Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντώνης Φάττας κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11735/16, 15/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11735/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν.
- Αντώνης Φάττας
- Ηρόδοτος Φάττας Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 15 Μαΐου 2017 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Για Κατηγορούμενους: κ. Κ. Σαββίδης Κατηγορούμενοι, παρόντες ΠΟΙΝΗ Ο 1ος Κατηγορούμενος, μετά από δική του παραδοχή, κρίθηκε ένοχος στις κατηγορίες οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος από πρόσωπο που έχει αποστερηθεί από Δικαστήριο του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 19 και 19Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 (1η Κατηγορία) και παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας κατά παράβαση των κανονισμών 2, 58
(2)(δ), 71 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84 (3η Κατηγορία). Ο 2ος Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος επίσης μετά από παραδοχή, στην κατηγορία ότι ως ιδιοκτήτης μηχανοκίνητου οχήματος επέτρεψε την χρήση του χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν. 96(Ι)/2000 (5η Κατηγορία). Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους Κατηγορούμενους, ο 1ος Κατηγορούμενος την 26.2.2016, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής Δοκιμή 254-11 στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας και δεν συμμορφώθηκε σε σήμα τροχαίας που χαράχτηκε από αρμόδια αρχή για τον έλεγχο ή την ρύθμιση της τροχαίας κίνησης. Ειδικότερα, ενώ οδηγούσε το πιο πάνω όχημα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με υποχρεωτική κατεύθυνση αριστερά, προχώρησε με ευθεία πορεία προς τα Λατσιά, κατά παράβαση του σήματος τροχαίας. Ο 1ος Κατηγορούμενος ανακόπηκε από μέλη της Αστυνομίας και κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι οδηγούσε κατά παράβαση διατάγματος που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην υπόθεση με αριθμό 10648/15 το οποίο του στερούσε την άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο από 16.11.2015 - 16.5.16 καθώς επίσης και χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου. Ο 2ος Κατηγορούμενος, ως ιδιοκτήτης επέτρεψε στον 1ο Κατηγορούμενο να οδηγεί το εν λόγω όχημα χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου. Η υπόθεση 10648/2015 στην οποία ο 1ος Κατηγορούμενος καταδικάστηκε αφορούσε οδήγηση ενώ είχε στερηθεί από Δικαστήριο της άδειας οδήγησης, οδήγηση χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας, παράλειψη συμμόρφωσης σε φώτα τροχαίας και χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου. Μεταξύ άλλων ποινών που του επιβλήθηκαν, ο 1ος Κατηγορούμενος είχε αποστερηθεί το δικαίωμα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης από 16.11.15 μέχρι 16.5.16 και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών μηνών στην κατηγορία οδήγησης ενώ είχε αποστερηθεί της άδειας οδήγησης και 20 ημερών στην κατηγορία οδήγησης χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης. Οι ποινές φυλάκισης, οι οποίες διατάχθηκε όπως συντρέχουν, αναστάλθηκαν για 3 έτη. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του 1ου Κατηγορουμένου. Την έχω μελετήσει και την λαμβάνω υπόψη μου στο σύνολό της. Συνοψίζοντας, αναφέρω ότι ο 1ος Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 63 ετών πατέρας ενός ενήλικου παιδιού. Η σύζυγος του απεβίωσε το 1994, μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη. Ο 1ος Κατηγορούμενος προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια 9 παιδιών, χαμηλής κοινωνικής τάξης. Διατηρεί καλή επικοινωνία με το γιο του και την οικογένεια του. Αφού ολοκλήρωσε το Δημοτικό σχολείο στην συνέχεια εγκατέλειψε το σχολείο για βιοποριστικούς λόγους. Το 1970, κατατάχθηκε στην Εθνική Φρουρά υπηρετώντας κανονικά τη θητεία του. Στην συνέχεια εργάστηκε ως επαγγελματίας οδηγός ταξί για περίπου 35 χρόνια. Τα τελευταία χρόνια δεν εργάζεται αφού αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα υγείας. Ειδικότερα, το 2010 διεγνώσθη με καρκίνο στον προστάτη και υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση. Το 2011, υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο. Το 2014 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση λόγω καρδιολογικών προβλημάτων. Έκτοτε δεν εργάζεται και από το 2015 λαμβάνει ως επίδομα το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα ύψους €480 μηνιαίως. Δεν κατέχει ακίνητη περιουσία και είναι επιφορτισμένος με την καταβολή €50 μηνιαίως για αποπληρωμή ενταλμάτων συνολικού ύψους €6.500. O ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Επεσήμανε ότι ο 1ος Κατηγορούμενος εργάστηκε επί χρόνια ως οδηγός ταξί και δεν είχε επιδείξει παραβατική συμπεριφορά. Κατά την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων βρισκόταν σε χώρο ιδιοκτησίας του αδελφού του ο οποίος είναι πωλητής αυτοκινήτων. Εκείνη την ημέρα κατέφθασαν από το χωρίο Φαρμακάς, ο αδελφός του και η νύφη του και ήθελαν να μεταβούν στο νοσοκομείο για