← Κύπρος

ΝΙΚΟ ΙΩΣΗΦ ν. ΜΑΡΙΑΣ ΚΟΝΝΑΡΗ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 30112/2014, 27/3/2017

ΝΙΚΟ ΙΩΣΗΦ ν. ΜΑΡΙΑΣ ΚΟΝΝΑΡΗ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 30112/2014, 27/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 30112/2014 ΝΙΚΟ ΙΩΣΗΦ -εναντίον-

  1. ΜΑΡΙΑΣ ΚΟΝΝΑΡΗ
  2. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΤΡΑΚΟΣΙΗ
  3. ΑΝΔΡΕΑ ΤΡΑΚΟΣΙΗ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 27 Μαρτίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τον Παραπονούμενο: κος Δημητριάδης. Για τον Κατηγορούμενο 2: κος Πίττας. Για τον Κατηγορούμενο 3: κος Μηχανικός. Κατηγορούμενοι παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα ποινική υπόθεση, αρχικά αφορούσε 8 κατηγορίες εναντίον των Κατηγορούμενων. Κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, η υπόθεση απορρίφθηκε σε σχέση με την Κατηγορουμένη
  4. Μετά από ενδιάμεση απόφαση ως το άρθρο 74

(1)(γ), το Δικαστήριο έκρινε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει πετύχει στο καθήκον της να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με (α) τον Κατηγορούμενο 2 στη δεύτερη και τέταρτη κατηγορία (για κατ΄ ισχυρισμό παραβάσεις των άρθρων 117(α) και 117(β) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5) και (β) τον Κατηγορούμενο 3 στην τέταρτη κατηγορία (για κατ΄ ισχυρισμό παράβαση του άρθρου 117(β) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5) και τους κάλεσε σε απολογία. Ως οι λεπτομέρειες αδικήματος, ουσιώδης χρόνος για τη διάπραξη των αδικημάτων είναι η 22/2/
  1. Επομένως, οι διατάξεις που τυγχάνουν εφαρμογής είναι οι διατάξεις του πιο πάνω αναφερόμενου Νόμου, ως είχαν πριν από την τροποποίησή τους από το Νόμο 61(Ι)/2015, στις 7/5/
  2. Στα πλαίσια παρουσίασης της υπόθεσης, έδωσαν μαρτυρία τρεις μάρτυρες. Ο Στέλιος Ευτυχίου, ο οποίος εργάζεται στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, στον κλάδο πτωχεύσεων, ο ίδιος ο Παραπονούμενος και ο Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου, «κουνιάδος» του Παραπονουμένου. Ο Στέλιος Ευτυχίου (MK1) στα πλαίσια της μαρτυρίας του, κατέθεσε ως τεκμήρια, τo Διάταγμα Παραλαβής της περιουσίας του Κατηγορούμενου 2, ημερομηνίας 23/2/2006 (Τεκμήριο 4), το Διάταγμα Πτώχευσης του Κατηγορούμενου 2, ημερομηνίας 15/9/2008 (Τεκμήριο 5), την επιστολή ημερομηνίας 13/12/2006, προς τον Κατηγορούμενο 2 από τον Επίσημο Παραλήπτη με την οποία του ζητούν να υποβάλει έκθεση κατάστασης της περιουσίας του (Τεκμήριο 6). Επίσης σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3, κατέθεσε ως τεκμήρια το Διάταγμα Παραλαβής της περιουσίας του ημερομηνίας 23/12/2005 (Τεκμήριο 7), το Διάταγμα Πτώχευσης του ημερομηνίας 27/3/2009 (Τεκμήριο 8), την επιστολή ημερομηνίας 3/2/2006, προς τον Κατηγορούμενο 3 από τον Επίσημο Παραλήπτη με την οποία του ζητούν να υποβάλει έκθεση κατάστασης της περιουσίας του (Τεκμήριο 9), την Έκθεση Καταστάσεως της Περιουσίας του Κατηγορουμένου 3 (Τεκμήριο 10) και τέλος Διάταγμα ημερομηνίας 8/4/2013 με το οποίο ακυρώνεται το διάταγμα παραλαβής του Κατηγορουμένου 3 (Τεκμήριο 11). Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Παραπονούμενος. Μεταφέροντας επιγραμματικά την εκδοχή του Παραπονουμένου, αυτή μπορεί να συνοψισθεί στα ακόλουθα. Στο τέλος του 2009 αποφάσισε να αγοράσει αυτοκίνητο και αποτάθηκε ως προς τούτο στον κουνιάδο του. Ο κουνιάδος του, του πρότεινε να τον πάρει στη μάντρα αυτοκινήτων κάποιου φίλου. Αρχές του 2010 πήγανε στη μάντρα αυτοκινήτων «Trakoshis Motors». Εκεί ήταν παρόντες οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 και ο αδερφός του Κατηγορουμένου
  3. Τους είπε ότι θέλει να αγοράσει αυτοκίνητο καθαρό και όχι finance. Τελικά το Φεβρουάριο 2010 ο Κατηγορούμενος 2 τον πήρε τηλέφωνο από την Αγγλία και του είπε ότι του βρήκε αυτοκίνητο για το ποσό των €16.
  4. Ο Κατηγορούμενος 2 του έδωσε αριθμό τράπεζας και ΙΒΑΝ στο όνομα Παναγιώτης Αριστείδου για να καταθέσει τα χρήματα. Κατάθεσε δε ως Τεκμήριο 12, τη σχετική απόδειξη του εν λόγω εμβάσματος. Την ίδια μέρα που έκανε το έμβασμα, ο Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου (κουνιάδος του) πήγε στη μάντρα αυτοκινήτων «Trakoshis Motors» και πήρε την απόδειξη Τεκμήριο
  5. Το αυτοκίνητο τελικά ουδέποτε ήρθε. Σε συζητήσεις που είχε με τους Κατηγορουμένους 2 και 3, αυτοί τον διαβεβαίωναν ότι θα έρθει το αυτοκίνητο και ότι σε διαφορετική περίπτωση θα του επιστρέψουν τα χρήματά του. Τελικά ο κατηγορούμενος 2 του είπε ότι το αυτοκίνητο δεν θα έρθει και του πρότεινε να του δώσει άλλο αυτοκίνητο ίσης αξίας. Ο Παραπονούμενος αποδέχτηκε και ο Κατηγορούμενος 2 του έδωσε αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής του προτεινόμενου προς μεταβίβαση αυτοκινήτου και πιστοποιητικό ασφάλισης (Τεκμήριο 14 και 15). Τελικά ουδέποτε του το μεταβίβασε. Ο Παραπονούμενος δε γνώριζε ότι οι Κατηγορούμενοι ήταν πτωχεύσαντες και ούτε τον ενημέρωσαν αναφορικά με το γεγονός αυτό. Κατά την αντεξέτασή του, διευκρίνισε ότι το μόνο ποσό που έδωσε σε σχέση με το αυτοκίνητο, ήταν το έμβασμα που έκανε στον Παναγιώτη Αριστείδου (Τεκμήριο 12). Δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει θετικά κατά πόσο την πρώτη φορά που πήγε στη μάντρα ήταν εκεί και ο Κατηγορούμενος
  6. Ήταν βέβαιος ότι ήταν παρών ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος ήταν το άτομο με το οποίο μιλούσε για το ζήτημα του αυτοκινήτου που ανέμενε. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου (MK2), κουνιάδος του Παραπονουμένου. Σύμφωνα με τα όσα δήλωσε, κατά το έτος 2009 όταν ο Παραπονούμενος του είπε ότι ψάχνει μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, του σύστησε τη μάντρα αυτοκινήτων κάποιου φίλου του (Κατηγορούμενος 2). Πήγαν μαζί στη μάντρα αυτοκινήτων «Trakoshis Motors». Εκεί παρόντες ήταν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 και ο αδερφός του Κατηγορουμένου
  7. Εκείνη τη μέρα δεν βρήκαν στη «μάντρα» αυτοκίνητο όπως το ήθελε ο Παραπονούμενος. Το Φεβρουάριο 2010, ο Κατηγορούμενος 2, τηλεφώνησε από την Αγγλία στο μάρτυρα και του είπε ότι βρήκε αυτοκίνητο και καταλήξανε στο ποσό των €16.
  8. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος 2 μίλησε απευθείας με τον Παραπονούμενο, του έδωσε αριθμό λογαριασμού τρίτου ατόμου, έγινε το έμβασμα και ο Παραπονούμενος περίμενε το αυτοκίνητο το οποίο ουδέποτε ήρθε. Σε μεταγενέστερο στάδιο όταν πήγε μαζί με τον Παραπονούμενο στους Κατηγορουμένους προκειμένου να συζητήσουν το όλο ζήτημα, ο Κατηγορούμενος 3, τους καθησύχαζε λέγοντάς τους ότι εάν χρειαστεί θα πωλήσει οικόπεδο για να επιστρέψει τα χρήματα. Κατά την αντεξέτασή του, δεν ήταν σε θέση να πει με βεβαιότητα κατά πόσο την πρώτη φορά που πήγε με τον Παραπονούμενο στη μάντρα ήταν παρών ο Κατηγορούμενος
  9. Ήταν βέβαιος για την παρουσία του Κατηγορουμένου 2, αλλά για τον Κατηγορούμενο 3 δεν θυμότανε ακριβώς. Τελικά, στο τέλος της αντεξέτασής του, δήλωσε ότι τον Κατηγορούμενο 3 τον είδαν μια φορά όταν πήγαν με τον Παραπονούμενο στο σπίτι του ένα βράδυ, για να μιλήσουν για το όλο ζήτημα και τότε ήταν που τους είπε ότι θα πωλήσει ακίνητο για να τους επιστρέψει τα χρήματα. Τα πιο πάνω είναι η μαρτυρία που δόθηκε προς απόδειξη της υπόθεσης του Παραπονουμένου. Το Δικαστήριο, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 74
(1)(γ) του Κεφ.155, έκρινε ότι στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 στη δεύτερη και τέταρτη κατηγορία και σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3 σε σχέση με την τέταρτη κατηγορία και τους κάλεσε σε απολογία. Αφού κλήθηκαν σε απολογία οι Κατηγορούμενοι, τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους και επέλεξαν να δώσουν μαρτυρία ενόρκως. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο Κατηγορούμενος 2 κατέθεσε Γραπτή Δήλωση, Έγγραφο Γ. Σύμφωνα με τα όσα δηλώνει στη Γραπτή του Δήλωση, από το 2007 εργάζεται στην εταιρεία «Trakoshis Motors», ως υπεύθυνος πωλήσεων. Αρχές του 2010, ο Παραπονούμενος μαζί με άλλο άτομο τον Κωνσταντίνου (ΜΚ2), πήγαν στην εν λόγω μάντρα αυτοκινήτων. Ο Παραπονούμενος ήθελε να αγοράσει αυτοκίνητο. Στη «μάντρα» δεν υπήρχε αυτοκίνητο της αρεσκείας του. Ο ΜΚ2, ο οποίος τυγχάνει στενός φίλος του Κατηγορουμένου 2, γνώριζε για προγραμματισμένο ταξίδι του στην Αγγλία για λόγους υγείας του πατέρα του και του ζήτησε, όπως κατά τη διάρκεια που θα ήταν στην Αγγλία να επικοινωνήσει με άτομο επονόματι Παναγιώτη Αριστείδου, ο οποίος ασχολείται με μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, προκειμένου να διαπιστώσει εάν υπήρχε διαθέσιμο αυτοκίνητο για τον Παραπονούμενο. Κατά την παραμονή του στην Αγγλία, έφερε σε επαφή τον ΜΚ2 με τον Αριστείδου, οι οποίοι συμφώνησαν για την αγορά αυτοκινήτου. Το τίμημα πώλησης απεστάλη απευθείας στον Αριστείδου. Όταν επέστρεψε στην Κύπρο, αντιλήφθηκε ότι ο ΜΚ2 πήρε απόδειξη από την «Trakoshis Motors». Η θέση του είναι ότι ουδέποτε ο ίδιος προσωπικά ή σαν υπάλληλος της εταιρείας ανέλαβε να βρει αυτοκίνητο για τον Παραπονούμενο. Κατά την αντεξέταση του, διευκρίνισε ότι το «Trakoshis Motors» είναι εμπορική επωνυμία. Ο πεθερός του, έδωσε χρήματα στην πρώην γυναίκα του (πρώην κατηγορουμένη 1) και στον αδελφό της και δημιουργήθηκε η μάντρα. Η θέση του δικηγόρου του Παραπονουμένου, ήταν ότι η μάντρα έφερε το επώνυμό του, λόγω του ότι εκεί εργαζόταν ο ίδιος, ο αδερφός του και ο πατέρας του. Ο Κατηγορούμενος 2 διαφώνησε με τη θέση αυτή. Η «μάντρα» άνηκε στην τότε γυναίκα του και στον αδερφός της. Ο ίδιος ήταν υπάλληλος. Εξήγησε επίσης ότι ο ΜΚ2, γνώριζε τον Παναγιώτη Αριστείδου επειδή στο παρελθόν είχαν πάει μαζί Αγγλία όπου ο ΜΚ2 αγόρασε από τον Αριστείδου 2 φορτηγά και ένα άλλο όχημα. Επειδή ο ΜΚ2 ήταν πολύ στενός του φίλος, για αυτό πήρε τον Παραπονούμενο στη «μάντρα» του. Γνώριζε ότι δεν θα τους έπαιρνε προμήθεια. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος κατά την αντεξέτασή του, είπε στον ΜΚ2: «ρε Κότσιο αν ένει να ρωτήσουμε τον Παναή , αν έσσει κανένα τέθκοιο να μιλήσετε μαζί του να το φέρετε, αφού εν θα πιάω λεφτά που λλόου σας τζιαι ξέρετέ το». Του έγιναν ερωτήσεις σε σχέση με τον τρόπο που διεξάγονταν οι εργασίες στην «Trakoshis Motors» και εξήγησε ότι από κοινού με την πρώην γυναίκα του και τον αδελφό της, έψαχναν στο διαδίχτυο, εύρισκαν αυτοκίνητα και μετά πήγαιναν Αγγλία τα αγόραζαν και τα έφερναν στην Κύπρο για πώληση στη μάντρα. Δεν εξυπηρετούσαν μεμονωμένους πελάτες, παρά μόνο εάν τύγχανε να είχαν συγκεκριμένο αίτημα σε περίοδο που θα πήγαιναν ούτως ή άλλως Αγγλία. Στην περίπτωση του Παραπονουμένου, δε μεσολάβησε για να φέρει αυτοκίνητο για αυτόν. Τον έφερε σε επαφή με τον Αριστείδου, το τίμημα πώλησης καταβλήθηκε με έμβασμα απευθείας στον Αριστείδου και ο ίδιος ή η «Trakoshis Motors» δεν είχαν καμία σχέση. Αναφορικά με την απόδειξη της «Trakoshis Motors» προς τον Παραπονούμενο (Τεκμήριο 13), η θέση του ήταν ότι ο ίδιος δε γνώριζε τίποτα για την έκδοση της, εφόσον το χρονικό διάστημα που εκδόθηκε ήταν στην Αγγλία. Την απόδειξη την πήρε ο ίδιος ο Παραπονούμενος από τον αδερφό της γυναίκας του. Ο αδερφός της γυναίκας του στην αρχή αρνήθηκε αλλά μετά από έντονες πιέσεις από τον Παραπονούμενο προχώρησε στην έκδοση της απόδειξης Τεκμήριο
  1. Ο αδερφός της γυναίκας του ήταν τότε 19 ετών και ξεκίνησε να δουλεύει στην επιχείρηση περίπου 5 με 6 μήνες πριν. Ο δικηγόρος της υπεράσπισης επίσης του υπέβαλε θέση ότι, ο λόγος που δημιουργήθηκε η επωνυμία «Trakoshis Motors» ήταν επειδή ο ίδιος ήταν πτωχεύσας και για αυτό δημιουργήθηκε η επωνυμία προκειμένου να μπορεί να διεξάγει εργασίες. Αν όντως ήταν της γυναίκας του και του αδερφούς της, το πιο λογικό θα ήταν να ήταν στο όνομά τους, Κονναρή. Ο Κατηγορούμενος 2 διαφώνησε. Ακολούθησε η μαρτυρία του Κατηγορουμένου
  2. Σύμφωνα με τη Γραπτή του Δήλωση-Έγγραφο Δ, δηλώνει ότι είναι πατέρας του Κατηγορουμένου 2 και ότι η επωνυμία «Trakoshis Motors» ήταν γραμμένη στο όνομα της Μαρίας (πρώην γυναίκας του Κατηγορουμένου 2), γιατί ο Κατηγορούμενος 2 ήταν πτωχεύσαντας. Στην εν λόγω επιχείρηση δούλευε ο Κατηγορούμενος
  3. Ο ίδιος μπορούσε να περάσει από εκεί πηγαίνοντας να δει τα εγγόνια του, εφόσον το σπίτι του γιου του ήταν κοντά στη μάντρα. Το Φεβρουάριο 2010 πήγε στην Αγγλία για λόγους υγείας. Τον συνόδευσαν οι 3 γιοι του, μεταξύ των οποίων, ο Κατηγορούμενος
  4. Ο ίδιος δεν γνώριζε εάν είχε γίνει κάποια συμφωνία με τον Παραπονούμενο και το γιο του, εφόσον ο Κατηγορούμενος 2, δεν έδινε λογαριασμό σε κανένα. Έμαθε σε μεταγενέστερο στάδιο για τα τεκταινόμενα και αρνείται ότι έδωσε την παραμικρή υπόσχεση ότι θα έδιδε χρήματα. Απορρίπτει περαιτέρω κάθε ισχυρισμό σε σχέση με το ότι κατά τη διάρκεια που τελούσε σε πτώχευση ασχολήθηκε με οποιοδήποτε επάγγελμα. Πριν αντεξεταστεί ο Κατηγορούμενος 2 από το δικηγόρο των Παραπονουμένων, ερωτήθηκε ο δικηγόρος του Κατηγορούμενου 2 κατά πόσον επιθυμούσε να τον αντεξετάσει. Αφού ο δικηγόρος του Κατηγορουμένου 2 απάντησε αρνητικά, ακολούθησε η αντεξέταση του Κατηγορουμένου 3 από τον δικηγόρο του Παραπονουμένου. Κατά την αντεξέταση του, διευκρίνισε ότι μετά που έγινε η επωνυμία «Trakoshis Motors», ρώτησε το λόγο και η εξήγηση που του δώθηκε ήταν επειδή ο Χριστόδουλος (Κατηγορούμενος 2 είναι πτωχεύσαντας). Ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με τη μάντρα και σπάνια πήγαινε εκεί. Γνωρίζει ότι ο Κατηγορούμενος 2 πήγαινε στην Αγγλία για να φέρει αυτοκίνητα, αλλά δε γνωρίζει οτιδήποτε άλλο για τις δουλειές του. Τα πιο πάνω συνιστούν συνοπτική καταγραφή της μαρτυρίας η οποία δόθηκε στα πλαίσια της υπό εξέταση υπόθεσης. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των μερών, με κάθε πλευρά να προβάλλει επιχειρήματα προς ανάδειξη της τοποθέτησής της. Έχω διεξέλθει με προσοχή τις αγορεύσεις όλων των μερών. Εάν και εφόσον χρειαστεί, ειδική αναφορά στις αγορεύσεις θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο. Προχωρώ αμέσως πιο κάτω στην αξιολόγηση των μαρτύρων, έχοντας πάντοτε κατά νου τις αρχές που διέπουν τη διαδικασία αξιολόγησης της μαρτυρίας, όπως αυτές έχουν καθοριστεί από την πλούσια επί του θέματος νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Τσεκούρα ν Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.180/10, ημ. 11.10.2012, Ιωάννου ν Παλάζη 1(Α) ΑΑΔ276 κ.α. Miorage v Radivojenik
(1998)1 (Β) ΑΑΔ614, Αθανασίου και Άλλος ν Κουνούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614). Ο Παραπονούμενος σε μια γενική αξιολόγηση της όλης συμπεριφοράς του όταν έδιδε μαρτυρία, θα έλεγα ότι άφησε θετική εντύπωση. Στο περισσότερο μέρος που έδιδε μαρτυρία, υπήρξε συγκεκριμένος με σαφείς τοποθετήσεις και έδιδε άμεσες απαντήσεις. Στο σύνολό της η μαρτυρία του κρίνεται πειστική. Για εκείνο που δεν έπεισε το Δικαστήριο και ήταν και στο μόνο σημείο, που αποκλίνει η μαρτυρία του από τη συνολική καλή εντύπωση που άφησε, ήταν όταν αναφερόταν στον Κατηγορούμενο
  1. Σε σχέση και μόνο με τον Κατηγορούμενο 3, δημιούργησε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να τον εντάξει στο όλο περιστατικό από την αρχή. Εξού και κατά την κυρίως εξέταση του, τοποθετεί τον Κατηγορούμενο 3 παρόντα κατά την πρώτη του επίσκεψη στη μάντρα και τον παρουσιάζει ενεργό σε όλη τη διαδικασία. Κατά την αντεξέτασή του, διαφοροποίησε τη θέση του αυτή. Πλέον δεν αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος 3 ήταν παρών κατά την πρώτη του επίσκεψη στη μάντρα ή δηλώνει ότι δεν είναι σε θέση να πει σίγουρα αν ο Κατηγορούμενος 3 ήταν παρών. Η μόνη συμμετοχή που αποδίδει στον Κατηγορούμενο 3, στα τεκταινόμενα της όλης υπόθεσης, είναι την κατ΄ ισχυρισμό υπόσχεσή του να πωλήσει ακίνητο προκειμένου να επιστραφούν στον Παραπονούμενο τα χρήματά του. Παρά την πιο πάνω αντίφαση στην οποία υπέπεσε, το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του και παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του. Επισημαίνω περαιτέρω ότι η όλη εκδοχή που παρουσίασε δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία της. Υπήρξε κοινή θέση όλων των μερών, ότι ο Παραπονούμενος αποτάθηκε στον Κατηγορούμενο 2, μέσω του ΜΚ2, ο οποίος είναι άντρας της αδερφής του Παραπονουμένου και αδελφικός φίλος του Κατηγορουμένου
  2. Ο Παραπονούμενος και ο ΜΚ2, είναι με τον Κατηγορούμενο 2 που μιλούσαν για το θέμα του αυτοκινήτου που επιθυμούσε να αγοράσει ο Παραπονούμενος. Επίσης αναντίλεκτη παρέμεινε και η θέση του Παραπονουμένου ότι το άτομο στο οποίο του είπε ο ΜΚ2 ότι θα πήγαιναν για να δουν αυτοκίνητα είναι ο Κατηγορούμενος
  3. Τέλος χωρίς αμφισβήτηση παρέμεινε και το γεγονός ότι ο Παραπονούμενος με το άτομο το οποίο συνεργάστηκε τελικά για να αγοράσει το αυτοκίνητο, ήταν κάποιος Παναγιώτης Αριστείδου, ο οποίος είναι και το άτομο στο οποίο έγινε το έμβασμα του επίδικου ποσού ως το Τεκμήριο 12 . Η μαρτυρία του Στέλιου Ευτυχίου δεν αμφισβητήθηκε. Τα όσα ανάφερε προκύπτουν από το αρχείο και τους φακέλους οι οποίοι τηρούνται στην υπηρεσία του. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητά της και συγκεκριμένα ότι, στις 23/2/2006 εκδόθηκε Διάταγμα Παραλαβής της περιουσίας του Κατηγορούμενου 2 και στις 15/9/2008 Διάταγμα Πτώχευσης του. Στις 13/12/2006, απεστάλη επιστολή προς τον Κατηγορούμενο 2 από τον Επίσημο Παραλήπτη με την οποία του ζητούν να υποβάλει έκθεση κατάστασης της περιουσίας του (Τεκμήρια 4, 5 και 6 αντίστοιχα). Στις 23/12/2005 εκδόθηκε Διάταγμα Παραλαβής της περιουσίας του Κατηγορούμενου 3, και στις 27/3/2009 Διάταγμα Πτώχευσης του. Στις 3/2/2006 απεστάλη επιστολή προς τον Κατηγορούμενο 3 από τον Επίσημο Παραλήπτη με την οποία του ζητούν να υποβάλει έκθεση κατάστασης της περιουσίας του (Τεκμήρια 7, 8 και 9 αντίστοιχα). Στις 8/4/2013 με σχετικό διάταγμα, ακυρώθηκε το διάταγμα παραλαβής του Κατηγορουμένου 3 (Τεκμήριο 10). Ο δεύτερος μάρτυρας Κατηγορίας Κωνσταντίνου, επίσης προκάλεσε θετική εντύπωση. Συμφώνησε πως με δική του πρωτοβουλία, πήρε τον Παραπονούμενο να βρει αυτοκίνητο στην μάντρα «Trakoshis Motors». Τα γεγονότα τα οποία ανέφερε, δεν τελούν σε διάσταση με τα γεγονότα όπως τα παρουσίασε ο ίδιος ο Παραπονούμενος, αλλά ούτε και αμφισβητηθήκαν στην ουσία τους. Το ότι μαζί με τον Παραπονούμενο επισκέφτηκαν τη μάντρα για να βρουν αυτοκίνητο για τον Παραπονούμενο είναι αποδεκτό. Το ότι δεν υπήρχε διαθέσιμο αυτοκίνητο της αρεσκείας του Παραπονουμένου εκείνη τη μέρα, επίσης είναι αποδεκτό. Το ότι τελικώς δοθήκαν χρήματα, μέσω εμβάσματος σε κάποιον Παναγιώτη, ως το Τεκμήριο 12, προκειμένου να αγοράσει από την Αγγλία αυτοκίνητο και να το στείλει στην Κύπρο επίσης είναι αποδεκτό. Το ότι ουδέποτε παραδόθηκε αυτοκίνητο στον Παραπονούμενο επίσης είναι παραδεκτό. Ως προς τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αντίστοιχες διαπιστώσεις. Το μόνο για το οποίο δεν έπεισε ο Κωνσταντίνου, είναι για την παρουσία του Κατηγορουμένου 3 στη μάντρα κατά την πρώτη του επίσκεψη. Με την κυρίως εξέταση του, τοποθετεί τον Κατηγορούμενο στην μάντρα κατά την πρώτη επίσκεψή τους εκεί, αργότερα όμως περιορίζει το ρόλο του Κατηγορουμένου 3, σε συζήτηση προκειμένου να εξευρεθεί λύση στο όλο ζήτημα με τον Κατηγορούμενο 3, κατ΄ ισχυρισμό να προτείνει όπως πωλήσει ακίνητη περιουσία του, προκειμένου να αποζημιώσει τον Παραπονούμενο. Ο Κατηγορούμενος 2, άφησε αρνητική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απέφευγε να απαντά στις ερωτήσεις που του γίνονταν, αρκετές φορές αντί να απαντήσει σε ερώτηση, ρωτούσε πίσω. Επίσης η μαρτυρία του υπήρξε επιτηδευμένη. Όταν του γινόταν απευθείας ερώτηση αναφορικά με το ρόλο που διαδραμάτιζε στη μάντρα αυτοκινήτων «Trakoshis Motors», οι απαντήσεις του ήταν πολύ προσεκτικές, σε μια προσπάθεια να παραμείνει εντός των παραμέτρων που έθεσε, ότι δηλαδή η μάντρα ήταν της γυναίκας του και του αδερφού της και ο ίδιος ήταν απλός υπάλληλος. Όταν όμως ερωτάτο για ζητήματα άλλα, τότε με τις απαντήσεις του ανέτρεπε τον ρόλο με τον οποίο προσδιόρισε τον εαυτό του. Δηλαδή, από την μια λέει ότι ήταν απλός υπάλληλος, από την άλλη δείχνει ότι ο ίδιος πήρε πρωτοβουλία και είπε στον ΜΚ2 Κωνσταντίνου, ότι «ξέρεις ότι δεν θα σε χρεώσω», αφήνοντας ξεκάθαρα να νοηθεί ότι τέτοιες αποφάσεις είναι από αυτόν που λαμβάνονταν. Επίσης, λέει ότι η επωνυμία «Trakoshis Motors» δημιουργήθηκε το 2007, όταν ο πεθερός του χρηματοδότησε επιχείρηση στην οποία θα δούλευε η κόρη του και ο γιος του. Δήλωσε επίσης ότι οι αποφάσεις λαμβάνονταν από κοινού από τους τρεις τους. Κατά την αντεξέτασή του είπε ότι, ο αδερφός της γυναίκας του, ξεκίνησε να εργάζεται στη μάντρα έξι μήνες πριν το συμβάν, ήτοι μέσα του 2009 και ότι τότε ήταν μόλις 19 ετών και δεν γνώριζε καλά τη δουλειά. Επομένως, εύλογα γεννάται το ερώτημα, πως γίνεται να έπαιρναν μαζί αποφάσεις από το 2007, όταν ο αδερφός της πρώην γυναίκας του ξεκίνησε να δουλεύει μαζί τους, 2 έτη μετά την ίδρυση της «Trakoshis Motors». Η όλη υφή και ποιότητα της μαρτυρίας του, δεν έπεισε. Η όλη στάση και συμπεριφορά του, δεν δείχνουν τον υπάλληλο, ως τον οποίο ήθελε να παρουσιάσει τον εαυτό του. Η όλη μαρτυρία του, μάλλον καταδεικνύει το αντίθετο, ήτοι το άτομο ο οποίος ήταν καθόλα υπεύθυνος και είχε τον έλεγχο της «Trakoshis Motors». Επίσης και για το ίδιο το συμβάν, όλες οι επαφές και οι συνομιλίες έγιναν μαζί του και σε κανένα σημείο κάνει αναφορά στην πρώην γυναίκα του, η οποία ήταν η «ιδιοκτήτρια» ενώ ο ίδιος ένας «απλός υπάλληλος». Η όλη συμπεριφορά και οι απαντήσεις του δείχνουν άτομο το οποίο δεν ήρθε στο Δικαστήριο προκειμένου να πει την αλήθεια. Ενδεικτικά αναφέρω, ότι στην παράγραφο 13 της Γραπτής του Δήλωσης (Έγγραφο Γ), αναφέρει ότι ο Κωνσταντίνου (ΜΚ2), ήταν το άτομο το οποίο πήρε την απόδειξη Τεκμήριο
  4. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του, όχι μόνο διαφοροποίησε την πιο πάνω θέση του, λέγοντας ότι την απόδειξη την πήρε ο ίδιος ο Παραπονούμενος, εμπλούτισε μάλιστα τη νέα εκδοχή που πρόσφερε, λέγοντας ότι όταν ο Παραπονούμενος πήγε στη μάντρα, συζήτησε με τον αδερφό της γυναίκας του και ήταν ιδιαίτερα επίμονος προκειμένου να εξασφαλίσει την απόδειξη. Σημειώνω ότι η εκδοχή που αρχικά παρουσίασε, συνέπιπτε και με τη μαρτυρία του Παραπονουμένου και του Κωνσταντίου (ΜΚ2), ότι δηλαδή ο Κωνσταντίνου ήταν το άτομο το οποίο πήρε το Τεκμήριο 13, χωρίς η θέση αυτή των πιο πάνω, να αμφισβητηθεί κατά την αντεξέτασή τους, ή να τους υποβληθεί το αντίθετο. Ο Κατηγορούμενος 3, προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Με ειλικρίνεια ανέφερε ότι σύμφωνα με τα όσα του ανάφερε ο γιος του, Κατηγορούμενος 2, η εταιρεία «Trakoshis Motors», δημιουργήθηκε για να μπορεί να κάνει ο γιος του τις δουλειές του, επειδή ήταν πτωχεύσαντας. Έπεισε ότι ο ίδιος δε γνώριζε ακριβώς για τις δουλειές του γιου του. Επίσης, μετά από την αξιολόγηση της μαρτυρίας των Παραπονουμένου και ΜΚ2, αποκλείστηκε η παρουσία του Κατηγορουμένου 3 στη μάντρα την ημέρα που πήγε εκεί πρώτη φορά ο Παραπονούμενος με τον ΜΚ2, Κωνσταντίνου. Έχοντας πιο πάνω αξιολογήσει τη μαρτυρία, τα ευρήματά μου είναι τα ακόλουθα. Ο Κατηγορούμενος 2, Χριστόδουλος Τρακοσιή, με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15/9/2008, κηρύχθηκε σε πτώχευση. Κατά την επίδικη περίοδο ήταν πτωχεύσας και το γνώριζε. Ο Κατηγορούμενος 3, Ανδρέας Τρακοσιή, με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27/3/2009, κηρύχθηκε σε πτώχευση. Κατά την επίδικη περίοδο ήταν πτωχεύσας και το γνώριζε. Αρχές του έτους 2010, ο Παραπονούμενος κατόπιν προτροπής του Κ. Κωνσταντίνου (ΜΚ2), επισκέφθηκε τη μάντρα αυτοκινήτων «Trakoshis Motors», προκειμένου να αγοράσει μεταχειρισμένο αυτοκίνητο. Ο λόγος που πήγαν στη συγκεκριμένη μάντρα, ήταν η στενή φιλική σχέση του Κατηγορουμένου 2 με τον ΜΚ
  5. Στη «μάντρα» εκείνη την ημέρα παρών ήταν ο Κατηγορούμενος
  6. Ο Κατηγορούμενος 3 δεν ήταν παρών. Ο Κατηγορούμενος 2 δεν τους είπε ότι ήταν πτωχεύσαντας ούτε ότι ήταν απλά υπάλληλος στη μάντρα. Η πώληση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, ήταν η επαγγελματική απασχόληση του Κατηγορούμενου 2 για το χρονικό διάστημα που καλύπτει η ενώπιον μου μαρτυρία (αυτήν ήταν η επαγγελματική του απασχόληση την οποία γνώριζαν οι φίλοι του και η οικογένειά του, στα πλαίσια της δραστηριότητας του αυτής πήγαινε συχνά στην Αγγλία για την εισαγωγή μεταχειρισμένων αυτοκινήτων στην Κύπρο). Κατά την πρώτη του επίσκεψη στη «μάντρα» ο Παραπονούμενος δε βρήκε αυτοκίνητο. Ο Κατηγορούμενος 2, ενώ ήταν σε ταξίδι στην Αγγλία, επικοινώνησε με τον ΜΚ2 και του πρότεινε όπως ο Παραπονούμενος μιλήσει με κάποιον Παναγιώτη Αριστείδου ο οποίος ασχολείτο με μεταχειρισμένα αυτοκίνητα. Ο Κατηγορούμενος 2, όντως έφερε σε επαφή τον ΜΚ2 και τον Παραπονούμενο με τον Αριστείδου. Συμφώνησαν να προχωρήσουν με την αγορά αυτοκινήτου και έστειλαν απευθείας τα χρήματα στον Αριστείδου. Ο ΜΚ2 πήγε στην «Trakoshis Motors» και εξασφάλισε την απόδειξη Τεκμήριο
  7. Το αυτοκίνητο ουδέποτε ήρθε στην Κύπρο. Από την μέρα που πήγε στην «Trakoshis Motors» και έκτοτε ο Παραπονούμενος μιλούσε και συζητούσε για το ζήτημα αποκλειστικά με τον Κατηγορούμενο
  8. Με τον Κατηγορούμενο 3 μίλησε σε μια περίπτωση, όταν τον επισκέφτηκε μαζί με τον ΜΚ2 για να ζητήσουν τη βοήθειά του προκειμένου να πάρει πίσω τα λεφτά του. Ως υπεύθυνος της επιχείρησης καθόλη τη διάρκεια του επίδικου επεισοδίου παρουσιαζόταν ο Κατηγορούμενος
  9. Η γυναίκα του (πρώην Κατηγορούμενη 1), καμία εμπλοκή είχε και η μόνη ανάμειξη του αδερφού της, ήταν κατά την έκδοση της απόδειξης-Τεκμήριο
  10. Προχωρώ στην ανάλυση της νομικής πτυχής του ζητήματος, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο η πλευρά του Παραπονουμένου, έχει αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον των Κατηγορουμένων 2 και
  11. Η πρώτη κατηγορία (δεύτερη στο κατηγορητήριο) που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2, αναφέρεται στο άρθρο 117 (α) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, το οποίο αφορά εξασφάλιση πίστωσης από πτωχεύσαντα ο οποίος δεν αποκαταστάθηκε (ως είχε πριν από την τροποποίηση): Εξασφάλιση πίστωσης από πτωχεύσαντες που δεν αποκαταστάθηκαν
  12. Όταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε- (α) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλο πρόσωπο εξασφαλίζει πίστωση στην έκταση των δέκα λιρών ή πέραν των δέκα λιρών από πρόσωπο χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε ή είναι ένοχος αδικήματος και με καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού συνίστανται: (α) εξασφάλιση πίστωσης πέραν των ΛΚ10 (β) από πτωχεύσαντα ο οποίος δεν αποκαταστάθηκε (γ) χωρίς να πληροφορήσει ότι είναι πτωχεύσας Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας: «Ο κατηγορούμενος 2 στις 22/2/2010 στη Λευκωσία της επαρχίας Λευκωσίας, ενώ κηρύχθηκε πτωχεύσαντας στις 15/9/2008 και δεν αποκαταστάθηκε, είτε μόνος του είτε από κοινού με τους κατηγορούμενους 1&3 εξασφάλισε πίστωση από τον Παραπονούμενο πέραν των ΛΚ10 (€17,09), χωρίς να πληροφορήσει τον Παραπονούμενο-πιστωτή του ότι ήταν μη αποκατασταθείς πτωχεύσας, δηλαδή είτε μόνος του είτε από κοινού με τους μη αποκατασταθέντες πτωχεύσαντες κατηγορούμενους 1&3, εξασφάλισε από ον παραπονούμενο πιστωτή €16.600 για να του φέρει όχημα από το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ είχε γνώση ότι ήταν πτωχεύσας και δεν τον πληροφόρησε περί τούτου». Το αδίκημα του άρθρου 117 (α), του Κεφ. 5, αυτό που κατατάσσει ως ποινικά κολάσιμο, είναι την εξασφάλιση πίστωσης από πτωχεύσαντα χωρίς προηγουμένως να ενημερώσει περί του γεγονότος ότι τελεί υπό πτώχευση. Εκείνο που ουσιαστικά καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο στα πλαίσια του άρθρου 117(α), είναι η παρασιώπηση, δηλαδή η παράλειψη ανακοίνωσης γεγονότος, η οποία, όπως κάθε αξιόποινη παράλειψη, προϋποθέτει υποχρέωση του κατηγορούμενου να ανακοινώσει το γεγονός και δυνατότητά του να το πράξει. Το αδίκημα του άρθρου 117(α) ουσιαστικά συνίσταται σε παράβαση νομικής υποχρέωσης του Κατηγορουμένου. Η μόνη υποχρέωση που τίθεται από το άρθρο 117(α), είναι θετική υποχρέωση, η οποία δεν τελεί υπό καμία αίρεση, προς το άτομο το οποίο είναι μη αποκατασταθείς πτωχεύσας, όπως πριν την εξασφάλιση πίστωσης πέρα του αναφερόμενου ποσού να ενημερώσει για το γεγονός της πτώχευσής του. Η μόνη πιθανή υπεράσπιση είναι η μη γνώση της έκδοσης του διατάγματος πτώχευσης (κάτι το οποίο δεν ισχύει στην υπό εξέταση περίπτωση). Το αδίκημα του άρθρου 117 (α) του Κεφ. 5, είναι αδίκημα, το οποίο θα έλεγα ότι συγκαταλέγεται στα αδικήματα αυστηρής ευθύνης. Ο νόμος απαιτεί, όπως όταν άτομο υπό πτώχευση λαμβάνει πίστωση πέραν των ΛΚ10 να πληροφορεί ότι είναι πτωχεύσας. Τίθεται επομένως από το ίδιο το άρθρο 117(α) μια υποχρέωση από το νόμο, παράβαση της οποίας στοιχειοθετεί το αδίκημα. «Τόσο το ίδιο το νομοθέτημα, όσο και το επιμέρους άρθρο 23, δημιουργούν αδίκημα αυστηρής ποινικής ευθύνης, της φύσης των γνωστών άλλως πως και ως ρυθμιστικών (regulatory) αδικημάτων, που αποβλέπουν στη ρύθμιση συμπεριφοράς πολιτών σε συγκεκριμένους τομείς κοινωνικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας. Σε τέτοιας φύσης αδικήματα η εγκληματική πρόθεση (mens rea) δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο.» AESTAS TRADING LTD κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 78/2014, 79/2014, 3/9/
  13. Αντίστοιχη πρόνοια με τη δική μας συναντάμε στο Αγγλικό Insolvency Act 1986, s. 360: "Section 360 is not subject to the defence of innocent intention under s.
  14. The offences re-enacted in s.360 have always been regarded as absolute. Thus, in Duke of Leinster [1924] 1 KB 311, it was held that D committed the offence even though his agent had been instructed to inform the creditor of D´s status and had failed to do so". Blackstone´s Criminal Practice, 2009 §B7.
  15. Στην υπό εξέταση περίπτωση, επομένως προκειμένου να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της σε σχέση με το αδίκημα αυτό, είναι η ύπαρξη διατάγματος πτώχευσης κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (προϋπόθεση η οποία πληρούται), γνώση του διατάγματος (επίσης προϋπόθεση η οποία πληρούται) και η εξασφάλιση πίστωσης πάνω των ΛΚ10, χωρίς να πληροφορήσει ότι είναι πτωχεύσαντας. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθειμένη μαρτυρία ως αυτή έχει αξιολογηθεί, δεν ικανοποιούμαι ότι ο Κατηγορούμενος 2 εξασφάλισε πίστωση από τον Παραπονούμενο. Ο Παραπονούμενος έχει καταθέσει το επίδικο ποσό σε λογαριασμό τρίτου ατόμου (Τεκμήριο 12). Επίσης η απόδειξη πληρωμής την οποία έχει λάβει (Τεκμήριο 13), για το εν λόγω ποσό έχει εκδοθεί από την «Trakoshis Motors». Η εν λόγω απόδειξη δεν έχει εκδοθεί από τον Κατηγορούμενο 2, αλλά από τον αδερφό της πρώην Κατηγορουμένης
  16. Επαναλαμβάνω ότι, το ποσό το οποίο δόθηκε για την αγορά του αυτοκινήτου, έχει καταβληθεί προς τρίτο άτομο. Δεν υπάρχει ενώπιον μου, οποιαδήποτε μαρτυρία με την οποία να μπορέσω να αχθώ στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος 2, έχει λάβει ο ίδιος το ποσό το οποίο κατατέθηκε στον Παναγιώτη Αριστείδου, ή ότι ο ίδιος προκάλεσε την πληρωμή του επίδικου ποσού στον Παναγιώτη Αρειστίδου προκειμένου να εισπράξει ο ίδιος το ποσό. Που και σε αυτή την περίπτωση το αδίκημα θα ήταν ίσως του άρθρου 118(α) του Κεφ.5 ή κάποιο άλλο αδίκημα. Από το ποσό αυτό ως η ενώπιον μου μαρτυρία, ο Κατηγορούμενος 2 δεν έχει πάρει τίποτα ή εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία, σύμφωνα με την οποία ο Κατηγορούμενος 2 εξασφάλισε για δικό του συμφέρον το επίδικο ποσό, ή έστω μέρος αυτού. Δεν διαφεύγει την προσοχή μου, ότι παρά το σχετικό υπαινιγμό του Παραπονουμένου (το τονίζω ότι πρόκειται περί υπαινιγμού και ότι καμία θετική μαρτυρία υπάρχει) κατά την αντεξέταση του Κατηγορουμένου 2, ουδεμία υποβολή του ετέθη ότι ο ίδιος έλαβε το επίδικο ποσό ή μέρος αυτού. Δεν διαφεύγει επίσης την προσοχή μου, ότι η θέση του Κατηγορουμενου 2, ήταν ότι ο ίδιος απλά μεσολάβησε για να φέρει σε επαφή τον Παραπονούμενο με τον Αριστείδου και ότι ο ίδιος δεν θα χρέωνε τίποτα. Αυτή η θέση του ότι δεν θα χρέωνε τίποτα, δεν αμφισβητήθηκε από το δικηγόρο του Παραπονουμένου και παρέμεινε αναντίλεκτη. Επομένως η μαρτυρία αξιολογούμενη δεν είναι τέτοια που να μπορεί στον απαιτούμενο βαθμό να στοιχειοθετήσει ότι ο Κατηγορούμενος 2 εξασφάλισε πίστωση από τον Παραπονούμενο. Στους Κατηγορουμένους 2 και 3, περαιτέρω αποδίδεται το αδίκημα του άρθρου 117(β) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5, σύμφωνα με το οποίο (ως είχε πριν από την τροποποίηση):
  17. Όταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε- (β) επιδίδεται σε εμπόριο ή διεξάγει εργασίες με άλλο όνομα από εκείνο με βάση το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση χωρίς να αποκαλύψει σε όλα τα πρόσωπα με τα οποία συναλλάσσεται επαγγελματικά το όνομα με βάση το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση, είναι ένοχος αδικήματος και με καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Συστατικά στοιχεία του πιο πάνω αδικήματος είναι: (α) πτωχεύσας ο οποίος δεν αποκαταστάθηκε (β) επιδίδεται σε εμπόριο ή διεξάγει εργασίες με άλλο όνομα από εκείνο με το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση, χωρίς να αποκαλύψει σε άτομο με το οποίο συναλλάσσεται επαγγελματικά ότι είναι πτωχεύσαντας. Είναι προφανής, πιστεύω, ο διαχωρισμός του αδικήματος του άρθρου 117 (β) του Κεφ,5, από το αδίκημα του άρθρου 117(α) του Κεφ.
  18. Ενώ σύμφωνα με το άρθρο 117(α), προκειμένου να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα θα πρέπει η συναλλαγή να έχει ολοκληρωθεί με την εξασφάλιση πίστωσης πέραν του αναφερόμενου ποσού, με το άρθρο 117(β), ο νομοθέτης απαγορεύει σε άτομο το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση να επιδίδεται σε εμπόριο ή να διεξάγει εργασίες με όνομα άλλο από εκείνο το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση, χωρίς να αποκαλύπτει περί του γεγονότος της πτώχευσής του. Είναι σαφές, από την ίδια τη διατύπωση και το όλο πνεύμα του άρθρου 117 του Κεφ. 5 ότι αυτό που επιχειρεί ο νομοθέτης είναι να αποτρέψει άτομα τα οποία είναι σε πτώχευση από το να επιδίδονται σε εμπορικές δραστηριότητες και περαιτέρω στα πλαίσια της δραστηριότητας να εξασφαλίζουν πίστωση, χωρίς να ενημερώνουν τον αντισυμβαλλόμενο για τη νομική τους κατάσταση (πτώχευση). Στην δε περίπτωση του άρθρου 117(β), δεν ενδιαφέρει το αποτέλεσμα της «συναλλαγής», εφόσον τυχόν ολοκλήρωση της συνιστά πίστωση και επομένως ενεργοποίηση του άρθρου 117(α). Αυτό που ενδιαφέρει προκειμένου να διαπιστωθεί παράβαση του 117(β), είναι κατά πόσον ο πτωχεύσας, χωρίς να αποκαλύπτει ότι είναι πτωχεύσας επιδίδεται σε εμπόριο ή διεξάγει δραστηριότητες με όνομα άλλο από αυτό με το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της τέταρτης κατηγορίας: «Η Κατηγορούμενη 1 μαζί με τους Κατηγορούμενους 2 και 3 στις 22/2/2010 από κοινού ή ο καθένας ξεχωριστά, στη Λευκωσία της επαρχίας Λευκωσίας, ενώ κηρύχθηκαν πτωχεύσαντες στις 15/10/2010, 15/9/2008 και 27/3/2009 αντίστοιχα και δεν αποκαταστάθηκαν, επιδίδονταν σε εμπόριο ή διεξήγαγαν εργασίες, με άλλο όνομα από εκείνο με βάση το οποίο κηρύχθηκαν σε πτώχευση χωρίς να αποκαλύψουν στον Παραπονούμενο με τον οποίο συναλλάσσονταν επαγγελματικά το όνομα με βάση το οποίο κηρύχτηκαν σε πτώχευση, δηλαδή διεξήγαγαν εργασίες ή εμπόριο υπό την εμπορική επωνυμία «TRAKOSHIS MOTORS» χωρίς να πληροφορήσουν τον παραπονούμενο το όνομά τους και ότι ήταν μη αποκατασταθέντες πτωχεύσαντες». Για το πιο πάνω αδίκημα έχουν κληθεί σε απολογία, τόσο ο Κατηγορούμενος 2 όσο και ο Κατηγορούμενος
  19. Για πρακτικούς κυρίως λόγους θα εξετάσω πρώτα, κατά πόσον έχει αποδειχτεί η υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου
  20. Ο Παραπονούμενος με τη μαρτυρία του κατά την κυρίως εξέτασή του τοποθετεί τον Κατηγορούμενο 3 παρόντα στη «μάντρα» κατά την πρώτη επίσκεψή του εκεί. Κατά την αντεξέτασή του, δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει την παρουσία του Κατηγορουμένου 3 κατά την πρώτη επίσκεψη του. Επίσης σε σχετικές ερωτήσεις κατά την αντεξέτασή τού, διευκρίνισε ότι ο ίδιος είναι με το Χρίστο που μιλούσε (εννοώντας τον Κατηγορούμενο 2). Ομοίως, ούτε ο Κωνσταντίνου (ΜΚ2), αναφέρεται στον Κατηγορούμενο 3 κατά την πρώτη επίσκεψή τους στη μάντρα αυτοκινήτων. Για εκείνο που συγκλίνει η μαρτυρία τόσο του Παραπονουμένου όσο και του ΜΚ2, σε σχέση με την ανάμιξη του Κατηγορουμένου 3 στην όλη υπόθεση, είναι ότι όταν μετά την «παραγγελία» του αυτοκινήτου και την καταβολή του αντιτίμου για την αγορά του, το αυτοκίνητο δεν ερχότανε στην Κύπρο, τότε μια νύχτα επισκέφτηκαν τον Κατηγορούμενο 3 στο σπίτι του και αυτός υποσχέθηκε στον Παραπονούμενο στην παρουσία του ΜΚ2, ότι θα πωλούσε ένα ακίνητο προκειμένου να επιστρέψει στον Παραπονούμενο τα χρήματά του. Αυτές όμως οι ενέργειες του Κατηγορουμένου 3, οι οποίες αναφέρονται σε χρόνο μετά την τέλεση του κατ΄ ισχυρισμό αδικήματος δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν στον απαιτούμενο βαθμό το αδίκημα το οποίο του αποδίδεται. Περαιτέρω ο οποιοσδήποτε συσχετισμός του και παρουσία του στο χώρο της μάντρας ως η θέση του κατά την αντεξέτασή του, ήταν επειδή το σπίτι του γιου του όπου ο ίδιος παρέδιδε τα εγγόνια του αφού τα παραλάμβανε από το σχολείο, ήταν πολύ κοντά στη μάντρα και μπορούσε αφήνοντας τα εγγόνια του στο σπίτι να περάσει από τη μάντρα. Η θέση του αυτή δεν αμφισβητήθηκε. Επίσης, ούτε ο Παραπονούμενος, ούτε ο ΜΚ2, Κωνσταντίνου αναφέρονται σε οποιαδήποτε συνομιλία ή επαφή τους με τον Κατηγορούμενο 3, ή οποιαδήποτε ενέργεια του Κατηγορουμένου 3, η οποία δυνατόν να εκληφθεί ως ενέργεια με την οποία επιδίδεται σε εμπόριο ή διεξάγει εργασίες με άλλο όνομα από εκείνο με το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση. Ο Παραπονούμενος είπε ότι ο λόγος που πήγε στη μάντρα «Trakoshis Motors», ήταν κατόπιν προτροπής του ΜΚ2, ο οποίος γνώριζε τον Κατηγορούμενο
  21. Ομοίως ο ΜΚ2, είπε ότι πρότεινε στον Παραπονούμενο να πάνε σε ένα φίλο, εννοώντας τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος πωλεί αυτοκίνητα. Ουδέποτε απέδωσαν με τη μαρτυρία τους, τη δραστηριότητα πώλησης των αυτοκινήτων στον Κατηγορούμενο
  22. Σε αυτό το στάδιο με τη μαρτυρία να αξιολογείται και από αυτή το Δικαστήριο να εξάγει ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν την υπόθεση, κρίνω ότι η μαρτυρία που έχει προσφερθεί σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3, δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί την καταδίκη του για το αδίκημα του άρθρου 117(β) του Κεφ.
  23. Ειδικότερα, η επωνυμία «Trakoshis Motors», σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ιδίου του Κατηγορουμενου 3, έχει δημιουργηθεί προκειμένου να διεξάγει εργασίες ο Κατηγορούμενος
  24. Δεν υπάρχει μαρτυρία, σε σχέση με εμπορική δραστηριότητα του Κατηγορουμένου 3, άρρητα συνδεδεμένη με την επωνυμία «Trakoshis Motors». Η μόνη συμμετοχή που αποδίδει στον Κατηγορούμενο 3, στα τεκταινόμενα της όλης υπόθεσης, είναι την κατ΄ισχυρισμό υπόσχεσή του να πωλήσει ακίνητο προκειμένου να επιστραφούν στον Παραπονούμενο τα χρήματά του. Η πιο πάνω αποδιδόμενη στον Κατηγορούμενο 3 συμπεριφορά, δεν είναι τέτοια που να κρίνεται αξιόποινη ότι «επιδίδεται σε εμπόριο ή διεξάγει εργασίες» και επομένως να τιμωρείται με βάση το ενώπιον μου Κατηγορητήριο. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 και το αποδιδόμενο σε αυτόν αδίκημα του άρθρου 117(β) του Κεφ. 4, σημειώνω τα ακόλουθα:
  25. Κατά την πρώτη επίσκεψη του Παραπονουμένου και του ΜΚ2 στη μάντρα, ο Κατηγορούμενος 2, ήταν το άτομο το οποίο τους συνάντησε και τους προέτρεψε να δουν τα αυτοκίνητα που υπήρχαν διαθέσιμα, προκειμένου να διαπιστώσουν εάν υπήρχε κάποιο αυτοκίνητο που να ενδιέφερε τον Παραπονούμενο. Μάλιστα, ο ΜΚ2, σύμφωνα με την αναντίλεκτη του μαρτυρία, προέτρεψε τον Παραπονούμενο να πάνε στη μάντρα ενός φίλου του. Προκύπτει ξεκάθαρα, ότι η πώληση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, ήταν η συνήθης επαγγελματική δραστηριότητα του Κατηγορουμένου
  26. Επιδίδετο μάλιστα στην εν λόγω δραστηριότητα, κατά χρονικό διάστημα στο οποίο τελούσε υπό πτώχευση, σε επιχείρηση η οποία έφερε την επωνυμία «TRAKOSHIS MOTORS». Όταν ο Παραπονούμενος επισκέφτηκε την εν λόγω επιχείριση, ο Κατηγορούμενος 2, ήταν αυτός που τον ανέλαβε, αυτός που παρουσιάστηκε ως ο καθόλα υπεύθυνος και δεν τον ενημέρωσε περί του γεγονότος ότι ήταν πτωχεύσας.
  27. Ο Κατηγορούμενος 2, κατά τη διάρκεια που έδιδε μαρτυρία, όταν ερωτάτο σχετικά προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό του, ως ένα απλό υπάλληλο της «Trakoshis Motors». Πλην όμως, όταν έκανε αναφορές στα διαδικαστικά και ειδικότερα στο ζήτημα του Παραπονουμένου, ο τρόπος με τον οποίο περιέγραφε τη συμμετοχή του, σε καμία περίπτωση αφορά συμμετοχή υπαλλήλου. Ο ίδιος μίλησε με τον Παραπονούμενο και το ΜΚ2 και μάλιστα τους είπε ότι δεν θα τους χρεώσει. Κάποιος που είναι υπάλληλος και επομένως οι αποφάσεις του εξαρτώνται από το άτομο για το οποίο εργάζεται, σίγουρα δεν αποφασίζει αμέσως και από μόνος του, ποιους θα χρεώσει και ποιους όχι.
  28. Ούτε ο Παραπονούμενος, ούτε ο Κωνσταντίνου (ΜΚ2), έκαναν αναφορά κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας τους, στην πρώην Κατηγορούμενη 1, τότε σύζυγο του Κατηγορουμένου 2 και στον αδερφό της, οι οποίοι ήταν, ως ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου 2 οι ιδιοκτήτες της επιχείρησης «Trakoshis Motors». Και οι δύο, ήρθαν σε επαφή με τον Κατηγορούμενο
  29. Πήγαν στη «μάντρα» και εκεί ήταν ο Κατηγορούμενος
  30. Είδαν τα αυτοκίνητα τα οποία είχε τη δεδομένη στιγμή εκεί και επειδή δεν υπήρχε αυτοκίνητο της αρεσκείας του Παραπονουμένου, ο Κατηγορούμενος 2 πρότεινε να μιλήσουν και με τον Παναγιώτη Αριστείδου. Ούτε και ο Κατηγορούμενος 2 κατά τη διάρκεια που έδιδε μαρτυρία, αρνήθηκε το ρόλο που του δόθηκε ως το άτομο το οποίο έπαιρνε τις αποφάσεις για την εταιρεία «Trakoshis Motors». Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό, αυτός μίλησε με τον Παραπονούμενο και ΜΚ2, αυτός αποφάσισε ότι δεν θα τους χρεώσει και σε κανένα στάδιο δήλωσε ότι διαβουλεύτηκε με τους «ιδιοκτήτες». Ακόμα και μετά, που ο Αριστείδου πήρε τα χρήματα του Παραπονουμένου και ο Παραπονούμενος και ο ΜΚ2 τον προσέγγιζαν προκειμένου να εξευρεθεί μία λύση, ακόμα και τότε ο ίδιος δεν δήλωσε ότι είναι ένας απλός υπάλληλος και ότι το άτομο με το οποίο θα πρέπει να μιλούν είναι η γυναίκα του και ο αδερφός της. Άφησε ξεκάθαρη εντύπωση, ότι ο ίδιος ήταν αυτός ο οποίος διαχειριζότανε την επιχείρηση, η οποία έφερε το όνομά του.
  31. Ο Κατηγορούμενος 2, πρόβαλλε θέση ότι ήταν υπάλληλος στην εταιρεία Trakoshis Motors Ltd. Παρά την πιο πάνω θέση του, τέτοια εταιρεία δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο εμπορική επωνυμία Trakoshis Motors, η οποία είναι εγγεγραμμένη ως ο ισχυρισμός του στην πρώην Κατηγορούμενη 1 και τότε σύζυγό του. Παρά τον πιο πάνω ισχυρισμό του, δεν παρουσίασε κανένα στοιχείο ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν υπάλληλος και δεν διεξήγαγε ο ίδιος εργασίες. Αν ο ισχυρισμός του ήταν αληθής, πολύ εύκολα θα μπορούσε να παρουσιάσει σχετική κατάσταση από τις κοινωνικές ασφαλίσεις οι οποίες θα αποδείκνυαν του λόγου το αληθές. Τα πιο πάνω τα αναφέρω με πλήρη επίγνωση ότι η παρούσα διαδικασία είναι ποινική και ότι το βάρος απόδειξης το φέρει η Κατηγορούσα. Πλην όμως σύμφωνα με τη νομολογία, η υπεράσπιση φέρει βάρος απόδειξης (στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων) να αποδείξει γεγονότα τα οποία επικαλείται και οποία ευρίσκονται στη δική της σφαίρα γνώσης (βλ. σχετικά Αστυνομία ν. Νικολάου 15 Α.Α.Δ. 78, Zavos Michael Demetriou V The Police
(1963)1 CLR 57, Protopapas loannis v The Police
(1985)2 CLR 254 , Δήμος Λεμεσού ν Στέλιου Χριστοφίδη και άλλων
(1994)2 CLR 206, Λειτ. Εργ. Λάρνακας ν. Πολυκόλορ Λτδ άλλος,
(1995)2 Α.Α.Δ. 88 και ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλας Σάντης, σελ.
  1. Ο Κατηγορούμενος 3, πατέρας του Κατηγορουμένου 2, στη Γραπτή του Δήλωση Έγγραφο Δ, στην παράγραφο 5, αναφέρει: «Η επωνυμία «Trakoshis Motors» ήταν γραμμένη στο όνομα της Μαρίας γιατί ο Χριστόδουλος ήταν πτωχεύσας». Η εν λόγω δήλωση του με την οποία καθορίζεται ο λόγος δημιουργίας της εμπορικής επωνυμίας Trakoshis Motors δεν μπορεί παρά να οδηγεί σε ένα συμπέρασμα, ότι εξαιτίας του γεγονότος ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν πτωχεύσας, δημιουργήθηκε η εμπορική επωνυμία με την οποία διεξήγαγε εργασίες το επίδικο χρονικό διάστημα. Η πιο πάνω δήλωση του, βεβαίως δεν είναι από μόνη της ικανοποιητική να οδηγήσει σε συμπέρασμα ενοχής αλλά σε συνδυασμό με την όλη μαρτυρία ως έχει αξιολογηθεί, συνιστά ακόμη ένα γεγονός το οποίο επιβεβαιώνει την εκδοχή του Παραπονουμένου, ο οποίος ήδη κρίθηκε αξιόπιστος. Σημειώνω δε, ότι ο Κατηγορούμενος 3, δεν αντεξετάστηκε από πλευράς του Κατηγορουμένου 2 αν και του παρασχέθηκε η δυνατότητα αυτή. Επίσης η εν λόγω δήλωση του, η οποία έγινε από το εδώλιο του μάρτυρα, κρίνεται στα πλαίσια της ευρύτερης αξιολόγησης της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου 3, ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος (Miliotis v The Police
(1971)2 CLR 292 και Σύγγραμμα «ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ, ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΠΤΥΧΕΣ» των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, σελ.907 ). Δεν διαφεύγει την προσοχή μου, ότι η τέλεση του αδικήματος που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 2 με την τέταρτη κατηγορία, καθορίζει ως χρόνο τέλεσης την 22/2/2010, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η απόδειξη Τεκμήριο 13, ενώ από τη μαρτυρία που έχει δοθεί και σύμφωνα με τα όσα αναφέρω πιο πάνω το αδίκημα αυτό, το οποίο ειρήσθω εν παρόδω είναι συνεχές, γενεσιουργό αιτία έχει την ημέρα της πρώτης συνάντησης Παραπονουμένου - Κατηγορουμένου
  1. Από την όλη ενώπιον μου μαρτυρία, η οποία αναφέρεται σε γεγονότα και καλύπτει χρονικό διάστημα από την πρώτη συνάντηση των μερών μέχρι και πριν από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου, με την υπεράσπιση να αντεξετάζει και να προωθεί θέσεις που αφορούν όλο αυτό το χρονικό διάστημα, θεωρώ ότι η αναγραφή της ημερομηνίας 22/2/2010 στις λεπτομέρειες κατηγορίας ως η μέρα τέλεσης του αδικήματος, ενώ αυτή τοποθετείται ευκρινώς προγενέστερα, σε περίοδο όμως για την έχει προσφερθεί μαρτυρία και σε περίοδο για την οποία η υπεράσπιση έχει προωθήσει θέσεις και ισχυρισμούς, δεν είναι τέτοια που να εμποδίζει την καταδίκη του Κατηγορουμένου 2 για το αδίκημα του άρθρου 117(β) του Κεφαλαίου
  2. Δεν πρέπει να διαλανθάνει την προσοχή μας, ότι ο Περί Πτωχεύσεως Νόμος, Κεφ. 5, έχει ακριβώς θεσπιστεί προκειμένου να καθοριστεί ένας κώδικας συμπεριφοράς σε σχέση με τις εμπορικές συναλλαγές, για προστασία των καλόπιστων εμπορευόμενων (βλ. σχετικά σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd Edition -sentencing revisited-, του Γ. Μ. Πική, σελίδα 293): "The Bankruptcy Law, Cap. 5, lays down a code of conduct to be observed by persons engaged in trade and business in the interest of honest dealing designed to protect the public from unscrupulous merchants. Persons declared bankrupt (by the court) are criminally liable if found to have fallen foul of the conduct prescribed by the law for persons having the status of undischarged bankrupts." Η όλη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου 2, δεν μπορεί παρά να ερμηνευθεί, ότι καθ΄ ον χρόνο ήταν πτωχεύσας, επιδίδετο σε εμπορικές δραστηριότητες με όνομα άλλο από εκείνο που κηρύχθηκε σε πτώχευση. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, κρίνω ότι ο Παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή του σε σχέση με τον Κατηγορούμενο
  3. Ο Κατηγορούμενος 3 αθωώνεται και απαλλάσσεται. Τα έξοδα υπέρ του Κατηγορουμένου 3 και εναντίον του Παραπονουμένου, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή σύμφωνα με το σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ο Παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει τη δεύτερη κατηγορία εναντίον του Κατηγορουμένου 2 και ο Κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στη δεύτερη κατηγορία. Ο Παραπονούμενος, έχει πετύχει να αποδείξει την υπόθεση του σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 στην τέταρτη κατηγορία και ο Κατηγορούμενος 2, κρίνεται ένοχος στην τέταρτη κατηγορία. (Υπ.) ............................... Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.