Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Σάββα Παντελή, Υποθ. αρ.: 19297/16, 28/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Υποθ. αρ.: 19297/16 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v. Σάββα Παντελή Κατηγορουμένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28 Απριλίου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Ματθαίου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Αργυρού Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος, κατόπιν παραδοχής, κρίθηκε ένοχος στη δεύτερη κατηγορία για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας και συγκεκριμένα ότι στις 11.11.16 στον Άγιο Δομέτιο επέφερε τον θάνατο της μητέρας του, Ελπινίκης Κυριάκου, με παράνομη πράξη, ήτοι μαχαιρώνοντας την. Σημειώνεται πως αρχικώς το κατηγορητήριο περιείχε μόνο την πρώτη κατηγορία για φόνο εκ προμελέτης η οποία ανεστάλη αμέσως μετά την παραδοχή του Κατηγορουμένου στην προστεθείσα δεύτερη κατηγορία. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, είναι τα ακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος διέμενε μόνιμα με τους γονείς του σε οικία στην οδό Μαραθώνος 11Α, στον Άγιο Δομέτιο στη Λευκωσία. Η μητέρα του («το θύμα»), Ελπινίκη Κυριάκου, ήταν 65 ετών. Στις 11.11.16 και μεταξύ των ωρών 07:00-08:00 ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στην οικία μόνος με τη μητέρα του η οποία κοιμόταν στο υπνοδωμάτιο της. Ο πατέρας του απουσίαζε, έχοντας πριν αναχωρήσει από την οικία με το όχημα του. Αφού ο Κατηγορούμενος ξύπνησε, βγήκε στον εξωτερικό χώρο της οικίας όπου βρισκόταν σταθμευμένο το μοτοποδήλατο του με αρ. εγγραφής ABD267. Ξεκλείδωσε το κάθισμα και πήρε από τον αποθηκευτικό χώρο, όπου είχε τοποθετημένα διάφορα αντικείμενα, ένα μαχαίρι με σταθερή λεπίδα μήκους 9,5 εκ. Είδε επίσης ότι το όχημα του πατέρα του απουσίαζε από τον χώρο στάθμευσης. Ακολούθως κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο όπου κοιμόταν η μητέρα του και τη μαχαίρωσε δύο φορές στην περιοχή του λαιμού, και συγκεκριμένα στην αριστερή και πρόσθια δεξιά τραχηλική χώρα. Αμέσως μετά καθάρισε το μαχαίρι πλένοντας το στον νιπτήρα του αποχωρητηρίου και αφού το τοποθέτησε στην τσάντα του, εγκατέλειψε τη σκηνή με το μοτοποδήλατο του. Πήγε σε ένα περίπτερο και αγόρασε ένα μπουκάλι νερό. Στη συνέχεια πέρασε έξω από την οικία του στην οποία εν τω μεταξύ είχε επιστρέψει ο πατέρας του. Ο πατέρας του Κυριάκος Παντελή, είχε επιστρέψει γύρω στις 08:00 και εντόπισε το θύμα να βρίσκεται μπρούμυτα στο πάτωμα, δίπλα από το κρεβάτι, μέσα σε λίμνη αίματος, ενώ το στρώμα του κρεβατιού και το σεντόνι ήταν καλυμμένα με αίμα. Κάλεσε αμέσως την Αστυνομία, μέλη της οποίας λίγη ώρα αργότερα μετέβησαν στη σκηνή και την απέκλεισαν. Γύρω στις 08:40 ο Κατηγορούμενος μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Αγ. Δομετίου και ανέφερε στους επί καθήκοντι αστυνομικούς πως «Νομίζω εσκότωσα τη μάμα μου». Σε σωματική έρευνα εντοπίστηκε στην κατοχή του το μαχαίρι με λεπίδα 9,5 εκ. το οποίο βρισκόταν σε δερμάτινη θήκη καθώς επίσης ακόμα ένα μαχαίρι τύπου σουγιά με λεπίδα μήκους 6 εκ. Κατόπιν επίστησης, ο Κατηγορούμενος απάντησε «Παραδέχομαι». Περί τις 08:57 στη σκηνή μετέβη νοσηλευτική λειτουργός η οποία εξέτασε το θύμα και διαπίστωσε πως δεν είχε ούτε παλμό ούτε αναπνοή και έτσι κλήθηκε ιατροδικαστής. Μετά τη νενομισμένη νεκροτομή που διενεργήθηκε στη σορό του θύματος, διαπιστώθηκε πως ο θάνατος επήλθε από αιμορραγικό σοκ συνεπεία διατομής των αγγείων του λαιμού από νύσσον και τέμνον όργανο. Μεταξύ των ωρών 09:25-10:05 της ίδιας μέρας ο Κατηγορούμενος προέβη σε θεληματική κατάθεση στην οποία παραδέχθηκε ότι είχε μαχαιρώσει το θύμα και στη συνέχεια συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Την ίδια μέρα ο Κατηγορούμενος εξετάστηκε από τον κυβερνητικό ψυχίατρο Δρα Λάμπρο Σαμαρτζή. Ακολούθως απολύθηκε από την αστυνομική κράτηση και μεταφέρθηκε στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθαλάσσας δυνάμει δικαστικού διατάγματος προσωρινής νοσηλείας. Σημειώνεται πως ο Κατηγορούμενος πάσχει από χρόνια ψυχική διαταραχή, ήτοι σχιζοφρένεια, για την οποία του χορηγείτο φαρμακευτική αγωγή την οποία έπρεπε να λαμβάνει καθημερινά και απρόσκοπτα. Λόγω της ψυχικής του ασθένειας, είχε στο παρελθόν νοσηλευτεί στο Ψυχιατρείο ακόμα δύο φορές. Παρά την ανάγκη συνεχούς λήψης αγωγής, ο Κατηγορούμενος την είχε διακόψει μόνος του χωρίς ιατρική οδηγία. Ο πατέρας του Κατηγορουμένου είχε αντιληφθεί πως τους τελευταίους δύο-τρεις μήνες η κατάσταση της υγείας του είχε επιδεινωθεί λόγω της μη λήψης των φαρμάκων του. Στις 18.11.16 ο Δρ Σαμαρτζής εξέτασε εκ νέου τον Κατηγορούμενο για τον σκοπό σύνταξης έκθεσης αναφορικά με την ψυχική και νοητική του κατάσταση κατά τον δεδομένο χρόνο. Διαπιστώθηκε πως ο Κατηγορούμενος ήταν προσανατολισμένος σε χώρο, πρόσωπα και εαυτό. Εντούτοις διατηρούσε ακουστικές ψευδαισθήσεις προσβλητικού περιεχομένου για τον ίδιο. Τα τελικά συμπεράσματα του Δρος Σαμαρτζή ήταν πως ο Κατηγορούμενος: (
- i)Δύναται να ξεχωρίσει το νόμιμο από το παράνομο και το καλό από το κακό. (
- ii)Συνειδητοποιεί την πράξη του και το ότι ως αποτέλεσμα αυτής επήλθε ο θάνατος της μητέρας του. Είχε επίγνωση των πράξεων του. (iii) Δύναται να παρακολουθήσει δικαστική διαδικασία. (
- iv)Λόγω της χρόνιας ψυχικής του πάθησης (σχιζοφρένειας) έχει μειωμένη κριτική ικανότητα η οποία αφορά σε θέματα σχετικά με το περιεχόμενο του παραληρήματος. Στις 21.11.16 ο θεράπων γιατρός του Κατηγορουμένου, Δρ Γιώργος Μικελλίδης, έκρινε πως ο Κατηγορούμενος παρουσίαζε σταθερή ψυχική κατάσταση χωρίς πρόθεση να βλάψει τρίτους ή τον εαυτό του και πως μπορούσε να ανακριθεί και να παρακολουθήσει τη δικαστική διαδικασία. Ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος έλαβε αυθημερόν εξιτήριο από το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθαλάσσας. Αμέσως μετά και στις 10:45 ο Κατηγορούμενος συνελήφθη εκ νέου δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού πληροφορήθηκε για τους λόγους της σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο αυτός απάντησε «Τίποτε». Στις 22.11.16 μεταξύ των ωρών 09:57-10:25 ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στην οικία του και προέβη σε υποδείξεις σκηνών. Ακολούθως, μεταξύ των ωρών 11:05-16:00, λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο ο οποίος παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος υιοθετώντας και την προγενέστερη θεληματική του κατάθεση. Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο συνήγορος του Κατηγορουμένου εστιάστηκε στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος το οποίο αποδίδεται στη ψυχική κατάσταση του Κατηγορουμένου. Με παραπομπή σε σχετικά συγγράμματα τα οποία αντικατοπτρίζουν το πώς άτομα όπως ο Κατηγορούμενος καταλήγουν σε τέτοιου είδους εγκλήματα, ο συνήγορος έθεσε τον έντονο προβληματισμό του ως προς τον ενδεδειγμένο τρόπο αντιμετώπισης του Κατηγορουμένου στα πλαίσια επιβολής ποινής, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη διασφάλισης της απρόσκοπτης λήψης αγωγής και συνάμα της ειδικής (ατομικής) αποτροπής από τυχόν επανάληψη παρόμοιων ή άλλων εγκληματικών ενεργειών μετά την ενδεχόμενη αποφυλάκιση του. Ήταν η εισήγηση του πως ο πολυετής εγκλεισμός του Κατηγορουμένου στις Φυλακές δεν θα αποφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο συνήγορος αναφέρθηκε επίσης και σε άλλους μετριαστικούς παράγοντες καλώντας το Δικαστήριο να επιδείξει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπό κρίση υπόθεσης. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Μαυρολουκά v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 212/13, ημ. 5.2.15, το έγκλημα της ανθρωποκτονίας είναι ένα από τα σοβαρότερα του Ποινικού Κώδικα εφόσον ως συνέπεια του (εγκλήματος) αφαιρείται το ύψιστο αγαθό, που είναι η ανθρώπινη ζωή. Η σοβαρότητα του φαίνεται και από την ανώτατη προβλεπόμενη ποινή που είναι η δια βίου φυλάκιση. Στην υπόθεση Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556, ο έντιμος Δικαστής, όπως ήταν τότε, του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό και η αφαίρεση της μέγιστο έγκλημα. Η δέσμευση στην προστασία της ανθρώπινης ζωής επιβάλλει ανάλογο καθήκον για την περιφρούρηση της, γεγονός που αντανακλάται στην τιμωρία που επιβάλλεται για εγκληματικές πράξεις που επιφέρουν την απώλεια ανθρώπινης ζωής. Γι' αυτό το λόγο προσδίδεται αποτρεπτικός χαρακτήρας στην τιμωρία κάθε φονικής πράξης.» Δυστυχώς η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει όντως μια τραγική οικογενειακή κατάσταση με θύτη τον γιο και θύμα την ίδια τη μητέρα του. Η πράξη του Κατηγορουμένου να πάρει μαχαίρι και να μαχαιρώσει τη μητέρα του στον λαιμό ενόσω αυτή κοιμόταν προκαλεί αποτροπιασμό αλλά ταυτόχρονα δείχνει και το δράμα που βίωνε ολόκληρη η οικογένεια λόγω της κατάστασης του Κατηγορουμένου η οποία κατέληξε στο μοιραίο. Η ζωή, ως το ύψιστο αγαθό, της μητέρας έχει χαθεί, ο πατέρας βρέθηκε παντελώς απρόσμενα μπροστά στο φρικιαστικό και άκρως δυσάρεστο θέαμα της συζύγου του μέσα σε λίμνη αίματος και ο γιος βρίσκεται τώρα αντιμέτωπος με τις συνέπειες της πράξης και της κατάστασης του. Τα λόγια δύσκολα αποτυπώνουν το τι βίωσαν και τα τρία αυτά άτομα κατά την επίδικη μέρα και κυρίως το τι μέλλει να βιώνουν ο πατέρας και ο Κατηγορούμενος. Είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο η εικόνα της μαχαιρωμένης συζύγου του να σβήσει ποτέ από τη μνήμη του πατέρα του Κατηγορουμένου ενώ ο τελευταίος αναμένει την ποινή και είναι ήδη καταδικασμένος λόγω της χρόνιας πάθησης του με απρόβλεπτες συνέπειες για τους γύρω του αλλά και για τον ίδιο. Γεγονός όμως παραμένει πως η ενέργεια του Κατηγορουμένου κόστισε τη ζωή της μητέρας του. Βεβαίως αυτή η ενέργεια του Κατηγορουμένου δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας ψυχρής και ηθελημένης συμπεριφοράς ενός κανονικού ανθρώπου αλλά το απότοκο της ψυχικής κατάστασης του. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως ο Κατηγορούμενος πάσχει από χρόνια ψυχική διαταραχή, ήτοι σχιζοφρένεια, και πως για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος έπρεπε και πρέπει να λαμβάνει απρόσκοπτα φαρμακευτική αγωγή η οποία ελέγχει και καταστέλλει τις όποιες παραληρητικές του τάσεις και ιδέες. Η υφιστάμενη κατά την επίδικη μέρα κατάσταση του χρονολογείται από το 2008 όταν διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια. Σύμφωνα με τη θέση της Υπεράσπισης, η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης, ο Κατηγορούμενος, 36 ετών, είναι απόφοιτος της Τεχνικής Σχολής στον κλάδο μαγειρικής. Μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας εργάστηκε ως μάγειρας και ακολούθως ως διανομέας. Βίωσε μια άσχημη παιδική ηλικία με μοναδικές αναμνήσεις τη μητέρα του που τον κτυπούσε βάναυσα με τη ζώνη μέχρι τα δέκα έτη του και τον κλείδωνε έξω από το σπίτι για ώρες, και τους συνεχείς καβγάδες στο σπίτι που κατέληγαν σε άγριες φωνές και κτυπήματα στον ίδιο. Όταν διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια το 2008 νοσηλεύτηκε στο Ψυχιατρείο Αθαλάσσας για 20 μέρες ενώ λάμβανε φαρμακευτική αγωγή απρόσκοπτα για ένα έτος ως οι οδηγίες του γιατρού. Ακολούθως τη διέκοψε μόνος επειδή ήθελε να χάσει βάρος και θεώρησε ότι δεν τη χρειαζόταν καθότι ένιωθε καλά. Το 2011 επισκέφθηκε από μόνος τον γιατρό του στο Ψυχιατρείο επειδή ξεκίνησε πάλι να ακούει φωνές και παρέμεινε έγκλειστος εκεί για κάποιες μέρες, ενώ εξήλθε με οδηγίες για τη λήψη φαρμάκων την οποία συνέχισε απρόσκοπτα για ακόμα ένα έτος. Αμέσως με τη διάγνωση του ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να εργαστεί και βοηθείτο οικονομικά από τις Κοινωνικές Υπηρεσίες. Έτσι έμενε συνεχώς κλεισμένος στο σπίτι εκτός όταν βοηθούσε τον πατέρα του στο χωράφι που είχαν στην περιοχή Τροόδους. Η αδυναμία του να εργαστεί προκαλούσε προστριβές στο σπίτι καθότι οι γονείς τον προέτρεπαν να βρει εργασία και ειδικά η μητέρα του τον πίεζε προς τούτο, του έλεγε να φύγει από το σπίτι και πως έχει ψυχολογικά και είναι άχρηστος. Όλα αυτά διογκώνονταν στο μυαλό του λόγω της σχιζοφρένειας και κατέληξαν να εκλαμβάνονται ως συνωμοσία εναντίον του, καθώς επίσης πίσω από το πρόσωπο της μητέρας του έβλεπε ότι κρύβονταν άλλα πρόσωπα με τα οποία είχε διαφωνίες. Ο Κατηγορούμενος ήθελε να φύγει από το σπίτι και να ζήσει μόνος μόνιμα στο μικρό σπίτι που είχαν στο χωράφι όπου διέμενε κάποτε, καθότι εκεί ένιωθε ήρεμος και χαρούμενος. Μετά από έντονο καβγά με τον πατέρα του ενώ βρίσκονταν στο χωράφι για δουλειές, ο τελευταίος τον έδιωξε και του είπε να μην πάει ξανά εκεί. Μετά από αυτό, τους τελευταίους δύο μήνες παρατηρήθηκε επιδείνωση της κατάστασης του Κατηγορουμένου λόγω της διακοπής της αγωγής του και συνεχούς απομόνωσης του στο δωμάτιο του ενώ σκεφτόταν συνεχώς τα λόγια των γονιών του ότι έχει ψυχολογικά και είναι άχρηστος. Το βράδυ πριν την τέλεση του εγκλήματος ο Κατηγορούμενος είχε πάλι καβγά με τη μητέρα του η οποία του είπε πως «Κάθεσαι σπίτι χωρίς να κάμνεις τίποτε όπως τον Αρχιεπίσκοπο». Μετά από αυτό ο Κατηγορούμενος πήγε στο δωμάτιο του και σκεφτόταν όλα όσα του είπε κατά καιρούς η μητέρα του, όπως το ότι είναι όπως τον σατανά. Αυτό του το είχε πει κατά το 2011 και αποτέλεσε την αιτία να επανέλθουν τα συμπτώματα του και να καταλήξει στο Ψυχιατρείο. Έτσι ο Κατηγορούμενος είχε παραισθήσεις, έβλεπε δαίμονες μπροστά του να του λένε τι να κάνει και άρχισε να βλέπει τον εαυτό του με μορφή δαίμονα. Όλες αυτές οι σκέψεις διογκώνονταν στο μυαλό του με αποτέλεσμα την απώλεια ελέγχου των σκέψεων του. Άκουγε φωνές να τον προτρέπουν να σκοτώσει είτε τον πατέρα είτε τη μητέρα του, δεν μπορούσε να ελέγξει το μυαλό του. Αυτές οι σκέψεις τον χειραγωγούσαν και προσπαθούσε να αντισταθεί όμως αυτό ήταν αδύνατο μετά τον τελευταίο καβγά με τη μητέρα του. Όπως επιβεβαίωσε και ο Δρ Σαμαρτζής στην Έκθεση του ημ. 16.11.16, ο Κατηγορούμενος «αναφέρει ακουστικές ψευδαισθήσεις, φωνές που συνομιλούν με περιεχόμενο υβριστικό, ταπεινωτικό, εξευτελιστικό για τον ίδιο». Σύμφωνα με τον συνήγορο Υπεράσπισης, η παράλειψη λήψης της φαρμακευτικής αγωγής τους τελευταίους μήνες προκάλεσε την επιθετική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. Δεχόμαστε πως υπό την κυριαρχία αυτών των παραληρητικών ιδεών ο Κατηγορούμενος βρέθηκε σε τέτοια ψυχική κατάσταση που προχώρησε στην αξιόποινη πράξη να αναζητήσει το μαχαίρι που φύλαγε και να σκοτώσει τη μητέρα του με αυτό. Παρόλο που αυτές οι ιδέες και ψευδαισθήσεις δημιούργησαν και διόγκωσαν στο μυαλό του Κατηγορουμένου ένα συνωμοτικό σενάριο εναντίον του το οποίο τον ώθησε στη διάπραξη του εγκλήματος, εντούτοις δεν υιοθετούμε τη θέση του συνηγόρου του πως αυτό αποτελεί πρόκληση από πλευράς της μητέρας του. Άλλωστε δεν πρέπει να λησμονείται πως κατά τον ουσιώδη χρόνο η μητέρα του Κατηγορουμένου δεν αποτελούσε οποιονδήποτε κίνδυνο, εφόσον αυτή κοιμόταν και αποτέλεσε πολύ εύκολο στόχο για την ολοκλήρωση της ενέργειας του. Θεωρούμε πως το κυρίαρχο στοιχείο στην παρούσα υπόθεση είναι η ψυχική κατάσταση του Κατηγορουμένου και είναι σε αυτό που αποδίδουμε ιδιαίτερη σημασία. Παρόλο που είναι αναντίλεκτο πως ο Κατηγορούμενος είχε αντίληψη των πράξεων του, εντούτοις το πώς οδηγήθηκε σε αυτές είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την περιγραφείσα ψυχική του κατάσταση η οποία αναμφίβολα του προκάλεσε μείωση της αντίστασης και αυτοελέγχου να παραμείνει μακριά από την πρόκληση κακού και εξολόθρευση, όπως ο ίδιος την αντιλαμβανόταν, της συνωμοτικής και ταπεινωτικής συμπεριφοράς της μητέρας του προς τον ίδιο. Σημειώνουμε πως μετά τη διάπραξη του εγκλήματος και την ίδια μέρα λόγω ακριβώς της ψυχικής του κατάστασης, κρίθηκε αναγκαία η νοσηλεία του στο Ψυχιατρείο όπου και παρέμεινε για περίοδο δέκα ημερών. Τούτου λεχθέντος, δεν παραγνωρίζουμε όμως πως η υποτροπή της κατάστασης του Κατηγορουμένου οφείλεται σε δική του ενέργεια και ειδικότερα στον τερματισμό λήψης της φαρμακευτικής του αγωγής. Όπως διαφαίνεται μέσα από το ιστορικό του η συνεχής λήψη της αγωγής του τον καθιστά ήρεμο και εξαφανίζει κάθε ίχνος επιθετικότητας. Αυτό επιβεβαιώνεται και από σχετική αναφορά του συνηγόρου του πως κατά τον εγκλεισμό του στις Φυλακές και με τη λήψη της αγωγής, παρατηρείται σημαντική βελτίωση της κατάστασης του και επιτυγχάνεται πλήρης αντιμετώπιση του προβλήματος του. Τα συγγράμματα στα οποία παρέπεμψε ο συνήγορος του Κατηγορουμένου όντως δίδουν μια αντιπροσωπευτική εικόνα του προφίλ τέτοιων προσώπων και πώς καταλήγουν στο έγκλημα. Μάλιστα, είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε πως με αυτό το προφίλ συνάδει και η μετέπειτα ενέργεια του Κατηγορουμένου να παραδοθεί στην Αστυνομία ομολογώντας το έγκλημα. Σημειώνουμε πως το παρόν Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να αναγνώσει και προβεί σε αναφορά στα εν λόγω συγγράμματα στα πλαίσια παρόμοιας υπόθεσης ανθρωποκτονίας στην οποία επίσης ο κατηγορούμενος έπασχε από σχιζοφρένεια και εκεί πυροβόλησε τον πατέρα του. Πρόκειται για την Yπόθεση αρ. 23398/15, Δημοκρατία v. Mufeed Abdo, στην οποία επιβλήθηκε ποινή στις 21.11.16. Ομολογουμένως οι εκεί μας παραπομπές τυγχάνουν εφαρμογής και στην υπό εξέταση περίπτωση. Χρήσιμη παραπομπή γίνεται και πάλι στο σύγγραμμα Σχιζοφρένεια και Φόνος, Φωτεινή Τσαλίκογλου, όπου στις σελ. 50-51 αναφέρεται πως τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας σχετίζονται με διαταραχές της σκέψης, της βούλησης, του συναισθήματος και των γνωσιακών λειτουργιών. Στα θετικά συμπτώματα συγκαταλέγονται οι παραληρητικές ιδέες, όπως ιδέες διώξεων και συνωμοσίας, και οι ψευδαισθήσεις, όπως ακουστικές. Στη σελ. 175 αναφέρεται πως η εγκληματικότητα του ατόμου με σχιζοφρένεια συνιστά μια πολύπλοκη εκδήλωση της ανθρώπινης προσωπικότητας και ως τέτοια είναι στενά συνυφασμένη με βιο-ψυχο-οικονομικούς παράγοντες. Μάλιστα, ανάμεσα στις ιστορίες σχιζοφρένειας - φόνου παρατίθεται, στις σελ. 252-253, η ιστορία ενός άντρα, 28 ετών, άγαμου, ο οποίος στα 19 του διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια κατά τη στρατιωτική του θητεία και εισήχθη σε ψυχιατρική κλινική. Διέμενε πάντοτε με τη μητέρα του. Η μητέρα του περιγράφεται ως ένα ιδιαίτερα εξουσιαστικό και καταπιεστικό άτομο. Αυτή ήθελε ο γιος της να γίνει γιατρός και μετά από δύο αποτυχημένες εξετάσεις για πανεπιστήμιο, αυτή έγινε βίαιη έναντι του και συχνά εγκατέλειπε το σπίτι ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Ο πατέρας του τον προέτρεπε να είναι πιο κοινωνικός αλλά δημιουργούσε φασαρία όταν τον επισκέπτετο ένας φίλος του. Τελικά αυτός ζει απομονωμένος στο δωμάτιο του, ακούει φωνές που του υποδεικνύαν τι να κάνει και του υπαγόρευαν να σκοτώσει τη μητέρα του μέχρι που την έπνιξε και έκαψε. Αυτή η περιγραφή προσομοιάζει με την περίπτωση του Κατηγορουμένου όσον αφορά τα συμπτώματα και τη σύνδεση της ασθένειας του με το έγκλημα. Στο σύγγραμμα Δικανική Ψυχιατρική του Γιώργου Αλεβιζόπουλου, στις σελ. 10-11, περιγράφεται με παραστατικότητα η κατάσταση του ασθενούς κατά και αμέσως μετά τον χρόνο εκδήλωσης της επιθετικότητας του στο ακόλουθο απόσπασμα: «Πώς όμως συνδέεται η επιθετικότητα με την ψυχοπαθολογία; . η επιθετικότητα είναι η τελική συμπεριφορική εκδήλωση του συναισθήματος του θυμού. Άρα δεν είναι η επιθετικότητα μεμονωμένα που περιλαμβάνει πιθανή ψυχοπαθολογία αλλά το υποκείμενο συναίσθημα. . Η δεδομένη αντίδραση δεν είναι αναμενόμενη ούτε από το ίδιο το άτομο ούτε από τον μέσο εκπρόσωπο της δεδομένης κοινωνικοπολιτικής ομάδας στην οποία ανήκει και ως ένα βαθμό γίνεται κατανοητή από τον παρατηρητή. Σε τελευταία ανάλυση είναι μια αντίδραση σε συνθήκες, όπως οι διαπροσωπικές συγκρούσεις, οι οποίες γίνονται αντιληπτές από το άτομο ως μειωτικές ή απειλητικές (πραγματικά ή φανταστικά) είτε για το ίδιο είτε για σημαντικά του πρόσωπα. Η έκρηξη θυμού και η εκδήλωση επιθετικότητας επέρχεται όταν κάποιος πυροδοτικός μηχανισμό παίξει τον ρόλο της «σταγόνας που ξεχειλίζει το ποτήρι». Δηλαδή αποτελεί το τελικό προϊόν της συνδυαστικής και ταυτόχρονης επίδρασης περισσότερων του ενός παραγόντων, οι οποίοι τελικά ευοδώνουν την εκδήλωση βίας. Η βία αυτού του τύπου είναι απόλυτα απρόβλεπτη, αφού ο συνδυασμός των ευοδωτικών παραγόντων είναι απρόβλεπτος. .. ... Μετά την εκδήλωση της επίθεσης ακολουθεί ένα τρίτο στάδιο κατά το οποίο διακρίνονται δύο ομάδες δραστών. Η πρώτη ομάδα κυριαρχείται από εξάντληση, κόπωση, απάθεια και κατάθλιψη. Όχι σπάνια ο δράστης καλεί ασθενοφόρο ή παραδίδεται στις αρχές. Ποσοστό 65-70% των δραστών αυτών παρουσιάζει συνεχώς εντεινόμενα συναισθήματα ντροπής, ενοχής και μεταμέλειας. Η αυτοκτονική συμπεριφορά στην ομάδα αυτή είναι πολύ συχνή.» Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας καθίσταται αναγκαία η επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Σημειώνεται ακόμα πως η ανθρωποκτονία καλύπτει ένα ευρύ φάσμα εγκληματικής συμπεριφοράς με ανάλογες διακυμάνσεις στην τιμωρία των δραστών και εκείνο το οποίο τελικώς καθορίζει την ποινή είναι τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όμως ακόμη και στις περιπτώσεις σοβαρών αδικημάτων για τα οποία διαπιστώνεται η ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, είναι καλά καθιερωμένη η νομική αρχή πως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση δεν ατονεί, νοουμένου ότι η εξατομίκευση δεν οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 245 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνουμε υπόψιν τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου οι οποίες συσχετίζονται άμεσα με τη διάπραξη του εγκλήματος. Λαμβάνουμε ακόμα υπόψιν πως ο πατέρας του είναι συνταξιούχος ενώ η αποβιώσασα μητέρα του ήταν οικοκυρά. Έχει μια αδελφή μεγαλύτερη, η οποία είναι έγγαμη με δύο παιδιά. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες για τον Κατηγορούμενο λαμβάνουμε υπόψιν την άμεση και οικειοθελή αποκάλυψη της διάπραξης του εγκλήματος καθώς επίσης και την άμεση παραδοχή και συνεργασία του με την Αστυνομία. Όπως φαίνεται μέσα από τα εκτεθέντα γεγονότα, την ίδια μέρα ο Κατηγορούμενος προέβη σε θεληματική κατάθεση, ενώ μετά την απόλυση του από το Ψυχιατρείο προέβη σε υποδείξεις σκηνών και παραδέχθηκε εκ νέου το έγκλημα στα πλαίσια λήψης ανακριτικής κατάθεσης. Λαμβάνουμε ακόμα υπόψιν και την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου αμέσως μετά την προσθήκη της δεύτερης κατηγορίας, γεγονός που αποτελεί ένδειξη της έμπρακτης μεταμέλειας του. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 «. η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης». Ακόμη λαμβάνουμε υπόψιν το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Περαιτέρω δεχόμαστε την αναντίλεκτη θέση της Υπεράσπισης και λαμβάνουμε υπόψιν την καλή διαγωγή που επιδεικνύει ο Κατηγορούμενος κατά την κράτηση του στις Κεντρικές Φυλακές και την ευγένεια και συνεργασία του με το προσωπικό και τους συγκρατούμενους του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κιλινκαρίδης v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 233/13, ημ. 22.4.15, η συμπεριφορά ενός κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του εγκλήματος, συμπεριλαμβανομένης της καλής διαγωγής του κατά την περίοδο που βρίσκεται υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές, συνεκτιμάται για σκοπούς επιβολής ποινής. Εφόσον κύριο χαρακτηριστικό της παρούσας υπόθεσης είναι η ψυχική κατάσταση του δράστη που συνδέεται άρρηκτα με τις συνθήκες διάπραξης του εγκλήματος θεωρούμε χρήσιμο να ανατρέξουμε σε παλαιότερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι οποίες παρουσιάζουν το ίδιο γνώρισμα. Συνάμα λαμβάνουμε υπόψιν και τη νομολογιακή αρχή πως τέτοιες αποφάσεις είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, όμως δεν αποτελούν ένα σταθερό δείκτη καθορισμού ποινής καθότι η ποινή σε κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της και του παραβάτη. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123. H νομολογία στην οποία παραπέμπουμε είναι η ίδια με αυτή στην υπόθεση Mufeed Abdo (ανωτέρω) και έτσι απλώς την επαναλαμβάνουμε. Στην υπόθεση Λεμής v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 340, ο εφεσείων, 29 ετών, διέπραξε μητροκτονία. Συγκεκριμένα πήρε μαχαίρι, πήγε στο σπίτι των γονιών του και μόλις άνοιξε την πόρτα άρχισε να κτυπά τη μητέρα του, αυτή προσπαθούσε μάταια να αντισταθεί μέχρι που ο εφεσείων την έριξε στο πάτωμα, άρπαξε ένα εργαλείο κοπής και την κάρφωσε θανάσιμα στο στήθος. Είχε ψυχιατρικό μητρώο και ανέπτυξε αισθήματα εχθρότητας προς τους γονείς του στους οποίους απέδιδε ευθύνη για την καταστραμμένη, όπως την αντιλαμβάνετο, ζωή του. Κατά την τέλεση του εγκλήματος έπασχε από αρνητισμό, σύγχυση στις σκέψεις του, συναισθηματική απάθεια, ιδέες καταδίωξης και παρανοϊκού περιεχόμενου. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών. Στα πλαίσια της έφεσης ο συνήγορος του ανέφερε πως εφόσον ο εφεσείων ήταν ψυχικά ασθενής και υποβάλλετο σε θεραπεία ενώ ήταν στη φυλακή, υπήρχε το ενδεχόμενο να αποθεραπευτεί και να μην μπορεί να ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο προτού εκπνεύσει η ποινή του. Έτσι εισηγήθηκε την έκδοση Διατάγματος Κηδεμονίας ή Κράτησης σε Νοσοκομείο ούτως ώστε θα μπορούσε να αποφυλακιστεί μετά την αποθεράπευση του. Το Εφετείο, επικυρώνοντας την ποινή, ανέφερε τα εξής: «Η αγγλική καθοδηγητική απόφαση του Αρχιδικαστή Lord Lane στην υπόθεση Chambers (ανωτέρω), που εισηγήθη ο κ. Πουργουρίδης ότι πρέπει να ακολουθηθεί και στην Κύπρο, αναφέρει πως ο Δικαστής σε περιπτώσεις ανθρωποκτονίας, όπου υπάρχει θέμα μειωμένης ευθύνης, έχει πολλές επιλογές και υιοθέτηση οποιασδήποτε από αυτές, εξαρτάται από το υλικό που υπάρχει ενώπιον του. Εάν τα ψυχιατρικά πιστοποιητικά συστήνουν και δικαιολογούν και δεν υπάρχουν αντίθετες ενδείξεις, τότε ο Δικαστής μπορεί να εκδόσει Διάταγμα Κράτησης σε Νοσοκομείο. Όταν τέτοια Διαταγή δεν συστήνεται ή δεν είναι η πρέπουσα και ο ένοχος αποτελεί κίνδυνο στο κοινό για απροσδιόριστο χρόνο, τότε η ορθή ποινή κατά πάσα πιθανότητα θα είναι ποινή ισόβιας κάθειρξης. Εάν η μαρτυρία υποδεικνύει ότι η ευθύνη του εφεσείοντα για τις πράξεις του ήταν σε πολύ μεγάλο βαθμό μειωμένη, ώστε ο βαθμός της ποινικής του ευθύνης να είναι ελάχιστος, τότε ο Δικαστής μπορεί να επιδείξει περισσότερη επιείκεια. Νοουμένου ότι δεν υπάρχει κίνδυνος επαναλήψεως της βίας, συνήθως θα είναι δυνατό να δοθεί στον εφεσείοντα η ελευθερία του, πιθανώς με Διάταγμα Κηδεμονίας. Σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει βάση για Διάταγμα Κρατήσεως σε Νοσοκομείο, αλλά όπου ο βαθμός της ευθύνης του εφεσείοντα δεν είναι ελάχιστος, τότε ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει ποινή φυλακίσεως, η διάρκεια της οποίας θα εξαρτάται από δύο παράγοντες, πρώτο, η εκτίμηση του Δικαστού ως προς το βαθμό ευθύνης του εφεσείοντα για τις πράξεις του και δεύτερο, η άποψη του ως προς την περίοδο για την οποία ο εφεσείοντας θα εξακολουθούσε να ήταν επικίνδυνος εις το δημόσιο. ... Πρέπει να πούμε, εις απάντηση της εισήγησης του κ. Πουργουρίδη για Διάταγμα Κράτησης σε Νοσοκομείο, όσο ενδιαφέρουσα και να είναι η εισήγηση του, δεν υπάρχει ανάλογη Νομοθεσία στην Κύπρο ώστε το Δικαστήριο να εξετάσει τέτοιο ενδεχόμενο. Η μόνη υπάρχουσα Νομοθεσία για ψυχικά ασθενείς, είναι ο Περί Διανοητικώς Ασθενών Νόμος όπου, εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί πως κάποιος είναι διανοητικά ασθενής, διατάσσεται η κράτηση του σε Ψυχιατρικό Ίδρυμα, όπως έχει στην πραγματικότητα εκδοθεί τέτοιο διάταγμα για τον εφεσείοντα, όπως αναφέρθη στο Δικαστήριο μετά τη διάπραξη του εγκλήματος. Η κράτηση όμως κάποιου με βάση τον πιο πάνω Νόμο, δεν έχει καμιά σχέση με ποινική ευθύνη και τιμωρία για διάπραξη οποιουδήποτε εγκλήματος, αλλά το μοναδικό κριτήριο είναι η αποθεραπεία του αρρώστου. Όπως διαφαίνεται και στην υπόθεση Chambers, η επιμέτρηση της ποινής εξαρτάται από το βαθμό ευθύνης του εφεσείοντα, το πόσο επικίνδυνος μπορεί να είναι στην κοινωνία. Με βάση αυτά τα κριτήρια μπορούν να επιβληθούν ποινές από Διάταγμα Κηδεμονίας μέχρι ισοβίων δεσμών. Αυτά τα κριτήρια νομίζουμε ότι έχουν ενσωματωθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε υποθέσεις ανθρωποκτονίας όπου ο βαθμός ευθύνης του εφεσείοντα είναι μειωμένος εξ αιτίας ψυχολογικών προβλημάτων.» Βεβαίως το Εφετείο επισήμανε πως «η μεταχείριση παραβατών με ψυχολογικά προβλήματα ή διαταραγμένη προσωπικότητα, πρέπει και στην Κύπρο να απασχολήσει τις αρχές προς το σκοπό διεύρυνσης των μέσων τα οποία παρέχονται στο Ποινικό Δικαστήριο για την τιμωρία και αναμόρφωση των παραβατών», πλην όμως μέχρι σήμερα η κατάσταση εξακολουθεί να παραμένει η ίδια. Ο ίδιος προβληματισμός προέκυψε και στην υπόθεση Παναγή v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 445, στην οποία ο εφεσείων, άτομο με παρανοϊκή σχιζοφρένεια, τρόφιμος του Ψυχιατρείου Αθαλάσσας, και με επίγνωση των πράξεων του στραγγάλισε δύο άλλους τρόφιμους με πανομοιότυπο τρόπο και αποπειράθηκε να πράξει το ίδιο και με τρίτο εντός χρονικού διαστήματος 24 ωρών. Οι ενέργειες του είχαν σχεδιασμό, οργάνωση και προγραμματισμό σε βαθμό που φαίνονταν ως αυτοκτονίες. Με ιδιαίτερη αναφορά στη Λεμής (ανωτέρω) το Εφετείο επανέλαβε πως με δεδομένες τις επιλογές στο πλαίσιο της νομοθεσίας, το Κακουργιοδικείο θεώρησε την ποινή φυλάκισης ως αναπόφευκτη, και επικύρωσε την πρωτόδικα επιβληθείσα (κατά πλειοψηφία) φυλάκιση των 12 ετών λόγω της μειωμένης ευθύνης του εφεσείοντος, του λευκού ποινικού μητρώου του και της ομολογίας του. Παρόλο που αναγνωρίστηκε πως κατά την κράτηση μέχρι τη δίκη του παρουσίαζε σημεία βελτίωσης, εντούτοις κρίθηκε από το Εφετείο ως ιδιαίτερα επικίνδυνος και πως έχρηζε ψυχιατρικής βοήθειας για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Στην εν λόγω υπόθεση το Εφετείο υιοθέτησε σχετική παραπομπή του Κακουργιοδικείου σε παλαιότερες υποθέσεις για ανθρωποκτονία από ψυχικά διαταραγμένους ασθενείς στις οποίες οι ποινές κυμάνθηκαν από 10 μέχρι και 20 έτη. Είναι γεγονός πως αυτά τα δεδομένα έχουν διαφοροποιηθεί κάπως σήμερα, καθότι μια ανασκόπηση μέχρι και της πιο πρόσφατης συναφούς νομολογίας όντως δείχνει μεγαλύτερη διακύμανση των ποινών σε τέτοια πρόσωπα, ήτοι από 3 μέχρι 20 έτη. Αυτή η διαπίστωση αντανακλά ακριβώς την πιο πάνω διατυπωθείσα αρχή πως κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά. Εκείνο το οποίο εξάγεται με ασφάλεια είναι πως ποινές 14 ετών και άνω επιβλήθηκαν σε τέτοια άτομα είτε εκεί όπου κρίθηκε πως η ανθρωποκτονία έφθανε στο μεταίχμιο φόνου είτε εκεί όπου υπήρχαν πολλαπλά ή ιδιαίτερα βάναυσα εγκλήματα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Pantelis v. Republic
(1969)2 C.L.R. 92, Philippou v. Republic
(1983)2 C.L.R. 245, Νικολάου v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 309, Μαυρολουκά v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Χατζηπαναγή v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 175/13, ημ. 18.2.
- Αντιθέτως η ποινή των 3 ετών αποτελεί εξαίρεση λόγω των ιδιαζουσών συνθηκών του δράστη στην Ιωάννου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 140/14, ημ. 8.4.
- Σε εκείνη την υπόθεση ο εφεσείων, 18 ετών, παρουσίαζε διανοητική καθυστέρηση, διαταραχές συμπεριφοράς και έπασχε από εγκεφαλοπάθεια. Ο πατέρας του, μετά από κατανάλωση αλκοόλ, κοιμόταν στον καναπέ και ο εφεσείων έθεσε φωτιά στον καναπέ θεωρώντας έτσι πως θα τον ξυπνούσε. Δυστυχώς η φωτιά επεκτάθηκε με αποτέλεσμα τελικώς τον θάνατο του πατέρα του. Το Εφετείο αναγνώρισε τις ιδιαιτερότητες της εν λόγω περίπτωσης καθότι επρόκειτο για μια μη ηθελημένη ανθρωποκτονία από ένα άτομο «χωρίς οποιοδήποτε ιστορικό επιθετικότητας ή επικινδυνότητας και χωρίς να χαρακτηρίζεται ως επικίνδυνος» το οποίο ενήργησε ανόητα και επιπόλαια «όχι όμως στα πλαίσια επιθετικής, εκφοβιστικής ή προσβλητικής συμπεριφοράς». Γι΄ αυτό το Εφετείο μείωσε την επιβληθείσα κατά πλειοψηφία φυλάκιση των 5 ετών στην ποινή που επιβλήθηκε από τη μειοψηφία της φυλάκισης 3 ετών με αναστολή και ταυτόχρονα εξέδωσε Διάταγμα Επιτηρήσεως. Έτσι προκύπτει πως στις περιπτώσεις ψυχικά διαταραγμένων και παραληρητικών δραστών οι οποίοι διαπράττουν ηθελημένα ανθρωποκτονία η οποία συνδέεται με τη ψυχική τους κατάσταση, και στην απουσία άλλων επιβαρυντικών παραγόντων, οι ποινές κυμαίνονται γύρω στα 8-10 έτη. Σχετική αναφορά γίνεται στη Λεμής (ανωτέρω) καθώς επίσης και στις υποθέσεις Kyprianou v. Republic
(1971)2 C.R.L. 158 και Kentas v. Republic
(1971)2 C.L.R. 305, στις οποίες επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 10 ετών. Χρήσιμη παραπομπή γίνεται και στην υπόθεση Πεπέκκος v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 86, στην οποία ο εφεσείων ήταν άτομο με ψυχικά και ψυχιατρικά προβλήματα και έδρασε υπό το κράτος ψυχικού παραληρήματος αποδίδοντας ιδιότητα κατασκόπου σε Γερμανό ποδηλάτη του οποίου τον θάνατο προκάλεσε με σύγκρουση με το αυτοκίνητο του. Η ποινή των 9 ετών επικυρώθηκε από το Εφετείο. Θεωρούμε πως η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στην τελευταία κατηγορία υποθέσεων λόγω των συνθηκών διάπραξης του εγκλήματος και της κατάστασης του δράστη. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου επισήμανε την έλλειψη του Κράτους στην παροχή της αναγκαίας μεθόδου αντιμετώπισης δραστών όπως ο Κατηγορούμενος, οι οποίοι χρήζουν ειδικής παρακολούθησης και θεραπείας. Συμμεριζόμαστε πλήρως αυτή τη διαπίστωση η οποία εδώ και χρόνια εκφράζεται μέσα από δικαστικές αποφάσεις χωρίς όμως μέχρι στιγμής να παρέχονται αυτοί οι μηχανισμοί που θα επιτρέπουν στα Δικαστήρια να επιλέγουν τον ενδεδειγμένο τρόπο αντιμετώπισης τέτοιων παραβατών. Θα πρέπει όμως να παρατηρήσουμε πως για οποιαδήποτε νοσηλεία δεν μπορεί να παρασχεθεί εντός Φυλακών παρέχεται ευχέρεια υπό κατάλληλες προϋποθέσεις της παροχής της σε κατάλληλα κρατικά κέντρα βάσει των προνοιών του άρθρου 37 του περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Ν.77(Ι)/
- Με αυτό το δεδομένο, ο συνήγορος Υπεράσπισης αναγνώρισε πως σε τέτοιας σοβαρότητας υπόθεση η ποινή φυλάκισης είναι επιβεβλημένη προς επίτευξη της γενικής αποτροπής και διασφάλιση της λήψης αγωγής από τον Κατηγορούμενο. Πράγματι η σοβαρότητα του εγκλήματος που διέπραξε ο Κατηγορούμενος και η ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου από τέτοιο άτομο το οποίο καθίσταται ιδιαίτερα επικίνδυνο σε περίπτωση μη λήψης της αγωγής του αναμφίβολα συνηγορούν υπέρ της επιβολής ποινής φυλάκισης. Μάλιστα, παρά το γεγονός ότι οι Κεντρικές Φυλακές δεν αποτελούν εξειδικευμένο κέντρο θεραπείας για τέτοιου είδους δράστες, επικροτούμε πως εκεί παρέχεται η αναγκαία στήριξη και αγωγή στον Κατηγορούμενο ο οποίος λαμβάνει ανελλιπώς τα φάρμακα του και δεν επιδεικνύει επιθετική συμπεριφορά. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο να επιδείξει κάθε δυνατή επιείκεια ως προς τη διάρκεια της φυλάκισης, ούτως ώστε αυτή η ποινή να μην απολήγει ως διπλή τιμωρία λόγω της ανεπάρκειας του Κράτους να χειριστεί με τον κατάλληλο τρόπο τον Κατηγορούμενο και λόγω του ότι ο πολυετής εγκλεισμός ενός ψυχικά ασθενούς ατόμου προκαλεί επιδείνωση της κατάστασης του μέχρι και την αυτοκτονία. Επί τούτου αρχικά επισημαίνουμε ότι καλούμαστε να επιβάλουμε ποινή με γνώμονα και ισοζυγίζοντας όλα τα περιστατικά της υπόθεσης. Όσον αφορά τις τυχόν συνέπειες του εγκλεισμού του Κατηγορουμένου στις Φυλακές θεωρούμε πως αυτό παραμένει απλώς ένα θεωρητικό και αόριστο σενάριο που δεν εφαρμόζεται απαραιτήτως στην υπό κρίση περίπτωση. Ακόμα και στο σύγγραμμα στο οποίο παρέπεμψε ο κ. Αργυρού δεν γίνεται απόλυτη αναφορά πως στις Φυλακές δεν παρέχεται για κανένα η απαραίτητη στήριξη και φροντίδα. Συγκεκριμένα στο σύγγραμμα Δικανική Ψυχιατρική, Γιώργος Αλεβιζόπουλος, 2015, σελ. 226, το οποίο επικαλέστηκε ο κ. Αργυρού, αναφέρονται τα εξής: «. Είναι γνωστό ότι ο εγκλεισμός και μόνο στη φυλακή είναι ικανός παράγοντας για την εκδήλωση καταθλιπτικής ή αγχώδους διαταραχής. Η παρουσία σχετικής συμπτωματολογίας δεν σημαίνει ότι ο φυλακισμένος έχει ανάγκη αντιμετώπισης σε ψυχιατρικό κατάστημα, αλλά ενδέχεται να μπορεί να αντιμετωπιστεί απόλυτα ικανοποιητικά μέσα στην φυλακή. Υπάρχουν, όμως, και αυτοί οι οποίοι χρειάζονται συστηματική ψυχιατρική θεραπεία, η οποία δεν είναι δυνατόν να προσφερθεί στο πλαίσια της φυλακής..» Πριν καταλήξουμε στην έκταση της ποινής, σημειώνουμε πως ο συνήγορος μας κάλεσε να εκδώσουμε βάσει των προνοιών του Ν.95/72 διάταγμα επιτήρησης μετά την αποφυλάκιση του Κατηγορουμένου ως μέτρο διασφάλισης της συνέχισης της λήψης της αγωγής από τον Κατηγορούμενο τόσο για την προστασία του κοινωνικού συνόλου όσο και για τη δική του. Τέτοια εξουσία δεν παρέχεται στο Δικαστήριο από τον Ν.95/72 καθότι η έκδοση διατάγματος επιτήρησης εκδίδεται μόνο σε περίπτωση αναστολής της έκτισης της ποινής φυλάκισης, όπως συνέβη στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) στην οποία στηρίχθηκε ο συνήγορος Υπεράσπισης. Υπενθυμίζουμε και εδώ όμως πως κατά τη γνώμη μας μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς μια τέτοια κατεύθυνση από τους ενδιαφερόμενους οι πρόνοιες του άρθρου 19 του Ν.77(Ι)/
- Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, συνεκτιμώντας τη ψυχική διαταραχή του Κατηγορουμένου, τον βαθμό ευθύνης του, την επικινδυνότητα του σε περίπτωση που παραλείπει να λαμβάνει τη φαρμακευτική αγωγή, την παρούσα βελτίωση της κατάστασης του, την άμεση και έμπρακτη μεταμέλεια του και το λευκό ποινικό μητρώο του, καταλήγουμε πως η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, η έκταση της οποίας θα αντανακλά όλους τους πιο πάνω παράγοντες. Δεν παραγνωρίζουμε φυσικά και το στοιχείο της αποτροπής το οποίο συντρέχει σε τέτοιας φύσης αδικήματα. Ως εκ τούτου στην Κατηγορία 2 επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 8 ετών. Η έκτιση της αρχίζει από τις 25.11.16 που ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση. Όσον αφορά τα Τεκμήρια, τα υπ΄ αριθμόν 4, 5, 6, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15 16, 17, 24 και 30 όπως αναγράφονται στον Κατάλογο Τεκμηρίων να επιστραφούν στον νόμιμο δικαιούχο τους ενώ τα υπόλοιπα κατάσχονται και να καταστραφούν. (Υπ). ....... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ). ....... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ). ....... Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο.