← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χριστόδουλος Χριστοδούλου, Αρ. Υπόθεσης: 3640/2016, 31/3/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χριστόδουλος Χριστοδούλου, Αρ. Υπόθεσης: 3640/2016, 31/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3640/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Χριστόδουλος Χριστοδούλου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, «ο Κατηγορούμενος την 4.9.2013 στη Λεωφόρο Αγίου Προκοπίου στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KJF813 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή». Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και ακολούθησε ακροαματική διαδικασία. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή βασίστηκε μόνο σε παραδεκτά γεγονότα τα οποία κατατέθηκαν από κοινού και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Τα παραδεκτά γεγονότα συνίστανται στα ακόλουθα: Την 4.9.2013 και ώρα 09:10 o Α/2640 Γ. Ιωάννου, σύμφωνα με την κατάθεση του ιδίου η οποία κατατέθηκε εκ συμφώνου ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της (Τεκμήριο 1), επισκέφθηκε την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος το οποίο συνέβη την ίδια ημέρα και περί ώρα 0830 στην συμβολή της λεωφόρου Αγίου Προκοπίου με την λεωφόρο Μετοχιού και τις οδούς Αρχιεπισκόπου Μακαρίου III και Δελφών. Εμπλεκόμενοι ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής KJF813, οδηγούμενο από τον Κατηγορούμενο, και ο ποδηλάτης Alexandru Turcu. Στην παρουσία του Κατηγορουμένου και στην απουσία του ποδηλάτη έγινε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και σημειώθηκε με γράμμα «X» η περιοχή σημείου επαφής του αυτοκινήτου KJF813 με τον ποδηλάτη. Το πρόχειρο σχέδιο κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2 ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του. Με αυτό συμφώνησε εξάλλου και ο Alexandru Turcu στην κατάθεση που του λήφθηκε μεταγενέστερα (Τεκμήριο 7). Ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του κατατέθηκε επίσης συμμετρικό σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 3). Το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της μέρας και ο καιρός ήταν αίθριος. Η άσφαλτος ήταν στεγνή. Η λεωφόρος Αγίου Προκοπίου είναι διπλής κατευθύνσεως με όριο ταχύτητας 50 ΧΑΩ. Κατά μήκος της λεωφόρου Αγίου Προκοπίου μέχρι και το σημείο του δυστυχήματος υπάρχει νησίδα η οποία διαχωρίζει τις δύο κατευθύνσεις. Στην κατεύθυνση που κινείτο ο κατηγορούμενος υπάρχουν τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Βάσει της σήμανσης, οι οδηγοί που κινούνται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας υποχρεωτικά κατευθύνονται αριστερά στην οδό Αρχιεπισκόπου Μακαρίου III, ενώ οι οδηγοί που κινούνται στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας υποχρεωτικά κατευθύνονται ευθεία προς την οδό Δελφών. Τέλος οι οδηγοί που κινούνται στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας υποχρεωτικά κατευθύνονται δεξιά προς την λεωφόρο Μετοχιού. Ο κατηγορούμενος κινείτο στην μεσαία λωρίδα, δηλαδή με πρόθεση να κατευθυνθεί ευθεία προς την οδό Δελφών. Ο ποδηλάτης κινείτο από την λεωφόρο Μετοχιού με κατεύθυνση προς την διασταύρωση με την λεωφόρο Αγίου Προκοπίου δηλαδή βρισκόταν δεξιά ως η πορεία του Κατηγορουμένου. Ο ποδηλάτης κατευθύνθηκε προς την λεωφόρο Αγίου Προκοπίου και παρέμεινε στην διάβαση πεζών η οποία ξεκινά από την γραμμή στάσης της Λεωφόρου Αγίου Προκοπίου και εκτείνεται για μικρή απόσταση προς το μέσο της διασταύρωσης. Ο ποδηλάτης είχε σκοπό να διασταυρώσει την λεωφόρο Αγίου Προκοπίου και να κατευθυνθεί απέναντι προς την οδό Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ. Ποδηλατώντας στην διάβαση έφτασε μέχρι την μέση της λεωφόρου Αγίου Προκοπίου όπου υπάρχει η κτιστή νησίδα που αναφέρθηκε πιο πάνω και περίμενε εκεί μέχρι να σταματήσουν τα αυτοκίνητα για να περάσει απέναντι. Σε κάποια στιγμή, ένα αυτοκίνητο αγνώστων στοιχείων που κινείτο κατά μήκος της Αγίου Προκοπίου με κατεύθυνση ίδια με του κατηγορουμένου «κρατώντας» όμως την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με πρόθεση δηλαδή να κατευθυνθεί στην λεωφόρο Μετοχίου, σταμάτησε και έδωσε προτεραιότητα στον ποδηλάτη για να περάσει απέναντι. Αφού ο ποδηλάτης πέρασε μπροστά από το αυτοκίνητο αυτό διανύοντας απόσταση 4,40 μέτρων από την κτιστή νησίδα και ενώ βρισκόταν κατά 1,20 μέτρα ως η πορεία του εντός της νοητής προέκτασης της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας της λεωφόρου Αγίου Προκοπίου, δέχθηκε χτύπημα από το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος που κινείτο ως αναφέρθηκε πιο πάνω. Η ορατότητα του Κατηγορουμένου, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, ήταν πέραν των εκατό

(100)μέτρων σε ευθεία πορεία, δηλαδή προς την οδό Δελφών, αφού αυτή δεν εμποδίζεται από οτιδήποτε. Σε σχέση όμως με την πορεία που ακολουθούσε ο ποδηλάτης, η ορατότητα του ήταν περιορισμένη αφού στην κτιστή νησίδα που υπάρχει και διαχωρίζει τις δύο κατευθύνσεις υπάρχουν δέντρα. Περαιτέρω, η ορατότητα του και πάλι σε σχέση με την πορεία που ακολουθούσε ο ποδηλάτης, εμποδιζόταν από το αυτοκίνητο αγνώστων στοιχείων το οποίο προπορευόταν του ιδίου και το οποίο ως αναφέρθηκε ήδη, κινείτο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Η ορατότητα του ποδηλάτη σε σχέση με την πορεία που ακολουθούσε το αυτοκίνητο KJF813 ήταν επίσης πάρα πολύ περιορισμένη αφού προς τα αριστερά ως η πορεία που ακολουθούσε υπήρχαν δέντρα και αφού σταμάτησε το αγνώστων στοιχείων αυτοκίνητο για να του δώσει προτεραιότητα του περιόριζε την ορατότητα προς την λεωφόρο Αγίου Προκοπίου, από την κατεύθυνση δηλαδή που κινείτο το αυτοκίνητο KJF813 που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Κατά το χρονικό σημείο του δυστυχήματος, ο φωτεινός σηματοδότης ως η πορεία του Κατηγορουμένου ήταν πράσινος. Τούτο επιβεβαιώνεται και από την αυτόπτη μάρτυρα Έλενα Αντωνίου η οποία επιβεβαιώνει και τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος οι οποίες εκτέθηκαν πιο πάνω (βλ. Τεκμήριο 8). Το αυτοκίνητο KJF813 υπέστη ζημιές στο μπροστινό μέρος και ειδικότερα στον προφυλακτήρα, γρίλια, καπό και ανεμοθώρακα (βλ. Τεκμήριο 4). Το ποδήλατο υπέστη ζημιές στην αριστερή πλευρά από την επαφή με το αυτοκίνητο KJF813 (βλ. Τεκμήριο 9). Από το δυστύχημα τραυματίστηκε ο ποδηλάτης ο οποίος μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου αφού έτυχε των σχετικών εξετάσεων και Α Βοηθειών, παρέμεινε για περαιτέρω νοσηλεία, αφού διαπιστώθηκε πως έφερε κάταγμα αριστερού ποδιού. Σε ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο στις 25.11.2013, ο τελευταίος ανέφερε ότι η ταχύτητα του ήταν γύρω στα 40 ΧΑΩ. Φτάνοντας στην διασταύρωση το φως ήταν πράσινο, και το αυτοκίνητο που κινείτο πιο μπροστά από τον ίδιο σταμάτησε. Ο Κατηγορούμενος συνέχισε κανονικά την πορεία του, ελαττώνοντας ακόμα περισσότερο την ταχύτητα του. Φτάνοντας στη διάβαση πεζών, εντελώς ξαφνικά είδε μπροστά του να κινείται από τα δεξιά του ένας ποδηλάτης τον οποίο δεν μπορούσε να αντιληφθεί προηγουμένως λόγω του ύψους του αγνώστου αυτοκίνητου και της βλάστησης στη νησίδα. Ήταν πολύ ξαφνικό και παρά την προσπάθεια που έκανε πατώντας τα φρένα δεν μπόρεσε να σταματήσει χωρίς να χτυπήσει τον ποδηλάτη. Χτύπησε τον ποδηλάτη και το αυτοκίνητο του ακινητοποιήθηκε μετά την διάβαση πεζών. Το αυτοκίνητο που σταμάτησε και είχε δώσει προτεραιότητα στον ποδηλάτη να διασταυρώσει έφυγε από την σκηνή του δυστυχήματος. Την ίδια μέρα, ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KJF813 στην λεωφόρο Προκοπίου στην Λευκωσία χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «Δεν παραδέχομαι. Εκινούμουν με χαμηλή ταχύτητα και το φως για την πορεία μου ήταν πράσινο». Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο κατηγορούμενος εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει και απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, η οποία υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και συναφώς εισηγήθηκε όπως ο κατηγορούμενος κληθεί σε απολογία. Η θέση της ήταν ότι ο κατηγορούμενος μπορούσε να αντιληφθεί τον ποδηλάτη να έρχεται από δεξιά ως η πορεία του, λόγω του ύψους του ποδηλάτη σε συσχετισμό με το ύψος του αυτοκινήτου αγνώστων στοιχείων. Τα όσα ανέφεραν οι δύο πλευρές για υποστήριξη των θέσεων τους είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 515. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν: (α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Σε διαφορετική περίπτωση είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Εξετάζεται επομένως μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της (βλ. R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062). Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Ο κατηγορούμενος στην παρούσα κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Η υποχρέωση της προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428). Στην περίπτωση διασταυρώσεων που ρυθμίζονται από φώτα τροχαίας η απόδοση ευθύνης είναι ζήτημα γεγονότων σε κάθε περίπτωση και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε κανόνας δικαίου. Η αμέλεια κρίνεται με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Ένας οδηγός ο οποίος εισέρχεται σε διασταύρωση, έστω και αν το φως στην πορεία του είναι πράσινο έχει υποχρέωση να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές να το πράξει και αφού εισέλθει και μετά θα πρέπει να προχωρήσει σε αυτή λαμβάνοντας τη μέγιστη δυνατή επιμέλεια και να στρέψει τη προσοχή του σε άλλα οχήματα που είχε δει να εισέρχονται στη διασταύρωση (βλ. Radburn v. Kemp
(1971)3 ALL E.R 249, Mιχαήλ Φοινικαρίδης & Άλλη v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Joseph Eva Ltd v. Reeves [1938] 2 ALL ER 115). Παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Στην προκειμένη περίπτωση έχω την άποψη ότι δεν τέθηκε καμία μαρτυρία σε σχέση με την παράλειψη του Κατηγορουμένου να δει κάτι το οποίο ήταν ορατό. Αντιθέτως με βάση τα παραδεκτά γεγονότα η ορατότητα του σε σχέση με την πορεία που ακολουθούσε ο ποδηλάτης, ήταν περιορισμένη αφού στην κτιστή νησίδα που υπάρχει και διαχωρίζει τις δύο κατευθύνσεις της λεωφόρου Αγίου Προκοπίου υπάρχουν δέντρα. Περαιτέρω, η ορατότητα, εμποδιζόταν από το αυτοκίνητο αγνώστων στοιχείων το οποίο προπορευόταν του κατηγορουμένου και το οποίο ως αναφέρθηκε ήδη, κινείτο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Η θεμελίωση της αμέλειας του κατηγορουμένου απαιτεί την απόδειξη ότι παρέλειψε να εκπληρώσει κάποιο καθήκον ήτοι να δει κάτι που ήταν απλά ορατό και ότι η πιθανότητα κινδύνου ήταν εύλογα αντιληπτή και παρέλειψε να λάβει ενέργειες προφύλαξης. Η μη αποφυγή της σύγκρουσης δεν συνεπάγεται από μόνη της αμέλεια (βλ. Παππάς ν. Ναθαναήλ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 275). Η θέση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της Κατηγορούσας αρχής ότι ο Κατηγορούμενος μπορούσε να δει τον ποδηλάτη πάνω από το όχημα αγνώστων στοιχείων δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία. Στην Νικολάου Κατελίτσα ν. Φλώρας Κ. Χριστοφή και Άλλων,
(2007)1 Α.Α.Δ. 838, το Εφετείο εξέτασε το κατά πόσον η ύπαρξη ενός σταθμευμένου οχήματος πίσω από το οποίο η ανήλικη πεζή επιχείρησε να διασταυρώσει, δημιουργούσε για όσους οδηγούσαν σ' εκείνο το δρόμο τη υποχρέωση να επιδείξουν αυξημένο επίπεδο εγρήγορσης. Λέχθηκε, ότι η γνώση ενός οδηγού ότι κατά μήκος της διαδρομής που ακολουθεί, υπάρχει κάποιου είδους προσέλκυση για μια τάξη ανθρώπων (όπως π.χ. η ύπαρξη ενός πάρκου με παιχνίδια για παιδιά ή υπεραγοράς για ενήλικες), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δημιουργεί ένα αυξημένο επίπεδο εγρήγορσης. Στην υπόθεση Βάσω Ανδρέου και Νίκος Ανδρέου ν. Άντρης Πηλέα, ανηλίκου, δια των ασκούντων τη γονική μέριμνα Μιχάλη Πηλέα, πατρός και Χρυστάλλας Πηλέα, μητρός αυτής
(2000)1 Α.Α.Δ. 459, η εφεσείουσα ξεπρόβαλε μέσα από μια σειρά σταθμευμένων οχημάτων και προσπάθησε να διασταυρώσει τρέχοντας το δρόμο από τα αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματος της εφεσίβλητης, το οποίο οδηγείτο με μια ταχύτητα 20 ΧΑΩ. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η γνώση της ύπαρξης υπεραγοράς και παιδότοπου δεν μπορούσε να οδηγήσει σε ένα αυξημένο επίπεδο επιμέλειας και προσοχής για την εφεσίβλητη. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο Κατηγορούμενος δεν εκπλήρωσε τα καθήκοντα που του αναλογούσαν κατά τον δεδομένο τόπο χρόνο και περιστάσεις. Με άλλα λόγια η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να παραθέσει μαρτυρία η οποία να καθιστά τη καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα. Έχοντας υπόψη τις συνθήκες, ο Κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί νωρίτερα ότι ο ποδηλάτης θα εισερχόταν εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας ενώ αυτό κινείτο κανονικά σε αυτή και ο φωτεινός σηματοδότης της πορείας του ήταν πράσινος. Επίσης, δεν επιβαλλόταν σε αυτόν να επιδείξει αυξημένο επίπεδο επιμέλειας και προσοχής λόγω του ότι το αυτοκίνητο αγνώστων στοιχείων βρισκόταν σταματημένο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Συνεπώς, ενόψει των δεδομένων αυτών ο κατηγορούμενος θα πρέπει να απαλλαγεί της κατηγορίας από το στάδιο αυτό, χωρίς να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του εφόσον η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Με βάση τα πιο πάνω ο κατηγορούμενους αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.