ιατρική εξέταση. Έτσι ο 1ος Κατηγορούμενος ανέλαβε να τους μεταφέρει στο Νοσοκομείο. Για μετριασμό της ποινής, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη την άμεση παραδοχή των Κατηγορουμένων, τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορουμένου και ιδιαίτερα την κατάσταση της υγείας του. Τόνισε ότι ο 1ος Κατηγορούμενος έχει ιστορικό καρκίνου προστάτη, στεφανιαία νόσο, έχει υποστεί έμφραγμα μυοκαρδίου, κόπωση και δύσπνοια, εγκεφαλικό επεισόδιο που του άφησε σημαντική αναπηρία και αντιμετωπίζει πέραν τούτων και σοβαρή περιφερική αρτηριακή πάθηση με διαλείπουσα χωλότητα στα εκατό μέτρα κυρίως αριστερά. Βάσει των πιο πάνω εισηγήθηκε πως, στην περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται στην επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής, να αναστείλει αυτήν δίνοντας μια δεύτερη ευκαιρία στον 1ο Κατηγορούμενο. Όσον αφορά τον 2ο Κατηγορούμενο, επισημάνθηκε η άμεση παραδοχή του, το λευκό του ποινικό μητρώο και η απολογία του. Η επιλογή της ποινής που θα επιβληθεί αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται, από τη μια, εξατομίκευση της ποινής στο πλαίσιο του συγκεκριμένου παραβάτη και, από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη, η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει και σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Είναι νομολογημένο ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται από το νομοθέτη σε κάποιο αδίκημα συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της, (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου,
(1990), 2 Α.Α.Δ. 264 και Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999), 2 Α.Α.Δ. 632. Οι κατηγορίες στις οποίες οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι μετά από δική τους παραδοχή, όπως διαφαίνεται μέσα από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή είναι πολύ σοβαρές. Θα σταθώ ιδιαίτερα στο αδίκημα της 1ης Κατηγορίας που είναι και το σοβαρότερο. Λέχθηκαν τα εξής στην απόφαση CCC Laundries (Paphos) Limited v. Ελισάβετ Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ 288: «Η απείθεια σε διαταγή του Δικαστηρίου ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα η τέλεση του οποίου πλήττει ευθέως την απονομή της δικαιοσύνης και κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αξιοπιστία του συστήματος για αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την εμπέδωση του νόμου και της τάξης. Τέτοιου είδους συμπεριφορά ποτέ δεν έγινε ανεκτή. Οι παραβάτες όταν είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. Η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται Βλ. Kay v. Municipality of Larnaca
(1982)2 A.A.Δ. 236. Oι πολίτες σε όποια κοινωνική τάξη θεωρούν ότι ανήκουν ή σε όποια θέση βρίσκονται, υπέχουν αυστηρή υποχρέωση υπακοής στα δικαστικά διατάγματα που τους αφορούν. Αυτό επιβάλει η αρχή της ισονομίας. Οι δικαστές προσηλωμένοι στην αποστολή τους με πλήρη διαφάνεια και αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκτελούν το καθήκον τους. Συμπεριφορές οι οποίες υπονομεύουν το έργο τους δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές.» Επίσης, στην υπόθεση Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227, λέχθηκε ότι: «Παρακοή σε διάταγμα του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με τη σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία, η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος». Για την επιλογή και καθορισμό της ποινής σε περιπτώσεις απείθειας σε νόμιμες διαταγές θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, όπως η φύση του διατάγματος, οι συνέπειες από την παραβίαση του και οι λόγοι παρακοής του. Η έκδοση διατάγματος στέρησης της άδειας οδηγήσεως αποτελεί προσπάθεια του Δικαστηρίου να αναμορφώσει την οδική συμπεριφορά Κατηγορούμενου και τα Δικαστήρια οφείλουν να δώσουν ξεκάθαρο μήνυμα ότι ανυπακοή σε διατάγματα τέτοια θα αντιμετωπίζεται σοβαρά. Προς επιμέτρηση της ποινής που θα επιβληθεί στους Κατηγορουμένους, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω και συνυπολογίζω υπέρ τους την άμεση παραδοχή τους η οποία εξοικονομεί δικαστικό χρόνο και έξοδα και δείχνει περαιτέρω την μεταμέλεια του. Σε σχέση με τον 1ο Κατηγορούμενο λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις καθώς επίσης και την κατάσταση της υγείας του όπως διαφαίνεται από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας και τα συνημμένα σε αυτή πιστοποιητικά. Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες όμως, θα επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί στην 1η κατηγορία στον 1ο Κατηγορούμενο αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής που, υπό τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης, δεν μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Είναι φανερό, ότι ο 1ος Κατηγορούμενος με την πράξη του να οδηγήσει ενώ ίσχυε η επιβολή του διατάγματος για στέρηση της άδειας οδηγού που είχε επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, κατέδειξε ασέβεια προς το διάταγμα. Δεν χωρεί καμία δικαιολογία για αυτή του την πράξη. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια στον 1ο Κατηγορούμενο, επιβάλλεται σε αυτόν στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Επιπλέον επιβάλλεται ποινή στέρησης του δικαιώματος του 1ου κατηγορουμένου να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 7 μηνών από σήμερα. Στην 3η Κατηγορία επιβάλλεται χρηματική ποινή ύψους €200 η πληρωμή της οποίας να γίνει σε 5 μήνες από σήμερα. Σε σχέση με τον 2ο Κατηγορούμενο αφού έλαβα υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και αφού συνεκτίμησα περαιτέρω το λευκό του ποινικό μητρώο και την σοβαρότητα του αδικήματος, επιβάλλεται χρηματική ποινή ύψους €300 στην 5η Κατηγορία. Έχοντας κατά νου την φύση του επαγγέλματος του πωλητή αυτοκινήτων αποφασίζω να του δώσω μια 2η ευκαιρία και να μην του αποστερήσω την άδεια οδήγησης. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχω ήδη επιβάλει στον 1ο Κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο σαν μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι ξεχωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303):
- Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
- Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
- Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Στην παρούσα περίπτωση δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά. Ο 1ος κατηγορούμενος δεν ανέφερε οτιδήποτε στο Δικαστήριο που να δείχνει ότι το κίνητρο του κατά την διάπραξη των αδικημάτων ήταν κάποια αναπόδραστη ή άμεση ανάγκη η οποία να ελαφρύνει ενδεχομένως την θέση του. Περαιτέρω, δε έχω αντιληφθεί από την αντιμετώπισή του οποιοδήποτε στοιχείο ειλικρινούς μεταμέλειας. Παρά το ότι είχε διαπράξει παλαιότερα το αδίκημα οδήγησης κατά παράβαση δικαστικού διατάγματος που του αποστερούσε το δικαίωμα να οδηγεί και παρά το ότι του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης, εντούτοις διέπραξε εκ νέου το ίδιο αδίκημα χωρίς καμία ουσιαστική αιτιολογία. Θεωρώ συνεπώς ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Όσον αφορά τις προσωπικές συνθήκες και την κατάσταση της υγείας του Κατηγορουμένου θεωρώ ότι οι παράγοντες αυτοί δεν είναι τέτοιοι που να δικαιολογούν την αναστολή, έχουν δε ήδη ληφθεί υπόψη ως μετριαστικοί παράγοντες στην επιμέτρηση των επιβληθείσων ποινών. Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης να εκτιθεί άμεσα. Στη συνέχεια θα εξετάσω κατά πόσο ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις η ενεργοποίηση των ανασταλείσων ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στην ποινική υπόθεση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας υπ' Αρ. 10648/
- Το Επαρχιακό Δικαστηρίου Λευκωσίας, στα πλαίσια της υπόθεσης 10648/2015 επέβαλε στον κατηγορούμενο για το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος από πρόσωπο που έχει αποστερηθεί από Δικαστήριο του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης ποινή φυλάκισης τριών μηνών και στην κατηγορία οδήγησης χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ποινή φυλάκισης 20 ημερών. Οι ποινές φυλάκισης, οι οποίες διατάχθηκε όπως συντρέχουν, αναστάλθηκαν για 3 έτη. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της ενεργοποίησης ποινής φυλάκισης με αναστολή διέπονται από τις πρόνοιες του άρθρου 4 του περί Υφ΄ όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως σε Ορισμένες Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Νόμος αρ. 95 του 1972). Το άρθρο αυτό έτυχε δικαστικής ερμηνείας σε αριθμό υποθέσεων. Η άσκηση εξουσίας, ο χρόνος και ο τρόπος άσκησης της από το Δικαστήριο, αναφορικά με ποινή φυλάκισης με αναστολή καθορίζονται στο πιο πάνω άρθρο. Το Δικαστήριο πρώτα εκδίδει την ετυμηγορία ενοχής για το δεύτερο αδίκημα που διαπράχθηκε μέσα στην περίοδο της αναστολής. Σε δεύτερο στάδιο επιβάλλει ποινή για το αδίκημα το οποίο εκδικάζει και σε τρίτο στάδιο εξετάζει όλα τα περιστατικά και ασκεί την εξουσία του δυνάμει του άρθρου 4
(1)του Ν95/72 και τότε αποφασίζει αν θα ενεργοποιήσει ολόκληρη την ποινή ή μικρότερη ποινή ή αν θα διατάξει τροποποίηση του αρχικού διατάγματος ή αν δεν θα λάβει κανένα μέτρο. (Βλ. Χριστοδούλου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 443). Έχοντας κατά νου τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης καθώς και το γεγονός ότι οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην υπόθεση 10648/2015 αφορούσαν αδικήματα όμοιας φύσης με τα αδικήματα που αφορά η παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι ενδείκνυται η ενεργοποίηση των ανασταλείσων ποινών φυλάκισης. Συνεπώς, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται οι άμεση εκτέλεση των ποινών φυλάκισης 3 μηνών και 20 ημερών που επιβλήθηκαν στον 1ο Κατηγορούμενο στην υπόθεση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας υπ' αρ. 10684/2015. Έχοντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας της ποινής, διατάσσεται όπως οι εν λόγω ποινές φυλάκισης συντρέχουν τόσο μεταξύ τους όσο και με την ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στην παρούσα υπόθεση. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής