UNILEVER TSERIOTIS CYPRUS LTD ν. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10780/13, 24/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10780/13 UNILEVER TSERIOTIS CYPRUS LTD -εναντίον- 1.ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ 2.ΧΡΗΣΤΟΥ ΟΡΦΑΝΙΔΗ 3.ΧΡΗΣΤΟΥ ΦΥΛΑΚΤΟΥ 4.ΠΟΛΥ ΚΟΥΡΟΥΣΙΔΗ 5.ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ 6.ΜΑΡΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ 7.ΣΙΜΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 24 Μαρτίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Παραπονουμένη: κα Ευσταθίου Για την Κατηγορουμένη 1: καμία εμφάνιση Για τον Κατηγορούμενο 2: κος Τσαρδελής Κατηγορούμενος 2 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση συνίσταται σε 3 κατηγορίες εναντίον του Κατηγορουμένου 2, για κατ΄ ισχυρισμό: (α) συνωμοσία προς καταδολίευση κατά παράβαση των άρθρων 20 και 302 του Ποινικού Κώδικα, (β) κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 20 και 255 του Ποινικού Κώδικα και, (γ) για εξασφάλιση αγαθών δια ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 20 και 298 του Ποινικού Κώδικα. Η υπό εξέταση ποινική υπόθεση αρχικά στρεφόταν εναντίον 7 κατηγορουμένων. Στην πορεία η υπόθεση αποσύρθηκε εναντίον των κατηγορουμένων 3 έως και
- Οι δικηγόροι της Κατηγορουμένης 1 αποσύρθηκαν και δεν διορίστηκαν άλλοι δικηγόροι. Η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη για την Κατηγορουμένη 1 και για ακρόαση για τον Κατηγορούμενο
- Ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 19 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9, δηλώθηκαν τα ακόλουθα:
- Ο κος Χρήστος Ορφανίδης ήταν Εκτελεστικός Πρόεδρος της εταιρείας ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ και Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου την περίοδο από 1.6.2012 μέχρι 13.11.
- Η εταιρεία είχε επίσης Οικονομικό Διευθυντή, Εμπορικό Διευθυντή και Διευθυντή Διοικητικών Υπηρεσιών.
- Ο κος Χρήστος Ορφανίδης κατείχε ποσοστό 60.52% των μετοχών ης εταιρείας ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ. Στο σύνολο του ποσοστού που κατείχε ο κ. Χρήστος Ορφανίδης περιλαμβάνεται και η έμμεση συμμετοχή που προκύπτει από τη συμμετοχή της συζύγου του κας Χαρίκλειας Ορφανίδη κατά τον ουσιώδη χρόνο (ήτοι 2.22%). Μαρτυρία εναντίον του Κατηγορουμένου, έδωσαν τρεις μάρτυρες ως ακολούθως: · Ο Παντελής Χατζηγεωργίου, ο οποίος από τον Ιούνιο 2012 είναι οικονομικός διευθυντής της Παραπονουμένης εταιρείας. Η Παραπονουμένη εισάγει προϊόντα καθαρισμού και προσωπικής φροντίδας ή αγοράζει προϊόντα τα οποία παράγονται από άλλες εταιρείες και τα διανέμει στην Κύπρο. Στο πελατολόγιο της Παραπονουμένης συμπεριλαμβανόταν και η Κατηγορουμένη 1 εταιρεία, η οποία προμηθευόταν από την Παραπονούμενη μεγάλες ποσότητες προϊόντων για τις ανάγκες των υπεραγορών της που ευρίσκονταν σε όλη την Κύπρο. Η συνεργασία αυτή, ως η θέση του μάρτυρα ρυθμιζόταν από συμφωνία μεταξύ των μερών. Ένας από τους όρους της εν λόγω συμφωνίας, ήταν ότι τα εμπορεύματα που παραδίδονταν, θα παρέμεναν ιδιοκτησία της Παραπονουμένης μέχρι την τελική εξόφλησή τους. Η πληρωμή των προϊόντων θα γινόταν εντός 60 ημερών από την παράδοσή τους. Εμπορεύματα τα οποία παραδοθήκαν στην Κατηγορουμένη 1, δεν εξοφλήθηκαν εντός της καθορισμένης προθεσμίας, αλλά ούτε και αργότερα, παρά τις διαβεβαιώσεις που έλαβε ο μάρτυρας από εκπροσώπους της Κατηγορουμένης
- Εξαιτίας της μη πληρωμής, η Παραπονουμένη προχώρησε σε στάση παραδόσεων των προϊόντων της προς την Κατηγορουμένη
- Πλην όμως, μέχρι την αναστολή παραδόσεων είχαν μεσολαβήσει οι παραδόσεις για τους μήνες Αύγουστο, Σεπτέμβρη και Οκτώβρη. Ο Κατηγορούμενος 2, τον Οκτώβρη 2012 κάλεσε όλους τους προμηθευτές για να τους πείσει για συνέχιση παράδοσης εμπορευμάτων. Σε μια τέτοια συνάντηση παρευρέθηκε και ο μάρτυρας κατά τη διάρκεια της οποίας και παρά τις καθυστερήσεις στις πληρωμές, η Παραπονουμένη συμφώνησε να παραδώσει κάποια προϊόντα και πήρε προς εξόφληση εκείνων των προϊόντων €67.000 περίπου. Όλα τα προϊόντα τα οποία παραδόθηκαν για τους πιο πάνω μήνες, ουδέποτε πληρώθηκαν ή επιστράφηκαν, αλλά έχουν διατεθεί στην υπεραγορά ΕΛΟΜΑΣ προς πώληση. Υπήρξε η καταληκτική θέση του μάρτυρα, ότι πωλήθηκαν προϊόντα ιδιοκτησίας της Παραπονουμένης εταιρείας σε τρίτους, πλουτίζοντας έτσι η Κατηγορουμένη σε βάρος της Παραπονουμένης. Η Παραπονουμένη έχει με επιστολή ζητήσει την επιστροφή των προϊόντων ή την καταβολή του οφειλόμενου ποσού, χωρίς ανταπόκριση. Για αυτό το λόγο καταλήγει έχει καταχωρηθεί η υπό εξέταση ποινική δίωξη για κλοπή των προϊόντων. Κατά την αντεξέταση του, ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι όταν αναφερόταν σε επικοινωνία με την Κατηγορουμένη 1, εννοούσε επικοινωνία η οποία γινόταν μέσω των διευθυντών της Κατηγορουμένης 1 και όχι απευθείας με τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος ως η θέση του μάρτυρα ήταν ο ιθύνων νους. Η μόνη συνάντηση στην οποία ήταν παρών ο Κατηγορούμενος 2, ήταν αυτή τον Οκτώβρη του 2012 όταν και δόθηκε το ποσό των €67.000 περίπου. Σε σχέση με το όλο οφειλόμενο ποσό, ερωτήθηκε εάν γνωρίζει κατά πόσο τα προϊόντα που αφορούν αυτό, είναι προϊόντα τα οποία δεν πωλήθηκαν εντός των υπεραγορών της Κατηγορουμένης
- Δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί εφόσον ουδέποτε τους επιτράπηκε να προχωρήσουν σε καταμέτρηση. Εξήγησε ότι Μάρτιο 2013, αγόρασαν δειγματοληπτικά κάποια προϊόντα από τις υπεραγορές ΕΛΟΜΑΣ, και με αναφορά στον κωδικό παρτίδας, τα ταυτοποίησαν ως δικά τους προϊόντα τα οποία η Κατηγορουμένη 1 αγόρασε από την Παραπονουμένη και δεν πλήρωσε. Ο αριθμός παρτίδας, αφορά σύνολο προϊόντων που παράγονται και είναι ο ίδιος σε όλα τα προϊόντα της ίδιας παρτίδας, που μπορεί να είναι και χιλιάδες. Η Παραπονουμένη δεν κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία. Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2, η θέση του μάρτυρα είναι ότι αυτός είναι ο ιθύνων νους, εφόσον από την πείρα του γνωρίζει ότι δεν μπορεί είτε ο οικονομικός είτε ο γενικός διευθυντής να δρα ανεξέλεγκτα χωρίς τη συγκατάθεση του εκτελεστικού διευθυντή. Στη θέση του δικηγόρου του Κατηγορουμένου 2, ότι η Κατηγορουμένη 1, είχε κάθε δικαίωμα να πωλήσει τα προϊόντα η απάντηση του ΜΚ1 ήταν πως μέσα από τις υπεραγορές μπορεί, αλλά να τα διαθέσει σε άλλη υπεραγορά και να εισπράξει το αντίτιμο, αυτό σίγουρα ως η θέση του είναι οικειοποίηση προϊόντων. · Ως δεύτερη μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε η Ντίνα Παπαδοπούλου, η οποία εργάζεται στο τμήμα πιστωτικού ελέγχου και αρχειοθέτησης της Παραπονουμένης. Στα πλαίσια των καθηκόντων της συμπεριλαμβάνεται ο έλεγχος των λογαριασμών των πελατών. Τα εμπορεύματα της Παραπονουμένης εταιρείας παραδίδονταν έναντι τιμολογίων στην Κατηγορουμένη 1 και ο Κατηγορούμενος 2 αναλάμβανε να τα πωλήσει. Είναι η θέση της ότι είχαν υποχρέωση να επιστρέψουν τα εμπορεύματα που δεν θα πωλούσαν λόγω του ότι υπήρχε όρος στα συμβόλαια ότι μέχρι και την εξόφληση τα προϊόντα παρέμεναν ιδιοκτησία της Παραπονουμένης. Τέλος του 2012 διαπίστωσε ότι προϊόντα τα οποία παραδόθηκαν στον Κατηγορούμενο 2 και στην Κατηγορουμένη 1 δεν πληρώθηκαν αλλά ούτε επιστράφηκαν. Φωτοτύπησε τα σχετικά τιμολόγια (1059 στο σύνολο τα οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο Δέσμη Τεκμηρίου 7) Επίσης κατάθεσε ως τεκμήριο την κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε η Παραπονουμένη σε σχέση με την Κατηγορουμένη 1 (Τεκμήριο 8). Σε σχέση με τα επίδικα τιμολόγια είχε επικοινωνία με το λογιστήριο της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας. Είπε όμως ότι η ίδια ουδέποτε μίλησε προσωπικά με τον Κατηγορούμενο
- Σε σχέση με τα τιμολόγια που κατατέθηκαν της υποδείχθηκε ότι αρκετά από αυτά δεν είναι υπογραμμένα από την Κατηγορουμένη 1 εταιρεία και συμφώνησε. Με αναφορά στην κατάσταση λογαριασμού ρωτήθηκε να πει την τελευταία ημερομηνία που η Κατηγορουμένη 1 πλήρωσε το οποιοδήποτε ποσό προς την Παραπονουμένη. Η τελευταία ημερομηνία πληρωμής ήταν η 25/10/
- Μετά από εκείνη την ημερομηνία της τελευταίας πληρωμής, η Παραπονουμένη εξέδωσε 6 τιμολόγια προς την Κατηγορουμένη 1 και αφορούσαν ποσά €2.000 με €3.000 περίπου. · Τρίτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Σωκράτης Αλέκου, ο οποίος είναι διευθυντής πωλήσεων στην Παραπονουμένη εταιρεία. Σύμφωνα με τα όσα δήλωσε στις 15.3.2013 και στις 23.3.2013 επισκέφτηκε την υπεραγορά ΕΛΟΜΑΣ στο Στρόβολο προκειμένου να εξακριβώσει το αληθές πληροφοριών ότι εκεί πωλούνταν προϊόντα της Παραπονουμένης. Διαπίστωσε ότι στα ράφια υπήρχαν προϊόντα τα οποία έφεραν χαρακτηριστικά προέλευσης από την Παραπονουμένη. Επέλεξε μερικά και τα αγόρασε για σκοπούς ελέγχου και ταυτοποίησης. Στις 29.3.2013 επισκέφτηκε ξανά την υπεραγορά ΕΛΟΜΑΣ και διαπίστωσε ότι στα ράφια εξακολουθήσαν να υπάρχουν προϊόντα της Παραπονουμένης. Έβγαλε φωτογραφίες τις οποίες κατάθεσε ως Τεκμήριο. Σημείωσε ότι συγκεκριμένα προϊόντα τα οποία ευρίσκονταν στην ΕΛΟΜΑΣ, κατασκευάζονται και διανέμονται στην Κύπρο αποκλειστικά από την Παραπονουμένη. Κατά την αντεξέτασή του εξήγησε ότι κάθε προϊον φέρει συγκεγκριμένο σειριακό αριθμό (bar code) και ότι κάθε παρτίδα προϊόντων φέρει τον ίδιο σειριακό αριθμό. Συμφώνησε ότι τα προϊόντα τα οποία ανέφερε ότι είδε και είχαν συγκεκριμένο σειριακό αριθμό είναι προϊόντα που με τον ίδιο σειριακό αριθμό πωλούνται σε όλες τις υπεραγορές. Του υποβλήθηκε ότι τα προϊόντα που είδε την υπεραγορά ΕΛΟΜΑΣ θα μπορούσε η ΕΛΟΜΑΣ να τα προμηθευτεί από οποιαδήποτε αγορά. Αυτό ο μάρτυρας είπε ότι δεν μπορούσε να το ξέρει. Συμφώνησε ότι κάποια από τα προϊόντα στα οποία αναφέρεται πωλούνται και σε άλλες υπεραγορές. Αυτή υπήρξε συνοπτικά η μαρτυρία εναντίον του Κατηγορουμένου
- Η δικηγόρος της Παραπονουμένης, ζήτησε όπως η μαρτυρία αυτή ληφθεί υπόψη και για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης για την Κατηγορουμένη
- Αφού η Παραπονουμένη έκλεισε την υπόθεσή της, ο δικηγόρος του Κατηγορουμένου 2 προώθησε θέση ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, επιχειρηματολογώντας σχετικά για κάθε μία κατηγορία. Από την πλευρά της, η δικηγόρος της Παραπονουμένης ισχυρίζεται ότι έχει πετύχει στο καθήκον της να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 2 και ζήτησε από το Δικαστήριο να τον καλέσει σε απολογία. Οι αρχές που καθορίζουν το τι εξετάζει το Δικαστήριο σε αυτό το θεμελιώδες στάδιο της διαδικασίας, έχουν καθοριστεί από τη νομολογία σε σωρεία αποφάσεων, ενδεικτικά αναφέρω τις Azinas and Another v. The Police
(1981)2 C. L.R. 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου,
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Σύμφωνα με την Δικαστική Πρακτική, 1962, ο Κατηγορούμενος μπορεί να απαλλαγεί των κατηγοριών που τον βαραίνουν εκ πρώτης όψεως, μόνο σε δύο περιπτώσεις: α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Ο όρος εκ πρώτης όψεως υπόθεση χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ανάλυση του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R.
- Το κριτήριο είναι καθαρά και αυστηρά αντικειμενικό, διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Έχω υπόψη μου, επομένως, το καθήκον του Δικαστηρίου να αξιολογεί καθόλα αντικειμενικά τη μαρτυρία στο στάδιο αυτό, χωρίς να υπεισέρχεται σε οποιαδήποτε υποκειμενικά ευρήματα επί της μαρτυρίας που έχει προσκομισθεί. Όπως ξεκάθαρα προκύπτει από τη μαρτυρία όπως αυτή έχει παρατεθεί πιο πάνω, χωρίς αυτή να αξιολογείται σε καμία περίπτωση είναι η θέση της Παραπονουμένης ότι, στα πλαίσια της συνεργασίας της με την Κατηγορουμένη 1 της παρέδιδε προϊόντα, τα οποία δεν εξοφλούνταν τοις μετρητοίς αλλά εντός εξήντα ημερών. Για τα προϊόντα αυτά εκδίδετο τιμολόγιο. Σύμφωνα με όρο του τιμολογίου τα προϊόντα αυτά θα παραμένουν ιδιοκτησία της Παραπονουμένης μέχρι την τελική εξόφληση του τιμολογίου. Υπήρξε περαιτέρω θέση της Υπεράσπισης με την οποία συμφώνησε η Παραπονούμενη, ότι μετά την παράδοση των εμπορευμάτων και πριν ακόμα αυτά εξοφληθούν θα διατίθενται προς πώληση εντός των υπεραγορών της Κατηγορουμένης
- Σύμφωνα με τα όσα ο ΜΚ1 δήλωσε, τα προϊόντα παραδίδονταν σε αποθήκες της Κατηγορουμένης από υπαλλήλους της Παραπονουμένης και την επομένη ή μεθεπομένη ημέρα από την παράδοση, υπάλληλοι της Παραπονούμενης βοηθούσαν για να τοποθετηθούν στα ράφια της υπεραγοράς και αυτά ήταν διαθέσιμα προς τους καταναλωτές. Επίσης, ήταν ξεκάθαρη τοποθέτηση του ΜΚ1, ότι το παράπονο της Παραπονουμένης δεν είναι για τις πωλήσεις εντός των υπεραγορών ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ, αλλά για τη διάθεση των προϊόντων τους σε άλλη υπεραγορά προς πώληση. Έχοντας παραθέσει τη θέση της Παραπονουμένης, όπως αυτή αντικειμενικά προκύπτει από τη μαρτυρία που παρουσίασε, διαπιστώνεται αβίαστα ότι προωθούνται δύο αλληλοαναιρούμενες θέσεις, ότι αφενός τα προϊόντα παρέμεναν ιδιοκτησία της Παραπονουμένης μέχρι τελική εξόφληση του τιμολογίου και αφετέρου ότι πριν από την εξόφλησή τους με τη βοήθεια των υπαλλήλων της Παραπονουμένης τοποθετούνταν στα ράφια και ήταν έτοιμα προς πώληση. Η συνδρομή της μιας θέσης ανατρέπει την άλλη. Είτε τα εμπορεύματα μέχρι την εξόφληση θα παρέμεναν ιδιοκτησία της Παραπονουμένης, είτε θα τοποθετούνταν στα ράφια και θα πωλούνταν. Τα δυο πιο πάνω εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Εφόσον, ως η μαρτυρία της Παραπονουμένης αποτελεί γεγονός η πρακτική ότι, με τη βοήθεια υπαλλήλων της Παραπονουμένης τα εμπορεύματα τοποθετούνταν στα ράφια και πωλούνταν, τότε εκ του αποτελέσματος ο όρος περί της ιδιοκτησίας μέχρι την εξόφληση δεν μπορεί να έχει την ισχύ και το εύρος που του αποδίδεται, εφόσον ακόμα και πριν την εξόφλησή τους κάποια εμπορεύματα πωλούνταν σε καταναλωτές με την αυτονόητη κατάληξη ότι αυτά έπαυαν πλέον να ευρίσκονται στην κατοχή της Κατηγορουμένης 1, κατάληξη την οποία η Παραπονουμένη γνώριζε και αποδεχόταν. Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες για παραβάσεις του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Αμέσως πιο κάτω θα εξετάσω, κατά πόσο στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση για κάθε μια κατηγορία ξεχωριστά. Για πρακτικούς κυρίως λόγους θα ξεκινήσω από τις δύο τελευταίες κατηγορίες και τελευταία θα εξεταστεί η πρώτη κατηγορία. Σύμφωνα με την Έκθεση Αδικήματος στη δεύτερη κατηγορία (τέταρτη κατηγορία στο Κατηγορητήριο), στους Κατηγορουμένους αποδίδονται τα αδικήματα των άρθρων 20,29 και 255 του Ποινικού Κώδικα. Τα άρθρα 20 και 29 δεν αφορούν αδικήματα. Στο άρθρο 255 καταγράφεται ο ορισμός της κλοπής. Το ίδιο το άρθρο 255 δεν δημιουργεί αδίκημα, αλλά ορίζει την έννοια της κλοπής. Όπως επίσης στα άρθρα 256 μέχρι 261, δεν καταγράφονται αδικήματα αλλά καθορίζονται άλλες ειδικές περιπτώσεις κλοπής. Είναι στα επόμενα άρθρα, ήτοι από το άρθρο 262 μέχρι και 272 που καθορίζονται τα διάφορα αδικήματα κλοπής και στα οποία για κάθε παράβαση προβλέπεται ποινή. Στο κατηγορητήριο δεν καταγράφεται για πιο από τα αδικήματα κλοπής κατηγορούνται οι Κατηγορούμενοι και αυτό κατά παράβαση της ρητής επιταγής των άρθρων 38 και 39 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κε.155, στο οποίο καθορίζεται ότι πρέπει στο κατηγορητήριο να καθορίζεται το άρθρο το οποίο δημιουργεί το ποινικό αδίκημα. Αυτή η μη καταγραφή θα μπορούσε να διορθωθεί με τροποποίηση, πλην όμως κάτι τέτοιο δεν έγινε. Η μη καταγραφή το αδικήματος για το οποίο κατηγορούνται οι Κατηγορούμενοι αποβαίνει μοιραία για τη περαιτέρω προώθηση της κατηγορίας αυτής εφόσον στο κατηγορητήριο δεν καταγράφεται το αδίκημα για το οποίο κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι (βλ. σχετικά Ποινική Έφεση 167/2013, Νικόλας Μάρσελλος κ.α. ν. Κύπρου Κωνσταντίνου, ημερ.21/2/2017). Ακόμα και εάν ανατρέξω στις λεπτομέρειες αδικήματος προκειμένου να υποθέσω το αδίκημα για το οποίο κατηγορούνται, τότε στις λεπτομέρειες αδικήματος το αδίκημα είναι ότι «έκλεψαν από την Παραπονούμενη αταιρεία εμπορεύματα και/ή προϊόντα ιδιοκτησίας της, τα οποία κατείχαν δια λογαριασμό της παραπονουμένης..». Η φράση «κατείχαν δια λογαριασμό» παραπέμπει στο αδίκημα της κλοπής του άρθρου 270, ήτοι κλοπή υπό αντιπροσώπου. Το αδίκημα αυτό συνιστά διακεκριμένη μορφή κλοπής, εξού και η ποινή που προβλέπεται είναι ποινή 14 ετών. Εάν επομένως, είναι σε αυτό το αδίκημα το οποίο αναφέρεται η πλευρά της Παραπονουμένης, τότε το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να το εκδικάσει συνοπτικά. Αυτό γιατί σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 24
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60), τα Επαρχιακά Δικαστήρια κατά την άσκηση της ποινικής τους δικαιοδοσίας «θα έχωσιv αρμoδιότητα vα εκδικάζωσι συvoπτικώς πάvτα τα αδικήματα τα τιμωρoύμεvα με φυλάκισιv διά περίoδov μη υπερβαίvoυσαv τα πέντε έτη ή με πρόστιμov μη υπερβαίvov τας πεvήvτα χιλιάδες λίρες ή με αμφoτέρας τας πoιvάς», εκτός εάν υπάρχει συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα που να επιτρέπει τη συνοπτική εκδίκαση του αδικήματος. Τέτοια συγκατάθεση δεν υπάρχει, επομένως δεν θα μπορούσα να το εκδικάσω, λόγω έλλειψης καθ΄ ύλην δικαιοδοσίας. Ως εκ τούτου και για αυτό το λόγο η κατηγορία αυτή είναι υποκείμενη σε απόρριψη. Παρά τη ρητή μη καταγραφή του άρθρου το οποίο συνιστά το αδίκημα για το οποίο κατηγορούνται κατηγορούμενοι, η δικηγόρος της Κατηγορούσας Αρχής, ακροθιγώς έθιξε ότι είναι 262 του Κεφ.154 αυτό που εφαρμόζεται. Καίτοι, η θέση του Δικαστηρίου είναι αυτή όπως καταγράφεται πιο πάνω, ότι η κατηγορία αυτή υπόκειται σε απόρριψη λόγω μη αναγραφής του άρθρου που αφορά το αδίκημα το οποίο αποδίδεται στους Κατηγορουμένους, αν ήθελε φανεί ότι η πιο πάνω προσέγγισή μου είναι λανθασμένη, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 2 σε σχέση με αυτή την κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 262 του Κεφ. 154. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής, καθορίζονται στο άρθρο 255 του Κεφ.154, τα οποία είναι:
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. (βλ. σχετικά Ανδρονίκου Ιωάννης και Άλλοι ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 ΑΑΔ 486) Στη υπό εξέταση περίπτωση η συνδρομή του υπό (α) και (β) συστατικού στοιχείου αποκλείονται, εφόσον από την ίδια τη μαρτυρία της Παραπονουμένης, η περιουσία, ήτοι τα εμπορεύματα λήφθηκαν με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη (Παραπονούμενη) και η Κατηγορουμένη 1 είχε δικαίωμα κατοχής αυτών. Έχοντας αποκλείσει τη συνδρομή των πιο πάνω συστατικών στοιχείων, η μόνη σχετική διάταξη η οποία θα μπορούσε να παραπέμπει στο αδίκημα της κλοπής του άρθρου 262, είναι η επιφύλαξη που καταγράφεται στο άρθρο 255 (αν και σημειώνω ότι διατηρώ ενδοιασμούς κατά πόσο η εν λόγω επιφύλαξη αφορά το άρθρο 262 και όχι άλλο άρθρο που αφορά διακεκριμένης μορφής κλοπή), σύμφωνα με την οποία: «Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.» Για να εφαρμοστεί η πιο πάνω διάταξη θα πρέπει είτε η Κατηγορουμένη 1 να κατείχε τα εμπορεύματα ως συνιδιοκτήτης, είτε ως θεματοφύλακας. Η συνιδιοκτησία ως η μαρτυρία που πρόσφερε η Παραπονουμένη δεν υφίσταται. Ο ορισμός του θεματοφύλακα, ανευρίσκεται στον Περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ.149, όπου στο άρθρο 106
(2)διαλαμβάνεται: «Το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του αγαθά που ανήκουν σε άλλο, αν συμβληθεί να κρατήσει αυτά ως θεματοφύλακας, καθίσταται θεματοφύλακας των αγαθών, και ο κύριος καθίσταται παρακαταθέτης, έστω και αν δεν έγινε παράδοση των αγαθών με παρακαταθήκη με ευρεία έννοια.» Παραθέτω αμέσως και την προηγούμενη διάταξη 106(β), του ιδίου άρθρου, σύμφωνα με την οποία: «(β) "παρακαταθήκη με ευρεία έννοια" είναι η παράδοση αγαθών από ένα πρόσωπο σε άλλο για κάποιο σκοπό, με το συμβατικό όρο ότι μόλις εκπληρωθεί ο σκοπός για τον οποίο παραδόθηκαν, αυτά θα επιστραφούν ή διατεθούν σύμφωνα με τις οδηγίες του προσώπου που τα παράδωσε. Το πρόσωπο που παράδωσε τα αγαθά καλείται "παρακαταθέτης" ενώ το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκαν "θεματοφύλακας".» Μόνο με ανάγνωση των πιο πάνω διατάξεων, μπορεί κάποιος να διαπιστώσει καθόλα αντικειμενικά ότι η έννοια του θεματοφύλακα δεν δύναται να αποδοθεί στην Κατηγορουμένη 1, εφόσον δεν κρατούσε τα εμπορεύματα για λογαριασμό της Παραπονουμένης, αλλά αυτά της παραδίδονταν για να τα πωλήσει στους καταναλωτές μέσω των υπεραγορών της. Τα κατείχε προκειμένου να τα πωλήσει, με πιθανό το ενδεχόμενο να πωληθούν πριν την εξόφληση τους. Επομένως, ούτε η επιφύλαξη του άρθρου 255 στοιχειοθετείται. Από τα πιο πάνω καθίσταται ξεκάθαρο ότι εκλείπουν συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής. Διαπιστώνω όμως επιπρόσθετα, ότι ούτε η ενώπιον μου μαρτυρία είναι τέτοιας ποιότητας που θα οδηγούσε ένα λογικό νοητό Δικαστήριο σε καταδίκη για το αδίκημα της κλοπής. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες κατηγορητηρίου, οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται για κλοπή η οποία έγινε μεταξύ Ιουνίου 2012 και Νοεμβρίου 2012 όταν «έκλεψαν από την Παραπονουμένη εταιρεία εμπορεύματα και/ή προϊόντα ιδιοκτησίας της τα οποία κατείχαν δια λογαριασμό της Παραπονουμένης συνολικής αξίας εκ ποσού €851.574,89- και τα οποία επώλησαν σε τρίτα πρόσωπα μέσω των υπεραγορών «ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ» στη Λευκωσία, Λάρνακα, Λεμεσό, Πάφο και Παραλίμνι». Υπενθυμίζω ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται από την Κατηγορία. (βλ. σχετικά Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 A.A.Δ. 255 και Δημοκρατία ν. Mιχαλάκη Eυσταθίου Πανή (Αρ. 1),
(1999)2 Α.Α.Δ. 124) Ό,τι προκύπτει από το Κατηγορητήριο, είναι ότι η Κατηγορουμένη 1 με την υποβοήθηση και/ή τη συνδρομή του Κατηγορουμένου 2, ομού έκλεψαν τα ρηθέντα εμπορεύματα αφού τα πώλησαν δολίως σε τρίτα πρόσωπα κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2012 μέχρι και 13.11.2012 μέσω των υπεραγορών ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ σε όλη την Κύπρο. Η μαρτυρία όμως, που έχει δοθεί είναι σε πλήρη αντιδιαστολή με τις λεπτομέρειες κατηγορητηρίου, ως αυτές καταγράφονται πιο πάνω. Η θέση του μάρτυρα όταν ρωτήθηκε αν το παράπονό αφορά προϊόντα που αγόραζαν οι καταναλωτές από τις υπεραγορές της Κατηγορουμένης 1, ήταν «Δεν μιλούμε για αυτά τα προϊόντα. Μιλούμε για προϊόντα τα οποία παρέμειναν απούλητα. Δεν έχουμε πληρωθεί και εξαπατηθήκαμε. Παράλληλα τα πήρε από τα ράφια τα έδωσε σε μια άλλη υπεραγορά και τα πουλούσε». Σε ερώτηση εάν γνωρίζει πόσα προϊόντα πωλήθηκαν από τις υπεραγορές και πόσα δόθηκαν σε άλλη υπεραγορά για πώληση, δεν γνώριζε να απαντήσει. Για το αδίκημα το οποίο καταγράφεται στο κατηγορητήριο ως κλοπή δεν υπάρχει παράπονο. Η κλοπή σύμφωνα με το μάρτυρα συνίσταται το ότι αντί να επιστραφούν στην Παραπονουμένη τα απούλητα προϊόντα αυτά διατέθηκαν στην ΕΛΟΜΑΣ. Αν και αυτή η πράξη δεν καταγράφεται στις λεπτομέρειες κατηγορητηρίου, έτσι ώστε οι Κατηγορούμενοι να γνώριζαν με ακρίβεια το αδίκημα για το οποίο κατηγορούνται, περαιτέρω σημειώνω τα ακόλουθα. Η μόνη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για το κατ΄ ισχυρισμό γεγονός ότι προϊόντα της Παραπονουμένης πωλούνταν στην ΕΛΟΜΑΣ, είναι η μαρτυρία του ΜΚ3 και αφορά κατ΄ ισχυρισμό διαπίστωσή του η οποία έγινε το Μάρτιο 2013, δηλαδή περίοδο άλλη από την περίοδο που καταγράφεται στο κατηγορητήριο ως χρόνος τέλεσης του αδικήματος (ήτοι Ιούνιος 2012 με Νοέμβριο 2012). Επίσης ουδείς από τους μάρτυρες ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει θετικά ότι προϊόντα της Παραπονουμένης τα οποία πωλούνταν στην ΕΛΟΜΑΣ, είχαν προέλευση τις υπεραγορές ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ και όχι κάποια άλλη πηγή προέλευσης. Ό,τι γνώριζε θετικά ο ΜΚ1 και ΜΚ3, ήταν ότι η Παραπονουμένη δεν συνεργάζονταν με την υπεραγορά ΕΛΟΜΑΣ και ως εκ τούτου προϊόντα της τα οποία πωλούνταν εκεί, είχαν άλλη πηγή προέλευσης από την Παραπονουμένη. Περαιτέρω δεν υπάρχει καμία μαρτυρία σε σχέση με το πως και πότε βρέθηκαν τα εμπορεύματα αυτά στα ράφια της ΕΛΟΜΑΣ και ότι υφίσταται ο αποδιδόμενος στους Κατηγορουμένους δόλος. Τέλος, σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 δεν υπάρχει ενώπιον μου καμία μαρτυρία η οποία να τον συνδέει με τη διάπραξη του κατ΄ ισχυρισμό αδικήματος ως αυτουργό ή με οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα. Η μόνη μαρτυρία σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, είναι η δήλωση του ΜΚ1, ότι ήταν ο «ιθύνων νους» της Κατηγορουμένης 1. Από όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, κρίνω ότι η Παραπονουμένη απέτυχε να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2. Η τρίτη κατηγορία που προσάπτεται στον Κατηγορούμενο 2, (πέμπτη στο Κατηγορητήριο) συνίσταται σε κατ΄ ισχυρισμό παράβαση των άρθρων 29 και 298 του Κεφαλαίου 154, ως ακολούθως: «κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην τρίτη κατηγορία δια ψευδών παραστάσεων απέσπασαν από την παραπονουμένη εταιρεία εμπορεύματα συνολικής αξίας €851.574,89- και τα οποία ακολούθως επώλησαν σε τρίτα πρόσωπα και/ή διέθεσαν στο κοινό, των ψευδών παραστάσεων συνισταμένων στο ότι εμφάνισαν ψευδώς στην παραπονουμένη ότι τα ως άνω εμπορεύματα θα εξοφλούντο εντός μηνός από της παραδόσεώς τους προς αυτούς πράγμα το οποίο δεν έλαβε χώρα και το οποίο δεν είχαν πρόθεση να πράξουν» Ο ορισμός της ψευδούς παράστασης, καταγράφεται στο άρθρο 297 του Κεφ.154, σύμφωνα με το οποίο: «Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Το αδίκημα, το οποίο κατηγορούνται ότι έχουν διαπράξει οι Κατηγορούμενοι, είναι αυτό του άρθρου 298
(1)του Κεφ.154: «Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Είναι δεδομένη η αρχή, ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, είναι τα ακόλουθα: Ψευδής Παράσταση (η οποία πρέπει να αφορά σε γεγονός παρελθόν ή παρόν), η οποία γίνεται με Σκοπό καταδολίευσης, συνεπεία της οποίας Ο Κατηγορούμενος αποκτά ή υποκινεί άλλο να του παραδώσει οτιδήποτε το οποίο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής Από τον ίδιο τον ορισμό της παράστασης, όπως αυτός ρητά αναφέρεται στο άρθρο 297 του Κεφ.154, η ψευδής παράσταση πρέπει να αφορά σε γεγονός παρελθόν ή παρόν. Το προαπαιτούμενο αυτό από το νόμο, αν και είναι, πιστεύω, αυτονόητο, σημειώνεται ότι έχει τη σημασία του, καθότι γεγονός είναι συμβάν ή κατάσταση η οποία αναφέρεται είτε στο παρελθόν είτε στο παρόν και μπορεί να αποδειχθεί. Οτιδήποτε αναφέρεται στο μέλλον δεν μπορεί να είναι γεγονός, καθότι ακόμα αυτό δεν έχει επέλθει και επομένως η ύπαρξη του στον παρόντα χρόνο δεν μπορεί να αποδειχθεί και ως τέτοιο, δεν δύναται να αποτελέσει παράσταση γεγονότος εν τη εννοία του άρθρου 297. Επίσης, σύμφωνα με το πώς έχει η νομολογία ερμηνεύσει το πώς στοιχειοθετείται ψευδής παράσταση, το Δικαστήριο, προκειμένου να προχωρήσει σε καταδίκη, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι η πρόθεση καταδολίευσης υπήρχε το χρόνο της παράστασης. Επομένως το ψεύδος της παράστασης ανάγεται στο χρόνο που αυτή γίνεται, με το δράστη να παρουσιάζει ως αληθές γεγονός κάτι το οποίο γνωρίζει ότι είναι ψευδές ή το οποίο δεν θα μπορούσε να είναι αληθινό (βλ. Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861και Ιωάννου Μαργαρίτα και προς ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 417). Επομένως, σύμφωνα με το ratio του ιδίου του αδικήματος, η ώρα της απόκτησης συναρτάται άμεσα με την ψευδή παράσταση, υπό την έννοια ότι ο δράστης αποκτά κάτι παράνομα, εξαιτίας ακριβώς του ψεύδους της παράστασης. Η μαρτυρία όμως που έχει δοθεί, είναι ότι η στιγμή της απόκτησης των προϊόντων ήταν νόμιμη. Η γενεσιουργός αιτία του αδικήματος, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία είναι η στιγμή αποξένωσης (πώλησης στην ΕΛΟΜΑΣ) των προϊόντων και όχι η στιγμή απόκτησης της κατοχής τους. Παρά την πιο πάνω διαπίστωσή μου, η οποία είναι καταλυτική για την τύχη της κατηγορίας αυτής, θα προχωρήσω να εξετάσω περαιτέρω το ζήτημα και θα σημειώσω τα ακόλουθα. Η παράσταση η οποία αποδίδεται στους Κατηγορουμένους, ως οι λεπτομέρειες αδικήματος έλαβε χώρα μεταξύ Ιουνίου 2012 και Νοεμβρίου 2012 και συνίσταται «στο ότι εμφάνισαν ψευδώς στην παραπονουμένη ότι τα ως άνω εμπορεύματα θα εξοφλούντο εντός μηνός από της παραδόσεώς τους προς αυτούς πράγμα το οποίο δεν έλαβε χώρα και το οποίο δεν είχαν πρόθεση να πράξουν». Από την πιο πάνω καταγραφή της νομικής πτυχής του ζητήματος, είναι αντιληπτό ότι προκειμένου να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα των ψευδών παραστάσεων θα πρέπει να αποδειχτεί ότι κάθε φορά που η Κατηγορουμένη 1 παραλάμβανε προϊόντα και αποδεχότανε το αντίστοιχο τιμολόγιο, ρητά έκανε παράσταση ότι θα τα ξοφλούσε αυτά εντός καθορισμού χρονικού διαστήματος, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε σκοπό να το πράξει αυτό. Τα τιμολόγια στη βάση των οποίων καθορίζει την παράσταση η Παραπονουμένη είναι η δέσμη Τεκμηρίου 7, ήτοι αρκετές δεκάδες τιμολόγια, επομένως η Παραπονουμένη έχει το βάρος να αποδείξει ότι σε κάθε τέτοια παράδοση εμπορευμάτων γινόταν η αποδιδόμενη στους Κατηγορουμένους, παράσταση επί τη βάσει της οποίας διαμορφώνετο η βούληση της Παραπονουμένης να παραδώσει προϊόντα. Τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει. Παεπιμπόντως, επισημαίνω ότι, εφόσον οι κατ΄ ισχυρισμόν αποδιδόμενες στους κατηγορούμενους παραστάσεις σχετίζονται άμεσα με την αποδοχή εκάστου τιμολογίου, με δεδομένο ότι πρόκειται περί δεκάδων τιμολογίων και όλα τα τιμολόγια περιλαμβάνονται σε μια κατηγορία, προκύπτει και ζήτημα πολλαπλότητας της κατηγορίας αυτής. Σημειώνεται περαιτέρω πως, η αποδιδόμενη στους Κατηγορουμένους παράσταση, κατ΄ ισχυρισμό λάμβανε χώρα με την παραλαβή προϊόντων και την αποδοχή του αντίστοιχου εκδοθέντος τιμολογίου στον οποίο αναγράφετο το χρονικό διάστημα, εντός του οποίου θα εξοφλούντο τα προϊόντα. Από ανάγνωση και μόνο των λεπτομερειών αδικήματος είναι αντιληπτό ότι στους Κατηγορουμένους δεν αποδίδεται μία
(1)παράσταση, αλλά πολλές παραστάσεις γενόμενες σε χρονικό διάστημα 5 μηνών, χωρίς να υπάρχει σχετική παράθεση λεπτομερειών με αποτέλεσμα το Κατηγορητήριο να καθίσταται προβληματικό. Επισημαίνω δε ότι σύμφωνα με τη νομολογία, η ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος είναι ορθό να καταγράφεται στο Κατηγορητήριο (Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766). Η μαρτυρία ενώπιον μου, σε σχέση με το αδίκημα αυτό δεν είναι συμπαγής αλλά διάτρητη με αποτέλεσμα να μη στοιχειοθετούνται συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου
- Ειδικότερα σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, η μόνη μαρτυρία που έχω για παράσταση που έδωσε είναι όταν τον Οκτώβριο 2012, ζήτησε την παράδοση και άλλων προϊόντων δίδοντας το ποσό των €67.
- Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ζήτησε προϊόντα τα οποία απέκτησε δυνάμει της παράστασης που καταγράφεται στο Κατηγορητήριο και η οποία ήταν ψευδής ή δεν την πίστευε ως αληθινή. Τέλος, δεν μπορώ να μην επισημάνω ότι, τα αδικήματα που αποδίδονται στους Κατηγορουμένους, έτσι όπως αυτά καταγράφονται στις λεπτομέρειες αδικήματος είναι αντιφατικά μεταξύ τους. Από τη μια η Παραπονούμενη στις λεπτομέρειες αδικήματος της τέταρτης κατηγορίας καταγράφει ότι τα εμπορεύματα τα κρατούσε η Κατηγορουμένη 1 δια λογαριασμό της Παραπονουμένης, κάτι το οποίο αναπόφευκτα συνεπάγεται ότι η απόκτηση κατοχής ήταν νόμιμη και από την άλλη αποδίδουν στην Κατηγορουμένη ψευδείς παραστάσεις, συνιστάμενες στο ότι ψευδώς παρίσταναν ότι θα αποπληρώσουν τα εμπορεύματα εντός 60 ημερών, κάτι το οποίο συνεπάγεται τη στιγμή απόκτησης των εμπορευμάτων η κατοχή δεν ήταν νόμιμη εφόσον είχε συντελεστεί το αδίκημα του άρθρου 298 του Κεφ.
- Από ανάγνωση και μόνο των λεπτομερειών των αδικημάτων είναι ξεκάθαρο ότι και τα δύο αδικήματα, επί τη βάση των ίδιων προσφερόμενων γεγονότων μέσω της μαρτυρίας δεν μπορούν να συνυπάρχουν, εφόσον τα συστατικά στοιχεία του ενός αναιρούν το άλλο. Η πρώτη κατηγορία (τρίτη στο Κατηγορητήριο) που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 2 συνίσταται σε κατ΄ ισχυρισμό παράβαση των άρθρων 29 και 302 του Κεφαλαίου 154, ως ακολούθως: «σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ 1.6.2012 και 13.11.2012 στη Λάρνακα συνωμότησαν μεταξύ τους, όπως καταδολιεύσουν την παραπονούμενη εταιρεία της καταδολιεύσεως συνισταμένης στην απόσπαση δι΄ απάτης από την παραπονουμένη εταιρεία εμπορευμάτων συνολικής αξίας €851.574,89 τα οποία ακολούθως επώλησαν σε τρίτα πρόσωπα και/ή διέθεσαν στο κοινό» Η έκθεση αδικήματος συνίσταται στο άρθρο 302, σύμφωνα με το οποίο: «Όποιος συνωμοτεί με άλλο, όπως με απάτη ή με άλλο δόλιο μέσο, επηρεάσει την αγοραία τιμή πράγματος που πωλείται δημόσια, ή να καταδολιεύσει το κοινό ή οποιοδήποτε πρόσωπο, συγκεκριμένο ή όχι ή να αποσπάσει με εκβιασμό οποιαδήποτε περιουσία από άλλο πρόσωπο, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 302, είναι τα ακόλουθα: (α) συνωμοσία όπως με απάτη ή άλλο δόλιο μέσο (β) επηρεαστεί αγοραία τιμή πράγματος που πωλείται δημόσια ή καταδολιεύσει το κοινό ή οποιοδήποτε πρόσωπο ή αποσπάσει με εκβιασμό οποιαδήποτε περιουσία από άλλο πρόσωπο. Από την μαρτυρία που έχει δοθεί, αντικειμενικά και μόνο ορούμενη, δεν υπάρχει αναφορά γεγονότων τα οποία θα μπορούσαν επιτυχώς να υπαχθούν στη νομική πτυχή του εν λόγω αδικήματος. Δεν υπάρχει ψήγμα μαρτυρίας αναφορικά με πράξεις συνωμοσίας των δύο κατηγορούμενων οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την πλήρωση της υπόστασης του αδικήματος του άρθρου 302 του Κεφ, ως αυτή καταγράφεται πιο πάνω στο σημείο (β). Η παρούσα υπόθεση είναι ποινική με αυξημένο το βάρος απόδειξης, στην οποία ούτε εικασίες ούτε πιθανολογήσεις επιτρέπονται (βλ. σχετικά Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Είναι γνωστή η βασική νομολογιακή αρχή ότι δεν θα κληθεί ένας κατηγορούμενος σε απολογία, για να καλύψει κενά ή ατέλειες της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής και ιδιαίτερα όταν η προσκομισθείσα μαρτυρία, αντικειμενικά κρινόμενη, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορούμενου. Στο θεμελιώδες αυτό στάδιο το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, κρίνοντας αντικειμενικά την ενώπιον του μαρτυρία, προκειμένου εάν η κατηγορία δεν στοιχειοθετείται να μην επιτρέψει περαιτέρω συνέχιση της διαδικασίας προστατεύοντας έτσι τον Κατηγορούμενο από άσκοπη συνέχιση της δίκης (δλ. σχετικά απόφαση του κυρίου Ναθαναήλ στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Δράκου και άλλων,
(2012), 2 Α.Α.Δ. 851, η οποία είναι μεν απόφαση μειοψηφίας, πλην όμως οι αρχές που επικαλέστηκε το Δικαστήριο είναι εκείνες που χρησιμοποιούνται). Από όσα έχω ενώπιον μου, αντικειμενικά θεωρούμενα, κρίνω ότι η πλευρά της Παραπονουμένης απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 2 και δεν κρίνω σκόπιμο να τον καλέσω σε απολογία σε υπόθεση, στην οποία εκλείπουν συστατικά στοιχεία της κατηγορίας, αλλά και η ποιότητα της μαρτυρίας που έχει προσφερθεί εναντίον του, όπως αυτή καταγράφεται πιο πάνω, δεν είναι τέτοια που να μπορεί να ξεπεράσει το στάδιο αυτό. Η υπόθεση απορρίπτεται. Ο Κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται. Τα έξοδα της διαδικασίας υπέρ του Κατηγορουμένου 2 και εναντίον της Παραπονουμένης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή σύμφωνα με το σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) .............................. Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής