← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Mallika Jayanthi Seiyadu Mohammadu Saibu Ahamad, Αρ. Υπόθεσης: 4602/2017, 4/4/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Mallika Jayanthi Seiyadu Mohammadu Saibu Ahamad, Αρ. Υπόθεσης: 4602/2017, 4/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4602/2017 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Mallika Jayanthi Seiyadu Mohammadu Saibu Ahamad Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 4 Απριλίου, 2017 Για κατηγορούσα αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους Για κατηγορούμενη: κ. Ν. Ραφαήλ Κατηγορούμενη, παρούσα ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη έχει παραδεχθεί ενοχή στο αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, μη αναγόμενης σε υπαίτια αμέλεια, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, στις 4.8.2016, περί η ώρα 12:45, η Κατηγορούμενη μαζί με το θύμα, Νικόλα Ψυλλίδη ηλικίας 90 ετών, είχαν κατέβει στον ισόγειο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας με την ονομασία "Anna Court" όπου διέμεναν, με σκοπό να μεταβούν με το όχημα MNK265 στην αδελφή του θύματος. Ο εν λόγω χώρος στάθμευσης στον οποίο έγινε το δυστύχημα είναι ισόγειος. Εκεί υπάρχουν χώροι στάθμευσης οι πλείστοι εκ των οποίων βρίσκονται ανάμεσα στις κολώνες του κτιρίου. Για να εξέλθει κάποιος οδηγός από το χώρο στάθμευσης μπορεί ανάλογα με τη θέση και τον τρόπο που είναι σταθμευμένο το όχημα του, να χρειαστεί να κινηθεί με πισινή ταχύτητα και ακολούθως με μπροστινή ταχύτητα περισσότερες από μια φορά. Η ορατότητα εξαρτάται από τη γωνιά και τον τρόπο που ήταν σταθμευμένο το όχημα στο εν λόγω παρκινγκ. Όπως φαίνεται από το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος που κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α, το όχημα MNK265 βρισκόταν σε τέτοια θέση εντός του χώρου στάθμευσης που για να εξέλθει κάποιος έπρεπε να κινηθεί με πισινή ταχύτητα και ακολούθως με μπροστινή ταχύτητα πέραν της μίας φοράς ώστε να μπορέσει να ευθυγραμμίσει το όχημα με πορεία προς την έξοδο του χώρου στάθμευσης. Η Κατηγορούμενη εισήλθε εντός του οχήματος MNK265, ενώ το θύμα συνέχισε να στέκεται εκτός αυτού στην αριστερή του πλευρά μιλώντας στο κινητό του τηλέφωνο και αναμένοντας την Κατηγορούμενη να φέρει το όχημα σε πορεία προς την έξοδο. Στην προσπάθεια της αυτή, λόγω της ιδιομορφίας του χώρου, η Κατηγορούμενη κινήθηκε αρχικά για λίγα μέτρα με πισινή ταχύτητα και ακολούθως με μπροστινή. Ακολούθως, κινούμενη για δεύτερη φορά με πισινή ταχύτητα προσπαθώντας να ευθυγραμμίσει το όχημα της, παρέσυρε με το μπροστινό αριστερό μέρος του οχήματος της το θύμα, το οποίο έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος μπροστά από τη δεξιά μπροστινή πλευρά του αυτοκινήτου. Στην προσπάθεια της η Κατηγορούμενη να κινηθεί για δεύτερη φορά προς τα μπροστά, επιτάχυνε απότομα με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του οχήματος, το οποίο ανεξέλεγκτο κτύπησε αρχικά δύο κολώνες από μπετόν στα αριστερά, ενώ ταυτόχρονα παρέσυρε με τον δεξιό μπροστινό τροχό τα πόδια του θύματος, τον οποίο αφού έσυρε για μικρή απόσταση, ακολούθως προσέκρουσε με το μπροστινό μέρος του οχήματος της σε τρίτη κολώνα από μπετόν όπου και ακινητοποιήθηκε. Το θύμα υπέκυψε την ίδια μέρα στα τραύματα του. Η κατηγορούμενη δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες ούτε και με βαθμούς ποινής. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής της Κατηγορουμένης, ο κ. Ραφαήλ συμφώνησε κατ' αρχήν με τα γεγονότα ως αυτά εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα αρχή. Πρόσθεσε ότι η Κατηγορούμενη διέμενε μαζί με το θύμα μαζί για έξι χρόνια πριν το ατύχημα. Ήταν επιφορτισμένη με την φροντίδα και μεταφορά του θύματος που βρισκόταν σε προχωρημένη ηλικία (90 ετών). Προς τον σκοπό αυτό οδηγούσε αυτοκίνητο, το οποίο αγόρασε το θύμα. Η κατηγορούμενη είχε εξασφαλίσει άδεια οδήγησης ένα χρόνο πριν το ατύχημα. Σε σχέση με τον χώρο όπου έγινε το ατύχημα, ο ευπαίδευτος συνήγορος επισήμανε ότι πρόκειται για ένα στενό χώρο στάθμευσης που βρίσκεται ανάμεσα σε τέσσερις κολώνες. Ακόμα και ένας έμπειρος οδηγός θα ένοιωθε δυσφορία και δέος να οδηγήσει το αυτοκίνητο εκτός του χώρου στάθμευσης. Δεδομένης της σοβαρότητας των αδικημάτων, το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της Κατηγορουμένης. Συνοψίζοντας τα όσα καταγράφονται στην εν λόγω έκθεση, αναφέρω ότι η Κατηγορούμενη είναι ηλικίας σαράντα ετών και κατάγεται από τη Σρι Λάνκα. Προέρχεται από συγκροτημένη, οικογένεια χαμηλής κοινωνικό-οικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας της απεβίωσε ενώ η μητέρα της ζει στη Σρι Λάνκα και είναι μεγάλης ηλικίας. Η ίδια είναι η τετάρτη σε σειρά από τα έξι παιδιά της οικογένειας. Διέκοψε την φοίτηση της στο σχολείο όπου φοίτησε μόνο για δυο χρόνια. Ο λόγος ήταν ατύχημα που είχε κατά τη διάρκεια του οποίου τραυματίστηκε στο κεφάλι με αποτέλεσμα να υποβληθεί σε σειρά χειρουργικών επεμβάσεων. Σε ηλικία 17 ετών τέλεσε γάμο με συμπατριώτη της. Πριν 10 χρόνια περίπου έχασε το σύζυγο της μετά από καρδιακό επεισόδιο. Το ζεύγος απέκτησε τρία παιδιά εκ των οποίων το μεγαλύτερο ήταν άτομο με ειδικές ανάγκες και απεβίωσε πριν 5 χρόνια. Σήμερα οι δυο υιοί της Κατηγορουμένης είναι ηλικίας 20 και 18 ετών. Διαμένουν με τη μητρική τους γιαγιά στη Σρι Λάνκα και είναι άνεργοι. Λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε, η κατηγορούμενη ήρθε στην Κύπρο για εργασία. Πριν τη σύλληψη της διέμενε στην οικία του εργοδότη της και λάμβανε από την εργασία της μηνιαίο μισθό ύψους €330,
  2. Έχει χρέη ύψους €1800,00 περίπου σε τράπεζα στη Σρι Λάνκα. Δεν έχει κινητή ή ακίνητη περιουσία και δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας ή προβλήματα χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορουμένης υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Πρόσθεσε ότι η Κατηγορούμενη που σήμερα είναι σαράντα ετών, αφιέρωσε την ζωή της στην εργασία προκειμένου να στέλνει χρήματα στην οικογένεια της. Η ικανότητα της να εργάζεται και να εξασφαλίζει χρήματα, είναι απαραίτητη για την οικογένεια της, καθότι συντηρεί και τα τρία εναπομείναντα μέλη της οικογένειας. Η Κατηγορούμενη στις 18.1.2017 έχει καταδικαστεί σε τετράμηνη φυλάκιση στην Υπόθεση 148/17 που αφορούσε παράνομη διαμονή στην Κύπρο και έκτοτε εκτίει την ποινή της στις κεντρικές φυλακές. Τέλος ο κ. Ραφαήλ τόνισε το γεγονός ότι η Κατηγορουμένη συνεργάστηκε με τις αρχές και κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη την άμεση παραδοχή της Κατηγορουμένης. Ο συνήγορος της Κατηγορουμένης εισηγήθηκε όπως εάν το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας τότε υπάρχουν παράγοντες που συνηγορούν υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της. Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/72 το Δικαστήριο έχει εξουσία να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει και με το άρθρο 20 Α να επιβάλει και βαθμούς ποινής στην άδεια του. Αδιαμφισβήτητα το αδίκημα που προνοείται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα είναι σοβαρό και αυτό διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Εκτός όμως τούτου, οι ανησυχητικές διαστάσεις του φαινομένου των τροχαίων ατυχημάτων είναι εμφανείς. Στην υπόθεση Μενελάου ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 232 λέχθηκαν τα εξής: «Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Δυστυχώς, η πιο πάνω διαπίστωση είναι επίκαιρη μέχρι και σήμερα. Τούτο επιβεβαιώθηκε και σε άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460, Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αντώνης Χαραλαμπίδης
(2009)2 Α.Α.Δ. 237) Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν έχει ατονήσει αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα συνεχίζουν να βρίσκονται σε έξαρση με καταστρεπτικές συνέπειες για την κοινωνία. Τούτο επαναλήφθηκε και στην πρόσφατη απόφαση στην Νικολάου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 195/2014 ημερομηνίας 20.3.2015. Στην τελευταία αυτή υπόθεση συγκεφαλαιώθηκαν κατευθυντήριες γραμμές για το καθορισμό τόσο του είδους της αλλά και της έκτασης της. Έγινε δε παραπομπή σε αγγλική νομολογία (βλ. R. v. Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549 και R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353) αλλά και σε παλαιότερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 και Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562). Παραθέτω το πιο κάτω διαφωτιστικό απόσπασμα: «Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού. Είναι θεμελιωμένο ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι.» Στην απόφαση Παντέλας v. Αστυνομίας. (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην R v. Βοswell (ανωτέρω), ανέφερε ως ενδεικτικούς επιβαρυντικούς παράγοντες την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, την ταχύτητα, την αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες και την επί μακρόν επιμονή και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια), η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθεια του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, λέχθηκε ότι οι αρχές των Guilfoyle και Boswell (ανωτέρω) έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Όμως οι αρχές αυτές δεν ανάγονται σε κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου αποτελούν σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής. Στρεφόμενος τώρα στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, αφού εξέτασα τα ενώπιον μου τεθέντα γεγονότα, κρίνω ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκε το υπό εξέταση αδίκημα, φανερώνουν δυστυχώς ότι, υπήρξε εκ μέρους της κατηγορουμένης κάποιο τραγικό λάθος όσον αφορά την οδήγησή της το οποίο προκάλεσε την επικίνδυνη κατάσταση η οποία οδήγησε στον θάνατο του θύματος. «Σφάλμα» δεν περιλαμβάνει κατ' ανάγκη εσκεμμένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Ούτε το σφάλμα κατ' ανάγκη εμπεριέχει ηθική μομφή. Υπάρχει σφάλμα ακόμα και εάν ένας άπειρος ή εκ φύσεως κακός οδηγός, ενώ προσπαθεί να πράξει το ορθό, πέφτει κάτω από το επίπεδο ενός ικανού και προσεκτικού οδηγού. (βλ. R. v. Gosney
(1971)2 Q.D. 674). Συνεπώς η συμπεριφορά της κατηγορουμένης κατατάσσεται στον ορισμό της επικίνδυνης πράξης. Η οδήγηση της κατηγορουμένης μπορεί επίσης να καταταχθεί και στην κατηγορία της αλόγιστης πράξης. Ως «αλόγιστη» νοείται κάθε μη λελογισμένη πράξη ή συμπεριφορά, δηλαδή κάθε ενέργεια η οποία δεν απορρέει από την κοινή λογική (βλ. Ζυπίτης κ.α. ν. Αστυνομίας, πιο πάνω, στη σελ. 233). Δεν υπάρχει ή τουλάχιστον δεν δόθηκε καμία λογική εξήγηση στην ενέργεια της Κατηγορουμένης να κινηθεί προς τα εμπρός μετά που το θύμα έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος. Η λογική των πραγμάτων επέβαλλε όπως η κατηγορούμενη ακινητοποιήσει άμεσα το όχημα της. Εκτός από μη λογική ενέργεια, η πράξη τούτη είναι και αυτή η οποία κατατάσσει την όλη συμπεριφορά της κατηγορουμένης στην έννοια της απερίσκεπτης (reckless) πράξης. Στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η ένοχη διάνοια (mens rea) με την έννοια ότι ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Σύμφωνα με τα γεγονότα όπως αυτά έχουν τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι η Κατηγορούμενη αφού παρέσυρε με το μπροστινό αριστερό μέρος του οχήματος της το θύμα, το οποίο έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος μπροστά από τη δεξιά μπροστινή πλευρά του αυτοκινήτου, επέδειξε στην συνέχεια απερίσκεπτη συμπεριφορά καθότι κινήθηκε μπροστά επιταχύνοντας απότομα χωρίς να λάβει υπόψη την πιθανότητα ότι με την ενέργεια της αυτή θα παρέσερνε εκ νέου το θύμα. Με άλλα λόγια δεν έστρεψε την σκέψη της στην πιθανότητα ύπαρξης εμφανούς και σοβαρού κινδύνου πρόκλησης σωματικής βλάβης στο θύμα το οποίο είχε πέσει στο έδαφος μπροστά από το αυτοκίνητο της. Παρά το ότι η ενέργεια της ήταν απερίσκεπτη, εντούτοις θεωρώ ότι η Κατηγορούμενη δεν επέδειξε εγωιστική συμπεριφορά. Η παρούσα διαφοροποιείται από τις περιπτώσεις όπου κάποιος οδηγός διαπράττει το αδίκημα του άρθρου 210 ΠΚ επειδή προσπάθησε να αποκτήσει κάποιου είδους όφελος από την οδηγική του συμπεριφορά, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην παραβίαση φωτεινού σηματοδότη ή το επικίνδυνο ή απερίσκεπτο προσπέρασμα ή η υπερβολική ταχύτητα. Στις περιπτώσεις αυτές συνήθως εμπεριέχεται το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων. Στην παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι ελλείπει το στοιχείο του εγωισμού από την Κατηγορούμενη. Ο τρόπος με τον οποίο έδρασε οφείλεται θεωρώ στην οδηγική της ανεπάρκεια χωρίς τούτο να αντιμάχεται του ευρήματος ενοχής. Το αδίκημα εξάλλου στοιχειοθετείται ανεξαρτήτως αν κάποιος έδρασε στο ανεπαρκές μέγιστο των δυνατοτήτων του (did his incompetent best) (βλ. R. ν. Evans [1962] 3 All E.R. 1086, 1088). Λαμβάνω επίσης υπόψη μου, ως ελαφρυντικό υπέρ της Κατηγορουμένης, την άμεση παραδοχή της η οποία σύμφωνα με τη νομολογία αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Έχω επίσης κατά νου, τις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορουμένης ως αυτές αναφέρονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας. Όλα τα πιο πάνω, καθώς επίσης το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης, θα επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί στην Κατηγορούμενη αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής που, υπό τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης, δεν μπορεί να είναι άλλη από τη φυλάκιση. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλεται στην Κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Όσον αφορά την ποινή της στέρησης της άδειας οδηγού, η εξουσία του Δικαστηρίου εμπίπτει στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης. (βλ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300, Stylianou v. The Police
(1962)2 CLR 152, Miltiadous v. The Police
(1970)2 CLR 81, Παναγίδου ν. Αστυνομίας (1991 2 ΑΑΔ 448, Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465).. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, η κατηγορούμενη αποστερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 8 μηνών από σήμερα. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχω ήδη επιβάλει. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά της Κατηγορουμένης. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο σαν μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι ξεχωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303):
  1. Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
  2. Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
  3. Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Στην παρούσα περίπτωση δεν χωρεί αμφιβολία ότι τo αδίκημα που διέπραξε η κατηγορούμενη είναι πολύ σοβαρό. Συγκεκριμένα έλαβα υπόψη μου ότι η κατηγορούμενη είναι άτομο με λευκό ποινικό μητρώο, καλού χαρακτήρα και παρουσιάζεται μεταμελημένη. Έλαβα επίσης υπόψη μου το γεγονός ότι από το συμβάν η Κατηγορούμενη έχει αισθανθεί και η ίδια συγκλονισμό αφού ο θανών ήταν πρόσωπο με το οποίο έχει συμβιώσει για αρκετά χρόνια στα πλαίσια των καθηκόντων της να τον φροντίζει. Ο θάνατος του τελευταίου προκάλεσε έντονη συναισθηματική φόρτιση στην ίδια. Συνυπολογίζω ότι η κατηγορούμενη μετά την διάπραξη του αδικήματος παρέμεινε στην σκηνή και προσπάθησε να συμπαρασταθεί στο θύμα κρατώντας του το χέρι στις τελευταίες του στιγμές. Συνεργάστηκε δε πλήρως με τις αστυνομικές αρχές. Περαιτέρω, η ανάγκη για αποτροπή στην παρούσα περίπτωση ατονεί καθώς, όπως ήδη ανέφερα ανωτέρω, η συμπεριφορά της κατηγορουμένης δεν βαρύνεται από οποιοδήποτε άλλο επιβαρυντικό στοιχείο, όπως λόγου χάρη η υπερβολική ταχύτητα ή η εγωιστική συμπεριφορά. Όπως έχει τονιστεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48, απερίσκεπτη οδήγηση η οποία απολήγει σε θάνατο είναι αφ' εαυτής σοβαρή. Υπάρχουν όμως πάντοτε διαβαθμίσεις σοβαρότητας, προς την οποία συναρτάται και η επιδιωκόμενη αποτρεπτικότητα της ποινής. Τέλος λαμβάνω υπόψη μου ότι η Κατηγορούμενη εκτίει ήδη ποινή φυλάκισης για άλλη υπόθεση και αναμένεται σύντομα να αποφυλακιστεί. Αναστέλλοντας την ποινή φυλάκισης δίδεται έτσι μια ευκαιρία στην Κατηγορουμένη να δραστηριοποιηθεί εκ νέου για να συντηρήσει την οικογένεια της. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ ότι δικαιολογείται η αναστολή της ποινής φυλάκισης. Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στην Κατηγορουμένη αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. [Το Δικαστήριο εξηγεί στον Κατηγορούμενο τη σημασία της αναστολής.] [Υπ.] .............. Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.