Δήμος Λευκωσίας ν. Παναγιώτης Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 3260/2016, 10/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3260/2016 Δήμος Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Παναγιώτης Γεωργίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 10 Απριλίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χρ. Κατσιαμπίρτας Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία για παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας κατά παράβαση των Κανονισμών 13(η) και 17 των περί τροχαίας Δημοτικών Κανονισμών Λευκωσίας 1965-1973 και των άρθρων 88
(1)(γ)
(2)
(3)
(4)
(5)του περί Δήμων Νόμου 111/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, «ο Κατηγορούμενος την 3.9.2015, μέσα στα δημοτικά όρια του Δήμου Λευκωσίας, ενώ είχε τον έλεγχο ή την ευθύνη του αυτοκινήτου αρ. CAD876 παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σήμα τροχαίας που τοποθετήθηκε από την αρμόδια αρχή, δηλαδή στάθμευσε το πιο πάνω αυτοκίνητο στην οδό Ρηγαίνης για 62 λεπτά αντί 30 λεπτά όπως καθορίζεται στο σχετικό σήμα τροχαίας. Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης ήταν σύντομη. Η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, τον κάλεσε σε απολογία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο κατηγορούμενος, ο οποίος εκπροσώπησε τον εαυτό του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Κάλεσε επίσης ένα μάρτυρα υπεράσπισης. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, κατάθεσε πρώτος ο Αβέρκιος Κυρίλλου (στο εξής «ΜΚ1»). Αυτός υπηρετεί ως τροχονόμος στον Δήμο Λευκωσίας. Στις 3.9.2015 βρισκόταν σε καθορισμένη υπηρεσία στην οδό Ρηγαίνης. Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, ότι η οδός Ρηγαίνης βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λευκωσίας. Κατά τον έλεγχο που διενήργησε ο ΜΚ1 διαπίστωσε ότι το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής CAD876 ήταν σταθμευμένο σε συγκεκριμένο σημείο της οδού Ρηγαίνης όπου υπήρχε θέση P.30, δηλαδή σημείο όπου επιτρέπεται η στάθμευση μόνο για 30 λεπτά. Το εν λόγω όχημα ήταν σταθμευμένο στο συγκεκριμένο σημείο από τις 9:24 μέχρι τις 10:25 της ίδιας ημέρας. Ο ΜΚ1 εξέδωσε εξώδικο πρόστιμο το οποίο τοποθέτησε στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου CAD
- Η αντεξέταση του ΜΚ1 εστιάστηκε στην υποβολή της θέσης ότι, ήταν υποχρέωση του ΜΚ1 να ενημερώσει τηλεφωνικώς τον ιδιοκτήτη του οχήματος ιδιαίτερα μάλιστα λόγω του γεγονότος ότι για το συγκεκριμένο όχημα υπήρχαν κι άλλες καταγγελίες. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι κατήγγειλε το συγκεκριμένο όχημα μόνο μία φορά. Αργότερα, έμαθε ότι το εν λόγω όχημα καταγγέλθηκε κι άλλες φορές από άλλους τροχονόμους. Ήταν κατηγορηματικός ότι σε καμία περίπτωση δεν στοχοποιήθηκε το όχημα του Κατηγορουμένου. Εξάλλου, όπως ανέφερε ο ΜΚ1, ο ίδιος δεν έχει πρόσβαση στα στοιχεία ιδιοκτήτη οχήματος. Δεύτερος μάρτυρας για την Κατηγορούσα αρχή κατέθεσε ο Μάριος Παρασκευά (στο εξής «ΜΚ2»). Αυτός εργάζεται στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών (Τ.Ο.Μ) από τον Ιανουάριο του
- Ως εκ της θέσης του, έχει πρόσβαση στο μηχανογραφημένο σύστημα που διατηρεί το Τ.Ο.Μ. Σε σχέση με το όχημα CAD876 ανέφερε ότι πρόκειται για όχημα μάρκας Peugeot το οποίο έχει εγγραφεί στην Κυπριακή Δημοκρατία την 18.2.
