← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μανώλης Μανώλη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17749/16, 9/5/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μανώλης Μανώλη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17749/16, 9/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17749/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. 1. Μανώλης Μανώλη 2. Παναγιώτης Ηρακλέους Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 9 Μαΐου 2017 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Για Κατηγορούμενους: κ. Μ. Κιτρομηλίδης Κατηγορούμενοι, παρόντες ΠΟΙΝΗ Ο 1ος Κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος στις κατηγορίες

(1)υπέρβασης ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(2)
(3), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/72,
(2)οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος από πρόσωπο που έχει αποστερηθεί από Δικαστήριο του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 19 και 19Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και
(3)χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν. 96(Ι)/2000. Ο 2ος Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος επίσης μετά από παραδοχή, στις κατηγορίες
(1)ότι ως ιδιοκτήτης μηχανοκίνητου οχήματος επέτρεψε την χρήση του χωρίς πιστοποιητικό Καταλληλότητας και
(2)ότι ως ιδιοκτήτης μηχανοκίνητου οχήματος επέτρεψε την οδήγηση του με ανασταλείσα άδεια κυκλοφορίας λόγω μη παρουσίασης του οχήματος για επιθεώρηση κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 65
(1)
(5)
(9)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 86/
  1. Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους Κατηγορούμενους, ο 1ος Κατηγορούμενος την 22.5.2016, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΜΒΝ608 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανώτατου ορίου, δηλαδή με ταχύτητα 127 αντί 100 ΧΑΩ. Ανακόπηκε από μέλη της Αστυνομίας και κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι ο 1ος Κατηγορούμενος οδηγούσε κατά παράβαση διατάγματος που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην υπόθεση με αριθμό 4000/2016 το οποίο του στερούσε την άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο από 13.4.2016 - 1.6.2016 καθώς επίσης και χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου. Επίσης, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν υπήρχε σε ισχύ πιστοποιητικό καταλληλότητας του οχήματος κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να ανασταλεί και η άδεια κυκλοφορίας του. Ο 2ος Κατηγορούμενος, ως ιδιοκτήτης επέτρεψε στον 1ο Κατηγορούμενο να οδηγεί το εν λόγω όχημα χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας και με ανασταλείσα άδεια κυκλοφορίας. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες των Κατηγορουμένων. Τις έχω μελετήσει και τις λαμβάνω υπόψη μου στο σύνολό της. Συνοψίζοντας, αναφέρω ότι ο 1ος Κατηγορούμενος προέρχεται από πολύτεκνη, συγκροτημένη οικογένεια μέτριας οικονομικής κατάστασης. Ο ίδιος είναι το τρίτο από τα τέσσερα παιδιά που απέκτησαν οι γονείς του οι οποίοι σήμερα είναι συνταξιούχοι. Εγκατέλειψε το σχολείο πολύ νωρίς χωρίς να έχει σχέδια για το μέλλον του. Εργάστηκε κατά καιρούς σε διάφορες εργασίες. Σήμερα εργάζεται ως υπάλληλος σε καντίνα με μηνιαία εισοδήματα περί τα €
  2. Ο 2ος Κατηγορούμενος είναι 31 ετών, άγαμος και διαμένει με του γονείς του και τα αδέλφια του. Ο πατέρας του είναι καθηγητής και η μητέρα του είναι διευθύντρια σε ιδιωτικό φροντιστήριο. Είναι το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας και διατηρεί πολύ καλές σχέσεις τόσο με τους γονείς του όσο και με τα αδέλφια του. Είναι απόφοιτος Λυκείου και υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία κανονικά. Δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και εδώ και τρία χρόνια είναι άνεργος. O ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, υιοθέτησε το περιεχόμενο των σχετικών εκθέσεων του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Επεσήμανε ότι οι Κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν άμεσα ενοχή τόσο ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και ενώπιον των ανακριτικών αρχών και απολογήθηκαν για την πράξη τους. Τόνισε ότι τόσο ο πατέρας του κατηγορούμενου όσο και η μητέρα του αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας για τα οποία αναγκάζονται σχεδόν εβδομαδιαίως να επισκέπτονται το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και άλλους ιδιώτες ιατρούς. Ο κατηγορούμενος είναι επιφορτισμένος με το καθήκον μετακίνησης των γονέων του και της εξυπηρέτησης των καθημερινών τους αναγκών ενώ περαιτέρω συνεισφέρει οικονομικά για την κάλυψη των εξόδων της οικογενειακής στέγης καθώς και οι δύο του γονείς είναι συνταξιούχοι. Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ο κ. Κιτρομηλίδης ανέφερε ότι ο 1ος κατηγορούμενος αναγκάστηκε να οδηγήσει το όχημα του 2ου Κατηγορούμενου, καθώς ο τελευταίος λόγω μέθης δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει. Έτσι ο 1ος κατηγορούμενος για την ασφάλεια τόσο των ιδίων των κατηγορούμενων όσο και του υπόλοιπου κόσμου που χρησιμοποιούσε το οδικό δίκτυο, θεώρησε ορθό και αναγκαίο να οδηγήσει ο ίδιος το όχημα του 2ου κατηγορούμενου. Λόγω της ανάγκης του να μεταφέρει γρήγορα τον 2ο κατηγορούμενο στην κατοικία του υπερέβη άθελα του το όριο ταχύτητας. Η τρίτη κατηγορία πηγάζει από την δεύτερη κατηγορία καθώς παρόλο που το όχημα είχε ασφαλιστήριο σε ισχύ εντούτοις αυτό ήταν ανίσχυρο λόγω του ότι οδηγείτο από τον 1ο κατηγορούμενο. Τέλος, ο συνήγορος των Κατηγορουμένων επισήμανε ότι έχει παρέλθει περί το ένα έτος από την διάπραξη των αδικημάτων. Στο μεσοδιάστημα που μεσολάβησε η κατάσταση υγείας των γονέων του 1ου Κατηγορουμένου επιδεινώθηκε και ο ίδιος εξηύρε εργασία ως βοηθός σε κυλικείο. Η επιλογή της ποινής που θα επιβληθεί αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται, από τη μια, εξατομίκευση της ποινής στο πλαίσιο του συγκεκριμένου παραβάτη και, από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη, η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει και σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Είναι νομολογημένο ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται από το νομοθέτη σε κάποιο αδίκημα συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της, (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου,
(1990), 2 Α.Α.Δ. 264 και Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999), 2 Α.Α.Δ. 632. Οι κατηγορίες στις οποίες οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι μετά από δική τους παραδοχή, όπως διαφαίνεται μέσα από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή είναι πολύ σοβαρές. Θα σταθώ ιδιαίτερα στο αδίκημα της 2ης Κατηγορίας που είναι και το σοβαρότερο. Ειδικότερα, πρόσωπο το οποίο έχει αποστερηθεί με απόφαση ή διάταγμα του δικαστηρίου, της ικανότητας να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και το οποίο οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα κατά παράβαση της πιο πάνω απόφασης ή διατάγματος, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις έξι χιλιάδες οκτακόσια τριάντα τέσσερα ευρώ (€6.834) ή και στις δύο αυτές ποινές. Λέχθηκαν τα εξής στην απόφαση CCC Laundries (Paphos) Limited v. Ελισάβετ Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ 288: «Η απείθεια σε διαταγή του Δικαστηρίου ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα η τέλεση του οποίου πλήττει ευθέως την απονομή της δικαιοσύνης και κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αξιοπιστία του συστήματος για αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την εμπέδωση του νόμου και της τάξης. Τέτοιου είδους συμπεριφορά ποτέ δεν έγινε ανεκτή. Οι παραβάτες όταν είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. Η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται Βλ. Kay v. Municipality of Larnaca
(1982)2 A.A.Δ. 236. Oι πολίτες σε όποια κοινωνική τάξη θεωρούν ότι ανήκουν ή σε όποια θέση βρίσκονται, υπέχουν αυστηρή υποχρέωση υπακοής στα δικαστικά διατάγματα που τους αφορούν. Αυτό επιβάλει η αρχή της ισονομίας. Οι δικαστές προσηλωμένοι στην αποστολή τους με πλήρη διαφάνεια και αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκτελούν το καθήκον τους. Συμπεριφορές οι οποίες υπονομεύουν το έργο τους δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές.» Επίσης, στην υπόθεση Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227, λέχθηκε ότι: «Παρακοή σε διάταγμα του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με τη σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία, η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος». Για την επιλογή και καθορισμό της ποινής σε περιπτώσεις απείθειας σε νόμιμες διαταγές θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, όπως η φύση του διατάγματος, οι συνέπειες από την παραβίαση του και οι λόγοι παρακοής του. Η έκδοση διατάγματος στέρησης της άδειας οδηγήσεως αποτελεί προσπάθεια του Δικαστηρίου να αναμορφώσει την οδική συμπεριφορά Κατηγορούμενου και τα Δικαστήρια οφείλουν να δώσουν ξεκάθαρο μήνυμα ότι ανυπακοή σε διατάγματα τέτοια θα αντιμετωπίζεται σοβαρά. Είναι φανερό, ότι ο 1ος Κατηγορούμενος με την πράξη του να οδηγήσει ενώ ίσχυε η επιβολή του διατάγματος για στέρηση της άδειας οδηγού που είχε επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, κατέδειξε ασέβεια προς το διάταγμα. Δεν χωρεί καμία δικαιολογία για αυτή του την πράξη αν και το κίνητρο του ήταν ανάγκη για ασφαλή επιστροφή στο σπίτι. Προς επιμέτρηση της ποινής που θα επιβληθεί στους Κατηγορουμένους, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω και συνυπολογίζω υπέρ τους την άμεση παραδοχή τους, τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές τους περιστάσεις, όπως αυτές διαφαίνονται από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες όμως, θα επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί στην 2η κατηγορία στον 1ο Κατηγορούμενο αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής που, υπό τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης, δεν μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Δεν μπορώ να αποδεχτώ ως αιτιολογία για την διάπραξη του αδικήματος το ότι ο 2ος Κατηγορούμενος ήταν σε κατάσταση μέθης και δεν μπορούσε να οδηγήσει. Όφειλαν οι Κατηγορούμενοι να μην χρησιμοποιήσουν ευθύς εξ αρχής το όχημα και να μην επικαλούνται αργότερα ως μετριαστικό παράγοντα το γεγονός ότι βρέθηκαν εν τω μέσω του αυτοκινητοδρόμου. Σε κάθε περίπτωση, έστω και στο μέσο του αυτοκινητοδρόμου δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να επιδειχθεί απείθεια σε διαταγή του Δικαστηρίου, μάλιστα δε συνδυαζόμενη και με άλλη τροχαία παράβαση. Θα έπρεπε με προσοχή να εξέλθουν του αυτοκινητοδρόμου και να καλέσουν βοήθεια. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλεται στον 1ο Κατηγορούμενο στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 45 ημερών. Επιπλέον επιβάλλεται ποινή στέρησης του δικαιώματος του 1ου κατηγορουμένου να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 3 μηνών από σήμερα. Στην 1η Κατηγορία επιβάλλεται χρηματική ποινή ύψους €200 πλέον 2 βαθμοί ποινής. Σε ότι αφορά τη 3η κατηγορία, λαμβάνω υπόψη μου ότι αυτή είναι αποτέλεσμα της 2ης κατηγορίας, εφόσον το ασφαλιστήριο συμβόλαιο έναντι τρίτου δεν ήταν σε ισχύ λόγω της αποστέρησης του δικαιώματος του Κατηγορουμένου να κατέχει άδεια οδήγησης. Στον 2ο Κατηγορούμενο επιβάλλεται χρηματική ποινή ύψους €200 στην 10η Κατηγορία. Στην 11η Κατηγορία δεν επιβάλλεται ποινή καθότι τα γεγονότα που την συνθέτουν έχουν ληφθεί υπόψη στην επιβολή ποινής στην 10η Κατηγορία. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχω ήδη επιβάλει στον 1ο Κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο σαν μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι ξεχωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303):
  1. Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
  2. Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
  3. Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Στην παρούσα περίπτωση δεν χωρεί αμφιβολία ότι το αδίκημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρό. Λαμβάνω υπόψη μου ότι στο χρονικό διάστημα που ίσχυε η στέρηση ο Κατηγορούμενος οδήγησε μόνο μία φορά, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν απεκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από τις παράνομες ενέργειες του, καθώς και τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα που παραδέχθηκε. Το κίνητρο του ήταν η ασφαλής επιστροφή των Κατηγορουμένων στο σπίτι τους που αν και δεν αποτελεί αιτιολογία δείχνει ότι ο 1ος Κατηγορούμενος προέβη σε μια εσφαλμένη απόφαση προ του διλήμματος στο οποίο βρισκόταν. Με άλλα λόγια δεν επρόκειτο για εσκεμμένη και προμελετημένη παραγνώριση του δικαστικού διατάγματος. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την άμεση παραδοχή του η οποία δείχνει την μεταμέλεια του. Προσδίδω ιδιαίτερη βαρύτητα στις προσωπικές του περιστάσεις Κατηγορούμενου και ειδικότερα στο γεγονός ότι είναι επιφορτισμένος με την φροντίδα των γονέων του οι οποίοι αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας. Επομένως, ισοζυγίζοντας το σύνολο των πιο πάνω αναφερόμενων περιστάσεων, χωρίς να παραγνωρίζω την σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, κρίνω ότι δικαιολογείται η παραχώρηση μίας δεύτερης ευκαιρίας στον Κατηγορούμενο. Κατά συνέπεια, θα ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια και θα αναστείλω την ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε για περίοδο τριών ετών από σήμερα. [Το Δικαστήριο εξηγεί στον Κατηγορούμενο τη σημασία της αναστολής.] (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.