← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γιώργος Χριστοδουλίδης, Αρ. Υπόθεσης: 35364/2014, 11/5/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γιώργος Χριστοδουλίδης, Αρ. Υπόθεσης: 35364/2014, 11/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 35364/2014 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Γιώργος Χριστοδουλίδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 11 Μαΐου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Για Κατηγορούμενο: κ. Κ. Τυλλής Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, «ο Κατηγορούμενος την 27.10.2013 στη Λεωφόρο Μακαρίου ΙΙΙ στη Λακατάμια της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής HBT127 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή». Η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 2 μάρτυρες κατηγορίας. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, τον κάλεσε σε απολογία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου προχωρώ να εξετάσω την μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, κατάθεσε πρώτος ο Κωνσταντίνος Κλαμπανέβας (ΜΚ1) ο οποίος υιοθέτησε και ανέγνωσε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 4.11.13 (βλ. Τεκμήριο 1). Σε αυτήν αναφέρεται ότι στις 27.10.2013 περί τις 20:55, στα πλαίσια της εργασίας του ως διανομέας φαγητού, οδηγούσε την μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής KZG490 στη Λεωφόρο Μακαρίου ΙΙΙ στη Λακατάμια με κατεύθυνση προς την πάνω Λακατάμια. Η ταχύτητα του ήταν γύρω στα 35 - 40 ΧΑΩ και μπροστά του προπορευόταν το όχημα με αριθμούς εγγραφής HBT
  1. Η πρόθεση του ΜΚ1 ήταν να στρίψει δεξιά για να εισέλθει στην οδό Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην οποία επιτρέπεται μόνο η είσοδος. Πλησιάζοντας στη συμβολή της Λεωφόρου Μακαρίου με την οδό Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και ενώ βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ξεκίνησε να υλοποιήσει την πρόθεση του. Βρισκόταν στην δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου με αριθμούς Εγγραφής HBT127, περίπου στη μέση της πόρτας που βρίσκεται πίσω από τον οδηγό, όταν το πιο πάνω αυτοκίνητο ξεκίνησε, χωρίς κανένα προειδοποιητικό σήμα, να στρίβει δεξιά για να εισέλθει και εκείνο στην οδό Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ως αποτέλεσμα ο ΜΚ1 κινήθηκε δεξιά για να αποφύγει την σύγκρουση και χωρίς να κτυπήσει καθόλου στο αυτοκίνητο, έπεσε με την μοτοσυκλέτα στην άσφαλτο. Ο ΜΚ1 ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση ότι έκανε λάθος που δεν περίμενε λίγο περισσότερο για να στρίψει. Έστριψε νωρίτερα από ότι έπρεπε καθότι επρόκειτο να εισέλθει σε μονόδρομο. Την ώρα που είδε το αυτοκίνητο να στρίβει, βρισκόταν σε απόσταση μικρότερη από ένα μέτρο από αυτό. Ο ΜΚ1 τραυματίστηκε και κάποιος περαστικός τον μετέφερε στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε κάταγμα αριστερού πηχεοκάρπιου και του τοποθετήθηκε πλατίνα. Κατατέθηκε πιστοποιητικό ασθενείας, ως Τεκμήριο
  2. Υποδείχθηκε στον ΜΚ1 το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, στο οποίο φαίνεται και το σημείο σύγκρουσης (προφανώς εννοεί το σημείο πτώσης). Ο ΜΚ1 αφού συμφώνησε με αυτό, το υπέγραψε (βλ. Τεκμήριο 2). Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι γνωρίζει πολύ καλά τον δρόμο όπου συνέβη το ατύχημα αφού είναι κάτοικος της περιοχής. Αναγνώρισε μια φωτογραφία στην οποία φαίνεται η Λεωφόρος Μακαρίου ΙΙΙ όπου έγινε το δυστύχημα (βλ. Τεκμήριο 4). Ανέφερε ότι όταν είδε για πρώτη φορά το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου βρισκόταν σε απόσταση 10 με 15 μέτρα μακριά του. Όταν ο ίδιος ξεκίνησε να στρίβει βρισκόταν περίπου 2 με 3 μέτρα πριν το στρίψιμο όπου θα έστριβε. Άρχισε να στρίβει πρώτα ο ίδιος και μετά ξεκίνησε να στρίβει το αυτοκίνητο. Το στρίψιμο του αυτοκινήτου, έγινε τη στιγμή που η μοτοσυκλέτα του βρισκόταν περίπου στο μέσο της πισινής πόρτας και σε απόσταση ούτε μισό μέτρο από αυτή. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε ότι προσπάθησε να προσπεράσει το αυτοκίνητο. Ο ΜΚ1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν απαντούσε με την απαιτούμενη σαφήνεια ενώ η μαρτυρία του συγκρούεται τόσο με τα όσα ο ίδιος είπε στην κατάθεσή του στην Αστυνομία αλλά και από άλλη πραγματική μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο αξιολογώντας την μαρτυρία ενός μάρτυρα πρέπει να θέσει αυτήν στην βάσανο της λογικής. Στην προκειμένη περίπτωση τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 δεν συμβαδίζουν με την λογική συνέχεια και συνέπεια των πραγμάτων και αφήνουν ανεξήγητα κενά που οδηγούν κατά συνέπεια σε απόρριψη της μαρτυρίας του. Ειδικότερα, ο ΜΚ1 ρωτήθηκε πόσα μέτρα πριν από την πάροδο προς την οποία θα έστριβε έπεσε στο έδαφος. Ανέφερε ότι έπεσε περίπου πάνω στη διακεκομμένη γραμμή της συμβολής της Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ μαζί με τη Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Υποδείχθηκε στον ΜΚ1 ότι το γδάρσιμο που υπάρχει πάνω στην άσφαλτο και το οποίο δημιουργήθηκε από το πατίδι της μοτοσυκλέτας του, απέχει σύμφωνα με το σχέδιο 4,30 μέτρα πριν από τη γωνιά της Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο ΜΚ1 αφού είδε το σχέδιο (Τεκμήριο 2) διαφώνησε με το σημείο πτώσης που βρίσκεται σε αυτό και υπέδειξε ότι βρισκόταν λίγο πιο δεξιά ως η πορεία του. Είχε όμως αρχικά υπογράψει το πρόχειρο σχέδιο και δεν έφερε οποιαδήποτε αντίρρηση σε αυτό. Όταν κατά την αντεξέταση προσπαθούσε να δώσει εξήγηση για τις ενέργειες του, αποφάσισε να τροποποιήσει την αρχική του θέση. Σε κάθε περίπτωση έστω και με την νέα υπόδειξη του ΜΚ1 και πάλι η απόσταση του σημείου πτώσεως από τη γωνιά της οδού Θεοδώρου Κολοκοτρώνη είναι 4.30 μέτρα προς βορά και περίπου 1 μέτρο από το πεζοδρόμιο που βρισκόταν δεξιά του. Περαιτέρω, η θέση όπου έπεσε ο ΜΚ1 είτε με βάση το σχέδιο είτε με βάση όσα ανέφερε στο Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν βρίσκεται, έστω και περίπου, πάνω στη διακεκομμένη γραμμή της συμβολής Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ μαζί με τη Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Επιπρόσθετα, η θέση που είχε εκφράσει ο ΜΚ1 ότι όταν ξεκίνησε να στρίβει βρισκόταν περίπου 2 με 3 μέτρα πριν το στρίψιμο όπου θα έστριβε καταρρίπτεται από το σχέδιο της σκηνής και συγκρούεται πλήρως με την κοινή λογική. Και τούτο διότι, πρώτον το σημείο πτώσης είναι περισσότερο από 2-3 μέτρα πριν την οδό Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Τελειώνοντας, αναφέρω ότι ο ΜΚ1 δεν μπορούσε να δώσει μια εξήγηση για το πώς δεν συγκρούστηκαν τα δύο οχήματα από την στιγμή που βρίσκονταν τόσο κοντά και το αυτοκίνητο κινείτο και εκείνο δεξιά, δηλαδή προς την μοτοσυκλέτα του ΜΚ
  3. Ανέφερε ότι έριξε αστραπιαία την μοτοσυκλέτα του στο έδαφος για να αποφύγει την σύγκρουση. Υποστήριξε ότι η μοτοσυκλέτα του σύρθηκε στο έδαφος το πολύ για μισό μέτρο. Τούτη η θέση όμως αντικρούεται και πάλι από το γεγονός που καταγράφηκε στο πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2) το οποίο, επαναλαμβάνω, υπέγραψε ο ΜΚ
  4. Ειδικότερα, στο σχέδιο φαίνεται ότι η μοτοσυκλέτα μετά την πτώση της σύρθηκε για περισσότερο από 5 μέτρα από το σημείο πτώσης της. Επίσης σύμφωνα με την ΜΚ2 η μοτοσυκλέτα σύρθηκε για 5.10 μέτρα. Δεύτερος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η Γ/Αστ 2319 Κωνσταντίνα Χριστοδούλου (ΜΚ2) η οποία υιοθέτησε και ανέγνωσε την κατάθεση της (βλ. Τεκμήριο 6). Σε αυτήν αναφέρεται ότι στις 27.10.2013 περί ώρα 21:15 επισκέφθηκε σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που συνέβηκε την ίδια ημέρα και περί ώρα 2055 στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου III στη Λακατάμια. Εμπλεκόμενα οχήματα ήταν η μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής KZG490 που οδηγούσε ο Κωνσταντίνος Κλαμπανέβας και το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΤ127 που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Κατά την άφιξη της στη σκηνή διαπίστωσε ότι και τα δύο οχήματα είχαν μετακινηθεί από την τελική τους θέση. Ο καιρός ήταν αίθριος και υπήρχε επαρκής οδικός φωτισμός. Ο Κατηγορούμενος ήταν παρών ενώ ο Κωνσταντίνος Κλαμπανέβας μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο ΤΑΕΠ του Γ.Ν. Λευκωσίας όπου αφού εξετάστηκε, διαπιστώθηκε ότι έφερε κάταγμα αριστερού χεριού και κρατήθηκε για νοσηλεία. Στην παρουσία του Κατηγορουμένου, ετοίμασε ένα πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος. Η μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 το οποίο υπέγραψαν και οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί. Από το πρόχειρο σχέδιο και τις μετρήσεις που πήρε, ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο (βλ. Τεκμήριο 7). Περί τις 21:20 στη σκηνή του δυστυχήματος, έκανε προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης στον Κατηγορούμενο με μηδενική ένδειξη. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 22:15, μετέβηκε στο Γ.Ν. Λευκωσίας όπου συνάντησε τον Κλαμπανέβα και του έκανε προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης με μηδενική ένδειξη. Η Λεωφόρος Μακαρίου III είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με μονή λωρίδα κυκλοφορίας και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται με άσπρη συνεχή γραμμή, εκτός στα σημεία που υπάρχουν συμβολές όπου γίνεται διακεκομμένη γραμμή. Η Οδός Θεόδωρου Κολοκοτρώνη είναι δρόμος μονής κατεύθυνσης και η είσοδος σε αυτήν γίνεται από τη Λεωφόρο Μακαρίου. Η περιοχή είναι κατοικημένη και το όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Η ορατότητα ως η ευθεία πορεία του οδηγού της μοτοσυκλέτας KZG490 ήταν 20 μέτρα μπροστά, όσο δηλαδή και η απόσταση που ακολουθούσε το αυτοκίνητο ΗΒΤ
  5. Η ορατότητα προς τα πίσω με τη χρήση από τα καθρεφτάκια του οδηγού του αυτοκινήτου ΗΒΤ127, ήταν επίσης 20 μέτρα. Στη σκηνή δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης ενώ το σημείο πτώσης εντοπίστηκε με βάση μικρό σκάψιμο που εντοπίστηκε στην άσφαλτο. Μετά το σκάψιμο, υπήρχαν ίχνη τριβής της μοτοσυκλέτας στην άσφαλτο συνολικού μήκους 5.10 μέτρα. Στη σκηνή δεν εντοπίστηκε κανένας ανεξάρτητος μάρτυρας. Από το δυστύχημα η μοτοσυκλέτα KZG490 υπέστη ζημιές στο δεξί καθρεφτάκι, στο δεξί πατίδι και στο μπροστινό φτερό. Το αυτοκίνητο ΗΒΤ127 δεν υπέστη καμία ζημιά καθώς δεν υπήρχε σύγκρουση της μοτοσυκλέτας με το αυτοκίνητο. Την 29.10.13 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο ενώ στις 4.11.13 (βλ. Τεκμήριο 8) έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κωνσταντίνο Κλαμπανέβα. Ακολούθως, στις 6.2.14 κατηγόρησε γραπτώς τον Κωνσταντίνο Κλαμπανέβα για το ότι οδηγούσε την μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής KZG490 χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα με αποτέλεσμα να προκαλέσει δυστύχημα και αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Την ίδια ημέρα κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για το ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΤ127 χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα με αποτέλεσμα να προκαλέσει δυστύχημα και αυτός απάντησε «Ότι είχα να πω, το είπα στην κατάθεση μου» (βλ. Τεκμήριο 9). Η ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τον λόγο που ο Κατηγορούμενος δεν είδε τον μοτοσικλετιστή από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου και επισήμανε ότι ενδεχομένως ο μοτοσικλετιστής να ήταν εκτός του οπτικού πεδίου του οδηγού του αυτοκινήτου. Δεν γνωρίζει πόσο μέσα στην αντίθετη λωρίδα βρισκόταν ο Κλαμπανέβας και αν με την κλίση που είχε το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου θα μπορούσε να τον δει. Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ2 συμφώνησε ότι για να δημιουργηθεί το σημάδι στον δρόμο καθώς και τα ίχνη τριβής, η μοτοσυκλέτα βρισκόταν στο πλευρό της, δηλαδή όχι στους δύο τροχούς. Τούτο σημαίνει ότι όταν η μοτοσυκλέτα βρισκόταν στους δύο τροχούς βρισκόταν πιο αριστερά, ως η πορεία της, από το σημείο της πτώσης. Συμφώνησε επίσης ότι η ορατότητα ως η πορεία των δύο οδηγών είναι περιορισμένη στα 20 μέτρα λόγω της κλίσης του δρόμου που βρίσκεται πριν το στρίψιμο. Συμφώνησε τέλος ότι εάν η μοτοσυκλέτα ήταν σε τέτοιο σημείο του αυτοκινήτου δηλαδή τόσο κοντά στο πίσω μέρος δεξιά, υπάρχει περίπτωση όσον και να ελέγξει ο οδηγός του αυτοκινήτου να μην μπορεί δει τον μοτοσικλετιστή. Η ΜΚ2 απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας. Ήταν επίσης ήρεμη και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις της. Επιπρόσθετα, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και η αξιοπιστία της δεν πλήγηκε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης της. Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, κατέθεσε στο Δικαστήριο ο Κατηγορούμενος. Αυτός υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 8). Ειδικότερα, ανέφερε ότι στις 27.10.2013 και περί ώρα 2055 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής HTB 127 στη Λεωφόρο Μακαρίου στη Λακατάμια με κατεύθυνση προς Δευτερά. Η ταχύτητα του ήταν γύρω στα 20km/h-30km/h και τα φώτα πορείας του ήταν αναμμένα. Πλησιάζοντας στη συμβολή με την οδό Θεοδώρου Κολοκοτρώνη έβαλε δείκτη πορείας για να δείξει την πρόθεση του να στρίψει δεξιά. Όταν έφθασε στο του ύψος του στριψίματος, σχεδόν με μηδαμινή ταχύτητα, κοίταξε τα καθρεφτάκια του αυτοκινήτου και αφού δεν υπήρχε κανένας πίσω του και ούτε από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ξεκίνησε να στρίβει στην πάροδο δεξιά έχοντας ακόμα το δείκτη πορείας αναμμένο. Μετά από πέντε με δέκα μέτρα και αφού εισήλθε ολόκληρο το όχημα του στην Οδό Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, άκουσε θόρυβο πίσω του. Κοίταξε από το κεντρικό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου και στο μέσο της Λεωφόρου Μακαρίου, υπήρχε ένα μοτοποδήλατο με τον οδηγό του. Ο οδηγός φορούσε το κράνος του και είχε αναμμένα τα φώτα πορείας της μοτοσικλέτας. Αμέσως σταμάτησε να βοηθήσει τον οδηγό του μοτοποδηλάτου. Μετά από μικρό χρονικό διάστημα, στο μέρος βρέθηκαν διάφοροι γείτονες καθώς και ένας φίλος του οδηγού του μοτοποδηλάτου που τον μετέφερε στις Πρώτες Βοήθειες. Παρόλο που το αυτοκίνητο του δεν ήρθε σε επαφή με τη μοτοσικλέτα και δεν έχει καμία ζημιά, ενημέρωσε την ασφαλιστική του εταιρεία καθότι είχε προσέλθει και ο ασφαλιστής του μοτοσικλετιστή, και του επέρριπτε την ευθύνη για το δυστύχημα. Μετά από αρκετή ώρα, κλήθηκε και έφθασε στο μέρος η Αστυνομία. Κατά την αντεξέταση, υποβλήθηκε στον Κατηγορούμενο ότι όφειλε να βάλει δείκτη αρκετά πριν την συμβολή της Λεωφόρο Μακαρίου με την οδό Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι έβαλε δείκτη λίγο πριν το στρίψιμο καθότι αμέσως προηγουμένως υπάρχει άλλο στρίψιμο. Σε κάθε περίπτωση ήταν κατηγορηματικός ότι δεν περίμενε να φτάσει στο στρίψιμο για να χρησιμοποιήσει δείκτη αλλά λίγο πριν. Επανέλαβε ότι δεν γνωρίζει σε ποιο σημείο βρισκόταν ο παραπονούμενος και ότι ο ίδιος είχε κοιτάξει στα καθρεφτάκια του αυτοκινήτου του και δεν είχε δει κανένα. Ο κατηγορούμενος μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και χωρίς πρόθεση να αποποιηθεί οποιωνδήποτε ευθυνών του. Ήταν γενικά ήρεμος και σταθερός στις απαντήσεις του και απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε κατά την αντεξέταση του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Η υποχρέωση της προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428). Παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας κρίνω ότι η Κατηγορούσα αρχή δεν παρουσίασε ενώπιον μου επαρκή αξιόπιστη μαρτυρία επί της οποίας να μπορώ να βασιστώ για να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με τις ενέργειες του Κατηγορουμένου οι οποίες να συνηγορούν σε αμέλεια. Η ΜΚ2 έφτασε στην σκηνή του δυστυχήματος μετά το συμβάν και εκτός από το σχέδιο το οποίο ετοίμασε και τα ευρήματα και μετρήσεις της σκηνής, δεν μπόρεσε να διαφωτίσει περαιτέρω το Δικαστήριο ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Όσον αφορά την μαρτυρία του ΜΚ1, εν όψει της αξιολόγησης μου σε σχέση με την αξιοπιστία της, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Από την άλλη, η αποδοχή της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου, δείχνει ότι αυτός κινείτο κανονικά στην ορθή λωρίδα κυκλοφορίας ως η κατεύθυνση του. Σε κάποιο σημείο λίγο πριν την άφιξη του στη συμβολή με την Οδό Θεοδώρου Κολοκοτρώνη έβαλε δείκτη πορείας για να δείξει την πρόθεση του να στρίψει δεξιά στην εν λόγω οδό. Όταν έφθασε στο ύψος του στριψίματος, σχεδόν με μηδαμινή ταχύτητα, κοίταξε τα καθρεφτάκια, και αφού δεν παρατήρησε να υπάρχει κάποιος πίσω του ξεκίνησε να στρίβει στην πάροδο δεξιά έχοντας ακόμα το δείκτη της πορείας αναμμένο. Από εκεί και πέρα παρέμεινε άγνωστος ο τρόπος που κινείτο η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ΜΚ1 και κατά πόσον ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να επιδείξει δέουσα παρατηρητικότητα υπό τις περιστάσεις. Επισημαίνω ότι σύμφωνα με την ΜΚ2 εάν η μοτοσυκλέτα ήταν σε τέτοιο σημείο του αυτοκινήτου δηλαδή τόσο κοντά στο πίσω μέρος δεξιά, υπάρχει περίπτωση όσον και να ελέγξει ο οδηγός του αυτοκινήτου να μην μπορεί δει τον μοτοσικλετιστή. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος υπήρξε υπαίτιος οποιασδήποτε συμπεριφοράς η παράλειψης που να ανάγεται σε αμέλεια. Αποτελεί, συνεπώς, αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.