← Κύπρος

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΤΗΡΗ ν. ΣΑΒΒΑ ΛΟΪΖΟΥ ΔΗΜΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2879/2014, 23/5/2017

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΤΗΡΗ ν. ΣΑΒΒΑ ΛΟΪΖΟΥ ΔΗΜΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2879/2014, 23/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2879/2014 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΤΗΡΗ ν. ΣΑΒΒΑ ΛΟΪΖΟΥ ΔΗΜΟΥ Κατηγορούμενος 23 Μαΐου 2017 Εμφανίσεις: Για τον Παραπονούμενο: κος Λουκαϊδης Για τον Κατηγορούμενο: κος Ορφανίδης Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Παραπονούμενος Παναγιώτης Κατήρης, προωθεί την παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου Σάββα Λοΐζου Δήμου, για κατ΄ ισχυρισμό επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και για κοινή επίθεση κατά παράβαση τού άρθρου 242 του Κεφ.

  1. Προς απόδειξη της υπόθεσης του, μαρτυρία έδωσε ο ίδιος ο Παραπονούμενος. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, κατέθεσε Γραπτή Δήλωση - Έγγραφο Α. Ακολουθεί σύνοψη του περιεχομένου της Γραπτής του Δήλωσης. Ο Παναγιώτης Κατήρης, ηλικίας 56 ετών είναι κυβερνητικός ωρομίσθιος υπάλληλος στο Υπουργείο Υγείας. Στις 29/9/2010 επισκέφτηκε το γραφείο του Υπουργού Εσωτερικών στη Λευκωσία και ζήτησε από τη γραμματέα του ακρόαση. Η γραμματέας του είπε να περιμένει και θα τον ενημέρωνε κατά πόσον ο Υπουργός θα μπορούσε να τον δει. Ο Παραπονούμενος περίμενε, χωρίς να προκαλέσει φασαρία. Όταν έφυγαν οι επισκέπτες από το γραφείο του Υπουργού, χτύπησε την πόρτα και δοκίμασε να τον πληροφορήσει ότι ήθελε να τον δει. Τότε είναι η θέση του, πως εμφανίστηκε ο Κατηγορούμενος και χωρίς λόγο τον άρπαξε βίαια και χτυπώντας τον, κλωτσώντας τον και σπρώχνοντας τον επανειλημμένα με πρωτοφανή αγριότητα, χωρίς καμία πρόκληση και αντίσταση από μέρους του, τον έβγαλε έξω από το γραφείο καλύπτοντας μεγάλη απόσταση μέχρι το διάδρομο. Ενόσω ο Κατηγορούμενος τον κρατούσε, τα πόδια του δεν ακουμπούσαν στο πάτωμα και τον χτυπούσε, ως λέει, «σαν να ήταν ο χειρότερος μου εχθρός. Συμπεριφερόταν σαν μαινόμενος ταύρος και με έσερνε σαν τσουβάλι». Καταλήγει πως όταν έφτασαν στις σκάλες μετά από το διάδρομο και αφού είχε μαζευτεί πολύς κόσμος, επισκέπτες και προσωπικό τον άφησε. Πήγε αμέσως στην αστυνομία να καταγγείλει το συμβάν και μετά πήγε το τμήμα πρώτων βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Οι υπεύθυνοι του τμήματος δεν του έδωσαν ιδιαίτερη σημασία. Ξάπλωσε στο αυτοκίνητό του για περίπου μία ώρα και μετά πήγε στο Απολλώνειο Νοσοκομείο, λόγω του ότι είχε αφόρητους πόνους. Στο Απολλώνειο διαπιστώθηκε ότι είχε γίνει μετατόπιση σπονδύλου από το βίαιο σπρώξιμο και του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή. Από το πιο πάνω περιστατικό, υπέστη σωματικές βλάβες όπως, οσφυαλγία, μετατραυματική αρθρίτιδα δεξιού ισχίου και κρίση πανικού. Χρειάστηκε δε ιατροφαρμακευτική θεραπεία και φυσιοθεραπεία. Επίσης μετά το συμβάν επηρεάστηκε ψυχολογικά και υποφέρει από κρίσεις άγχους και πανικού. Όπως ο ίδιος ανάφερε μετά την ανάγνωση της Γραπτής του Δήλωσης «Από τη μέρα που έγινε το συμβάν, εγώ άσπρη μέρα στην υγεία μου δεν είδα, ούτε σωματικώς, ούτε ψυχικώς.» Τα πιο πάνω συνιστούν τους ισχυρισμούς του Παραπονομένου σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Κατά την αντεξέτασή του, ερωτήθηκε αναφορικά με την εξέταση που έτυχε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας ακολούθως της παραπομπής του από τον αστυνομικό σταθμό. Συγκεκριμένα, του υποδείχθηκε έγγραφο, το οποίο αναγνώρισε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Το Τεκμήριο 1, ημερομηνίας 29/9/2010, είναι το «παραπεμπτικό» από τον αστυνομικό σταθμό Πύλης Πάφου για εξέταση του Παραπονουμένου και στο κάτω μέρος του αναγράφεται το αποτέλεσμα της εξέτασης από το Δρ. Λόρδο Δημήτριο, σύμφωνα με το οποίο δεν παρατηρείται εξωτερική κάκωση στον Παραπονούμενο. Η θέση του Παραπονουμένου ήταν ότι θα έπρεπε να έκανε καταγγελία του συγκεκριμένου γιατρού για αμέλεια καθήκοντος. Ρωτήθηκε εάν προχώρησε η καταγγελία του εναντίον του Κατηγορουμένου. Η θέση του ήταν ότι η καταγγελία θα έπρεπε να προχωρήσει, πλην όμως έγινε «τέχνασμα» και χαθήκαν οι φάκελοι τόσο από τον αστυνομικό σταθμό, όσο και από το Υπουργείο Εσωτερικών. Η θέση του δικηγόρου της Υπεράσπισης ήταν ότι δεν προχώρησε η καταγγελία επειδή κρίθηκε ότι δεν υπήρχε αδίκημα εναντίον του Κατηγορουμένου, με τον Παραπονούμενο να αφήνει αιχμές ότι ο Κατηγορούμενος είχε τα μέσα και τη δυνατότητα να αποτρέψει την ποινική δίωξη εναντίον του. Σε ερώτηση γιατί καταχώρησε την υπό εξέταση ποινική υπόθεση η απάντησή του ήταν, γιατί ο Κατηγορούμενος καταχώρησε έφεση στην αγωγή που κέρδισε εναντίον του και γιατί ο Κατηγορούμενος στάθηκε αγνώμονας έναντί του. Είπε δε, ότι δεν θα σταματήσει ποτέ και ότι το έχει κάνει τάμα ψυχής. Με αναφορά στην καταληκτική του δήλωση κατά την κυρίως εξέταση του ότι, από την ημέρα του συμβάντος δεν είδε άσπρη μέρα, ερωτήθηκε κατά πόσο είχε και προηγουμένως κρίσεις πανικού και αρνήθηκε. Του υποδείχθηκε τότε έγγραφο το οποίο αναγνώρισε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2, πιστοποιητικό ασθενείας από το Υπουργείο Υγείας αναφορικά με τον ίδιο ημερομηνίας 5/2/2007, στο οποίο αναφέρεται ότι πάσχει από κρίσεις άγχους και του δίδεται άδεια απουσίας από την εργασία μέχρι και τις 9/2/
  3. Ο Παραπονούμενος είπε ότι εκείνο το χρονικό διάστημα είχε πένθος, λόγω του ότι έχασε τη μητέρα του και επειδή ήθελε άδεια για να τη «θάψει», πήρε την αναφερόμενη στο Τεκμήριο 2 άδεια ασθενείας. Ρωτήθηκε ακολούθως για πιο λόγο δεν παρουσίασε ιατρικά πιστοποιητικά σε σχέση με τις κατ΄ ισχυρισμό σωματικές βλάβες που υπέστη, με τον Παραπονούμενο να απαντά ότι θα παρουσιάσει τόσο ιατρικά πιστοποιητικά, όσο και ότι θα παρουσιαστούν γιατροί να δώσουν κατάθεση. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο, είπε ότι τον γνώριζε από παλαιότερα και ότι οι σχέσεις τους ήταν φιλικές. Σε ερώτηση εάν υπήρξε οποιοδήποτε άλλο επεισόδιο πριν από το συμβάν στο Υπουργείο, ο Παραπονούμενος είπε πως όχι. Του υποβλήθηκε τότε ότι η Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού, καταχώρησε άλλη ποινική υπόθεση εναντίον του για συμβάν το οποίο έγινε λίγες μέρες πριν από τα επίδικα γεγονότα. Η θέση του ήταν ότι ακριβώς εξαιτίας του γεγονότος εκείνου ήταν που επιθυμούσε να δει τον Υπουργό. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε παράπονο γείτονά του για επέμβαση του Παραπονουμένου σε ακίνητη ιδιοκτησία. Υπήρχαν δυσκολίες στην εκδίκαση της υπόθεσης και τελικά επειδή δεν αρέσουν ούτε στον ίδιο, ούτε στη γυναίκα του τα Δικαστήρια παραδέχτηκε και του επιβλήθηκε ένα μικρό πρόστιμο. Αναγνώρισε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 την εν λόγω καταδικαστική απόφαση εναντίον του. Ερωτήθηκε ακολούθως εάν πριν το επίδικο συμβάν αντιμετώπιζε άλλα προβλήματα υγείας και η απάντησή του ήταν «εμασούσα σίδερα πριν». Τον Υπουργό προσπάθησε να τον δει και σε προηγούμενες περιπτώσεις (το ζήτημα σχετιζόταν με τα γεγονότα του Τεκμηρίου 3). Του είχε στείλει και επιστολές με τις οποίες του ζητούσε ακρόαση, λάμβανε βεβαίωση παραλαβής τους από το ταχυδρομείο, αλλά ο Υπουργός, σε αντίθεση, ως ο Παραπονούμενος ισχυρίζεται, με τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, δεν του απαντούσε. Του υποβλήθηκε τότε από την πλευρά της υπεράσπισης ότι την επίδικη μέρα που επισκέφτηκε τον Υπουργό θα έκανε τα πάντα προκειμένου να τον δει. Η απάντηση του Παραπονούμενου ήταν ότι ο Υπουργός είναι υπόχρεος να βλέπει τον πολίτη και ότι δεν μπορεί να τον πετάει έξω. Είναι δημόσιος υπηρέτης και όφειλε να τον δει και όχι να πετά τον κόσμο έξω με τους «Ράμπο του» (όπως αποκάλεσε και αποκαλούσε τον Κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια της δίκης). Η θέση του ήταν ότι από ότι αντιλήφθηκε, όση ώρα περίμενε ο ίδιος να δει τον Υπουργό, ο Υπουργός πάτησε το κουμπί του και κάλεσε τον Κατηγορούμενο για να τον διώξει. Ρωτήθηκε, να αναφέρει πως κατάφερε να φτάσει μέχρι το γραφείο του υπουργού. Είπε ότι έφτασε στην πύλη και είπε ότι θέλει να δει τον υπουργό. Τότε ο υπεύθυνος της πύλης του έδωσε κάρτα και πέρασε. Έφτασε στο γραφείο του Υπουργού. Εκεί ήταν οι δυο γραμματείς του. Τους είπε ότι ήθελε να δει τον Υπουργό. Του είπαν να περιμένει, προθυμοποιήθηκαν να τον κεράσουν καφέ, αυτός δεν δέχτηκε περίμενε να τον καλέσει ο Υπουργός και αντ΄ αυτού πήγε ο «Ράμπο του». Είναι η θέση του ότι, ο Κατηγορούμενος, λόγω του ότι τον ήξερε, θα μπορούσε να αποτρέψει πολύ απλά με ένα του γνέψιμο το όλο συμβάν. Η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι, μόλις άνοιξε η πόρτα του Υπουργού και καθώς έβγαινε έξω η ιδιαιτέρα του, αυτός όρμησε να μπει μέσα στο γραφείο του Υπουργού. Ο Παραπονούμενος διαφώνησε και είπε ότι η διαβεβαίωση που έλαβε από την ιδιαιτέρα του Υπουργού ήταν ότι «Θα σας δει κύριε». Τελικά ο Κατηγορούμενος χωρίς λόγο τον έδειρε και αυτός δεν αντέδρασε καθόλου, παρά μόνο του έλεγε «ευχαριστώ κύριε Σαββάκη για τη συμπεριφορά σου» «ευχαριστώ κύριε Σαββάκη που με εξόφλησες τωρά» και όταν τον ρώτησε ο Κατηγορούμενος αν του χρωστά κάτι, ο Παραπονούμενος του απάντησε «μάλιστα κύριε, μου χρωστάς το που έγινες παλικάρι, έφαγες, δυνάμωσες και το κουστούμι που φοράς.» Στο τέλος είπε σε όλους που ήταν μπροστά «Καλή σας μέρα κυρίες και κύριοι και έφυγε». Η θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι ουδέποτε ο Κατηγορούμενος επιτέθηκε στον Παραπονούμενο, αλλά με ήπιο τρόπο τον απομάκρυνε χωρίς να του επιτεθεί ή να τον χτυπήσει, θέση την οποία απέρριψε ο Παραπονούμενος, ο Κατηγορούμενος του φώναζε «έξω ρε» και τον κτύπησε. Ο δικηγόρος της υπεράσπισης τότε του έδειξε έγγραφο το οποίο αφού ο Παραπονούμενος αναγνώρισε κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4, ήτοι, την κατάθεσή του που έδωσε εκείνη τη μέρα στον Αστυνομικό Σταθμό Πύλης Πάφου για να του υποβάλει ότι δεν έχει υποστεί κανένα τραυματισμό. Ο Παραπονούμενος απέρριψε την πιο πάνω θέση επανέλαβε δε ότι θα παρουσιαστεί μαρτυρία γιατρού. Επίσης του υποβλήθηκε ότι οι κρίσεις άγχους που ισχυρίζεται ότι προκλήθηκαν εξαιτίας του συμβάντος είναι υπαρκτά γεγονότα από το 2007, ως το Τεκμήριο