- Τελευταίος εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ήταν ο Παναγιώτης Γεωργίου ο οποίος φαίνεται ως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης από τις 27.8.2014 μέχρι και σήμερα. Είχε υποβληθεί αίτημα στις 23.6.2015 για ακινητοποίηση του εν λόγω οχήματος από την 1.7.2015 επ' αόριστον ή μέχρι την ανανέωση της άδειας κυκλοφορίας. Στις 3.9.2015 το όχημα ήταν ακινητοποιημένο και έπρεπε να βρίσκεται στην οδό Μυστρά 4 στον Στρόβολο, ήτοι την διεύθυνση που δηλώθηκε για την ακινητοποίηση. Το όχημα εξήλθε από καθεστώς ακινητοποίησης στις 25.9.
- Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, κατέθεσε στο Δικαστήριο ο Κατηγορούμενος. Αυτός ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο που αφορά η παρούσα υπόθεση, είχε πωλήσει το όχημα του σε κάποιον αλλοδαπό ο οποίος όπως φαίνεται ήταν και το άτομο που στάθμευσε παράνομα το συγκεκριμένο όχημα. Σε κάποιο χρονικό σημείο, επικοινώνησε μαζί του κάποιο άτομο από το Δημαρχείο Λευκωσίας και τότε επισκέφτηκε το Δημαρχείο όπου τους ενημέρωσε σχετικά με την πιο πάνω πώληση. Ο αγοραστής του αυτοκινήτου εγκατέλειψε το αυτοκίνητο χωρίς να πληρώσει τον Κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι η ιδιοκτησία του οχήματος δεν άλλαξε διότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε μεταβεί στο Τ.Ο.Μ για να δηλώσει την μεταβίβαση. Υποστήριξε ότι η νομοθεσία του παρέχει 30 ημέρες περιθώριο να προβεί στην εν λόγω δήλωση. Στην συνέχεια, η δήλωση αυτή δεν έγινε καθότι η πώληση ακυρώθηκε. Όπως ανέφερε, τον είχε ξεγελάσει ο αγοραστής ο οποίος δεν πλήρωσε ολόκληρο το ποσό της αγοράς. Του υποδείχθηκε ότι το αυτοκίνητο ήταν δηλωμένο ως ακινητοποιημένο κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι μόλις το όχημα επανήλθε στην κατοχή του εξέδωσε άδεια κυκλοφορίας. Σε καμία περίπτωση δεν είχε επιτρέψει στον αλλοδαπό αγοραστή να οδηγεί το συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Επανέλαβε ότι δεν οδηγούσε ο ίδιος το συγκεκριμένο αυτοκίνητο κάτι για το οποίο δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της Κατηγορούσας αρχής. Ως Μάρτυρας Υπεράσπισης (Μ.Υ.) κατέθεσε ο Κωνσταντίνος Αναξαγόρα. Αυτός ανέφερε ότι περί τον Απρίλιο του 2015 ενδιαφέρθηκε να αγοράσει το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής CAD
- Είχε μιλήσει σχετικά με τούτο με τον Κατηγορούμενο, πλην όμως δεν κατόρθωσε να μαζέψει τα αναγκαία χρήματα με αποτέλεσμα το εν λόγω όχημα να πωληθεί σε κάποιον αλλοδαπό από την Πολωνία επ' ονόματι Stanly. Το τελευταίο αυτό πρόσωπο, ήταν γείτονας του και μεταξύ του Ιουλίου και Σεπτεμβρίου του 2015τον είχε δει να έχει στην κατοχή του το εν λόγω όχημα. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν ήταν παρών κατά την σύναψη της σύμβασης του Κατηγορουμένου με τον Stanly ούτε γνωρίζει εάν το συγκεκριμένο όχημα πληρώθηκε ή όχι. Το είχε δει απλά στην κατοχή του Stanly και ενημερώθηκε αργότερα από τον Κατηγορούμενο ότι όντως πωλήθηκε σε εκείνο το πρόσωπο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Ο ΜΚ1 ήταν σαφής στις θέσεις του και απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας. Ήταν επίσης ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις του. Επιπρόσθετα, ο ΜΚ1 δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Ήταν σταθερός στις θέσεις του και επέμεινε σε αυτές μέχρι τέλους. Η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε ούτε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Η μαρτυρία του ΜΚ.2 μπορεί να χαρακτηριστεί και ως τυπική. Εν πάση περιπτώσει, απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα και δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Ήταν σταθερός στις θέσεις του και η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Ο Κατηγορούμενος ήταν επίσης σαφής και σταθερός στις θέσεις του. Η βασική του θέση, ότι δηλαδή πώλησε το όχημα σε κάποιο αλλοδαπό παρέμεινε ακλόνητη μέχρι το τέλος. Εξάλλου, ο Κατηγορούμενος δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της Κατηγορούσας αρχής στον ισχυρισμό ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν κάτοχος του επίδικου οχήματος κατά την χρονική στιγμή που κατηγορείται ότι το στάθμευσε κατά παράβαση σχετικού σήματος τροχαίας. Σύμφωνα με τη νομολογία, εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε. (βλ. A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89 και Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383). Τέλος η μαρτυρία του Μ.Υ. ενίσχυσε την θέση του κατηγορουμένου, ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος δεν ήταν κάτοχος του οχήματος κατά τον επίδικο χρόνο. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια από τον Μ.Υ να παραποιήσει τα γεγονότα ή να αποκρύψει την αλήθειας. Ο Μ.Υ. δεν απέφυγε να δηλώσει μη γνώστης γεγονότων για τα οποία δεν είχε την απαιτούμενη γνώση ή ενημέρωση. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας καταλήγω στα εξής ευρήματα: Στις 3.9.2015, μέσα στα δημοτικά όρια του Δήμου Λευκωσίας, το όχημα με αρ. εγγραφής CAD876 βρισκόταν σταθμευμένο για 62 λεπτά σε σημείο της οδού Ρηγαίνης όπου υπήρχε θέση στάθμευσης στην οποία επιτρέπεται η στάθμευση μόνο για 30 λεπτά. Εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου οχήματος κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος ήταν ο Κατηγορούμενος. Πλην όμως, ο Κατηγορούμενος δεν ήταν κάτοχος του συγκεκριμένου οχήματος καθώς προηγουμένως το είχε πωλήσει σε αλλοδαπό στον οποίο παρέδωσε την κατοχή του οχήματος μαζί με έγγραφο μεταβίβασης. Σε κάποιο χρονικό σημείο μετά την διάπραξη του αδικήματος, ο αλλοδαπός αγοραστής εγκατέλειψε το όχημα με αρ. εγγραφής CAD
- Η μεταβίβαση δεν είχε ολοκληρωθεί. Μετά την διάπραξη του αδικήματος και σε κάθε περίπτωση πριν τις 25.9.2015, ο Κατηγορούμενος ενημερώθηκε από το Δημαρχείο Λευκωσίας για το γεγονός ότι υπήρχαν καταγγελίες σε σχέση με τροχαίες παραβάσεις που αφορούσαν το όχημα CAD
- Δεν κατέβαλε το ποσό που αντιστοιχούσε στο εξώδικο που εκδόθηκε σε σχέση με το αδίκημα που αφορά η παρούσα υπόθεση και έτσι ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην προκειμένη περίπτωση ο Κατηγορούμενος, κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 13(η) των περί Τροχαίας Δημοτικών Κανονισμών Λευκωσίας το οποίο προνοεί τα εξής: «
- Any person driving or having the charge or control of a motor car.in any street shall .(h) comply with all traffic signs erected, exhibited, placed or painted in or near any street by the council; Το εδάφιο 3 του άρθρου 88 του περί Δήμων Νόμου του 1985 ν. 111/85 προνοεί ότι: «
(3)Οιovδήπoτε πρόσωπov παραβαίvov oιovδήπoτε δημoτικόv καvovισμόv εκδoθέvτα δυvάμει τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, είvαι έvoχov αδικήματoς και, εv περιπτώσει καταδίκης, υπόκειται εις φυλάκισιv μη υπερβαίvoυσαv τoυς εξ μήvας ή εις χρηματικήv πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τας ,450 ή εις αμφoτέρας τας πoιvάς ταύτας και τo εκδικάζov τηv υπόθεσιv δικαστήριov δύvαται vα διατάξη όπως η άδεια τoυ πρoσώπoυ τoυ καταδικασθέvτoς εv σχέσει πρoς όχημα συvδεόμεvov με τηv διάπραξιv τoυ αδικήματoς ακυρωθή ή αvασταλή διά τoιoύτo μέρoς της μη εκπvευσάσης περιόδoυ αυτής όπως τo δικαστήριov ήθελε θεωρήσει σκόπιμov.» Επίσης το εδάφιο 3 του άρθρου 140 του περί Δήμων Νόμου 111/85 προνοεί ότι:
(3)Οι περί Δήμων Κανονισμοί οι εκδοθέντες υπό του Υπουργικού Συμβουλίου και οι δημοτικοί κανονισμοί οι εκδοθέντες υπό συμβουλίου, δυνάμει των διατάξεων του καταργηθέντος Νόμου, μέχρις ότου τροποποιηθούν ή ανακληθούν υπό Κανονισμών η δημοτικών κανονισμών εκδοθησομένων δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, καθ' ο μέτρον ούτοι δεν αντίκειται προς τας διατάξεις του πάροντος Νόμου λογίζονται ως εκδοθέντες δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου. Συνεπώς, οι περί Τροχαίας Δημοτικοί Κανονισμοί του 1965 εξακολουθούν να ισχύουν και να τυγχάνουν εφαρμογής. Προκύπτει δε από το λεκτικό των πιο πάνω άρθρων του Νόμου και των Κανονισμών, ότι επιβάλλεται η απόδειξη της ύπαρξης σηματοδότησης που να υποδεικνύει, όσον αφορά το υπό εξέταση αδίκημα, ότι επιτρέπεται η στάθμευση μόνο για 30 λεπτά. Η διάπραξη του υπό εξέταση αδικήματος συνίσταται ακριβώς στη μη συμμόρφωση με την σηματοδότηση αυτή. Το άρθρο 88
(1)(β) του ν. 111/85 προνοεί τα εξής: 88.-
(1)Εvτός τωv δημoτικώv oρίωv oιoυδήπoτε δήμoυ, τo συμβoύλιov αυτoύ, τη συvαιvέσει τoυ Αρχηγoύ της Αστυvoμίας, κέκτηται εξoυσίαv, διά δημoτικώv καvovισμώv εκδιδoμέvωv τη εγκρίσει τoυ Υπoυργoύ, vα ρυθμίζη και ελέγχη τηv τρoχαίαv κίvησιv επί oιασδήπoτε oδoύ, ήτις εξoυσία περιλαμβάvει τηv εξoυσίαv- . . . (β) vα oρίζη oδoύς ή χώρoυς διά τηv στάθμευσιv oχημάτωv και vα πρovoή διά, και ρυθμίζη, τηv εγκατάστασιv μετρητώv σταθμεύσεως εις τoιαύτας oδoύς ή χώρoυς και vα πρovoή διά τηv πληρωμήv δικαιωμάτωv εv σχέσει πρoς τηv τoιαύτηv στάθμευσιv και vα εγκρίvη τov καθoρισμόv δικαιωμάτωv διά τηv στάθμευσιv oχημάτωv εις ιδιωτικoύς χώρoυς σταθμεύσεως και γεvικώς vα ρυθμίζη oιovδήπoτε θέμα εv σχέσει πρoς τoυς τoιoύτoυς χώρoυς. Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση την αξιόπιστη ενώπιον μου μαρτυρία, στο σημείο όπου ήταν σταθμευμένο το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής CAD876 ήτοι στο συγκεκριμένο σημείο της οδού Ρηγαίνης, υπήρχε θέση P.30 δηλαδή σημείο όπου επιτρέπεται η στάθμευση μόνο για 30 λεπτά. Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, ότι η οδός Ρηγαίνης βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λευκωσίας. Ο ΜΚ ανέφερε ρητά και δεν αντεξετάστηκε επί τούτου ότι το πιο πάνω όχημα ήταν σταθμευμένο στο εν λόγω σημείο από τις 9:24 μέχρι τις 10:25 της ίδιας ημέρας. Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ούτε την ύπαρξη ούτε και την νομιμότητα της πιο πάνω σήμανσης. Παρά το ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή ότι η εν λόγω θέση καθορίστηκε από την αρμόδια αρχή, θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση επενεργεί το τεκμήριο της κανονικότητας (omnia preasumuntur rite esse acta) έτσι ώστε το γεγονός ότι υπήρχε σήμανση που έδειχνε ότι επιτρέπεται η στάθμευση μόνο για 30 λεπτά να δημιουργεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι η εν λόγω σήμανση καθορίστηκε από αρμόδια αρχή, ήτοι στην προκειμένη περίπτωση το δημοτικό συμβούλιο (βλ. υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Δήμου Λάρνακας
(2001)2 ΑΑΔ 780). Παραπέμπω επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγγελέας ν. Ντίνου Φλωρίδη
(1999)2 Α.Α.Δ. 95 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το κατά πόσο τα σήματα τροχαίας τέθηκαν "υπό ή κατ' εντολήν της Αστυνομίας ή δημοτικού συμβουλίου ή οποιασδήποτε άλλης αρχής εμπεπιστευμένης τον έλεγχο ή την ρύθμισιν της τροχαίας" αποτελούσε εν προκειμένω θέμα πραγματικό που χρειαζόταν απόδειξη. Ωστόσο, ενόψει της φύσης της υπόθεσης αλλά και του στοιχείου για το οποίο γίνεται λόγος, όπως και της έλλειψης αμφισβήτησης, θα μπορούσε ενδεχομένως να συζητηθεί η επενέργεια του τεκμηρίου της κανονικότητας: omnia praesumuntur rite esse acta. Τα όρια του οποίου, σε ποινικές υποθέσεις, εξετάστηκαν επισταμένα πρώτα στη Scott v. Baker [1968] 2 All E.R. 993 - όπου εξηγήθηκε η κατάληξη στην Gibbins v. Skinner [1951] 2 K.B. 379 και Swift v. Barrett [1940] Times L.R. Vol. LVI 650 - και έπειτα στην Dillon v. R. [1982] 1 All E.R. 1017 (P.C.).» Η γραμμή υπεράσπισης που ακολουθήθηκε από τον Κατηγορούμενο ήταν ότι, αν και ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος, εντούτοις δεν το οδηγούσε ο ίδιος ούτε ήταν κάτοχος αυτού καθότι το είχε πουλήσει σε τρίτο πρόσωπο. Σε σχέση με το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή ο κ. Κατσιαμπίρτας παρέπεμψε στο Άρθρο 9 του περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νόμου Ν. 47(I)/1997 που προνοεί τα ακόλουθα: «9.-
(1)Σε περίπτωση που αστυνομικός εντοπίζει όχημα αναφορικά με το οποίο εύλογα πιστεύει ότι διαπράττεται ή έχει διαπραχθεί αδίκημα που εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, αυτός δύναται να ενεργήσει, σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, με τον ίδιο τρόπο όπως αν είχε εξεύρει το πρόσωπο το οποίο, με βάση το άρθρο 5
(1), εύλογα θα πίστευε ότι διέπραξε το αδίκημα και ακολούθως επικολλά στο όχημα την ειδοποίηση, η οποία θεωρείται ότι δόθηκε στο πρόσωπο που ενέχεται στο αδίκημα.
(2)Η εξουσία που, σύμφωνα με το εδάφιο
(1), χορηγείται σε αστυνομικό χορηγείται επίσης και στα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(2)του άρθρου 5, αλλά μόνο όσον αφορά αδικήματα σε σχέση με καθήκοντα τα οποία καθορίζονται με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, δυνάμει του περί Δήμων Νόμου, ως κατάλληλα να εκτελούνται από αυτά.
(3)Για τους σκοπούς του εδαφίου
(1), ο ιδιοκτήτης του οχήματος τεκμαίρεται ότι είναι το πρόσωπο που ενέχεται στο αδίκημα.» Σύμφωνα με το Άρθρο 3
(1)του ιδίου νόμου, αυτός εφαρμόζεται για αδικήματα που περιγράφονται στις στήλες των εκεί πινάκων, ανεξάρτητα αν τα αδικήματα αυτά απαντώνται και σε άλλους νόμους ή κανονισμούς. Τέτοιο αδίκημα είναι και το αδίκημα της Κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στην παρούσα (βλ. Πίνακα ΙΙ Α/Α 78). Ήταν η εισήγηση του συνηγόρου της Κατηγορούσας αρχής ότι το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου για να αποδείξει ότι αυτός δεν ενεχόταν στη διάπραξη του αδικήματος και ότι στην προκειμένη περίπτωση ο Κατηγορούμενος δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που πίπτει επί τους ώμους του. Απέτυχε δηλαδή να καταδείξει ότι δεν είχε τον έλεγχο ή την ευθύνη του μηχανοκινήτου οχήματος. Η πιο πάνω προσέγγιση, η οποία έχει ακολουθηθεί εξ όσων γνωρίζω, σε άλλες πρωτόδικες αποφάσεις όπως στην Δήμος Πάφου ν. Σάββας Σάββα Υπόθεση Αρ. 14239/2009 ημερ. 13.12.2010 και στην Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. John Michael Taylor, Αρ.Υπόθεσης: 16258/2013, ημερ. 12.3.2014, με όλο τον σεβασμό, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Το λεκτικό του άρθρου 9
(3)του Ν.47(I)/1997 παραπέμπει στις πρόνοιες του 1ου εδαφίου του ιδίου άρθρου το οποίο δίνει την δυνατότητα στους αστυνομικούς σε περίπτωση που δεν βρίσκουν κάποιο πρόσωπο στο σημείο όπου διαπράττεται το αδίκημα να ενεργήσουν με τον ίδιο τρόπο όπως αν είχαν εξεύρει το εν λόγω πρόσωπο και να επικολλήσουν την ειδοποίηση εξωδίκου στο όχημα. Εκ της συνδυασμένης ανάγνωσης των πιο πάνω εδαφίων του άρθρου 9, προκύπτει ότι ο νομοθέτης θέλησε να δημιουργήσει τεκμήριο ότι από την στιγμή που ο αστυνομικός ή τροχονόμος, ανάλογα με την περίπτωση, επικολλά την ειδοποίηση επιβολής εξωδίκου προστίμου επί του οχήματος, τότε υπάρχει τεκμήριο ότι η ειδοποίηση επιδόθηκε στον ιδιοκτήτη του οχήματος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5
(1)του ιδίου νόμου. Ο τελευταίος έχει δικαίωμα με βάση τις εν λόγω διατάξεις να καταβάλει το σχετικό πρόστιμο και να αποφύγει έτσι ενδεχόμενη ποινική δίωξη. Δεν δημιουργείται όμως τεκμήριο ενοχής του το οποίο πρέπει να ανατρέψει ο ίδιος. Τίθενται απλά σε εφαρμογή οι πρόνοιες του άρθρου 5
(1)του Ν.47(I)/1997 το οποίο έχει ως ακολούθως: «5.-
(1)Αν αστυνομικός θεωρεί ότι πρόσωπο διαπράττει ή έχει διαπράξει αδίκημα που εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, δύναται να επιδώσει μέσα σε χρονικό διάστημα σαράντα πέντε ημερών από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος στο πρόσωπο αυτό γραπτή ειδοποίηση, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, προσφέροντας με τον τρόπο αυτό στο εν λόγω πρόσωπο την ευκαιρία να απαλλαχθεί από οποιαδήποτε ενοχή για το πιο πάνω αδίκημα, αφού πληρώσει το εξώδικο πρόστιμο. Καμιά δίωξη δεν ασκείται, αν το εξώδικο πρόστιμο καταβληθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, πριν από την πάροδο τριάντα ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της ειδοποίησης.» Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Βραχίμης Λάρης ν. Αστυνομίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 527: «Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Νόμου 47(Ι)/97 δεν ασκείται δίωξη εναντίον του προσώπου στο οποίο επιδόθηκε ειδοποίηση, δυνάμει του πιο πάνω άρθρου 5
(1), αν δεν παρέλθουν τριάντα ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης της. Σε περίπτωση "που το πρόσωπο στο οποίο έχει επιδοθεί η ειδοποίηση δεν πληρώσει το εξώδικο πρόστιμο που αναφέρεται σε αυτή μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την ημερομηνία της έκδοσης της, το εξώδικο πρόστιμο αυξάνεται με την προσθήκη σε αυτό ποσού ίσου με το μισό του εν λόγω ποσού" (Βλ. άρ. 6
(2)του Νόμου). Όπως ρητά προβλέπεται από το πιο πάνω άρθρο 5
(1)σκοπός της εξώδικης ρύθμισης είναι να προσφέρει σε ένα αδικοπραγούντα την ευκαιρία να απαλλαχθεί από οποιαδήποτε ενοχή για το αδίκημα αφού πληρώσει το εξώδικο πρόστιμο.» Με τον τρόπο που ο νομοθέτης διατύπωσε την πρόνοια του άρθρου 9 του ν. 47(Ι)/97 θέλησε να προσδώσει πρακτικότητα στην εφαρμογή του εν λόγω νόμου. Θέλησε να δώσει την ευκαιρία στον ιδιοκτήτη οχήματος, ο οποίος λαμβάνει γνώση της ειδοποίησης που επικολλήθηκε επί του οχήματος του, να καταβάλει το πρόστιμο και να απαλλαγεί οποιασδήποτε ποινικής δίωξης. Πλην όμως, αν ο εν λόγω ιδιοκτήτης επιλέξει να μην πληρώσει το εν λόγω πρόστιμο ή ακόμα περισσότερο στην περίπτωση που δεν περιέλθει καν στην γνώση του η ύπαρξη της ειδοποίησης εξωδίκου δεν σημαίνει ότι είναι και το πρόσωπο που πρέπει να διωχθεί ποινικά, πόσο μάλλον ότι είναι το πρόσωπο που ενέχεται στην διάπραξη του αδικήματος. Από την στιγμή που ο ιδιοκτήτης για οποιοδήποτε λόγο δεν καταβάλει το σχετικό πρόστιμο και η υπόθεση οδηγηθεί στο Δικαστήριο τότε το εν λόγω πρόσωπο απολαμβάνει όλα τα δικαιώματα που απολαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο στο οποίο επιδόθηκε ειδοποίηση που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 5
(1)του Ν.47(I)/1997. Διαφορετική προσέγγιση θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα και είναι νομολογημένο ότι πρέπει να αποφεύγεται ερμηνεία νομοθεσίας κατά τέτοιο τρόπο. (βλ. Δημοκρατία v. Αντωνίου
(1993)3 Α.Α.Δ. 325). Το πιο κάτω παράδειγμα είναι διαφωτιστικό: Αν κάποιος αστυνομικός δει κάποιο πρόσωπο να οδηγά και να σταθμεύει ένα όχημα κατά παράβαση σήματος τροχαίας τότε έχει εξουσία να εκδώσει και επιδώσει προσωπικά σε αυτόν την ειδοποίηση εξωδίκου που προβλέπεται στο άρθρο 5
(1)του Ν.47(I)/1997. Το πρόσωπο που παραλαμβάνει την εν λόγω ειδοποίηση έχει δικαίωμα να μην καταβάλει το αντίτιμο και να επιλέξει να υποστηρίξει την αθωότητα του στο Δικαστήριο. Αν τώρα το πρόσωπο αυτό δεν είναι ιδιοκτήτης του οχήματος, τότε το βάρος απόδειξης βρίσκεται εξ ολοκλήρου στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Στον μη ιδιοκτήτη, εφαρμόζεται με άλλα λόγια η αρχή ότι η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων. (βλ. Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Αν όμως το πρόσωπο του παραδείγματος, τυγχάνει να είναι και ο ιδιοκτήτης του οχήματος, τότε με βάση την ερμηνεία που εισηγείται ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, το βάρος απόδειξης θα αντιστρεφόταν και το πρόσωπο αυτό θα ήταν υπόχρεο να αποδείξει την αθωότητα του. Τούτη η διαφορετική δικονομική μεταχείριση ιδιοκτητών οχημάτων και απλών οδηγών ή κατόχων οχημάτων δεν δικαιολογείται. Εν όψει των πιο πάνω, δεν αποδέχομαι την ερμηνεία που οδηγεί σε δημιουργία τεκμηρίου ενοχής έναντι των ιδιοκτητών. Συν τοις άλλοις, τούτο θα ήταν αντίθετο προς το τεκμήριο αθωότητας. Η κατηγορούσα αρχή εξακολουθεί να βαρύνεται με την απόδειξη όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ των ανωτέρω και στην βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος στάθμευσε το αυτοκίνητο του στην οδό Ρηγαίνης για 62 λεπτά αντί 30 λεπτά ως το σχετικό σήμα τροχαίας. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, αναφέρω ότι, έστω κι αν αποδεχόμουν την ύπαρξη τεκμηρίου ενοχής, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος, στην βάση της ενώπιον μου μαρτυρίας, θα το είχε ανατρέψει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Κατά συνέπεια, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής