου τρίτης χώρας, ήτοι του Κατηγορουμένου 1, να διαμείνει στη Δημοκρατία (κατηγορία 23) · Εξασφάλιση άδειας εισόδου αλλοδαπού, ήτοι του Κατηγορουμένου 1, διά ψευδών παραστάσεων (κατηγορία 31) · Παροχή βοήθειας σε απαγορευμένο μετανάστη, ήτοι τον Κατηγορούμενο 1, να εισέλθει στη Δημοκρατία (κατηγορία 35) Μέσα από την απλή παράθεση των κατηγοριών προκύπτει αβίαστα πως αυτή η υπόθεση αφορά ένα κατ΄ ισχυρισμόν οργανωμένο και σχετικά πολύπλοκο πλέγμα γεγονότων στα οποία εμπλέκονται διάφοροι Κατηγορούμενοι και με θύματα αλλοδαπούς. Ειδικότερα η όλη υπόθεση αφορά την κατ΄ ισχυρισμόν οργανωμένη προσπάθεια και επίτευξη, μέσω της κατάρτισης και κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων, της παράνομης εισόδου και παραμονής στη Δημοκρατία του Κατηγορουμένου 1, ο οποίος και πάλι σε συνεννόηση με άλλους Κατηγορούμενους προώθησε τη μεταφορά αλλοδαπών από το Μπαγκλαντές στην Κύπρο με σκοπό την εμπορία τους και οι οποίοι (αλλοδαποί) έτυχαν εκμετάλλευσης στην εργασία τους από τους εργοδότες τους-Κατηγορούμενους 6-
  3. Σύμφωνα με τη δήλωση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, προκύπτει πως στα πλαίσια της ακρόασης της υπόθεσης μέχρι στιγμής έχουν καταθέσει όλοι οι αλλοδαποί μάρτυρες τους οποίους η Κατηγορούσα Αρχή επιθυμούσε να παρουσιάσει. Πρόκειται για πέντε από τους επτά αλλοδαπούς που φέρονται ως τα θύματα εμπορίας και εκμετάλλευσης και ακόμα ένας αλλοδαπός ο οποίος φαίνεται να είχε ανάμειξη στα επίδικα γεγονότα. Επομένως προκύπτει πως οι βασικοί μάρτυρες της υπόθεσης, και δη αλλοδαποί, έχουν ήδη καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Όλοι αυτοί οι αλλοδαποί μάρτυρες κατάγονται από το Μπαγκλαντές και τουλάχιστον τα πέντε φερόμενα θύματα παρέμεναν στην Κύπρο ως αναγνωρισμένα θύματα εμπορίας με μοναδικό σκοπό την κατάθεση τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Η συνήγορος δήλωσε πως, εφόσον έχει ολοκληρωθεί η μαρτυρία τους, αυτοί πιθανότατα θα επιστρέψουν στη χώρα τους και πως θα είναι αδύνατη η εκ νέου προσέλευση τους στην Κύπρο για να δώσουν ξανά την ίδια μαρτυρία σε ενδεχόμενη μελλοντική δίκη εναντίον του Κατηγορουμένου
  4. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, είναι καθόλα εύλογη και κατανοητή η ανησυχία της Κατηγορούσας Αρχής. Εύκολα διαπιστώνεται η κατ΄ ελάχιστον δυσκολία, αν όχι αδυναμία, τόσο από αντικειμενικής όσο και από πρακτικής άποψης, αναγκαίου τυχόν εντοπισμού και μεταφοράς εκ νέου αυτών των μαρτύρων από μια μακρινή χώρα (Μπαγκλαντές) στην Κύπρο για σκοπούς κατάθεσης τους ενώπιον Δικαστηρίου εναντίον του Κατηγορουμένου
  5. Μια τέτοια διαδικασία αναμφίβολα συνεπάγεται χρόνο και έξοδα και κυρίως ενέχει την αβεβαιότητα και τον κίνδυνο μη δυνατότητας μελλοντικού εντοπισμού αυτών των προσώπων και διασφάλισης της παρουσίας και κατάθεσης τους. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Jones (ανωτέρω): «It is of course true that if a trial has begun and run for some time, the inconvenience to witnesses of attending to testify again on a later occasion, and the waste of time and money, are likely to be greater if the trial is stopped than in the case of a trial that has never begun.» Η κατάθεση δύο μαρτύρων από το εξωτερικό σε υπόθεση συνωμοσίας και κλοπής στο αεροδρόμιο του Heathrow και το ενδεχόμενο μη εξασφάλισης της παρουσίας τους, για να καταθέσουν ξανά, καθότι επρόκειτο για επιχειρηματίες που διέμεναν στο εξωτερικό, κρίθηκε σημαντικό στοιχείο για την απόφαση για συνέχιση της δίκης στην απουσία του κατηγορουμένου-εφεσείοντα στην υπόθεση R. v. O'Nione
(1986)Crim. L.R. 342 (C.A.). Σε εκείνη την υπόθεση ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε κατά την τρίτη μέρα της δίκης. Ο πρωτόδικος Δικαστής αποφάσισε πως ο κατηγορούμενος εσκεμμένα φυγοδίκησε και διέταξε τη συνέχιση της δίκης στην απουσία του και αφού ο δικηγόρος του αποσύρθηκε. Αφού παρέπεμψε στην υπόθεση Jones (ανωτέρω) κατέληξε πως ήταν δίκαιο όπως η δίκη συνεχιστεί. Περαιτέρω, είναι σημαντικό να λεχθεί πως η μαρτυρία αυτών των προσώπων δεν αφορά αποσπασματικά τον κάθε Κατηγορούμενο αλλά αντιθέτως αναφέρεται σε ένα ενιαίο σύνολο γεγονότων, στα πλαίσια του οποίου εμπλέκονται διάφοροι Κατηγορούμενοι. Ως εκ τούτου, διαφαίνεται πως τυχόν νέα κλήτευση αυτών των μαρτύρων θα οδηγήσει στην υιοθέτηση και παρουσίαση του συνόλου της ίδιας μαρτυρίας τους, δηλαδή ουσιαστικά στην επανάληψη αυτής, όπως αυτή έχει ήδη τεθεί στα πλαίσια της μέχρι σήμερα ακρόασης της παρούσας. Πέραν αυτού, συνάγεται πως οι υπόλοιποι μάρτυρες που απομένουν να κληθούν για την Κατηγορούσα Αρχή είναι γύρω στους επτά αστυνομικούς. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως μέρος της μαρτυρίας που αναμένεται να προσαχθεί αφορά τις κατηγορίες της πλαστογραφίας, πλην όμως τονίζεται πως έχει ήδη προσκομισθεί μαρτυρία αναφορικά και με αυτές. Περαιτέρω έχει λεχθεί πως θα παρουσιαστεί επίσης και η ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο 1 και η οποία, όπως ανέφερε ο κ. Μπίσσας πριν την απόσυρση του, περιέχει ενοχοποιητικές δηλώσεις εναντίον του. Και αυτό το στοιχείο συνεκτιμάται, πλην όμως εκείνο το οποίο έχει ιδιαίτερη σημασία είναι το γεγονός πως τυχόν αποδοχή τέτοιων γραπτών δηλώσεων του Κατηγορουμένου 1 δεσμεύει τον ίδιο μη αποτελώντας αποδεκτή μαρτυρία εναντίον των συγκατηγορουμένων του και ως εκ τούτου δεν ενέχει τον κίνδυνο δυσμενούς επηρεασμού της δικής τους υπεράσπισης. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, διαφαίνεται πως η δίκη βρίσκεται ήδη σε προχωρημένο στάδιο εφόσον το μεγαλύτερο και ουσιωδέστερο μέρος της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής στην παρούσα υπόθεση έχει ήδη δοθεί, και μάλιστα από όλους τους αλλοδαπούς μάρτυρες, και υπολείπεται ένας μικρός σχετικά αριθμός μαρτύρων και δη αστυνομικών. Όλοι δε οι υπόλοιποι (αναγραφόμενοι στο κατηγορητήριο) μάρτυρες θα προσφερθούν για αντεξέταση. Είναι επίσης σημαντικό πως τα γεγονότα της υπόθεσης εκτυλίχθησαν από το 2011 μέχρι και το
  1. Το δημόσιο συμφέρον αλλά και το συμφέρον των θυμάτων και των μαρτύρων συνηγορεί υπέρ της εκδίκασης της υπόθεσης εντός εύλογου χρόνου από τον χρόνο των επίδικων γεγονότων. Επίσης συνεκτιμάται πως με το πέρασμα του χρόνου είναι φυσιολογικό και αναμενόμενο πως η μνήμη των μαρτύρων εξασθενεί και αυτό ενδεχομένως θα έχει αντίκτυπο στην ποιότητα της μαρτυρίας τους, χωρίς δική τους ευθύνη. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί πως η παρούσα υπόθεση αφορά μεγάλο αριθμό Κατηγορουμένων, ήτοι συνολικά οκτώ, και πως μόνο ένας εξ αυτών, ο Κατηγορούμενος 1, έχει φυγοδικήσει. Η διεξαγωγή ξεχωριστών δικών κρίνεται άκρως ανεπιθύμητη ενόψει της φύσης των κατηγοριών και της αλληλουχίας των γεγονότων η οποία διασυνδέει διάφορους Κατηγορούμενους. Χρήζει ειδικής αναφοράς πως ο Κατηγορούμενος 1 μαζί με άλλους Κατηγορούμενους (2-5), και όχι απαραιτήτως τους ίδιους για όλες τις κατηγορίες, αντιμετωπίζει από κοινού διάφορες κατηγορίες συνωμοσίας, εμπορίας, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και νομιμοποίησης εσόδων. Μάλιστα οι κατηγορίες τις οποίες οι Κατηγορούμενοι 2-5 αντιμετωπίζουν από κοινού συνδέονται άρρηκτα με τον Κατηγορούμενο 1 και την καταλογιζόμενη σε εκείνον αξιόποινη συμπεριφορά, δεδομένου ότι κατηγορούνται ότι παρείχαν βοήθεια σε αυτόν να εισέλθει και παραμείνει παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Είναι προφανές πως διαχωρισμός της δίκης για τον Κατηγορούμενο 1 θα είχε αρνητικές συνέπειες στη διεξαγωγή της δίκης εναντίον των υπόλοιπων Κατηγορουμένων εφόσον το Δικαστήριο θα καλείτο αφενός να αποφασίσει επί της αξιοπιστίας των ίδιων μαρτύρων για τα ίδια γεγονότα δύο φορές και αφετέρου να καταλήξει σε ευρήματα αναφορικά με την ανάμειξη και τον ρόλο του καθενός εξ αυτών δύο φορές. Είναι επιθυμητό όπως η όποια απόφαση του Δικαστηρίου για τα γεγονότα στα οποία φέρονται να εμπλέκονται αφορά όλους του Κατηγορούμενους με γνώμονα την αρχή της ίσης μεταχείρισης συγκατηγορουμένων. Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει και πάλι η υπόθεση Jones (ανωτέρω) στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Considerations of practical justice in my opinion support the existence of the discretion which the Court of Appeal held to exist. To appreciate this, it is only necessary to consider the hypothesis of a multi-defendant prosecution in which the return of a just verdict in relation to any and all defendants is dependent on their being jointly indicted and jointly tried. On the eve of the commencement of the trial, one defendant absconds. If the court has no discretion to begin the trial against that defendant in his absence, it faces an acute dilemma: either the whole trial must be delayed until the absent defendant is apprehended, an event which may cause real anguish to witnesses and victims; or the trial must be commenced against the defendants who appear and not the defendant who has absconded. This may confer a wholly unjustified advantage on that defendant. Happily, cases of this kind are very rare. But a system of criminal justice should not be open to manipulation in such a way.» Ενόψει της σοβαρότητας των κατηγοριών και ειδικότερα των προβλεπόμενων ποινών και της σχετικής νομολογίας, είναι εύλογα αναμενόμενο πως σε περίπτωση καταδίκης του Κατηγορουμένου 1 υπάρχει ορατή πιθανότητα επιβολής ποινής φυλάκισης. Η σοβαρότητα των κατηγοριών και η ενδεχόμενη ποινή που ήθελε επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης του Κατηγορουμένου 1 αποτελούν σοβαρούς παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο λαμβάνει πολύ σοβαρά υπόψιν στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας. Εξίσου σημαντικό είναι και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν εκπροσωπείται πλέον από δικηγόρο. Αυτά όμως τα στοιχεία αντισταθμίζονται από τη συμπεριφορά του ίδιου του Κατηγορουμένου 1 ο οποίος επέλεξε συνειδητά να εγκαταλείψει τη δίκη χωρίς να ενδιαφέρεται για τα συνεπακόλουθα αυτής του της παράλειψης, ακόμα και την πιθανότητα συνέχισης της δίκης στην απουσία του και χωρίς δικηγόρο. Ανάλογη ήταν και η αντιμετώπιση τέτοιου ζητήματος στην υπόθεση Jones (ανωτέρω) όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Secondly, it is generally desirable that a defendant be represented even if he has voluntarily absconded. The task of representing at trial a defendant who is not present, and who may well be out of touch, is of course rendered much more difficult and unsatisfactory, and there is no possible ground for criticising the legal representatives who withdrew from representing the appellant at trial in this case. But the presence throughout the trial of legal representatives, in receipt of instructions from the client at some earlier stage, and with no object other than to protect the interests of that client, does provide a valuable safeguard against the possibility of error and oversight. For this reason trial judges routinely ask counsel to continue to represent a defendant who has absconded during the trial, and counsel in practice accede to such an invitation and defend their absent client as best they properly can in the circumstances. The current legal aid regulations provide for that contingency: see the Criminal Defence Service (General) (No 2) Regulations 2001 (SI 1437/2001). It is in my opinion a practice to be encouraged when the defendant absconds before the trial begins. But the failure to follow it here gives no ground for complaint by the appellant. The Court of Appeal said in their judgment, at p 143, para 41: "This defendant, as it seems to us, had, clearly and expressly by his conduct, waived his right to be present and to be legally represented." That conclusion has not been challenged on behalf of the appellant and is in my opinion a tenable conclusion. While there is no direct evidence to show that the appellant knew what the consequences of his absconding would be, there is nothing to suggest a belief on his part that the trial would not go ahead in his absence or that, although absent, he would continue to be represented. His decision to abscond in flagrant breach of his bail conditions could reasonably be thought to show such complete indifference to what might happen in his absence as to support the finding of waiver.» Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως όσοι μάρτυρες παρουσιάστηκαν ενώπιον Δικαστηρίου, οι οποίοι ήταν και βασικοί, αντεξετάστηκαν εκ μέρους του Κατηγορουμένου
  2. Σε περίπτωση συνέχισης της δίκης στην απουσία του και χωρίς δικηγόρο, δεν θα υπάρξει πλέον αντεξέταση από πλευράς του ούτε και ο ίδιος θα δύναται να προσφέρει μαρτυρία στα πλαίσια της υπεράσπισης του. Η απάντηση σε αυτό δόθηκε από το Εφετείο στην ίδια Αγγλική υπόθεση, ήτοι πως όποιος ηθελημένα επιλέγει να μην ασκήσει αυτά τα δικαιώματα του δεν δύναται να παραπονείται πως έχασε τα δικαιώματα τα οποία εύλογα ανέμενε να επωφεληθεί εάν τα ασκούσε. Χαρακτηριστικά λέχθηκε πως «If he voluntarily chooses not to exercise his right to appear, he cannot impugn the fairness of the trial on the ground that it followed a course different from that which it would have followed had he been present and represented.» Είναι αυτονόητο και επιβαλλόμενο βεβαίως πως σε περίπτωση συνέχισης της δίκης στην απουσία του Κατηγορουμένου 1, πρώτιστο μέλημα του Δικαστηρίου θα είναι η διασφάλιση της διεξαγωγής μιας όσο το δυνατό δίκαιης δίκης και η κατάληξη σε ένα δίκαιο αποτέλεσμα. Πριν την τελική κατάληξη μας τονίζουμε πως λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψιν πως το Δικαστήριο οφείλει να ασκεί τη διακριτική του εξουσία αναφορικά με το κατά πόσο μια δίκη θα συνεχιστεί στην απουσία του κατηγορουμένου με ιδιαίτερη προσοχή και να αποφασίζει τέτοια πορεία μόνο σε σπάνιες και εξαιρετικές περιπτώσεις. Στα πλαίσια άσκησης αυτής της εξουσίας του το Δικαστήριο οφείλει να δώσει ιδιαίτερη σημασία στο τι είναι δίκαιο για την υπεράσπιση αλλά ταυτόχρονα να λάβει υπόψιν και το τι είναι δίκαιο για την Κατηγορούσα Αρχή. Συνεκτιμώντας όλους τους παράγοντες οι οποίοι αναλύονται ανωτέρω καταλήγουμε πως αυτοί συνηγορούν υπέρ της άσκησης της διακριτικής μας ευχέρειας για τη συνέχιση της δίκης στην απουσία του Κατηγορούμενου
  3. Αυτοί οι παράγοντες συνοψίζονται ως εξής: § Ο Κατηγορούμενος 1 απεμπόλησε τα δικαιώματα του να είναι παρών στη δίκη και να εκπροσωπείται από δικηγόρο μέσω της δικής του συμπεριφοράς, ήτοι της ηθελημένης και εσκεμμένης παράλειψης του να εμφανιστεί και να δίνει οδηγίες στον δικηγόρο του, με σκοπό την παρεμπόδιση της δικαστικής διαδικασίας και παραγνωρίζοντας τις τυχόν συνέπειες από αυτή του τη συμπεριφορά. § Οι μέχρι στιγμής ενέργειες της Αστυνομίας για εντοπισμό του απέβησαν άκαρπες και δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη πως και άλλες αναβολές θα οδηγήσουν είτε στην οικειοθελή εμφάνιση του είτε στη σύλληψη του. § Το προχωρημένο στάδιο στο οποίο βρίσκεται η ακροαματική διαδικασία και κυρίως η ολοκλήρωση της μαρτυρίας όλων των αλλοδαπών μαρτύρων. § Η πιθανότητα μη εντοπισμού και παρουσίας των εν λόγω μαρτύρων ξανά στο Δικαστήριο για να προσφέρουν μαρτυρία. § Ο χρόνος και τα έξοδα που θα σπαταληθούν εάν οι αλλοδαποί μάρτυρες κληθούν να καταθέσουν ξανά. § Ο Κατηγορούμενος 1 είχε την ευκαιρία να προβάλει τη δική του εκδοχή μέσω της αντεξέτασης των βασικών μαρτύρων της υπόθεσης, και δη των πέντε αλλοδαπών, φερόμενων θυμάτων. § Η διασφάλιση τήρησης από το Δικαστήριο όλων των κανόνων απόδειξης στα πλαίσια διεξαγωγής της δίκης και της ορθής αξιολόγησης της μαρτυρίας για σκοπούς τελικής κατάληξης. § Η σοβαρότητα των αδικημάτων η οποία επηρεάζει τα φερόμενα θύματα και το κοινωνικό σύνολο. § Το γενικό δημόσιο συμφέρον και κυρίως το συμφέρον των θυμάτων και μαρτύρων για τη διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου. § Οι συνέπειες που θα επιφέρει τυχόν καθυστέρηση στην ικανότητα μνήμης των μαρτύρων. § Η εμπλοκή άλλων επτά Κατηγορούμενων και το μη επιθυμητό της διεξαγωγής χωριστών δικών. Θεωρούμε πως η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου 1 όσο και όλοι οι υπόλοιποι παράγοντες δικαιολογούν τη συνέχιση της δίκης για την προστασία της έννομης τάξης και τη διαφύλαξη του κύρους της ποινικής διαδικασίας. Έτσι ασκώντας τη διακριτική μας εξουσία αποφασίζουμε τη συνέχιση της δίκης στην απουσία του Κατηγορουμένου
  4. Νοείται βεβαίως πως οποτεδήποτε εντοπιστεί ο Κατηγορούμενος 1 ή οικειοθελώς εμφανιστεί εκκρεμούσης της διαδικασίας θα ενημερωθεί δεόντως για τη μέχρι εκείνη τη στιγμή διαδικασία και ασφαλώς θα έχει το δικαίωμα να λάβει μέρος στην περαιτέρω πορεία της δίκης εάν το επιθυμεί στα πλαίσια των όσων αναφέραμε πριν. (Υπ). ....... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ). ....... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ). ....... Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.