  4. Ο Παραπονούμενος επέμενε ότι το συγκεκριμένο πιστοποιητικό το πήρε γιατί δεν μπορούσε να πάρει άδεια και είχε προσωπικά ζητήματα τότε. Επίσης σε σχέση με το σπόνδυλό του, του υποβλήθηκε ότι είχε πρόβλημα και πριν το συμβάν και συμφώνησε ότι χρειάστηκε στο παρελθόν να κάνει εγχείρηση σπονδύλου, λόγω περιστατικού στο στρατό, το οποίο χρειάστηκε σε μεταγενέστερο στάδιο να αντιμετωπίσει με εγχείρηση. Η καταληκτική θέση της υπεράσπισης ήταν ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε επιτέθηκε στον Παραπονούμενο, ουδέποτε του προκάλεσε σωματικές βλάβες και ότι ήταν ο ίδιος ο Παραπονούμενος ο οποίος οχλαγωγούσε, με τον Παραπονούμενο να απορρίπτει τις πιο πάνω θέσεις. Κατά την επόμενη δικάσιμο, μετά από αίτημα του δικηγόρου του Παραπονουμένου κατατέθηκαν από την πλευρά του, τεκμήρια με επιφύλαξη της Υπεράσπισης για την αλήθεια του περιεχομένου τους, τα ακόλουθα: · Τεκμήριο 5, πιστοποιητικό ασθενείας από το Υπουργείο Υγείας, με το οποίο δίδεται άδεια στον Παραπονούμενο από 14/1/2013 μέχρι και 18/1/2013, με διάγνωση «ψυχικό νόσημα». · Τεκμήριο 6 πιστοποιητικό ασθενείας από το Υπουργείο Υγείας, με το οποίο δίδεται άδεια στον Παραπονούμενο από 11/10/2010 μέχρι και 30/10/2010, με διάγνωση «ματατραυματική αθρίτιδα». · Τεκμήριο 7 πιστοποιητικό ασθενείας από το Υπουργείο Υγείας, με το οποίο δίδεται άδεια στον Παραπονούμενο από 1/11/2010 μέχρι και 16/11/2010, με διάγνωση «αθρίτις δεξιού ισχύος». · Τεκμήριο 8 πιστοποιητικό ασθενείας από το Υπουργείο Υγείας, με το οποίο δίδεται άδεια στον Παραπονούμενο από 4/10/2010 μέχρι και 15/10/2010, με διάγνωση «κρίσεις πανικού». Μετά το πέρας των πιο πάνω μαρτύρων η πλευρά του Παραπονουμένου, δήλωσε ότι δεν θα έχει άλλο μάρτυρα. Το Δικαστήριο με βάση τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 74

(1)(γ), έκρινε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου και τον κάλεσε σε απολογία. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του κατέθεσε Γραπτή Δήλωση - Έγγραφο Β. Από 1/3/2003 μέχρι και τον Απρίλιο 2012 ήταν αποσπασμένος στο Υπουργείο Εσωτερικών, ως υπεύθυνος ασφαλείας του εκάστοτε Υπουργού Εσωτερικών. Τον Παραπονούμενο τον γνωρίζει από το
  1. Στις 29/9/2010 ήταν στο γραφείο του, το οποίο ευρίσκεται 20 μέτρα από το γραφείο του Υπουργού. Άκουσε φωνές και έντονο θόρυβο και πήγε να δει τι συμβαίνει. Εκεί είδε τον Παραπονούμενο να κρατά δύο χαρτοφύλακες να επιμένει να εισέλθει στο γραφείο του Υπουργού και τη Δόξα Κτωρίδου, ιδιαιτέρα του Υπουργού, με την Ανδρούλα Χαραλάμπους (καθαρίστρια) να προσπαθούν να τον αποτρέψουν. Προσπάθησε να ηρεμήσει τον Παραπονούμενο, αυτός όμως επέμενε να δει τον Υπουργό. Εφόσον δεν είχε προγραμματισμένο ραντεβού μαζί με τον Υπουργό, τον κάλεσε να πάνε στην Ελευθερία Σιέπη, σύμβουλο του Υπουργού, στα καθήκοντα της οποίας ήταν να βλέπει πολίτες για αντιμετώπιση ζητημάτων της αρμοδιότητας του Υπουργού. Εξήγησε ότι τα πιο πάνω γίνονταν έξω από το γραφείο του Υπουργού, στο οποίο προκειμένου να μπεις πρέπει να περάσεις από δύο πόρτες. Η πρώτη που βλέπει στο κοινό είναι πόρτα ασφαλείας και μετά ακολουθεί η δεύτερη που οδηγεί στο γραφείο του Υπουργού. Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα και έβγαινε η Χρυστάλλα Χατζηβασιλείου η πρώτη γραμματέας του Υπουργού. Και οι δύο πόρτες ήταν ανοικτές και υπήρχε οπτική επαφή με το γραφείο του Υπουργού. Πριν βγει η Χατζηβασιλείου, ο Παραπονούμενος άφησε κάτω τους χαρτοφύλακές του και προσπάθησε να μπει στο γραφείο του Υπουργού, ορμώντας στην πόρτα ασφαλείας και κτυπώντας την με τις γροθιές του. Αμέσως, τον αγκάλιασε και τον οδήγησε στο διάδρομο, εκτός του προθαλάμου του Υπουργού χωρίς να ασκήσει οποιαδήποτε βία. Όταν τον πήγε στο διάδρομο τον άφησε και ακολούθως του παρέδωσε τους χαρτοφύλακές του. Ο Παραπονούμενος τότε του είπε «θα σε σάσω καλά» και αποχώρησε συνοδεία άλλου συναδέλφου του, του Λούκα Φλωρίδη. Σημείωσε δε, πως ο Φλωρίδης ήταν υπεύθυνος στην πύλη του Υπουργείου εκείνο το πρωινό και ο Παραπονούμενος προκειμένου να εξασφαλίσει είσοδο στο Υπουργείο του είπε ότι πήγαινε στον Έπαρχο Κερύνειας. Ο κος Φλωρίδης είχε ενημερωθεί για το γεγονός ότι ο Παραπονούμενος είχε πάει στο γραφείο του Υπουργού και τον έψαχνε. Αργότερα την ίδια μέρα, λοχίας από την Πύλη Πάφου τον ενημέρωσε ότι ο Παραπονούμενος είχε κάνει καταγγελία εναντίον του και ότι του είχε δώσει και σχετικό έγγραφο για να επισκεφτεί το νοσοκομείο. Τόσο ο Κατηγορούμενος, όσο και οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι στο συμβάν έδωσαν κατάθεση. Τελικά, δεν καταχωρήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του. Ο Παραπονούμενος καταχώρησε εναντίον του αγωγή, η οποία εκδικάστηκε υπέρ του Παραπονουμένου και εκκρεμεί έφεση από τον ίδιο. Η καταληκτική του θέση ήταν ότι, ουδέποτε άσκησε βία ή επιτέθηκε στον Παραπονούμενο, αλλά ότι άσκησε τα καθήκοντά, που του είχαν ανατεθεί ως υπεύθυνος ασφαλείας του Υπουργού. Επισήμανε ότι μπορεί να γνωρίζει τον Παραπονούμενο ως φιλήσυχο άνθρωπο, δεν παύει όμως να κρατούσε δύο χαρτοφύλακες και να επιμένει να εισέλθει στο γραφείο του Υπουργού. Κατά την αντεξέτασή του, του επισημάνθηκε ότι εφόσον ό ίδιος χαρακτηρίζει τον Παραπονούμενο ως φιλήσυχο άνθρωπο και τον γνώριζε, τι κίνδυνο αποτελούσε για τον Υπουργό. Ο Κατηγορούμενος εξήγησε, ότι τον Κατήρη τον οποίο γνωρίζει ως φιλήσυχο άνθρωπο τον είδε σε έξαλλη κατάσταση έξω από το γραφείο του Υπουργού, να επιμένει να δει τον Υπουργό και ο ίδιος ως υπεύθυνος ασφαλείας έκρινε ότι το ορθό θα ήταν να τον απομακρύνει. Σημείωσε δε, ότι προκειμένου να εξασφαλίσει άδεια στο κτίριο του Υπουργείου ο Παραπονούμενος είπε ψέματα ότι θα πήγαινε στον Έπαρχο Κερύνειας. Ρωτήθηκε εάν στο περιστατικό ήταν παρούσες οι Δόξα Κτωρίδου και η Ανδρούλα Χαραλάμπους και όταν ο Κατηγορούμενος απάντησε καταφατικά του υποβλήθηκε ότι οι πιο πάνω είπαν άλλα πράγματα και ότι ο Παραπονούμενος δεν ήταν εξαγριωμένος. Ο Κατηγορούμενος δεν γνωρίζει τι είπαν οι προαναφερόμενες, αλλά εξήγησε ότι δεν χαρακτήρισε τον Παραπονούμενο εξαγριωμένο, αλλά ότι ήταν αναστατωμένος ψυχικά. Δεν εξέφρασε απειλές για το πρόσωπο του Υπουργού, αλλά ήταν ιδιαίτερα επίμονος στο αίτημά του να τον δει. Εξήγησε ότι δεν μπορεί ο οποιοσδήποτε χωρίς να έχει προηγουμένως κλείσει ραντεβού να εισέρχεται στο γραφείο του Υπουργού και να ζητά να τον δει. Είναι η θέση του ότι υπάρχουν σχετικοί κανονισμοί και κανόνες ασφαλείας τους οποίους ο Παραπονούμενος παράβηκε. Σε υποβολές ότι πήρε τον Παραπονούμενο, το έσερνε και τον κτυπούσε πάνω στα έπιπλα, ο Κατηγορούμενος απέρριψε όλες τις πιο πάνω θέσεις και επέμενε ότι απομάκρυνε τον Παραπονούμενο ως είχε καθήκον, χωρίς να ασκήσει βία. Τα πιο πάνω συνιστούν συνοπτικά τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου. Ως πρώτη μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε η Δόξα Κτωρίδου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της κατέθεσε Γραπτή Δήλωση - Έγγραφο Γ. Εργάζεται ως ιδιαιτέρα στο γραφείο του Υπουργού Εσωτερικών. Στις 29/9/2010 βρισκόταν στο γραφείο της. Για το επεισόδιο το οποίο έγινε έδωσε κατάθεση στην αστυνομία, την οποία αφού αναγνώρισε, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9 το περιεχόμενο της οποίας υιοθετεί πλήρως. Σύμφωνα με τη κατάθεσή στις 29/9/2010 ο Παραπονούμενος πήγε στο γραφείο της και ζήτησε να δει τον Υπουργό. Εκείνη την ώρα στο γραφείο του Υπουργού μέσα ήταν η άλλη του γραμματέας. Ο Παραπονούμενος είπε ότι θα περιμένει. Την ώρα που η άλλη γραμματέας έβγαινε από το γραφείο του Υπουργού, ο Παραπονούμενος επιχείρησε να μπει. Εκείνη την ώρα έμπαινε ο Κατηγορούμενος και του είπε ότι δεν μπορεί να μπει χωρίς άδεια, αλλά ο Παραπονούμενος επέμενε να δει τον Υπουργό. Ο Κατηγορούμενος προσπάθησε με ήρεμο τρόπο να τον απομακρύνει, επειδή όμως ο Παραπονούμενος δεν έφευγε, τον πήρε από τους ώμους και τον απομάκρυνε. Σε καμία περίπτωση καταλήγει, ο Κατηγορούμενος κτύπησε τον Παραπονούμενο ή χρησιμοποίησε βία εναντίον του. Κατά την αντεξέτασή της, είπε ότι εργάζεται στο Υπουργείο τα τελευταία 34 χρόνια. Της ζητήθηκε να περιγράψει τη διαρρύθμιση του γραφείου του Υπουργού και εξήγησε ότι υπάρχει διάδρομος, ακολουθεί πόρτα, προθάλαμος (όπου υπήρχε καθιστικό για τους επισκέπτες και ένα μικρό γραφειάκι για τους οδηγούς του Υπουργού), μετά υπάρχει πόρτα και είναι το γραφείο των δύο ιδιαιτέρων του Υπουργού και ακολουθούν δύο πόρτες που οδηγούν στο γραφείο του Υπουργού. Ο Κατηγορούμενος την επίδικη μέρα ευρισκόταν στο γραφείο του, το οποίο ευρίσκεται στο διάδρομο δίπλα από το γραφείο του Υπουργού. Εάν υπάρχει θόρυβος στο γραφείο του Υπουργού, ο Κατηγορούμενος θα μπορούσε να τον ακούσει από το γραφείο του. Την επίδικη μέρα ο Παραπονούμενος πήγε χωρίς ραντεβού και επέμενε να δει τον Υπουργό. Η ίδια του είπε ότι δεν ξέρει εάν μπορεί να τον δει χωρίς ραντεβού και ο Παραπονούμενος επέμενε να δει τον Υπουργό. Τις όλες συζητήσεις υπολογίζει ότι τις άκουσε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος μπήκε στο γραφείο του Υπουργού και με καλό τρόπο του εξήγησε ότι δεν μπορούσε να δει τον Υπουργό, αλλά ο Παραπονούμενος επέμενε. Όταν άνοιξε η πόρτα για να βγει η ιδιαιτέρα του Υπουργού, ο Παραπονούμενος επιχείρησε να μπει στο γραφείο του Υπουργού και ο Κατηγορούμενος προσπαθώντας να τον ανακόψει από το να μπει μέσα χωρίς την άδεια του Υπουργού, τον πήρε από τις μασχάλες και τον έβγαλε έξω. Κατά την αντεξέτασή της, η πλευρά του Παραπονουμένου, διάβασε αποσπάσματα από την απόφαση στην Πολιτική Υπόθεση που καταχώρησε ο Παραπονούμενος εναντίον του Κατηγορουμένου με αναφορά στα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ο Παραπονούμενος σύρθηκε έξω από τον Κατηγορούμενο. Η μάρτυρας επέμενε ότι ουδέποτε ο Κατηγορούμενος έσυρε τον Παραπονούμενο, αλλά ότι ο Παραπονούμενος προσπάθησε χωρίς προηγούμενη άδεια να μπει στο γραφείο του Υπουργού. Ο Κατηγορούμενος οδήγησε τον Παραπονούμενο έξω και η ίδια από τη στιγμή που ανέλαβε η ασφάλεια ξαναγύρισε στη δουλειά της. Δεν ήταν ένα ασυνήθες γεγονός για να παρακολουθήσει την όλη εξέλιξή του. Χαρακτηριστικά ως ανέφερε, έτυχε στο παρελθόν πολίτης να εισέλθει με μπαλντά στο Υπουργείο. Επόμενος έδωσε μαρτυρία ο Λούκας Φλωρίδης, ο οποίος είναι ειδικός αστυφύλακας από το
  2. Το Σεπτέμβριο 2010 υπηρετούσε στην Πύλη Πάφου και ήταν αποσπασμένος στο Υπουργείο Εσωτερικών. Είχε την ευθύνη για το ποιος μπαίνει και βγαίνει στο Υπουργείο καθώς και για την ασφάλεια του κτιρίου. Γνωρίζει τόσο τον Παραπονούμενο όσο και τον Κατηγορούμενο. Εκείνη την ημέρα ο Παραπονούμενος πέρασε από μπροστά του στην πύλη και του είπε ότι θέλει να πάει στον Έπαρχο Κερύνειας, ο οποίος στεγαζόταν στο ίδιο κτίριο. Αργότερα την ίδια ημέρα δέχτηκε τηλεφώνημα για περιστατικό στο γραφείο του Υπουργού. Πήγε εκεί και είδε τον Κατηγορούμενο να οδηγεί τον Παραπονούμενο προς το μέρος του κρατώντας τον από τις μασχάλες. Την ώρα που τον οδηγούσε έξω, ο Παραπονούμενος ήταν καλά, περπατούσε κανονικά και δεν φαινόταν αναστατωμένος. Κατά την αντεξέτασή του ερωτήθηκε την ώρα που έφευγε από το γραφείο του Υπουργού ο Παραπονούμενος, σε πιο σημείο τον είδε πρώτη φορά ο μάρτυρας και απάντησε ότι τον παρέλαβε από το τελευταίο σκαλί που οδηγεί στο γραφείο του υπουργού, δηλαδή το διάδρομο που οδηγεί στο γραφείο του Υπουργού. Τρίτη μάρτυρας υπεράσπισης ήταν η Χρυστάλλα Χατζηβασιλείου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της κατάθεσε Γραπτή Δήλωση - Έγγραφο Δ. Σύμφωνα με τη Γραπτή της Δήλωση, είναι συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος και το Σεπτέμβριο 2010 εργαζόταν ως πρώτη ιδιαιτέρα γραμματέας του Υπουργού Εσωτερικών. Στις 29/9/2010 βρισκόταν στο γραφείο του Υπουργού για την πρωινή ενημέρωση και για να λάβει οδηγίες. Βγαίνοντας από το γραφείο του Υπουργού και πριν προλάβει να κλείσει την πόρτα γιατί τα χέρια της δεν ήταν ελεύθερα, συνάντησε ένα πολίτη ο οποίος προσπαθούσε να εισέλθει στο γραφείο του Υπουργού. Ήταν αρκετά επίμονος στο να μπει στο γραφείο του Υπουργού και ο φρουρός ασφαλείας του Υπουργού τον εμπόδισε από το να εισέλθει και τον οδήγησε εκτός του γραφείου, όπου τον παρέδωσε στον αστυφύλακα Λουκα Φλωρίδη. Ο Παραπονούμενος την επίδικη μέρα δεν είχε ραντεβού με τον Υπουργό. Κλήθηκε και έδωσε κατάθεση για το συμβάν στην αστυνομία. Την κατάθεσή της αυτή, την αναγνώρισε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Στην εν λόγω κατάθεση, ουσιαστικά αναφέρει τα όσα λέει και στο Έγγραφο Δ, επισημαίνοντας ότι ο Κατηγορούμενος απομάκρυνε τον Παραπονούμενο από το χώρο κρατώντας τον από τους ώμους και ότι ουδέποτε άσκησε βία εναντίον του. Ακολούθως τον παρέδωσε στον Φλωρίδη. Εξήγησε τη διαρρύθμιση του χώρου και το ότι προκειμένου να εισέλθει κάποιος στο γραφείο του Υπουργού πρέπει να περάσει από δύο πόρτες. Κατά την αντεξέτασή της ρωτήθηκε εάν έδωσε μαρτυρία στα πλαίσια της Πολιτικής Υπόθεσης και απάντησε πως όχι. Εξήγησε επίσης, ότι την ώρα που έβγαινε από το γραφείο του Υπουργού ο Παραπονούμενος προσπαθούσε να μπει στο γραφείο και ο Κατηγορούμενος παίρνοντάς τον από τις μασχάλες τον έβγαλε έξω χωρίς να χρησιμοποιήσει βία εναντίον του. Μετά από την μαρτυρία της πιο πάνω, η Υπεράσπιση είπε ότι δεν θα έχει άλλο μάρτυρα και η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Ο δικηγόρος του Κατηγορουμένου παρέδωσε γραπτό κείμενο το οποίο υιοθέτησε πλήρως και εισηγείται ότι η πλευρά του Παραπονουμένου απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της. Από την πλευρά του ο δικηγόρος του Παραπονουμένου, ισχυρίζεται ότι το επίδικο συμβάν είναι ένα παράδειγμα αστυνομικής βίας από άτομα τα οποία χρησιμοποιούν την εξουσία που τους έχει δοθεί εναντίον των πολιτών και για αυτό το λόγο θα πρέπει ο Κατηγορούμενος να τιμωρηθεί παραδειγματικά. Έχω διεξέλθει με προσοχή τις αγορεύσεις και των δύο πλευρών και εάν και εφόσον κριθεί απαραίτητο σε κατοπινό στάδιο θα γίνει ειδική αναφορά. Προχωρώ αμέσως πιο κάτω στην αξιολόγηση των μαρτύρων, έχοντας πάντοτε κατά νου τις αρχές που διέπουν τη διαδικασία αξιολόγησης της μαρτυρίας, όπως αυτές έχουν καθοριστεί από την πλούσια επί του θέματος νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Τσεκούρα ν Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.180/10, ημ. 11.10.2012, Ιωάννου ν Παλάζη 1(Α) ΑΑΔ276 κ.α. Miorage v Radivojenik
(1998)1 (Β) ΑΑΔ614, Αθανασίου και Άλλος ν Κουνούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614). O Παραπονούμενος, καθόλη τη διάρκεια που έδιδε μαρτυρία υπήρξε υπερβολικός στις θέσεις του και στις απαντήσεις του. Ήταν δε εμφανής η προσπάθειά του να παρουσιάσει ότι ο Κατηγορούμενος, εν ολίγοις, τον ξυλοκόπησε. Πλην όμως για τον ισχυρισμό του αυτό, ο οποίος αμφισβητήθηκε σφόδρα από την Υπεράσπιση, δεν προσέφερε ικανοποιητική μαρτυρία που να τον τεκμηριώνει και ούτε και η ίδια η συμπεριφορά του σύμφωνα με τα γεγονότα που ακολούθησαν το συμβάν, τεκμηριώνει τη θέση του ότι ξυλοκοπήθηκε από τον Κατηγορούμενο. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του επισήμαινε εμφαντικά ότι θα παρουσιάσει πιστοποιητικά και μαρτυρία γιατρών για τις σωματικές βλάβες που κατ΄ ισχυρισμό υπέστη, καμία τέτοια όμως μαρτυρία, παρά τις σχετικές του δηλώσεις παρουσιάστηκε. Δεν διαφεύγει την προσοχή μου ότι, ο Παραπονούμενος έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο εκδοχή διαφορετική από αυτήν που παρουσίασε στην αστυνομία όταν έδιδε κατάθεση αμέσως μετά το επίδικο συμβάν. Στη Γραπτή του Δήλωση/Έγγραφο Α, αναφέρει ότι: «Ο Κατηγορούμενος και χωρίς να τον αντιληφθώ με άρπαξε βίαια και χτυπώντας, κλοτσώντας και σπρώχνοντας με επανειλημμένα με πρωτοφανή αγριότητα χωρίς καμία πρόκληση κα αντίσταση από μέρους μου με έβγαλε από το γραφείο καλύπτοντας μεγάλη απόσταση στον απ΄ έξω διάδρομο. Όταν ο Κατηγορούμενος με κρατούσε τα πόδια μου δεν ακουμπούσαν το έδαφος και με χτυπούσε σαν να ήταν ο χειρότερος μου εχθρός. Συμπεριφερόταν σαν μαινόμενος ταύρος και με έσερνε σαν τσουβάλι». Ενώ, στο Τεκμήριο 4, το οποίο συνιστά και την κατάθεση που έδωσε ο Παραπονούμενος την ίδια μέρα στην αστυνομία, σε κανένα σημείο κάνει αναφορά στα όσα λέει με τη Γραπτή του Δήλωση. Λέει στην κατάθεσή του: «με άρπαξε από το λαιμό και τα γεννητικά όργανα σπρώχνοντάς με προς τα πίσω. Εγώ προσπαθούσα να κρατηθώ από τους καναπέδες αλλά αυτός με κολόσυρνε και με τραβούσε με αποτέλεσμα να με πάρει μέχρι το διάδρομο». Στην πρώτη του κατάθεση στην αστυνομία, αμέσως μετά το συμβάν, ουδεμία αναφορά κάνει στην πρωτοφανή αγριότητα που κατ΄ ισχυρισμό βίωσε ως το Έγγραφο Α. Εάν υπέστη το ξυλοδαρμό της φύσης που ισχυρίζεται, το εύλογο θα ήταν να το αναφέρει στην αστυνομία. Δεν είπε τίποτα τέτοιο. Αν υπέστη τον ξυλοδαρμό που ισχυρίζεται, ήτοι ο Κατηγορούμενος τον κτυπούσε σαν να ήταν ο χειρότερος του εχθρός, τότε το εύλογα αναμενόμενο θα ήταν να είχε κακώσεις. Πλην όμως ως το πιστοποιητικό του γιατρού που τον εξέτασε μετά το συμβάν, δεν παρατηρούνται εξωτερικές κακώσεις (βλ. Τεκμήριο 1). Σε σχέση δε με τις σωματικές βλάβες και ψυχικές συνέπειες τις οποίες έχει υποστεί συνεπεία του κατ΄ ισχυρισμό ξυλοδαρμού, σημειώνω ότι ως η μαρτυρία του ιδίου, τα προβλήματα στο σπόνδυλο προϋπήρχαν, όπως επίσης και ως το Τεκμήριο 2, οι κρίσεις πανικού επίσης προϋπήρχαν. Επίσης δεν πέρασε απαρατήρητη η μη πλήρης αποκάλυψη της αλήθειας σε σχέση με κάποια ζητήματα όπως και ορισμένες ανακρίβειες από τον Παραπονούμενο. Ερωτηθείς πως εξασφάλισε είσοδο στο Υπουργείο, απέκρυψε το γεγονός ότι είπε ψέματα στο Φλωρίδη, προκειμένου να εισέλθει στο Υπουργείο, ότι δηλαδή θα πήγαινε στον Έπαρχο Κερύνειας. Επίσης, στην παράγραφο 2 του Εγγράφου Α, αναφερόμενος στον Κατηγορούμενο, καταλήγει ότι «Όταν φτάσαμε στις σκάλες μετά από τον διάδρομο έξω από το γραφείο και αφού είχε μαζευτεί πολύς κόσμος, επισκέπτες και προσωπικό του Υπουργείου, με άφησε», αποκρύβοντας το γεγονός ότι, από το Υπουργείο αυτός που τελικά τον απομάκρυνε ήταν ο Φλωρίδης. Σημειώνω ότι τα αμέσως πιο πάνω αναφερόμενα δεν αμφισβητηθήκαν διόλου από τον Παραπονούμενο. Η εκδοχή του δεν έπεισε. Από την άλλη ο Κατηγορούμενος, σε γενικές γραμμές προκάλεσε θετική εικόνα. Παρά την επίμονη και επίπονη αντεξέταση του και τους χαρακτηρισμούς που δέχτηκε από την πλευρά του Παραπονουμένου καθόλη την ακροαματική διαδικασία παρέμεινε ήρεμος. Με αναφορά στην επίδικη ημέρα, εξήγησε τα γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα. Ο ίδιος ούτε ξυλοκόπησε τον Παραπονούμενο, ούτε του επιτέθηκε. Προσπάθησε να του εξηγήσει τη δυσκολία να δει τον Υπουργό την ίδια μέρα και όταν ο Παραπονούμενος παρά το γεγονός ότι δεν είχε εξασφαλίσει σχετική άδεια προσπάθησε να εισέλθει στο γραφείο του Υπουργού, τότε τον απομάκρυνε και τον παρέδωσε στο συνάδελφό του Φλωρίδη να τον συνοδεύσει εκτός. Καμία πρόθεση διέκρινα να επιτεθεί στον Παραπονούμενο, αντιθέτως η πεποίθησή του, ήταν ότι τελούσε εντός των πλαισίων των εντεταλμένων καθηκόντων του και ενήργησε ως όφειλε, χωρίς να ασκήσει βία στον Παραπονούμενο, ο οποίος ήταν ήρεμος κατά το στάδιο που τον απομάκρυνε. Μάλιστα το γεγονός ότι ο Παραπονούμενος κατά την απομάκρυνσή του από το χώρο ήταν ήρεμος, είναι κάτι το οποίο επιβεβαιώνει και ο Φλωρίδης και η θέση αυτή δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του Παραπονουμένου. Η πρώτη μάρτυρας υπεράσπισης Δόξα Κτωρίδου, έκανε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν αυτόπτης μάρτυρας καθόλο το επεισόδιο. Η μαρτυρία της υπήρξε άμεση, συνεπής χωρίς αντιφάσεις και ήταν ξεκάθαρη σε όλα τα σημεία που ανέπτυξε. Ο Παραπονούμενος την επίδικη μέρα εμφανίστηκε στο γραφείο του Υπουργού και ζήτησε να τον δει. Του είπε ότι δεν ξέρει εάν θα ήταν δυνατόν να δει τον Υπουργό χωρίς ραντεβού και ότι κάτι τέτοιο θα ήταν δύσκολο. Ο Παραπονούμενος ήταν επίμονος και του είπε να περιμένει. Στο γραφείο εισήλθε και ο Κατηγορούμενος, ο οποίος προσπάθησε να του εξηγήσει τη δυσκολία να δει τον Υπουργό χωρίς ραντεβού. Τότε άνοιξε η πόρτα για να βγει η άλλη γραμματέας από το γραφείο του Υπουργού και ο Παραπονούμενος χωρίς να του δοθεί σχετική άδεια προσπάθησε να εισέλθει. Ο Κατηγορούμενος τότε τον απομάκρυνε. Δεν αναφέρει τίποτα για τον κατ΄ ισχυρισμό ξυλοδαρμό του Παραπονουμένου και ούτε κατά την αντεξέτασή της, της υποβλήθηκε τέτοια θέση από το δικηγόρο του Παραπονουμένου (δηλαδή ότι ο Κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε στον Παραπονούμενο με τον τρόπο που αυτός περιγράφει στη Γραπτή του Δήλωση). Δεν διαπίστωσα καμία υστεροβουλία στη μάρτυρα, δεν είχε κανένα συμφέρον να πει ψέματα και ανάφερε τα γεγονότα όπως τα έζησε. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητά της. Επίσης ο Φλωρίδης προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο Φλωρίδης ήταν το άτομο το οποίο είδε πρώτος τον Παραπονούμενο εκείνη την ημέρα. Ο Παραπονούμενος προκειμένου να εισέλθει στο Υπουργείο είπε ψέματα στον Φλωρίδη ότι θα πήγαινε στον Έπαρχο Κερύνειας, ο οποίος στεγάζεται στο ίδιο κτίριο. Ήταν επίσης και το άτομο το οποίο συνόδευσε τον Παραπονούμενο εκτός του Υπουργείου. Τον παρέλαβε από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος εκείνη την ώρα τον απομάκρυνε από το γραφείο του Υπουργού, κρατώντας τον από τις μασχάλες. Ο Παραπονούμενος ήταν ήρεμος. Περπατούσε κανονικά, φορούσε τα ρούχα του κανονικά και δεν υπήρχε κάτι πάνω του το οποίο να πρόδιδε ότι είχε συμβεί κάτι «επιλήψιμο». Σημειώνεται δε ότι κατά την αντεξέτασή του, ουδόλως αμφισβητήθηκε το τέχνασμα που χρησιμοποίησε ο Παραπονούμενος για να εισέλθει στο Υπουργείο, όπως ουδόλως αμφισβητήθηκε η θέση του ότι παρέλαβε τον Παραπονούμενο από τον Κατηγορούμενο ήρεμο και χωρίς οποιαδήποτε εμφανή ίχνη κακοποίησης. Εάν ο Παραπονούμενος είχε ξυλοκοπηθεί από τον Κατηγορούμενο, ως ισχυρίζεται («με κτυπούσε σαν να ήταν ο χειρότερος μου εχθρός», «με έσερνε σαν τσουβάλι», «συμπεριφερόταν σαν μαινόμενος ταύρος»), τότε το πιθανότερο ή έστω το εύλογα αναμενόμενο είναι ότι ο Φλωρίδης δεν θα παραλάμβανε τον Κατηγορούμενο κανονικά ντυμένο, ήρεμο, να περπατά κανονικά και να μην έχει οποιαδήποτε σημάδια κακοποίησης. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητά της. Τέλος και η τρίτη μάρτυρας υπεράσπισης Ανδρούλα Χατζηβασιλείου προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν επίσης αυτόπτης μάρτυρας. Ήταν το άτομο, η έξοδος του οποίου από το γραφείο του Υπουργού, σηματοδότησε την αρχή του συμβάντος. Ως η ίδια αναφέρει την ώρα που έβγαινε από το γραφείο του Υπουργού και δεν είχε προλάβει να κλείσει την πόρτα γιατί δεν ήταν ελεύθερα τα χέρια της, ο Παραπονούμενος επιχείρησε να μπει στο γραφείο του Υπουργού και ανακόπηκε από τον Κατηγορούμενο. Ούτε η ίδια αναφέρει χρήση βίας από τον Κατηγορούμενο και ούτε της υποβλήθηκε τέτοια θέση από το δικηγόρο του Παραπονουμένου. Αυτό που αναφέρει είναι ότι ο Κατηγορούμενος, μετά που απέτρεψε την είσοδό του Παραπονουμένου στο γραφείο του Υπουργού, τον μετέφερε εκτός του χώρου από όπου τον παρέλαβε ο Φλωρίδης για να τον συνοδεύσει έξω. Επίσης αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Ξεκινώντας την καταγραφή των ευρημάτων μου σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, σημειώνω ότι, δεν διαφεύγει την προσοχή μου, ότι εφαλτήριο για το όλο συμβάν υπήρξε η στάση και η συμπεριφορά του Παραπονουμένου. Κατέφυγε στο ψέμα προκειμένου να εξασφαλίσει είσοδο στο Υπουργείο (σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία Φλωρίδη). Όταν δε έφτασε στο γραφείο του Υπουργό και παρά το γεγονός ότι η γραμματεύς του, του είπε να περιμένει και θα τον ενημερώσουν ΕΑΝ θα υπήρχε ευχέρεια να τον δει ο Υπουργός, αυτός με την πρώτη ευκαιρία που βρήκε, όταν άνοιξε η πόρτα που οδηγεί προς το γραφείο του Υπουργού, χωρίς προηγουμένως να του δοθεί σχετική άδεια προσπάθησε να εισέλθει στο γραφείο του Υπουργού. Η προσπάθειά του αυτή, ήταν ανεπιτυχής ένεκα της επέμβασης του Κατηγορουμένου, ο οποίος ως φρουρός ασφαλείας του Υπουργού, απέτρεψε αυτή την άνευ αδείας είσοδο, απομακρύνοντάς τον από τον χώρο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία και των τριών μαρτύρων υπεράσπισης, οι οποίοι κρίθηκαν αξιόπιστοι, ο Κατηγορούμενος δεν επιτέθηκε στον Παραπονούμενο, ούτε χρησιμοποίησε δυσανάλογη βία ή έστω κάποιας μορφής βία. Τον Παραπονούμενο τελικώς από το χώρο του Υπουργείου τον απομάκρυνε ο Φλωρίδης. Τα πιο πάνω συνιστούν και τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου σε σχέση με το συμβάν. Μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την καταγραφή των σχετικών ευρημάτων, στρέφω την προσοχή μου στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Ως αναφέρω πιο πάνω με το υπό εξέταση Κατηγορητήριο, αποδίδονται στον Κατηγορούμενο δυο αδικήματα, ήτοι επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και για κοινή επίθεση κατά παράβαση τού άρθρου 242 του Κεφ. 154. Για το αδίκημα του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, απομονώνω κατ΄ αρχή το συστατικό στοιχείο της σωματικής βλάβης και σημειώνω ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου ψήγμα αξιόπιστης μαρτυρίας το οποίο να συναρτά τη οποιαδήποτε σωματική βλάβη του Παραπονουμένου, με το επίδικο συμβάν. Μετά την κατ΄ ισχυρισμό επίθεση που δέχτηκε επισκέφτηκε την αστυνομία προκειμένου να καταγγείλει το συμβάν και εκεί του έδωσαν σχετικό έντυπο, για να προχωρήσει σε ιατρική εξέταση σε σχέση με την επίθεση που δέχτηκε. Ο ιατρός που τον εξέτασε δεν διαπίστωσε την ύπαρξη εξωτερικών κακώσεων (Τεκμήριο 1). Τα δε πιστοποιητικά - Τεκμήριο 6, Τεκμήριο 7 και Τεκμήριο 8, κατατέθηκαν ως τεκμήρια, χωρίς αποδοχή της αλήθειας του περιεχομένου τους και χωρίς κανένα υπόβαθρο μαρτυρίας αναφορικά με αυτά και το συσχετισμό τους με την κατ΄ ισχυρισμό επίθεση. Προκειμένου να αποδειχθεί η πρώτη κατηγορία που αφορά σε παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ. 154, πρέπει να αποδειχθεί η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης ως αποτέλεσμα της επίθεσης (βλ. σχετικά Ψύλλας Ανδρέα Μιχάλης ν. Δημοκρατίας,
(2003)2 Α.Α.Δ. 353). Δεν υπάρχει ενώπιον μου καμία μαρτυρία η οποία να τεκμηριώνει την πραγματική σωματική βλάβη. Σημειώνω δε, ότι στο Τεκμήριο 4, το οποίο συνιστά και την κατάθεση που έδωσε ο Παραπονούμενος την ίδια μέρα στην αστυνομία, σε κανένα σημείο κάνει αναφορά σε σωματικές βλάβες ή τον εκτεταμένο και πρωτοφανή ξυλοδαρμό που κατ΄ ισχυρισμό υπέστη, τον οποίο πρώτη φορά ανέπτυξε κατά την ακροαματική διαδικασία. Εφόσον δεν έχει αποδειχθεί σωματική βλάβη, τότε το αδίκημα του άρθρου 243 δεν στοιχειοθετείται. Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, αποδίδει στον Κατηγορούμενο το αδίκημα της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση το άρθρου 242 του Κεφ.154, σύμφωνα με το οποίο: «242. Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Στην υπό εξέταση περίπτωση, τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας Φλωρίδης ότι, ο Παραπονούμενος προκειμένου να εξασφαλίσει είσοδο στο Υπουργείο, ανέφερε ψευδώς ότι θα πήγαινε στον Έπαρχο Κερύνειας, δεν αμφισβητήθηκαν. Αποτελεί δε κοινό έδαφος ότι ο Παραπονούμενος εισήλθε στο γραφείο του Υπουργού χωρίς να έχει προηγουμένως διευθετήσει ραντεβού και επέμενε να τον δει. Επίσης αποτελεί κοινό έδαφος ότι επιχείρησε απρόσκλητος να εισέλθει εντός του γραφείου του Υπουργού, όταν άνοιξε η πόρτα που οδηγεί στο γραφείο του. Επίσης, μη αμφισβητούμενο είναι και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι αστυνομικός και το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν υπεύθυνος ασφαλείας του Υπουργού. Στο σημείο αυτό σημειώνω αυτό το οποίο πλειστάκις έχει καταγραφεί στη νομολογία ότι, με το άρθρο 242 απαγορεύεται η βία ή η εκδήλωση πρόθεσης βίας χωρίς νομικό έρεισμα. Απόλυτα διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Πετρόπουλος Δήμος ν. Αστυνομίας,
(2003), 2 Α.Α.Δ. 574: «Το Άρθρο 242 του Νόμου δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). Καθιστά, όμως, ο ίδιος ο Νόμος, με τις διατάξεις του Άρθρου 17, συγχωρητέα τη χρήση βίας προς αποτροπή μεγαλύτερου και ανεπανόρθωτου κακού σε άλλο πρόσωπο, το οποίο ο ασκών τη βία έχει υποχρέωση να προστατεύσει. νοουμένου ότι η βία, η οποία ασκείται, είναι εύλογη, υπό τις συνθήκες, και όχι δυσανάλογη προς το κακό το οποίο αποτρέπεται.» Ως αναφέρεται πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος εμπόδισε τον Παραπονούμενο από το να εισέλθει εντός του γραφείου του Υπουργού απρόσκλητος, απομακρύνοντάς τον από το χώρο και οδηγώντας τον εκτός του ευρύτερου χώρου όπου ευρίσκεται στο γραφείο του Υπουργού. Αυτό κατά τον Παραπονούμενο συνιστά και την επίθεση εναντίον του. Επισημαίνω ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να αποδειχτεί το αδίκημα του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, είναι το παράνομο της επίθεσης. Στον Περί Αστυνομίας Νόμος του 2004 (73(I)/2004), στις Γενικές Εξουσίες και καθήκοντα των μελών της αστυνομίας αναφέρονται τα ακόλουθα: «Γενικές εξουσίες και καθήκοντα μελών της Αστυνομίας 24.-
(1)Κάθε μέλος της Αστυνομίας ασκεί τέτοιες εξουσίες και εκτελεί τέτοια καθήκοντα που δυνατό να ανατίθενται ή επιβάλλονται σε μέλος της Αστυνομίας βάσει οποιουδήποτε νόμου και υπακούει σε όλες τις νόμιμες διαταγές σε σχέση με την άσκηση του αξιώματός του, τις οποίες δύναται από καιρό σε καιρό να λαμβάνει από τους ανωτέρους του στην Αστυνομία.
(2)Είναι καθήκον κάθε μέλους της Αστυνομίας πρόθυμα να υπακούει και να εκτελεί όλες τις διαταγές και εντάλματα που νόμιμα εκδίδονται σε αυτόν από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή, να συλλέγει και να μεταδίδει πληροφορίες που επηρεάζουν τη δημόσια γαλήνη και την ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, να εμποδίζει τη διάπραξη αδικημάτων και δημόσιας οχληρίας, να ανακαλύπτει και να προσάγει παραβάτες ενώπιον της δικαιοσύνης και να συλλαμβάνει όλα τα πρόσωπα τα οποία είναι νόμιμα εξουσιοδοτημένος να συλλαμβάνει, για τη σύλληψη των οποίων υπάρχει ικανοποιητικός λόγος.
(3)Κάθε μέλος της Αστυνομίας θεωρείται ότι βρίσκεται σε καθήκον πάντοτε και δύναται, οποτεδήποτε, να κληθεί σε καθήκον σε οποιοδήποτε μέρος της Δημοκρατίας.
(4)Όταν μέλος της Αστυνομίας εκτελεί τα καθήκοντα δεσμοφύλακα, το μέλος αυτό της Αστυνομίας, ενώ είναι απασχολημένο με οποιοδήποτε τέτοιο καθήκον, θεωρείται ως δεσμοφύλακας και έχει όλες τις εξουσίες, την προστασία και τα προνόμια που δίδονται σε τέτοιο λειτουργό.» Στην υπό εξέταση περίπτωση, ο Κατηγορούμενος ενήργησε ως η πεποίθηση του, στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του και με σκοπό να αποτρέψει την χωρίς πρόσκληση είσοδο του Παραπονουμένου στο γραφείο του Υπουργού, για την ασφάλεια του οποίου ήταν επιφορτισμένος, γεγονός το οποίο άρει το παράνομο της οποιασδήποτε σωματικής επαφής είχε με τον Παραπονούμενο, εφόσον αυτή έγινε προς αποτροπή μη επιτρεπτής πράξης του Παραπονουμένου και στα πλαίσια των καθηκόντων του Κατηγορουμένου. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία σύμφωνα με την οποία ο Κατηγορούμενος άσκησε βία, πόσο μάλλον δυσανάλογη βία εναντίον του Παραπονουμένου. Η πράξη του να απομακρύνει τον Παραπονούμενο από το χώρο, έγινε στα πλαίσια των καθηκόντων του και ως η αποδεκτή μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ3, δεν άσκησε κάποιας μορφής βία εναντίον του. Επομένως, ούτε το αδίκημα της κοινής επίθεσης στοιχειοθετείται. Ο Παραπονούμενος, στην κατακλείδα της Γραπτής του Δήλωσης/Έγγραφο Α, αυτολεξεί αναφέρει: «Ο Κατηγορούμενος ως Αστυνομικός αναμενόταν να προστατεύει το κοινό αλλά αντ΄ αυτού χρειαζόμαστε προστασία από τέτοιους αστυνομικούς». Επισημαίνεται παρεμπιπτόντως, ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός του Παραπονουμένου ότι ο Κατηγορούμενος οφείλει να προστατεύει το κοινό, στην προκειμένη δεν ισχύει ως τον μεταφέρει ο Παραπονούμενος, αλλά μάλλον αντίστροφα, εφόσον το καθήκον του Κατηγορουμένου εκείνη τη μέρα ως ο ίδιος αναντίλεκτα είπε, ήταν η ασφάλεια του Υπουργού και επομένως, το να εμποδίσει την αυτόβουλη είσοδο του Παραπονουμένου στο γραφείο του Υπουργού, ήταν εντός των πλαισίων των καθηκόντων του. Τέλος παρεμβάλω ότι, εφόσον κρίθηκε ότι το παράπονό του εναντίον του Κατηγορουμένου δεν στοιχειοθετεί ποινική υπόθεση και δεν καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε ο Παραπονούμενος, αντί να επιλέξει την καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης με στοιχεία τα οποία ήδη κρίθηκαν ανεπαρκή, να υποβάλει το παράπονό του στο Αρμόδιο Όργανο, ήτοι την Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων, η οποία συστάθηκε με τον περί Αστυνομίας (Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων) Νόμο του 2006 (9(I)/2006) και μεταξύ άλλων στα καθήκοντά της είναι η διερεύνηση τέτοιας φύσης παραπόνων. Υπενθυμίζω ότι υπό εξέταση υπόθεση είναι ποινική, με την πλευρά του Παραπονουμένου να φέρει αυξημένο βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, στην οποία ούτε εικασίες ούτε πιθανολογήσεις επιτρέπονται (βλ. σχετικά Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Η μαρτυρία που προσέφερε ο Παραπονούμενος δεν ήταν τέτοια η οποία να προκαλεί την ασφαλή πεποίθηση στο Δικαστήριο για τη συνδρομή των γεγονότων όπως τα παρουσίασε. Είναι δεδομένη η αρχή in dubio pro reo και δεν θα επεκταθώ περαιτέρω επί των αυτονόητων. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, κρίνω ότι η πλευρά του Παραπονουμένου δεν απόδειξε την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό. Η υπόθεση απορρίπτεται. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα υπέρ του Κατηγορουμένου και εναντίον του Παραπονουμένου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή σύμφωνα με το σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................... Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.