ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΛΟΥΚΑΪΔΗ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 19122/2013, 29/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19122/2013 ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΛΟΥΚΑΪΔΗ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Κατηγορούμενος 29 Μαΐου 2017 Εμφανίσεις: Για τον Παραπονούμενο: κα Μιλτιάδους. Για τον Κατηγορούμενο: κα Ρούσου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση συνίσταται σε δύο κατηγορίες εναντίον του Κυριάκου Κυριάκου, για κατ΄ ισχυρισμό πρόκληση τρόμου κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και για παράνομη επίθεση κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ.
- Προς απόδειξη της υπόθεσής του, πρώτος έδωσε μαρτυρία ο ίδιος ο Παραπονούμενος, Χαράλαμπος Λουκαΐδης. Σύμφωνα με τα όσα δηλώνει στο Έγγραφο Α-Γραπτή του Δήλωση, εργάζεται στο Τμήμα Δημοσίων Έργων στην Επαρχία Λευκωσίας. Αρχές του έτους 2012, εκτελούσε χρέη επιβλέποντος οικοδόμου στο χωρίο Καλοπαναγιώτης. Στα πλαίσια των καθηκόντων του, επέβλεπε συνεργείο 7-12 ατόμων, μεταξύ των οποίων, και ο Κατηγορούμενος. Με τον Κατηγορούμενο, δεν είχε ιδιαίτερα καλή συνεργασία, εξαιτίας ως ισχυρίζεται, της συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου (αυθάδης, αργούσε να εμφανιστεί στην εργασία κλπ). Είναι η θέση του, ότι αν και έφερε σε γνώση του προϊστάμενου κ. Κακουλλή, τα προβλήματα που είχε με τον Κατηγορούμενο αυτός αδιαφορούσε λόγω του γεγονότος ότι είχε καλές σχέσεις μαζί του. Στις 13 Φεβρουαρίου 2012, ως ο ισχυρισμός του Παραπονουμένου, ο Κατηγορούμενος ενώ είχε το υπηρεσιακό αυτοκίνητο, δεν παρουσιάστηκε στη δουλειά αυτός και τα τρία άτομα που θα μετέφερε. Του τηλεφώνησε για να τον ρωτήσει το λόγο που τόσο αυτός όσο και οι υπόλοιποι τρεις δεν εμφανιστήκαν στη δουλειά και ο Κατηγορούμενος του είπε ότι θα πήγαινε στο γιατρό. Οι υπόλοιποι τρεις πήγαν στη δουλειά τους αργότερα την ίδια μέρα. Του ξανατηλεφώνησε στις 14:25 για να τον ρωτήσει εάν εξασφάλισε άδεια από το γιατρό και εάν θα πήγαινε δουλειά την επομένη μέρα. Είναι η θέση του Παραπονουμένου, ότι εξοργισμένος ο Κατηγορούμενος του είπε ότι θα έπαιρνε δική του άδεια ως την Τετάρτη. Ο Παραπονούμενος του είπε ότι έλεγε ψέματα και τότε είναι η θέση του Παραπονουμένου ότι ο Κατηγορούμενος του είπε «όταν θα έρθω πάνω θα σε κανονίσω». Όταν πλέον ο Κατηγορούμενος επέστρεψε στην εργασία του, στις 20/2/2012, πήγε στο χώρο εργασίας ο Ανδρέας Χαραλάμπους, υπεύθυνος ασφαλείας. Είναι η θέση του Παραπονουμένου, ότι παρόλο που είχε εξηγήσει στο προσωπικό την ανάγκη να έχουν μαζί τους τα εργαλεία ασφαλείας, αυτοί δεν τα πήραν μαζί τους με αποτέλεσμα να γίνει σε όλους παρατήρηση. Είναι η θέση του ότι ο Κατηγορούμενος, θεώρησε ότι ήταν αυτός ο οποίος κάλεσε την ασφάλεια, θύμωσε μαζί του και άρχισε να τον βρίζει στην παρουσία των Στυλιανού και Πιντιρίσιη. Επίσης συνέχισε να τον βρίζει, όπως του είπαν οι πιο πριν αναφερόμενοι, στο αυτοκίνητο και στις 21/2/2012 και 22/2/
- Στις 22/2/2012, ο Παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι κατέβηκε στην αποθήκη για να πάρει το λάδι για τις καδένες των δεντροκοπτικών μηχανών. Εκεί βρισκόταν ο Κατηγορούμενος, ο οποίος όταν πλησίασε στο χώρο άρχισε να φωνάζει «Δέστε άνθρωπο, δέστε άνθρωπο που έφερε την ασφάλεια». Είναι η θέση του Παραπονουμένου, ότι ο Κατηγορούμενος επανέλαβε αρκετές φορές και με μεγάλη ένταση την πιο πάνω φράση. Ο Παραπονούμενος τότε το ρώτησε σε ποιόν μιλά, με τον Κατηγορούμενο να του λέει «Σε εσένα ρε καραγκιόζη». Ο Παραπονούμενος του είπε «Πρόσεξε τα λόγια σου» και τότε ο Κατηγορούμενος έτρεξε προς το μέρος του και του επιτέθηκε αρπάζοντάς τον από το σακάκι. Τότε κάποιος Κλεάνθους τράβηξε τον Κατηγορούμενο πίσω για να μην κτυπήσει τον Παραπονούμενο και κάποιος Νικολάου, αγκάλιασε τον Παραπονούμενο προσπαθώντας να τον προστατεύσει. Ο Κατηγορούμενος όμως κατάφερε και τον έσπρωξε προς την αποθήκη που βρισκόταν μπροστά του με αποτέλεσμα να χτυπήσει τον αριστερό του ώμο. Ο Παραπονούμενος περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο Κατηγορούμενος ο οποίος οδηγεί το υπηρεσιακό αυτοκίνητο και μεταφέρει στην εργασία τους και άλλους υπαλλήλους, εκείνη τη μέρα ήταν νευρικός και μέσα στο αυτοκίνητο εξύβριζε τον Παραπονούμενο στην παρουσία των υπολοίπων υπαλλήλων, κάτι για το οποίο τον ενημέρωσε κάποιος Στυλιανού. Αμέσως επικοινώνησε με τον προϊστάμενό του Κακουλλή, οποίος του συνέστησε να πάει στην αστυνομία για καταγγελία. Το μεσημέρι πήγε στον αστυνομικό σταθμό Πεδουλά για να υποβάλει το παράπονό του. Όταν ρώτησε τους αστυνομικούς εάν θα πήγαιναν να λάβουν καταθέσεις, του είπαν ότι ο Κακουλλής τους ενημέρωσε ότι το θέμα θα λυνόταν ενδοτμηματικά και η αστυνομία «έκλεισε την υπόθεση». Απέστειλε τότε επιστολή ημερομηνίας 23/2/2012 (Τεκμήριο1) στο Διευθυντή Δημοσίων Έργων με την οποία του αναφέρει το όλο συμβάν. Επίσης, ισχυρίζεται ότι μετά από μεσολάβηση του Κατηγορουμένου και του Κακουλλή έχει διωχθεί πειθαρχικά για απρεπή συμπεριφορά λόγω παράκαμψης ιεραρχίας (επειδή έστειλε το Τεκμήριο 1 απευθείας στον Διευθυντή Δημοσίων Έργων και όχι στον προϊστάμενό του). Μετά από έφεση, πέτυχε την ακύρωση της πειθαρχικής ποινής (Τεκμήριο 2). Μετά την ανάγνωση της Γραπτής του Δήλωσης και την κατάθεση των τεκμηρίων, ο Παραπονούμενος ερωτήθηκε εάν θέλει να προσθέσει κάτι άλλο και η απάντηση του ήταν ότι, ο Κατηγορούμενος μετέφερε στο σπίτι του ξύλα με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο και έπαιρνε στο σπίτι του τη δεντροκοπτική μηχανή και όταν το έλεγε αυτό στον Κακουλλή (προϊστάμενο), αυτός γελούσε και κάλυπτε τον Κατηγορούμενο. Κατά την αντεξέταση του, είπε ότι δουλεύει με τον Κατηγορούμενο τα τελευταία 6-7 χρόνια. Σε ερώτηση εάν όλα αυτά τα χρόνια που δουλεύει μαζί έγινε κάτι άλλο η απάντησή του ήταν καταφατική και ότι ενημέρωνε σχετικά τον Κακουλλή. Σε σχέση με την πειθαρχική έρευνα εναντίον του ρωτήθηκε κατά πόσον έχουν ληφθεί καταθέσεις και εάν έχει λάβει αντίγραφα. Απάντησε πως ναι. Οι εν λόγω καταθέσεις έχουν ληφθεί από άτομα παρόντα στο συμβάν. Του έγιναν ερωτήσεις για ποιο λόγο ισχυρίζεται ότι αναφορικά με το πρώτο συμβάν ότι ο Κατηγορούμενος του είπε ψέματα και δεν ήταν άρρωστος και η θέση του Παραπονουμένου ήταν ότι εάν ήταν άρρωστος θα έπρεπε να πάει γιατρό. Του έγιναν ακολούθως υποβολές ότι ουδέποτε του είπε «όταν θα έρθω πάνω θα σε κανονίσω» αλλά ότι «όταν θα έρθω θα τα κανονίσουμε», εννοώντας τα σχετικά με την άδειά του. Ο Παραπονούμενος απέρριψε τη θέση αυτή. Του υποβλήθηκε ότι δεν ένοιωσε φόβο και εάν όντως τρόμαζε θα έπρεπε να κάνει καταγγελία στην αστυνομία. Η απάντησή του ήταν ότι ένοιωσε φόβο και πως ο λόγος που δεν πήγε στην αστυνομία ήταν γιατί ο κ. Κακουλλής του είπε να μην πάει στην αστυνομία. Ακολούθως, η δικηγόρος για την υπεράσπιση του έδειξε καταθέσεις οι οποίες λήφθηκαν στα πλαίσια της πειθαρχικής έρευνας εναντίον του. Το ρώτησε εάν γνωρίζει κάποια Νίκη Ανδρονίκου και ο Παραπονούμενος απάντησε πως είναι προϊστάμενη. Του υποδείχθηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 κατάθεση την οποία έδωσε η εν λόγω κυρία και στην οποία αναφέρεται στον Κατηγορούμενο με τα καλύτερα λόγια. Του υποβλήθηκε περαιτέρω ότι η δική του συμπεριφορά στο προσωπικό δεν ήταν η καλύτερη και ότι είχαν παράπονα από αυτόν. Ο Παραπονούμενος διαφώνησε. Το υποδείχθηκε τότε κατάθεση του Νίκου Χρίστου (τον οποίο Παραπονούμενος γνωρίζει και είναι οικοδόμος), στην οποία ακριβώς ο Χρίστου αναφέρεται στην άσχημη συμπεριφορά του Παραπονουμένου (Τεκμήριο 4). Ακολούθως ερωτήθηκε εάν έδωσε και ο ίδιος κατάθεση στην πειθαρχική αναφορικά με το επίδικο συμβάν. Η θέση του ήταν πως ναι και αναγνώρισε ως την κατάθεσή του το Τεκμήριο
- Η δικηγόρος για την υπεράσπιση, του υπέδειξε τότε, διάσταση της κατάθεσής του Τεκμήριο 5 με τα όσα αναφέρει με τη Γραπτή του Δήλωση-Έγγραφο Α. Συγκεκριμένα του υποδείχθηκε ότι ενώ στην κατάθεση του δεν κάνει αναφορά για κτύπημα στον ώμο, στο Δικαστήριο με τη γραπτή του Δήλωση αναφέρει ότι κτύπησε στον ώμο και ερωτήθηκε τι έγινε τελικά για να απαντήσει πως αυτά που λέει στο Δικαστήριο είναι τα όσα πραγματικά έχουν συμβεί και ότι μπορεί να ανάφερε για το κτύπημα στον ώμο στην κατάθεση του αλλά να μην το έγραψαν. Του υποδείχθηκε ότι ούτε στην επιστολή του Τεκμήριο 1 αναφέρει κάτι για τον ώμο του, με τον Παραπονούμενο να απαντά ότι μπορεί να μην το έγραψαν. Η θέση της υπεράσπισης είναι ότι δεν αναφέρει για κτύπημα στον ώμο γιατί ουδέποτε κτύπησε τον ώμο του. Ρωτήθηκε εάν πήγε γιατρό για το κτύπημα και απάντησε πως εάν συνέχιζε ο πόνος θα πήγαινε αλλά τελικά δεν χρειάστηκε. Η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι ουδέποτε ο Κατηγορούμενος τον κτύπησε στον ώμο. Ρωτήθηκε ακολούθως να πει κατά τη διάρκεια του συμβάντος, ποιοι ήταν έξω στην αυλή. Ανάφερε τους Κυριάκου, Μάριο Ροδοσθένους, Σωτήρη Νικολάου, Ιωάννη Παπαδούρη, Στέλιο Στυλιανού, Άννα Λουκαϊδου και Δημήτρη Πιντιρίσιη. Ρωτήθηκε ποια είναι η Λουκαΐδου και απάντησε ότι είναι αδερφή του. Του υποβλήθηκε ότι η συγκεκριμένη δεν ήταν παρούσα κατά την ώρα του συμβάντος εφόσον ήταν μέσα στο γραφείο της. Ο ίδιος επέμενε ότι ήταν παρούσα. Ακολούθως ρωτήθηκε για τον Στυλιανού και διευκρίνισε ότι την ώρα του συμβάντος ήταν στο γραφείο του μαζί με τον Πιντιρίσιη, οι οποίοι ήταν στο γραφείο, άκουσαν το συμβάν αλλά δεν βγήκαν έξω. Η Λουκαΐδου ήταν στο γραφείο αλλά βγήκε έξω και είδε το όλο συμβάν. Ρωτήθηκε μετά για τα άτομα τα οποία κατ΄ ισχυρισμό «χώρισαν» τον Παραπονούμενο και τον Κατηγορούμενο και απάντησε πως ήταν οι Κλεάνθους και Νικολάου (ως Τεκμήριο 6 και 7 αντίστοιχα οι καταθέσεις τους κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής έρευνας). Η θέση του ήταν ότι, ο Κλεάνθους άκουσε τη συζήτηση βγήκε έξω και την ώρα που ο Κατηγορούμενος κρατούσε τον Παραπονούμενο τον αγκάλιασε για να μην τον κτυπήσει. Η δικηγόρος της υπεράσπισης με αναφορά στο Τεκμήριο 6 του υπέδειξε ότι ο Κλεάνθους άλλα λέει, με τον Παραπονούμενο να απαντά ότι μπορεί να είναι έτσι στο μυαλό του. Του υποβλήθηκε πως επίσης και ο Νικολάου στην κατάθεσή του απάντησε ότι ουδέποτε είδε τον Κατηγορούμενο να τον κτυπά. Ο Παραπονούμενος είπε ότι οι δυο πιο πάνω λένε ψέματα γιατί έχουν συμφέρον επειδή πήγαιναν μαζί με τον Κατηγορούμενο καθυστερημένα στη δουλειά ή έφευγαν πιο νωρίς και τους κάλυπτε ο Κακουλλής. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να ζητήσει μετάθεση, εξαιτίας της συμπεριφοράς του προσωπικού, πλην όμως ο Κακουλλής αρνήθηκε. Του υποδείχθηκαν αργότερα οι καταθέσεις των Παπαδούρη και Ροδοσθένους (Τεκμήριο 8 και 9 αντίστοιχα) και το γεγονός ότι για το περιστατικό λένε άλλα πράγματα από αυτά που αναφέρει ο Παραπονούμενος. Η θέση του Παραπονουμένου ήταν ότι λένε ψέματα. Ειδικά για το Ροδοσθένους, είπε ότι αυτός του είπε ότι τα όσα αναφέρει στην κατάθεσή του, είναι εξαιτίας του ότι τον απείλησε ο Κατηγορούμενος να τα πει. Ακολούθως η δικηγόρος του Παραπονουμένου, εξέφρασε απορία για πιο λόγο δεν έγινε πειθαρχική έρευνα εναντίον του Κατηγορουμένου για το συμβάν και ο Παραπονούμενος απάντησε ότι τον καλύπτει η Ανδρονίκου και ο Κακουλλής. Σε σχέση με την καταγγελία του στην αστυνομία, του υποβλήθηκε ότι λήφθηκε κατάθεση από τον Κατηγορούμενο και επειδή κρίθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, ουδέποτε καταχωρήθηκε υπόθεση από την αστυνομία. Η θέση του Παραπονουμένου ήταν ότι δεν λήφθηκε κατάθεση και ότι η αστυνομία δεν προχώρησε κατόπιν επέμβασης του Κακουλλή και ότι η αστυνομία επισκέφτηκε την Άννα Λουκαΐδου, αδερφή του, και της είπε να δώσει κατάθεση στην οποία της είπαν οι αστυνομικοί ακριβώς τι θα έλεγε. Τέλος, του έγιναν υποβολές ότι η παρούσα δίωξη είναι εκδικητική και έγινε μετά που τελείωσε η πειθαρχική έρευνα για εκδικητικούς λόγους, θέση την οποία ο Παραπονούμενος απέρριψε. Μετά τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου, μαρτυρία έδωσε ο Στέλιος Στυλιανού, ο οποίος είναι επιστάτης στα Δημόσια Έργα. Γνωρίζει τόσο τον Παραπονούμενο όσο και τον Κατηγορούμενο, λόγω του ότι ήταν μαζί συνάδελφοι στο ίδιο συνεργείο. Ο Κατηγορούμενος τους μετέφερε στη δουλειά με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο. Σε σχέση με την επίδικη μέρα, θυμάται ότι το πρωί στο αυτοκίνητο ο Κατηγορούμενος έβριζε συνεχώς στο αυτοκίνητο και ότι ήταν νευρικός. Η άποψή του ήταν ότι πήγε δουλειά προμελετημένα. Αναφορικά με το επίδικο συμβάν, ο ίδιος δεν ήταν παρών. Άκουσε φωνές, βγήκε έξω και άκουσε ότι ο Κατηγορούμενος μάλωσε με τον Παραπονούμενο. Είδε την κατάθεση που έδωσε στα πλαίσια της πειθαρχικής έρευνας, την αναγνώρισε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Η θέση του ήταν ότι υπήρχαν προβλήματα μεταξύ Κατηγορούμενου και Παραπονουμένου. Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει τα προβλήματα αυτά, είπε ότι ο Κατηγορούμενος ο οποίος ήταν «καλουπσιής», έλεγε πως εάν δεν έχει καλούπι ή σίδερο για να κάνει τη δουλειά θα πήγαινε να καπνίσει και να πιεί καφέ. Κατά την αντεξέτασή του επιβεβαίωσε ότι δεν ήταν παρών στο συμβάν. Περαιτέρω διευκρίνισε ότι, στο αυτοκίνητο εκείνο το πρωί ο Κατηγορούμενος έβριζε χωρίς να αναφέρει όνομα και ότι δεν είχε να προσθέσει άλλο πρόβλημα μεταξύ Κατηγορουμένου και Παραπονουμένου πέραν του πιο πάνω αναφερόμενου. Επόμενη μάρτυρας ήταν η Άννα Λουκαΐδου, αδερφή του Παραπονουμένου, η οποία εργάζεται 18 χρόνια στα Δημόσια Έργα και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα η έδρα της ήταν στον Καλοπαναγιώτη. Γνωρίζει τόσο τον Παραπονούμενο, όσο και τον Κατηγορούμενο. Για το επίδικο συμβάν, ανάφερε ότι εκείνη τη μέρα ήταν στο γραφείο της, άκουσε φωνές και άνοιξε την πόρτα. Τότε είδε τον Κατηγορούμενο να προτάσσει το δείκτη του στον Παραπονούμενο και να του λέει «για δέστε άνθρωπο που έφερε την ασφάλεια» και όταν ο Παραπονούμενος τον ρώτησε σε ποιον απευθύνεται ο Κατηγορούμενος του απάντησε «σε εσένα ρε καραγκιόζη» και όταν ο Παραπονούμενος του είπε να προσέχει τα λόγια του, ο Κατηγορούμενος τον άρπαξε από το γιακά και τον «εκούντησε» πάνω στην παράγκα. Τότε, ένας εκ των συναδέλφων, ο Κλεάνθους άρπαξε τον Κατηγορούμενο για να τον σταματήσει, αλλά επειδή δεν μπορούσε να τον ελέγξει φώναξε ακόμα ένα συνάδελφο, το Νικολάου για να κρατήσει τον Παραπονούμενο. Ακολούθως, αναφέρθηκε σε συμβάν προηγούμενων ημερών, όταν έγινε επιθεώρηση στην εργασία τους και διαπιστώθηκε ότι δεν είχαν πάρει οι εργάτες μαζί τους όλα τα απαραίτητα προστατευτικά εργαλεία και ο Κατηγορούμενος θεώρησε ότι την «ασφάλεια» την κάλεσε ο Παραπονούμενος. Υπήρχαν προβλήματα μεταξύ του Παραπονουμένου και του Κατηγορούμενου, λόγω του ότι ο Παραπονούμενος ζητούσε όπως ξεκινούν δουλειά στις 7:00 και να τελειώνουν στις 15:00 και οι υπάλληλοι δεν ήθελαν αυτό το ωράριο και μπορούσε να πηγαίνουν δουλειά 7:30-7:
- Γενικά ο Κατηγορούμενος ήταν ανυπάκουος και οδηγίες λάμβανε από τον Κακουλλή και όχι τον Παραπονούμενο. Κατά την αντεξέτασή της ρωτήθηκε εάν έδωσε κατάθεση για το συμβάν, με τη ίδια να ισχυρίζεται ότι έδωσε, ενώ η δικηγόρος του Κατηγορουμένου της υπέβαλλε ότι ουδέποτε έδωσε κατάθεση. Ρωτήθηκε ακολούθως να αναφέρει τα άτομα τα οποία ήταν παρόντα κατά το συμβάν και ανέφερε του Σωτήρη Νικολάου, Δημήτρη Πιντιρίσιη, Σάββα Κλεάνθους, Σωτήρη Νικολάου και η ίδια. Για τους Παπαδούρη και Δημοσθένους δεν θυμότανε αν ήτανε παρόντες. Το συμβάν το θυμάται λόγω του ότι συζητήθηκε πολλές φορές. Της υποβλήθηκε ότι η ίδια δεν ήταν παρούσα στο συμβάν με τη μάρτυρα να λέει ότι ήταν στο γραφείο της και άκουσε φωνές και βγήκε έξω. Είδε τον Κλεάνθους να κρατά τον Κατηγορούμενο και τον Κατηγορούμενο ενώ τον κρατούσε ο Κλεάνθους, να σπρώχνει τον Παραπονούμενο και αυτός να κτυπά με τον ώμο στην παράγκα. Μετά τη μαρτυρία της πιο πάνω, από κοινού κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11, επιστολή ημερομηνίας 2/8/2013 από την Αστυνομία Κύπρου, Αρχηγείο Αστυνομίας, Τμήμα Γ΄, στην οποία αναφέρεται ότι 22/2/2012 έγινε παράπονο στην αστυνομία από τον Παραπονούμενο, ο οποίος την ίδια μέρα είπε ότι δεν επιθυμεί να δώσει κατάθεση, εφόσον θα υπέβαλλε αναφορά στον προϊστάμενό του για ενδοτμηματική διερεύνηση του επεισοδίου. Ένα έτος μετά, στις 22/2/2013 ο Παραπονούμενος ενημέρωσε τηλεφωνικώς ότι επιθυμούσε να δώσει γραπτή κατάθεση για το εν λόγω συμβάν για διερεύνηση από την αστυνομία. Σχηματίσθηκε ποινικός φάκελος, λήφθηκαν καταθέσεις και ο φάκελος μετά την συμπλήρωση των εξετάσεων στις 16/5/2013, τέθηκε ενώπιον του Γενικού Εισαγγελέα, ο οποίος έδωσε οδηγίες όπως ταξινομηθεί ως «Μη Αστυνομικής Φύσεως Υπόθεση». Η επιστολή καταλήγει ότι το παράπονο του κ. Λουκαΐδη για μη διερεύνηση της υπόθεσης από την αστυνομία δεν ευσταθεί. Ακολούθησε εισήγηση από την Υπεράσπιση, ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, έκρινε ότι στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου και τον κάλεσε σε απολογία. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Ετοίμασε δε Γραπτή Δήλωση-Έγγραφο Β. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει στη Γραπτή του Δήλωση, τα τελευταία 14 χρόνια εργάζεται ως ωρομίσθιος υπάλληλος στα Δημόσια έργα. Με το σύνολο των συναδέλφων του έχει καλή σχέση σε αντίθεση με τον Παραπονούμενο που δεν έχει καλές σχέσεις με τους συναδέλφους του. Του έχει ανατεθεί το υπηρεσιακό αυτοκίνητο και ο ίδιος παραλαμβάνει συναδέλφους του από την περιοχή και μεταβαίνουν στην περιοχή Καλοπαναγιώτη που είναι η βάση εργασίας τους. Από εκεί μεταβαίνουν για εξωτερικές δουλειές. Το ωράριο εργασίας είναι 7:00-15:00 και την Πέμπτη 7:00-15:
