Δημοκρατία ν. Περικλή Πολυδώρου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15549/16, 31/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, A.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15549/16 Δημοκρατία v. 1. Περικλή Πολυδώρου 2. Ζαούρη Νασκιντασβίλη 3. Νικήτα Χατζηαργυρού Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 31 Μαΐου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Ματθαίου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Σ. Αργυρού Κατηγορούμενος 1 παρών Π Ο Ι Ν Η Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 9.5.17, ο Κατηγορούμενος 1 (εφεξής «ο Κατηγορούμενος») κρίθηκε ένοχος και στις πέντε κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζε για τα ακόλουθα αδικήματα: (
- i)Συνωμοσία στην Ελλάδα και στην Κύπρο προς διάπραξη κακουργήματος, και συγκεκριμένα για εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄, ήτοι κάνναβης (κατηγορία 1) (
- ii)Συνωμοσία στην Κύπρο προς διάπραξη κακουργήματος, και συγκεκριμένα για κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄, ήτοι κάνναβης (κατηγορία 2) (iii) Εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄, ήτοι κάνναβης, συνολικού βάρους 12 κιλών και 944 γρ. (κατηγορία 3) (
- iv)Κατοχή του προαναφερόμενου ελεγχόμενου φαρμάκου (κατηγορία 4) (
- v)Κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο του ίδιου φαρμάκου (κατηγορία 5). Σημειώνεται πως οι Ζαούρη Ντασκιντασβίλη και Νικήτας Χατζηαργυρού (πρώην Κατηγορούμενοι 2 και 3) είχαν παραδεχθεί σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν αντίστοιχα πλην της κατηγορίας 1 η οποία αναστάληκε για τον πρώην Κατηγορούμενο 3 και της κατηγορίας 3 η οποία αναστάληκε και για τους δύο, και τους επιβλήθηκε ποινή πριν την ακρόαση της υπόθεσης (αναφορικά με τον Κατηγορούμενο), στα πλαίσια της οποίας ο πρώην Κατηγορούμενος 3 κατέθεσε ως Μ.Κ.6. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης περιέχονται αναλυτικά στην απόφαση μας ημ. 9.5.17. Για σκοπούς επιβολής ποινής κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε τα εξής: Στις 14.12.15 στάληκαν από την Ισπανία μέσω της εταιρείας ταχυμεταφορών DHL δύο χάρτινα κιβώτια τα οποία περιείχαν συνολικά 12 κιλά και 944 γρ. κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Τα εν λόγω κιβώτια μεταφέρθηκαν μέσω Γερμανίας και Ελλάδας και κατέφθασαν τελικώς στην Κύπρο στις 15.12.15 αργά το απόγευμα. Στις 14.12.15 το βράδυ ο Κατηγορούμενος μετέβη με τον Μ.Κ.6 και με ακόμα ένα πρόσωπο στις κατεχόμενες περιοχές όπου ο Κατηγορούμενος έδωσε στον Μ.Κ.6 ένα κινητό τηλέφωνο με αριθμό κάρτας για τον ίδιο, καθώς επίσης και μια συσκευή τηλεφώνου με αριθμό κάρτας και μια κόλλα με αναγραφόμενα τα στοιχεία του φερόμενου ως παραλήπτη των κιβωτίων, ήτοι όνομα και αριθμό τηλεφώνου (ο οποίος ήταν ο ίδιος με αυτόν της δεύτερης συσκευής που έδωσε στον Μ.Κ.6). Με την επιστροφή τους στις ελεύθερες περιοχές κατά τις πρωϊνές ώρες της 15ης Δεκεμβρίου του 2015 ο Μ.Κ.6 συνάντησε τον Ευάγγελο Μαυράκη (Μ.Κ.10) εξ Ελλάδος στον οποίο έδωσε την εν λόγω συσκευή τηλεφώνου και την κόλλα. Και τούτο καθότι ο Μ.Κ.10 βρισκόταν στην Κύπρο για τον αποκλειστικό σκοπό παραλαβής των κιβωτίων με τα ναρκωτικά από τον ταχυμεταφορέα, χρησιμοποιώντας ψεύτικα στοιχεία, ήτοι το όνομα και τον αριθμό τηλεφώνου του φερόμενου ως παραλήπτη. Κατόπιν περιήγησης του Μ.Κ.10 από τον Μ.Κ.6 στην αναγραφόμενη διεύθυνση παραλαβής των κιβωτίων, ο Μ.Κ.10 διέμεινε σε ξενοδοχείο στο κέντρο της Λευκωσίας ενώ ο Μ.Κ.6 και ο Κατηγορούμενος διανυκτέρευσαν σε άλλο ξενοδοχείο. Στις 15.12.15 το πρωί, ο Μ.Κ.6 μετέφερε τον Μ.Κ.10 κοντά στη διεύθυνση παραλαβής, εν αναμονή της παραλαβής, ενώ ο Κατηγορούμενος με άλλο όχημα περιφερόταν στην περιοχή. Τελικώς, το απόγευμα ο Κατηγορούμενος ενημέρωσε τον Μ.Κ.6 πως η παραλαβή δεν θα γινόταν εκείνη τη μέρα και έτσι ο Μ.Κ.6 παρέλαβε και μετέφερε τον Μ.Κ.10 στο ξενοδοχείο του ενώ ο ίδιος και ο Κατηγορούμενος διανυκτέρευσαν πάλι στο ίδιο ξενοδοχείο. Στις 16.12.15 το πρωί πάλι ο Μ.Κ.6 οδήγησε τον Μ.Κ.10 στη διεύθυνση παραλαβής όπου γύρω στις 10:00 ο τελευταίος παρέλαβε τα κιβώτια από τον ταχυμεταφορέα κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας τους στον αριθμό που ο Μ.Κ.10 είχε λάβει από τον Μ.Κ.6 και παρουσιαζόμενος ως ο φερόμενος παραλήπτης. Μετά την παραλαβή ο Μ.Κ.10 ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον Κατηγορούμενο και τον Μ.Κ.6. O Μ.Κ.6 μετέβη με το αυτοκίνητο του εκεί όπου ο Μ.Κ.10 τοποθέτησε τα δύο κιβώτια εντός του οχήματος και έφυγε πεζός από εκεί. Ακολούθως, κατόπιν οδηγιών του Κατηγορουμένου, ο Μ.Κ.6 κατευθύνθηκε με το όχημα του προς τον χώρο στάθμευσης της υπεραγοράς Αθηαινίτη όπου θα συναντούσε τον Κατηγορούμενο ο οποίος και θα παραλάμβανε τα ναρκωτικά. Ο Μ.Κ.6 εκ λάθους εισήλθε στον χώρο στάθμευσης άλλου παρακείμενου καταστήματος, ήτοι του Sports Direct. Λόγω του ότι η όλη επιχείρηση τελούσε υπό παρακολούθηση, μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. ανέκοψαν τον Μ.Κ.10 λίγο πιο κάτω, τον Μ.Κ.6 στον χώρο στάθμευσης του καταστήματος και τον Κατηγορούμενο γύρω στις 10:30 σε σημείο κοντά στην οικία του, η οποία ας σημειωθεί βρίσκεται σε πολύ κοντινή απόσταση από τη διεύθυνση παραλαβής των κιβωτίων από τον Μ.Κ.10. Σύμφωνα με τα ευρήματα μας, ο Κατηγορούμενος συνωμότησε με άλλα πρόσωπα στην Ελλάδα και στην Κύπρο για την εισαγωγή της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών στην Κύπρο η οποία (συνωμοσία) επίσης προέβλεπε και ρύθμιζε την παραλαβή των ναρκωτικών και την παράδοση τους στον ίδιο. Αυτός είχε τον πρωταγωνιστικό και πρωταρχικό ρόλο στην όλη επιχείρηση και αυτός έδινε όλες τις οδηγίες και κατηύθυνε όλες τις ενέργειες αναφορικά με την επίδικη παραλαβή και ποσότητα η οποία προορίζετο για τον ίδιο. Μετά την ανακοπή του ο Κατηγορούμενος οδηγήθηκε στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Λευκωσίας. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 12:50-14.20 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, Τεκμήριο 72, στην οποία αρνείτο γνωριμία με τους Μ.Κ.6 και 10 και οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση. Στις 15:00 ο Κατηγορούμενος συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Ακολούθως παραλήφθηκαν από τον Κατηγορούμενο πέντε κινητά τηλέφωνα με τις κάρτες τους, Τεκμήρια 21-25. Αποτέλεσε εύρημα μας πως ένα εξ αυτών χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά για σκοπούς της επίδικης συναλλαγής. Την επομένη, ήτοι στις 17.12.15, ο Κατηγορούμενος με τους Μ.Κ.6 και 10 και άλλα πρόσωπα οδηγήθηκαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το οποίο εξέδωσε διάταγμα εξαήμερης κράτησης τους. Στις 23.12.15 αίτημα για ανανέωση της προσωποκράτησης τους απερρίφθη με αποτέλεσμα όλοι να αφεθούν ελεύθεροι. Στις 29.12.15 καταχωρίστηκε η ποινική υπόθεση αρ. 23751/15 με το ίδιο κατηγορητήριο εναντίον διαφόρων προσώπων, συμπεριλαμβανομένων του Κατηγορουμένου και του Μ.Κ.6, η οποία ορίστηκε για παραπομπή στο Κακουργιοδικείο στις 7.1.16. Κατ΄ εκείνη την ημερομηνία εμφανίστηκε μόνο ο Μ.Κ.6, ενώ για τους υπόλοιπους δεν είχε γίνει επίδοση. Η υπόθεση ορίστηκε στις 11.2.16 για παραπομπή, ημερομηνία κατά την οποία παραπέμφθηκε μόνο ο Μ.Κ.6 ενώ για τους υπόλοιπους στους οποίους δεν είχε επιδοθεί η υπόθεση αναστάληκε. Την ίδια ημερομηνία εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Κατηγορουμένου και των υπολοίπων. Η υπόθεση ορίστηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 24.2.16, πλην όμως ο Μ.Κ.6 δεν εμφανίστηκε και έτσι εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Στις 23.3.16 εκδόθηκε Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης του Κατηγορουμένου, Τεκμήριο 78. Στις 7.4.16 η υπόθεση αναστάληκε εναντίον του Μ.Κ.6 λόγω μη εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης. Στις 8.4.16 ο Κατηγορούμενος συνελήφθη στη Βουλγαρία, δυνάμει του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Κατόπιν σχετικής δικαστικής διαδικασίας έκδοσης του ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Ρούσε της Βουλγαρίας, στα πλαίσια της οποίας ο Κατηγορούμενος συγκατατέθηκε στην παράδοση του στις Κυπριακές Αστυνομικές Αρχές, στις 18.4.16 το Δικαστήριο Ρούσε εξέδωσε Απόφαση για την έκδοση του, Τεκμήριο 99. Στις 27.4.16 στις 18:15, στο αεροδρόμιο Λάρνακας, ο Κατηγορούμενος συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης και του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο, αυτός απάντησε «εντάξει». Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Είναι καλώς γνωστή η αρχή ότι το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο αποτελεί τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής την οποία θα επιβάλει (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 632, Γενικός Εισαγγελέας v. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166 και Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημ. 25.11.16). Στην παρούσα υπόθεση επισημαίνουμε πως για τα σοβαρότερα αδικήματα της εισαγωγής ναρκωτικών και της κατοχής αυτών με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, προβλέπεται ως μέγιστη ποινή αυτή της φυλάκισης διά βίου, ανεξάρτητα από το είδος των ναρκωτικών, δηλαδή αν είναι τάξεως Α΄ ή Β΄. Για το αδίκημα της απλής κατοχής ναρκωτικών τάξεως Β΄ προβλέπεται ως μέγιστη ποινή φυλάκιση 8 ετών ή χρηματική ποινή ή και οι δύο. Όσον αφορά τη συνωμοσία, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 7 έτη. Είχαμε την ευκαιρία να τονίσουμε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν σε ναρκωτικά και την ανησυχητική έξαρση διάπραξης τους στα πλαίσια επιβολής ποινής στους πρώην Κατηγορούμενους 2 και 3. Κρίνουμε σκόπιμο να την επαναλάβουμε για σκοπούς της παρούσας. Η διασπορά των ναρκωτικών αναμφίβολα ενέχει πολύ σοβαρές μέχρι και καταστροφικές συνέπειες στο κοινωνικό σύνολο, και κυρίως σε νεαρά πρόσωπα, με αντάλλαγμα το οικονομικό όφελος για τους εμπλεκόμενους στη διάδοση τους. Δυστυχώς η εισαγωγή και εμπορία ναρκωτικών αποτελεί πλέον ένα συνεχές αυξανόμενο φαινόμενο και αυτό διαπιστώνεται και μέσα από τον μεγάλο αριθμό τέτοιων υποθέσεων που καταχωρούνται ενώπιον μας. Γι΄ αυτό καθίσταται επιβεβλημένη η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από τη μάστιγα και την εξάπλωση των ναρκωτικών μέσω της επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Ο ρόλος των Δικαστηρίων στην καταπολέμηση και πάταξη αυτής της σύγχρονης μάστιγας καθίσταται ουσιαστικός, ενώ οι προσωπικές περιστάσεις του παραβάτη αποκτούν περιορισμένη βαρύτητα. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, το οποίο υιοθετήθηκε στην υπόθεση Ανδρονίκου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 404: «Τα Δικαστήρια της Κύπρου όπως και σχεδόν κάθε πολιτισμένης χώρας, επιβάλλουν ποινές προορισμένες να αποθαρρύνουν την εισαγωγή, κατοχή και διάθεση ναρκωτικών. Τα ναρκωτικά πλήττουν και συχνά ανεπανόρθωτα είναι μάλιστα που πλήττουν την υλική και ηθική ευημερία του ανθρώπου. Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται και από το ύψος τους, αποτελεί το κύριο γνώρισμά τους. Οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα αδικοπραγούντων σε αυτού του είδους των υποθέσεων λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη. Και η εξατομίκευση έχει τη θέση της. Αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή να αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας. Βλ. Παυλίδης κ.ά. v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220.» Οι ίδιες παρατηρήσεις επαναλήφθηκαν και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Αριστείδου v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 32. Όπως επισημάνθηκε στις υποθέσεις Berne v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 437 και Γενικός Εισαγγελέας v. Sak
(2005)2 Α.Α.Δ. 377, το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών καθώς επίσης και ο σκοπός για τον οποίο αυτά κατέχονται, συγκαταλέγονται ανάμεσα στους παράγοντες οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν στον καθορισμό της ποινής. Όπως επισημάναμε και στα πλαίσια επιβολής ποινής στους πρώην Κατηγορούμενους 2 και 3, κυρίαρχο στοιχείο στην παρούσα υπόθεση αποτελεί η πολύ μεγάλη ποσότητα των ναρκωτικών η οποία ανέρχεται στα 12.944 κιλά κάνναβης. Μια ανασκόπηση της πλούσιας δυστυχώς νομολογίας για τέτοιας φύσης αδικήματα καταδεικνύει ότι στις περιπτώσεις όπου η ποσότητα της κάνναβης κυμαίνεται γύρω στα 10 κιλά και κατέχεται για προμήθεια, οι ποινές κυμαίνονται μεταξύ 10-12 ετών. Ειδικότερα, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 ετών για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 9.647,4 κιλών φυτικής κάνναβης σε οργανωτή επιχείρησης εισαγωγής των ναρκωτικών στην Κύπρο. Στην Τουμάζου v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 63 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 10 ετών για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 8.957,7 κιλών φυτικής κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Στη Λαζάρου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633 το Εφετείο επικύρωσε την ποινή των 13 ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα στον εφεσείοντα, που ήταν ο ιθύνων νους, για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 9 κιλών και 803,9 γρ. κάνναβης, ενώ μείωσε την ποινή στη συγκατηγορούμενη του, η οποία απλώς μετέφερε τα ναρκωτικά από το εξωτερικό έναντι χρηματικής αμοιβής, σε 9 έτη. Ποινή 10 ετών επικυρώθηκε στην Αριστείδου v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 32, για εισαγωγή, κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 14.985,80 κιλών φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη όπου ο εφεσείων διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο. Στη Χρυσάνθου v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 221 ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος για εισαγωγή, κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 11.538,61 κιλών ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης. Ήταν 22 ετών και εισήγαγε τα ναρκωτικά βάσει οργανωμένου σχεδίου χρησιμοποιώντας προς τούτο άλλο άτομο το οποίο είχε στην κατοχή του την αποσκευή με τα ναρκωτικά. Οι συντρέχουσες ποινές των 10 ετών επικυρώθηκαν κατ΄ έφεση. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Νικήτα v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 156 στην οποία οι ποινές που επιβλήθηκαν από το Κακουργιοδικείο των 7 ετών για εισαγωγή και 10 ετών για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 19 κιλών κάνναβης μειώθηκαν σε 5 και 7 αντίστοιχα για να αντανακλούν όλες τις παραμέτρους της υπόθεσης, ήτοι ίση μεταχείριση, ομολογία, συνεργασία και πολύ περιορισμένο ρόλο. Τέλος, στη Βασιλείου v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 254 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 12 ετών για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 11.501,17 κιλών ρητίνης κάνναβης. Σημειώνεται πως σε όλες τις προαναφερόμενες υποθέσεις οι εφεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν ακρόασης. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 78/13, ημ. 8.12.14, ο εφεσείων παραδέχθηκε ενοχή, μεταξύ άλλων, για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 27.407,77 κιλών κάνναβης. Το Εφετείο έκρινε πως η ποινή των 15 ετών για τα προαναφερόμενα αδικήματα που επιβλήθηκε πρωτοδίκως έπρεπε να μειωθεί, όπως αναγνώρισαν και οι δύο πλευρές ενώπιον του, λόγω ότι του ότι το Κακουργιοδικείο είχε κάνει λανθασμένο υπολογισμό στην ποσότητα των ναρκωτικών (υπολογίζοντας την σε 36.177,76 κιλά). Στην υπόθεση Φραγκίσκου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 222/14, ημ. 25.11.15, ο εφεσείων παραδέχθηκε ενοχή για κατοχή 20 κιλών και 401 γρ. κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Ο ρόλος του ήταν αυτού του μεταφορέα και η ποινή των 12 ετών που επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο επικυρώθηκε κατ΄ έφεση. Όσον αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας χρήσιμη αναφορά γίνεται στις υποθέσεις Jovanovic v. Ασυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 635, στην οποία επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4,5 ετών σε δύο κατηγορίες για συνωμοσία προς εισαγωγή κάνναβης, κοκαΐνης, ηρωίνης και χαπιών ecstasy, και σε δύο κατηγορίες για κατοχή των ίδιων ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια. Στη Λαζάρου κ.ά. v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) 2 Α.Α.Δ. 633 επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης 5 ετών για συνωμοσία και 13 ετών για εισαγωγή, κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 9.803,9 γρ. φυτικής κάνναβης. Στη Σιβιτανίδης κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166, επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 4, 5 και 9 ετών για συνωμοσία, κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια, αντίστοιχα 15 φυτών κάνναβης οι οποίες επικυρώθηκαν κατ΄ έφεση. Βεβαίως είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή πως οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, όμως δεν αποτελούν ένα σταθερό δείκτη καθορισμού ποινής καθότι η ποινή σε κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της και του παραβάτη. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123. Στην παρούσα υπόθεση, είναι αυτονόητο και συνακόλουθα πολύ ανησυχητικό πως μια τέτοια μεγάλη ποσότητα προορίζετο προς διοχέτευση στην αγορά και μάλιστα σε ευρεία κλίμακα με αποτέλεσμα να κατέληγε στα χέρια μεγάλου αριθμού χρηστών, με απώτερο σκοπό το χρηματικό κέρδος και παραγνωρίζοντας πλήρως τη διασπορά της καταστροφής στην υγεία των συνανθρώπων των εμπόρων. Πέραν της ποσότητας των ναρκωτικών είναι επίσης ιδιαίτερα σημαντικός ο πρωταγωνιστικός ρόλος του Κατηγορουμένου στην επίδικη συναλλαγή. Όπως αναφέραμε και στην απόφαση μας ημ. 9.5.17, ο Κατηγορούμενος γνώριζε όλες τις λεπτομέρειες αναφορικά με την εισαγωγή των επίδικων ναρκωτικών, καθοδηγούσε και συντόνιζε τις διακινήσεις τόσο του ιδίου όσο και των άλλων εμπλεκομένων στις γύρω περιοχές όπου θα γινόταν η παραλαβή, προμήθευσε τους εμπλεκόμενους, ήτοι τον Μ.Κ.6 και 10, με συσκευές τηλεφώνων και αριθμούς για τον αποκλειστικό σκοπό επικοινωνίας όλων μεταξύ τους αναφορικά με την επίδικη παραλαβή, προμήθευσε τον Μ.Κ.10 με συσκευή και ξεχωριστό αριθμό για σκοπούς επικοινωνίας του ειδικά με τον ταχυμεταφορέα και παραλαβής από αυτόν των ναρκωτικών, λάμβανε ενημέρωση και πληροφόρηση για τις ενέργειες τους και κυρίως για την επίδικη παραλαβή και την διεκπεραίωση αυτής και τελικώς έδωσε οδηγίες στον Μ.Κ.6 για τη μεταφορά των ναρκωτικών σε συγκεκριμένο σημείο από όπου θα τα παραλάμβανε αυτός. Οι Μ.Κ.6 και 10 απλώς εκτελούσαν τις οδηγίες του Κατηγορουμένου στη διακίνηση των επίδικων ναρκωτικών, έναντι χρηματικής αμοιβής, ενώ την όλη ευθύνη, εποπτικό και αποφασιστικό λόγο είχε ο ίδιος. Ουσιαστικά ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τους Μ.Κ.6 και 10 οι οποίοι διακινούντο και έτσι εξέθεσαν εαυτούς για τον σκοπό διεκπεραίωσης της όλης συναλλαγής ενώ ο Κατηγορούμενος παρέμεινε «αόρατος» και εκτός σκηνικού κατά τον ουσιώδη χρόνο της παράδοσης των ναρκωτικών από τον ταχυμεταφορέα, προσπαθώντας να προστατευθεί στον μέγιστο δυνατό βαθμό έναντι ενδεχόμενης αποκάλυψης της εμπλοκής του. Τα πιο πάνω δεδομένα, όπως άλλωστε παρατηρήσαμε και στην απόφαση, αποκαλύπτουν ένα πολύ καλά οργανωμένο και προσχεδιασμένο πλάνο δράσης το οποίο περιλάμβανε την εισαγωγή των ναρκωτικών στην Κύπρο, την ανάμειξη προσώπου εξ Ελλάδος με σκοπό την παραλαβή τους από τον ταχυμεταφορέα χωρίς να αποκαλυφθεί η ταυτότητα του και τη συμμετοχή άλλου προσώπου στην Κύπρο για την εκτέλεση των οδηγιών του Κατηγορουμένου μέχρι και την παράδοση των ναρκωτικών σε αυτόν, με την ταυτόχρονη συγκάλυψη του ιδίου του Κατηγορουμένου ο οποίος βασικά θα εμφανίζετο μόνο σε κατοπινό στάδιο για την τελική παραλαβή των ναρκωτικών. Με βάση το ιστορικό μέχρι και την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, δεν διαφεύγει την προσοχή μας πως μετά που αφέθηκε ελεύθερος ο Κατηγορούμενος, και ενώ γνώριζε πως επρόκειτο να καταχωρείτο ποινική υπόθεση για παραπομπή στο Κακουργιοδικείο, αυτός ηθελημένα έφυγε για το εξωτερικό με σκοπό να αποφύγει τις συνέπειες της δικαιοσύνης με αποτέλεσμα τη διακοπή της πρώτης υπόθεσης που είχε καταχωριστεί και την έκδοση εθνικού και Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Αναμφίβολα η όποια καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης οφείλεται στη δική του συμπεριφορά όπως και των υπολοίπων Κατηγορουμένων, εφόσον είχαν όλοι εξαφανιστεί. Τούτου λεχθέντος δεν παραγνωρίζουμε πως μετά τη σύλληψη του ο Κατηγορούμενος συγκατατέθηκε στην έκδοση του στην Κύπρο για να εκδικαστεί για την παρούσα υπόθεση. Όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 245 και Gholi v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 30, παρά τη διαπιστωθείσα ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, εντούτοις το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση δεν ατονεί, νοουμένου ότι η εξατομίκευση δεν οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Αναφορικά με τις προσωπικές του συνθήκες, σύμφωνα με το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, ο Κατηγορούμενος είναι 32 ετών, ανίκανος για εργασία και λήπτης δημόσιου βοηθήματος. Πριν τη σύλληψη του διέμενε με τη συμβία του και το παιδί τους, ηλικίας τώρα 13 μηνών, σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στην Αγλαντζιά. Ο Κατηγορούμενος προέρχεται από πολυμελή διαλυμένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν δύο ετών και τη φύλαξη του ιδίου και των τριών μεγαλύτερων αδελφών του ανέλαβε η μητέρα του, ενώ έκτοτε ο πατέρας δεν διατηρεί οποιαδήποτε επικοινωνία με τα παιδιά του. Η μητέρα του είναι 63 ετών και ανίκανη για εργασία λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας και λαμβάνει δημόσιο βοήθημα. Αυτό επιβεβαιώνεται και από Ιατρική Έκθεση ημ, 10.5.17 του Ψυχίατρου Δρος Κυριάκου Βερεσιέ, την οποία παρουσίασε ο συνήγορος Υπεράσπισης, σύμφωνα με την οποία η μητέρα του Κατηγορουμένου παρουσιάζει χρόνιο πρόβλημα κατάθλιψης, είχε επίσης καρδιακό επεισόδιο και παρακολουθείται και τυγχάνει θεραπείας. Ο Κατηγορούμενος είναι ο μικρότερος από τα αδέλφια του. Ο μεγαλύτερος είναι έγγαμος και διαμένει με την οικογένεια του στη Λεμεσό. Ο δεύτερος γιος είναι άγαμος, εργάζεται και διαμένει με τη μητέρα του στην Αγλαντζιά. Η αδελφή του είναι έγγαμη και διαμένει με την οικογένεια της επίσης στην Αγλαντζιά. Οι σχέσεις μεταξύ τους περιγράφονται ως ικανοποιητικές, ενώ σύμφωνα με τη θέση του συνηγόρου ο Κατηγορούμενος δεν διατηρεί επικοινωνία με τον μεγαλύτερο αδελφό του. Ο Κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι τη Β΄ τάξη Γυμνασίου και διέκοψε λόγω οικονομικών προβλημάτων. Έκτοτε εργαζόταν ως μηχανικός μοτοσικλετών. Πήρε απαλλαγή από την εκπλήρωση της στρατιωτικής του θητείας λόγω των προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετώπιζε. Το 2007 συνήψε σχέση με κοπέλα από τη Βουλγαρία με την οποία απέκτησαν ένα παιδί. Λόγω των πιο πάνω συνθηκών αλλά και της κατάστασης του, ο Κατηγορούμενος από 14 ετών έγινε έρμαιο των μεγαλύτερων του οι οποίοι τον ενέπλεξαν στα ναρκωτικά, εξ ου και σε ηλικία 17 ετών ξεκίνησε τη χρήση κάνναβης. Σε ηλικία 19 ετών άρχισε χρήση πιο σκληρών ναρκωτικών, με αποτέλεσμα η κατάχρηση να επιδεινώσει τα ψυχολογικά του προβλήματα και να κριθεί ανίκανος για εργασία. Έτσι, από το 2009 κρίθηκε ανίκανος για εργασία και λαμβάνει κρατικό επίδομα €680 μηνιαίως ενώ συντηρείτο και από συγγενικά πρόσωπα. Ο συνήγορος του πρόσθεσε πως κατά το ίδιο έτος ο αδελφός του Κατηγορουμένου άνοιξε πρακτορείο στοιχημάτων στην Αγλαντζιά στο οποίο εργοδοτούσε τον τελευταίο και τη συμβία του. Σύμφωνα με τον συνήγορο του, ο αδελφός του Κατηγορουμένου, ο οποίος διατηρεί επίσης καζίνο στη Λεμεσό, ήταν πάντοτε στο πλευρό του και τον στήριζε τόσο οικονομικά όσο και ψυχολογικά. Τα τελευταία επτά έτη προβαίνει σε περιστασιακή χρήση ουσιών και παρακολουθείται συστηματικά από τον Δρα Βερεσιέ. Ο συνήγορος Υπεράσπισης παρουσίασε Ιατρική Έκθεση ημ. 10.5.17 και για τον Κατηγορούμενο. Από αυτή συνάγεται ότι ο Δρ Βερεσιές παρακολουθεί τον Κατηγορούμενο από τις 29.9.
- Ο Κατηγορούμενος έχει ιστορικό κατάχρησης ουσιών εξάρτησης από την ηλικία των 16 ετών και ψυχικά επακόλουθα - κατάθλιψη και άγχος, και παρουσίαζε φοβίες και κρίσεις πανικού. Τύγχανε θεραπείας με αντιμελαγχολικά και αγχολυτικά φάρμακα μέχρι και τη σύλληψη του. Κατά την κράτηση του στις Κεντρικές Φυλακές παρακολουθείται και τυγχάνει ψυχολογικής στήριξης επί εβδομαδιαίας βάσης. Χρήζει συνεχούς θεραπείας και ψυχιατρικής παρακολούθησης. Όπως αναφέρεται στην Έκθεση ημ. 12.5.17 του Δρος Σάββα Μενελάου, Κλινικού Ψυχολόγου στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, Τμήμα Φυλακών, η οποία κατατέθηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης, ο Κατηγορούμενος, με δική του πρωτοβουλία, ξεκίνησε συνεργασία με ψυχολόγο και έχει ενταχθεί στο Πρόγραμμα Απεξάρτησης από τον Φεβρουάριο του
- Ο ίδιος ζήτησε να αποκοπεί από τη χρήση ουσιών και να τύχει ψυχολογικής και συμβουλευτικής στήριξης για θέματα που τον απασχολούσαν, όπως ο εγκλεισμός του, το άγχος για τη δικαστική διαδικασία και η ανησυχία του για την οικογένεια του και κυρίως για την κόρη του. Στις μέχρι τότε δέκα συναντήσεις με τον Ψυχολόγο, ο Κατηγορούμενος είναι συνεργάσιμος, ευαισθητοποιημένος και κατανοεί και αποδέχεται την αναγκαιότητα για αυτοβελτίωση και προσωπική ανάπτυξη. Σύμφωνα με τον Δρα Μενελάου, ο Κατηγορούμενος χρήζει ψυχολογικής στήριξης για τη συναισθηματική και αγχώδη κατάσταση που παρουσιάζει. Σημειώνεται επίσης πως το ιστορικό του Κατηγορουμένου επιβεβαιώνεται και στη Ψυχιατρική Έκθεση ημ. 18.5.17 της Δρος Αγάθης Βαλανίδου, Ψυχιάτρου και Βοηθού Διευθύντριας Κλινικής - Τμήματος των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, Τμήμα Φυλακών. Η Δρ Βαλανίδου επαναλαμβάνει τη συνεργασία του Κατηγορουμένου με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας στο Τμήμα Φυλακών και την ένταξη του στο Πρόγραμμα Απεξάρτησης από τον Φεβρουάριο του
- Και η ίδια αναφέρει πως ο Κατηγορούμενος είναι συνεργάσιμος και έχει στόχο την απεξάρτηση και την ομαλή διαχείριση των οικογενειακών προβλημάτων που αντιμετωπίζει. Επενδύει στη διατήρηση ομαλών σχέσεων με τη συμβία και το παιδί του, κίνητρα τα οποία τον βοηθούν να συνεχίσει το πρόγραμμα απεξάρτησης. Κατά την κράτηση του στις Φυλακές δεν παρουσίασε άλλο τύπου ψυχοπαθολογία πέραν της εξάρτησης σε παράνομες ουσίες. Όπως έχει νομολογιακά αναγνωρισθεί τα ψυχικά προβλήματα ενός δράστη λαμβάνονται υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Μιχάλης Ψύλλας v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430 και Τράντα v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 8/16, ημ. 14.11.16. Για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής λαμβάνουμε επίσης υπόψιν πως ο Κατηγορούμενος ωθήθηκε από πολύ νεαράς ηλικίας στη χρήση ναρκωτικών. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125 «η έξις του εφεσίβλητου στα ναρκωτικά από νεαράς ηλικίας και τα ψυχολογικά του προβλήματα, ορθά λήφθηκαν υπόψη ως μετριαστικοί παράγοντες. Θα΄ πρεπε όμως να αξιολογηθούν μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των περιστατικών της υπόθεσης, και βεβαίως έχοντας κατά νου και το μέγεθος της εγκληματικής ενέργειας». Η όποια απεξάρτηση του Κατηγορουμένου αναμφίβολα αποτελεί θετικό στοιχείο το οποίο πάντοτε επικροτείται από το Δικαστήριο (βλ. Χριστοφίδης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Καρακάννας ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 463), πλην όμως στην υπό κρίση περίπτωση θεωρούμε πως αυτή αποκτά περιορισμένη βαρύτητα εφόσον ο Κατηγορούμενος δεν είναι απλός χρήστης αλλά εμπλέκεται στα αδικήματα εισαγωγής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια και μάλιστα μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών. Λαμβάνουμε επίσης υπόψιν πως πέραν της απεξάρτησης ο Κατηγορούμενος συνεργάζεται πλήρως με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας των Κεντρικών Φυλακών προς αντιμετώπιση των ψυχικών προβλημάτων του και κυρίως με στόχο την ομαλοποίηση της σχέσης του με την συμβία και την ανήλικη κόρη του. Ο συνήγορος Υπεράσπισης ανέφερε πως από τον Ιανουάριο του 2017 ο Κατηγορούμενος σταμάτησε τη λήψη αγωγής και παρακολουθεί εναλλακτική θεραπεία, ήτοι ασχολείται με ζωγραφική και παρακολουθεί διάφορα μαθήματα, και μάλιστα απέκτησε και δύο Διπλώματα στη Λογιστική και στην Τέχνη. Επίσης παρακολουθεί μαθήματα με επαγγελματία δάσκαλο με απώτερο σκοπό τη μόρφωση και την απόκτηση Απολυτηρίου. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως λαμβάνουμε υπόψιν το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος είναι χαμηλού μορφωτικού επιπέδου. Αυτό ακριβώς εννοούσε και ο συνήγορος Υπεράσπισης χρησιμοποιώντας όμως την ατυχή φράση «χαμηλού πνευματικού επιπέδου» συναρτώντας το με την ελλιπή μόρφωση. Σύμφωνα με τον συνήγορο του, μετά την κράτηση του στις Φυλακές η σχέση του με τη συμβία του έχει σχεδόν διαλυθεί. Προσπαθεί απεγνωσμένα να τη διατηρήσει αφού σκόπευαν με την επιστροφή τους στην Κύπρο να παντρευτούν, κάτι το οποίο δεν έγινε λόγω της σύλληψης του. Η ίδια δεν έχει χρήματα να πληρώνει το ενοίκιο και βασικά έχει εγκαταλείψει τον Κατηγορούμενο και τον επισκέπτεται τυπικά στις Φυλακές για να βλέπει ο ίδιος το παιδί του. Είναι όντως ενθαρρυντικό πως ο Κατηγορούμενος έχει αντιληφθεί τις αδυναμίες και δυσκολίες του και αποφάσισε να λάβει βοήθεια και στήριξη από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας προς αντιμετώπιση αυτών και με στόχο την ομαλοποίηση της σχέσης του κυρίως με την ανήλικη κόρη του. Θεωρούμε επίσης ευτυχές το γεγονός πως οι Κεντρικές Φυλακές, ως σωφρονιστικό ίδρυμα, παρέχουν επαρκή και αποτελεσματική στήριξη σε πρόσωπα όπως τον Κατηγορούμενο ο οποίος ευελπιστούμε πως με την πάροδο του χρόνου θα μπορέσει να ξεπεράσει τα προβλήματα του, να τύχει της εκπαίδευσης που δυστυχώς δεν είχε την ευκαιρία να λάβει τον κατάλληλο χρόνο και να κτίσει μια όμορφη σχέση με την συμβία του και την ανήλικη του κόρη. Παρόλο που λαμβάνουμε υπόψιν το γεγονός πως αυτός έχει μια ανήλικη κόρη και συνεκτιμούμε όλες τις προσωπικές του συνθήκες, όπως περιγράφονται ανωτέρω, εντούτοις πρέπει να υπενθυμίσουμε πως αυτές λαμβάνονται μεν υπόψιν χωρίς όμως ταυτόχρονα να αποδυναμώνεται η ανάγκη επιβολής και αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής που η φύση και η σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε επιβάλλουν. Αυτή η αρχή έχει πολύ πρόσφατα επαναληφθεί στην υπόθεση Προεστού v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 17/16, ημ. 22.5.17, στην οποία ο εφεσείων παραδέχθηκε κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 2 κιλών και 7,5 γρ. κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών. Στην έφεση έγινε εισήγηση πως αυτή ήταν υπερβολική λόγω των προσωπικών συνθηκών του, και ειδικότερα πως είναι πατέρας τριών κοριτσιών, ηλικίας 21, 20 και 16 ετών. Η μικρότερη κόρη αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, ήτοι ενετική σπαστική διπληγία με μόνιμη αναπηρία και πρόβλημα συντονισμού κινήσεων, ενώ και ο ίδιος ο εφεσείων αντιμετώπιζε σωματική αναπηρία. Το Εφετείο επικυρώνοντας την ποινή ανέφερε τα εξής: «Δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε ότι οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα των αδικοπραγούντων και σε υποθέσεις ναρκωτικών λαμβάνονται υπόψη μέσα στα πλαίσια του καθήκοντος εξατομίκευσης της ποινής. Όμως, προέχει ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής ώστε να μην εξουδετερώνεται ή να αποδυναμώνεται η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από τη μάστιγα των ναρκωτικών. (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577). Η πιο πάνω επισήμανση γίνεται ακόμη πιο σημαντική, αν ληφθεί υπόψη ακριβώς η καλπάζουσα αύξηση των υποθέσεων ναρκωτικών. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως ορθά το Κακουργιοδικείο επισημαίνει, παρά τα ελαφρυντικά που διαπίστωσε σε σχέση με τον εφεσείοντα, ειδικά την παραδοχή και τη συνεργασία του με την Αστυνομία, αλλά και τις γενικότερες προσωπικές του περιστάσεις ως άνω, κρίθηκε ότι η ποινή της φυλάκισης των 4 ετών, ήταν κατάλληλη ποινή για αδίκημα που αφορούσε εμπορία ναρκωτικών κάνναβης της πιο πάνω ποσότητας με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα, όπου το στοιχείο του κέρδους αποκτά αρνητικά βαρύνουσα σημασία. Το Δικαστήριο με ειδική μνεία επεσήμανε τα προβλήματα που ο εφεσείων αντιμετωπίζει σε σχέση ειδικά με τη θυγατέρα του, τις επιπτώσεις που θα έχει η ποινή στην εργασία και στις δυσκολίες ανεύρεσης νέας εργασίας. Όλα τα πιο πάνω λήφθησαν υπόψη και προσμετρήθηκαν ώστε να επιβληθεί με τη δέουσα αιτιολογία η πιο πάνω ποινή, σε σχέση με ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται ποινή ισόβιας κάθειρξης.» Περαιτέρω δεχόμαστε την αναντίλεκτη θέση της Υπεράσπισης και λαμβάνουμε υπόψιν την καλή διαγωγή που επιδεικνύει ο Κατηγορούμενος κατά την κράτηση του στις Κεντρικές Φυλακές και την ευγένεια και συνεργασία του με το προσωπικό και τους συγκρατούμενους του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κιλινκαρίδης v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 233/13, ημ. 22.4.15, η συμπεριφορά ενός κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του εγκλήματος, συμπεριλαμβανομένης της καλής διαγωγής του κατά την περίοδο που βρίσκεται υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές, συνεκτιμάται για σκοπούς επιβολής ποινής. Ακόμη λαμβάνουμε υπόψιν το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο συνήγορος Υπεράσπισης απέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στον παράγοντα της ίσης μεταχείρισης εφόσον πρόσωπα που εμπλέκονται στην επίδικη παράνομη δραστηριότητα δεν έχουν διωχθεί ενώ άλλα έχουν τύχει ευμενούς μεταχείρισης. Το ζήτημα της ίσης μεταχείρισης έχει πρόσφατα αναλυθεί με πολύ διαφωτιστικό τρόπο στην υπόθεση Φραγκίσκου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 22/14, ημ. 25.11.15, ως εξής: «Το Άρθρο 28.1 του Συντάγματος διασφαλίζει την ισότητα όλων των πολιτών ενώπιον της δικαιοσύνης. Στην έκταση που καλύπτει την επιβολή ποινής είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου να μεταχειρίζεται με ομοιόμορφο τρόπο όλους όσους βρίσκονται στην ίδια θέση. Αλλως η ανισότητα προκαλεί, δικαιολογημένα, αισθήματα αδικίας. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε η φράση «ίσοι ενώπιον του νόμου», δεν σημαίνει αριθμητική εξίσωση, αλλά ισότητα έναντι αυθαίρετων διακρίσεων. Όπως καθορίστηκε στην απόφαση Koukos v. Police
(1986)2 CLR 1 «για να έχει επίδραση η ανισότητα στην έφεση, η διαφορά ανάμεσα στις ποινές που επιβλήθηκαν πρέπει να είναι ουσιαστική». Περαιτέρω, η όποια ανισότητα στη μεταχείριση αδικοπραγούντων πρέπει να είναι δυσμενής και να μη στηρίζεται σε λογικά ή νομικά κριτήρια (D.A. Thomas, Principles of Sentencing, 2η έκδοση, σελ. 71). Η διαφοροποίηση στην ποινή ανόμοιων καταστάσεων δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας και δεν αποκλείονται βεβαίως εύλογες διακρίσεις που μπορεί και πρέπει να γίνονται λόγω της διαφορετικής φύσης της κάθε ξεχωριστής περίπτωσης. Όπου ένας παραβάτης διαθέτει ευεργέτημα το οποίο δεν διαθέτει άλλος συγκατηγορούμενός του καλύπτεται και από ανάλογο ελαφρυντικό, το οποίο επιβάλλεται να αντανακλάται στο ύψος και στη διαφοροποίηση της ποινής. Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως ήδη λέχθηκε, ο ρόλος του Εφεσείοντα και της Alempi ήταν ουσιαστικά ο ίδιος, τα δε ναρκωτικά σε σχέση με τη Λαζάρου (ανωτέρω) αφορούν διπλάσια ποσότητα της ίδιας Τάξεως Β. Καθοριστικό στοιχείο στην προσέγγιση του Κακουργιοδικείου κατά την επιμέτρηση της ποινής που επιβλήθηκε στην Alempi ήταν η έμπρακτη μεταμέλειά της, όπως αυτή εκφράσθηκε από την άμεση παραδοχή της και την προθυμία της να συνεργαστεί με την ΥΚΑΝ και να βοηθήσει στην εξιχνίαση της όλης υπόθεσης. Η συνεργασία της αυτή δεν εξαντλήθηκε στη συμμετοχή της στην ελεγχόμενη παράδοση των παράνομων ουσιών. Κατονόμασε το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου είχαν εισαχθεί τα ναρκωτικά και δήλωσε έτοιμη να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να δώσει μαρτυρία προς τεκμηρίωση της ενοχής όλων των εμπλεκομένων. Η πλήρης διαλεύκανση εγκληματικών δραστηριοτήτων οι οποίες περιστρέφονται γύρω από την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ιδίως η προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης των προσώπων που διαδραματίζουν πρωτεύοντα ρόλο στην εγκληματική αυτή συμπεριφορά, είναι έργο δύσκολο και πολύπλοκο. Στις πλείστες των περιπτώσεων είναι αναγκαία η αναζήτηση μαρτυρίας από πρόσωπα που εμπλέκονται στις έκνομες αυτές δραστηριότητες. Πρόσωπα που συνήθως είναι απρόθυμα να συνδράμουν τις προσπάθειες των διωκτικών αρχών. Ο φόβος τόσο για τη δική τους ασφάλεια όσο και γι΄ αυτή του στενού οικογενειακού και φιλικού τους περιβάλλοντος λειτουργεί αποτρεπτικά. Ο κίνδυνος που αναλαμβάνουν ως αποτέλεσμα της απόφασής τους να συνεργαστούν με την Αστυνομία, σε συνάρτηση με το βαθμό συνεργασίας και την έκταση και φύση των πληροφοριών που παρέχουν, θα πρέπει να συνεκτιμούνται από τα Δικαστήρια κατά το στάδιο της επιβολής ποινής στα πρόσωπα αυτά. Οσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος και όσο πολυτιμότερη είναι η συνδρομή τόσο περισσότερο θα πρέπει αυτό να αντανακλάται στο ύψος της ποινής που επιβάλλεται. Υπό το φως των πιο πάνω παρατηρήσεων, εύκολα εντοπίζεται η καταλυτική επίδραση της συνεργασίας που επέδειξε η Alempi στη διαφοροποίηση της ποινής της από αυτή του Εφεσείοντα. Αντίθετα, ο Εφεσείοντας, παρά το γεγονός ότι συνελήφθηκε επ΄ αυτοφώρω, αρνήθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου, στα αρχικά στάδια της διαδικασίας, την εμπλοκή του και τις κατηγορίες που του αποδόθηκαν. Τελικά καταχώρησε παραδοχή στις 17.9.2014, λίγο προτού αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης. .. Επικαλέστηκε περαιτέρω ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα το γεγονός ότι προκαλείται αίσθημα αδικίας στον πελάτη του, καθότι, αφενός η ποινική δίωξη εναντίον άλλου συγκατηγορούμενου διακόπηκε και αφετέρου δεν προσήχθη ενώπιον της δικαιοσύνης το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου είχαν εισαχθεί τα ναρκωτικά. Δεν μας βρίσκει σύμφωνους ούτε αυτή η προσέγγιση. Παραβλέπει, με όλο το σεβασμό, ότι, όπως εντοπίζεται στα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας ημερομηνίας 17.9.14, ο Γενικός Εισαγγελέας έδωσε οδηγίες διακοπής της διαδικασίας σε σχέση με τον πιο πάνω συγκατηγορούμενο για το λόγο ότι εντόπισε αντικειμενικές δυσκολίες στην ποιότητα της μαρτυρίας, τέτοιου βαθμού που δημιουργούσαν πρόβλημα απόδειξης των κατηγοριών. Σε σχέση με τη μη προσαγωγή του βασικού εμπλεκόμενου στην παράνομη συμπεριφορά, επίσης δεν εντοπίζουμε να οφείλεται σε ευνοϊκή μεταχείριση. Οπως φαίνεται από τα σχετικά πρακτικά, σελίδα 31, εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του, το οποίο δεν εκτελέστηκε για το λόγο ότι είναι αδύνατη η ανεύρεσή του και η πληροφόρηση που έχει η Αστυνομία είναι ότι ενδεχομένως αυτός να βρίσκεται στις κατεχόμενες περιοχές. Όπως είναι νομολογημένο, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 ΑΑΔ 257, 260: «Η μη τιμωρία τρίτου προσώπου αναμεμειγμένου σε εγκληματική δράση δεν συνιστά αφ΄ εαυτής παράγοντα μετριαστικό της ποινής. Μόνον όπου αυτή οφείλεται σε ευνοϊκή μεταχείριση του παραβάτη από την κατηγορούσα αρχή μπορεί να προσμετρήσει ως μετριαστικό στοιχείο στο πλαίσιο της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης των παραβατών.» Στην παρούσα περίπτωση, για τους λόγους που έχουμε ήδη καταγράψει, η διακοπή της διαδικασίας εναντίον του πρώην συγκατηγορούμενου και η μη δίωξη του βασικού εμπλεκόμενου, οφείλονταν αποκλειστικά στην αδυναμία απόδειξης και ανεύρεσης, αντίστοιχα.» Κατ΄ αρχάς τονίζουμε πως τα γεγονότα που λέχθηκαν για τους πρώην Κατηγορούμενους 2 και 3 για σκοπούς επιβολής ποινής σε αυτούς αναφορικά με την παρούσα υπόθεση είναι αυτά που αποκαλύφθηκαν και στα πλαίσια της ακρόασης για τον Κατηγορούμενο και αποτέλεσαν μέρος των ευρημάτων μας. Σημειώνουμε δε πως με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε κατά την ακρόαση, καθίσταται προφανές πως δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία εναντίον των πρώην Κατηγορουμένων 2 και 3 αναφορικά με τις κατηγορίες που αναστάληκαν εναντίον τους. Στην απόφαση μας επίσης γίνεται αναφορά στον λόγο της μεταφοράς του πρώην Κατηγορουμένου 3, Μ.Κ.6, από τις Κεντρικές Φυλακές όπου εξέτιε την 8ετή ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε, καθότι δέχθηκε απειλές για να μην καταθέσει στο Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και μάλιστα εκκρεμεί σχετική πειθαρχική διαδικασία περί τούτου εναντίον δεσμοφύλακα των Φυλακών. Αναμφίβολα ο ρόλος του Κατηγορουμένου σαφώς διαχωρίζεται από αυτούς των πρώην συγκατηγορουμένων του, καθότι η εμπλοκή του πρώην Κατηγορουμένου 2 περιορίστηκε στις συνωμοσίες για εισαγωγή και για κατοχή με σκοπό την προμήθεια της επίδικης ποσότητας, χωρίς ανάμειξη στα ουσιαστικά αδικήματα, ενώ ο Μ.Κ.6 παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες 2, 4 και 5, με τον μειωμένο ρόλο του μεταφορέα και εκτελεστή των οδηγιών του Κατηγορουμένου έναντι αμοιβής και κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας στα πλαίσια της ακρόασης για τον Κατηγορούμενο. Χωρίς να υποβαθμίζεται η χρησιμότητα προσώπων όπως οι πρώην Κατηγορούμενοι, στην όλη αλυσίδα μιας επιχείρησης ναρκωτικών, εντούτοις σαφώς ο πρωταγωνιστικός ρόλος του Κατηγορουμένου είναι στοιχείο το οποίο δικαιολογεί τη διαφοροποίηση στη μεταχείριση αυτού σε σχέση με τους πρώην Κατηγορούμενους 2 και 3 υπό την έννοια πως ο ιθύνων νους της όλης επιχείρησης χρήζει αυστηρότερης αντιμετώπισης. Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Είτε τα ναρκωτικά προωθούνται με σκοπό το άμεσο χρηματικό κέρδος, είτε για οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια. Η διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Αυτό, βέβαια, δεν πρέπει να ερμηνευτεί ότι σε οργανωμένους εμπόρους ναρκωτικών δεν πρέπει να επιβάλλεται αυστηρότερη ποινή από ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές, παρ' όλον ότι η διαφορά δεν είναι πάντοτε και ευδιάκριτη.» Σχετικές είναι οι υποθέσεις Gani and another v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 242, Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 67, Eminyet κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 216, Σιδερένου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 190, Νικήτα v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Sofrone κ.ά. v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ.
- Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση μας και αναγνωρίζει και η Υπεράσπιση, για την παρούσα υπόθεση εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον ακόμα ενός προσώπου το οποίο αναζητείται. Πρόκειται για τον αδελφό του Κατηγορουμένου, Μαρίνο Πολυδώρου. Όσον αφορά άλλα πρόσωπα στα οποία αναφέρθηκε ο Μ.Κ.10, αρχικά επισημαίνουμε πως τα πλείστα εξ αυτών δεν εμπλέκονται στην επίδικη συναλλαγή αλλά σε άλλες προγενέστερες οι οποίες δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση. Επιπλέον, πρόκειται για πρόσωπα των οποίων τα πλήρη στοιχεία δεν ήταν γνωστά, όπως ο Γιάννης από την Ελλάδα και ο «φαλακρός». Όσον αφορά τον Μελή Μενελάου, στην απόφαση μας αναφέρεται πως στις 23.12.15 πέραν της αίτησης για ανανέωση του διατάγματος προσωποκράτησης των υπολοίπων είχε ζητηθεί και διάταγμα προσωποκράτησης του Μενελάου το οποίο και είχε απορριφθεί. Περαιτέρω, σημειώσαμε πως στην κατοχή του βρέθηκαν συσκευές τηλεφώνου, όμως στην απουσία σύνδεσης και εμφάνισης του στις παρακολουθήσεις των προηγούμενων ημερών και τις συναφείς διακινήσεις των εμπλεκομένων, δεν μπορέσαμε να καταλήξουμε σε εύρημα περί σύνδεσης του με την υπόθεση και κυρίως με αριθμό τηλεφώνου που είχε ανευρεθεί στην κατοχή του Κατηγορουμένου κατά την σύλληψη του. Το μόνο πρόσωπο που σαφώς εμπλέκεται στην υπόθεση και δεν έχει διωχθεί είναι ο Ευάγγελος Μαυράκης, Μ.Κ.
- Όπως αναφέρεται και στην απόφαση μας, πριν κληθεί στο εδώλιο του μάρτυρος η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής δήλωσε πως ο Γενικός Εισαγγελέας αποφάσισε τη μη ποινική δίωξη του σε σχέση με την παρούσα υπόθεση και κλήθηκε μόνο ως μάρτυρας κατηγορίας. Παρόλο που δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση από τη συνήγορο για την εν λόγω απόφαση του Γενικού Εισαγγελέως, εντούτοις στην απόφαση μας παραπέμπουμε στη σχετική μαρτυρία του Υπ/μου Πανίκου Σταύρου (Μ.Κ.14), Υποδιοικητή Επιχειρήσεων της Υ.ΚΑ.Ν., και καταλήγουμε «πως μετά την εξαφάνιση όλων των Κατηγορουμένων και την σύλληψη του Κατηγορουμένου, και εφόσον η μοναδική μαρτυρία που ενέπλεκε τον τελευταίο ήταν αυτή του Μ.Κ.10, μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, ο δικηγόρος του Μ.Κ.10 αποτάθηκε στον Γενικό Εισαγγελέα και ζήτησε αναστολή της ποινικής του δίωξης και να καταθέσει μόνο ως μάρτυρας κατηγορίας, αίτημα το οποίο έγινε δεκτό (προφανώς στη βάση των νομολογηθέντων στην υπόθεση Σκορδέλλη v. Δημοκρατίας κ.ά, Ποιν. Έφ. 101-104/13, ημ 6.6.16)». Αποτέλεσε ακόμα εύρημα μας πως η Αστυνομία προέβη και ακόμα συνεχίζει τις ενέργειες της για να θέσει ενώπιον της Δικαιοσύνης όλα τα εμπλεκόμενα κατά τη θέση της πρόσωπα και αξιολόγησε τη μαρτυρία πριν προχωρήσει στη λήψη της απόφασης για τη μη δίωξη του Μ.Κ.
- Αναφορικά με τη διερεύνηση της υπόθεσης, καταλήξαμε πως δεν έχει διαφανεί πως η Αστυνομία εντελώς αυθαίρετα και αβάσιμα διερεύνησε την παρούσα υπόθεση. Χρήσιμη καθοδήγηση για το ζήτημα της ίσης μεταχείρισης αναφορικά με τη μη δίωξη παραβατών προσφέρει η υπόθεση Φλούρου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 27/15, ημ. 29.6.16, η οποία παραπέμπει και σε παλαιότερη σχετική νομολογία. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι καθοδηγητικό: «Στην Georgiou & Others v. Republic
(1986)22 CLR 109 αποφασίστηκε και στην Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 115 επιβεβαιώθηκε ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν περιορίζεται μόνο στη μεταχείριση των παραβατών από το Δικαστήριο, αλλά περιλαμβάνει και τη μεταχείρισή τους από τις εισαγγελικές αρχές. Στην Κάττου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 498, η αρχή αυτή βρήκε εφαρμογή σε σχέση με την εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα για αναστολή ποινικής δίωξης συνεργού. Εξηγήθηκε ότι η απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα να διακόψει ποινική δίωξη δεν ελέγχεται και ο σκοπός του Δικαστηρίου όταν λαμβάνει υπόψη κατά την επιβολή της ποινής τέτοιο ζήτημα, δεν είναι για να αναθεωρήσει την απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα, αλλά για να αποτιμήσει τις συνέπειες της άσκησης τέτοιας εξουσίας του Γενικού Εισαγγελέα στο δικό του έργο για επιμέτρηση της ποινής. Επί τούτου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το γεγονός ότι δεν ελέγχεται δικαστικά η άσκηση των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα βάσει του Άρθρου 113.2 δεν απαλλάττει τις δικαστικές αρχές από την υποχρέωση για αποτελεσματική εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, περιλαμβανομένης και της ισότητας που κατοχυρώνει το Άρθρο 28. Η μη δίωξη ή αναστολή της δίωξης ενός των συνεργών δεν αναιρεί το έγκλημα ούτε απαλλάσσει το δικαστήριο από την υποχρέωση επιβολής της πρέπουσας ποινής στους συνεργούς που καταδικάζονται. Επενεργεί όμως (η μη δίωξη) ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής ώστε, με την απάμβλυνση της ανισοσκέλιας στη μεταχείρηση των παραβατών, να μετριάζεται το αίσθημα αδικίας το οποίο αναπόφευκτα προκαλεί η άνιση μεταχείρηση. Η ισότητα στη μεταχείρηση έχει ως λόγο την προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης και την τιμωρία όλων που συνήργησαν στο έγκλημα. Εφόσον η δίωξη των παραβατών είναι εκτός του ελέγχου των δικαστικών αρχών, η παράλειψη δίωξης ενός από αυτούς λαμβάνεται υπόψη ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής των υπολοίπων προς απάμβλυνση του αισθήματος αδικίας που δημιουργεί η άνιση μεταχείρηση και προστασία του κοινού περί δικαίου αισθήματος.» Στην προαναφερθείσα υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας, αφού τονίστηκε η καθολικότητα της αρχής της ισότητας και διακηρύχθηκε ως η πεμπτουσία της δικαιοσύνης η ισονομία και η ισοπολιτεία, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα μέσα, τα οποία παρέχονται στο Δικαστήριο, προς αντιμετώπιση της άνισης μεταχείρισης των παραβατών από τις διωχτικές αρχές, είναι περιορισμένα. Η θεώρηση του παράγοντα αυτού, ως μετριαστικού της ποινής εκείνων που διώκονται, δεν επιφέρει την εξίσωση. Μετριάζει, όπως έχουμε τονίσει, τα αισθήματα αδικίας που προκαλεί η άνιση μεταχείριση και συντηρεί το αίσθημα δικαιοσύνης μεταξύ του κοινού. Και, στο μέτρο που της παρέχεται η ευχέρεια, η Δικαιοσύνη μεριμνά, με τα μέσα που έχει στη διάθεση της, για τη διασφάλιση ισοπολιτείας, θεμελιώδους αρχής του Συντάγματος και αναπαλλοτρίωτου δικαιώματος του ανθρώπου. Έτσι εκπληρώνει, στο μέτρο που είναι δυνατό, το καθήκον που επιβάλλει το Άρθρο 35 του Συντάγματος.» Σύντομα μετά ,η ίδια αρχή επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Λοϊζου
(2000)2 ΑΑΔ 371, ακολούθως δε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 360, όπως και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 236. Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Νικήτας ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 156 το Εφετείο μείωσε την ποινή του εφεσείοντα επί τω ότι δεν δόθηκαν από πλευράς κατηγορούσας αρχής οι λόγοι της διακοπής των κατηγοριών συγκατηγορουμένων ώστε να μπορούσε να ελεχθεί αν αυτή εδικαιολογείτο και έτσι να μην μπορούσε να ετίθετο θέμα για ευνοϊκή μεταχείριση. Το δικαίωμα του Γενικού Εισαγγελέα να διακόψει τις κατηγορίες εναντίον άλλων κατηγορουμένων χωρίς να δώσει λόγους και πάλι δεν αμφισβητήθηκε. Είπε σχετικά το Δικαστήριο: «Στην προκειμένη περίπτωση ο Γενικός Εισαγγελέας, ως είχε δικαίωμα, διέκοψε τις κατηγορίες κατά των Κατηγορουμένων 1 και 4 και, ως είχε δικαίωμα, δεν έδωσε λόγους για την ενέργειά του. Η έλλειψη λόγων όμως αφήνει τα πράγματα εκεί που ήσαν, δηλαδή ότι πρόσωπα για τα οποία εθεωρήθη ότι υπήρχε επαρκής υπόθεση εναντίον τους ώστε να κατηγορήθησαν έχουν τώρα απαλλαγεί. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει εικασίες ως προς τους λόγους της διακοπής των κατηγοριών ώστε να κρίνει αν αυτή εδικαιολογείτο και έτσι να μην μπορεί να τίθεται θέμα αντίληψης του μέσου πολίτη για ευνοϊκή μεταχείριση, οπότε η διακοπή δεν θα επενεργούσε ως μετριαστικός παράγοντας (ίδε Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257, όπου η απόσυρση των κατηγοριών οφείλετο στην αδυναμία ανεύρεσης των συγκατηγορουμένων ως εκ της διαφυγής τους στο εξωτερικό παρά τις προσπάθειες ανεύρεσης τους που καθυστέρησαν και την εκδίκαση της υπόθεσης. Η ίδια αρχή διέπει και την Παναγή v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 115, όπου εκρίθη ότι η αθώωση συγκατηγορουμένου μετά από ακρόαση διαφέρει από την απόσυρση της κατηγορίας, αφού δεν προκύπτει διαφορετική μεταχείριση εκ μέρους της εισαγγελικής αρχής, και έτσι δεν επενεργεί ως μετριαστικός παράγων).» Τα παραπάνω δίνουν απάντηση και στην εισήγηση του ευπαιδεύτου εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα επί της δικής του αντίληψης ότι δεν φαίνεται να υπήρχε επαρκής μαρτυρία για το σκοπό προμήθειας. Όπως ελέχθη και στην υπόθεση Δημοκρατίας ν. Λοϊζου, ανωτέρω, η έναρξη της ποινικής δίωξης υποδηλώνει ότι οι διωκτικές αρχές κατέχουν στοιχεία τα οποία δικαιολογούν την προσαγωγή του κατηγορούμενου ενώπιον της δικαιοσύνης. Πολύ περισσότερο, εν προκειμένω, που λόγω της ποσότητας που κατείχετο εδημιουργείτο και μαχητό τεκμήριο κατοχής με σκοπό την προμήθεια, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 30Α του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 (Ν. 29/1977, όπως τροποποιήθηκε). Η έλλειψη λόγων για την αναστολή της σοβαρότερης κατηγορίας δεν μπορεί να μετριάσει το αίσθημα αδικίας που δικαιολογημένα μπορεί να αισθάνεται ο άλλος παραβάτης, νοουμένου βέβαια ότι βρίσκεται στην ίδια θέση, εφόσον η αρχή της ισότητας επιβάλλει την ίδια μεταχείριση των ομοίων, αποκλείοντας την ταύτιση των ανομοίων. Οι διακρίσεις που κατά το Άρθρο 28.1 του Συντάγματος αποκλείονται είναι εκείνες που δεν ανάγονται σε εγγενείς διαφορές μεταξύ των υποκειμένων του δικαίου (Θεοχαρίδης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 63). Εν προκειμένω, οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των δύο παραβατών αποκαλύπτουν ομοιογενείς καταστάσεις. Είναι πρόσωπα της ίδιας ηλικίας με λευκό ποινικό μητρώο. Έχουν αμφότεροι οικογένεια και παιδιά. Μάλιστα στην περίπτωση του εφεσείοντα το Δικαστήριο αναφέρθηκε ότι αυτός υποκινήθηκε από τρίτο πρόσωπο («γνωστό εγκληματικό στοιχείο»), υποκείμενος σε εκμετάλλευση της αδήριτης οικονομικής ανάγκης στην οποία βρισκόταν μη δυνάμενος να εξεύρει χρήματα για σκοπούς θεραπείας άρρωστου παιδιού του. Πέραν τούτου, προκύπτει ότι προέβη σε άμεση παραδοχή, σε αντίθεση με τον άλλο κατηγορούμενο ο οποίος στην αρχή, στις καταθέσεις του, δεν παραδέχθηκε και ανακρινόμενος προέβαλλε διάφορους ισχυρισμούς οι οποίοι, όπως διαπιστώθηκε, δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Υπό αυτές τις περιστάσεις αν θα δικαιολογείτο διαφορετική μεταχείριση θα μπορούσε να συζητηθεί ως μεταχείριση ευνοϊκότερη για τον εφεσείοντα. Δεν θεωρούμε όμως ότι προκύπτει ουσιαστική ανομοιογένεια, εφόσον εκείνο που χαρακτηρίζει ουσιωδώς την υπόθεση είναι τελικά η καταδίκη για την κατοχή της ίδιας ποσότητας ναρκωτικών. Το Κακουργιοδικείο βεβαίως, επιβάλλοντας ποινή στον εφεσείοντα, δεν έσφαλε ούτε υπερέβη το μέτρο με τα τότε δεδομένα. Κριτήριο όμως τώρα αποτελεί το τελικό αποτέλεσμα όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, χρόνο που κρίνεται η ποινή. Για τους λόγους που εξηγήσαμε ανωτέρω κρίνουμε ότι εξ αντικειμένου έχει παραβιασθεί η αρχή της ισότητας σε σχέση με τον εφεσείοντα. Η αποκατάστασή της υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, μπορεί να επιτευχθεί με μείωση της ποινής του εφεσείοντα με τέτοιο τρόπο ώστε να τύχει της ίδιας μεταχείρισης με τον άλλο κατηγορούμενο.» Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, είναι προφανές πως ο ρόλος του Μ.Κ.10 ήταν σαφώς μικρότερος από αυτόν του Κατηγορουμένου. Όπως φαίνεται από την απόφαση μας αλλά και όσα αναφέρονται ανωτέρω, ο Μ.Κ.10 ήρθε από την Ελλάδα στην Κύπρο με αποκλειστικό σκοπό την παραλαβή των ναρκωτικών από τον ταχυμεταφορέα χρησιμοποιώντας ψεύτικα στοιχεία και παράδοση τους περαιτέρω με βάση οδηγίες. Δεχόμαστε επίσης πως για μια τόσο σοβαρή υπόθεση έγινε αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας και κρίθηκε πως η μαρτυρία του Μ.Κ.10, την οποία είχε δώσει ενόσω ακόμα υπήρχε πρόθεση δίωξης του, ήταν το «κλειδί» για να στοιχειοθετηθεί υπόθεση εναντίον του πρωτεργάτη της επίδικης συναλλαγής και ως εκ τούτου τελικώς αποφασίστηκε η μη ποινική του δίωξη και η χρήση του ως μάρτυρος κατηγορίας. Θεωρούμε πως αυτή η στάση των ανακριτικών και διωκτικών αρχών είναι βάσιμη και κατανοητή. Πλην όμως παραμένει ως γεγονός πως ένα πρόσωπο έστω και με πιο περιορισμένη ανάμειξη, εμπλεκόμενο σε αδικήματα συνωμοσίας, κατοχής και προμήθειας τόσο μεγάλης ποσότητας, δεν θα κληθεί να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των αξιόποινων πράξεων του ενώπιον της δικαιοσύνης. Αυτό είναι στοιχείο το οποίο δικαιολογημένα προκαλεί κάποιο αίσθημα αδικίας στον Κατηγορούμενο και λαμβάνεται υπόψιν κατά την επιβολή ποινής. Πριν την τελική μας κατάληξη όσον αφορά την επιβολή ποινής επιθυμούμε να σχολιάσουμε την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης πως η έλλειψη κατευθυντήριων γραμμών, όπως υπάρχουν στην Αγγλία με τα Drug Offences Definitive Guideline του Sentencing Council, προκαλεί αβεβαιότητα και ανομοιομορφία αναφορικά με τις ποινές που επιβάλλονται σε υποθέσεις ναρκωτικών σε βαθμό που προκαλείται αδικία και ελλείπει η διαφάνεια. Διαφωνούμε με αυτή την τοποθέτηση του συνηγόρου. Θεωρούμε μεν πως η ύπαρξη κατευθυντήριων γραμμών προσφέρει ένα χρήσιμο εργαλείο καθορισμού της ποινής όμως και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι αρκετά διαφωτιστική όσον αφορά το είδος, το ύψος της ποινής αλλά και όλους τους παράγοντες που διαδραματίζουν ρόλο κατά την επιβολή της ποινής ούτως ώστε ο καθορισμός αυτής να μην περιορίζεται σε στεγανά πλαίσια αλλά να διακυμαίνεται αναλόγως του συνόλου των περιστατικών της κάθε υπόθεσης. Όπως διαφαίνεται από την ανωτέρω παράθεση της νομολογίας για υποθέσεις ναρκωτικών είναι προβλεπτός ο καθορισμός του βασικού πλαισίου διακύμανσης των ποινών για υποθέσεις ναρκωτικών, αναλόγως τάξεως και ποσότητας, οι οποίες πάντοτε πρέπει να προσαρμόζονται και με τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες και με κύριο γνώμονα τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με το στοιχείο της αποτροπής να προέχει σε τέτοιες υποθέσεις καταλήγουμε πως η μόνη κατάλληλη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες, όπως αυτοί αναλύονται ανωτέρω, θα αντανακλούνται στην έκταση της ποινής η οποία θα τύχει και κάποιας μείωσης στα πλαίσια της αρχής της ίσης μεταχείρισης παραβατών. Ως εκ τούτου στον Κατηγορούμενο επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορία 1 ποινή φυλάκισης 4 ½ ετών. Στην Κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 4 ½ ετών. Στην Κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης 14 ετών. Στην Κατηγορία 4 κρίνεται σκόπιμο όπως μην επιβληθεί ποινή δεδομένου ότι τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στα γεγονότα της Κατηγορίας 5. Στην Κατηγορία 5 ποινή φυλάκισης 14 ετών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Η έκτιση της ποινής αρχίζει από τις 8.4.16 που ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση. Τα έξοδα που ανέρχονται στα €245 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Όσον αφορά τα Τεκμήρια, τα υπ΄ αριθμόν 20, 29 και 31 (χρηματικά ποσά) καθώς επίσης το 28 (ένα κινητό τηλέφωνο) να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους. Τα υπόλοιπα να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας εφόσον αναζητείται ακόμα ένα πρόσωπο. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........ Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο.