← Κύπρος

AMSTESO ELECTRIC LTD ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΝΑ, Αρ. Υπόθεσης: 2187/2015, 24/4/2017

AMSTESO ELECTRIC LTD ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΝΑ, Αρ. Υπόθεσης: 2187/2015, 24/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2187/2015 AMSTESO ELECTRIC LTD ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΝΑ Κατηγορούμενος 24 Απριλίου 2017 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Μιχαήλ Κατηγορούμενος 2: Προσωπικά ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρείς κατηγορίες, σύμφωνα με τις οποίες κατηγορείται ότι, ενώ είναι εξ΄ αποφάσεως οφειλέτης στην αγωγή 7163/2010 και ενώ είχε διαταχθεί να καταβάλει μηνιαίως το ποσό των €50 από 1/3/2014, παρέλειψε και μέχρι σήμερα παραλείπει να καταβάλει τις δόσεις για τους μήνες Σεπτέμβρη 2014, Οκτώβρη 2014 και Νοέμβρη 2014, κατά παράβαση των άρθρων 84

(1), 87
(1), 90
(1), 91Α
(3)και 91Β
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφάλαιο 6) όπως αυτός τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα καθώς και όπως τροποποιήθηκε από το Ν.134(Ι)/1999, Ν.58(Ι)/2003, Ν.66(Ι)/2004 και Ν.138(Ι)/2006 και Ν.60(Ι)/
  1. Για την Κατηγορούσα Αρχή, έδωσε μαρτυρία ο διευθυντής της, Ευριπίδης Ευριπίδου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, κατάθεσε Γραπτή Δήλωση (Έγγραφο Α). Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε, στις 29/10/2012, εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Κατηγορουμένου και υπέρ της Παραπονούμενης εταιρείας (Τεκμήριο 1). Στις 20/2/2014 εκδόθηκε διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο ο Κατηγορούμενος διατάσσεται να πληρώσει την οφειλή του, δια μηνιαίων δόσεων εκ €50,00 έκαστη από 1/3/2014 μέχρι εξόφλησης (Τεκμήριο 2). Κατάθεσε περαιτέρω ως Τεκμήριο 3 κατάλογο εξόδων εναντίον του Κατηγορουμένου για υπολογισμό, ζητώντας να εκδοθεί ένταλμα πληρωμής για το σχετικό ποσό. Τέλος δήλωσε ότι ουδέν ποσό καταβλήθηκε προς αποπληρωμή των δόσεων για τους μήνες Σεπτέμβρη 2014, Οκτώβρη 2014 και Νοέμβρη
  2. Ο Κατηγορούμενος δεν αντεξέτασε το μάρτυρα. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του πιο πάνω, ο δικηγόρος της Παραπονουμένης έκλεισε την υπόθεσή του. Το Δικαστήριο εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) έκρινε ότι, στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου τον κάλεσε σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως. Κατά τη μαρτυρία του δήλωσε ότι σήμερα είναι άνεργος, καταθέτοντας ως Τεκμήριο 4 βεβαίωση από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Τμήμα Εργασίας, σύμφωνα με την οποία από 18/11/2013 μέχρι 2/11/2015 και από 6/11/2015 μέχρι 6/2/2017 είναι άνεργος. Αναφέρθηκε σε σοβαρά προβλήματα υγείας που έχει. Κατά την αντεξέτασή του, του υποβλήθηκε ότι θα μπορούσε να βρει δουλεία και δεν βρήκε με τον Κατηγορούμενο να επιμένει ότι εξαιτίας της ηλικίας του είναι δύσκολο να βρει εργασία παρά το ότι προσπαθεί πραγματικά. Η θέση του δικηγόρου της Παραπονουμένης ήταν ότι μπορούσε να πληρώνει τις δόσεις και δεν το έκανε και ότι οι συνθήκες του δεν μεταβληθήκαν από την έκδοση του διατάγματος. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου, αυτός δήλωσε ότι δεν θα έχει άλλο μάρτυρα και η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Ο Κατηγορούμενος αγόρευσε κάνοντας αναφορά στις οικονομικές του συνθήκες και στην κατάσταση υγείας του, ζητώντας από το Δικαστήριο να μην εκδώσει διάταγμα καταβολής του ποσού. Ο δικηγόρος της Παραπονουμένης, αρχικά αρνήθηκε να αγορεύσει λόγω παρατυπιών στη διαδικασία που έλαβε χώρα, τι οποίες εάν αγόρευε ενδεχομένως θα θεωρείτο ότι επικροτούσε. Οι παρατυπίες αυτές, συνίστανται στη θέση του ότι:
  1. Το Δικαστήριο καθοδήγησε τον Κατηγορούμενο να καταθέσει ενόρκως.
  2. Το Δικαστήριο λανθασμένα αποδέχτηκε την κατάθεση του Τεκμηρίου 4, το οποίο είναι σημαντικό για την υπόθεση παρά την ένστασή του ότι δεν υποβλήθηκε στο διευθυντή της Παραπονουμένης οτιδήποτε σχετικό με το εν λόγω έγγραφο κατά την αντεξέτασή του, ενώ το Έγγραφο Α προς Αναγνώριση το οποίο είναι επουσιώδες, δεν αποδέχτηκε την κατάθεσή του ως τεκμήριο αποδεχόμενο την ένστασή του.
  3. Το Δικαστήριο δεν προστάτευσε τον κύριο Μιχαήλ, επαναφέροντας στην τάξη τον Κατηγορούμενο, όταν σε ερώτησή του κατά την αντεξέταση ο Κατηγορούμενος απάντησε «Η ερώτηση είναι γελοία» Οι θέσεις του δικηγόρου της Παραπονουμένης σε σχέση με τους λόγους που αρχικά δεν επιθυμούσε να αγορεύσει, έχουν καταγραφεί και δεν θα επεκταθώ περαιτέρω. Τελικώς αγόρευσε, με πυρήνα της αγόρευσής του, να είναι θέση του ότι, εφόσον το Τεκμήριο 4 αναφέρεται στην ίδια περίοδο με το Τεκμήριο 2, εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Κατηγορούμενος αυτή την περίοδο ήταν άνεργος τότε ουσιαστικά λειτουργεί ως εφετείο και αναθεωρεί την απόφαση του Δικαστηρίου το οποίο έκδωσε το επίδικο διάταγμα και ότι ο Κατηγορούμενος δεν απέδειξε μεταβολή των συνθηκών του και ότι θα μπορούσε να εργαστεί. Κατέληξε, ότι πρέπει να διασφαλίζεται τρόπος αποπληρωμής των χρεών και ότι δεν μπορούν να απαλλάσσονται με ευκολία κατηγορούμενοι. Θα ακολουθήσω οιονεί ανορθόδοξο τρόπο και πριν από την αξιολόγηση της μαρτυρίας θα παραθέσω το νομικό πλαίσιο που διέπει την παρούσα διαφορά έτσι ώστε να είναι και νομικά κατανοητά τα όσα θα αναφερθούν κατά την αξιολόγηση. Το αδίκημα το οποίο αποδίδεται στον Κατηγορούμενο σύμφωνα με την Έκθεση Αδικήματος και στις τρεις κατηγορίες, είναι αυτό του άρθρου 91Α
(3)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, το οποίο τιμωρείται ως το άρθρο 91Β
(1)του Κεφ. Σύμφωνα με το άρθρο 91Α
(3)του Κεφ. 6: «Πράξη καταδολίευσης δύναται να θεωρείται και οποιαδήποτε παράλειψη καταβολής από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη του ποσού το οποίο υπολογίζεται ως δίκαιο και εντός των οικονομικών του δυνατοτήτων και διατάζεται να πληρωθεί με δόσεις δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου κατά τις διατάξεις του άρθρου 90.» Σύμφωνα με το άρθρο 91Β
(1): «Εξ αποφάσεως οφειλέτης ο οποίος προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη καταδολίευσης κατά την έννοια του άρθρου 91Α διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δώδεκα μηνών ή με χρηματική ποινή χιλίων λιρών ή και με τις δύο αυτές ποινές, χωρίς επηρεασμό των εξουσιών του Δικαστηρίου προς έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος δυνάμει του παρόντος ή οποιουδήποτε άλλου νόμου.» Στο άρθρο 91Β
(3)(β) καθορίζεται ρητά η υπεράσπιση που μπορεί να προβάλει Κατηγορούμενος στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής. Περιττό να αναφέρω ότι, εφόσον πρόκειται περί υπεράσπισης τεθειμένης στο κείμενο του Νόμου, για τη συνδρομή ή όχι αυτής, το βάρος απόδειξης μετατίθεται από τον Παραπονούμενο και το φέρει ο Κατηγορούμενος στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η υπεράσπιση αυτή, ως το γράμμα του Νόμου, είναι: «Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο εάν αποδείξει- (α) Προκειμένου περί κατηγορίας για καταδολιευτική μεταβίβαση ή επιβάρυνση ότι η εν λόγω πράξη έγινε προς συγγενικό πρόσωπο ή προς αγοραστή με καλή πίστη και χωρίς πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τον πιστωτή στην είσπραξη του οφειλόμενου σε αυτόν εξ αποφάσεως χρέους0ή (β) προκειμένου περί κατηγορίας για παράλειψη πληρωμής εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου, ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος και ότι έχει ειδοποιήσει γι' αυτό το Δικαστήριο με κοινοποίηση προς τον εξ αποφάσεως πιστωτή.» Έχοντας αναφέρει το νομικό πλαίσιο της διαφοράς, προχωρώ στο δικονομικό πλαίσιο και στα της διαδικασίας. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, ο Παραπονούμενος φέρει το βάρος να αποδείξει την ύπαρξη διατάγματος, τη σύμπτωση του Κατηγορουμένου με το άτομο εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα (ήτοι την ιδιότητα του εξ΄ αποφάσεως οφειλέτη στον Κατηγορούμενο) και το γεγονός ότι δεν καταβλήθηκαν οι αναφερόμενες στο κατηγορητήριο δόσεις. Αυτό είναι το βάρος απόδειξης του Παραπονούμενου, το οποίο το φέρει στο μέγιστο βαθμό πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Από την πλευρά του, Κατηγορούμενος, ο οποίος αρνείται την κατηγορία τότε κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης οφείλει να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος και ότι έχει ενημερώσει σχετικά τον εξ΄ αποφάσεως πιστωτή. Στην ιδιάζουσα αυτή διαδικασία, η κάθε πλευρά, είναι σε θέση να γνωρίζει εκ των προτέρων τη θέση της άλλης, εφόσον είναι ρητά, σαφώς και ξεκάθαρα καταγεγραμμένα στο Νόμο τόσο το τι οφείλει να αποδείξει ο Παραπονούμενος όσο και η μοναδική υπεράσπιση που δύναται να εγείρει ο Κατηγορούμενος προκειμένου να απαλλαγεί των κατηγοριών που τον βαρύνουν. Κάθε πλευρά οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς της στο μέτρο που την βαρύνουν, αλλά και να απορρίψει/αποκλείσει τις θέσεις της άλλης. Ο μόνος μάρτυρας για την Παραπονούμενη, με τη Γραπτή του Δήλωση, επιβεβαίωσε την ύπαρξη έκδοσης απόφασης εναντίον του Κατηγορουμένου, την έκδοση διατάγματος εναντίον του και το ότι μέχρι και την ημέρα που έδιδε μαρτυρία, ουδέν ποσό καταβλήθηκε. Ενώ η υπεράσπιση που δύναται να προβάλει έκαστος Κατηγορούμενος είναι περιορισμένη και δεδομένη, ως αυτή καταγράφεται πιο πάνω και δεν υπάρχουν περιθώρια να τεθεί εξ απροόπτου ο Παραπονούμενος, ο μάρτυρας με τη μαρτυρία που έδωσε δεν απέκλεισε τη συνδρομή υπεράσπισης και ουδεμία άλλη αναφορά έκανε στις συνθήκες του κατηγορουμένου. Για τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος βλ. Ευαγγέλου Γιαννάκης ν. Κωστάκης Κουρέας Υιός Λτδ,
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Δεν διαβλέπω το λόγο για τον οποίο θα έπρεπε ο Κατηγορούμενος να υποβάλει στον Παραπονούμενο τις θέσεις του ή να του παρουσιάσει το τεκμήριο 4 κατά την αντεξέταση, όπως παραπονείται ο δικηγόρος της Παραπονουμένης. Ο Κατηγορούμενος δεν έκανε καμία ερώτηση στο μάρτυρα και δεν του υπόβαλε καμία θέση, εφόσον ο μάρτυρας δεν αναφέρθηκε στις πιθανές υπερασπίσεις. Ο Κατηγορούμενος ουσιαστικά, έκανε παραδεκτό το περιεχόμενο των κατηγοριών και προχώρησε να προωθήσει την υπεράσπισή του, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο νόμο. Είχε καθήκον να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ο δικηγόρος της Παραπονουμένης θα μπορούσε να κλονίσει την αξιοπιστία του κατά την αντεξέτασή του, με σχετικές ερωτήσεις και υποβολές. Προχωρώ σε αξιολόγηση της ενώπιον μου τεθειμένης μαρτυρίας έχοντας πάντοτε κατά νου τις αρχές που έχει θέσει η νομολογία σε σχέση με το έργο αυτό. Η μαρτυρία του διευθυντή της Παραπονουμένη, παρέμεινε αναντίλεκτη και επομένως τα όσα ανάφερε σε σχέση: (α) με την έκδοση απόφασης εναντίον του Κατηγορουμένου (Τεκμήριο 1) (β) με την έκδοση διατάγματος καταβολής του εξ΄ αποφάσεως χρέους δια μηνιαίων δόσεων ύψους €50 εκάστη, από 1/3/2014 (Τεκμήριο 2)και (γ) ότι δεν έχει καταβληθεί στην Παραπονούμενη το ποσό που αντιστοιχεί στις δόσεις για τους μήνες Σεπτέμβριο 2014, Οκτώβριο 2014 και Νοέμβριο 2014, γίνονται αποδεχτά ως μαρτυρία και συνιστούν αντίστοιχα ευρήματα του Δικαστηρίου. Η θέση του Κατηγορουμένου κατά την ένορκη μαρτυρία του, υπήρξε ότι από το έτος 2013, είναι άνεργος και επομένως κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν σε οικονομική αδυναμία. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 4 βεβαίωση από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Τμήμα Εργασίας, σύμφωνα με την οποία από 18/11/2013 μέχρι 2/11/2015 και από 6/11/2015 μέχρι 6/2/2017 είναι άνεργος. Το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε στις 20/2/2014, στην παρουσία του Καθ΄ ου η Αίτηση ο οποίος εμφανίστηκε και συμφώνησε στην έκδοση του διατάγματος εναντίον του. Το διάταγμα εκδόθηκε καθ΄ ον χρόνο ο Καθ΄ ου ήταν άνεργος ως το Τεκμήριο 4, με τη σύμφωνη του γνώμη. Οι καθυστερημένες πληρωμές αφορούν Σεπτέμβριο 2014, μέχρι και Νοέμβριο 2014, καθ΄ ον χρόνο επίσης ήταν άνεργος. Ο Κατηγορούμενος δεν παρουσίασε ή ισχυρίστηκε έστω μεταβολή των οικονομικών του συνθηκών η οποία έλαβε χώρα μετά τις 20/2/2014 όταν εκδόθηκε το διάταγμα, η οποία να συνιστά υπεράσπιση για τη μη καταβολή των δόσεων Σεπτεμβρίου 2014, Οκτωβρίου 2014 και Νοεμβρίου
  2. Ό, τι ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος κατά το στάδιο που έδιδε μαρτυρία αλλά και με τις αγορεύσεις του, ήταν τη δεινή τραγική κατάστασή του σήμερα. Σημειώνω δε, ότι με τις αγορεύσεις του ο κος Μιχαήλ δεν αμφισβήτησε την άσχημη κατάσταση του Κατηγορουμένου σήμερα, αναφέροντας μάλιστα «μακάρι να μην ήταν έτσι». Για την άσχημη οικονομική του κατάσταση στο παρόν χρονικό διάστημα, από τη μαρτυρία που έχει δώσει ικανοποιούμαι και προχωρώ σε σχετικό εύρημα, ότι σήμερα η οικονομική κατάσταση του Κατηγορουμένου είναι δεινή με τον ίδιο, σήμερα να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Πλην όμως αυτό που εξετάζει το Δικαστήριο δεν είναι την οικονομική ικανότητα του Κατηγορουμένου σήμερα, αλλά αυτό που εξετάζει είναι την ικανότητά του το επίδικο χρονικό διάστημα. Όντας άνεργος ο Κατηγορούμενος το Φεβρουάριο 2014 αποδέχτηκε την έκδοση του διατάγματος Τεκμηρίου 2 και όντας άνεργος το Σεπτέμβριο/Οκτώβριο/Νοέμβριο 2014 δεν κατέβαλε τις καθυστερημένες δόσεις, χωρίς να παρουσιάσει στοιχεία που να τεκμηριώνουν μεταβολή των οικονομικών του συνθηκών κατά το διαρρεύσαν διάστημα, τέτοια, που να δικαιολογεί τη μη καταβολή και επομένως να τεκμηριώνει την υπεράσπιση του άρθρου 91Β
(3)(β) του Κεφ. 6. Επίσης το εν λόγω άρθρο, πέραν της απόδειξης της μεταβολής των οικονομικών συνθηκών, επιβάλει μια περαιτέρω υποχρέωση στον Κατηγορούμενο. Σε περίπτωση μεταβολής των οικονομικών του συνθηκών, οφείλει να ενημερώσει σχετικά τον εξ΄ αποφάσεως πιστωτή. Καμία τέτοια ενέργεια έχει γίνει από τον Κατηγορούμενο, ή εν πάση περιπτώσει δεν έχει προβάλει σχετικό ισχυρισμό. Επομένως, ο Κατηγορούμενος δεν κατάφερε να αποδείξει την υπεράσπιση του άρθρου 91Β
(3)
(1)του Κεφ. 6. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω και μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την εξαγωγή ευρημάτων, κρίνω ότι, η Κατηγορούσα Αρχή, έχει αποδείξει ότι ο Κατηγορούμενος το Σεπτέμβρη 2014, Οκτώβρη 2014 και Νοέμβρη 2014 παρέλειψε να καταβάλει στην Παραπονουμένη το ποσό της δόσης που αφορούσε τους πιο πάνω μήνες και το οποίο είχε διαταχθεί να καταβάλλει σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 20/2/2014 (Τεκμήριο 2), για λόγο άλλο από την προβλεπόμενη στο άρθρο 91Β
(3)(β) του Κεφ. 6 υπεράσπιση. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .................................. Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.