- Στις 13/2/2012 ήταν άρρωστος με γαστρεντερίτιδα και επειδή δεν μπορούσε να πάει δουλειά, πήρε το υπηρεσιακό αυτοκίνητο στην Περιστερώνα και το έδωσε στο Ροδοσθένους για να μπορέσει να πάρει τους υπόλοιπους στην εργασία τους. Τον πήρε τηλέφωνο ο Παραπονούμενος και τον ενημέρωσε ότι ήταν άρρωστος και δεν θα πήγαινε δουλειά. Το απόγευμα ο Παραπονούμενος τον ξανακάλεσε και τον ρώτησε εάν θα πάρει το αυτοκίνητο την επόμενη μέρα και του είπε ότι ήταν άρρωστος. Ο Παραπονούμενος του ζήτησε χαρτί γιατρού και ο Κατηγορούμενος του είπε να γράψει άδεια από την προσωπική του άδεια (όπως αναφέρει δεν επισκέπτεται γιατρούς και όταν αρρωστά κάνει χρήση της ετήσιας άδειας του). Ο Παραπονούμενος τον είπε ψεύτη και του απάντησε ότι όταν θα πάει δουλειά θα κανονίσουν το θέμα της άδειας του. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς ότι του είπε ότι, «όταν έρθω θα σε κανονίσω». Σε σχέση με το δεύτερο συμβάν, ο Κατηγορούμενος απορρίπτει τις θέσεις του Παραπονουμένου. Η θέση του ήταν ότι εκείνη τη μέρα, ο Παραπονούμενος βγαίνοντας από την αποθήκη, όπου είχε πάει για να πάρει λάδι για την δεντροκοπτική, είπε στον Κατηγορούμενο «Αν είσαι άνθρωπος έλα κτύπα με». Η θέση του Κατηγορούμενου ήταν πως ο ίδιος δεν αντέδρασε. Είπε στον Παραπονούμενο να κατεβάσει κάτω το χέρι του και εκείνη τη στιγμή, πήγε κοντά του ο Κλεάνθους και απομακρύνθηκαν από τον Παραπονούμενο. Παρόντες ήταν οι Κλεάνθους, Νικολάου, Παπαδούρης και Ροδοσθένους. Η Άννα Λουκαΐδου δεν ήταν παρούσα στο συμβάν, παρά μόνο βγήκε έξω μετά που έληξε. Μετά από λίγο καιρό, στα πλαίσια πειθαρχικής έρευνας εναντίον του Παραπονουμένου κλήθηκε και έδωσε κατάθεση (Τεκμήριο 12). Ένα χρόνο μετά από το συμβάν κλήθηκε και έδωσε κατάθεση στην αστυνομία. Είναι η θέση του, ότι ποτέ δε φώναξε αισχρόλογα στον Λουκαΐδη και ότι ουδέποτε θύμωσε μαζί του για οποιοδήποτε λόγο, όπως επίσης ουδέποτε μεσολάβησε για να κινηθεί πειθαρχική δίωξη εναντίον του. Κατά την αντεξέτασή του, ρωτήθηκε πόσα χρόνια υπήρχε συνεργασία με τον Παραπονούμενο και απάντησε 5 χρόνια. Η σχέση του με τον Παραπονούμενο στα πλαίσια της εργασίας ήταν καλή δεν είχαν όμως οποιεσδήποτε άλλες σχέσεις. Σε σχέση με τη σχέση του με τον κ. Κακουλλή ο μάρτυρας είπε ότι οι οδηγίες που είχε ήταν να έχει επαφή μαζί του για θέματα της δουλειάς. Γενικά ο Παραπονούμενος δεν είχε καλές σχέσεις με το υπόλοιπο προσωπικό και αυτό οφείλεται στον τρόπο που αντιμετώπιζε το προσωπικό, πχ αρκετές φορές ο Παραπονούμενος έλεγε ότι «του έδωσαν όλους τους άχρηστους», ή όταν χάνονταν εργαλεία αποκαλούσε τους υπαλλήλους κλέφτες. Του έγιναν υποβολές ότι ένας από τους λόγους που δεν είχε καλή σχέση με τον Παραπονούμενο ήταν το γεγονός ότι έπαιρνε στο σπίτι του τη δεντροκοπτική μηχανή και τη χρησιμοποιούσε για δικούς του σκοπούς. Ο Κατηγορούμενος διαφώνησε. Όσες φορές έφυγε με τη δεντροκοπτική μηχανή ήταν κατόπιν οδηγιών του κ. Κακουλλή προκειμένου να τις πάρει για επιδιόρθωση ή εργασίες συντήρησης (service). Του έγιναν υποβολές ότι ο προϊστάμενος του ήταν ο Παραπονούμενος και όχι ο κος Κακουλλής και ότι σε αυτόν έπρεπε να υπακούει. Του υποβλήθηκε επίσης ότι ήταν ανυπάκουος στη δουλειά του, θέση την οποία απέρριψε ο Κατηγορούμενος. Του υποδείχθηκε τότε ότι, εάν ήταν υπάκουος θα ακολουθούσε τη διαδικασία που προβλέπεται όταν αρρωστά κάποιος, ήτοι, να επισκέπτεται γιατρό και να παίρνει αναρρωτική άδεια. Η θέση του Κατηγορούμενου ήταν ότι ο ίδιος δεν επισκέπτεται γιατρούς και ότι όταν αρρωστά ζητεί και οι μέρες απουσίας του, αφαιρούνται από την ετήσια του άδεια που δικαιούται. Ακολούθησαν υποβολές για τη μέρα που δεν πήγε στη δουλειά του, κατά πόσο ήταν άρρωστος, κατά πόσον έπρεπε να πάρει αναρρωτική άδεια, κατά πόσον έπρεπε να ειδοποιήσει τον Παραπονούμενο και ότι είπε ψέματα εκείνη τη μέρα και δεν ήταν άρρωστος με τον Κατηγορούμενο να απορρίπτει όλες τις πιο πάνω θέσεις. Η θέση της δικηγόρου του Παραπονουμένου, ήταν ότι εξαιτίας της έντασης του τηλεφωνήματος και του τρόπου που μίλησε στον Παραπονούμενο, του προκάλεσε τρόμο, με τον Κατηγορούμενο να απορρίπτει αυτή τη θέση και να απαντά ότι ουδέποτε φώναξε στον Παραπονούμενο. Σε σχέση με τις 22/2/2012, η θέση του είναι ότι, ο ίδιος ουδέποτε ανέφερε τα όσα του καταλογίζει ο Παραπονούμενος και ο ίδιος ουδέποτε άγγιξε τον Παραπονούμενο. Σε ερώτηση για ποιο λόγο εφόσον λέει στη δήλωσή του ότι δέχτηκε αυξημένη πρόκληση από τον Παραπονούμενο δεν τον κατάγγειλε, ο Κατηγορούμενος απάντησε, πως οποιοσδήποτε συζητεί με κάποιον δε σημαίνει ότι πρέπει να πάει και στην αστυνομία ή στον προϊστάμενο για καταγγελία. Σε ερώτηση εάν φοβήθηκε όταν ο Λουκαΐδης του πρόταξε το δάκτυλο ότι υπήρχε ενδεχόμενο να του επιτεθεί, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι δε φοβήθηκε και ότι δε θεώρησε ότι ο Παραπονούμενος θα του επιτίθετο. Ο ίδιος δεν επιτέθηκε στο Παραπονούμενο, μπορεί να υψώσανε και οι δύο τον τόνο της φωνής τους, αλλά ουδείς επιτέθηκε στον άλλο. Το συμβάν διήρκεσε λίγο χρονικό διάστημα και είναι βέβαιος ότι η Άννα Λουκαΐδου δε βγήκε έξω. Ακολούθως ως μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε ο Σάββας Κλεάνθους, ο οποίος εργάζεται στα Δημόσια Έργα. Ερωτήθηκε τι γνωρίζει για το συμβάν. Η θέση του ήταν ότι εκείνη τη μέρα θυμάται ότι ο Κυριάκου και ο Λουκαΐδης κάτι συζητούσανε, δεν άκουσε τι ακριβώς. Πήγε έπιασε τον Κυριάκου και τον τράβηξε πίσω για να σταματήσει η ιστορία. Δεν είδε τον Κυριάκου να επιτίθεται στον Λουκαΐδη και ούτε τον είδε να ακουμπά το Λουκαΐδη. Στο χώρο εκείνη την ώρα ευρίσκονταν οι Νικολάου, Ροδοσθένους, Παπαδούρης. Η Άννα Λουκαΐδου ήταν στο γραφείο και δεν βγήκε έξω. Είδε το Τεκμήριο 6 και το αναγνώρισε ως την κατάθεση που έδωσε σε σχέση με το συμβάν και υιοθέτησε το περιεχόμενό του. Κατά καιρούς άκουγε ότι οι συνάδελφοί του είχαν προβλήματα με το Λουκαΐδη λόγω της συμπεριφοράς του. Δε γνωρίζει εάν υπήρχε κάτι προσωπικό μεταξύ Λουκαΐδη και Κυριάκου. Κατά την αντεξέτασή του ρωτήθηκε πόσο καιρό γνωρίζει τον Παραπονούμενο και απάντησε ότι τον ξέρει από το 2008-
- Ο ίδιος δεν έχει οποιοδήποτε πρόβλημα μαζί του, η συνεργασία τους ήταν περιορισμένη. Του υποβλήθηκε ότι εκείνη την ώρα δεν ήταν έξω στην αυλή αλλά μέσα στο γραφείο. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι ήταν στην αυλή με το φορτηγό γεμάτο ξύλα, έτοιμο για να φύγει και μιλούσε με τους υπολοίπους στην αυλή όταν άκουσε τη συζήτηση και τράβηξε τον Κυριάκου μακριά. Δε θυμότανε να πει ακριβώς τι λέγανε λεκτικά. Άκουσε ότι συζητούσαν με φωνές και τράβηξε τον Κυριάκου μακριά. Συζητούσαν και οι δύο και ο λόγος που επέμβηκε ήταν για να μην τσακωθούν. Απέρριψε τη θέση της δικηγόρου του Παραπονουμένου ότι ο λόγος που τράβηξε τον Κυριάκου ήταν επειδή τον είδε να επιτίθεται. Βρισκόταν πιο κοντά στον Κυριάκου και για αυτό τράβηξε τον Κυριάκου. Ο Σωτήρης Νικολάου, επέμβηκε και τράβηξε τον Λουκαΐδη. Απέρριψε τη θέση ότι ο λόγος που επέμβηκε ο Νικολάου, ήταν επειδή ο Κατηγορούμενος κτύπησε τον Παραπονούμενο. Η θέση του ήταν ότι ο Κατηγορούμενος δεν ακούμπησε τον Παραπονούμενο. Δεύτερος μάρτυρας για την υπεράσπιση κατάθεσε Ιωάννης Παπαδούρης, ο οποίος εργάζεται ως οικοδόμος στα δημόσια έργα. Γνωρίζει τον Παραπονούμενο γιατί εργαζόταν μαζί του για 7 χρόνια. Γνωρίζει και τον Κατηγορούμενο μαζί με τον οποίο εργάζεται μέχρι σήμερα. Για το συμβάν στις 22/2/2012 θυμάται ότι πήγε στην αποθήκη να πάρει ξύλα και άκουσε το Λουκαΐδη να προκαλεί τον Κυριάκου λέγοντάς του «αν είσαι άνδρωπος έλα να με κτυπήσεις». Δεν είδε τον Κυριάκου να επιτίθεται στον Λουκαΐδη και πριν το επεισόδιο γενικευτεί ο Σάββας απομάκρυνε τον Κυριάκου. Δεν είδε τον Κυριάκου να επιτίθεται στο Λουκαΐδη. Στο χώρο ήταν ο Ροδοσθένους, ο Σάββας και ο Σωτήρης. Η Άννα Λουκαΐδου ευρισκόταν στο κτίριο, βγήκε έξω μετά που έληξε το συμβάν. Είδε το Τεκμήριο 8 και το αναγνώρισε ως την κατάθεση που έδωσε στα πλαίσια της πειθαρχικής έρευνας εναντίον του Λουκαΐδη και υιοθέτησε το περιεχόμενό της. Κατά την αντεξέτασή του, του υποβλήθηκε ότι ο Παραπονούμενος είχε πρόβλημα μαζί του, λόγω του ότι αργούσε να πάει στη δουλειά του, θέση την οποία ο μάρτυρας απέρριψε. Σε περαιτέρω υποβολές ότι αντί να υπακούει στον Λουκαΐδη υπάκουε στον Κακουλλη ο ΜΥ2 εξήγησε ότι ο Κακουλλής ήταν ανώτερος από το «μάστρο» του και επομένως όφειλε να τον υπακούει. Η θέση της δικηγόρου του Παραπονουμένου, ήταν ότι ο ΜΥ2 ήρθε στο Δικαστήριο να πει ψέματα για να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο γιατί και ο ίδιος έχει προβλήματα με τον Παραπονούμενο. Η θέση του ήταν ότι ήρθε να βοηθήσει τον Κυριάκου και να πει τα γεγονότα που είδε. Στο συμβάν ήταν παρών και δεν είδε τον Κυριάκου να χτυπά τον Λουκαΐδη. Σε ερώτήσεις αναφορικά με το πως έγινε το περιστατικό παρέπεμπε συνεχώς στην κατάθεσή του Τεκμήριο
- Δεν είδε τον Κατηγορούμενο να επιτίθεται στον Παραπονούμενο και τα γεγονότα έχουν ως τα λέει στην κατάθεσή του. Μετά την μαρτυρία του ΜΥ2, η υπεράσπιση ανέφερε ότι δεν θα έχει άλλο μάρτυρα και η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Είναι η θέση της υπεράσπισης ότι η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες εναντίον του Κατηγορουμένου. Με αναφορά στη μαρτυρία η οποία έχει δοθεί στα πλαίσια της υπόθεσης, είναι η θέση της Υπεράσπισης ότι δεν έχουν αποδειχτεί οι δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Από την πλευρά της η δικηγόρος του Παραπονουμένου, ισχυρίζεται ότι έχει πετύχει στο καθήκον της να αποδείξει την υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Επίσης η δικηγόρος του Παραπονουμένου κάνει αναφορά στη μαρτυρία που έχει προσφερθεί και αναλύοντας τις επιμέρους πτυχές της, εισηγείται πως το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο. Έχω διεξέλθει με ιδιαίτερη προσοχή τις αγορεύσεις και των δύο μερών. Ειδική αναφορά σε αυτές, θα γίνει σε κατοπινό στάδιο εάν και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. Προχωρώ αμέσως πιο κάτω στην αξιολόγηση των μαρτύρων, έχοντας πάντοτε κατά νου τις αρχές που διέπουν τη διαδικασία αξιολόγησης της μαρτυρίας, όπως αυτές έχουν καθοριστεί από την πλούσια επί του θέματος νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Τσεκούρα ν Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.180/10, ημ. 11.10.2012, Ιωάννου ν Παλάζη 1(Α) ΑΑΔ276 κ.α. Miorage v Radivojenik
(1998)1 (Β) ΑΑΔ614, Αθανασίου και Άλλος ν Κουνούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614). Ο Παραπονούμενος, δεν παρουσίασε εικόνα ατόμου, το οποίο προσήλθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια, ούτε και η μαρτυρία του υπήρξε σταθερή. Προωθεί δε, τρεις διαφορετικές εκδοχές του περιστατικού, το οποίο αφορά στη δεύτερη κατηγορία:
- Τεκμήριο 1: «προσπάθησε να χειροδικήσει εναντίον μου στην παρουσία άλλων τουλάχιστων 8 συναδέλφων μου. Συγκεκριμένα με άρπαξε από το σακκάκι και εάν δεν παρέμβαιναν οι συνάδελφοί μας (Σωτήρης Νικολάου και Σάββας Κλεάνθους) θα με κτυπούσε»
- Τεκμήριο 5: «έτρεξε προς το μέρος μου με πήρε από το σάκκο και με την παρέμβαση του Σωτήρη Νικολάου και Σάββα Κλεάνθους απετράπει η χειροδικία» ( εκδοχή η οποία συμίπτει Κατηγορητήριο: «Ο Κατηγορούμενος κατά ή περί τις 22/2/2012 στη Λευκωσία, παράνομα επιτέθηκε εναντίον του Χαράλαμπου Λουκαΐδη από τη Λευκωσία αρπάζοντάς τον από το σακάκκι».)
- Έγγραφο Α: «Ο Σωτήρης Νικολάου προσπάθησε αγκαλιάζοντας με να με προστατεύσει, όμως ο Κατηγορούμενος κατάφερε και με έσπρωξε προς την αποθήκη που ευρισκόταν μπρπστά μου, με αποτέλεσμα να χτυπήσω τον αριστερό μου ώμο. Παρούσα ήταν και η Άννα Λουκαΐδου, η οποία εργάζεται χρόνια στα γραφεία στο Καλοπαναγιώτη και είναι αδερφή μου». Στη μια περίπτωση αναφέρεται μόνο ότι τον άρπαξε από το σακκάκι, στη δεύτερη ότι προσπάθησε να χειροδικήσει εναντίον του και στην τρίτη περίπτωση ότι χειροδίκησε, τον έσπρωξε και χτύπησε. Επίσης ενώ στο Τεκμήριο 1 κάνει αναφορά σε 8 άτομα παρόντα, ουδείς παριστάμενος ήρθε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας κατηγορίας και περαιτέρω, σημειώνω ότι στο Έγγραφο Α, πλέον δεν κάνει αναφορά σε 8 παριστάμενους αλλά στην παρουσία της αδερφής του. Όταν η δικηγόρος για την Υπεράσπιση του επισήμανε ότι δεν λέει ότι κτύπησε τον ώμο του είτε στο Τεκμήριο 1, είτε στο Τεκμήριο 5, η θέση του Παρπονουμένου ήταν ότι αυτός το ανάφερε αλλά «δεν το έγραψαν». Διαφεύγει όμως προφανώς την προσοχή του Παραπονουμένου, ότι το Τεκμήριο 1 το έγραψε ο ίδιος και ότι το Τεκμήριο 5 φέρει την υπογραφή του και το αναγνωρίζει ως την κατάθεση, την οποία έδωσε ο ίδιος. Σημειώνω επίσης, στα πλαίσια της ευρύτερης αξιολόγησης της μαρτυρίας του Παραπονουμένου, ότι με τη μαρτυρία του αναφέρεται σε γεγονότα τα οποία κατ΄ ισχυρισμό του είπαν οι μάρτυρες κατηγορίας οι οποίοι κάλεσε προκειμένου να υποστηρίξουν την εκδοχή του, πλην αυτά τα οποία «βάζει στο στόμα τους», ουδέποτε επιβεβαιώνονται ακολούθως με τη μαρτυρία τους, κάτι το οποίο πλήττει περαιτέρω την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Συγκεκριμένα:
- Στην παράγραφο 13 της Γραπτής του Δήλωσης, ισχυρίζεται ότι στις 22/2/2012 ο Κατηγορούμενος, ενώ οδηγούσε το υπηρεσιακό αυτοκίνητο ήταν νευρικός και έβριζε τον Παραπονούμενο, στην παρουσία του Στέλιου Στυλιανού, ο οποίος του μετέφερε το γεγονός αυτό. Ο Στυλιανού έδωσε μαρτυρία ως μάρτυρας κατηγορίας. Ήταν ξεκάθαρος ότι ο Κατηγορούμενος εκείνη τη μέρα ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο έβριζε, χωρίς συγκεκριμένη αναφορά σε άτομο. Ρωτήθηκε μάλιστα κατά την αντεξέτασή του, να διευκρινίσει εάν ο Κατηγορούμενος έβριζε κάποιον συγκεκριμένα και ο μάρτυρας απάντησε πως όχι, δεν έβριζε συγκεκριμένο άτομο. Θέση η οποία επιβεβαιώνεται και από το Τεκμήριο 10, την κατάθεση που έδωσε στα πλαίσια της πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον του Παραπονουμένου, όπου επίσης αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος έβριζε, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένο άτομο.
- Σε σχέση με την μη προώθηση του παραπόνου του από την αστυνομία, όταν έδιδε μαρτυρία είπε ότι ως η αδερφή του του είπε, η αστυνομία της υπέβαλε ακριβώς τι θα έλεγε στην κατάθεσή της. Όταν όμως η αδερφή του κλήθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας ουδεμία ερώτηση της έγινε σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό του Παραπονουμένου, με αποτέλεσμα αυτή του η θέση να παραμείνει μετέωρη. Τέλος και αναφορικά με τον τρόμο που κατ΄ ισχυρισμό του προκάλεσε ο Κατηγορούμενος και πάλι δεν έπεισε. Ο Κατηγορούμενος του προκάλεσε τρόμο, αλλά ο ίδιος σε καμία ενέργεια προέβη για προστασία του, ούτε ενημερώνει κάποιο άλλο άτομο για το γεγονός αυτό, ούτε κάνει καταγγελία στην αστυνομία. Επίσης είναι αξιοσημείωτο ότι το γεγονός αυτό, δεν αναφέρεται στην επιστολή Τεκμήριο 1 με την οποία καταγγέλλει την κατ΄ ισχυρισμό επίθεση. Παρά το ότι η «απειλή» που δέχτηκε από τον Κατηγορούμενο ήταν πρόσφατη δεν κρίνει σκόπιμο να την αναφέρει στην εν λόγω επιστολή του, την οποία έγραψε στις 23/2/2012, παρά μόνο θυμάται την «απειλή» και αναφέρεται σε αυτήν 2 μήνες μετά (19/4/2012) στο Τεκμήριο 5 και εφόσον έχει πλέον ξεκινήσει εναντίον του ιδίου πειθαρχική διαδικασία, χωρίς όμως να δηλώνει ότι ένοιωσε τρόμο ή ανησυχία. Αυτή του η στάση παρά μόνον σε εκ των υστέρων σκέψεις παραπέμπει. Το ύφος του, η στάση του, η μαρτυρία του στην ουσία της, δεν είναι τέτοιας ποιότητας που να πείθουν το Δικαστήριο, τόσο για την αλήθεια των όσων αναφέρει, όσο και για τη γνησιότητα των κινήτρων του. Το τελευταίο το αναφέρω, λόγω του ότι η εμπάθειά του έναντι στον Κατηγορούμενο, ήταν περισσότερο από εμφανής σε όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Ο Παραπονούμενος ως μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος. Ο ΜΚ1, έδωσε μαρτυρία σε σχέση με το συμβάν το οποίο πραγματεύεται η δεύτερη κατηγορία. Δεν τοποθετεί τον εαυτό του παρών στο συμβάν. Δεν είδε κάτι, παρά μόνο άκουσε φωνές. Το μόνο που μπορούσε να πει, είναι αυτό που καταγράφεται και στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 10), την οποία έδωσε στα πλαίσια διερεύνησης της πειθαρχικής υπόθεσης εναντίον του Παραπονουμένου, ότι τη συγκεκριμένη μέρα, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος τον μετέφερε στη δουλειά, καθόλη τη διαδρομή ήταν νευρικός και έβριζε. Ξεκαθάρισε όταν έδιδε μαρτυρία ότι δεν έβριζε κάποιον συγκεκριμένα. Η θέση του ήταν ότι εκείνη τη μέρα, ο Κατηγορούμενος πήγε στη δουλειά «προμελετημένα». Πλην όμως δεν αναφέρει καν προμελετημένα ως προς τι; Ο ίδιος ούτε είδε τίποτα, ούτε μετέφερε κάποιο γεγονός. Ήταν μέσα στο γραφείο και όταν βγήκε έξω όπως ο ίδιος λέει: «ακούσαμε ότι συζητήσεις, μάλωσε ο κύριος Κυριάκος με τον κύριο Λουκαΐδη». Καμία αναφορά κάνει σε επίθεση του Κατηγορουμένου προς τον Παραπονούμενο. Επομένως, η μαρτυρία του δεν προσθέτει κάτι στην όλη υπόθεση, εφόσον ο ίδιος ούτε άκουσε, ούτε είδε κάτι και η εκτίμηση του περί προμελέτης προκύπτει από το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος εκείνο το πρωί στο αυτοκίνητο ήταν «νευρικός και έβριζε». Η μαρτυρία που έδωσε η ΜΚ2, αδερφή του Παραπονουμένου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία αλήθειας. Αυτό για τον πολύ απλό λόγο ότι η μαρτυρία της δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής. Ο Παραπονούμενος ως αρχή του επίδικου συμβάντος καθορίζει την κατ΄ ισχυρισμό, από τον Κατηγορούμενο, λεχθήσα φράση «για δέστε άνθρωπο που έφερε την ασφάλεια». Η ΜΚ2, δηλώνει ότι δεν ήταν από την αρχή παρούσα στο συμβάν, αλλά ήταν μέσα στο γραφείο της, όταν άκουσε φωνές και βγήκε έξω για να δει τι έγινε. Αυτή της η δήλωση οδηγεί στο μόνο λογικό συμπέρασμα ότι αφού βγήκε έξω όταν άκουσε φωνές, τότε αναπόφευκτα δεν ήταν παρούσα στο συμβάν από την αρχή του, αλλά κατά την εξέλιξη του. Τι είπε όμως η ίδια στο Δικαστήριο; «Ήμουν στο γραφείο, άκουσα φωνές και άνοιξα την πόρτα και είδα τον Κυριάκο που έκανε το χέρι του έτσι (δείχνει με το δείκτη της) προς τον Χαράλαμπο και του έλεγε «για δέστε άνθρωπο που έφερε την ασφάλεια» και τότε ο Χαράλαμπος τον ρώτησε «σε ποιόν απευθύνεσαι» και ο Κυριάκος του απάντησε «σε εσένα ρε καραγκιόζη» και τότε του είπε «πρόσεχε τα λόγια σου» και τότε θύμωσε πάρα πολύ ο Κυριάκος τον άρπαξε από τον γιακά και τον εκούντησε πάνω στην παράγκα». Ενώ λοιπόν άκουσε φωνές και βγήκε έξω, το εύλογο θα ήταν να παρακολουθούσε το συμβάν από ένα σημείο και μετά, σίγουρα όμως όχι από την αρχή του, εφόσον οι φωνές που άκουσε και οι οποίες την οδήγησαν έξω σηματοδοτούσαν την αρχή του, την οποία η ίδια έχασε ως αυτόπτης μάρτυρας. Με τη μαρτυρία της όμως κατά τη λαϊκή ρύση «φάσκει και αντιφάσκει». Άκουσε φωνές και βγήκε έξω, πλην όμως τα άκουσε όλα από την αρχή, χωρίς να χάσει ούτε μια φράση. Η μαρτυρία της είναι σε πλήρη αντιδιαστολή με την κοινή λογική και ως εκ τούτου στο μόνο συμπέρασμα που οδηγείται το Δικαστήριο είναι ότι δεν είπε την αλήθεια. Μάλιστα, σημειώνεται ότι ενώ και οι δύο μάρτυρες κατηγορίας ευρίσκονταν στο γραφείο, μόνο η ΜΚ2 βγήκε έξω. Ο ΜΚ1 δεν άκουσε οτιδήποτε ανησυχητικό το οποίο να του κινήσει την περιέργεια και να βγει έξω, παρά μόνο μετά πληροφορήθηκε ότι οι Λουκαΐδης και Κυριάκου τσακωθήκαν. Καμία αναφορά ότι επιτέθηκε ή χτύπησε ο Κατηγορούμενος τον Παραπονούμενο, παρά μόνο ότι τσακωθήκαν. Απορρίπτω χωρίς δισταγμό τη μαρτυρία της. Από την πλευρά του ο Κατηγορούμενος προκάλεσε θετική εικόνα στο Δικαστήριο και έπεισε για την αλήθεια των όσων ανέφερε ως μάρτυρας. Υπήρξε σταθερός στα όσα ανέφερε, σε κανένα σημείο δεν βγήκε εκτός ελέγχου παρά την επίμονη αντεξέτασή του. Με τον Παραπονούμενο ήταν συνάδελφοι και δεν είχαν προηγούμενα. Ουδέποτε τον απείλησε ή του επιτέθηκε. Ο Παραπονούμενος ήταν ιδιαίτερα πιεστικός έναντί του να του παρουσιάσει άδεια γιατρού και η θέση του Κατηγορουμένου, ήταν ότι εφόσον υπήρχε η ευχέρεια οι μέρες που απουσίαζε να αποκοπούν από την άδειά του, δεν επιθυμούσε να επισκεφτεί γιατρό. Μεγάλο μέρος της αντεξέτασής του αναλώθηκε στο ζήτημα αυτό, κατά πόσον θα έπρεπε να πάρει ή όχι άδεια ασθενείας. Το ορθό ή μη της επιλογής αυτής του Κατηγορουμένου, δεν θα εξεταστεί στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής και δεν αφορά ουδόλως το Δικαστήριο. Εάν το παράπονο του Παραπονουμένου συνίσταται σε πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του Κατηγορουμένου, ή στο ότι ο Κατηγορούμενος δεν του έδειχνε το σεβασμό που θα ήθελε, είναι ζητήματα ενδοϋπηρεσιακά και σίγουρα το ποινικό Δικαστήριο δεν ασχολείται με αυτά. Εάν η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου δεν ήταν σύμφωνη με τους κανόνες εργασίας του, είναι κάτι το οποίο θα πρέπει να απασχολήσει την υπηρεσία του. Ο ΜΥ1, προκάλεσε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Με πράο και ήρεμο τρόπο αναφέρθηκε στα γεγονότα εκείνης της ημέρας, χωρίς σε οποιοδήποτε σημείο της μαρτυρίας του, να δείξει ότι κάνει δεύτερες σκέψεις ή σκέφτεται την απάντησή του. Ήταν άμεσος και σαφής στις θέσεις του. Ο ΜΥ1, ήταν παρών στο συμβάν από την αρχή. Ουδείς το αμφισβήτησε αυτό. Ήταν το άτομο το οποίο, όταν αντιλήφθηκε ότι Παραπονούμενος και Κατηγορούμενος συζητούσαν με ενδεχόμενο η συζήτηση να βγει εκτός ελέγχου, με φιλικό τρόπο απομάκρυνε τον Κατηγορούμενο, ο οποίος ευρισκόταν πιο κοντά του. Ήταν κάθετος ότι ουδέποτε έγινε επίθεση, παρά μόνο μια συζήτηση μεταξύ και των δύο μερών, η οποία ουδέποτε βγήκε εκτός ελέγχου. Ήταν ξεκάθαρος ότι ούτε επίθεση υπήρξε, ούτε ο Κατηγορούμενος ακούμπησε τον Παραπονούμενο. Υιοθέτησε στα πλαίσια της μαρτυρίας του, την κατάθεση που έδωσε κατά την πειθαρχική έρευνα εναντίον του Παραπονουμένου (Τεκμήριο 6), κατά την οποία ανάφερε τα ίδια που είπε και στο Δικαστήριο. Ο ΜΥ2, υιοθέτησε το Τεκμήριο 8, ήτοι τη γραπτή δήλωση που έδωσε στα πλαίσια της πειθαρχικής έρευνας εναντίον του Παραπονουμένου. Η θέση του ήταν ότι ουδέποτε ο Κατηγορούμενος επιτέθηκε στον Παραπονούμενο. Ως και η δικηγόρος του Κατηγορουμένου, εύστοχα επισημαίνει στις αγορεύσεις της, ο ΜΥ2, είχε δυσκολία στην έκφραση κατά τη μαρτυρία του, ήταν εμφανώς αγχωμένος κατά τη διαδικασία και δεν ολοκλήρωνε τις προτάσεις του. Η εικόνα του αυτή όμως, δεν προκάλεσε αρνητική εντύπωση στο Δικαστήριο. Το κάθε άλλο. Έδειξε ένα απλό άνθρωπο, μη συνηθισμένο σε δικαστικές διαδικασίες και όχι άνθρωπο ο οποίος ήρθε για να πει ψέματα. Ήταν παρών στο συμβάν. Δεν είδε τον Κατηγορούμενο να επιτίθεται στον Παραπονούμενο. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Έχοντας αξιολογήσει την μαρτυρία που έχει δοθεί, επαναλαμβάνω ότι, είναι δεδομένη η αρχή ότι «μόνο όταν διαπιστωθεί ότι μαρτυρία που παρουσίασε ο διάδικος περιέχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας μπορεί το Δικαστήριο να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο που αφορά το βάρος και το επίπεδο απόδειξης» (βλ. σχετικά το Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, σ.134). Ο Παραπονούμενος κρίθηκε αναξιόπιστος. Αναξιόπιστη κρίθηκε και η αδερφή του, ΜΚ
- Ο δε πρώτος μάρτυρας κατηγορίας, ούτε είδε κάτι, ούτε άκουσε κάτι σχετικό με επίθεση εναντίον του Παραπονουμένου, παρά μόνο άκουσε ότι «τσακώθηκαν». Ό,τι μπορεί να συναχθεί από ενώπιον μου μαρτυρία, σε σχέση με την πρώτη κατηγορία, είναι ότι στις 13/2/2012 ο Παραπονούμενος καλούσε τον Κατηγορούμενο στο τηλέφωνο και τον πίεζε να του φέρει πιστοποιητικό γιατρού, το οποίο να δικαιολογεί την απουσία του από την εργασία του εκείνη την ημέρα. Μαρτυρία προς απόδειξη αυτής της κατηγορίας, έδωσε μόνο ο Παραπονούμενος. Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, αποδίδει στον κατηγορούμενο το αδίκημα του άρθρου 91Α του Κεφ. 154, σύμφωνα με το οποίο: 91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη. Από ανάγνωση και μόνο του επίδικου άρθρου του Νόμου, καθίσταται σαφές ότι προκειμένου να υπαχθεί κάποια πράξη στο εν λόγω αδίκημα θα πρέπει να είναι τέτοια που να προκαλεί τρόμο ή ανησυχία στον παραλήπτη της απειλής. Είναι αυτονόητο πιστεύω, ότι για να προκληθεί αυτή η ψυχική αναστάτωση, συνεπάγεται ότι το «θύμα» της απειλής, νοιώθει τρόμο ή ανησυχία εφόσον την εκλαμβάνει αυτή ως αληθινή ή έστω πιθανή. Η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας είναι άμεσα συναρτώμενες με την πλήρωση της υπόστασης του αδικήματος αυτού. Στην υπό εξέταση περίπτωση, ο Παραπονούμενος, δέχεται κατ΄ ισχυρισμό απειλή από τον Κατηγορούμενο στις 13/2/2012. Η απειλή αυτή είναι τέτοια που ως οι λεπτομέρειες αδικήματος προκάλεσε τρόμο, όχι απλά ανησυχία στον Παραπονούμενο. Παρεμβάλω εδώ, το αυτονόητο, ότι οι λεπτομέρειες κατηγορητήρίου οι οποίες καθορίζουν τα επίδικα θέματα, αποδίδουν στον Κατηγορούμενο πρόκληση τρόμου (βλ. σχετικά Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 A.A.Δ. 255 και Δημοκρατία ν. Mιχαλάκη Eυσταθίου Πανή (Αρ. 1),
(1999)2 Α.Α.Δ. 124). Εφόσον επίδικο θέμα είναι η πρόκληση τρόμου, αυτό οφείλει να αποδείξει ο Παραπονούμενος προκειμένου να πετύχει η Κατηγορία του. Περιττό να αναφέρω ότι ο τρόμος είναι ένα ακραίο συναίσθημα (βλ. σχετικά Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη «ισχυρό και αιφνίδιο αίσθημα φόβου και πανικού»). Ο Παραπονούμενος αποδέκτης της απειλής του Κατηγορουμένου, η οποία του προκάλεσε τρόμο, τί έκανε ως οι ισχυρισμοί του; Τίποτα. Τρομοκρατήθηκε από την απειλή ως ισχυρίζεται στις λεπτομέρειες αδικήματος, αλλά δεν έκανε τίποτα. Καμία καταγγελία, καμία ενέργεια προκειμένου να προστατευτεί από αυτή την απειλή. Ακόμα και όταν με επιστολή του ημερομηνίας 23/2/2013 (Τεκμήριο 1) καταγγέλλει τον Κατηγορούμενο στο Διευθυντή του, δεν κάνει καμία αναφορά στην κατ΄ ισχυρισμό απειλή η οποία του προκάλεσε τρόμο. Στις 19/4/2012 (Τεκμήριο 5), δίδει κατάθεση αναφορικά με το συμβάν που αφορά στη δεύτερη κατηγορία. Στην κατάθεσή του αυτή, αναφέρει παρεμπιπτόντως την τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον Κατηγορούμενο, προκειμένου να αναδείξει την όλη ατίθαση, κατά τον Παραπονούμενο συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, χωρίς πάλι να αναφέρει ότι αυτή η συνομιλία του προκάλεσε τρόμο ή έστω ανησυχία. Ακόμα και όταν έδιδε μαρτυρία σε σχέση με τη συνομιλία αυτή, η μόνη αναφορά που κάνει είναι στη Γραπτή του Δήλωση - Έγγραφο Α, στην παράγραφο 7: «Εγώ φοβήθηκα ότι θα επιτίθετο εναντίον μου γιατί ήταν εξαγριωμένος». Καμία άλλη αναφορά σε ενέργειά του, προς αποτροπή της επίθεσης που φοβήθηκε ότι θα δεχτεί από τον εξαγριωμένο, ως ισχυρίζεται Κατηγορούμενο. Είναι δεδομένη και καλά εμπεδωμένη η αρχή ότι η Κατηγορούσα Αρχή, φέρει αυξημένο βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας των κατηγοριών που αποδίδει σε ένα Κατηγορούμενο. Σε αυτή την περίπτωση, ως τα γεγονότα που έχουν παρατεθεί, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος, πρώτη φορά ισχυρίζεται τρόμο από την «απειλή» με την καταχώρηση του Κατηγορητηρίου. Προηγουμένως και ενώ είχε δυνατότητα, ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι εξαιτίας του τηλεφωνήματος αυτού ένοιωσε τρόμο. Η εκδοχή του δεν πείθει και επομένως η πρώτη κατηγορία δεν αποδεικνύεται. Ο Κατηγορούμενος επίσης αντιμετωπίζει κατηγορία για κοινή επίθεση κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ.154, σύμφωνα με το οποίο: «242. Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Από την ενώπιον μου μαρτυρία, όπως αυτή έχει αναλυθεί και αξιολογηθεί πιο πάνω, το εύρημα του Δικαστηρίου είναι ότι, το όλο συμβάν συνίσταται σε συζήτηση, έντονη έστω, μεταξύ δύο ενηλίκων. Έχοντας πάντοτε κατά νου και την παραίνεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι «ο πλεονασμός δεν ενισχύει την καθαρότητα και τη δυναμική της δικαστικής σκέψης. Και πρέπει να αποφεύγεται» (βλ. σχετικά Ζαχαριάδης Ανδρέας ν. Αστυνομίας,
(2000), 2 Α.Α.Δ. 472), δεν θα προχωρήσω σε ανάλυση της νομικής πτυχής και νομολογίας σε σχέση με την κοινή επίθεση, εφόσον για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω, η πλευρά του Παραπονουμένου με τη μαρτυρία που προσέφερε, απέτυχε να αποδείξει ότι το αδίκημα της κοινής επίθεσης έλαβε χώρα και επομένως ο Παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει τη δεύτερη κατηγορία. Αν μη τι άλλο, η εκδοχή του Παραπονουμένου, με όλα τα κενά που αναφέρω, πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δημιουργεί στο Δικαστήριο αμφιβολίες σε σχέση με την αλήθεια των όσων λέει. Περιττό να υπενθυμίσω τη βασική αρχή που ισχύει στις ποινικές υποθέσεις, in dubio pro reo. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, κρίνω ότι η πλευρά του Παραπονουμένου δεν απόδειξε την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό. Η υπόθεση απορρίπτεται. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα υπέρ του Κατηγορουμένου και εναντίον του Παραπονουμένου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή σύμφωνα με το σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................... Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής