← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Γεωργία Αντρέου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8708/15, 25/4/2017

Δημοκρατία ν. Γεωργία Αντρέου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8708/15, 25/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8708/15 Δημοκρατία v.

  1. Γεωργία Αντρέου
  2. Χριστάκης Κατσελλής
  3. Λευτέρης Χατζηχρυσάνθου
  4. Νίκος Ταπανίδης
  5. Πολύδωρος Πολυδώρου
  6. Χαράλαμπος Λιονταρής
  7. Ανδρέας Χατζηλοϊζου
  8. Χριστίνα Πετρή
  9. Χριστάκης Τομάζου
  10. Narinder Singh
  11. Mahendra Kumar Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 25 Απριλίου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τη Δημοκρατία: κα Κ. Κυθραιώτου για Γενικόν Εισαγγελέα Για τους Κατηγορούμενους 1 και 5: κ. Χ. Πουργουρίδης Για τους Κατηγορούμενους 3 και 4: κ. Ρ. Μαππουρίδης με την κα Χαραλάμπους Για τον Κατηγορούμενο 7: κ. M. Μενελάου Για τον Κατηγορούμενο 10: κ. Μ. Γεωργίου Για τον Κατηγορούμενο 11: κ. Κ. Ευσταθίου Κατηγορούμενοι 1, 3-5, 7, 10 και 11 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Εκ πρώτης Όψεως) Όπως τελικά διαμορφώθηκε το κατηγορητήριο, στην υπό εκδίκαση υπόθεση οι Κατηγορούμενοι 1, 3, 4, 5, 7, 10 και 11 αντιμετωπίζουν αριθμό κατηγοριών που αφορούν στα ακόλουθα αδικήματα: Κατηγορούμενη 1 à 67 κατηγορίες Πλαστογραφίας Εγγράφου κατά παράβαση των αρ. 331, 333(α), 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (Κατηγορίες 1, 3, 4, 5, 6, 9, 10, 11, 12, 13, 18, 19, 20, 21, 26, 27, 28, 29, 30, 33, 34, 35, 38, 39, 40, 41, 44, 45, 46, 47, 48, 51, 52, 53, 54, 55, 58, 59, 60, 61, 62, 65, 66, 67, 68, 69, 72, 73, 74, 77, 78, 79, 82, 83, 84, 85, 86, 92, 93, 94, 95, 135, 136, 137, 138, 139 και 140). à 9 κατηγορίες Συνομωσίας προς Καταδολίευση κατά παράβαση του αρ. 302 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 2, 89, 165, 166, 167, 168, 169, 170 και 171). à 14 κατηγορίες Κυκλοφορίας Πλαστού Εγγράφου κατά παράβαση των αρ. 331, 333(α), 335, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 7, 14, 22, 31, 36, 42, 49, 56, 63, 70, 75, 80, 87 και 96). à 14 κατηγορίες Εξασφάλισης Άδειας Εισόδου Αλλοδαπού στη Δημοκρατία δια Ψευδών Παραστάσεων κατά παράβαση των αρ. 305 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 8, 15, 23, 32, 37, 43, 50, 57, 64, 71, 76, 81, 88 και 97). à 2 κατηγορίες Συνομωσίας προς Διάπραξη Κακουργήματος κατά παράβαση των αρ. 371 και 335 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 16 και 90). à 2 κατηγορίες Συνομωσίας προς Διάπραξη Πλημμελήματος κατά παράβαση των αρ. 372 και 305 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 17 και 91). à 10 κατηγορίες Εμπορίας Ενήλικου Προσώπου κατά παράβαση των αρ. 2, 4, 5(δ) του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Ν. 87(Ι)/2007 και του αρ. 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 98, 99, 100, 101, 103, 104, 157, 162, 164 και 174). à 6 κατηγορίες Λαθρεμπορίου Μετανάστη κατά παράβαση του αρ. 8 του περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων (Κυρωτικού) Ν.11(ΙΙΙ)/2003 και των αρ. 3 και 6

(1)του Πρωτοκόλλου κατά του Λαθρεμπορίου Μεταναστών δια Ξηράς, Θαλάσσης και Αέρος το οποίο συμπληρώνει την πιο πάνω Σύμβαση και του αρ. 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 156, 159, 160, 161, 163 και 173). à 1 κατηγορία Εκμετάλλευσης στην Εργασία κατά παράβαση των αρ. 2, 4 και 8(β)(ε) του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Ν.87(Ι)/2007 και του αρ. 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 142) à 1 κατηγορία Παράνομης Λειτουργίας Ιδιωτικού Γραφείου Εξεύρεσης Εργασίας κατά παράβαση των αρ. 2 και 29(α) του περί Ιδιωτικών Γραφείων Εξεύρεσης Εργασίας Ν.126(Ι)/2012 (κατηγορία 134). Κατηγορούμενος 3 à 9 κατηγορίες Πλαστογραφίας Εγγράφου κατά παράβαση των αρ. 331, 333(α), 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 59, 61, 62, 66, 68, 69, 83, 85 και 86). à 3 κατηγορίες Συνομωσίας προς Καταδολίευση κατά παράβαση του αρ. 302 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 167, 168 και 169). à 5 κατηγορίες Κυκλοφορίας Πλαστού Εγγράφου κατά παράβαση των αρ. 331, 333(α), 335, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 7, 14, 63, 70, και 87). à 5 κατηγορίες Εξασφάλισης Άδειας Εισόδου Αλλοδαπού στη Δημοκρατία δια Ψευδών Παραστάσεων κατά παράβαση των αρ. 305 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 8, 15, 64, 71 και 88). Κατηγορούμενος 4 à 9 κατηγορίες Πλαστογραφίας Εγγράφου κατά παράβαση των αρ. 331, 333(α), 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 1, 9, 26, 38, 44, 51, 58, 65 και 82). à 1 κατηγορία Συνομωσίας προς Καταδολίευση κατά παράβαση του αρ. 302 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 2). à 10 κατηγορίες Κυκλοφορίας Πλαστού Εγγράφου κατά παράβαση των αρ. 331, 333(α), 335, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 7, 14, 31, 36, 42, 49, 56, 63, 70 και 87). à 10 κατηγορίες Εξασφάλισης Άδειας Εισόδου Αλλοδαπού στη Δημοκρατία δια Ψευδών Παραστάσεων κατά παράβαση των αρ. 305 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 8, 15, 32, 37, 43, 50, 57, 64, 71 και 88). Κατηγορούμενος 5 à 7 κατηγορίες Πλαστογραφίας Εγγράφου κατά παράβαση των αρ. 331, 333(α), 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 6, 11, 28, 40, 53, 60 και 84). à 7 κατηγορίες Κυκλοφορίας Πλαστού Εγγράφου κατά παράβαση των αρ. 331, 333(α), 335, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 7, 14, 31, 42, 56, 63 και 87). à 7 κατηγορίες Εξασφάλισης Άδειας Εισόδου Αλλοδαπού στη Δημοκρατία δια Ψευδών Παραστάσεων κατά παράβαση των αρ. 305 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 8, 15, 32, 43, 57, 64 και 88). Κατηγορούμενος 7 à 2 κατηγορίες Πλαστογραφίας Εγγράφου κατά παράβαση των αρ. 331, 333(α), 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 18 και 94). Κατηγορούμενος 10 à 1 κατηγορία Εμπορίας Ενήλικου Προσώπου κατά παράβαση των αρ. 2, 4, 5(δ) του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Ν. 87(Ι)/2007 και του αρ. 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 104). à 1 κατηγορία Λαθρεμπορίου Μετανάστη κατά παράβαση του αρ.8 του περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων (Κυρωτικού) Νόμου του 2003 Ν.11(ΙΙΙ)/2003 και των αρ. 3 και 6
(1)του Πρωτοκόλλου κατά του Λαθρεμπορίου Μεταναστών δια Ξηράς, Θαλάσσης και Αέρος το οποίο συμπληρώνει τη πιο πάνω Σύμβαση και του αρ. 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 160). à 1 κατηγορία Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομη Δραστηριότητα κατά παράβαση των αρ. 2, 3, 4
(1)(α)(iii), 5 και 7 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Ν.188
(1)/2007 (κατηγορία 133). Κατηγορούμενος 11 à 5 κατηγορίες Εμπορίας Ενήλικου Προσώπου κατά παράβαση των αρ. 2, 4, 5(δ) του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Ν. 87(Ι)/2007 και του αρ. 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 98, 99, 100, 101 και 174). à 3 κατηγορίες Λαθρεμπορίου Μετανάστη κατά παράβαση του αρ.8 του περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων (Κυρωτικού) Νόμου του 2003 Ν.11(ΙΙΙ)/2003 και των αρ. 3 και 6
(1)του Πρωτοκόλλου κατά του Λαθρεμπορίου Μεταναστών δια Ξηράς, Θαλάσσης και Αέρος το οποίο συμπληρώνει τη πιο πάνω Σύμβαση και του αρ. 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 158, 161 και 173). à 1 κατηγορία Εκμετάλλευσης στην Εργασία κατά παράβαση των αρ. 2, 4 και 8(β)(ε) του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Ν.87(Ι)/2007 και του αρ. 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 143) Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά 34 μάρτυρες, ενώ σε διάφορα στάδια της διαδικασίας δηλώθηκαν και παραδεκτά γεγονότα. Τα όσα οι μάρτυρες αυτοί ανέφεραν καταγράφονται αυτολεξεί στα πρακτικά. Για σκοπούς της παρούσας Απόφασης κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε μία συνοπτική αναφορά στο περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας. Εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο θα γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένα μέρη αυτής. Η Μ.Κ.1 Λοχίας 3373 Ανδριανή Λουκά κατέθεσε στο Δικαστήριο τα τεκμήρια της υπό εκδίκαση υπόθεσης όπως τα παρέλαβε από τη Λοχία 1458 Κατερίνη Χείλη. Ο Μ.Κ.2 Ravinder Singh Aujla κατάγεται από την Ινδία και μετά από παραστάσεις που του έγιναν από άτομα εκεί τα οποία ήσαν συγγενείς του Gurinder Singh (ο οποίος εφεξής θα αναφέρεται ως Gurinder A), αποφάσισε να έρθει στην Κύπρο να εργαστεί. Κατέβαλε ποσό ύψους €9.500 περίπου για διευθέτηση της μετάβασης του και της εξεύρεσης εργασίας στην Κύπρο. Την 27.10.13 ταξίδεψε για Κύπρο μαζί με τον Μ.Κ.7, και τον μετέφεραν σε ένα διαμέρισμα στην οδό Φανερωμένης. Στο διαμέρισμα αυτό ήρθε να μείνει ακόμη ένας αλλοδαπός με το όνομα Gurinder Singh Μ.Κ.6 (στον οποίο οι παραπονούμενοι αναφέρονταν ως «Gurinder New» και άρα εφεξής θα αναφέρεται «Gurinder N»). Εκεί ο Gurinder Singh (Α) τους σύστησε κάποιο άτομο με το όνομα Dhillon σε σχέση με τον οποίο τους είπε ότι ήταν το αφεντικό του. Λόγω του ότι παρήλθαν αρκετές μέρες και δεν τους είχαν βρει εργασία, την 22.11.13 οι Μ.Κ.2, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7 μετέβησαν στην Κίνηση για Ισότητα Στήριξη, Αντιρατσισμό (εφεξής «ΚΙΣΑ») όπου και υπέβαλαν παράπονο, και ο Μ.Κ.17 τηλεφώνησε στον εργοδότη που αναγράφετο επί της άδειας εισόδου του Μ.Κ.2, τον Χρίστο Δημητρίου Μ.Κ.11 αλλά αυτός δεν ήρθε να τους παραλάβει παρά το ότι είπε ότι θα το πράξει. Την επόμενη μέρα ο Gurinder (A) τους ανέφερε ότι η κα Γεωργία ήταν πολύ θυμωμένη που είχαν τηλεφωνήσει στον Μ.Κ.
  1. Την 25.11.13 ο Gurinder (A) ενημέρωσε τον Μ.Κ.2 ότι του είχαν βρει δουλειά σε μία φάρμα στην Πάφο, όπου και τον έστειλε. Ο Μ.Κ.2 περιέγραψε τις κακές συνθήκες που επικρατούσαν τόσο στην εργασία του όσο και στον χώρο όπου έπρεπε να διαμένει. Για αυτές παραπονέθηκε τόσο στον Gurinder όσο και στον Dhillon. Αφού επέστρεψε στη Λευκωσία, την 28.11.13 ο Μ.Κ.2 ξαναπήγε στον ΚΙΣΑ και ενημερώθηκε και η Αστυνομία. Την 2.4.13 στο Τμήμα Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας αναγνώρισε το πρόσωπο που αποκαλούσε Dhillon και η Αστυνομία του είπε ότι το όνομα αυτού είναι Mahendra Kumar. Ο Μ.Κ.3 Χαράλαμπος Λιονταρή (πρώην Κ.6) ανέφερε ότι είναι εγγονός της Αλίκης Χαραλάμπους. Είπε ότι κατά τον Ιούνιο 2014 γνώρισε την Κ.1 στο περίπτερο του Κ.2 και αυτή του ζήτησε να της φέρει την ταυτότητα της γιαγιάς του και σε αντάλλαγμα θα του έδιδε €100, πράγμα που ο Μ.Κ.3 αποδέχτηκε. Έδωσε όντως την ταυτότητα της Αλίκης Χαραλάμπους στην Κ.1 και υπέγραψε σε διάφορα σημεία αιτήσεων που του υπέδειξε η Κ.
  2. Ήταν η θέση του ότι το ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε ο Κ.7 Ερυθρό 2 του Τεκμηρίου 67 δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Ο Μ.Κ.4 Mandeep Singh κατάγεται από την Ινδία και μέσω κάποιων ατόμων εκεί πείστηκε να έρθει στην Κύπρο για να δουλέψει σε μία φάρμα. Κατέβαλε για τη διευθέτηση της μεταφοράς του στην Κ.Δ και την εξεύρεση εργασίας ποσό περίπου €9.023 και ταξίδεψε για Κύπρο την 27.7.
  3. Στο αεροδρόμιο της Λάρνακας τον παρέλαβε ο Κ.10 στον οποίο και έδωσε ποσό €2.000 που του είχε δώσει το άτομο με το οποίο συνομιλούσε στην Ινδία για να παραδώσει στον Κ.
  4. Ο Μ.Κ.4 έφτασε στη Λευκωσία με ταξί αλλά πέρασαν κάποιες μέρες και δεν τον ενημέρωσε κάποιος για δουλειά, γι' αυτό επικοινώνησε με τον Κ.10, ο οποίος του είπε ότι δεν ήταν υπεύθυνος για το θέμα αυτό. Τον Αύγουστο 2014 υπέβαλε παράπονο στον ΚΙΣΑ. Ο Μ.Κ.5 Gurjeet Singh κατάγεται επίσης από την Ινδία, όπου κάποια γνωστή του του ανέφερε τον Φεβρουάριο 2013 ότι είχε ακούσει για κάποιο Dhillon πράκτορα στην Κύπρο ο οποίος θα μπορούσε να βοηθήσει τον Μ.Κ.5 και την αδελφή του να βρουν δουλειά. Ο πατέρας του Μ.Κ.5 επικοινώνησε με τον Dhillon (τον οποίο ο Μ.Κ.5 αναγνώρισε την 2.4.15 στο Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων ως τον Κ.11) και αυτός τους είπε ότι θα έπρεπε να καταβάλουν ποσό 230.000 ρουπιών για την αδελφή του Μ.Κ.5, πράγμα που έκαναν, και ότι θα μπορούσε να διευθετήσει και βίζα για τον Μ.Κ.5 με την καταβολή επιπλέον ποσού 475.000 ρουπιών, πράγμα το οποίο επίσης δέχτηκαν. Με τη βίζα της αδελφής του υπήρξαν διάφορα προβλήματα. Ο Μ.Κ.5 έφτασε Κύπρο την 11.7.13 αλλά ο Κ.11 στα τηλεφωνήματα που του έκανε του έλεγε απλώς να περιμένει, ενώ ισχυρίστηκε ότι ο Κ.11 τον είχε ξεγελάσει λέγοντας του ότι η βίζα του θα ήταν ανοιχτή για να εργαστεί όπου ήθελε. Την 8.8.13 μετέβη με τον Κ.11 και μία κυρία στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (εφεξής «ΤΑΠΜ») αλλά μετά και πάλι δεν του βρήκε δουλειά ο Κ.
  5. Τα τέλη Σεπτεμβρίου 2013 ο Μ.Κ.5 κάλεσε τον τηλεφωνικό αριθμό του εργοδότη που αναφέρετο επί της βίζας του και έμαθε ότι αυτός είχε αποβιώσει. Παρά το ότι ζητούσε από τον Κ.11 να του βρει δουλειά αυτός του έλεγε ότι δεν είναι υπεύθυνος να το πράξει. Τον Κ.11 άκουσε μία φορά να αναφέρει το όνομα «Γεωργία». Ο Μ.Κ.6 Gurinder Singh (N) κατάγεται από την Ινδία όπου η μητέρα του Gurinder Singh (A) είπε στην οικογένεια του Μ.Κ.6 ότι θα μπορούσε να διευθετήσει δουλειά για αυτόν στην Κύπρο, αλλά θα έπρεπε να καταβάλουν ποσό το οποίο τελικά ανήλθε σε €9.500 περίπου. Την 30.10.13 ο Μ.Κ.6 έφτασε στην Κύπρο και οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.7 τον πήραν σε ένα διαμέρισμα στην οδό Φανερωμένης 65 στη Λευκωσία. Έδωσε ποσό €250 στον Gurinder Singh (A) αλλά οι μέρες περνούσαν και δεν τους είχαν βρει δουλειά. Την 10.11.13 ο Gurinder Singh (A) ειδοποίησε τον Μ.Κ.6 ότι θα τον έστελναν για εκπαίδευση στο Ακάκι όπου θα τον μετέφερε η κα Γεωργία η οποία ήταν το μεγαλύτερο αφεντικό. Όντως η κα Γεωργία τον πήρε με το αυτοκίνητο της σε ένα σπίτι στο Ακάκι όπου έπρεπε να φροντίζει ένα ηλικιωμένο κύριο. Εκεί έμεινε 2 μέρες αλλά την 11.11.13 η μία από τις κυρίες του είπε ότι δεν τον χρειάζονταν και επέστρεψε στην Λευκωσία. Την 22.11.13 πήγε με τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.7 στο ΚΙΣΑ και υπέβαλαν παράπονο, αλλά την επομένη ο Gurinder Singh (A) τους θύμωσε λέγοντας τους ότι η κα Γεωργία είναι πολύ θυμωμένη. Την 6.12.13 ο Gurinder Singh (A) του είπε ότι τους είχαν πάρει τα χρήματα τους και δεν υπήρχε τίποτε που να μπορούσαν να κάνουν γι' αυτό, αλλά αν ήθελαν μπορούσαν να φέρουν και αυτοί άτομα από την Ινδία. Ο Μ.Κ.7 Mandeep Singh Gill κατάγεται επίσης από την Ινδία και εκεί ο αδελφός του Gurinder Singh (A) του είπε ότι ο τελευταίος είναι πράκτορας στην Κύπρο και θα μπορούσε να βοηθήσει τον Μ.Κ.7 να πάρει βίζα. Μίλησε με τον Gurinder Singh (A) ο οποίος ζήτησε ποσό 775.000 ρουπίων, εκ των οποίων 375.000 καταβλήθηκαν σε κάποιο συγγενή του Dhillon αναφορικά με τον οποίο είχαν πει στον Μ.Κ.7 ότι ήταν το αφεντικό του Gurinder Singh (A). O M.K.7 ήρθε Κύπρο μαζί με τον Μ.Κ.2 την 27.10.13 και τους μετέφεραν σε ένα διαμέρισμα στην οδό Φανερωμένης. Εκεί γνώρισε και τον Dhillon. Την 5.11.13 τον έστειλαν σε μία δουλειά στο Ακάκι για εκπαίδευση να φροντίζει ένα ηλικιωμένο αλλά όταν την 8.11.13 είπε στις θυγατέρες αυτού ότι επιθυμούσε να εργαστεί σε φάρμα, του κατέβαλαν €60 και τον έστειλαν πίσω Λευκωσία. Την 22.11.13 μαζί με τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.6 πήγαν στο ΚΙΣΑ και υπέβαλαν παράπονο. Ο Μ.Κ.8 Χρίστος Τομάζου (πρώην Κ.9) ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κοινοτάρχης του Παλιομετόχου και ανέφερε ότι το 2011 η Κ.1 του ζήτησε να συνεργαστούν για την πιστοποίηση εγγράφων που χρειαζόταν για τη μεταφορά εργατών από το εξωτερικό. Κατά διαστήματα έγγραφα για πιστοποίηση του έφερνε ο Κ.5 και κάποια υπάλληλος της Κ.1 Χρυστάλλα. Για τον Μ.Κ.11 η Κ.1 του είχε πει ότι τις αιτήσεις συμπλήρωνε και υπέγραφε η ίδια. Η Μ.Κ.9 Μαρία Βρυωνίου ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τα άτομα με τα ονόματα Gurinder Singh, Raj Kumar και Bara Singh, ουδέποτε υπέγραψε η ίδια κάποιο χαρτί που να αφορά αυτά τα άτομα και ουδέποτε επισκέφτηκε τον ιατρό Κ.4 ή υπέφερε από αυτά που αναφέρονται στα ιατρικά πιστοποιητικά που συνέταξε ο Κ.
  6. Η Μαρία Σολωμού, σύζυγος του Κ.2, της είχε ζητήσει σε κάποιο στάδιο την ταυτότητα της, την οποία και η Μ.Κ.9 της έδωσε. Στην Μ.Κ.9 υπεδείχθη αριθμός εγγράφων τα οποία και είπε ότι δεν υπέγραψε η ίδια. Η Μ.Κ.10 Χριστίνα Πετρή (πρώην Κ.8) είναι πιστοποιών υπάλληλος και κατά το 2013 της τηλεφώνησε η Κ.1 και της είπε ότι θα έστελνε τον σύζυγο της για πιστοποιήσεις υπογραφών ηλικιωμένων ανθρώπων οι οποίοι δεν ήταν εφικτό να πηγαίνουν οι ίδιοι. Ο Κ.5 όντως ήρθε 2 - 3 φορές με έγγραφα για πιστοποίηση τα οποία η Μ.Κ.10 πιστοποίησε στην απουσία των ατόμων που είχαν υπογράψει. Ο Μ.Κ.11 Χρίστος Δημητρίου εργάζεται ως γεωργός και κάποια Γεωργία του έφερνε αλλοδαπούς εργάτες να τον βοηθούν με το κοπάδι του. Η ίδια πλήρωνε όλα τα έξοδα. Αναφορικά με τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.7 είπε ότι ουδέποτε ήρθαν να εργαστούν κοντά του. Ο ίδιος δεν πήγε ποτέ στο ΤΑΠΜ ούτε συμπλήρωσε ή υπέγραψε οποιοδήποτε έντυπο. Η Μ.Κ.12 Γεωργία Λιασίδου ανέφερε ότι η Μ.Κ.10 της είχε συστήσει την Κ.1 για να της φέρει οικιακή βοηθό και περιέγραψε τις συναντήσεις που είχε με την Κ.1 για το θέμα αυτό, η οποία μάλιστα της είπε ότι μπορούσε να της διευθετήσει και ιατρική βεβαίωση από γιατρό στον Άγιο Δομέτιο. Ο Μ.Κ.13 Νίκος Σωκράτους είναι Ασφαλιστικός Λειτουργός και εκτελεί χρέη Προϊστάμενου του Κλάδου Επιθεωρήσεων στο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η Κ.1 ουδέποτε είχε άδεια για λειτουργία Ιδιωτικού Γραφείου Εξευρέσεων Εργασίας. Ο Μ.Κ.13 επίσης ανέφερε στο Δικαστήριο με ποιο τρόπο και από ποια άτομα είχαν ληφθεί έγγραφα από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ο Μ.Κ.14 Γιώργος Γεωργίου ανέφερε ότι γνώρισε την Κ.1 στο περίπτερο του Κ.2, η οποία κατά το 2013 τον ρωτούσε κατά πόσο έχει κάποια γιαγιά που να θέλει βοηθό και του ζητούσε την ταυτότητα της, ενώ προσπαθούσε να τον πείσει να υπογράψει έγγραφα, πράγμα που αυτός αρνήθηκε. Ουδέποτε έδωσε στην Κ.1 την άδεια του να χρησιμοποιήσει τα στοιχεία του για οτιδήποτε. Η Μ.Κ.15 Χρύσω Κυπριανού διαμένει στο Ακάκι και με την αδελφή της είχαν ζητήσει από την Κ.1 να τους φέρει κάποιο άτομο να τις βοηθά με τον πατέρα τους. Στο σπίτι τους ήρθε πρώτα ο Μ.Κ.7 αλλά μετά από 2 - 3 μέρες ζήτησε να φύγει. Την επόμενη μέρα ήρθε άλλος Ινδός ο οποίος έμεινε μόνο μία νύχτα. Η Κ.1 επίσης αρχές του 2015 τους έφερε την Μ.Κ.18, την οποία η Κ.1 πήρε αλλού την επομένη, αλλά την ξαναέφερε μετά από λίγες μέρες. Η Μ.Κ.15 είπε πως δεν συμπλήρωσε η ίδια τα έντυπα για τη Μ.Κ.
  7. Η Μ.Κ.16 Στέλλα Χρυσάνθου ανέφερε ότι της είχαν συστήσει την Κ.1 ότι φέρνει κοπέλες από την Ινδία και δεν παίρνει χρήματα για να εργοδοτήσει αλλοδαπό για την μητέρα της. Η Κ.1 της εισηγήθηκε να παίρνει εκ μέρους της αιτήσεις στο ΤΑΠΜ και η Κ.1 θα της έδινε €50 για κάθε αίτηση, πράγμα που η Μ.Κ.16 έκανε περίπου 5 φορές. Ο Μ.Κ.17 Δώρος Πολυκάρπου είπε ότι είναι Εκτελεστικός Διευθυντής της ΚΙΣΑ και έκανε αναφορά στις επισκέψεις των Μ.Κ.2, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7 στα γραφεία τους όπου ζήτησαν βοήθεια. Η Μ.Κ.18 Jasanpreet Kaur κατάγεται από την Ινδία και αποφάσισε να έρθει Κύπρο να εργαστεί. Στην Κύπρο έφτασε στις 5.2.15 και την παρέλαβε κάποιος Davinder ενώ εργοδότης της ήταν η Κυπρούλα Κυπριανού από το Ακάκι στο σπίτι της οποίας και την μετέφερε η Κ.
  8. Την επόμενη μέρα η Κ.1 την πήρε σε ένα εργοστάσιο της οικογένειας της, και πήγε και μία μέρα στο σπίτι της Κ.1 να εργαστεί, εργασία για την οποία δεν πληρώθηκε. Ο Μ.Κ.19 Γιάννης Κοφτερός εργάζεται στην ΜΤΝ Cyprus Ltd και επεξήγησε τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα που είχε παραδώσει μετά από σχετικό διάταγμα Δικαστηρίου. Ο Μ.Κ.20 Αστ. 1131 Άγγελος Κωνσταντίνου έλαβε μέρος στις ανακρίσεις και επεξήγησε στο Δικαστήριο τις ενέργειες στις οποίες προέβη. Η Μ.Κ.21 Έλλη Παύλου εργάζεται στον Τομέα Γενικής Απασχόλησης στα Θέματα Οικιακών Βοηθών, Εργατών και Καλλιτεχνίδων στην Υπηρεσία Αλλοδαπών στο ΤΑΠΜ και επεξήγησε τα κριτήρια που ισχύουν για εργοδότηση αλλοδαπού. Επεξήγησε επίσης τα έντυπα που πρέπει να υποβληθούν στο Τμήμα της για εργοδότηση αλλοδαπού, τόσο πριν την 29.9.14 όσο και μετά που αυτά αλλάξαν. Ο Μ.Κ.22 Χρίστος Κατσελλής (πρώην Κ.2) είναι παντρεμένος με τη Μαρία Σολωμού, η πεθερά του είναι η Άννα Σολωμού και η γιαγιά της συζύγου του η Μελού Ασπρή. Είναι ιδιοκτήτης περιπτέρου. Γνώρισε την Κ.1 όταν ήθελε να εργοδοτήσει αλλοδαπό, η οποία του είπε ότι είναι πράκτορας και φέρνει αλλοδαπούς στην Κύπρο χωρίς χρέωση και ζήτησε την ταυτότητα της πεθεράς του. Αργότερα της έδωσε επίσης την ταυτότητα της Μελούς Ασπρή. Σε κάποιο στάδιο η Κ.1 του είπε ότι κάθε φορά που θα της έβρισκε ταυτότητα θα του έδινε €
  9. Αυτός της πήρε και την ταυτότητα της θείας της συζύγου του Μ.Κ.
  10. Ο Μ.Κ.22 ανέφερε ότι πολλές φορές συμπλήρωνε και υπέγραφε έγγραφα και έγραφε χειρόγραφες βεβαιώσεις καθ' υπόδειξη της Κ.1 σε ονόματα άλλων προσώπων, κάποια εκ των οποίων εγγράφων αναγνώρισε στο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε επίσης και σε επίσκεψη που έκανε στο γραφείο γιατρού στον Αγ. Δομέτιο για να παραλάβει βεβαίωση κατόπιν οδηγιών της Κ.1, τον οποίο αναγνώρισε ως τον Κ.
  11. Όπως είπε, η Κ.1 συνεργάζεται με κάποιο Dhillon ο οποίος την αποκαλούσε «μαστόρισσα». Αναφορά έκανε επίσης σε προσπάθειες της Κ.1 να τον πείσει να μην δώσει μαρτυρία και στην ένταξη του στο Πρόγραμμα Προστασίας Μαρτύρων μετά από επεισόδιο στις φυλακές. Η Μ.Κ.23 Νεκταρία Λουκά είπε ότι από τον Οκτώβριο 2014 εργάζετο κάποιες ώρες ως υπάλληλος στο περίπτερο του Μ.Κ.22 όπου ερχόταν κάποιος αλλοδαπός και ζητούσε την Κ.
  12. Η Κ.1 επίσης ερχόταν και στάθμευε έξω από το περίπτερο και αλλοδαποί επιβιβάζονταν στο αυτοκίνητο της. Η Κ.1 ζήτησε από την Μ.Κ.23 να της δώσει ταυτότητα της γιαγιάς της. Η Μ.Κ.24 Κατερίνα Χείλη υπηρετεί στο Γ.Κ.Ε.Π. στο Αρχηγείο Αστυνομίας και έκανε αναφορά στις επισκέψεις που έγιναν στον Μ.Κ.22 στις Κεντρικές Φυλακές μαζί με την κα Κυθραιώτου. Μετά που ο Μ.Κ.22 τους είχε αναφέρει για ένα επεισόδιο ετοιμάστηκε επιστολή προς τον Γενικό Εισαγγελέα και ο Μ.Κ.22 μεταφέρθηκε στο Πρόγραμμα Προστασίας Μαρτύρων. Η Μ.Κ. 25 Anu Bala κατάγεται από την Ινδία και κατά το 2015 έψαχνε δουλειά στο εξωτερικό. Μέσω μίας θείας της επικοινώνησε με τον Dhillon ο οποίος διευθέτησε τη βίζα της. Έφτασε Κύπρο στις 20.12.14 και ο Dhillon (τον οποίο αναγνώρισε ως Κ.11) την περίμενε στο αεροδρόμιο και μετά τη μετέφερε στο σπίτι του όπου της είπε να αναμένει και θα έρθει η Γεωργία να την πάρει για εκπαίδευση η οποία και ήταν «η βασική πράκτορας». Η Γεωργία ήρθε και την μετέφερε σε ένα εργοστάσιο στο Παλιομέτοχο και στις 21.12.14 τη μετέφερε στο σπίτι της εργοδότριας της Έλενας Παγδατή όπου εργάστηκε. Ο Μ.Κ.26 Αστ. 3831 Γεώργιος Θωμά υπηρετεί στο Γ.Κ.Ε.Π. και επεξήγησε στο Δικαστήριο τις ενέργειες στις οποίες προέβη σε σχέση με την υπό εκδίκαση υπόθεση. Ο Μ.Κ.27 Αστ. 530 Διονύσης Διονυσίου υπηρετεί στο Γ.Κ.Ε.Π. και ήταν εκ των ανακριτών της υπόθεσης. Επεξήγησε και αυτός τις ενέργειες στις οποίες προέβη σε σχέση με τη διερεύνηση της υπόθεσης ενώ έκανε και αναφορά στην επίσκεψη του στις Κεντρικές Φυλακές την 27.5.16 για να συναντηθούν με τον Μ.Κ.22 ο οποίος τους είπε ότι δέχεται απειλές. Ο Μ.Κ.28 Λοχίας 837 Γιώργος Χρυσάνθου υπηρετεί στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών (ΥΠ.ΕΓ.Ε) και είναι ο υπεύθυνος του Εργαστηρίου Γραφολογίας της Αστυνομίας. Προέβη σε γραφολογική εξέταση αριθμού εγγράφων και ετοίμασε Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης, Έγγραφο 37, την οποία και επεξήγησε στο Δικαστήριο. Η Μ.Κ.29 Αστ. 3664 Γεωργία Νεοκλέους υπηρετεί στο Γ.Κ.Ε.Π. και επεξήγησε τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τη διερεύνηση της υπό εκδίκαση υπόθεσης. Ο Μ.Κ.30 Λοχίας 388 Δημήτρης Δημητρίου υπηρετεί στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (Υ.Α.Μ.) και εξήγησε τη διαδικασία άφιξης αλλοδαπού στο αεροδρόμιο και την διαδικασία υποβολής παραπόνου από εργοδότη. Ο Μ.Κ.31 Γιώργος Κλεάνθους εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και από το 2012 μέχρι το 2015 ήταν διευθυντής του υποκαταστήματος αυτής στο Παλιομέτοχο. Έκανε αναφορά σε εγγυητικές επιστολές τα χρήματα για τις οποίες έβαλε η Κ.1 και κατέθεσε τα τραπεζικά δεδομένα της Κ.1 Η Μ.Κ.32 Αστ. 1912 Μελίνα Ξενή υπηρετεί στο Γ.Κ.Ε.Π. και ήταν μία από τους εξεταστές της υπόθεσης. Επεξήγησε τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τη διερεύνηση. Ο Μ.Κ.33 Mandeep Sharma κατάγεται από την Ινδία και ήρθε Κύπρο στις 27.3.14 για να εργαστεί. Ουδέποτε εργάστηκε στον εργοδότη που αναγράφετο επί της άδειας εισόδου του. Υποδείχθηκαν σε αυτόν τα έγγραφα του φακέλου Τεκμηρίου 20 αλλά ανέφερε ότι δεν τα υπέγραψε ο ίδιος. Ο Μ.Κ.34 Πόλυς Προκοπίου προσφέρθηκε για αντεξέταση μετά από αίτημα του συνηγόρου των Κ.3 και Κ.4 και είπε ότι εργάζεται στην Altius Insurance όπου ήταν ασφαλιστής και ο Κ.
  13. Εξήγησε τη διαδικασία για έκδοση ασφάλειας υγείας αλλοδαπού και ασφάλειας εργοδότη και τη διαδικασία για ακύρωση τέτοιων και επιστροφή ποσού. Ο Μ.Κ.35 Jaspreet Singh είναι διερμηνέας και βοήθησε στη λήψη καταθέσεων από τους Μ.Κ.2, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.
  14. Υποδείχθηκαν σε αυτόν λάθη και παραλείψεις που υπήρχαν στις καταθέσεις και έδωσε εξηγήσεις. Εισηγήσεις στο Εκ Πρώτης Όψεως Στάδιο Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή οι Κ.1, 3, 4, 5, 7 και 10 μέσω των συνηγόρων τους εισηγήθηκαν ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για αριθμό κατηγοριών τις οποίες έκαστος συγκεκριμενοποίησε. Αντίθετη ήταν η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για την Κατηγορούσα Αρχή η οποία (μετά την καταχώρηση αναστολής ποινικής δίωξης για αριθμό κατηγοριών) επίσης προέβη σε εμπεριστατωμένη αγόρευση προς υποστήριξη της θέσης της. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί απαραίτητο. Εκ πρώτης όψεως υπόθεση Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο κατ' αρχάς να θέσουμε συνοπτικά το νομικό πλαίσιο που διέπει το ζήτημα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχοντας παράλληλα κατά νουν και τις εισηγήσεις που προωθήθηκαν. Εν πρώτοις να υπενθυμίσουμε ότι «το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της..... Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό....»[1] Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστόδουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά η απόφαση του περιορίζεται σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης που πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962 (Practice Note
(1962)1 All ER 448), δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Όπως αναφέρεται στην Πρακτική του 1962, εισήγηση .ότι .δεν υπάρχει. υπόθεση. εναντίον του κατηγορουμένου (για να απολογηθεί) δύναται να γίνει αποδεκτή- (α) όταν δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει ένα βασικό συστατικό στο κατ΄ ισχυρισμό αδίκημα, (β) όταν η προαχθείσα μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδειχθεί τόσο αναξιόπιστη ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης, ή είναι τόσο πρόδηλα αστήρικτη, που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ΄ αυτή και να εκδώσει καταδικαστική απόφαση.»[2] Στην υπόθεση R. v. Galbraith
(1981)1 W.L.R. 1039,[3] - η οποία μέχρι σήμερα αποτελεί την προεξάρχουσα αυθεντία στην Αγγλία επί αυτού του ζητήματος - το Αγγλικό Εφετείο αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Επισημαίνουμε ότι το σκεπτικό της Galbraith υιοθετήθηκε από την Ολομέλεια στην υπόθεση Azinas and Another v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9 αλλά και σε άλλες Κυπριακές αποφάσεις που ακολούθησαν. Στην υπόθεση R. v. Hipson
(1969)Crim. L.R. 85 αναφέρεται ότι ο Δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή.[4] Μελέτη του Κατηγορητηρίου καταδεικνύει ότι προωθούνται ουσιαστικά 10 είδη κατηγοριών, ήτοι: à κατηγορίες Πλαστογραφίας Εγγράφου κατά παράβαση των αρ. 331, 333(α), 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα à κατηγορίες Κυκλοφορίας Πλαστού Εγγράφου κατά παράβαση των αρ. 331, 333(α), 335, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα à κατηγορίες Συνομωσίας προς Καταδολίευση κατά παράβαση του αρ. 302 του Ποινικού Κώδικα à κατηγορίες Εξασφάλισης Άδειας Εισόδου Αλλοδαπού στη Δημοκρατία δια Ψευδών Παραστάσεων κατά παράβαση των αρ. 305 και 20 του Ποινικού Κώδικα à κατηγορίες Συνομωσίας προς Διάπραξη Κακουργήματος κατά παράβαση των αρ. 371 και 335 του Ποινικού Κώδικα à κατηγορίες Συνομωσίας προς Διάπραξης Πλημμελήματος κατά παράβαση των αρ. 372 και 305 του Ποινικού Κώδικα à κατηγορίες Εμπορίας Ενήλικου Προσώπου κατά παράβαση των αρ. 2, 4, 5(δ) του Ν. 87(Ι)/2007 και του αρ. 20 του Ποινικού Κώδικα à κατηγορίες Λαθρεμπορίου Μετανάστη κατά παράβαση του αρ.8 του Ν.11(ΙΙΙ)/2003 και των αρ. 3 και 6
(1)του Πρωτοκόλλου κατά του Λαθρεμπορίου Μεταναστών δια Ξηράς, Θαλάσσης και Αέρος το οποίο συμπληρώνει τη πιο πάνω Σύμβαση και του αρ. 20 του Ποινικού Κώδικα à κατηγορίες Εκμετάλλευσης στην Εργασία κατά παράβαση των αρ. 2, 4 και 8(β)(ε) του Ν.87(Ι)/2007 και του αρ. 20 του Ποινικού Κώδικα à κατηγορίες Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομη Δραστηριότητα κατά παράβαση των αρ. 2, 3, 4
(1)(α)(iii), 5 και 7 του Ν.188
(1)/2007 à κατηγορία Παράνομης Λειτουργίας Ιδιωτικού Γραφείου Εξεύρεσης Εργασίας κατά παράβαση των αρ. 2 και 29(α) του Ν.126(Ι)/
  1. Κατ' επέκταση κρίνουμε χρήσιμο να εξεταστούν οι προσαχθείσες κατηγορίες ανά ομάδα. Κατηγορίες Εμπορίας Ενηλίκου Προσώπου Στην παρούσα υπόθεση υπάρχουν συνολικά 10 Κατηγορίες Εμπορίας. Η Κ.1 αντιμετωπίζει και τις 10 αυτές κατηγορίες, ο Κ.10 μόνο μία και ο Κ.11 πέντε εξ΄αυτών. Παρατίθενται πιο κάτω αναλυτικά οι εν λόγω Κατηγορίες, οι Κατηγορούμενοι και οι Μάρτυρες Κατηγορίας τους οποίους αυτές αφορούν. 10 ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ: 98 : Κατηγορούμενοι 1 και 11, GURJEET SINGH (M.K.5) 99: Κατηγορούμενοι 1 και 11, MANDEEP SINGH GILL (M.K.7) 100: Κατηγορούμενοι 1 και 11, RAVINDER SINGH AUJLA (M.K.2) 101: Κατηγορούμενοι 1 και 11, GURINDER SINGH (M.K.6) 103: Κατηγορούμενη 1, JASANPREET KAUR (M.K.18) 104: Κατηγορούμενοι 1 και 10, MANDEEP SINGH (M.K.4) 157: Κατηγορούμενη 1, GURINDER SINGH ( M.K.6) 162: Κατηγορούμενη 1, MANDEEP SINGH GILL (M.K.7) 164: Κατηγορούμενη 1, JASANPREET KAUR (M.K.18) 174: Κατηγορούμενοι 1 και 11, ANU BALA (M.K.25) Ανάλογα με τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων όπως αυτός καθορίζεται στις λεπτομέρειες κατηγοριών οι εν λόγω Κατηγορίες βασίζονται: £ (Ι) είτε στον περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Ν.87(I)/2007, £ (ΙΙ) είτε στον περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Ν.60(Ι)/2014 Συγκεκριμένα οι κατηγορίες 98, 99, 100, 101, 157 & 162 βασίζονται στον Νόμο 87(Ι)/2007, ενώ οι Κατηγορίες 103, 104, 164 & 174 βασίζονται στον Νόμο 60(Ι)/
  2. Οι πιο πάνω Κατηγορίες αφορούν τόσο σε διεθνική εμπορία (transnational), δηλαδή εμπορία από μία χώρα στην άλλη - στην προκειμένη περίπτωση από Ινδία στην Κύπρο - όσο και εθνική εμπορία (national), δηλαδή εντός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Eιδικότερα οι Κατηγορίες 98-101 αφορούν στη στρατολόγηση και μεταφορά (και παραλαβή όσον αφορά την Κατηγορία 104) των Ινδών μαρτύρων κατηγορίας στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ενώ οι Κατηγορίες 157, 162, 164 & 174 αφορούν στην παραλαβή και μεταφορά (μόνο μεταφορά στην περίπτωση της Κατηγορίας 162) των Ινδών μαρτύρων Κατηγορίας εντός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όπως διαλαμβάνεται ρητά στη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πάταξη της Εμπορίας Ανθρώπων του 2005 ημερ. 16/5/05[5] (Council of Europe Convention on Action against Trafficking in Human Beings), στην οποία βασίστηκε μεταξύ άλλων και η δική μας νομοθεσία, αυτή εφαρμόζεται σε κάθε μορφή εμπορίας προσώπων είτε εθνική, είτε διεθνική. Σχετικό είναι το Άρθρο 2 που έχει ως εξής: "Article 2 - Scope This Convention shall apply to all forms of trafficking in human beings, whether national or transnational, whether or not connected with organised crime." Παρομοίως στην Επεξηγηματική Έκθεση της Σύμβασης (Explanatory Report) στην παράγραφο 80 διευκρινίζονται τα ακόλουθα σε σχέση με τον όρο μεταφορά: "As regards "transportation", it should be noted that, under the Convention, transport need not be across a border to be a constituent of trafficking in human beings. Similarly Article 2, on the Convention's scope, states that the Convention applies equally to transnational and national trafficking. Nor does the Convention require, in cases of transnational trafficking, that the victim has entered illegally or be illegally present on national territory. Trafficking in human beings can be involved even where a border is crossed legally and presence on national territory is lawful." Οι Κατηγορίες 98, 99, 100, 101 αφορούν το αδίκημα της εμπορίας κατά παράβαση του Άρθρου 5(δ) του Ν.87(Ι)/07 ενώ οι Κατηγορίες 157 και 162 το αδίκημα κατά παράβαση του Άρθρου 5(ε) του Ν.87(Ι)/
  3. Όσον αφορά τις Κατηγορίες 103 και 104 αυτές αφορούν το αδίκημα κατά παράβαση του Άρθρου 6(δ) του Ν. 60(Ι)/2014 ενώ οι Κατηγορίες 164 & 174 αφορούν στο αδίκημα κατά παράβαση του Άρθρου 6(ε) του Ν. 60(Ι)/
  4. Παρά την ύπαρξη μικρών διαφορών ανάμεσα στα αντίστοιχα αδικήματα που προβλέπονται τόσο στον Ν.87(Ι)/07 όσο και στον Ν. 60(Ι)/2014 στα επίδικα δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά. Βασικά το Άρθρο 5(δ) του Ν.87(Ι)/07 αντιστοιχεί με το Άρθρο 6(δ) του Ν. 60(Ι)/2014 ενώ το Άρθρο 5(ε) του Ν.87(Ι)/07 αντιστοιχεί με το Άρθρο 6(ε) του Ν. 60(Ι)/
  5. Συγκεκριμένα με βάση τον Ν.87(Ι)/07 το αδίκημα κατά παράβαση των Άρθρων 5(δ) και 5 (ε) έχει ως εξής:
  6. Όποιος στρατολογεί, μεταφέρει, μεταβιβάζει, υποθάλπτει ή παραλαμβάνει πρόσωπο, ανταλλάσσει ή μεταβιβάζει τον έλεγχο επί του προσώπου αυτού, με σκοπό την εκμετάλλευση του, μέσω- (α) ....... (β)........ (γ) ........ (δ) δόλου ή απάτης, (ε) κατάχρησης εξουσίας ή μιας ευπαθούς θέσης τέτοιας φύσεως ώστε το εν λόγω πρόσωπο να μην έχει άλλη αποδεκτή δυνατότητα παρά να υποταχθεί στην κατάχρηση, (στ)....... είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα πέντε έτη. Με βάση τον Ν.60(Ι)/2014 το αδίκημα κατά παράβαση των Άρθρων 6(δ) και 6(ε) έχει ως εξής:
  7. Όποιος στρατολογεί, προσλαμβάνει, μεταφέρει, διακινεί, μεταβιβάζει, υποθάλπτει ή παραλαμβάνει ενήλικο πρόσωπο, στεγάζει ή υποδέχεται, ανταλλάσσει ή μεταβιβάζει τον έλεγχο ή και την εξουσία επί του προσώπου αυτού, με σκοπό την εκμετάλλευση του, μέσω: (α) ........ (β) ....... (γ) ......... (δ) δόλου ή απάτης, ή παραπλάνησης, ή/και (ε) κατάχρησης εξουσίας ή μιας ευπαθούς θέσης, τέτοιας φύσεως ώστε το εν λόγω πρόσωπο να μην έχει άλλη αποδεκτή δυνατότητα παρά να υποταχθεί στην κατάχρηση, ή/ και (στ) ........ (ζ) ......... (η) ......., είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη. Σημαντικοί όροι κάτω και από τους δύο αυτούς Νόμους είναι η «εκμετάλλευση» και η «εμπορία προσώπων». Όπως προκύπτει στον νέο Νόμο εντός του όρου «εκμετάλλευση» περιλαμβάνονται περαιτέρω είδη εκμετάλλευσης. Με βάση τον Ν.87(Ι)/07 οι σχετικοί όροι είχαν ως ακολούθως: «εκμετάλλευση» περιλαμβάνει την εκμετάλλευση της εργασίας ή των υπηρεσιών προσώπου, συμπεριλαμβανομένης της καταναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας ή υπηρεσιών, της δουλείας ή παρόμοιας πρακτικής ή της υποτέλειας, την αφαίρεση ή εμπορία ή διακίνηση ανθρωπίνων οργάνων, την εκπόρνευση ή άλλης μορφής σεξουαλική εκμετάλλευση, περιλαμβανομένης της πορνογραφίας, και σε περίπτωση παιδιών, περιλαμβάνει επίσης τις χειρότερες μορφές εργασίας των παιδιών κατά την έννοια του περί της Σύμβασης για την Απαγόρευση των Χειρότερων Μορφών Εργασίας των Παιδιών και την Άμεση Δράση με Σκοπό την Εξάλειψή τους (Κυρωτικού) Νόμου του 2000∙ «εμπορία προσώπων» σημαίνει τη στρατολόγηση, μεταφορά, μεταβίβαση, υπόθαλψη ή παραλαβή προσώπου, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής ή μεταβίβασης του ελέγχου επί του προσώπου, μέσω απειλών ή χρήσης βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού, απαγωγής, δόλου, εξαπάτησης, κατάχρησης εξουσίας ή εκμετάλλευσης της ευάλωτης θέσης του ή παροχής ή λήψης πληρωμών ή ωφελημάτων για εξασφάλιση της συγκατάθεσης του προσώπου που ασκεί έλεγχο επί άλλου προσώπου με σκοπό την εκμετάλλευση αυτού. Ενώ με βάση τον νέο νόμο Ν. 60(Ι)/2014 οι εν λόγω όροι έχουν διαμορφωθεί ως ακολούθως: «εκμετάλλευση» περιλαμβάνει, την εκμετάλλευση της εκπόρνευσης άλλων ή άλλες μορφές σεξουαλικής εκμετάλλευσης περιλαμβανομένης της πορνογραφίας, την εκμετάλλευση της εργασίας ή των υπηρεσιών άλλων συμπεριλαμβανομένης της καταναγκαστικής εργασίας ή υπηρεσιών, της επαιτείας, της καταναγκαστικής πλανοδιοπώλησης και σε περίπτωση παιδιών, περιλαμβάνει επίσης τις χειρότερες μορφές εργασίας των παιδιών κατά την έννοια του περί της Σύμβασης για την Απαγόρευση των Χειρότερων Μορφών Εργασίας των Παιδιών και την 4 Άμεση Δράση με Σκοπό την Εξάλειψή τους (Κυρωτικού) Νόμου του 2000, τη δουλεία ή άλλες πρακτικές παρεμφερείς προς τη δουλεία, την οικιακή δουλεία, την εκμετάλλευση εγκληματικών δραστηριοτήτων, την εκμετάλλευση προσώπου για πραγματοποίηση υιοθεσίας και την εκμετάλλευση προσώπου για αφαίρεση, αγοραπωλησία και διακίνηση ανθρωπίνων οργάνων ή άλλων βιολογικών ουσιών, ιστών ή εμβρύων. «εμπορία προσώπων» σημαίνει τη στρατολόγηση, πρόσληψη, μεταφορά, διακίνηση, υπόθαλψη ή παραλαβή ή στέγαση ή υποδοχή προσώπων, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής ή μεταβίβασης του ελέγχου ή/και της εξουσίας επί των προσώπων αυτών, μέσω απειλών ή χρήσης βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού, απαγωγής, δόλου, εξαπάτησης, παραπλάνησης, κατάχρησης εξουσίας ή ευάλωτης θέσης ή προσφοράς ή παροχής ή λήψης πληρωμών ή ωφελημάτων ή απολαβών για εξασφάλιση της συγκατάθεσης προσώπου κατέχοντος εξουσίας επί ενός άλλου, με σκοπό την εκμετάλλευση αυτού∙ ο όρος 5 «εμπορεύομαι πρόσωπο» τυγχάνει αντίστοιχης ερμηνείας· Όπως αναφέρθηκε στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ-Ε. v. Ismail κ.ά., Πολ. Εφέσεις 228/15 κ.ά. ημερ. 17.10.16 με αναφορά στο σχετικό Πρωτόκολλο του United Nations Office on Drugs and Crime (Issue Paper: Abuse of a position of Vulnerability and other "means" within the definition of trafficking in persons) και στον ορισμό της εμπορίας προσώπων στο Άρθρο 3 (α) του Πρωτοκόλλου[6], υπάρχουν τρία συστατικά στοιχεία στην εμπορία προσώπων ως ακολούθως: i. η πράξη που ανάγεται στην στρατολόγηση, μεταφορά, παραλαβή προσώπων και άλλα, ii. στα μέσα δηλαδή πώς επιτυγχάνεται η πράξη με τη χρήση ή απειλή χρήσης βίας, εξαναγκασμού, δόλου, απάτης περιλαμβανομένων και της καταβολής πληρωμών ή ωφελημάτων στο πρόσωπο που έχει τον έλεγχο του θύματος και τέλος, iii. τον σκοπό που περιλαμβάνει την εκμετάλλευση πορνών, τη σεξουαλική εκμετάλλευση κλπ. Όπως έχει επισημανθεί στη νομική πτυχή της Απόφασης μειοψηφίας που εκδόθηκε στο πλαίσιο της πιο πάνω υπόθεσης από τον Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τ. Οικονόμου η «πράξη» και τα «μέσα πραγμάτωσης» της συναποτελούν τις δύο πτυχές της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της εμπορίας προσώπων (actus reus), ενώ ο επιδιωκόμενος σκοπός συνιστά την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος (mens rea) η οποία αναφερόμενη σε ειδικό σκοπό το καθιστά αδίκημα ειδικής προθέσεως (specific intent). Η πρόθεση βεβαίως συνάγεται πάντοτε από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Παρομοίως στην Επεξηγηματική Έκθεση που συνοδεύει τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πάταξη της Εμπορίας Ανθρώπων του 2005 (Explanatory Report to the Council of Europe Convention on Action against Trafficking in Human Beings) η οποία δίδει χρήσιμη καθοδήγηση για την ερμηνεία βασικών άρθρων της Σύμβασης και κατ΄ επέκταση της δικής μας Νομοθεσίας, καταγράφονται τα εξής αναφορικά με τον ορισμό της φράσης «εμπορία προσώπων»: "
  8. In the definition, trafficking in human beings consists in a combination of three basic components, each to be found in a list given in the definition: - the action of: "recruitment, transportation, transfer, harbouring or receipt of persons"; - by means of: "the threat or use of force or other forms of coercion, of abduction, of fraud, of deception, of the abuse of power or of a position of vulnerability or of the giving or receiving of payments or benefits to achieve the consent of a person having control over another person"; - for the purpose of exploitation, which includes "at a minimum, the exploitation of the prostitution of others or other forms of sexual exploitation, forced labour or services, slavery or practices similar to slavery, servitude or the removal of organs"". Στρατολόγηση-Μεταφορά-Παραλαβή Όσον αφορά την ερμηνεία των όρων «στρατολογεί» και «στρατολόγηση» θα πρέπει κατ΄ αρχάς να γίνει αναφορά στη γραμματική ερμηνεία τους. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Lion Auto Parts Ltd v. Γεωργίου, Ποιν. Εφ. 207/12, ημερ. 24.6.14 (απόφαση πλειοψηφίας) αυτό που επιβάλλουν οι κανόνες ερμηνείας είναι την απόδοση σε κάθε πρόνοια πρωτίστως της γραμματικής της έννοιας. Το ρήμα «στρατολογώ» από πλευράς κυριολεκτικής γραμματικής ερμηνείας σημαίνει την κατάταξη νεοσυλλέκτων στο στρατό και μεταφορικά τη συγκέντρωση ή προσέλκυση συνεργατών για ορισμένο σκοπό[7]. Την ίδια έννοια έχει και ο αντίστοιχος αγγλικός όρος "recruit"[8]. Βασικά ο όρος «στρατολόγηση» έχει την έννοια της κατάταξης ή καλύτερα της ένταξης στο δυναμικό μιας ομάδας. Στο πλαίσιο στο οποίο εξετάζουμε ο όρος αυτός σημαίνει την πρόσληψη ατόμου με σκοπό την παράνομη εκμετάλλευση του. Κατάχρηση Ευπαθούς Θέσης Στο Εγχειρίδιο 'Abuse of a position of vulnerability and other "means" within the definition of trafficking in persons' του γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODC) το οποίο εκδόθηκε το 2013 στις σελίδες 13-14 αναφέρονται τα εξής αναφορικά με τον όρο 'ευπαθής θέση': «. In the context of trafficking, "vulnerability" is typically used to refer to those inherent, environmental or contextual factors that increase the susceptibility of an individual or group to being trafficked. These factors are generally agreed to include human rights violations such as poverty, inequality, discrimination and gender‐based violence - all of which contribute to creating economic deprivation and social conditions that limit individual choice and make it easier for traffickers and exploiters to operate. More specific factors that are commonly cited as relevant to individual vulnerability to trafficking (and occasionally extrapolated as potential indicators of trafficking), include gender, membership of a minority group, and lack of legal status. Children have been identified as inherently vulnerable to trafficking, with factors such as being unaccompanied when travelling or lacking birth registration being seen as additional factors of vulnerability. It is further agreed that factors shaping vulnerability to trafficking tend to impact differently and disproportionately on groups that already lack power and status in society, including women, children, migrants, refugees and the internally displaced. Such conclusions have been generally borne out in studies of trafficking patterns and victim profiles. However, vulnerability to trafficking is certainly not fixed, predetermined or even fully "known". A multitude of factors operate to shape the context within which trafficking takes place and the capacity of the individual to respond. A genuine understanding of vulnerability will thereby almost always require situation‐specific analysis. A definition of vulnerability that captures many of these points was provided in the outcome document of a judicial summit dealing with access to justice that was held in Brazil in 2008: Vulnerable people are defined as those who, due to reasons of age, gender, physical or mental state, or due to social, economic, ethnic and/or cultural circumstances, find it especially difficult to fully exercise their rights before the justice system as recognised to them by law. The following may constitute causes of vulnerability: age, disability, belonging to indigenous communities or minorities, victimisation, migration and internal displacement, poverty, gender and deprivation of liberty. The specific definition of vulnerable people in each country will depend on their specific characteristics, and even on their level of social or economic development». Σε ό,τι αφορά τον ορισμό της φράσης «κατάχρηση ευπαθούς θέσης» χρήσιμη θεωρούμε την ακόλουθη επεξήγηση που δίνεται στην Επεξηγηματική Έκθεση (Explanatory Report) που συνοδεύει την Σύμβαση του 2005 η οποία έχει ως εξής: «
  9. By abuse of a position of vulnerability is meant abuse of any situation in which the person involved has no real and acceptable alternative to submitting to the abuse. The vulnerability may be of any kind, whether physical, psychological, emotional, family-related, social or economic. The situation might, for example, involve insecurity or illegality of the victim's administrative status, economic dependence or fragile health. In short, the situation can be any state of hardship in which a human being is impelled to accept being exploited. Persons abusing such a situation flagrantly infringe human rights and violate human dignity and integrity, which no one can validly renounce.» Περαιτέρω ιδιαίτερα χρήσιμη είναι η αναφορά που γίνεται στο Εγχειρίδιο "Trafficking in Human Beings" - Case law on Trafficking in human beings 2009-2012, An Analysis, το οποίο αναφέρεται σε Ολλανδική νομολογία επί του θέματος, στις σελ. 60-
  10. Τονίζεται ότι η ερμηνεία που δίδεται στην εν λόγω φράση έχει ιδιαίτερη ευρύτητα και καλύπτει ένα μεγάλο φάσμα ενεργειών οι οποίες απολήγουν σε μια κατάσταση όπου το άτομο δεν έχει πραγματική ή αποδεκτή (real or acceptable) επιλογή παρά να υποταχθεί στην κατάχρηση. Όπως έχει ήδη καταστεί φανερό απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της εμπορίας είναι η πρόθεση εκμετάλλευσης. Ειδικότερα στις υπό εξέταση κατηγορίες απαιτείται με βάση τις λεπτομέρειες αυτών η απόδειξη της πρόθεσης εκμετάλλευσης της εργασίας των Ινδών μαρτύρων κατηγορίας Μ.Κ.2, 4 ,6, 7, 18 &
  11. Χρήσιμη καθοδήγηση θεωρούμε πως μπορεί να αντλήσουμε από την σχετική Αγγλική νομοθεσία και συγκεκριμένα από το Asylum and Immigration (Treatment of Claimants, etc.) Act 2004 το οποίο διαλαμβάνει το αδίκημα που είναι ευρύτερα γνωστό ως "Trafficking People for Exploitation". Πρόκειται για νομοθέτημα που θεσπίστηκε προς εκπλήρωση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου για την Πρόληψη, Καταστολή και Τιμωρία Εμπορίας Προσώπων, ιδιαίτερα των Γυναικών και Παιδιών και της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Δράση κατά της Εμπορίας Ανθρώπων[9]. Έχει δε ως ακολούθως: "Asylum and Immigration (Treatment of Claimants, etc.) Act 2004 4 Trafficking people for exploitation
(1)A person commits an offence if he arranges or facilitates the arrival in the United Kingdom of an individual (the "passenger") and— (
  1. a)he intends to exploit the passenger in the United Kingdom or elsewhere, or (
  2. b)he believes that another person is likely to exploit the passenger in the United Kingdom or elsewhere.
(3)For the purposes of this section a person is exploited if (and only if)— (
  1. a)he is the victim of behaviour that contravenes Article 4 of the Human Rights Convention (slavery and forced labour), (
  2. b)he is encouraged, required or expected to do anything as a result of which he or another person would commit an offence under the Human Organ Transplants Act 1989 or under section 32 or 33 of the Human Tissue Act 2004, (
  3. c)he is subjected to force, threats or deception designed to induce him— (
  4. i)to provide services of any kind, (ii)to provide another person with benefits of any kind, or (iii) to enable another person to acquire benefits of any kind, or (
  5. d)a person uses or attempts to use him for any purpose within sub-paragraph (i), (
  6. ii)or (iii) of paragraph (c), having chosen him for that purpose on the grounds that— (
  7. i)he is mentally or physically ill or disabled, he is young or he has a family relationship with a person, and (ii)a person without the illness, disability, youth or family relationship would be likely to refuse to be used for that purpose". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στο Σύγγραμμα Blackstone΄s Criminal Practice 2012 αναφέρονται τα εξής σχετικά με το αδίκημα που προβλέπεται στην Αγγλική νομοθεσία στην παράγραφο B22.33: "Elements A person commits the offence if he arranges for a person to enter or leave the UK to exploit them. The offence is also committed if a person arranges travel within the UK if he believes that the passenger has been brought into the UK to be exploited. Exploitation encompasses slavery or forced labour, organ removal, the use of force or threats to induce the victim to provide services or the abuse of the mentally or physically ill, young persons or relatives. The core ele­ments of the ECHR, Article 4 — namely 'slavery', 'servitude' and 'forced or compulsory labour', which are integral to the offence must be defined with sufficient clarity to a jury {SK [2011] EWCA Crim 1691, approving the definitions in Siliadin v France (Application 73316/01) [2005] 20 BHRC 654, ECtHR). In Siliadin the ECtHR held that slavery is the status of a per­son over whom powers attached to the right of ownership are exercised; servitude is an obliga­tion to provide one's services that is imposed by the use of coercion and that forced or compulsory labour is work performed involuntarily and under the threat of a penalty. In SK the Court of Appeal said that these concepts are not necessarily mutually exclusive". Στην υπόθεση του ΕΔΑΔ Siliadin v. France (Application 73316/01) [2005] 20 BHRC 654, μια ανήλικη 15 περίπου ετών η οποία είχε μεταφερθεί στη Γαλλία και εξαναγκάστηκε να προσφέρει υπηρεσίες οικιακής βοηθού σε οικογένεια χωρίς πληρωμή για περίοδο 15 ωρών κάθε μέρα, 7 μέρες τη βδομάδα, κρίθηκε ότι ευρίσκετο σε κατάσταση ειλωτείας (servitude) κατά παράβαση του Άρθρου 4 της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ο εξαναγκασμός της με εργασία αυτή έγινε κατόπιν εκμετάλλευσης της ευάλωτης της θέσης, της απομόνωσης της, της αδυναμίας της να αντεπεξέλθει από μόνη της χωρίς αυτούς που την εργοδοτούσαν, και του φόβου που είχε για την Αστυνομία ένεκα του γεγονότος ότι ευρίσκετο στη χώρα υπό παράνομο καθεστώς[10]. Αναφορικά με τα συστατικά στοιχεία της εμπορίας προσώπων στην Αγγλική υπόθεση Regina v. SK [2011] EWCA Crim 1691, στην παρά. 24 έγινε αναφορά στο ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Clayton and Tomlinson's "The Law of Human Rights", 2η έκδοση, Τόμος 1, παρά. 9.29: "As defined in the UN Protocol and the Council Framework Decision, trafficking has three constituent parts: the recruitment, transportation, harbouring or receipt of persons, by means of the threat or use of force or other forms of coercion, of abduction, of fraud, of deception, of the abuse of power or of a position of vulnerability or of the giving or receiving of payments or benefits to achieve the consent of a person having control over another person, for the purpose of exploitation. Exploitation shall include, at a minimum, the exploitation of the prostitution of others or other forms of sexual exploitation, forced labour or services, slavery or practices similar to slavery, servitude or the removal of organs. Once these elements exist, the consent of the victim is irrelevant". Στην πιο πάνω υπόθεση η πρόθεση εκμετάλλευσης της παραπονουμένης είχε προκύψει από σειρά γεγονότων που έλαβαν χώρα μεταξύ των οποίων και τα ακόλουθα: · Χαμηλό επίπεδο μισθοδοσίας · Αριθμός ωρών εργασίας · Βαθμός ελέγχου που η Εναγόμενη ασκούσε επί της παραπονούμενης από το στάδιο που η τελευταία είχε έρθει στο σπίτι της · Η μεταχείριση της οποίας η παραπονούμενη τύγχανε από την Κατηγορούμενη μετά την άφιξη της στο Ηνωμένο Βασίλειο όπως: i. Η αποστέρηση της από οποιαδήποτε επαφή με την οικογένεια της ii. Η απομόνωση της από την τοπική κοινωνία iii. Η αποστέρηση της από επαφές με άτομα της δικής της εθνικότητας και η αποτροπή της να δημιουργεί οποιουδήποτε είδους συναισθηματική σύνδεση με άλλους iv. Η μεταχείριση της οποίας τύγχανε εντός της οικογένειας Η πιο κάτω περικοπή από την παρα. 38 της πιο πάνω υπόθεσης είναι σχετική: "The Crown contended that the intention to exploit was demonstrated by the low level of pay the complainant was to receive, the hours she was to work and the degree of control exercised by the appellant over her once she had come to the appellant's home, and by the appellant's continuing treatment of her after she had arrived: depriving her of contact with her own family, isolating her from the local community, depriving her of association with those who shared her culture and preventing her from forming any kind of emotional attachment to others, and her treatment within the family itself. As to all of this there was evidence before the jury. Potentially therefore this was a case which, on its facts, came within the ambit both of the prohibition on "slavery or servitude" in Article 4
(1)of the Human Rights Convention and of the prohibition on "forced or compulsory labour" in Article 4
(2). The prosecution was, in our judgment, perfectly entitled to bring the case to trial". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σχετική είναι επίσης και η υπόθεση Regina v. Shahnawaz Ali Khan, Raza Ali Khan and Perveen Khan [2010] EWCA Crim 2880 της οποίας σχετικό απόσπασμα παρατίθεται πιο κάτω: "
  1. The court has been provided with the judge's summing up to the jury and a transcript of his sentencing remarks. A pattern of conduct emerged from the evidence. On arrival in the United Kingdom each of the victims suffered many or all of the following methods of exploitation: he would be met at the airport and escorted to Harrogate where his passport and other documents, many of them personal and confidential, were confiscated; he was required to arrive with bond money or to tolerate deductions from his income in lieu of bond money; bond money was not returned; if he questioned his working conditions or the terms of his employment the worker was subjected to threats, abuse and insult; contrary to the terms upon which he was engaged he was required to work 12 hours or more a day for 6-7 days a week; he did not receive due recompense for overtime and in several cases did not receive even his basic salary; the men were housed at two addresses provided by the offenders, one of which was next door to the Khan family home, and were told that they should not visit the town, should not talk with customers and should not mix with the local community; they were never provided with national insurance numbers, which would have enabled them apply for other employment, or wage slips, which would have provided evidence of salary received, and were not, as promised, registered with the National Health Service for medical and dental treatment". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Διερευνώντας την ύπαρξη μαρτυρίας ικανής να καταδείξει εν τέλει πρόθεση των Κ.1, 10 και 11 κατά το στάδιο της στρατολόγησης και μεταφοράς των Ινδών παραπονουμένων στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και συγκεκριμένα το κατά πόσο υφίστατο πρόθεση εκμετάλλευσης στην εργασία τους, θεωρούμε χρήσιμη την καθοδήγηση που δίδεται για το ζήτημα αυτό σε αποφάσεις Δικαστηρίων διαφόρων Ευρωπαϊκών χωρών. Σύνοψη τέτοιων αποφάσεων παρατίθεται στην Έκθεση της Eurojust με τον τίτλο «Prosecuting THB for the purpose of labour exploitation» η οποία εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 2015 και στην οποία συνοψίζονται οι δείκτες αξιολόγησης (indicators) της πρόθεσης εκμετάλλευσης στην εργασία (labour exploitation purpose), όπως αυτοί προκύπτουν διά μέσου αυτών των αποφάσεων. Τέτοιοι δείκτες είναι, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι: · Άσχημες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης. Εντός αυτού του δείκτη εμπίπτουν οι ακόλουθες περιπτώσεις: ð Μειωμένοι μισθοί ή μη καταβολή μισθού. ð Υπερβολικές ώρες εργασίας με λίγη ή καθόλου περίοδο ανάπαυσης. ð Κατακράτηση μισθού. ð Χαμηλό επίπεδο συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας. ð Διαμονή στο χώρο εργασίας. · Εξαναγκασμός και περιορισμός της ελευθερίας διακίνησης. · Παράνομη είσοδος και ή διαμονή στη χώρα εργασίας. Παραδείγματα περιπτώσεων όπου κρίθηκε υπαρκτό το στοιχείο της πρόθεσης εκμετάλλευσης είναι οι ακόλουθες υποθέσεις οι οποίες περιλαμβάνονται στην πιο πάνω Έκθεση. Τις παραθέτουμε: (α) Υπόθεση Ανωτάτου Δικαστηρίου Ολλανδίας με αρ. LJN: B17099, 08/03895, ημερ. 27/10/2009, η οποία αφορούσε υπόθεση εκμετάλλευσης Κινέζων που εργοδοτήθηκαν παράνομα σε εστιατόριο στην Ολλανδία. Στην εν λόγω υπόθεση το Δικαστήριο θεώρησε πως η πρόθεση εκμετάλλευσης αποδεικνύετο από τα ακόλουθα γεγονότα[11]: · Εργάζονταν περίπου 11 μέχρι 13 ώρες την ημέρα, έξι ημέρες την εβδομάδα λαμβάνοντας διατροφή και διαμονή και πολύ χαμηλό εισόδημα. · Διέμεναν σε μικρό δωμάτιο εντός του κτιρίου του εστιατορίου. · Εμποδίζονταν να εγκαταλείψουν το κτίριο και να επιδιώξουν επαφή με τον έξω κόσμο. (β) Υπόθεση του Εφετείου στην Ολλανδία με αρ. ECLI: NL: GHSHE: 2012: BX0599, ημερ. 6.7.2012, η οποία αφορούσε την εκμετάλλευση στην εργασία 60 - 70 ξένων εποχιακών εργατών. Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε ενεργήσει με σκοπό την εκμετάλλευση των αλλοδαπών στην εργασία τους, έχοντας το Δικαστήριο λάβει υπόψη του μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα δεδομένα[12]: · Kατάσχεση προσωπικών εγγράφων. · Απαράδεκτες συνθήκες διαβίωσης. Οι εργάτες διέμεναν σε μικρά δωμάτια χωρίς παράθυρα, μοιράζονταν κρεββάτια και τους παρέχονταν ανεπαρκείς συνθήκες υγιεινής. · Ανεπαρκές και κακής ποιότητας φαγητό. · Επικίνδυνες συνθήκες διαβίωσης. · Περιορισμός της ελευθερίας διακίνησης. Οι εργάτες δεν δικαιούνταν να εγκαταλείψουν τον χώρο διαμονής τους μετά τις 10.00 το βράδυ. · Υπογραφή συμβολαίου εργασίας σε γλώσσα που δεν αντιλαμβάνονταν οι εργάτες. · Αυξημένες ώρες εργασίας (10 - 14 ώρες την ημέρα / επτά ημέρες την εβδομάδα). · Πολύ χαμηλός μισθός (σημαντικά κατώτερος του κατ΄ ελάχιστον προβλεπόμενου) ή καθόλου μισθός. (γ) Υπόθεση του Εφετείου Arnhem της Ολλανδίας με αρ. 24-001260-08 ημερ. 29.6.
  2. Η υπόθεση αυτή αφορούσε την εκμετάλλευση Ινδών παράνομων μεταναστών σε εργοστάσιο στην Ολλανδία. Κρίθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε ενεργήσει με σκοπό την εκμετάλλευση των αλλοδαπών στην εργασία. Μεταξύ των δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη ήταν και ότι[13]: · Τα θύματα διέμεναν παράνομα στην Ολλανδία και ως εκ τούτου δεν δικαιούνταν να εργαστούν. · Τα θύματα και οι οικογένειες τους είχαν δημιουργήσει μεγάλα χρέη για να πληρώσουν για το ταξίδι από Ινδία στην Ευρώπη. · Κανένα από τα θύματα δεν μιλούσε ικανοποιητικά τη γλώσσα και δεν είχαν τα προσωπικά έγγραφα τους. · Εργάζονταν έξι ημέρες την εβδομάδα, 12 ώρες την ημέρα και λάμβαναν €800 το μήνα με αποκοπές €100 μηνιαίως και χωρίς πληρωμή για επιπλέον εργασία. · Η εργασία τους ήταν σκληρή. · Διέμεναν με τον κατηγορούμενο σε σπίτι μαζί με οκτώ άτομα και κάποιοι από αυτούς αναγκάζονταν να μοιράζονται το ίδιο κρεβάτι. Αναφερόμενοι στην προσαχθείσα μαρτυρία προκύπτει πως η εκδοχή των παραπονούμενων Ινδών είναι βασικά πως μέσω ομοεθνών τους στην Ινδία τους προτάθηκε εργασία στην Κύπρο έναντι καλών απολαβών (στους πλείστους η πρόταση ήταν για δουλειά σε φάρμα με μηνιαίο μισθό €700-€800) την οποία και αποδέχτηκαν και πως για τους σκοπούς εξασφάλισης των απαραίτητων εγγράφων για είσοδο και εργασία στην Κυπριακή Δημοκρατία κατέβαλαν ο καθένας τους ένα μεγάλο ποσό σε άτομα στην Ινδία. Στις θεωρήσεις εισόδου για καθένα από αυτούς υπήρχε αναγραμμένο το όνομα του εργοδότη και η διεύθυνση του στην Κύπρο. Στη συνέχεια, ωστόσο, και αφού αυτοί αφίχθηκαν στη Δημοκρατία σε διάφορες ημερομηνίες και εγκαταστάθηκαν σε χώρους διαμονής που τους διευθετήθηκαν, η υπόσχεση για εξασφάλιση εργασίας δεν τηρήθηκε ενώ κανείς από τους Παραπονούμενους δεν μεταφέρθηκε στον εργοδότη που αναγράφετο στη θεώρηση εισόδου του για να εργαστεί. Σε κάποιους από τους Παραπονούμενους (τους Μ.Κ.2, 6 & 7) λέχθηκε από το πρόσωπο που τους είχε υποσχεθεί να τους πάρει στην εργασία τους και δεν τους πήρε (Gurinder Singh (Α)) πως για να κερδίσουν λεφτά θα μπορούσαν να φέρνουν συμπατριώτες τους στην Κύπρο. Αρκετοί από τους Παραπονούμενους (Μ.Κ. 2, 6 & 7) έκαναν παράπονο στο ΚΙΣΑ για το γεγονός της μη εξασφάλισης εργασίας παρά την καταβολή από τους ίδιους μεγάλων χρηματικών ποσών. Οι Μ.Κ.2 & 5 κατέθεσαν πως κυκλοφορούσαν ελεύθερα μετά την άφιξη τους στην Κύπρο και την εγκατάσταση τους σε σπίτι. Ο Μ.Κ.5 ανέφερε επίσης πως δεν τον απείλησε κανένας και πως επικοινωνούσε ελεύθερα με τους δικούς του. Στην παρούσα υπόθεση δεν υπήρξε μαρτυρία ότι κατά τον χρόνο που οι Κατηγορούμενοι υποβοηθούσαν την άφιξη των Παραπονουμένων στην Κύπρο είχαν πρόθεση ή σκοπό να εκμεταλλευτούν την εργασία τους στην Κύπρο ενώ δεν υπήρξε εξ αντικειμένου μαρτυρία ότι οι Παραπονούμενοι έτυχαν οποιασδήποτε εκμετάλλευσης στην εργασία τους στην Κύπρο. Η προσφερθείσα μαρτυρία αντιθέτως αναφέρεται στο ότι το παράπονο ήταν ότι δεν τους είχε προσφερθεί, όπως τους είχε δοθεί υπόσχεση, ενόσω όταν ακόμη αυτοί ευρίσκοντο στην Ινδία, εργασία στην Κύπρο. Τούτου δοθέντος απουσιάζει το συστατικό στοιχείο της επίδικης Κατηγορίας που αφορά στην πρόθεση εκμετάλλευσης της εργασίας τους στην Κύπρο. Βασικά ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία αξιολογούμενη στο τελικό στάδιο και γινόμενη αποδεκτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι οποιοσδήποτε από τους κατηγορούμενους σε αυτές τις κατηγορίες αποσκοπούσε με οποιαδήποτε ενέργεια ή παράλειψη του να εκμεταλλευτεί την εργασία οποιουδήποτε των παραπονουμένων, εν τη εννοία που έχουμε εξηγήσει προηγουμένως. Έπεται πως δεν έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για τις Κατηγορίες 98, 99, 100, 101, 103, 104, 157, 162, 164 και
  3. Εκμετάλλευση στην εργασία Οι Κατηγορίες 142 και 143 βασίζονται στο Άρθρο 8(β) (ε) του Ν. 87(I)/2007 το οποίο έχει ως ακολούθως: «
  4. Όποιος εκμεταλλεύεται την εργασία ή τις υπηρεσίες προσώπου, το υποβάλλει σε καταναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία ή υπηρεσίες ή σε οποιασδήποτε μορφής δουλείας ή παρόμοιας πρακτικής ή υποτέλειας, μέσω- (α) απειλών, (β) χρήσης βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού, (γ) απαγωγής, (δ) δόλου ή απάτης, (ε) κατάχρησης εξουσίας ή μιας ευπαθούς θέσης τέτοιας φύσεως ώστε το εν λόγω πρόσωπο να μην έχει άλλη αποδεκτή δυνατότητα παρά να υποταχθεί στην κατάχρηση, (στ) παροχής ή λήψης πληρωμών ή ωφελημάτων για εξασφάλιση της συγκατάθεσης του προσώπου που ασκεί έλεγχο επί άλλου προσώπου, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα έξι έτη και σε περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο είναι ανήλικος, σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη». Με βάση το ερμηνευτικό Άρθρο 2 ο όρος «υποχρεωτική εργασία ή υπηρεσίες» περιλαμβάνει την υποχρεωτική εργασία ή υπηρεσίες που παρέχει το θύμα εκτός των όρων εργασίας του ή παροχής υπηρεσιών του. Τα συστατικά στοιχεία των επίδικων Κατηγοριών είναι: à η υποβολή σε καταναγκαστική και υποχρεωτική εργασία à μέσω εξαναγκασμού και ή κατάχρησης της ευάλωτης θέσης Η Κατηγορία 142 αφορά την εργασία του Μ.Κ.7 στο Ακάκι και συγκεκριμένα στην υπηρεσία της Μ.Κ.15 Χρύσως Κυπριανού κατά την περίοδο 5/11/13 μέχρι 9/11/13 ενώ η Κατηγορία 143 την εργασία του Μ.Κ.2 σε φάρμα στην Πάφο κατά την περίοδο 25/11/13 μέχρι 28/11/
  5. Με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία ενώ οι Μ.Κ.2 και 7 ανέμεναν να σταλούν στις εργασίες που τους είχαν υποσχεθεί στην Κύπρο και αφού είχαν προηγουμένως καταβάλει μεγάλα χρηματικά ποσά σε ομοεθνείς τους για να εξασφαλιστεί η είσοδος τους στη Δημοκρατία για τους σκοπούς εργοδότησης τους, ο μεν Μ.Κ.2 εστάλη για εργασία σε φάρμα στην Πάφο ο δε Μ.Κ.7 σε εργασία στο Ακάκι για την φροντίδα ενός ηλικιωμένου. Τόσον ο Μ.Κ.2 όσο και ο Μ.Κ.7 αφού εργάστηκαν λίγες μέρες - για την περίοδο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο - δεν ήθελαν να παραμείνουν σε αυτές τις εργασίες και ζήτησαν να σταματήσουν από αυτές, όπως και έγινε. Προτού σταλεί ο Μ.Κ.7 στην εργασία στο Ακάκι του λέχθηκε πως αυτή η εργασία ήταν για σκοπούς εκπαίδευσης του και ότι στη συνέχεια θα αποστέλλετο στην εργασία του. Ο Μ.Κ.7 πληρώθηκε και ποσό €60 για τις ώρες που εργάστηκε στο Ακάκι. Όσον αφορά στην εξαναγκαστική εργασία, το Άρθρο 2 παρ. 1 της Συνθήκης για την Εξαναγκαστική ή Υποχρεωτική Εργασία
(1930), την ορίζει ως «κάθε εργασία ή υπηρεσία, η οποία εξασφαλίζεται από οποιοδήποτε πρόσωπο υπό την απειλή οποιασδήποτε τιμωρίας και για την οποία το εν λόγω πρόσωπο δεν προσφέρθηκε εθελοντικά»[14]. Όσον αφορά την ερμηνεία των όρων «υποχρεωτική εργασία ή υπηρεσίες» παραπομπή μπορεί να γίνει στην Επεξηγηματική Έκθεση της Σύμβασης της Βαρσοβίας του 2005 για τη δράση κατά της εμπορίας ανθρώπων (Explanatory Report to the Council of Europe Convention on Action against Trafficking in Human Beings) όπου στις παρα. 89, 90 & 92 καταγράφονται τα εξής: "
  1. Nor does the Convention define "forced labour". Nonetheless, there are several relevant international instruments, such as the Universal Declaration of Human Rights (Article 4), the International Covenant on Civil and Political Rights (Article 8), the 1930 ILO Convention concerning Forced or Compulsory Labour (Convention No. 29), and the 1957 ILO Convention concerning the Abolition of Forced Labour (Convention No. 105).
  2. Article 4 of the ECHR prohibits forced labour without defining it. The authors of the ECHR took as their model the ILO Convention concerning Forced or Compulsory Labour (No.29) of 29 June 1930, which describes as forced or compulsory "all work or service which is exacted from any person under the menace of any penalty and for which the said person has not offered himself voluntarily". In the case Van der Müssele v. Belgium (judgment of 23 November 1983, Series A, No.70, paragraph 37) the Court held that "relative weight" was to be attached to the prior-consent criterion and it opted for an approach which took into account all the circumstances of the case. In particular it observed that, in certain circumstances, a service "could not be treated as having been voluntarily accepted beforehand". It therefore held that consent of the person concerned was not sufficient to rule out forced labour. Thus, the validity of consent has to be evaluated in the light of all the circumstances of the case. ....................................
  3. With regard to the concept of "forced services", the Court likewise found, in Van der Müssele v. Belgium, that the words "forced labour", as used in Article 4 ECHR, were to be given a broad meaning and encompassed the concept of forced services (judgment of 23 November 1983, Series A, No.70, paragraph 33). From the standpoint of the ECHR, therefore, there is no distinction to be made between the two concepts". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην υπόθεση του ΕΔΑΔ Siliadin v. France (Application 73316/01) [2005] 20 BHRC 654, ECtHR η έννοια της καταναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας ορίστηκε ως ακολούθως: "
  4. It remains to be ascertained whether there was "forced or compulsory" labour. This brings to mind the idea of physical or mental constraint. What there has to be is work "exacted ... under the menace of any penalty" and also performed against the will of the person concerned, that is work for which he "has not offered himself voluntarily" (see Van der Mussele, cited above, p. 17, § 34)". Στην υπόθεση Van der Mussele v. BELGIUM, Application no. 8919/80, 23/11/1983 τονίστηκαν τα ακόλουθα σχετικά με την ερμηνεία της πιο πάνω φράσης: "
  5. It remains to be ascertained whether there was "forced or compulsory" labour. The first of these adjectives brings to mind the idea of physical or mental constraint, a factor that was certainly absent in the present case. As regards the second adjective, it cannot refer just to any form of legal compulsion or obligation. For example, work to be carried out in pursuance of a freely negotiated contract cannot be regarded as falling within the scope of Article 4 (art. 4) on the sole ground that one of the parties has undertaken with the other to do that work and will be subject to sanctions if he does not honour his promise. On this point, the minority of the Commission agreed with the majority. What there has to be is work "exacted ... under the menace of any penalty" and also performed against the will of the person concerned, that is work for which he "has not offered himself voluntarily"." Στον ορισμό που δίδεται από τη Σύμβαση αριθ. 29 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας ILO του 1930 για καταναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία περιέχονται τα ακόλουθα τρία συστατικά στοιχεία: i. εργασία ή υπηρεσία (work or service) η οποία αφορά κάθε μορφή εργασίας, υπηρεσίας ή εργοδότησης είτε στον δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα ii. η οποία αποσπάται από κάθε άτομο υπό την απειλή τιμωρίας (menace of any penalty) και αφορά ένα ευρύ φάσμα ποινών που χρησιμοποιούνται για να εξαναγκάσουν κάποιον να εκτελέσει την εργασία iii. για την οποία το άτομο δεν έχει προσφερθεί εθελοντικά να την προσφέρει (involuntariness) Ό όρος να έχει προσφερθεί εθελούσια (offered voluntarily) αναφέρεται στην ελεύθερη και εν επιγνώσει συγκατάθεση (informed consent) ενός εργοδοτούμενου να συνάψει μια σχέση εργοδότησης και την ελευθερία του να εγκαταλείψει την εργασία ανά πάσα στιγμή. Στην υπόθεση C.N. and V. v. FRANCE (Application no. 67724/09), 11 Οκτωβρίου 2012 στο πλαίσιο ερμηνείας του Άρθρου 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,[15] το οποίο απαγορεύει τη δουλεία και την καταναγκαστική εργασία (slavery & forced labour), έγινε αναφορά στην Παγκόσμια Έκθεση (Global Report) "The cost of coercion" η οποία υιοθετήθηκε από τη διάσκεψη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO) το 1999 σχετικά με τον ορισμό που δίδεται από τη Σύμβαση (αριθ. 29 του 1930) για την καταναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία. Στην εν λόγω Έκθεση η έννοια της απειλής οποιασδήποτε τιμωρίας (the menace of any penalty) επεξηγήθηκε ως ακολούθως: "
  6. The ILO's definition of forced labour comprises two basic elements: the work or service is exacted under the menace of a penalty and it is undertaken involuntarily. The work of the ILO supervisory bodies has served to clarify both of these elements. The penalty does not need to be in the form of penal sanctions, but may also take the form of a loss of rights and privileges. Moreover, the menace of a penalty can take many different forms. Arguably, its most extreme form involves physical violence or restraint, or even death threats addressed to the victim or relatives. There can also be subtler forms of menace, sometimes of a psychological nature. Situations examined by the ILO have included threats to denounce victims to the police or immigration authorities when their employment status is illegal, or denunciation to village elders in the case of girls forced to prostitute themselves in distant cities. Other penalties can be of a financial nature, including economic penalties linked to debts. Employers sometimes also require workers to hand over their identity papers, and may use the threat of confiscation of these documents in order to exact forced labour (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην παρούσα περίπτωση έχει παρουσιαστεί μαρτυρία ότι και οι δύο Παραπονούμενοι εργάστηκαν στα μέρη που τους έστειλαν για λίγες μέρες χωρίς η ολιγοήμερη αυτή εργασία τους να εξασφαλίστηκε κατόπιν απειλής για τιμωρία ή ποινή οποιασδήποτε μορφής ή άλλης μορφής εξαναγκασμό. Στη βάση της προσφερθείσας μαρτυρίας όπως την έχουμε ανωτέρω σκιαγραφήσει, διαπιστώνουμε πως δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου συστατικό στοιχείο των επίδικων αδικημάτων και ειδικότερα εκείνου που αφορά στην εργασία η οποία αποσπάται από ένα άτομο υπό την απειλή τιμωρίας. Έπεται πως η Κ.Α έχει αποτύχει να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση για τις Κατηγορίες 142 και
  7. Κατηγορίες Λαθρεμπορίου Μεταναστών Στην παρούσα υπόθεση υπάρχουν συνολικά 7 Κατηγορίες λαθρεμπορίου. Η Κ.1 αντιμετωπίζει έξι από αυτές τις Κατηγορίες, ο Κ.10 την μία και ο Κ.11 τις τρείς, ως ακολούθως: · 156: Κ.1 GURINDER SINGH (Μ.Κ.6) · 158: Κ.11 GURJEET SINGH (Μ.Κ.5) · 159: Κ.1 RAVINDER SINGH AUJLA (Μ.Κ.2) · 160: Κ.1 και 10 MANDEEP SINGH (Μ.Κ.4) · 161: Κ.1 και 11 MANDEEP SINGH GILL (Μ.Κ.7) · 163: Κ.1 JASANPREET KAUR (Μ.Κ.18) · 173: Κ.1 και 11 ANU BALA (Μ.Κ.25) Όλες οι Κατηγορίες Λαθρεμπορίου Μετανάστη αναφέρονται σε προαγωγή της παράνομης εισόδου των πιο πάνω Ινδών στην Κυπριακή Δημοκρατία από μέρους των πιο πάνω Κατηγορουμένων που κατονομάζονται σε κάθε μια από αυτή με πρόθεση και στόχο την αποκόμιση οικονομικού οφέλους. Οι σχετικές πρόνοιες έχουν ως ακολούθως: £ Ο περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων (Κυρωτικός) Νόμος του 2003, Ν. 11(ΙII)/2003 «
  8. Κάθε πράξη που αναφέρεται στο Άρθρο 6 του Πρωτοκόλλου κατά του Λαθρεμπορίου Μεταναστών διά Ξηράς, Θαλάσσης και Αέρος, που διαπράττε­ται με πρόθεση, αποτελεί ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές.» £ PROTOCOL against the Smuggling of Migrants by Land, Sea and Air, supplementing the United Nations Convention against Transnational Organised Crime Article 3 For the purposes of this Protocol: (a) "Smuggling of migrants" shall mean the procurement, in order to obtain, directly or indirectly, a financial or other material benefit, of the illegal entry of a person into a State Party of which the person is not a national or a permanent resident; (b) "Illegal entry" shall mean crossing borders without complying with the necessary requirements for legal entry into the receiving State; (c) "Fraudulent travel or identity document" shall mean any travel or identity document: (i) That has been falsely made or altered in some material way by anyone other than a person or agency lawfully authorized to make or issue the travel or identity document on behalf of a State; or (ii) That has been improperly issued or obtained through misrepresentation, corruption or duress or in any other unlawful manner; or (iii) That is being used by a person other than the rightful holder; (d) "Vessel" shall mean any type of water craft, including nondisplacement craft and seaplanes, used or capable of being used as a means of transportation on water, except a warship, naval auxiliary or other vessel owned or operated by a Government and used, for the time being, only on government non-commercial service. Article
  9. Criminalization Each State Party shall adopt such legislative and other measures as may be necessary to establish as criminal offences, when committed intentionally and in order to obtain, directly or indirectly, a financial or other material benefit: (a) The smuggling of migrants; (b) When committed for the purpose of enabling the smuggling of migrants: (i) Producing a fraudulent travel or identity document; (ii) Procuring, providing or possessing such a document; (c) Enabling a person who is not a national or a permanent resident to remain in the State concerned without complying with the necessary requirements for legally remaining in the State by the means mentioned in subparagraph (b) of this paragraph or any other illegal means. Με βάση το πρωτόκολλο κατά του Λαθρεμπορίου Μεταναστών δια Ξηράς, Θαλάσσης και Αέρος απαιτείται από τα Κράτη Μέλη να ποινικοποιήσουν τις ακόλουθες συμπεριφορές: (Α) Με βάση το Άρθρο [6
(1)(α)] την επίτευξη/εξασφάλιση/προαγωγή (procurement) της παράνομης εισόδου (illegal entry) · ενός προσώπου σε ένα Κράτος Μέλος του οποίου το πρόσωπο αυτό δεν είναι υπήκοος ή μόνιμος κάτοικος · προς τον σκοπό απόκτησης αμέσως ή εμμέσως ενός οικονομικού ή άλλου υλικού οφέλους (Β) Με βάση το ίδιο Άρθρο [6
(1)(β)][16]: ð την κατάρτιση, ð προμήθεια, ð παροχή ή ð κατοχή ð ψευδούς ταξιδιωτικού εγγράφου ή δελτίου ταυτότητας ð όταν διαπράττονται με σκοπό τη διευκόλυνση της λαθραίας διακίνησης μεταναστών ð προς τον σκοπό απόκτησης αμέσως ή εμμέσως ενός οικονομικού ή άλλου υλικού οφέλους (Γ) Με βάση το Άρθρο [6
(1)(γ)][17]: à τη διευκόλυνση προσώπου που δεν είναι υπήκοος ή μόνιμος κάτοικος να παραμείνει στο ενδιαφερόμενο Κράτος χωρίς να συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για νόμιμη παραμονή στο Κράτος με τα μέσα που αναφέρονται στην παρ. (β) ή άλλα παράνομα μέσα à προς το σκοπό απόκτησης αμέσως ή εμμέσως ενός οικονομικού ή άλλου υλικού οφέλους Για τη στοιχειοθέτηση των επιδίκων αδικημάτων του λαθρεμπορίου μετανάστη κατά παράβαση του Άρθρου 6
(1)(α) του Πρωτοκόλλου κατά του Λαθρεμπορίου Μεταναστών διά Ξηράς, Θαλάσσης και Αέρος θα πρέπει να αποδειχθούν τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία: ð Η επίτευξη/εξασφάλιση/προαγωγή (procurement) της παράνομης εισόδου (illegal entry) ð ενός προσώπου σε ένα Κράτος Μέλος του οποίου το πρόσωπο αυτό δεν είναι υπήκοος ή μόνιμος κάτοικος ð με το σκοπό απόκτησης αμέσως ή εμμέσως ενός οικονομικού ή άλλου υλικού οφέλους Η παράνομη είσοδος με βάση το Άρθρο 3 (β) του Πρωτοκόλλου σημαίνει τη διέλευση των συνόρων χωρίς συμμόρφωση προς τις απαραίτητες προϋποθέσεις νόμιμης εισόδου στο Κράτος Υποδοχής (without complying with the necessary requirements for legal entry into the receiving country) Κρίνουμε σκόπιμο να παραπέμψουμε στην Αγγλική νομοθεσία όπου το αδίκημα του λαθρεμπορίου μετανάστη συνίσταται σε οποιαδήποτε πράξη με την οποία ο κατηγορούμενος διευκολύνει (does an act which facilitates) την παράβαση του Μεταναστευτικού Δικαίου (Immigration Law) από άτομο που δεν είναι πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Αγγλική νομοθεσία έχει ως ακολούθως: "[ASSISTING UNLAWFUL IMMIGRATION AND RELATED OFFENCES] Immigration Act 1971, s. 25
(1)A person commits an offence if he— (
  1. a)does an act which facilitates the commission of a breach of immigration law by an individual who is not a citizen of the European Union, (
  2. b)knows or has reasonable cause for believing that the act facilitates the commission of a breach of immigration law by the individual, and (
  3. c)knows or has reasonable cause for believing that the individual is not a citizen of the European Union". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στο Σύγγραμμα Blackstone s Criminal Practice 2012 στο οποίο μας παρέπεμψε ο κ. Πουργουρίδης για σκοπούς ερμηνείας της πιο πάνω νομοθεσίας στην παράγραφο B22.20 αναφέρονται τα εξής: 'Elements The offence applies only where the person (or persons) 'assisted' is not a citizen of a Member State B22.20 of the European Union or a citizen of Iceland or Norway (see B22.17), and the term 'citizen of the European Union' is defined so as to include such citizens (s. 25
(7)(b)). The offence refers to an act which 'facilitates' a breach of 'immigration law'. Thus, the first element in the offence is complicit dishonesty on the part of the person whose entry or stay is facilitated (e.g., that the visa applicant knew that the documents with which he had been provided by the accused and on which he relied in making his visa application were false); proof of dishonesty on the part of the accused is not sufficient [Kaile [2009] EWCA Crim 2868). 'Immigration law' is defined in s. 25
(2)as a law which has effect in a Member State which regulates entitlement.to (
  1. a)enter the State, (
  2. b)transit across the State, or (
  3. c)be in the State. The offence thus covers acts facilitating illegal entry or stay in other Member States............." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην Αγγλική υπόθεση Kaile [2009] EWCA Crim 2868 επισημάνθηκε πως ο Δικαστής στην καθοδήγηση του προς τους ενόρκους θα έπρεπε να τους είχε τονίσει πως το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να εξετάσουν ήταν το κατά πόσον υπήρξε ανεντιμότητα από μέρους των Ινδών που είχαν υποβάλει αιτήσεις για εξασφάλιση άδειας εισόδου και ότι πουθενά δεν τους είχε εξηγήσει πως βασικό συστατικό του αδικήματος ήταν η εγκληματική συμμετοχή των αιτητών άδειας εισόδου. Παραπέμπουμε σχετικά στις ακόλουθες περικοπές της εν λόγω απόφασης στις παραγράφους 23, 24 και 25: "23 In our judgment, in these circumstances the judge should have given the jury a careful direction that the very first thing they had to consider was whether there had been dishonesty on the part of the visa applicants themselves so as to constitute a breach, or would-be breach of immigration law. In effect, however, that question seems to have been totally submerged in the different proposition of whether there was dishonesty on the part of the appellant in making his sponsorship declarations. That, of course, is a separate question." "24................................................ .. the judge nowhere explains that the first question about which the jury had to be satisfied so that they were sure is that there was deception on the part of the visa applicant..............................................." "25.................................................. Although in reciting again the terms of section 25
(1)(a), (
  1. b)and (
  2. c), the judge included the reference to "facilitating the commission of the breach of the immigration law", the judge nowhere explained that the very first ingredient of the offence of which the jury had to be satisfied was the complicity of the visa applicant." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην προκειμένη περίπτωση η προσαχθείσα από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία αναφέρεται στην είσοδο των αλλοδαπών Παραπονουμένων μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας έχοντας αυτοί στην κατοχή τους άδεια εισόδου και διαβατήριο[18]. Μάλιστα για σκοπούς εξασφάλισης άδειας εισόδου κατέβαλαν σε ομοεθνείς τους στην Ινδία μεγάλα χρηματικά ποσά. Για σκοπούς στοιχειοθέτησης των επίδικων κατηγοριών θα πρέπει, επομένως, να αποδεικνύεται η προαγωγή της παράνομης εισόδου των Παραπονουμένων στην Κυπριακή Δημοκρατία με σκοπό απόκτησης οικονομικού ή άλλου υλικού οφέλους. Εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η προσκομισθείσα μαρτυρία αναφέρεται στο ότι οι αλλοδαποί Παραπονούμενοι είχαν αφιχθεί στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας έχοντας στην κατοχή τους άδεια εισόδου - για την εξασφάλιση της οποίας είχαν καταβάλει μεγάλα χρηματικά ποσά σε ομοεθνείς τους ενόσω ευρίσκοντο στη χώρα τους - και διαβατήριο, δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου το συστατικό στοιχείο της προαγωγής της παράνομης εισόδου τους στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ειδικότερα, δεν στοιχειοθετείται ούτε η συμμετοχή των Παραπονουμένων σε παράνομη είσοδο στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω της ύπαρξης από μέρους τους εγκληματικής πρόθεσης για παράνομη είσοδο, ούτε στοιχειοθετείται εν πάση περιπτώσει το στοιχείο της παράνομης εισόδου στην Κυπριακή Δημοκρατία, ήτοι η είσοδος σε αυτή χωρίς συμμόρφωση προς τις απαραίτητες προϋποθέσεις νόμιμης εισόδου. Ουσιαστικά η υπάρχουσα μαρτυρία περί του ότι οι παραπονούμενοι αλλοδαποί επιχείρησαν και εισήλθαν στη Δημοκρατία μόνο αφού είχαν εξασφαλίσει προς όφελος τους άδειες εισόδου αναιρεί την όποια πιθανότητα να κριθεί εν τέλει ότι αυτοί είχαν καθ΄ οιονδήποτε στάδιο προ της εισόδου τους δολιότητα ή ανεντιμότητα (dishonesty) και αυτό με τη σειρά του αποκλείει τη συμμετοχή οποιουδήποτε άλλου σε αδίκημα προαγωγής παράνομης εισόδου αφού βασικά δεν θα μπορεί να διαπιστωθεί τέτοια (παράνομη) είσοδος. Συνεπώς δεν έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση στις Κατηγορίες 156, 158, 159, 160, 161, 163 και 173. Κατηγορίες Συνωμοσίας προς καταδολίευση, Συνωμοσίας προς διάπραξη Κακουργήματος και Συνωμοσίας προς διάπραξη Πλημμελήματος Στην υπό εκδίκαση υπόθεση κατηγορίες Συνωμοσίας προς Καταδολίευση αντιμετωπίζουν οι Κ.1, 3 και 4. Όπως διατυπώνονται οι λεπτομέρειες αδικημάτων των Κατηγοριών 2, 89, 165, 166, 167, 168, 169, 70 και 171 για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα των εν λόγων κατηγοριών στη βάση του Άρθρου 302 του Ποινικού Κώδικα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι οι Κατηγορούμενοι:
  3. i)Συνωμότησαν με άλλον
  4. ii)όπως με απάτη ή άλλο δόλιο μέσο iii) καταδολιεύσουν τη Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Επιπλέον η Κ.1 αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των αρ. 371 και 335 του Κεφ. 154 και δύο κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση των Άρθρων 372 και 305 του Κεφ. 154. Είναι γνωστές οι αρχές που αφορούν το γενικότερο αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη άλλων αδικημάτων (Άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα). Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 633 το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία[19]. Το κατά πόσον οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο[20]. Είναι χωρίς σημασία το κατά πόσο αυτό που τελικά πραγματοποιείται διαφέρει από αυτά που έχουν συμφωνηθεί. Στη Λαζάρου (ανωτέρω) επισημάνθηκε, ακόμη, ότι η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ΄ ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια, είτε με άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ΄ ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό[21]. Σημειώνουμε ότι η πρόθεση δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα αναδύεται ως εξυπακουόμενο στοιχείο μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα τα οποία και αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου[22]. H συμφωνία σπανίως αποδεικνύεται μέσω άμεσης μαρτυρίας (direct evidence) αλλά συνήθως με την εξαγωγή ευλόγων συμπερασμάτων από τη συντονισμένη δράση (concerted action)- είτε αυτή συνίσταται σε πράξεις (acts), είτε σε δηλώσεις (declarations) - των κατηγορουμένων[23]. Eπισημαίνεται ότι το αδίκημα δεν συνίσταται στη συντονισμένη δράση (concerted action) αλλά στην εξυπακουόμενη προηγούμενη συμφωνία (inferred anterior agreement) και η συντονισμένη δράση συνιστά μαρτυρία για το αδίκημα της συνωμοσίας. Το πιο κάτω απόσπασμα από το Σύγγραμμα Smith and Hogan's Criminal Law 13ed, στις σελίδες 431-432 είναι σχετικό: "Direct evidence of it, even in an era of covert surveillance and telephone tapping, will rarely be available. Agreements are frequently proved by showing that the parties concerted in the pursuit of a common object in such manner as to show that their actions must have been coordinated by arrangement beforehand . The danger is that the importance attached to the acts done may obscure the fact that these acts do not in themselves constitute a conspiracy, but are only evidence of it. If the jury are left in reasonable doubt, when all the evidence is in, whether the two or more accused persons were acting in pursuance of an agreement, they should acquit, even though the evidence shows that they were simultaneously pursuing the same object". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η συντονισμένη δράση που αναφέρθηκε ανωτέρω αφορά σε ενέργειες και πράξεις γνωστές στο Αγγλικό δίκαιο ως "overt acts"[24] από τις οποίες δύναται να συναχθεί η ύπαρξη της συμφωνίας αντικείμενο της συνωμοσίας. Παρόλο λοιπόν που μια συνωμοσία δύναται να αποδειχθεί μέσω περιστατικής μαρτυρίας, το γεγονός ότι διαφορετικά πρόσωπα έχουν ακολουθήσει τον ίδιο παράνομο σκοπό (same unlawful end), από μόνο του δεν συνεπάγεται ότι προηγήθηκε η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ τους. Με άλλα λόγια, το απλό γεγονός ότι δυο άτομα ανεξάρτητα επιδιώκουν τον ίδιο στόχο (same end), δεν τους καθιστά συνωμότες. Σχετική παραπομπή μπορεί να γίνει στο Σύγγραμμα Glanville Williams Criminal Law, The General Part, (2nd edition) σελ. 667 όπου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, "The mere fact that two persons independently persue the same end does not render them conspirators". Και τούτο είναι λογικό ενόψει του ότι ενώ από τις πράξεις κάποιων προσώπων δύναται να συναχθεί μεταξύ τους εξυπακουόμενη προηγούμενη συμφωνία παραμένει η ανάγκη προς απόδειξη της αναγκαίας ένοχης διάνοιας (mens rea), ήτοι του κατά πόσον ένα πρόσωπο έχει πράγματι συμφωνήσει στην προώθηση του παράνομου σκοπού. Υπενθυμίζουμε στο σημείο αυτό τη βασική αρχή του δικαίου της Απόδειξης ότι πράξεις και ή δηλώσεις δύο ή περισσοτέρων προσώπων που ενεργούν από κοινού για την επίτευξη ενός κοινού σκοπού οι οποίες γίνονται στο πλαίσιο της επιδίωξης ή προαγωγής του κοινού σκοπού γίνονται δεκτές ενάντια στον άλλο ή τους άλλους[25]. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Russell on Crime Vol. 3, p.166: "It is a mistake to say that a conspiracy must be proved before the acts of the alleged conspirators can be given in evidence; . that species of evidence [i.e., that of a person present when the parties conspired] is hardly ever to be adduced before a jury; but the unlawful conspiracy is to be inferred from the conduct of the parties; and if several men are seen taking several steps, all tending towards one obvious purpose, and they are seen through a continued portion of time taking steps that lead to one end, it is for the jury to say whether those persons had not combined together to bring about that end, which their conduct seems so obviously adapted to effectuate." Σχετικές με όλα τα πιο πάνω είναι και οι ακόλουθες περικοπές από το Σύγγραμμα Archbold
(2016)στις παραγράφους 33-15 και 33-14: «33-15 Mens rea is an essential element in conspiracy only in that there must be an intention to be a party to an agreement to do an unlawful act. In R. v. Anderson [1986] A.C. 27, HL, Lord Bridge said: "But, beyond the mere fact of agreement, the necessary mens rea of the crime is, in my opinion, established if, and only if, it is shown that the accused, when he entered into the agreement, intended to play some part in the agreed course of conduct in furtherance of the criminal purpose which the agreed course of conduct was intended to achieve. Nothing less will suffice; nothing more is required"(at p. 39E The point was emphasised in Yip Chiu-Cheung v. R. , 99 Cr.App.R. 406, PC, where an undercover officer who entered into an agreement to export drugs was held to have had the necessary mens rea for conspiracy. Lord Griffiths said The crime of conspiracy requires an agreement between two or more persons to commit an unlawful act with the intention of carrying it out. It is the intention to carry out the crime that constitutes the necessary mens rea for the offence. As Lord Bridge pointed out, an undercover agent who has no intention of committing the crime lacks the necessary mens rea to be a conspirator"(at p. 410). Proving the agreement 33-14 The agreement may be proved in the usual way or by proving circumstances from which the jury may presume it: R. v. Parsons
(1763)1 W.Bl. 392; R. v. Murphy
(1837)8 C. & P. 297. Proof of the existence of a conspiracy is generally a "matter of inference, deduced from certain criminal acts of the parties accused, done in pursuance of an apparent criminal purpose in common between them» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας συνίσταται στη συμφωνία δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Η συμφωνία δεν είναι τίποτα άλλο παρά το αποτέλεσμα της εξωτερίκευσης της κρυφής πρόθεσης (secret intention) που ο καθένας έχει στο μυαλό του η οποία εκδηλώνεται μέσω της προώθησης της δια κοινών και αμοιβαίων διαβουλεύσεων οι οποίες έχουν ως κατάληξη τη συμφωνία. Επομένως δεν είναι αρκετό δύο ή περισσότερα άτομα να επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο σκοπό. Η ύπαρξη, απλώς, πρόθεσης δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Παραπέμπουμε σχετικά στα ακόλουθα αποσπάσματα από την υπόθεση Mulcahy v. The Queen,
(1868)L.R. 3 H.L. 306: "..A conspiracy consists not merely in the intention of two or more, but in the agreement of two or more to do an unlawful act, or to do a lawful act by unlawful means. So long as such a design rests in intention only, it is not indictable. When two agree to carry it into effect, the very plot is an act in itself, and the act of each of the parties, promise against promise, actus contra actum , capable of being enforced, if lawful, punishable if for a criminal object or for the use of criminal means............................. ...It is a mistake to say that conspiracy rests in intention only. It cannot exist without the consent of two or more persons, and their agreement is an act in advancement of the intention which each of them has conceived in his mind. The argument confounds the secret arrangement of the conspirators amongst themselves with the secret intention which each must have previously had in his own mind, and which did not issue in act until it displayed itself by mutual consultation and agreement." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Παρομοίως στην υπόθεση R. v. Thomson
(1966)50 Cr.App.Rep. σελ. 1, αφού επαναλήφθηκαν τα ανωτέρω, λέχθηκαν και τα εξής: "When a man makes an agreement, he assents with his mind to the offer of the other party and communicates his assent to the other party by words or conduct. For the purposes of the law of contract, the words or conduct by which a man manifests his assent are binding on him and the law does not allow him to say that his mind did not go with his conduct. The criminal law, however, is concerned with punishing wrongdoing; the essential element in any crime, other than in the limited class of absolute offences, is a guilty mind. Evidence that the accused person acted and spoke as if he was making and had made an agreement may provide cogent evidence of a guilty mind; but it is only evidence and can be rebutted by other evidence". Σχετική με τα πιο πάνω είναι και η ακόλουθη περικοπή από το Σύγγραμμα Archbold
(2016)στην παράγραφο 33-8: "Uncommunicated intentions 33-8 The offence of conspiracy cannot exist without the agreement, consent or combination of two or more persons: Mawji v. R. [1957] A.C. 126, PC; R. v. Plummer [1902] 2 K.B. 339. So long as a design rests in intention only, it is not indictable: there must be agreement. Accordingly a secret and uncommunicated intention to join an illegal enterprise, should the occasion arise, does not amount to an agreement: R. v. Scott (Valerie) , 68 Cr.App.R. 164, CA." Τα πιο πάνω αποτελούν γενικότερες αρχές οι οποίες έχουν εφαρμογή και στο ειδικότερο επίδικο αδίκημα συνωμοσίας προς καταδολίευση. Η έννοια του συστατικού στοιχείου της πρόθεσης καταδολίευσης που περιλαμβάνεται στο πιο πάνω αδίκημα δεν καθορίζεται με οποιαδήποτε ρητή πρόνοια στον Ποινικό Κώδικα. Με βάση τη σχετική αγγλική νομολογία όπως αποκρυσταλλώθηκε στην υπόθεση Welham v. D.P.P.
(1961)A.C.103, H.L. η «πρόθεση καταδολίευσης» σημαίνει πρόθεση προκλήσεως ή κίνδυνο προκλήσεως βλάβης σε ένα πρόσωπο ως αποτέλεσμα εξαπατήσεως. Η υπόθεση Welham ξεκαθάρισε ότι η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση ή στον κίνδυνο πρόκλησης οικονομικής ζημιάς στο θύμα της απάτης αλλά καλύπτει γενικά και οποιαδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα, έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσεως. Επισημαίνεται δε ότι προηγούμενες αγγλικές αποφάσεις στις οποίες λέχθηκε ότι η πρόθεση καταδολίευσης σημαίνει πρόθεση να προκληθεί βλάβη σε δικαίωμα ιδιοκτησίας (proprietary right) ενός προσώπου ή οικονομική ζημιά αναφέρθηκαν «εν παρόδω» (obiter). Κρίνουμε σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραπέμψουμε στο Σύγγραμμα Archbold 2016 παρ.17-62 και 17-63 όπου συνοψίζεται αυθεντικά, κατά την άποψη μας, η ερμηνεία της επίμαχης φράσης: «17-62 (
  1. a)"To defraud" or to act "fraudulently" is dishonestly to prejudice or to take the risk of prejudicing another's right, knowing that you have no right to do so: Welham v. DPP [1961] A.C. 103, HL ....The word "dishonestly" is inserted in deference to opinions, mostly obiter, expressed in several cases (e.g. R. v. Sinclair , 52 Cr.App.R. 618, CA; Wai Yu Tsang v. R. [1992] 1 A.C. 269, PC). In the leading case of Welham, however, there is no mention of any need to tell the jury that they must be satisfied that the accused was acting dishonestly. It is submitted that the reason for this is that their Lordships considered it beyond argument that intentionally to take the risk of prejudicing another's right, knowing that there is no right to do so, is dishonest. In Scott v. Metropolitan Police Commr [1975] A.C. 819, HL, Lord Diplock suggested, obiter, that where the intended victim of a conspiracy to defraud is a private individual, the purpose of the conspirators must be to cause economic loss; this view is inconsistent with Welham and has been rejected by the Court of Appeal (R. v. Alsop , 64 Cr.App.R. 29) and the Privy Council (Wai Yu Tsang v. R., ante). In general, fraudulent conspirators neither desire nor foresee loss or injury to another; the fraud consists in taking the risk of injuring another's right which the accused know they have no right to take. 17-63 (
  2. b)It is not confined to a risk of possible injury resulting in economic loss, though most cases do involve this: Welham v. DPP, ante; Adams v. R. [1995] 2 Cr.App.R. 295, PC. In Scott, ante, Lord Diplock also suggested, obiter, that where the intended victim of a conspiracy to defraud is a private individual, the risk must be of economic loss. It is submitted, however, that this is wrong as being inconsistent with Welham (see per Lord Radcliffe at p. 124, and per Lord Denning at p. 131) and with the obiter opinion of the remainder of their Lordships in Scott (see per Viscount Dilhorne at p. 839). Where, however, an allegation of conspiracy to defraud is based on economic loss, it is necessary for the prosecution to prove that the victim had a right or interest which was capable of being prejudiced either by actual loss or by being put at risk: Adams v. R., ante". Ανάλυση του όρου πρόθεση καταδολίευσης (intent to defraud) έγινε στην Ioannou v. The Police
(1985)2 C.L.R. 14 όπου αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η αγγλική υπόθεση Welham (ανωτέρω) σύμφωνα με την οποία η έννοια του εν λόγω όρου δεν συνεπαγόταν ούτε περιορίζετο στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς στο θύμα. «......................................................... The important thing about this definition is that it is not limited to the idea of economic loss, nor to the idea of depriving someone of something of value. It extends generally to the purpose of fraud and deceit. Put shortly, 'with intent to defraud' means 'with intent to practise a fraud' on someone or other. It need not be anyone in particular someone in general will suffice. If anyone may be prejudiced in any way by the fraud, that is enough". In Rex v. Allsop [1977] 64 Cr. App. R. 29 (C.A.) in which the appellant was convicted of conspiracy to defraud by false hire purchase applications, Shaw, L.J. in deliver­ing the judgment of the Court of Appeal dismissing the appeal, said the following at page 31: «Generally the primary objective of fraudsmen is to advantage themselves. The detriment that results to their victims is secondary to that purpose and in­cidental. It is 'intended' only in the sense that is a contemplated outcome of the fraud that is perpetrated. If the deceit which is employed imperils the economic interest of the person deceived, this is sufficient to constitute fraud even though in the event no actual loss is suffered and notwithstanding that the deceiver did not desire to bring about an actual loss». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Εν σχέσει με κάποιες αναφορές των Κ.3 και 4 στις ανακριτικές τους καταθέσεις, Τεκμήρια 155, 171, 172, 174 και 127 και 128 αντίστοιχα θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι καταθέσεις που γίνονται από ένα κατηγορούμενο δεν αποτελούν αποδεικτική μαρτυρία εναντίον συγκατηγορούμενων του ιδιαίτερα σε ένα τέτοιο ενδιάμεσο στάδιο και ούτε δύναται τώρα το Δικαστήριο να τις λάβει υπόψιν επειδή υπάρχει πιθανότητα να υιοθετηθούν ενόρκως σε μελλοντικό στάδιο. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Keane, The Modern Law of Evidence 5η έκδοση
(2000), σελ. 385-386[26], εξαίρεση αποτελούν οι υποθέσεις συνωμοσίας όταν, ωστόσο, υπάρχουν ισχυρισμοί ή δηλώσεις ή πράξεις ενός συνωμότη οι οποίες αντιστοίχως λέγονται ή εκτελούνται για υλοποίηση του κοινού σκοπού οπότε και γίνονται αποδεκτές εναντίον του άλλου συνωμότη για να αποδείξουν τη φύση και την έκταση της συνωμοσίας, νοουμένου ότι υπάρχει κάποια άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία για τη συνωμοσία[27]. Καταληκτικά όσον αφορά στο θέμα της στοιχειοθέτησης συνωμοσίας παραπέμπουμε στο Σύγγραμμα Kenny's Outlines of Criminal Law, 9η έκδοση όπου στις σελ. 431-432 αναφέρεται ότι: ".it rarely happens that the actual fact of the conspiring, can be proved by direct evidence, since such agree­ments are usually entered into both swiftly and secretly. Hence they ordinarily can be proved only by an inference from the subsequent conduct of the parties, in committing some overt acts which tend so obviously towards the alleged unlawful result as to suggest that they must have arisen from an agreement to bring it about". Σε σχέση με την Κατηγορία 2 που αφορά στους Κ.1 και 4 έχει δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός (Τεκμήριο Β) ότι ο Κ.4 ανακρινόμενος προφορικά ανέφερε ότι αυτοί είχαν συνεργασία σχετικά με πιστοποιητικά που εξέδιδε για άλλα άτομα είτε επειδή ήταν παχύσαρκα είτε επειδή ήταν μεγάλης ηλικίας. Επίσης ο Κ.4 στην Ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 127) ανέφερε πως ήταν αυτός που εξέδωσε την ιατρική βεβαίωση, ερυθρό 7 του Τεκμηρίου 72 (Απάντηση 21). Σχετική είναι επίσης η Απάντηση 8 στην Ανακριτική του κατάθεση Τεκμήριο
  1. Περαιτέρω ο Μ.Κ.22 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η Μελού Ασπρή ουδέποτε επισκέφτηκε τον Κ.4 και ότι δεν είχε διαβήτη, ούτε καρδιοπάθεια και δεν υπήρξε ποτέ υπέρβαρη, ο δε Κ.4 σε σχέση με άλλη ιατρική βεβαίωση (Ερυθρό 19 του Τεκμηρίου 77) που αφορούσε στο ίδιο πρόσωπο ανέφερε ότι η Κ.1 του είχε ζητήσει να την εκδώσει. Ο Κ4 ανέφερε στην Ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 127) ότι η Κ.1 του είχε ζητήσει την έκδοση ιατρικών βεβαιώσεων για να παραδοθούν στο Τμήμα Μετανάστευσης (Απαντήσεις 8 & 9). Θεωρούμε συνεπώς από τα πιο πάνω ότι υπάρχει επαρκής μαρτυρία ώστε οι Κ.1 και Κ.4 να κληθούν σε απολογία στην Κατηγορία
  2. Αναφορικά με τις Κατηγορίες 165, 166, 170 και 171 οι οποίες αναφέρονται σε συνωμοσία προς καταδολίευση μεταξύ της Κ.1 και του Μ.Κ.22 (πρώην Κ.2) αποτελεί κατάληξη μας ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.22 σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 65, Ερυθρά 17, 14, 19, 20 και 32 (Raj Kumar) Τεκμήριο 66, Ερυθρά 63 - 69, 73, 78, 81, 82, 83, 84, 92, 93, 94 και 95 (Bara Singh) Τεκμήριο 72, Ερυθρά 31, 29, 28, 19, 18 - 11, 10, 9, 8 και 3 (Gurinder Singh M.K.6) αρκούν για στοιχειοθέτηση εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της Κ.1 στις Κατηγορίες 165, 166 και
  3. Όσον αφορά στην Κατηγορία 171 όμως, η μοναδική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας ήταν από τον Μ.Κ.22 ο οποίος σε σχέση με το Ερυθρό 20 του Τεκμηρίου 68 (Jagjeet Singh Chahal) εξέφρασε απλώς την πεποίθηση ότι η σύζυγος του δεν υπέγραψε τέτοιο έγγραφο. Ο Μ.Κ.22 ανέφερε πως η σύζυγος του ουδέποτε ανέλαβε τα έξοδα του αλλοδαπού που αναφερόταν στο σχετικό έγγραφο. Κατ' επέκταση για την Κατηγορία 171 δεν έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κ.
  4. Η Κατηγορία 89 αναφέρεται σε συνωμοσία προς καταδολίευση μεταξύ της Κ.1 και του Κ.
  5. Από τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 (πρώην Κ.6) σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 67, Ερυθρά 3, 9, 10, 12 και 31 κρίνουμε ότι έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για την εν λόγω Κατηγορία. Οι Κατηγορίες 167, 168 και 169 αφορούν συνομωσία προς καταδολίευση μεταξύ της Κ.1 και του Κ.
  6. Στην ανακριτική του κατάθεση Τεκμήριο 172 ερωτηθείς για τον Balraj Kumar ο Κ.3 αναφέρει ότι με την Κ.1 έκαναν δύο αιτήσεις για τη γιαγιά του Ελένη Ανδρέου στις οποίες αυτός υπέγραφε στο σημείο υπογραφής με το όνομα της γιαγιάς του. Αίτηση έκαναν επίσης στο όνομα της γιαγιάς της γυναίκας του Σωτήρας Παπαγεωργίου. Αναγνώρισε δε τις υπογραφές του σε έγγραφα που περιέχονται στους διοικητικούς φακέλους των Balraj Kumar Τεκμήριο 73, Gurpreet Singh Τεκμήριο 78 και Mandeep Sharma Τεκμήριο
  7. Ειδικότερα σε σχέση με την Κατηγορία 167 επισημαίνουμε πως υπάρχει μαρτυρία ότι: § Η αίτηση Μ58 κατατέθηκε στις 19/6/14 στο Τμήμα Μετανάστευσης (ερυθρό 32 Τεκμηρίου 73) από τον Κ.3 (ερυθρά 31 & 32 Τεκμηρίου 73). § Η άδεια εισόδου του αλλοδαπού που εκδόθηκε στις 23/6/14 παραλήφθηκε από τον Κ.3 ( ερυθρό 33 Τεκμηρίου 73) § Η Ελένη Ανδρέου ουδέποτε επισκέφθηκε τον γιατρό Ταπανίδη (Ανακριτική κατάθεση Κ.3- Τεκμήριο 172). § Αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός πως ο Balraj Kumar δεν γνωρίζει την Ελένη Ανδρέου και ουδέποτε εργάστηκε σε αυτή. Αναφορικά με την Κατηγορία 168 επισημαίνουμε περαιτέρω την ύπαρξη μαρτυρίας περί το ότι: § Η αίτηση Μ58 κατατέθηκε στο Τμήμα Μετανάστευσης στις 20/2/14 (ερυθρό 33 Τεκμηρίου 78) από τον Κ.3 (ερυθρά 31 & 32 Τεκμηρίου 78) § Η άδεια εισόδου του αλλοδαπού που εκδόθηκε στις 10/3/14 παραλήφθηκε από τον Κ.3 § Η Ελένη Ανδρέου ουδέποτε επισκέφθηκε τον γιατρό Ταπανίδη και η ιατρική βεβαίωση δεν είναι αληθής. Σε σχέση με την Κατηγορία 169 επισημαίνεται η αναφορά του Κ.3 στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 172) ότι η αίτηση Μ58 (ερυθρά 28 & 27 Τεκμηρίου 80) κατατέθηκε από τον ίδιο και ότι η άδεια εισόδου παραλήφθηκε από τον ίδιον. Επίσης ότι υπάρχει μαρτυρία πως η Σωτήρα Παπαγεωργίου ουδέποτε επισκέφθηκε τον εν λόγω γιατρό. Επισημαίνεται ακόμη η μαρτυρία του αλλοδαπού Mandeep Sharma, Μ.Κ.33, ότι δεν γνωρίζει την εργοδότρια που αναγραφόταν στην άδεια εισόδου του και ότι δεν εργάστηκε ποτέ σε αυτή. Τέλος επισημαίνεται πως στους φακέλους Τεκμήρια 21, 14 & 20 που παραδόθηκαν από την Μαρία Σολωμού ως φάκελοι που ανήκαν στην Κ.1 περιέχονται έγγραφα που αφορούσαν τους αλλοδαπούς των Τεκμηρίων 73, 78 &
  8. Δεδομένης της πιο πάνω μαρτυρίας κρίνουμε ότι έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για τους Κ.1 και Κ.3 στις Κατηγορίες 167, 168 και
  9. Η Κ.1 αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες Συνωμοσίας προς διάπραξη Κακουργήματος, ήτοι τις Κατηγορίες 16 και
  10. Σε σχέση με την Κατηγορία 16, αυτή αφορά σε συνομωσία με τον Μ.Κ.22 (πρώην Κ.2) για τη διάπραξη του αδικήματος της πλαστογραφίας. Από τη μαρτυρία του Μ.Κ.22 είναι η κατάληξη μας ότι η Κατηγορία αυτή έχει στοιχειοθετηθεί στον βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό. Το ίδιο ισχύει και για την Κατηγορία 90 η οποία αφορά σε συνωμοσία με τους Μ.Κ.22 και Μ.Κ.3 (πρώην Κ.2 και Κ.6) από την προφορική μαρτυρία αυτών ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Κ.1 επίσης αντιμετωπίζει δύο Κατηγορίες Συνωμοσίας προς διάπραξη Πλημμελήματος, τις Κατηγορίες 17 και
  11. Η Κατηγορία 17 αφορά σε συνωμοσία με τον Μ.Κ.22 (πρώην Κ.2) για τη διάπραξη του αδικήματος της εξασφάλισης άδειας εισόδου αλλοδαπού δια ψευδών παραστάσεων. Η Κατηγορία 91 αφορά σε συνωμοσία με τους Μ.Κ.22 και Μ.Κ.3 (πρώην Κ.2 και Κ.6) για τη διάπραξη του αδικήματος της εξασφάλισης άδειας εισόδου αλλοδαπού δια ψευδών παραστάσεων. Η μαρτυρία των Μ.Κ.22 και Μ.Κ.3, χωρίς βέβαια να αξιολογείται στο στάδιο αυτό, αρκεί για τη στοιχειοθέτηση εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της Κ.
  12. Νομιμοποίηση Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Το επίδικο αδίκημα βασίζεται στο Άρθρο 4
(1)(α) (ιιι) του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι) του 2007 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «4.
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, προβαίνει σε οποιασδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες: ..................................... (iii) αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία˙ ..................................... διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ
(500000)ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, και με φυλάκιση πέντε ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ
(50000)ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω.» Από το λεκτικό του εν λόγω Άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι: · Γνώση του κατηγορούμενου ή υποχρέωση για γνώση αυτού, ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. · Απόκτηση ή κατοχή ή χρήση τέτοιας περιουσίας. «Έσοδο» σύμφωνα με το Άρθρο 2 του ίδιου Νόμου σημαίνει οποιασδήποτε μορφής περιουσία ή οικονομικό όφελος που προήλθε άμεσα ή έμμεσα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος και περιλαμβάνει κάθε μεταγενέστερη επανεπένδυση ή μετατροπή άμεσων προϊόντων και κάθε σημαντικό όφελος. Με βάση το Άρθρο 5(α) του Ν.188(Ι)/07 γενεσιουργά αδικήματα είναι «Τα ποινικά αδικήματα τα τιμωρούμενα με ποινή φυλάκισης που υπερβαίνει το ένα έτος, ως αποτέλεσμα των οποίων προήλθαν έσοδα, τα οποία δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες όπως ορίζεται στο άρθρο 4». Μετά την αναστολή της Κατηγορίας 106, τέτοιας φύσης Κατηγορία αντιμετωπίζει μόνο ο Κ.10, την Κατηγορία 133 για το ποσό των €2.
  1. Όπως όμως προκύπτει από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στην παρούσα, σε σχέση με τις Κατηγορίες 104 και 160 οι οποίες αφορούσαν τα γενεσιουργά αδικήματα εμπορίας ενηλίκου προσώπου και λαθρεμπορίου μετανάστη αντίστοιχα δεν έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, πράγμα που συμπαρασύρει και την Κατηγορία για Νομιμοποίηση Εσόδων από το γενεσιουργό αδίκημα. Συνεπώς ούτε και στην Κατηγορία 133 έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Παράνομη Λειτουργία Ιδιωτικού Γραφείου Εξεύρεσης Εργασίας Σύμφωνα με το Άρθρο 29 (α) του περί Ιδιωτικών Γραφείων Εξευρέσεως Εργασίας Ν.126(Ι)/2012: «
  2. Πρόσωπο που - (α) λειτουργεί ιδιωτικό γραφείο εξεύρεσης εργασίας χωρίς την εξασφάλιση της προβλεπόμενης άδειας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου· (β) .......... (γ) ......... (δ) ......... είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές». Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η Κ.1 ουδέποτε είχε άδεια για λειτουργία ιδιωτικού γραφείου εξευρέσεως εργασίας[28]. Από την ενώπιον μας μαρτυρία, χωρίς βεβαίως να προβαίνουμε σε αξιολόγηση αυτής, θεωρούμε ότι υπάρχει μαρτυρία τόσο από τους παραπονούμενους Μ.Κ.2, 4, 6 και 7 όσο και από τον Μ.Κ.22 ότι η Κ.1 που να στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση στην Κατηγορία 134 εναντίον της Κ.
  1. Κατηγορίες Πλαστογραφίας και Κυκλοφορίας Πλαστών Εγγράφων Οι επίδικες Κατηγορίες βασίζονται στα Άρθρα 331, 333 (α) και 335 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Ο ορισμός της πλαστογραφίας δίδεται από το Άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  3. Σύμφωνα με το Άρθρο αυτό, πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πλαστογραφίας είναι λοιπόν τα εξής: (α) ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου, (β) με σκοπό καταδολίευσης Το πότε καταρτίζεται πλαστό έγγραφο εντοπίζεται στις διατάξεις του Άρθρου 333 του Κεφ.
  4. Ειδικότερα, το εδάφιο (α) του Άρθρου αυτού στο οποίο στηρίζονται οι επίδικες Κατηγορίες διαλαμβάνει ότι καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως ον ό,τι δεν είναι στην πραγματικότητα. Θεωρούμε πως το Αγγλικό κείμενο του Ποινικού Κώδικα, που ήταν το επίσημο κείμενο πριν από τη μετάφραση του στην Ελληνική, αποδίδει με περισσότερη σαφήνεια το νόημα της παραγράφου αυτής. Αυτό έχει ως ακολούθως: "Any person makes a false document, who (α) makes a document purporting to be what in fact it is not.." Σε καλύτερη Ελληνική απόδοση θα μπορούσε να διαβάζεται έτσι ώστε να περιλάμβανε την κατασκευή εγγράφου το οποίο εμφανίζεται να είναι κάτι που στην πραγματικότητα δεν είναι. Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό σχετικό είναι το απόσπασμα από την Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65, σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200[29], defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Όπως παρατηρείται στο σύγγραμμα Russel on Crime 10th Ed. Vol. 2, 1953, σελ. 1219, και επιβεβαιώθηκε μεταξύ άλλων και στην Αγγλική απόφαση R. v. More
(1987)1 W.L.R. 1578 και στο πλαίσιο ερμηνείας του Άρθρου 9
(1)του Forgery and Counterfeiting Act 1981[30], για να είναι πλαστό ένα έγγραφο πρέπει να λέγει ένα ψέμα για τον εαυτό του. Για παράδειγμα να παρουσιάζεται να έχει γίνει από ένα πρόσωπο που δεν το κατάρτισε ή να φαίνεται ότι έγινε υπό περιστάσεις που στην πραγματικότητα δεν ισχύουν[31]. Στην υπόθεση R. v. Donnelly 79 Cr.App.R. 76 CA[32] ο Διευθυντής ενός χρυσοχοείου ετοίμασε και υπέγραψε μια γραπτή εκτίμηση αναφορικά με είδη χρυσαφικών που καταγράφονταν σε σχετικό πίνακα. Στην εκτίμηση αυτή υπήρχε δήλωση ότι ο εφεσείων είχε εξετάσει τα συγκεκριμένα είδη χρυσαφικών και ότι τα αναγραφόμενα ποσά αποτελούσαν την αξία τους για σκοπούς ασφάλισης τους. Η εκτίμηση αυτή αποσκοπούσε στο να εξαπατήσει μια ασφαλιστική εταιρεία εφόσον στην πραγματικότητα κανένα είδος χρυσαφικών δεν υπήρχε για σκοπούς εκτίμησης. Κρίθηκε πως το εν λόγω έγγραφο συνιστούσε πλαστό έγγραφο εφόσον αυτό παρίστανε πως αποτελούσε εκτίμηση κατόπιν εξέτασης συγκεκριμένων χρυσαφικών που δεν υφίσταντο. Όπως τονίσθηκε στη σελ.78 της πιο πάνω υπόθεσης: "This valuation purported to be made after the appellant had examined the items of jewellery set out in the schedule. He did not make it after examining these items because they did not exist. That which purported to be a valuation after examination of items was nothing of the kind: it was a worthless piece of paper. . This purported valuation was a forgery." Παρόμοια υπήρξε η προσέγγιση και στην υπόθεση Mahube v. The State 2007
(3)BLR 850 (HC) στην οποία μας παρέπεμψε η κα Κυθραιώτου όπου στο πλαίσιο ερμηνείας ταυτόσημης πρόνοιας με τη δική μας[33] έντυπο επιβεβαίωσης (verification form) το οποίο συμπληρώθηκε από τον εφεσείων όπου πιστοποιείτο η παραλαβή αγαθών για σκοπούς αποδέσμευσης του ποσού πληρωμής τους κρίθηκε πλαστό εφόσον δεν είχε στην πραγματικότητα διενεργηθεί εξέταση και πιστοποίηση παραλαβής των αγαθών. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την εν λόγω υπόθεση: "In my view para (a) of s 341 envisages as making a false document, the making of a document in circumstances in which it was not in fact made. In the present appeal, the procedure for making a valid verification letter required a physical and visual inspection of the goods, that is, a physical and visual ascertainment that all the goods purchased by the entrepreneur have been delivered and received by him. These are the circumstances in which a verification form had to be completed. If the appellant did not inspect the goods and did not satisfy herself that all the goods had been delivered and received or noted that some of the goods had not been delivered but nonetheless completed the verification form to the effect that all the goods had been delivered, her verification form would be a false document because it would not have been made in circumstances in which it purports to have been made." Το Άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα δημιουργεί τεκμήριο «πρόθεσης καταδολίευσης» στις περιπτώσεις όπου: «Πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά το χρόνο όταν καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο, και το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προτίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου, ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτώταν με το πλαστό έγγραφο.» Η έννοια του συστατικού στοιχείου της πρόθεσης καταδολίευσης που περιλαμβάνεται στο πιο πάνω αδίκημα δεν καθορίζεται με οποιαδήποτε ρητή πρόνοια στον Ποινικό Κώδικα. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία[34] η πρόθεση καταδολίευσης σε σχέση με το Άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα αποδεικνύεται εφόσον οι ενέργειες του κατηγορούμενου θα μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο - να ενεργήσει σε βλάβη του. Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόθεση πρόκλησης ή στον κίνδυνο πρόκλησης οικονομικής ζημιάς στο θύμα της απάτης που προκαλείται από το πλαστό έγγραφο αλλά καλύπτει γενικά και οποιαδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα, έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσεως[35]. Στη υπόθεση Georghiou v. Republic
(1984)2 C.L.R. 65 αφού έγινε εκτενής αναφορά σε αγγλική νομολογία τονίστηκε πως η «πρόθεση καταδολιεύσεως» σε σχέση με το Άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα δεν συνεπάγεται την ύπαρξη προθέσεως προκλήσεως βλάβης σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Πέραν τούτου η βλάβη δεν περιορίζεται σε οικονομική βλάβη. Το αδίκημα της πλαστογραφίας αποδεικνύεται εφόσον η απάτη που προκαλείται με το ψεύτικο έγγραφο μπορεί να οδηγήσει κάποιο πρόσωπο - όχι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο - να ενεργήσει σε βλάβη του, όχι κατ' ανάγκη οικονομικής φύσεως. Το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου διαλαμβάνεται στο άρθρο 339 του Κεφ.154 το οποίο προνοεί τα εξής: Όποιος εν γνώσει και δολίως θέτει σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ως εάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος." Μελέτη των διατάξεων του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) Ο κατηγορούμενος εν γνώσει του ότι ένα έγγραφο είναι πλαστό, (β) το θέτει σε κυκλοφορία (γ) με δόλιο τρόπο. Εξασφάλιση Άδειας Εισόδου Αλλοδαπού στη Δημοκρατία δια Ψευδών Παραστάσεων Σύμφωνα με το Άρθρο 305 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154: «Όποιος εσκεμμένα εξασφαλίζει ή αποπειράται να εξασφαλίσει για τον εαυτό του ή άλλον, εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων». Προκύπτει ότι θα πρέπει να καταδειχθεί ότι οι Κατηγορούμενοι: § εσκεμμένα § εξασφάλισαν ή αποπειράθηκαν να εξασφαλίσουν § για τον εαυτό τους ή για άλλον § εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού § με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση. Λόγω του μεγάλου αριθμού κατηγοριών που αφορούν στα αδικήματα πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και εξασφάλιση άδειας εισόδου αλλοδαπού δια ψευδών παραστάσεων, αυτές θα εξεταστούν ως ομάδα πιο κάτω στην παρούσα. Κατηγορίες οι οποίες έχουν στοιχειοθετηθεί: Για τις πιο κάτω κατηγορίες με βάση τη μαρτυρία που θα αναφέρεται θεωρούμε ότι έχουν στοιχειοθετηθεί, στον βαθμό που απαιτείται για κλήση των Κατηγορουμένων σε απολογία, οι πιο κάτω Κατηγορίες: Κ.1 Κατηγορία 1à Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει κατατεθειμένη η ιατρική βεβαίωση Ερυθρό 7 του Τεκμηρίου 72. Επίσης στο φάκελο Τεκμήριο 3 (που παραδόθηκε από τη Μαρία Σολωμού ως φάκελος που ανήκει στην Κ.1) υπήρχαν έγγραφα που αφορούσαν την αίτηση του Τεκμηρίου 72. Λαμβάνονται επίσης υπόψη οι αναφορές του Μ.Κ.22 σε σχέση με την αίτηση του Τεκμηρίου 72 και ειδικότερα η

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.