Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Δάφνη Αριστοδήμου, Υποθ. αρ.: 8974/16, 11/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Υποθ. αρ.: 8974/16 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v. Δάφνη Αριστοδήμου Κατηγορουμένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11 Μαΐου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Πασιαρδή για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Αγγελίδης με κ. Α. Καρεκλά Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος, κατόπιν παραδοχής, κρίθηκε ένοχος σε συνολικά 10 κατηγορίες, ήτοι στις κατηγορίες 21-30, για τα αδικήματα της κατάχρησης εξουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και της δωροληψίας για επίδειξη εύνοιας από δημόσιο λειτουργό, κατά παράβαση του άρθρου 102 του Κεφ. 154. Σημειώνεται πως αρχικώς το κατηγορητήριο περιείχε άλλες 20 κατηγορίες που αφορούσαν τα αδικήματα του δεκασμού δημόσιου λειτουργού, της δωροληψίας από οικείους δημόσιους αξιωματούχους και της απόσπασης από δημόσιο λειτουργό, οι οποίες αναστάληκαν αμέσως μετά την παραδοχή του Κατηγορουμένου στις προστεθείσες ως άνω κατηγορίες. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, είναι τα ακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος είναι γιατρός με ειδικότητα την ωτορινολαρυγγολογία και κατά τη σύλληψη του κατείχε τη θέση του Διευθυντή της Ωτορινολαρυγγολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Προσλήφθηκε ως έκτακτος Ιατρικός Λειτουργός στις 3.7.89 στο Μακάρειο Νοσοκομείο και έκτοτε εργαζόταν εκεί. Στις 3.6.91 διορίστηκε ως μόνιμος Ιατρικός Λειτουργός 1ης τάξης και στις 15.2.97 προήχθη στη θέση του Βοηθού Διευθυντή της Ωτορινολαρυγγολογικής Κλινικής. Στις 11.6.07 μετατέθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στις 15.3.10 προήχθη στη θέση Διευθυντή της Ωτορινολαρυγγολογικής Κλινικής. Στις 10.5.10 μετατέθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Ανάμεσα στα καθήκοντα του Κατηγορουμένου ήταν η εξέταση ασθενών οι οποίοι αντιμετώπιζαν ακουολογικά προβλήματα και έχρηζαν τοποθέτησης ακουστικών. Το καθήκον του περιορίζετο στη διάγνωση του ακουολογικού προβλήματος και στη σύσταση προς τον ασθενή ότι αυτός χρειάζετο ακουστικά. Ακολούθως ο εκάστοτε ασθενής είχε το δικαίωμα να επιλέξει εάν θα τοποθετούσε ακουστικά και σε ποιο ακουολογικό κέντρο θα απευθύνετο. Ο Μ.Κ.2 επί του κατηγορητηρίου, Ζήνων Ευθυμιάδης, το 1950 δημιούργησε το Ακουολογικό Κέντρο Ευθυμιάδης το οποίο βρίσκεται στην οδό Μεθώνης 8, Λευκωσία. Το Κέντρο ασχολείται με ακουστικά βαρηκοΐας και κοχλιακά εμφυτεύματα. Το 2015 ο Μ.Κ.2 μεταβίβασε τις μετοχές του στα παιδιά του και διευθυντές της εταιρείας είναι η Ευθυμία Ευθυμιάδου και ο Μιχάλης Ευθυμιάδης, Μ.Κ.1 και 3 επί του κατηγορητηρίου αντίστοιχα. Στις 6.5.16 ο Ζήνων Ευθυμιάδης κατήγγειλε στην Αστυνομία ότι κατά καιρούς έδωσε σε τρεις γιατρούς διάφορα ποσά ως δοσοληψία για μεταξύ τους συναλλαγές. Η Αστυνομία προέβη άμεσα σε διερεύνηση τριών ξεχωριστών υποθέσεων και καταχωρίστηκαν ακολούθως τρεις υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Εναντίον του Κατηγορουμένου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης στις 6.5.16 το οποίο δεν εκτελέστηκε άμεσα λόγω απουσίας του στο εξωτερικό. Συνελήφθη στις 10.5.16 και ώρα 03:35 στο αεροδρόμιο Λάρνακας και κατόπιν επίστησης απάντησε «Δεν θέλω να πω τίποτε αυτή τη στιγμή». Ακολούθως του δόθηκε το έντυπο δικαιωμάτων και κατόπιν νέας επίστησης απάντησε «Είναι ο δικηγόρος μου εδώ και θέλω να έχω συνάντηση μαζί του στον τόπο που θα κρατηθώ». Την ίδια μέρα λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση στην οποία απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις ότι έλαβε νομική συμβουλή να απαντήσει πως δεν είχε τίποτα να δηλώσει. Μεταξύ του Κατηγορουμένου και του Ζήνωνα Ευθυμιάδη υπήρξε συνεννόηση ότι για κάθε ασθενή στον οποίο ο Κατηγορούμενος θα σύστηνε το Ακουολογικό Κέντρο Ευθυμιάδης και ο οποίος πράγματι θα επισκέπτετο το Κέντρο για την τοποθέτηση ακουστικών ο Κατηγορούμενος θα λάμβανε προμήθεια. Το Ακουολογικό Κέντρο Ευθυμιάδης διατηρεί λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου με βιβλιάριο επιταγών. Σύμφωνα με τη Μ.Κ.4 επί του κατηγορητηρίου, Γιαννούλα Μαρκίδου, λογίστρια του Ακουολογικού Κέντρου, εκδόθηκαν από το Κέντρο στο όνομα του Κατηγορουμένου πέντε επιταγές για συνολικά 13 ασθενείς οι οποίοι παραπέμφθηκαν στο Κέντρο από τον Κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα κατ΄ εφαρμογή των πιο πάνω εκδόθηκαν οι ακόλουθες επιταγές: (
- i)Στις 14.1.08 επιταγή για ποσό €800 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 17.1.08 και αφορούσε τρεις ασθενείς (κατηγορίες 21 και 22). (
- ii)Στις 15.7.08 επιταγή για ποσό €780 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 21.7.08 και αφορούσε τέσσερις ασθενείς (κατηγορίες 23 και 24). (iii) Στις 14.7.09 επιταγή για ποσό €830 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 23.7.09 και αφορούσε τέσσερις ασθενείς (κατηγορίες 25 και 26). (
- iv)Στις 9.4.10 επιταγή για ποσό €190 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 20.4.10 και αφορούσε ένα ασθενή (κατηγορίες 27 και 28). (
- v)Στις 24.1.11 επιταγή για ποσό €85 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 1.2.11 και αφορούσε ένα ασθενή (κατηγορίες 29 και 30). Συνολικά ο Κατηγορούμενος έλαβε παράνομα από το Ακουολογικό Κέντρο Ευθυμιάδης το ποσό των €2.685 το οποίο έχει πρόσφατα επιστρέψει στο Κράτος. Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο συνήγορος του Κατηγορουμένου εστιάστηκε στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, στις συνέπειες που ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης ενέχει στην εργασία του Κατηγορουμένου, στις προσωπικές περιστάσεις του και στην επιστροφή των χρημάτων. Απέδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην καθυστέρηση της καταγγελίας της παρούσας υπόθεσης και στην πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και την καταγγελία. Ήταν η εισήγηση του συνηγόρου πως όλοι οι πιο πάνω παράγοντες συνηγορούν υπέρ της επιβολής χρηματικής ποινής, αλλά πως σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης συντρέχουν οι προϋποθέσεις για αναστολή έκτισης αυτής. Είναι καλώς γνωστή η αρχή ότι το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο αποτελεί τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής την οποία θα επιβάλει (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 632, Γενικός Εισαγγελέας v. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166 και Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημ. 25.11.16). Το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας με σκοπό το κέρδος, στο οποίο αφορά η προκειμένη περίπτωση, συνιστά κακούργημα δυνάμει του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και γι΄ αυτό προνοείται ποινή φυλάκισης τριών ετών. Σύμφωνα με το άρθρο 102 του Κεφ. 154 η διάπραξη του αδικήματος της δωροληψίας για επίδειξη εύνοιας από δημόσιο λειτουργό αποτελεί πλημμέλημα για το οποίο προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι δύο ετών και χρηματική ποινή. Αναμφίβολα το χαρακτηριστικό των υπό κρίση αδικημάτων είναι η ιδιότητα του αδικοπραγούντος, ως δημόσιου λειτουργού, και η κατάχρηση της εξουσίας που του παρέχεται δυνάμει αυτής. Εξ ου και αυτά τα αδικήματα περιλαμβάνονται στο Μέρος ΙΙΙ του Κεφ. 154, κάτω από τον τίτλο «Αδικήματα εναντίον της άσκησης νόμιμης εξουσίας» και «Δεκασμός και Κατάχρηση Εξουσίας». Είναι γεγονός πως θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει την ύπαρξη λιγοστών αποφάσεων με καταδίκες και ποινές για τα ίδια αδικήματα με αυτά της παρούσας υπόθεσης. Η παλαιότερη σχετική υπόθεση Azinas and another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 αφορούσε αδικήματα κλοπής υπό αντιπροσώπου, κατάχρησης εξουσίας κατά παράβαση του άρθρου 105 του Κεφ. 154 καθώς επίσης και κατάχρησης εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό. Ο πρώτος εφεσείων (Κατηγορούμενος) ήταν δημόσιος λειτουργός, και συγκεκριμένα Επίτροπος Συνεργατικής Ανάπτυξης, ενώ ο δεύτερος κατείχε τη θέση του διευθυντή του Συνεργατικού Κολλεγίου και έκλεψαν χρήματα που ανήκαν στο Σχέδιο Βοήθειας τα οποία διαχειρίζονταν και προορίζοντο για υπαλλήλους των Συνεργατικών που είχαν απωλέσει την εργασία τους συνεπεία της Τουρκικής εισβολής. Κατόπιν καταδίκης, επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης μεταξύ 6-18 μηνών στον πρώτο και μεταξύ 6-12 μηνών στον δεύτερο. Στην υπόθεση Χατζηδημητρίου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 55/12, ημ. 21.5.14, ο εφεσείων ήταν Διευθυντής των Κεντρικών Φυλακών και κρίθηκε ένοχος για συνολικά 11 κατηγορίες, έξι για παράλειψη υπηρεσιακού καθήκοντος και πέντε για κατάχρηση εξουσίας κατά παράβαση του άρθρου 105 του Κεφ. 154. Τα αδικήματα της κατάχρησης εξουσίας συνίσταντο ουσιαστικά στην αποτροπή του Επιθεωρητή Φυλακών να διασφαλίσει την ασφαλή κράτηση και φύλαξη ισοβίτη στο Απολλώνειον Νοσοκομείο με αποτέλεσμα την απόδραση του. Τόσο η καταδίκη όσο και οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης των δύο μηνών που επιβλήθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο επικυρώθηκαν από το Εφετείο. Σημειώνεται βεβαίως πως οι ποινές είχαν επιβληθεί στις κατηγορίες για παράλειψη υπηρεσιακού καθήκοντος ενώ δεν κρίθηκε σκόπιμη η επιβολή ξεχωριστών ποινών στις υπόλοιπες κατηγορίες εφόσον τα γεγονότα τους καλύπτοντο από τις πρώτες. Επίσης στην πιο πρόσφατη υπόθεση Αθανασίου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 10/15, ημ. 27.10.15, ο εφεσείων, αστυνομικός, κρίθηκε ένοχος μετά από ακρόαση σε κατηγορίες κλοπής υπό δημοσίου λειτουργού, κατάχρησης εξουσίας κατά παράβαση του άρθρου 105 του Κεφ. 154 και αθέμιτης κτήσης περιουσιακού οφέλους. Συγκεκριμένα ο εφεσείων, ενόσω υπηρετούσε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου, έκλεψε ένα δερμάτινο πορτοφόλι που περιείχε το χρηματικό ποσό των €370 αποκομίζοντας αθέμιτα περιουσιακό όφελος λόγω της θέσης που κατείχε. Η έφεση αφορούσε μόνο την καταδίκη η οποία και επικυρώθηκε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα (κατηγορούμενο) ποινή φυλάκισης 12 μηνών στην πρώτη κατηγορία ενώ δεν επέβαλε ποινή στις υπόλοιπες εφόσον αφορούσαν τα ίδια γεγονότα και διέταξε την αναστολή έκτισης αυτής για περίοδο τριών ετών λόγω κυρίως των προσωπικών συνθηκών του και «των συνεπειών ανεπανόρθωτου κόστους στα ανήλικα παιδιά και την άρρωστη μητέρα του». Είναι εμφανές πως οι πιο πάνω υποθέσεις δεν αφορούσαν αποκλειστικά το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας και πως η φύση των αξιόποινων πράξεων των δημόσιων λειτουργών σε εκείνες ήταν διαφορετική από την παρούσα υπόθεση. Και οι τρεις όμως εμπεριείχαν το στοιχείο της εκμετάλλευσης της ιδιότητας του δημόσιου λειτουργού το οποίο είχε τη δική του σημασία και βαρύτητα ως προς τον καθορισμό του είδους και του ύψους των ποινών που τελικώς επιβλήθηκαν. Κρίνεται επίσης σκόπιμο να αναφέρουμε πως η διάπραξη από δημόσιους λειτουργούς αδικημάτων τα οποία σχετίζονται αμέσως ή εμμέσως με την εκτέλεση των καθηκόντων τους φαίνεται να είναι ένα διαχρονικό φαινόμενο, όπως επιβεβαιώνεται και από τις ακόλουθες υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τονίζοντας βεβαίως πως όλες αυτές οι υποθέσεις αφορούσαν εντελώς διαφορετικά αδικήματα: Polykarpou v. Police
(1970)2 C.L.R. 111 (οχληρία και επίθεση από αστυφύλακα εν ώρα καθήκοντος), Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14 (υπεξαίρεση από δικαστικό επιδότη), Πίτσιλλος ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 346 (εμπλοκή αστυνομικού που υπεξαίρεσε πιστωτική κάρτα κατά το καθήκον), Γενικός Εισαγγελέας ν. Παντελή
(2001)2 Α.Α.Δ. 770 (ψευδείς δηλώσεις από δημόσιο λειτουργό), Σουτζιής ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 424 (κλοπή εκρηκτικών από αντισυνταγματάρχη), Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367 (προειδοποίηση υπόπτου από λοχία για επικείμενη αστυνομική έρευνα), Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 (σεξουαλική παρενόχληση μαθητών από δάσκαλο) και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 206 (πλαστογραφία εγγράφων από Κοινοτάρχη). Δεν χωρεί αμφιβολία πως το αξίωμα του δημόσιου λειτουργού αφ΄ εαυτού εμπεριέχει και παραπέμπει στην ακεραιότητα, στο ήθος και στην εντιμότητα ως τις βασικές αρχές που θα πρέπει να χαρακτηρίζουν και καθοδηγούν τον λειτουργό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο δημόσιος λειτουργός ως εκ της ιδιότητας του αναμένεται να ασκεί τα καθήκοντα του εντελώς ανεπηρέαστα, χωρίς πειρασμούς και κυρίως χωρίς την αναμονή ή απόκτηση οποιουδήποτε οφέλους και εύνοιας. Τέτοια συμπεριφορά ξεφεύγει της ιδιότητας του δημόσιου λειτουργού και υποσκάπτει και πλήττει γενικά τις αξίες του κράτους δικαίου το οποίο πρέπει να υπάρχει σε κάθε πολιτισμένη και αναπτυγμένη δημοκρατική κοινωνία. Η όποια μορφή κατάχρησης εξουσίας, διαφθοράς και δεκασμού προκαλεί μια αίσθηση κατάρρευσης των θεσμών και κυρίως δημιουργεί ανασφάλεια, απογοήτευση και έλλειψη εμπιστοσύνης και σεβασμού στους πολίτες έναντι της δημόσιας υπηρεσίας και γενικά του κρατικού μηχανισμού. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως αδικήματα που αφορούν στη διαφθορά δημόσιου λειτουργού και ειδικότερα αυτό του δεκασμού φαίνονται διαχρονικά να έχουν ολοένα και μεγαλύτερη αυξητική τάση. Μάλιστα και για το αδίκημα του δεκασμού δυνάμει του άρθρου 100 του Κεφ. 154, αρχικώς προνοείτο ποινή φυλάκισης 3 ετών όπως και για το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας. Στην υπόθεση Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271, όπου ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος σε αδικήματα δεκασμού δημόσιου λειτουργού, απόσπασης από δημόσιο λειτουργό αμοιβής πέρα από τον κανονικό μισθό και διαφθοράς προσώπου, το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών οι οποίες επικυρώθηκαν κατ΄ έφεση. Συγκεκριμένα, ο εφεσείων, λειτουργός στο Τμήμα Μετανάστευσης, έλαβε οικονομικά ανταλλάγματα για την επίσπευση εξέτασης αιτήσεων για άδειες εισόδου σε αλλοδαπές καλλιτέχνιδες. Το Εφετείο υιοθέτησε την παρατήρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως «. αδικήματα αυτής της φύσης πλήττουν την εύρυθμη λειτουργία της κρατικής μηχανής και το δημόσιο συμφέρον.». Λόγω όμως ακριβώς της αυξητικής τάσης διάπραξης αυτού του αδικήματος (του δεκασμού) υπήρξε και σταδιακή αύξηση της προβλεπόμενης ποινής, και συγκεκριμένα σε φυλάκιση 5 ετών και χρηματική ποινή Λ.Κ.10.000 και ακολούθως (Ν. 95(Ι)/12) σε φυλάκιση 7 ετών και χρηματική ποινή €100.000. Αυτή η αύξηση σαφώς διαχωρίζει το αδίκημα του δεκασμού ως πολύ πιο σοβαρό σε σύγκριση με τα αδικήματα της παρούσας λόγω ακριβώς του ύψους της προβλεπόμενης ποινής. Ο νομοθέτης προφανώς διαπίστωσε την αύξηση της διάπραξης του αδικήματος του δεκασμού και κυρίως της νομιμοποίησης εσόδων από αυτή την παράνομη συμπεριφορά και ως εκ τούτου θεώρησε αναγκαία την αντιμετώπιση αυτού με πιο αυστηρές ποινές. Έτσι, υποθέσεις που ακολούθησαν, όπως η Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 η οποία αφορούσε κατάχρηση εξουσίας αλλά και διάφορα άλλα αδικήματα, μεταξύ άλλων, για δεκασμό δημοσίου λειτουργού, διαφθορά, συνωμοσία προς καταδολίευση, έκδοση ψευδών πιστοποιητικών και συγκάλυψη παράνομων εσόδων από τον εφεσείοντα, τότε Πρόεδρο Κοινοτικού Συμβουλίου (στον οποίο επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης μεταξύ 15 μηνών και 3 ετών∙ οι ποινές των 3 ετών επιβλήθηκαν για τα αδικήματα του δεκασμού και της συγκάλυψης εσόδων) και η Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) στην οποία ο εφεσείων, 58 ετών, Γενικός Διευθυντής του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Πάφου (Σ.Α.ΠΑ.) είχε αποκομίσει από δεκασμούς περί τις €600.000, εκ των οποίων νομιμοποίησε €498.000 (στον οποίο επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές 3 ετών για τα επτά αδικήματα δεκασμού (εκτός από μια δηλαδή στην οποίαν επέβαλε 2 έτη) και 6 ετών στο αδίκημα νομιμοποίησης) δεν προσφέρουν οποιαδήποτε καθοδήγηση για σκοπούς της παρούσας όσον αφορά τις ποινές που επιβλήθηκαν. Αυτές πλέον αφορούσαν άλλη κορυφή της προβλεπόμενης ποινής. Όμως η διαπίστωση του Εφετείου στην τελευταία υπόθεση Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) ότι «το καρκίνωμα της διαφθοράς προσώπων που ασκούσαν δημόσια εξουσία δεν ήταν στα επίπεδα που είναι σήμερα, ούτε ταλάνιζε την Πολιτεία στο σοβαρό βαθμό που την ταλανίζει σήμερα» είναι στοιχείο το οποίο οφείλουμε να συνυπολογίσουμε και στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης εφόσον και αυτή εντάσσεται στην ευρύτερη ομάδα των περιπτώσεων διαφθοράς δημόσιου λειτουργού. Σχετικά με τις προαναφερόμενες υποθέσεις οι οποίες δύνανται να αποτελέσουν καθοδήγηση, λαμβάνουμε επίσης υπόψιν τη νομολογιακή αρχή πως προηγούμενες αποφάσεις είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, όμως δεν αποτελούν ένα σταθερό δείκτη καθορισμού ποινής καθότι η ποινή σε κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της και του παραβάτη. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123. Σε αυτά τα πλαίσια έχουμε ήδη προβεί σε διάφορες παρατηρήσεις ως προς τις ομοιότητες αλλά και τις διαφορές που αυτές παρουσιάζουν σε σύγκριση με την παρούσα. Όπως φαίνεται στο ίδιο το κατηγορητήριο, οι κατηγορίες στις οποίες ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή κατατάσσονται σε δύο ομάδες με βάση το αδίκημα ενώ τα γεγονότα σε σχέση με κάθε επιταγή, όπως υποδεικνύεται ανωτέρω, αφορούν ανά δύο τις κατηγορίες, ήτοι μια για το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας και μια για το αδίκημα της δωροληψίας. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα γεγονότα και την περιγραφή των συνθηκών διάπραξης των αδικημάτων από την Υπεράσπιση προκύπτει πως κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Κατηγορούμενος εξέταζε ασθενείς και έκανε διάγνωση κατά πόσο αυτοί έχρηζαν τοποθέτησης και χρήσης ακουστικών βαρηκοΐας. Σε αυτούς που έχρηζαν ακουστικών, ο Κατηγορούμενος έδινε πληροφορίες για Ιατρικά Κέντρα, συμπεριλαμβανομένου του Κέντρου Ευθυμιάδη, ενώ ο ίδιος δεν χρειαζόταν να δει ξανά τους ασθενείς. Όταν οι ασθενείς επισκέπτοντο το Κέντρο Ευθυμιάδη, ο Ευθυμιάδης διαπίστωνε μέσω του ακουογραφήματος από ποιον γιατρό είχαν παραπεμφθεί και αφού διατηρούσε κατάσταση, έστελνε κατά καιρούς στον Κατηγορούμενο ταχυδρομικώς επιταγή με το ποσό που αναλογούσε στη συμφωνηθείσα «προμήθεια». Ο Κατηγορούμενος εξαργύρωνε την επιταγή και λάμβανε τα χρήματα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι μεταξύ 2008 και 2010, ο Κατηγορούμενος ήταν Βοηθός Διευθυντής της ωτορυνολαρυγγολογικής κλινικής του Γ.Ν. Λευκωσίας ενώ το 2011 ήταν Διευθυντής της ωτορυνολαρυγγολογικής κλινικής του Γ.Ν. Λάρνακας. Αναμφίβολα κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων αυτός κατείχε το αξίωμα του δημόσιου λειτουργού στις υψηλότερες βαθμίδες της ειδικότητας του. Η θέση του Βοηθού Διευθυντή και Διευθυντή κλινικής στα κρατικά Νοσοκομεία αφ΄ εαυτής απαιτεί ακεραιότητα και εντιμότητα χαρακτήρος και επαγγελματισμού του υψίστου βαθμού καθώς επίσης πλήρη σεβασμό και τήρηση όλων των κανόνων της δεοντολογίας, της πρακτικής αλλά και του νόμου. Συνάμα τέτοιο πρόσωπο, ως εκ της ιδιότητας και θέσης του, αποτελεί πρότυπο και καθοδήγηση στους κατώτερους λειτουργούς του και πρόσωπο εμπιστοσύνης και σεβασμού έναντι στο κοινό που προσέρχεται σε αυτόν προς γνωμάτευση. Αντ΄ αυτού ο Κατηγορούμενος κατέφυγε στη σύσταση ασθενών σε συγκεκριμένο ακουολογικό κέντρο με αντάλλαγμα χρηματική αμοιβή ως προμήθεια για κάθε παραπομπή. Αυτό το γεγονός από μόνο του αυτόματα πλήττει την εντιμότητα και το ήθος του Κατηγορουμένου ως δημόσιου λειτουργού και θίγει την ίδια την υψηλή θέση που κατείχε είτε ως Βοηθός Διευθυντής είτε ως Διευθυντής κλινικής. Ο Κατηγορούμενος καταχρώμενος αυτές τις θέσεις που κατείχε και την εξουσία που του παρείχαν χρησιμοποίησε αυτές για την αποκόμιση οικονομικού οφέλους. Τέτοιες θέσεις απαιτούν την παντελή απουσία οποιουδήποτε ίχνους ανεντιμότητας και κατάχρησης εξουσίας, ενώ η ύπαρξη τους πλήττει καίρια τον ίδιο τον θεσμό του δημόσιου λειτουργού και η σοβαρότητα της καθορίζεται αναλόγως της θέσης που αυτός κατέχει. Η περίπτωση του Κατηγορουμένου εμπίπτει εντός της κατηγορίας δημόσιων λειτουργών που κατείχαν μια ψηλή θέση και όπως λέχθηκε στην υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 C.L.R. 65, όσο πιο ψηλά βρίσκεται κάποιος, τόσο μεγαλύτερο είναι το καθήκον του να τηρεί τον Νόμο και μέσω της δικής του συμπεριφοράς να δίνει το παράδειγμα υπακοής στο Νόμο («.the higher one stands, the higher becomes his duty to observe the law; in fact, give by his conduct an example of obedience to the law.»). Δεν διαφεύγει την προσοχή μας η αδιαμφισβήτητη θέση της Υπεράσπισης πως η συνεννόηση που υπήρχε μεταξύ του Κατηγορουμένου και του Ζήνωνα Ευθυμιάδη «ήταν μια πρακτική που επικρατούσε στην αγορά και ο Κατηγορούμενος για την επίδικη περίοδο, έστω και περιορισμένα, δεν μπορούσε να αποφύγει». Με λύπη παρατηρούμε πως αυτή η συνεννόηση αποτελούσε πρακτική στην αγορά την οποία θεωρούμε άκρως κατακριτέα. Δυστυχώς είναι ακριβώς τέτοια φαινόμενα ευνοϊκής μεταχείρισης για την εξασφάλιση κέρδους (από πλευράς του Ακουολογικού Κέντρου) με οικονομικό αντάλλαγμα σε αυτόν που τη στηρίζει και υιοθετεί (τον δημόσιο λειτουργό) που καθιερώνονται ως κανόνες στον κρατικό μηχανισμό και δημιουργούν ακριβώς τις ρωγμές στις αξίες και τους θεσμούς και πλήττουν καίρια την κοινωνία και την εμπιστοσύνη των πολιτών. Τέτοιες πρακτικές δεν είναι ανεκτές και αυτά τα φαινόμενα πρέπει να παταχθούν και εξαφανιστούν ούτως ώστε ο ρόλος του Δικαστηρίου στην επανόρθωση και διατήρηση της πλήρους νομιμότητας και διασφάλισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των πολιτών να αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Αδυνατούμε επίσης να αντιληφθούμε την προβαλλόμενη αδυναμία του Κατηγορουμένου να αποφύγει την όποια εμπλοκή του σε τέτοια πρακτική. Αναμφίβολα ο Κατηγορούμενος θα μπορούσε, ως όφειλε εκ της ιδιότητας του, να δίνει πληροφορίες για όλα τα ακουστικά κέντρα επί ίσοις όροις χωρίς διακρίσεις και χωρίς ο ίδιος να αναμένει οποιοδήποτε αντάλλαγμα, χρηματικής ή άλλης φύσης. Η σύσταση ακουολογικού κέντρου ενέπιπτε εντός των καθηκόντων του και έτσι, ακόμα και με την αναφερόμενη ως υπάρχουσα πρακτική, ο ίδιος είχε κάθε ευχέρεια να αποστεί από τη συμμετοχή του σε αυτή. Όπως ορθώς επισήμανε ο συνήγορος Υπεράσπισης, ο Κατηγορούμενος δεν επιδίωξε αλλά ούτε και απέφυγε την εμπλοκή του σε αυτή την πρακτική. Αυτά τα δεδομένα οδηγούν στο εύλογο συμπέρασμα πως το κίνητρο του Κατηγορουμένου ήταν η προσκόμιση οικονομικού οφέλους και κέρδους, γεγονός που δείχνει σε κάποιο βαθμό την ύπαρξη απληστίας εκ μέρους του. Λαμβάνουμε υπόψιν την αναντίλεκτη θέση της Υπεράσπισης πως, στα πλαίσια της αξιόποινης συμπεριφοράς του ο Κατηγορούμενος ουδέποτε σύστησε σε ασθενή τη χρήση ακουστικού χωρίς στην πραγματικότητα να το χρειάζεται και πως πρωταρχικό του μέλημα ήταν η ορθή διάγνωση και συμβουλή για θεραπεία. Είναι όντως ευτύχημα πως η συμμετοχή του Κατηγορουμένου στην παράνομη αυτή δραστηριότητα περιορίζετο αποκλειστικά σε ασθενείς οι οποίοι πράγματι είχαν ανάγκη χρήσης ακουστικού. Η απουσία εκμετάλλευσης και παραπλάνησης ασθενών αποτελεί παράγοντα τον οποίο και συνεκτιμούμε κατά την επιμέτρηση της ποινής. Ο συνήγορος Υπεράσπισης εισηγήθηκε πως με βάση τη συνεννόηση που υπήρχε μεταξύ Κατηγορουμένου και Ζήνωνα Ευθυμιάδη θα αναμένετο ότι ο Κατηγορούμενος θα σύστηνε με καθοδηγητικό και καταλυτικό τρόπο το Κέντρο Ευθυμιάδη στους ασθενείς που εξέταζε και έχρηζαν τοποθέτησης ακουστικών ούτως ώστε η παρούσα υπόθεση να κατέληγε σε πολλούς ασθενείς και κατ΄ επέκταση προμήθειες δεκάδων χιλιάδων ευρώ. Με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης η αξιόποινη ενέργεια του Κατηγορουμένου αφορούσε επτά ασθενείς το 2008, τέσσερις ασθενείς το 2009 και δύο ασθενείς το 2010 και 2011, δηλαδή συνολικά 13 ασθενείς σε χρονική περίοδο τριών ετών. Δεχόμαστε την αναντίλεκτη θέση της Υπεράσπισης πως κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Κατηγορούμενος εξέταζε μηνιαίως περίπου 300 ασθενείς, οι 20 εξ αυτών έχρηζαν ακουστικών, ενώ μόνο στις 13 επίδικες περιπτώσεις σύστησε το Κέντρο Ευθυμιάδη και προφανώς οι ασθενείς πήγαν εκεί. Πράγματι ο αριθμός των ασθενών που παραπέμφθηκαν στο Κέντρο Ευθυμιάδη από τον Κατηγορούμενο σε σύγκριση με τον συνολικό αριθμό ασθενών που αυτός εξέταζε και έκρινε πως έχρηζαν ακουστικών είναι πολύ μικρός και συνακόλουθα το συνολικό ποσό της προμήθειας είναι σχετικά μικρό, ήτοι €2.685. Αυτά είναι δεδομένα τα οποία προσμετρούν ως ελαφρυντικά για τον Κατηγορούμενο. Όμως, όπως ορθώς αναγνώρισε ο συνήγορος Υπεράσπισης, ακόμα και για ένα μόνο ασθενή η απαράδεκτη και κολάσιμη ενέργεια του Κατηγορουμένου δεν διαγράφεται. Παρά τον σχετικά περιορισμένο αριθμό ασθενών και του χαμηλού ποσού της προμήθειας, στοιχείο το οποίο και λαμβάνουμε υπόψιν, θεωρούμε πως σε τέτοιας φύσης αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της κατάχρησης εξουσίας και δη από δημόσιο λειτουργό, εκείνο το οποίο έχει κυρίαρχη σημασία είναι η ίδια η συμπεριφορά και όχι η έκταση αυτής. Από τη στιγμή που ένας δημόσιος λειτουργός καταχράται έστω και μια φορά την εξουσία του και μάλιστα έναντι χρηματικού οφέλους, τότε αυτόματα πλήττεται η ακεραιότητα και εντιμότητα του και η ιδιότητα του καθίσταται τρωτή. Έχουμε ήδη τονίσει τη σημασία της άμεμπτης συμπεριφοράς που κάθε δημόσιος λειτουργός αναμένεται να επιδεικνύει, πόσω μάλλον ένας Βοηθός Διευθυντής ή Διευθυντής κλινικής Νοσοκομείου. Ο συνήγορος ανέφερε επίσης πως σύμφωνα με το αρχείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας κατά το 2009 διενεργήθηκαν συνολικά 5120 ακουολογικές εξετάσεις και κατά το 2010 διενεργήθηκαν 5500 τέτοιες εξετάσεις. Στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας μεταξύ 2011 μέχρι και το 2015 διενεργήθηκαν 2916 τέτοιες εξετάσεις, όλες στο προσωπικό γραφείο του Κατηγορουμένου καθότι εκεί ήταν εγκατεστημένος ο σχετικός εξοπλισμός. Δεν θεωρούμε πως οι γενικές στατιστικές όσον αφορά τον αριθμό των προσώπων που εξετάστηκαν στα Γενικά Νοσοκομεία Λευκωσίας και Λάρνακας όπου ο Κατηγορούμενος υπηρετούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο ενέχουν ιδιαίτερη σημασία στην παρούσα υπόθεση εφόσον εκείνο το οποίο είναι ουσιώδες είναι ο αριθμός των ασθενών τους οποίους ο ίδιος ο Κατηγορούμενος εξέτασε και είχε την ευχέρεια να συμβουλεύσει ως προς την αναγκαιότητα χρήσης ακουστικών. Ταυτόχρονα όμως λαμβάνουμε υπόψιν πως η αξιόποινη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου οικειοθελώς τερματίστηκε από τον Ιανουάριο του 2011 και την αναντίλεκτη θέση της Υπεράσπισης ότι από το 2010 ο Κατηγορούμενος ανέλαβε περισσότερες εξουσίες και είχε όλη τη δυνατότητα να εκμεταλλευτεί τη θέση και εξουσία που είχε πλην όμως δεν έλαβε οποιοδήποτε άλλο ποσό. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με την εισήγηση ότι ελλείπουν τα στοιχεία προσχεδιασμού, κακής πίστης και εκμετάλλευσης. Αντιθέτως έχουμε την άποψη πως τα ίδια τα αδικήματα και οι συνθήκες διάπραξης τους εμπεριέχουν εκ της φύσης τους τα πιο πάνω στοιχεία. Ο προσχεδιασμός καταδεικνύεται από τη διευθέτηση Κατηγορουμένου - Ευθυμιάδη η οποία υλοποιήθηκε άψογα για μια περίοδο τριών ετών, ενώ η δυσκολία αποκάλυψης της φαίνεται από το ότι παρέμεινε σταθερά συγκεκαλυμμένη για τόσο χρόνο και σίγουρα δεν θα μάθαινε ποτέ κάποιος κάτι εάν (για τους δικούς του λόγους) δεν την κατήγγελλε ο ιδιώτης συναλλασσόμενος με δημόσιους λειτουργούς. Η κακοπιστία και η εκμετάλλευση αναμφίβολα εμπεριέχονται στη συμπεριφορά δημόσιου λειτουργού ο οποίος χρησιμοποιεί τη θέση του ακριβώς για να λάβει ωφελήματα, συμπεριλαμβανομένου και χρηματικού κέρδους όπως στην παρούσα, τα οποία υπό άλλες περιστάσεις δεν δικαιούται. Δεχόμαστε βεβαίως ότι υπήρξαν στοιχεία αφέλειας και επιπολαιότητας στην όλη δράση του Κατηγορουμένου, η οποία διαφαίνεται μέσα από τον τρόπο λειτουργίας του σχεδίου το οποίο περιλάμβανε την έκδοση επιταγών από το Ακουολογικό Κέντρο επ΄ ονόματι του Κατηγορουμένου τις οποίες ο τελευταίος εξαργύρωνε. Από την άλλη όμως επαναλαμβάνουμε πως αυτή η συμπεριφορά παρέμεινε μυστική για αρκετά έτη και ήλθε στην επιφάνεια μόνο κατόπιν της καταγγελίας του κ. Ευθυμιάδη. Σε αυτά τα πλαίσια λαμβάνουμε επίσης υπόψιν την επιστροφή του ποσού της προμήθειας των €2.685 στις 10.4.17 στη ΜΟ.Κ.Α.Σ. ως στοιχείο της έμπρακτης μεταμέλειας του Κατηγορουμένου. Αυτό το στοιχείο όμως δεν υποβαθμίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία ενέχουν το στοιχείο της ανεντιμότητας. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 252: «Η επανόρθωση της ζημιάς είναι πάντοτε ελαφρυντικός παράγοντας, που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, παρόλο ότι η επανόρθωση αυτή δεν μειώνει τη βαρύτητα του αδικήματος. Η μεταμέλεια είναι στοιχείο μείωσης της ποινής. Η επανόρθωση περιέχει το στοιχείο της μετάνοιας, της συντριβής και επενεργεί προς όφελος της πολιτείας και των θυμάτων του αδικήματος. Ο δράστης δεικνύει, έτσι, έμπρακτα και όχι απλά τη μεταμέλειά του. Τα Δικαστήρια με την επιβολή των ποινών ενθαρρύνουν τους αδικοπραγούντες να επανορθώσουν τη ζημιά των παραπονουμένων .» Παρά τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο διατηρεί πάντοτε το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής. Σε αυτά τα πλαίσια λαμβάνουμε υπόψιν πως ο Κατηγορούμενος δεν ομολόγησε άμεσα τη διάπραξη των αδικημάτων στην Αστυνομία μετά τη σύλληψη του καθότι επέλεξε, ως ήταν βεβαίως δικαίωμα του, να μην δηλώσει οτιδήποτε τόσο κατά την επίστηση όσο και κατά τη λήψη ανακριτικής κατάθεσης. Όμως θεωρούμε την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου άμεση εφόσον αυτή έγινε αμέσως μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου με τη διαφοροποίηση των κατηγοριών. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 «. η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης». Ακόμη λαμβάνουμε υπόψιν το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Αναφορικά με τις προσωπικές του συνθήκες, συνεκτιμούμε όλα όσα αναφέρθηκαν από τον συνήγορο του. Συγκεκριμένα λαμβάνουμε υπόψιν πως ο Κατηγορούμενος είναι 61 ετών, οικογενειάρχης με σύζυγο και δύο ενήλικες θυγατέρες οι οποίες κατέχουν αξιόλογες θέσεις. Η μια εργάζεται στο Τμήμα Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και είναι αποσπασμένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση στις Βρυξέλλες στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων και η άλλη είναι Επίκουρος Καθηγήτρια στο Τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ. Η σύζυγος του κατάγεται από την Ουκρανία και εργάζεται ως ιδιώτης γιατρός στη Λευκωσία με ειδικότητα τη γαστρεντερολογία. Ο ίδιος είναι επίσης γιατρός ο οποίος υπηρετούσε στο δημόσιο από το 1989 με μεγάλη προσφορά στην ιατρική επιστήμη και γενικότερα στην κοινωνία, ενταγμένος και αφοσιωμένος να προσφέρει στους συνανθρώπους του. Με δικές του πρωτοβουλίες η Κυπριακή Δημοκρατία κατέληξε σε συμφωνία με γιατρούς από το εξωτερικό για να διενεργούν εδώ εξειδικευμένες χειρουργικές επεμβάσεις στον τομέα τους τις οποίες υπό άλλες περιστάσεις θα διενεργούσαν στο εξωτερικό όπου θα αποστέλλοντο οι ασθενείς με έξοδα της Δημοκρατίας, γεγονός το οποίο εξοικονομεί στο κράτος τεράστια ποσά. Γενικά χαίρει εκτίμησης από τους συναδέλφους και τους ασθενείς του και είναι άνθρωπος με ανατροφή και από οικογένεια που επίσης πρόσφερε πολλά στον τόπο. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Σουτζιής v. Αστυνομίας (ανωτέρω) «Η προσφορά προς το κράτος και την πολιτεία εν γένει, είναι πράγματι σοβαρός ελαφρυντικός παράγοντας, αλλά τονίζουμε πως η μεγαλύτερη προσφορά προς την πατρίδα είναι η υπακοή στους νόμους της». Λαμβάνουμε επίσης υπόψιν πως ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα υγείας. Αυτά αναφέρθηκαν από τον συνήγορο Υπεράσπισης και δεν αμφισβητήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Ειδικότερα ο Κατηγορούμενος πάσχει από κρίσεις υπερκοιλιακής ταχυκαρδίας για την πρόληψη της οποίας λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Περαιτέρω πάσχει από σοβαρής μορφής αυχενική σπονδυλοπάθεια και από κοίλη μεσοσπονδυλίου δίσκου οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης για την οποία υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στις 30.9.16. Πάσχει από δυσλειτουργία του σφιγκτήρα της ουροδόχου κύστης, η οποία αντιμετωπίζεται με φαρμακευτική αγωγή, και από γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση. Με βάση τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον μας, θεωρούμε πως τα προαναφερόμενα προβλήματα αντιμετωπίζονται επαρκώς με φαρμακευτική αγωγή και δεν είναι τέτοια που δύνανται να επηρεάσουν την επιλογή του είδους της ποινής. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Νικολαΐδης v. Αστυνομίας (ανωτέρω) και Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 206 στις οποίες τα προβλήματα υγείας των εφεσειόντων δεν κρίθηκαν ικανά να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής (φυλάκισης) αλλά λήφθηκαν υπόψιν ως προς την έκταση αυτής. Τέλος, λαμβάνουμε υπόψιν πως ο Κατηγορούμενος νιώθει μεγάλη ντροπή για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται και άγχος από τη μέρα της σύλληψης του. Θεωρούμε πως τέτοια συναισθήματα συνάδουν με κάποιον, όπως τον Κατηγορούμενο, ο οποίος παραδέχεται τη διάπραξη των αδικημάτων, φαίνεται έμπρακτα μεταμελημένος και βρίσκεται σε αγωνιώδη κατάσταση της ετυμηγορίας του Δικαστηρίου ως προς την επιβολή ποινής. Λόγω της ιδιότητας του Κατηγορουμένου ο συνήγορος του απέδωσε σημασία στη μεγάλη πιθανότητα απώλειας της εργασίας του σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, κυρίως εφόσον ο Κατηγορούμενος ηθελημένα σταμάτησε την αξιόποινη συμπεριφορά του από το 2011 καθ΄ ον χρόνο είχε αναλάβει περισσότερα καθήκοντα και πρωτοβουλίες στη διοίκηση του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας και όχι μόνο της Ωτορινολαρυγγολογικής Κλινικής της οποίας ήταν Διευθυντής. Αναμφίβολα η απόφαση του να σταματήσει τη λήψη προμήθειας αποτελεί σημαντικό παράγοντα τον οποίο συνυπολογίζουμε υπέρ του Κατηγορουμένου. Όμως όσον αφορά τις συνέπειες που ενδεχόμενη επιβολή ποινής φυλάκισης ενέχει στην επαγγελματική του σταδιοδρομία, παραπέμπουμε σε όλες τις προαναφερόμενες υποθέσεις που αφορούν σε αδικήματα κατάχρησης εξουσίας και δεκασμό από δημόσιο λειτουργό στις οποίες αυτό το ζήτημα δεν απέβη καθοριστικό ως προς την επιβολή άλλου είδους ποινής πλην της φυλάκισης ως της μόνης κατάλληλης ποινής με βάση τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Θεωρούμε πως το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Μαληκκίδη (ανωτέρω) είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: «Τέλος, σ΄ ό,τι αφορά την εισήγηση ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής θα έπρεπε να συνεκτιμηθεί και το γεγονός ότι ο εφεσείων θα έχανε και τη δουλειά του, να τονίσουμε ότι οι συνέπειες στη σταδιοδρομία ενός δημόσιου λειτουργού που καταχράται τη θέση του θα ήταν αντιφατικό να προβάλλονται ως μετριαστικός παράγοντας τη στιγμή που ο ίδιος όχι μόνο δεν σεβάστηκε τη θέση που του εμπιστεύτηκε η Πολιτεία αλλά την εκμεταλλεύτηκε για να αποκομίσει με επιλήψιμο τρόπο προσωπικό όφελος σε βάρος του Δημοσίου. Σχετική επί του θέματος είναι η Σουτζιής ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 425.» Αναμφίβολα η σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν στην παρούσα υπόθεση λόγω ακριβώς της φύσης τους και η συνεχής έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων που αφορούν στην κατάχρηση εξουσίας και διαφθοράς από δημόσιους λειτουργούς καθιστούν αναγκαία την επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε πως το στοιχείο της αποτροπής δεν θα πρέπει να αφορά τον ίδιο εφόσον έχει δώσει τέρμα στην αξιόποινη συμπεριφορά του εδώ και έξι έτη ενώ είχε τη δυνατότητα να συνεχίσει και μάλιστα σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα. Έχουμε ήδη σχολιάσει το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος σταμάτησε αυτή τη συμπεριφορά αρχές του 2011. Συνάμα όμως δεν διαγράφεται και το τι έπραξε κατά τη διάρκεια των τριών ετών. Με άλλα λόγια η αποχή του από ένα σημείο και μετά δεν εξουδετερώνει τις προγενέστερες πράξεις του. Θεωρούμε πως τέτοιες ενέργειες όπως αυτές στις οποίες προέβη ο Κατηγορούμενος και μάλιστα για κάποια σημαντική χρονική περίοδο, ήτοι των τριών ετών, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με τη δέουσα αυστηρότητα και με το στοιχείο της γενικής αποτροπής το οποίο θα πρέπει να συνυπάρχει για να σταλεί το μήνυμα πως τέτοιου είδους συμπεριφορές και με μοναδικό όφελος την προσκόμιση κέρδους είναι ανεπίτρεπτες και δεν γίνονται ανεκτές σε καμιά περίπτωση. Διαφορετική αντιμετώπιση από το Δικαστήριο θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα προς τους ήδη αδικοπραγήσαντες αλλά και τους επίδοξους αδικοπραγούντες πως τέτοια συμπεριφορά, από τη στιγμή που έχει χρόνο λήξης, είναι επιτρεπτή και χρήζει ιδιαίτερης και επιεικούς μεταχείρισης, διαγράφοντας έτσι το στοιχείο της ανεντιμότητας που κυριαρχεί σε τέτοιες πράξεις. Ως εκ τούτου δεν συμμεριζόμαστε την άποψη του συνηγόρου Υπεράσπισης πως στην παρούσα υπόθεση «το μήνυμα που θα πρέπει να δοθεί δεν είναι ούτε προς αυτούς που πιθανό έχουν σκοπό να διαπράξουν αδίκημα αφού έτσι κι αλλιώς είναι δεδομένη η τιμωρία σε αυτές τις περιπτώσεις». Κάτι τέτοιο οδηγεί στην ενθάρρυνση προς τη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων και ουσιαστικά στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας και της ιδιαιτερότητας αυτών, λόγω της δημόσιας θέσης που κατέχουν οι εμπλεκόμενοι. Βεβαίως, ο ρόλος του Δικαστηρίου εμπεριέχει πάντοτε και το στοιχείο της εξατομίκευσης της ποινής αλλά και της αναμόρφωσης του κάθε παραβάτη που βρίσκεται ενώπιον του, και σε αυτά τα πλαίσια λαμβάνουμε υπόψιν και συνεκτιμούμε όλους τους προαναφερόμενους παράγοντες, δίδοντας την ανάλογη βαρύτητα σε καθένα εξ αυτών όπως εξηγείται ανωτέρω. Ένα τελευταίο ζήτημα το οποίο η Υπεράσπιση μας κάλεσε να λάβουμε σοβαρά υπόψιν είναι η καθυστέρηση. Είναι γεγονός πως η παρούσα υπόθεση, (όπως και ακόμα δύο παρόμοιες), ήρθε στην επιφάνεια τον Μάιο του 2016, χωρίς βεβαίως να γίνει οποιαδήποτε αναφορά για τον λόγο που η καταγγελία έγινε κατ΄ εκείνο το χρονικό στάδιο και όχι ενωρίτερα, τουλάχιστον αναφορικά με τον Κατηγορούμενο. Έτσι η αναφορά του συνηγόρου Υπεράσπισης πως αυτή η καθυστέρηση στην καταγγελία αποκαλύπτει αλλότρια κίνητρα παραμένει ατεκμηρίωτη και δεν κρίνεται βάσιμη. Με δεδομένο πως η καταγγελία έγινε το 2016, ούτε και η θέση της Υπεράσπισης πως οι ποινικές ευθύνες του Κατηγορουμένου δεν διαπιστώθηκαν σε εύλογο χρόνο μας βρίσκει σύμφωνους. Αφετηρία για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης αποτελεί η καταγγελία με την οποία αποκαλύφθηκε η παρούσα υπόθεση. Στην υπόθεση M & M Loizou Ltd κ.ά. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 Α.Α.Δ. 717 υποδείχθηκε πως η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη. Όπως ορθώς επισήμανε ο συνήγορος Υπεράσπισης, μετά την καταγγελία η όλη διαδικασία ξεκινώντας από τη διερεύνηση της υπόθεσης μέχρι και τη σημερινή ημερομηνία που το Δικαστήριο θα επιβάλει ποινή ολοκληρώθηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Αξίζει να σημειωθεί πως η υπόθεση καταχωρίστηκε για σκοπούς παραπομπής ενώπιον του Κακουργιοδικείου μια βδομάδα αργότερα, ήτοι στις 13.5.16, και καταχωρίστηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 6.7.16, κατά την οποία ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή μέχρι και τις 27.4.17 όταν παραδέχθηκε τις προστεθείσες κατηγορίες. Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις μας, γεγονός παραμένει πως η παρούσα υπόθεση ήρθε στην επιφάνεια κατά το 2016 και πως το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον Κατηγορούμενο πέντε έτη μετά τη διάπραξη του τελευταίου αδικήματος. Ο χρόνος που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι το στάδιο που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον Κατηγορούμενο, και ειδικότερα το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν διέπραξε έκτοτε άλλο αδίκημα αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψιν στο στάδιο επιβολής ποινής. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν οι υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71, Γενικός Εισαγγελέας v. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας κ.ά. v. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, και Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτη κ.ά. (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617. Στις εν λόγω υποθέσεις το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε πως έχει ως αρχή να μην επιβάλλει ποινή φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την επιβολή ποινής άλλης από φυλάκιση από το πρωτόδικο Δικαστήριο εκτός στις περιπτώσεις που το θεωρεί απόλυτα αναγκαίο. Εξ ου και στην Τέλλα (ανωτέρω) που αφορούσε το αδίκημα της εγκληματικής επέμβασης το Εφετείο έκρινε πως ο σκοπός του Νόμου ικανοποιείτο με απλή αύξηση του προστίμου και όχι την επιβολή ποινής φυλάκισης και στην Αβρααμίδη (ανωτέρω) που αφορούσε θανατηφόρο κατέληξε πως η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυτο λόγω της παρόδου πέντε ετών μετά τη διάπραξη του αδικήματος και της ριζικής αλλαγής των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου. Αντιθέτως στην Πότση (ανωτέρω) που και πάλι αφορούσε θανατηφόρο, το Εφετείο έλαβε υπόψιν την πάροδο τεσσάρων ετών από τη διάπραξη του αδικήματος, την καθυστέρηση ενός έτους στην καταχώριση της ποινικής υπόθεσης, τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου και κατέληξε πως η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των δύο μηνών ήταν μεν επιεικής αλλά την επικύρωσε. Η ίδια προσέγγιση υπήρξε και στην υπόθεση Πεγειώτη (Αρ. 2) (ανωτέρω) η οποία αφορούσε διατήρηση οίκου ανοχής. Το Εφετείο επισήμανε πως είχαν παρέλθει 40 μήνες από τη διάπραξη των αδικημάτων, όμως οι ποινές φυλάκισης των τριών και δύο μηνών που είχαν επιβληθεί χαρακτηρίστηκαν και πάλι ως επιεικείς αλλά επικυρώθηκαν. Η υπόθεση Χριστοπούλου v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100 στην οποία παρέπεμψε ο συνήγορος Υπεράσπισης δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση καθότι εκείνη αφορούσε τον χρόνο ορισμού και εκδίκασης της υπόθεσης. Έγινε επίσης αναφορά στην υπόθεση Γεωργίου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 272 η οποία αφορούσε αδικήματα βίας στην οικογένεια. Σε εκείνη το Εφετείο αναγνώρισε πως είχαν παρέλθει 3 ½ έτη από τη διάπραξη των αδικημάτων γεγονός το οποίο σε συνάρτηση και πάλι με τη μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του εφεσείοντος, ήτοι τον γάμο του με άλλη γυναίκα, καθιστούσε την επιβολή ποινής φυλάκισης ανεπιθύμητη και επικύρωσε τις χρηματικές ποινές που είχαν επιβληθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Τέλος, η υπόθεση Γεωργίου κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 27/16. ημ. 19.7.16, δεν προσφέρει καθοδήγηση καθότι εκείνη αφορούσε αδικήματα κλοπών και διαρρήξεων από πολύ νεαρούς παραβάτες, ηλικίας 17-19 ετών, και εκεί το Εφετείο ασχολήθηκε μόνο με το θέμα ενδεχόμενης αναστολής των ποινών φυλάκισης. Αξίζει να σημειωθεί πως η μακρά περίοδος που παρήλθε μέχρι την επιβολή της ποινής είχε τη σημασία της όμως το καθοριστικό κριτήριο ήταν το πολύ νεαρό της ηλικίας των εφεσειόντων, το οποίο σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες θεωρήθηκε ικανό για την αναστολή έκτισης του υπολοίπου των ποινών φυλάκισης και την έκδοση διαταγμάτων επιτήρησης. Τέλος, δεν μας διαφεύγει πως δεν διώχθηκε ο ιδιώτης ο οποίος επίσης εμπλέκετο σε αυτή την αξιόποινη συμπεριφορά, στοιχείο το οποίο λαμβάνουμε υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Αναμφίβολα ο ρόλος του Δικαστηρίου κατά την επιβολή ποινής είναι πάντοτε σοβαρός και το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει με προσοχή όλους τους σχετικούς παράγοντες κάθε υπόθεσης πριν καταλήξει στο κατάλληλο είδος και στην έκταση της ποινής. Θεωρούμε πως το βασικό στοιχείο που προέχει σε τέτοιας φύσης αδικήματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση είναι το στοιχείο της κατάχρησης εξουσίας από δημόσιο λειτουργό. Συνεκτιμώντας όλα τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, ειδικότερα αφενός τη σοβαρότητα των αδικημάτων και τις συνθήκες διάπραξης τους και αφετέρου όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες, καταλήγουμε πως η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Διευκρινίζουμε ότι οι ελαφρυντικοί παράγοντες που εκτίθενται ανωτέρω δεν είναι ικανοί να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής όμως θα αντανακλούνται στην έκταση αυτής. Επισημαίνουμε ειδικότερα πως ο μεγάλος χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και την επιβολή ποινής λαμβάνεται μεν υπόψιν όμως δεν είναι ικανός αφ΄ εαυτού να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής. Επίσης κρίνουμε σκόπιμο όπως επιβάλουμε ποινές στις κατηγορίες για τα αδικήματα της κατάχρησης εξουσίας τα οποία είναι και πιο σοβαρά ενώ δεν θα επιβάλουμε ποινές στις κατηγορίες για τα αδικήματα της δωροληψίας καθότι τα γεγονότα αυτών εμπεριέχονται και είναι στενά συνυφασμένα με αυτά των κατηγοριών για κατάχρηση εξουσίας. Ως εκ τούτου στον Κατηγορούμενο επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στις κατηγορίες 21, 23 και 25 ποινή φυλάκισης 8 μηνών σε καθεμιά. Στην κατηγορία 27 ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στην κατηγορία 29 ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Στις κατηγορίες 22, 24, 26, 28 και 30 καμία ποινή στη βάση των προαναφερθέντων. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Ενόψει του ύψους της επιβληθείσας ποινής επιβάλλεται η εξέταση του κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της άμεσης έκτισης της, ως ήταν και η εισήγηση της Υπεράσπισης. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του περί της Υφ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72 με τον τροποποιητικό Ν.186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου.» Χρήσιμη καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου προσφέρουν οι υποθέσεις Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπ' όψιν το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην υπόθεση Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, λέχθηκε πως το βασικό ερώτημα ήταν κατά πόσο οι προσωπικές περιστάσεις ήταν τέτοιες που ισοζυγίζοντας τις θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει και όπως έχει λεχθεί: «Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» ( Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε κατ΄ έφεσιν πως η επιείκεια του Δικαστηρίου για βαριά σωματική βλάβη με πυροβολισμούς είχε εξαντληθεί στο ύψος της επιβληθείσας ποινής, τυχόν δε αναστολή θα έδιδε λανθασμένα μηνύματα για αυτού του είδους τη συμπεριφορά. Η υπόθεση Αργυρίδης κ.ά v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449 περιέχει το ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα: «Η καταλληλότητα της περίπτωσης εξετάζεται πρώτα βεβαίως σε συνάρτηση με το αν η ποινή εμπίπτει στα πλαίσια που ο Νόμος ορίζει, και σαφώς οι ποινές αυτές εμπίπτουν στα πλαίσια εκείνα ώστε να μπορούσε να είχε δοθεί η αναστολή αν ήταν πρέπουσα περίπτωση. Το Δικαστήριο φαίνεται όμως να περιόρισε εαυτό στο αποτρεπτικό, όπως το ίδιο ανέφερε, της ποινής που θα έπρεπε να επιβληθεί, επεκτείνοντας αυτό και στο γεγονός της αναστολής. Πέραν τούτου, περιόρισε εαυτό και όσον αφορά τη σημασία των ελαφρυντικών παραγόντων, και δη του νεαρού της ηλικίας, του λευκού ποινικού μητρώου και της δεδομένης, όπως το ίδιο διαπίστωσε, έμπρακτης μεταμέλειας. Θεώρησε δηλαδή ότι αυτοί οι παράγοντες ναι μεν είχαν σημασία ως προς τον καθορισμό της έκτασης της ποινής φυλάκισης αλλά δεν μπορούσαν να αλλάξουν τα δεδομένα της υπόθεσης στα πλαίσια της εξέτασης του θέματος αναστολής. Όμως ο ίδιος ο Νόμος του 2003, τροποποιώντας τον παλαιό Νόμο, αλλά και επιφέροντας ουσιαστικά αλλαγή στην καθιερωθείσα νομολογία η οποία έχει βασιστεί στον παλαιότερο Νόμο, θέλησε να εκφράσει τη θέση του Νομοθέτη ότι τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπ' όψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή.» Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην πιο πρόσφατη υπόθεση Παπαπαντελή v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 11/16, ημ. 17.10.16, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «. ο ίδιος ο Νόμος του 2003, τροποποιώντας τον παλαιό Νόμο, αλλά και επιφέροντας ουσιαστικά αλλαγή στην καθιερωθείσα νομολογία η οποία έχει βασιστεί στον παλαιότερο Νόμο, θέλησε να εκφράσει τη θέληση του Νομοθέτη ότι τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή. (Βλ. Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449, Κωνσταντίνου Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 27/2016 ημερ. 19.7.2016).» Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνουμε υπόψιν τη σοβαρότητα των αδικημάτων και τις συνθήκες διάπραξης αυτών. Ειδικότερα λαμβάνουμε υπόψιν τη χρονική διάρκεια της αξιόποινης συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου, ήτοι τρία έτη, τις ψηλές θέσεις που κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο ως δημόσιος λειτουργός, την κατάχρηση της εξουσίας του και την επίδειξη ανεντιμότητας εκ μέρους του, καθώς επίσης την αποκόμιση οικονομικού οφέλους για την παραπομπή ασθενών στο συγκεκριμένο κέντρο. Συνεκτιμούμε την έλλειψη παραπλάνησης των ασθενών, το μικρό ποσό που εισπράχθηκε και το γεγονός πως αυτή η αξιόποινη συμπεριφορά τερματίστηκε αυτόβουλα από τον Κατηγορούμενο το 2011. Επίσης λαμβάνουμε υπόψιν το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου και την άμεση παραδοχή του, την επιστροφή του ποσού, τη μεταμέλεια που ο ίδιος εκφράζει και τη ντροπή και τις τύψεις που αισθάνεται για τη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων. Επίσης λαμβάνουμε υπόψιν τις προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, όπως αυτές αναλύονται εκτενώς ανωτέρω. Θεωρούμε πως οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου και ακόμα οι τυχόν συνέπειες της ποινής φυλάκισης στην επαγγελματική του σταδιοδρομία, στο σύνολο τους, δεν είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Λεωνίδου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663, «Η τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας . ασφαλώς αποδεσμεύει το δικαστήριο από τους περιορισμούς της προηγούμενης νομοθεσίας και νομολογίας αλλά δεν συνεπάγεται ευχέρεια παροχής αναστολής, προκειμένου ομολογουμένως για αδίκημα μέτριας σοβαρότητας, οποτεδήποτε συντρέχουν παράγοντες όπως η έλλειψη προηγούμενων καταδικών και ενδείξεις μεταμέλειας σε συνδυασμό με επιπτώσεις στην οικογενειακή ή άλλη πτυχή της ζωής του παραβάτη. Αν και στην κατάλληλη περίπτωση η αναστολή θα ήταν ενδεικνυόμενη αναλόγως του συνόλου των παραγόντων αυτών και άλλων .». Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Κυπριανού v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 28/
- ημ. 24.2.
- Όσον αφορά τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, έχει ήδη λεχθεί πως αυτά αντιμετωπίζονται επαρκώς με φαρμακευτική αγωγή. Με γνώμονα τη φύση των αδικημάτων και τις συνθήκες διάπραξης οι οποίες πρωτίστως αφορούν δημόσιο λειτουργό στις ψηλότερες διευθυντικές θέσεις στο κρατικό Νοσοκομείο και κυρίως την επίδειξη ανεντιμότητας εκ μέρους του, θεωρούμε πως αυτές στο σύνολο τους δεν είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής. Ούτε ο χρόνος ο οποίος παρήλθε από τη διάπραξη τέτοιου είδους αδικημάτων θεωρούμε ότι είναι ικανός να επενεργήσει υπέρ της αναστολής. Γενικότερα, αδικήματα αυτής ή παρόμοιας φύσης με σκοπό το οικονομικό όφελος, είναι αδικήματα τα οποία ταλανίζουν τον τόπο μας και εκβαραθρώνουν την όποια εμπιστοσύνη του πολίτη στον δημόσιο τομέα και τους λειτουργούς του. Προφανώς πολύ περισσότερο από άλλα αδικήματα, είναι εκ των πραγμάτων τρομερά δύσκολη η αποκάλυψη τους, όπως έχει καταδειχθεί και στην παρούσα. Κρίνουμε πως, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, η απόδοση τέτοιας σημασίας στον χρόνο θα εξουδετέρωνε ακριβώς την ανάγκη για αποτροπή και αποτελεσματικότητα των νόμων, δίδοντας λανθασμένα μηνύματα πως η επιτυχής ολιγοετής συγκάλυψη εξαλείφει την απαξία τέτοιων συμπεριφορών, οι οποίες κατά τα άλλα προκαλούν τόση δυσανάλογη βλάβη στην εικόνα ενός ευνομούμενου κράτους δικαίου. Καταληκτικά, η φύση και η σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, η ανάγκη για αποτροπή και οι προσωπικές του συνθήκες δεν είναι τέτοιες που να συνηγορούν υπέρ της αναστολής έκτισης της ποινής. Όσον αφορά το Τεκμήριο, αυτό να επιστραφεί στο Υπουργείο Υγείας. (Υπ.) .... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ). .... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ). .... Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο.