← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ελένη Σαββίδου, Αρ. Υπόθεσης: 14599/2015, 11/4/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ελένη Σαββίδου, Αρ. Υπόθεσης: 14599/2015, 11/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14599/2015 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Ελένη Σαββίδου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 11 Απριλίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Για Κατηγορούμενη: κ. Α. Κορομίας Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8 19 και 20 Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεων Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80(Ι)/2000 και την ΚΔΠ 312/07. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, η Κατηγορούμενη στις 8.7.2014 στην οδό Αγίου Ανδρέου στην Παλουριώτισσα της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KZQ545 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε 3 μάρτυρες κατηγορίας. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης, την κάλεσε σε απολογία. Αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, η κατηγορούμενη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε περαιτέρω μάρτυρες υπεράσπισης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Πιο κάτω παραθέτω τις σημαντικότερες πτυχές της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα και παράλληλα προβαίνω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, κατάθεσε πρώτος ο Αστυφύλακας 3278, Μιχαήλ Άγγελος Αρναούτ ο οποίος ανέλαβε χρέη εξεταστή της υπόθεσης. Υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, το περιεχόμενο γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 1). Σε αυτή αναφέρεται ότι στις 8.7.2014 και ώρα 15:45 επισκέφθηκε σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που έγινε την ίδια μέρα και περί ώρα 15:20 στην οδό Αγίου Ανδρέου στην Παλουριώτισσα Λευκωσίας. Ενεχόμενα οχήματα ήταν το αυτοκίνητο KZQ545 το οποίο οδηγούσε η Ελένη Σαββίδου και η μοτοσικλέτα XS704 την οποία οδηγούσε ο Γιώργος Ανδρέου. Στην σκηνή του δυστυχήματος βρισκόταν η οδηγός του αυτοκινήτου KZQ
  1. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας είχε ήδη μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στην παρουσία της οδηγού του KZQ545 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (Τεκμήριο 2) στο οποίο σημείωσε με το γράμμα «X» το σημείο σύγκρουσης. Από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα ο ΜΚ1 ετοίμασε συμμετρικό σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο 3). Στην συνέχεια υπέβαλε την οδηγό του KZQ545 σε προκαταρτική εξέτασης αλκοόλης με μηδενική ένδειξη. Στην σκηνή του δυστυχήματος παρατήρησε ότι ο καιρός ήταν αίθριος και ότι το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της ημέρας. Η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή. Πρόκειται για δρόμο διπλής κατευθύνσεως, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για την κάθε κατεύθυνση. Η περιοχή είναι κατοικημένη με όριο ταχύτητας 50 ΧΑΩ. Οι κατευθύνσεις χωρίζονται από άσπρη συνεχόμενη γραμμή ενώ οι λωρίδες διαχωρίζονται με άσπρη διακεκομμένη γραμμή. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι, σύμφωνα με τις καταθέσεις που λήφθηκαν, η Κατηγορούμενη προτού προκληθεί το δυστύχημα προέβη σε αλλαγή λωρίδας σε σημείο όπου υπάρχει συνεχόμενη άσπρη γραμμή. Η πισινή αριστερή γωνία του οχήματος της κατηγορουμένης βρέθηκε να εφάπτεται με την συνεχόμενη άσπρη γραμμή, δηλαδή 3 μέτρα από το πεζοδρόμιο. Η μπροστινή αριστερή γωνία του οχήματος της κατηγορουμένης βρισκόταν δεξιότερα κατά 10 εκατοστά του μέτρου, δηλαδή 3,10 μέτρα από το πεζοδρόμιο κάτι που σημαίνει ότι το όχημα της κατηγορουμένης είχε μια μικρή κλίση προς τα δεξιά. Κατά, τον μάρτυρα τούτο ενισχύει την θέση ότι η κατηγορούμενη προέβη σε αλλαγή λωρίδας. Ο ΜΚ1 εντόπισε το σημείο σύγκρουσης με βάση τις πορείες και την τελική θέσεων των εμπλεκομένων οχημάτων καθώς επίσης και με βάση τις ζημιές που δημιουργήθηκαν σε αυτά. Ειδικότερα το αυτοκίνητο KZQ545 είχε υποστεί ζημιές στο δεξί πισινό φανάρι και γδάρσιμο πάνω - δεξιά στο καπό. Η μοτοσικλέτα XS704 υπέστη ζημιά στον μπροστινό τροχό και στο τιμόνι καθώς και σε ολόκληρη τη δεξιά πλευρά. Ο ΜΚ1 παρουσίασε έντυπο περιγραφής ζημιών αναφορικά με το όχημα XS704 (Τεκμήριο 4) καθώς επίσης και αντίστοιχο έντυπο με τίτλο "Body Damage Location" αναφορικά με τις ζημιές στο όχημα KZQ545 (Τεκμήριο 5). Ο ΜΚ1 έλαβε από την Κατηγορούμενη κατάθεση στις 21.7.14 (Τεκμήριο 6) και δεύτερη κατάθεση στις 12.9.14 (Τεκμήριο 7). Ακολούθως κατηγόρησε γραπτώς την Κατηγορούμενη η οποία απάντησε: «ότι έχω να πω το είπα στην κατάθεση μου» (Τεκμήριο 8). Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 ανέφερε αρχικά ότι η Κατηγορούμενη υπέγραψε το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2) ως έχει. Ακολούθως διευκρίνισε ότι το σημείο ΒΑ επί του πρόχειρου σχεδίου δεν ήταν στο σχέδιο όταν το υπέγραψε η κατηγορούμενη. Το σημείο ΒΑ τοποθετήθηκε στο σχέδιο μετά που λήφθηκε η κατάθεση από τον Γιώργο Ανδρέου και δείχνει την πορεία που, κατά τον Ανδρέου, ακολούθησε η Κατηγορούμενη. Επίσης ανέφερε πως ότι κατέγραψε στο Τεκμήριο 2 το μετέφερε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο στο συμμετρικό σχεδιάγραμμα. Με άλλα λόγια, στο συμμετρικό σχέδιο το οποίο έγινε σε Η/Υ τυπώθηκε η ίδια εικόνα που είχε εντοπίσει στη σκηνή. Ανέφερε ότι στο Τεκμήριο 2 μπορεί να φαίνεται οπτικά ότι δεν υπάρχει η ίδια κλίση που φαίνεται να υπάρχει στο συμμετρικό σχέδιο πλην όμως οι μετρήσεις αναφορικά με την τελική θέση που βρέθηκε το όχημα της Κατηγορουμένης αναγράφονται τόσο στο πρόχειρο όσο και στο συμμετρικό σχεδιάγραμμα. Υποδείχθηκαν στο ΜΚ1 φωτογραφίες στις οποίες αναγνώρισε τα οχήματα τα οποία ενέχονταν στο δυστύχημα και οι οποίες λήφθηκαν στη σκηνή του δυστυχήματος και δείχνουν τις ζημιές του αυτοκινήτου τη μέρα του δυστυχήματος (Τεκμήριο 9). Ο ΜΚ1 κατέθεσε επίσης φωτογραφία που δείχνει την τελική θέση του αυτοκινήτου της κατηγορούμενης (Τεκμήριο 10). Σε σχέση με τον λόγο που λήφθηκε η συμπληρωματική κατάθεση από την Κατηγορούμενη, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι η ανάγκη προέκυψε μετά από μαρτυρία που εξασφαλίστηκε μεταγενέστερα από τον Γιώργο Ανδρέου και από αυτόπτη μάρτυρα του δυστυχήματος. Από τον παραπονούμενο δεν λήφθηκε κατάθεση την ημέρα του δυστυχήματος λόγω της κατάστασης της υγείας του. Δεν θυμάται πότε ήταν η πρώτη φορά που είχε επικοινωνία είτε τηλεφωνική, είτε προσωπική με τον Ανδρέου. Η κατάθεση από αυτόν λήφθηκε στις 2.9.2014 στην κατοικία του λόγω του ότι δεν μπορούσε να έρθει ο ίδιος στα γραφεία της τροχαίας. Ο ΜΚ1 ήταν σαφής στις θέσεις του και απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας. Ήταν επίσης ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις του. Επιπρόσθετα, ο ΜΚ1 δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Κάποια ασάφεια σε σχέση με το σημείο ΒΑ που τοποθετήθηκε στο πρόχειρο σχέδιο μετά που το υπέγραψε η Κατηγορούμενη, ξεκαθάρισε αμέσως και δεν είναι στοιχείο ικανό να κλονίσει την συνολική καλή παρουσία του μάρτυρα. Εξάλλου ο ΜΚ1 υπέδειξε εκ νέου το σχεδιάγραμμα στην Κατηγορούμενη κατά την λήψη της συμπληρωματικής κατάθεσης από αυτή στις 12.9.
  2. Η αξιοπιστία του ΜΚ1 δεν πλήγηκε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Ως ΜΚ2 κατέθεσε ο Αρχιαστυφύλακας 196 Γιώργος Ανδρέου, ο οποίος υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 2.9.2014 (Τεκμήριο 11). Στην κατάθεση του, ο ΜΚ2 είχε αναφέρει ότι στις 8.7.14 και περί ώρα 15:20 οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής XS704 στην οδό Αγίου Ανδρέου με κατεύθυνση από Καϊμακλί προς Λευκωσία. Κινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του. Στην μοτοσικλέτα ήταν μόνος και φορούσε κράνος ασφαλείας. Η τροχαία κίνηση ήταν αραιή και η ταχύτητα του ήταν γύρω στα 50ΧΑΩ. Μπροστά του δεν υπήρχαν άλλα οχήματα και ο δρόμος ήταν καθαρός. Στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας υπήρχε ένα γκρίζο αυτοκίνητο, το οποίο βρισκόταν ελαφρώς πιο μπροστά από τον ίδιο. Σε κάποιο σημείο του δρόμου υπήρχε ελεγχόμενη διάβαση πεζών. Περίπου δεκαπέντε με είκοσι μέτρα πριν τη διάβαση, το KQZ545 κινήθηκε απότομα προς τα δεξιά αλλάζοντας λωρίδα. Μόλις αντιλήφθηκε την κίνηση αυτή πάτησε αμέσως φρένα και ελάττωσε ταχύτητα για να αποφύγει τη σύγκρουση. Αυτό δεν ήταν αρκετό καθότι το αριστερό χερούλι του τιμονιού της μοτοσικλέτας κτύπησε στο (πισινό) καπό κοντά στο ύψος του δεξιού φαναριού του αυτοκινήτου KQZ
  3. Στην σκηνή τόσο πριν όσο και μετά το δυστύχημα δεν αντιλήφθηκε οποιοδήποτε πρόσωπο να υπάρχει εντός της ελεγχόμενης διάβασης πεζών που να τη διασταυρώνει από τα δεξιά προς τα αριστερά αλλά ούτε και από αριστερά προς δεξιά. Από το κτύπημα στο καπό, έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας με αποτέλεσμα να πέσει με το δεξί πλευρό στην άσφαλτο και ενώ βρισκόταν ακόμη πάνω στην μοτοσικλέτα να συρθεί στην άσφαλτο. Συνεπεία του δυστυχήματος υπέστη κάταγμα στο αριστερό πόδι. Στη σκηνή κλήθηκε ασθενοφόρο που τον παρέλαβε. Πριν την άφιξη του ασθενοφόρου στο μέρος είχε έρθει και όχημα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας καθότι υπήρχε διαρροή βενζίνης. Επίσης στη σκηνή βρισκόταν και περιπολικό όχημα του Αστυνομικού Σταθμού Ομορφίτας και κάποια αστυφύλακας επ' ονόματι Άννα η οποία ρύθμιζε την τροχαία κίνηση. Σε ότι αφορά το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο ετοίμασε ο Α/3278 διαφώνησε με την κατεύθυνση που ακολουθούσε το KZQ545 η οποία ήταν σημειωμένη στο σχέδιο με το γράμμα Β και υπέδειξε την κατεύθυνση που, κατά την θέση του, ακολουθούσε το KZQ545 η οποία σημειώθηκε με το γράμμα ΒΑ. Ακολούθως, υπέγραψε το σχέδιο στην παρουσία του Α/
  4. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι η πρώτη επικοινωνία που είχε με τον εξεταστή σε σχέση με το επίδικο ατύχημα έγινε σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά που εξήλθε από το νοσοκομείο. Ειδικότερα, δέχτηκε τηλεφώνημα από τον εξεταστή ο οποίος ήθελε να τον επισκεφτεί στο σπίτι του για κατάθεση. Ο ΜΚ2 είχε νοσηλευτεί για 5 ημέρες. Ο ΜΚ2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν απαντούσε με την απαιτούμενη σαφήνεια ενώ η μαρτυρία του συγκρούεται τόσο με τα όσα ο ίδιος είπε στην κατάθεσή του στην Αστυνομία αλλά και από άλλη πραγματική μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο αξιολογώντας την μαρτυρία ενός μάρτυρα πρέπει να θέσει αυτήν στην βάσανο της λογικής. Στην προκειμένη περίπτωση τα όσα ανέφερε ο ΜΚ2 δεν συμβαδίζουν με την λογική συνέχεια των πραγμάτων και αφήνουν ανεξήγητα κενά που οδηγούν κατά συνέπεια σε απόρριψη της μαρτυρίας του. Ειδικότερα, κατά την αντεξέταση ζητήθηκε από τον ΜΚ2 να αναφέρει σε πόση απόσταση πριν το σημείο σύγκρουσης είχε δει την κατηγορούμενη να αλλάζει λωρίδα. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι κινείτο δίπλα - δίπλα με το όχημα της κατηγορουμένης και περίπου στο μέσο του μήκους του οχήματος της Κατηγορουμένης, ήτοι περίπου στο σημείο που χωρίζονταν οι μπροστινές πόρτες από τις πισινές πόρτες. Εξήγησε ότι το μόνο που έβλεπε ήταν το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου και όχι το πισινό. Επισημαίνω ότι στην κατάθεση του είχε αναφέρει ότι το όχημα της κατηγορουμένης κινείτο λίγο πιο μπροστά από το δικό του. Σε κάθε περίπτωση από την πραγματική μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το όχημα του κατηγορουμένου προσέκρουσε στην πισινή δεξιά γωνία του οχήματος της κατηγορουμένης. Τούτο προκύπτει και από το γεγονός ότι από την σύγκρουση έσπασε το δεξί πισινό φανάρι του οχήματος της Κατηγορουμένης, θραύσματα του οποίου φαίνονται στο έδαφος (βλ. Τεκμήριο 10). Επισημαίνω ότι ο ΜΚ2 κατά την μαρτυρία του ανέφερε ότι το κτύπημα στο καπό έγινε στο ύψος όπου βρίσκεται το φανάρι του οχήματος της κατηγορουμένης. Τούτο όμως δεν επιβεβαιώνεται από την υπόλοιπη μαρτυρία που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με την οποία το κτύπημα του τιμονιού της μοτοσικλέτας έγινε στο πάνω μέρος του καπό. Ο ΜΚ1 ανέφερε ρητά και ευθαρσώς ότι το κτύπημα από το τιμόνι της μοτοσικλέτας είχε γίνει στο πάνω μέρος του καπό του οχήματος της Κατηγορουμένης. Μετά που υπεδείχθη στον ΜΚ2 η φωτογραφία Τεκμήριο 9Β, ανασκεύασε λέγοντας ότι το κτύπημα έγινε στο πάνω μέρος του καπό. Το κτύπημα τούτο όμως δεν συμβαδίζει με την θέση του ΜΚ2 ότι κινείτο παράλληλα με το όχημα της κατηγορουμένης και ειδικότερα στο σημείο που χωρίζονταν οι μπροστινές πόρτες από τις πισινές πόρτες. Επιπρόσθετα, από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προκύπτει ότι τα δύο οχήματα είχαν επαφή σε περισσότερα από ένα σημεία. Τούτο διαφαίνεται από ότι υπάρχουν κτυπήματα στο όχημα της Κατηγορουμένης σε περισσότερα του ενός σημεία. Επιπρόσθετα, καμία εξήγηση δεν δόθηκε από τον ΜΚ2 σε σχέση με το κτύπημα που υπήρχε στον μπροστινό τροχό της μοτοσυκλέτας του. Είναι επίσης παράδοξο το γεγονός ότι ενώ η μοτοσικλέτα έπεσε με το δεξί πλευρό στην άσφαλτο και ο ΜΚ2 σύρθηκε μαζί με αυτή, εντούτοις το πόδι στο οποίο υπέστη κάταγμα ήταν το αριστερό. Τέλος, ενώ ο ΜΚ2 ανέφερε ότι εφάρμοσε τα φρένα της μοτοσικλέτας του, εντούτοις δεν βρέθηκαν καθόλου ίχνη τροχοπέδησης στην σκηνή. Γενικά, έχοντας υπόψη μου την συνολική παρουσία του μάρτυρα στο εδώλιο καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του στο σύνολό της, θεωρώ ότι η μαρτυρία του ΜΚ2 δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Ως τελευταίος μάρτυρας για την Κατηγορούσα αρχή κατέθεσε ο Munzer Al Oklat (ΜΚ3). Ο εν λόγω μάρτυρας δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν ασαφής και διάσπαρτη αντιφάσεων, συγκρούεται σε πολλά σημεία με την μαρτυρία του ΜΚ2 και στερείται κάθε πειστικότητας και αληθοφάνειας. Περαιτέρω ο ΜΚ3 δεν με έπεισε για την ουδετερότητα της μαρτυρίας του καθότι διέκρινα έντονη προσπάθεια να δικαιολογήσει τον τρόπο δράσης του ΜΚ2 σε σχέση με το επίδικο ατύχημα. Ο ΜΚ3 υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 24.7.2014 (Τεκμήρια 12 και 13). Σύμφωνα με την κατάθεση, ο ΜΚ3 στις 8.7.14 και περί ώρα 15:20 οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην οδό Κυριάκου Κολοκάση στη Λευκωσία κατευθυνόμενος προς την λεωφόρο Αγίου Ανδρέου. Όταν έφτασε στην συμβολή των εν λόγω δρόμων σταμάτησε και περίμενε να «καθαρίσει» ο δρόμος από τα οχήματα που έρχονταν από δεξιά ως η πορεία του. Τότε είδε ένα αυτοκίνητο Mercedes χρώματος γκρίζου να κινείται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και να κατευθύνεται προς το μέρος που βρισκόταν ο ίδιος. Στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας βρισκόταν μια μοτοσυκλέτα. Το αυτοκίνητο βρισκόταν ελαφρώς πιο μπροστά από την μοτοσυκλέτα. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ3 υποστήριξε ότι τα δύο οχήματα κινούνταν παράλληλα και η μοτοσυκλέτα βρισκόταν περίπου στο μέσο του αυτοκινήτου. Ενώ ο ΜΚ3 περίμενε το αυτοκίνητο να περάσει ώστε να μπορέσει και ο ίδιος να προσχωρήσει, είδε το αυτοκίνητο να κινείται δεξιότερα χωρίς να έχει προηγουμένως εκδηλώσει τέτοια πρόθεση. Η μπροστινή πλευρά του αυτοκινήτου εισήλθε έτσι στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και περίπου 2 με 3 μέτρα πριν τα φώτα τροχαίας κτύπησε την μοτοσυκλέτα η οποία έπεσε στην άσφαλτο. Ερωτήθηκε κατά πόσον ο οδηγός της μοτοσυκλέτας πρόλαβε να εφαρμόσει τα φρένα και απάντησε με σιγουριά ότι δεν εφάρμοσε καθόλου φρένα. Τούτο έρχεται σε αντίθεση με τα όσα ο ΜΚ2 ανέφερε, ότι δηλαδή χρησιμοποίησε τα φρένα. Μετά το δυστύχημα ΜΚ3 υπέστη, όπως ανέφερε, σοκ και παρέμεινε στο αυτοκίνητο του. Λίγο αργότερα, ήρθε στην σκηνή περιπολικό και πυροσβεστική. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι δεν χρειάστηκε περισσότερο από 25 με 30 λεπτά μέχρι να καταφθάσει η αστυνομία και ασθενοφόρο. Στην συνέχεια, λόγω της τροχαίας κίνησης, χρειάστηκε περίπου 25 λεπτά να μεταβεί από το σημείο όπου συνέβη το ατύχημα στον χώρο όπου εργαζόταν. Όταν ερωτήθηκε πόση ώρα μετά το ατύχημα κατέφθασε στην εργασία του, απάντησε περί τα 35 με 40 λεπτά. Ανέφερε ότι στην σκηνή είχε μείνει μόνο για 10 με 15 λεπτά. Προηγουμένως όμως είχε αναφέρει ότι χρειάστηκε περισσότερος χρόνο για να καταφθάσει ασθενοφόρο και πυροσβεστική. Σε μεταγενέστερο σημείο ανέφερε ότι δεν ήταν βέβαιος αν έμεινε στην σκηνή περίπου 10-15 λεπτά. Πρόκειται για εντελώς ασαφείς περιγραφές του ΜΚ3 που κλονίζουν την αξιοπιστία του. Μετά που ο ΜΚ3 έφυγε από την σκηνή μετέβη στην εργασία του. Στην κατάθεση του ανέφερε ότι κοντά στην εργασία του διαμένει κάποιος Γιώργος ο οποίος έχει μια μοτοσικλέτα όμοια με εκείνη που ενεπλάκη στο δυστύχημα. Ρώτησε την μητέρα του Γιώργου αν ο τελευταίος είχε κάποιο ατύχημα και έλαβε καταφατική απάντηση. Όταν ο Γιώργος εξήλθε από το Νοσοκομείο τον πήρε τηλέφωνο η μητέρα του Γιώργου και τον ρώτησε αν είχε δει το δυστύχημα και αν ήταν πρόθυμος να καταθέσει στην Αστυνομία κάτι το οποίο και έπραξε. Επισημαίνω στο σημείο αυτό ότι ο ΜΚ2 είχε αναφέρει ότι η επικοινωνία με τον ΜΚ3 έγινε μέσω της σπιτονοικοκυράς του ΜΚ2 και όχι μέσω της μητέρας του. Επιπρόσθετα, κατά την αντεξέταση, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι όταν κατέφθασε στην εργασία του είχε δει την μητέρα του Γιώργου να φεύγει από το σημείο. Ειρήσθω εν παρόδω, ο ΜΚ3 δεν γνώριζε καν το όνομα της μητέρας του Γιώργου ούτε της μίλησε καθόλου ο ίδιος εκείνη την στιγμή. Ερωτήθηκε γιατί στην κατάθεση του ανέφερε ότι ρώτησε την μητέρα του Γιώργου αν ο τελευταίος είχε κάποιο ατύχημα και ανασκεύασε την κατάθεση του λέγοντας ότι κάποιος φίλος του στην εργασία ρώτησε την μητέρα του Γιώργου αν ο Γιώργος είχε κάποιο ατύχημα. Πέραν του ότι με ευκολία άλλαζε τα λεγόμενα του, ο ΜΚ3 δεν έδωσε κάποια εξήγηση ως προς το πώς ο φίλος του γνώριζε για το ατύχημα πριν καν ο ΜΚ3 επιστρέψει στην εργασία του και να εξιστορήσει όλα όσα είχε δει. Κατά την αντεξέταση, ο ΜΚ3 ερωτήθηκε για ποιο λόγο δεν σταμάτησε στην σκηνή. Απάντησε ότι δεν ήθελε να έχει μπλεξίματα και αργότερα του είπαν οι φίλοι του ότι πρόκειται για τον Γιώργο που διαμένει απέναντι από την οικία όπου εργαζόταν την συγκεκριμένη περίοδο. Μετά που ο Γιώργος εξήλθε από το νοσοκομείο τον επισκέφθηκε και συζήτησαν περί του δυστυχήματος και έδειξε ιδιαίτερη προθυμία να βοηθήσει. Ενώ ο ΜΚ3 προσπάθησε κατά την αντεξέταση του να υποστηρίξει ότι είναι άτομο που αρέσκεται να βοηθά τον συνάνθρωπο του, για αυτό και ήθελε να καταθέσει, εντούτοις, καμία εξήγηση δεν δόθηκε για τον λόγο που δεν έμεινε στην σκηνή του δυστυχήματος, πρώτον να βοηθήσει σε περίπτωση που κάποιος χρειαζόταν βοήθεια και δεύτερον για να ενημερώσει κάποιον ότι είναι γνώστης των γεγονότων και πρόθυμος να καταθέσει. Ας σημειωθεί ότι πρόκειται για άτομο που βρίσκεται νόμιμα στην Κύπρο και δεν είχε οποιοδήποτε φόβο σε σχέση με την παραμονή του στην Κυπριακή Δημοκρατία. Παρέμεινε επομένως άγνωστο, ποια ήταν τα «μπλεξίματα» που ο ΜΚ3 ήθελε να αποφύγει και τι ήταν εκείνο που τον καθησύχασε στην συνέχεια ώστε με ζήλο να θέλει να βοηθήσει. Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, κατέθεσε στο Δικαστήριο η Κατηγορούμενη. Αυτή ανέφερε ότι στις 8.7.14 γύρω στις 15:20 οδηγούσε το αυτοκίνητο KZQ545 στην Λεωφόρο Αγίου Ανδρέου με κατεύθυνση από Καντάρας προς Πουλίου Καπότα. Στο αυτοκίνητο είχε συνεπιβάτη σε παιδικό κάθισμα, την εγγονή της, ηλικίας 18 μηνών. Οδηγούσε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία της. Πλησιάζοντας προς το σημείο όπου υπάρχει διάβαση πεζών αντιλήφθηκε μια γυναίκα να διασχίζει τη διάβαση πεζών από δεξιά προς τα αριστερά ως η πορεία της. Η εν λόγω διάβαση πεζών είναι ελεγχόμενη από φώτα τροχαίας και το φως για την πορεία της ήταν πράσινο. Παρόλα αυτά σταμάτησε για να διασταυρώσει η πεζή, η οποία ήδη βρισκόταν περίπου ένα μέτρο εντός του δρόμου διασχίζοντας τη διάβαση. Μόλις σταμάτησε, ένιωσε ένα κτύπημα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου της. Τότε είδε στα δεξιά της μια μοτοσικλέτα, την οποία δεν είχε αντιληφθεί προηγουμένως, να βρίσκεται πεσμένη στην άσφαλτο και τον οδηγό της να βρίσκεται μπροστά της. Δεν θυμόταν ακριβώς την ταχύτητα της αλλά αυτή ήταν χαμηλή. Μετά το δυστύχημα κλήθηκε η Αστυνομία και ασθενοφόρο καθότι ο μοτοσικλετιστής είχε τραυματιστεί. Αντεξεταζόμενη, η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι εκείνη την στιγμή πήγαινε να παραλάβει το άλλο της εγγόνι από το νηπιαγωγείο. Για να μεταβεί στο εν λόγω νηπιαγωγείο θα περνούσε τα πρώτα φανάρια τροχαίας που θα έβρισκε ακολουθώντας ευθεία πορεία. Για να μεταβεί κάποιος ευθεία πορεία πρέπει αναγκαστικά να «κρατά» την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας καθότι η αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας οδηγεί σε αναγκαστική στροφή αριστερά. Κατά την επανεξέταση, η Κατηγορούμενη διευκρίνισε ότι στην εν λόγω διασταύρωση δεν υπάρχει δεξιά στροφή. Εν όψει των πιο πάνω, η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι δεν υπήρχε λόγος να κρατά την αριστερή λωρίδα η οποία εν πάση περιπτώσει συνήθως είναι κατειλημμένη από σταθμευμένα οχήματα. Ανέφερε ότι κάθε μέρα ακολουθεί την ίδια πορεία και από την ώρα που εισέρχεται στην Λεωφόρο Αγίου Ανδρέου καταλαμβάνει την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Κλήθηκε να δώσει μια εξήγηση για το ότι το όχημα της βρέθηκε να βρίσκεται κοντά στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με κλίση προς τα δεξιά. Η κατηγορούμενη αφού επανέλαβε ότι βρισκόταν εντός της δεξιάς λωρίδας ανέφερε ότι ενδεχομένως να «κρατούσε κάπως αριστερά» εντός της δεξιάς λωρίδας, λόγω των οχημάτων που κινούνται με ταχύτητα ερχόμενα από την αντίθετη κατεύθυνση. Η κατηγορούμενη μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και χωρίς πρόθεση να αποποιηθεί οποιωνδήποτε ευθυνών της. Ήταν γενικά ήρεμη και σταθερή στις απαντήσεις της και απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και η αξιοπιστία της δεν πλήγηκε κατά την αντεξέταση της. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η κατηγορούμενη στην παρούσα κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Η υποχρέωση της προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428). Παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας κρίνω ότι η Κατηγορούσα αρχή δεν παρουσίασε ενώπιον μου επαρκή αξιόπιστη μαρτυρία επί της οποίας να μπορώ να βασιστώ για να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με τις ενέργειες της Κατηγορουμένης οι οποίες να συνηγορούν σε αμέλεια. Ο ΜΚ1 έφτασε στην σκηνή του δυστυχήματος μετά το συμβάν και εκτός από το σχέδιο το οποίο ετοίμασε και τα ευρήματα και μετρήσεις της σκηνής, δεν μπόρεσε να διαφωτίσει περαιτέρω το Δικαστήριο. Το γεγονός ότι το όχημα της κατηγορούμενης βρέθηκε να έχει μικρή κλίση προς τα δεξιά δεν είναι αρκετό να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η κατηγορούμενη προέβη σε αλλαγή λωρίδας χωρίς να ελέγξει αν ήταν ασφαλές να το πράξει. Όσο αφορά την μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3, εν όψει της αξιολόγησης μου σε σχέση με την αξιοπιστία της, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Από την άλλη, η αποδοχή της μαρτυρίας της Κατηγορουμένης, δείχνει ότι αυτή κινείτο κανονικά στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως η κατεύθυνση της. Σε κάποιο σημείο λίγο πριν την διάβαση πεζών είδε κάποια πεζή να διασταυρώνει την διάβαση πεζών από δεξιά προς αριστερά ως η πορεία της. Η πεζή βρισκόταν ήδη εντός του δρόμου και ορθώς η κατηγορουμένη σταμάτησε για να μην προκαλέσει ατύχημα. Από εκεί και πέρα παρέμεινε άγνωστος ο τρόπος που κινείτο η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ΜΚ2 και κατά πόσον η Κατηγορούμενη παρέλειψε να επιδείξει δέουσα παρατηρητικότητα υπό τις περιστάσεις. Συνεπώς, η κατηγορούμενη δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η Κατηγορούμενη υπήρξε υπαίτια οποιασδήποτε συμπεριφοράς η παράλειψης που να ανάγεται σε αμέλεια. Αποτελεί, συνεπώς, αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία. Η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.