Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Samir Ridha, Αρ. Υπόθεσης: 26877/15, 25/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26877/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Samir Ridha Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 25 Μαΐου, 2017 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Για Κατηγορούμενο: κ Π. Πιερίδης Κατηγορούμενος, παρών ΑΠΟΦΑΣΗ O Κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της παράλειψης οδηγού μοτοσικλέτας να φέρει στερεά προσδεδεμένο στο κεφάλι προστατευτικό κράνος, κατά παράβαση των κανονισμών 2, 59
(2)
(3)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84, όπως τροποποιήθηκαν από τους Νόμους 166/87, 80(Ι)/2000, 18(Ι)/2000, 18(Ι)/2002, 174(Ι)/2003, 255(Ι)/2004, 61(Ι)/2005 και τις ΚΔΠ825/2004, 284/2005, 312/07, 376/2007 και 189/2008. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος στις 5.2.2015 στην συμβολή της Λεωφόρου Τζων Κεννεντυ με την οδό Στασίνου στη Λευκωσία ενώ οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής LAF272, παρέλειψε να φέρει στερεά προσδεδεμένο στο κεφάλι του προστατευτικό κράνος εγκεκριμένου τύπου από τον Έφορο. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε 3 μάρτυρες κατηγορίας. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, τον κάλεσε σε απολογία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε περαιτέρω μάρτυρες υπεράσπισης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Επισημαίνω επίσης ότι η αξιολόγηση λαμβάνει χώρα επί σημείων που αφορούν τα επίδικα θέματα (βλ. Al Ittihad al Watani κ.ά. ν. Χρ. Παπαδοπούλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan ν. Μιχάλη Ανδρέου, Πολ.Εφ.2/11, ημερ. 2.12.2015). Η ακροαματική διαδικασία άρχισε με την κατάθεση του Πρόδρομου Χαραλάμπους (ΜΚ1) ο οποίος υιοθέτησε και ανέγνωσε στο Δικαστήριο την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 21.2.2015 (Τεκμήριο 2). Σε αυτήν αναφέρεται ότι στις 5.2.2015 γύρω στις 10:20 το πρωί οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην Λεωφόρο Τζων Κέννετυ στον Στρόβολο με κατεύθυνση από την Λεωφόρο Νίκης προς Λεωφόρο Λεμεσού. Φθάνοντας την συμβολή της Λεωφόρου Κέννετυ με την οδό Στασίνου η οποία είναι ελεγχόμενη από φώτα τροχαίας, είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά ως η πορεία του και να εισέλθει στην οδό Στασίνου. Εισήλθε στην διασταύρωση ενώ το φανάρι για την πορεία του ήταν πράσινο και μόλις ο ΜΚ1 ξεκίνησε να εκδηλώνει την πρόθεση του να στρίψει δεξιά, είδε να κινείται στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας μια μοτοσικλέτα. Το φανάρι για την πορεία του την στιγμή εκείνη έγινε πορτοκαλί και ο ΜΚ1 υπέθεσε ότι θα έστριβε χωρίς πρόβλημα. Δεν υπολόγισε όμως ορθά την ταχύτητα του μοτοσικλετιστή, με αποτέλεσμα η μοτοσικλέτα να συγκρουστεί πάνω στο μπροστινό προφυλακτήρα του οχήματος του. Από την σύγκρουση, ο μοτοσικλετιστής πετάχτηκε στον αέρα και έπεσε στην άσφαλτο. Αμέσως, ο ΜΚ1 κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και κινήθηκε προς τον μοτοσικλετιστή, ο οποίος εξακολουθούσε να βρίσκεται στην άσφαλτο και έδειχνε το πόδι του. Ειδοποίησε ασθενοφόρο, το οποίο ήρθε στην σκηνή και παρέλαβε τον μοτοσικλετιστή. Ακολούθως, έφτασε και ο Αστ. 3278 Μιχαήλ-Άγγελος Αρναούτ. Στην κατάθεση του, ο ΜΚ1 αναφέρει ότι δεν θυμάται αν ο μοτοσικλετιστής φορούσε κράνος ή όχι. Υπήρχε όμως κράνος στη σκηνή του δυστυχήματος. Προφορικά στο δικαστήριο, πρόσθεσε ότι το κράνος βρισκόταν σε μικρή απόσταση από τα πόδια του μοτοσικλετιστή. Στις 24.9.2015 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον ΜΚ1 (Τεκμήριο 1). Σε αυτήν ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι από τη σύγκρουση ο μοτοσικλετιστής πετάχτηκε πάνω από το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του και έπεσε μεταξύ της κτιστής νησίδας που βρίσκεται στην οδό Στασίνου και του αυτοκινήτου του. Συγκεκριμένα, το κεφάλι του έβλεπε προς το αυτοκίνητο του ΜΚ1 και τα πόδια του προς τη κτιστή νησίδα. Όταν είδε τον μοτοσικλετιστή να βρίσκεται για πρώτη φορά στην άσφαλτο, αυτός δεν φορούσε κράνος ασφαλείας. Ο ΜΚ1 ήταν το πρώτο άτομο που είδε τον μοτοσικλετιστή να βρίσκεται στην άσφαλτο και δεν τον πλησίασε κανένα άτομο πριν από τον ίδιο για να του βγάλει το κράνος. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε ότι δέχτηκε οποιαδήποτε καθοδήγηση από οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας. Ερωτήθηκε για ποιο λόγο είχε αναφέρει στην 1η κατάθεση ότι δεν θυμόταν αν ο Κατηγορούμενος φορούσε κράνος ή όχι ενώ στην 2η Κατάθεση έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι κάτω από την ψυχολογική πίεση στην οποία βρισκόταν λίγες μέρες μετά το δυστύχημα εκείνα μπορούσε να καταθέσει. Όταν αργότερα είχε τον χρόνο και την ηρεμία μπόρεσε να επαναφέρει στο μυαλό του περισσότερες λεπτομέρειες. Ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι στον χώρο του δυστυχήματος ήρθε μετά από πάροδο μερικών λεπτών μια κυρία. Ο ίδιος προσπαθούσε να συνομιλήσει με τον κατηγορούμενο στα αγγλικά χωρίς όμως επιτυχία. Ο Κατηγορούμενος είχε τις αισθήσεις του και έδειχνε το σπασμένο του πόδι. Ο ΜΚ1 απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος θα μπορούσε να είχε αφαιρέσει το κράνος του όμως, κατά την γνώμη του, δεν θα το πετούσε στην απόσταση που το κράνος βρισκόταν από τον Κατηγορούμενο. Έγιναν διάφορες ερωτήσεις σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του τροχαίου ατυχήματος. Σε σχέση με τα επίδικα θέματα, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι λίγα δευτερόλεπτα μετά την σύγκρουση και αφού αφαίρεσε την ζώνη ασφαλείας που φορούσε και αφού έσβησε το αυτοκίνητο, κατέβηκε από το αυτοκίνητο του. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει ακριβώς τον χρόνο που χρειάστηκε για να κατεβεί αλλά θεώρησε ότι τα 30 δευτερόλεπτα που του ανέφερε ο συνήγορος του κατηγορουμένου είναι πολλά. Ο ΜΚ1 ήταν σαφής στις θέσεις του και απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας. Ήταν επίσης ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις του. Επιπρόσθετα, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Ήταν σταθερός στις θέσεις του και επέμεινε σε αυτές μέχρι τέλους. Η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε ούτε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Δεν διακρίνω οποιαδήποτε αντίφαση ανάμεσα στα λεχθέντα από τον ΜΚ1 στην 1η του κατάθεση και τα λεχθέντα από τον ίδιο στην 2η κατάθεση που έδωσε μεταγενέστερα. Στην 1η κατάθεση είχε αναφέρει ότι δεν θυμάται αν ο μοτοσικλετιστής φορούσε κράνος ή όχι αλλά υπήρχε κράνος στη σκηνή του δυστυχήματος. Στην 2η κατάθεση έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες, λέγοντας ότι όταν είδε τον μοτοσικλετιστή να βρίσκεται για πρώτη φορά στην άσφαλτο, αυτός δεν φορούσε κράνος ασφαλείας. Ουδεμία αντίφαση ανάμεσα στις δύο καταθέσεις. Και στις δύο καταθέσεις τοποθετείται κράνος στην σκηνή το οποίο σε καμία περίπτωση δεν τοποθετείται στο κεφάλι του Κατηγορουμένου την ώρα που ο ΜΚ1 τον είδε για πρώτη φορά στην άσφαλτο. Ο ΜΚ1 έδωσε λογικοφανείς και πειστικές εξηγήσεις ως προς τον λόγο που στην 2η κατάθεση του κατόρθωσε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες από ότι στην 1η κατάθεση. Έχοντας κατά νου την συνολική του παρουσία στο εδώλιο και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του καταλήγω στο να αποδεχτώ την μαρτυρία του. Δεύτερος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Αστυφύλακας 3278 Μιχαήλ Άγγελος Αρναούτ (ΜΚ2) ο οποίος εργάζεται στον Κλάδο Δυστυχημάτων από τις 27 Νοεμβρίου του 2013. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε και ανέγνωσε την κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 3). Ειδικότερα, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι στις 5.2.2015 και ώρα 10:50 επισκέφθηκε την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος το οποίο έγινε την ίδια ημέρα και περί ώρα 10:20 στη συμβολή της Λεωφόρου Τζων Κέννεντυ με την οδό Στασίνου στη Λευκωσία. Εμπλεκόμενα οχήματα ήταν το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΜΕΝ705, το οποίο οδηγείτο από τον Πρόδρομο Χαραλάμπους και η μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής LAF 272, η οποία οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Όταν ο ΜΚ2 επισκέφθηκε τη σκηνή, ο κατηγορούμενος απουσίαζε καθώς είχε ήδη μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στη σκηνή του δυστυχήματος βρήκε το κράνος που φορούσε ο Κατηγορούμενος πεσμένο στην άσφαλτο στα αριστερά λίγο πιο μπροστά από την τελική θέση που είχε λάβει η μοτοσυκλέτα. Από έλεγχο που έκανε στο κράνος διαπίστωσε ότι ήταν εγκεκριμένου τύπου αλλά ο Κατηγορούμενος δεν το είχε κατάλληλα προσδεδεμένο στο κεφάλι του, αφού δεν υπήρχε κάποιο χτύπημα σε αυτό. Υπήρχαν μόνο μικρά γδαρσίματα σε αυτό από την πτώση του στην άσφαλτο. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι το κράνος είχε τον ιμάντα που προσδένεται κάτω στο σαγόνι σε λειτουργήσιμη κατάσταση, δεν ήταν δηλαδή ούτε φθαρμένος, ούτε κομμένος που να υποδηλώνει ότι κατά τη σύγκρουση κόπηκε. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα ιατρικά πιστοποιητικά που εξασφαλίστηκαν από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, διαφάνηκε ότι ο κατηγορούμενος υπέστη κάταγμα ρινικού οστού, αιμάτωμα - κάκωση στο κεφάλι και κάταγμα δεξιού ποδιού. Όταν ερωτήθηκε ο Κατηγορούμενος για τα τραύματά του ανέφερε ότι δεν θυμόταν ακριβώς τι είχε συμβεί και γιατί είχε χτυπήσει στο κεφάλι. Ήταν αρχικά η θέση του ΜΚ2 ότι εάν το κράνος ήταν δεμένο σωστά στο κεφάλι και παραμείνει στο κεφάλι του χρήστη, τότε δεν μπορεί ο μοτοσικλετιστής να πάθει τέτοιου είδους σοβαρούς τραυματισμούς, ήτοι αιμάτωμα στο κεφάλι. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 ανάφερε ότι τυχόν χτύπημα στο κράνος θα παρείχε κάποια ένδειξη για το κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε το κράνος προσδεμένο ή όχι. Συμφώνησε όμως ότι τα μικρά γδαρσίματα ή κτυπήματα σε ένα κράνος δεν οδηγούν κατ' ανάγκη σε συμπέρασμα ότι αυτό ήταν κατάλληλα προσδεμένο. Στην παρούσα περίπτωση το κυριότερο σημείο στο οποίο βασίστηκε για να καταλήξει σε εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος δεν φορούσε το κράνος κατά την ώρα της σύγκρουσης ήταν ότι δεν ήταν κομμένος ο ιμάντας ή σπασμένη η κλειδαριά με την οποία συνδέεται ο ιμάντας. Υπεβλήθη στον ΜΚ2 η θέση ότι το κράνος λύθηκε και αφαιρέθηκε από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο γι' αυτό και δεν κόπηκε ο ιμάντας. Ο ΜΚ2 απάντησε ότι σύμφωνα με την μαρτυρία που υπήρχε από τον Πρόδρομο Χαραλάμπους το κράνος, ήταν στην άσφαλτο και όχι στο κεφάλι του Κατηγορούμενου. Τούτο είχε λεχθεί από τον Χαραλάμπους στον ΜΚ2 στη σκηνή του δυστυχήματος όπου τον συνάντησε αμέσως μετά το δυστύχημα. Δεν υπήρχαν άλλοι μάρτυρες αναφορικά με τις συνθήκες που προκλήθηκε δυστύχημα. Υποβλήθηκε περαιτέρω στον ΜΚ2 ότι οι εκδορές που υπήρχαν στο κράνος δεν προκλήθηκαν από αυτό το ατύχημα, αλλά προϋπήρχαν. Ο ΜΚ2 απάντησε ότι το κράνος ήταν κατασκευασμένο από ένα χοντρό πλαστικό και τα σημάδια τα οποία ήταν πάνω φαίνονταν ότι ήταν φρέσκα. Το κράνος ήταν χρώματος γκρίζου προς το άσπρο και δεν κάλυπτε ολόκληρο το πρόσωπο του οδηγού (full face) αλλά μισό δηλαδή στο μπροστινό μέρος το πρόσωπο του οδηγού είναι ακάλυπτο. Εάν το κράνος ήταν σωστά προσδεμένο, και πάλιν το πρόσωπο του κατηγορούμενου θα μπορούσε να έρθει σε άμεση επαφή με το μπροστινό μέρος του προφυλαχτήρα και θα μπορούσε να υπάρχει τραυματισμός στην μύτη του κατηγορούμενου. Σε σχέση με την κάκωση στο κεφάλι ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν κατέχει οποιεσδήποτε γνώσεις σε ιατρικά θέματα για να μπορέσει να απαντήσει σε ερωτήματα σε σχέση με το αιμάτωμα στο κεφάλι και αν αυτό μπορεί να δημιουργηθεί και από μια γρήγορη αλλαγή ταχύτητας εντός του κρανίου η ακόμα και με ένα χτύπημα στο κεφάλι ενώ ο μοτοσικλετιστής φορεί το κράνος του. Υποβλήθηκε ξανά στον ΜΚ2 ότι ο κατηγορούμενος αφαίρεσε μόνος του το κράνος για να μπορέσει να αναπνέει και το απομάκρυνε από κοντά του. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν χρειάζεται να αφαιρεθεί από το κεφάλι το συγκεκριμένο κράνος για να αναπνέει κάποιος, αφού το μπροστινό μέρος είναι ακάλυπτο και μπορεί να αναπνέει είτε από το στόμα, είτε από τη μύτη. Ακολούθως έγιναν ερωτήσεις σε σχέση με το σχέδιο της σκηνής τροχαίου δυστυχήματος (Τεκμήριο 6) καθώς και σε σχέση με δύο φωτογραφίες που απεικονίζουν τη συμβολή στην οποία συνέβηκε το δυστύχημα (Τεκμήριο 7Α και 7Β). Οι ερωτήσεις αυτές ουδόλως σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης και δεν θα αναφερθώ σε αυτές. Ο ΜΚ2 μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη στην σκηνή του δυστυχήματος. Ήταν γενικά ήρεμος και σταθερός στις απαντήσεις του και απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Δεν προσπάθησε να πει κάτι περισσότερο από αυτό που γνωρίζει. Κάποιες φορές εξέφρασε την προσωπική του γνώμη, παραδεχόμενος όμως στην πορεία ότι αυτή δεν βασίζεται σε ιατρικές γνώσεις. Σε όσα σημεία της μαρτυρίας του ΜΚ2 εκφράζεται γνώμη η οποία δεν συνοδεύεται από την ανάλογη τεκμηρίωση εμπειρογνωμοσύνης δεν αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα. Σε σχέση όμως με τις λοιπές ενέργειες του ΜΚ2 σε σχέση με την υπόθεση και τις παρατηρήσεις του στην σκηνή του δυστυχήματος, θεωρώ ότι ο μάρτυρας είπε την αλήθεια και αποδέχομαι την μαρτυρία του. Τρίτη και τελευταία μάρτυρας για την Κατηγορούσα αρχή κατέθεσε η Έλενα Δαλίτου ΜΚ
(3)εργαζόμενη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, η οποία κλήθηκε να παρουσιάσει τον φάκελο ασθενείας του Κατηγορουμένου. Εντούτοις, ο φάκελος που αφορά το ορθοπεδικό ζήτημα που προέκυψε στις 5.2.2015 σε σχέση με την Κατηγορούμενη δεν βρισκόταν στην κατοχή της. Η μάρτυρας αυτή ήταν τυπική και ουδεμία συνεισφορά έχει η μαρτυρία της σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 4 και 5 στην Αραβική και Ελληνική γλώσσα αντίστοιχα). Ανέφερε ότι στις 5.2.2015 και περί ώρα 1020 οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής LAF272, ιδιοκτησίας του εργοδότη του. Στην μοτοσικλέτα ήταν μόνος και φορούσε το κράνος ασφαλείας, το οποίο δεν είναι full face. Ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή. Η τροχαία κίνηση ήταν κανονική και η ταχύτητα του ήταν γύρω στα 40-45 ΧΑΩ. Πλησιάζοντας προς την διασταύρωση των οδών Τζων Κέννετυ με Στασίνου, είδε το φανάρι για την πορεία του να είναι πράσινο. Εντός της διασταύρωσης παρατήρησε ότι υπήρχε σε στάση ένα αυτοκίνητο τύπου Jeep, χρώματος άσπρου, και κατάλαβε από την κλίση του ότι ήθελε να στρίψει προς την οδό Στασίνου. Μόλις πέρασε τον πάσσαλο των φώτων τροχαίας είδε ότι το άσπρο αυτοκίνητο άρχισε να στρίβει. Αμέσως πάτησε τα φρένα άλλα δεν μπόρεσε να σταματήσει και κτύπησε, πάνω στο μπροστινό προφυλακτήρα του αυτοκινήτου και έπεσε στην άσφαλτο. Έμεινε στην άσφαλτο μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο που τον μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στο νοσοκομείο διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα στο δεξί του πόδι, κάταγμα στην μύτη, αιμάτωμα στον εγκέφαλο και θλάση δεξιάς ωμοπλάτης. Απαντώντας σε ερωτήσεις του συνηγόρου του, πρόσθεσε ότι όταν είχε δει το άσπρο όχημα κόρναρε αλλά, ο οδηγός του αυτοκινήτου δεν πρόσεξε, επειδή μιλούσε στο τηλέφωνο. Τότε πάτησε φρένο, αλλά το άσπρο αυτοκίνητο συνέχισε την πορεία του και έτσι επήλθε η σύγκρουση. Έπεσε στο έδαφος και δεν μπορούσε να αναπνεύσει και γι' αυτό τον λόγο άνοιξε το κράνος από την κλειδαριά, το έβγαλε και το πέταξε. Πρόσεξε ότι το πόδι του ήταν σπασμένο και από τον πόνο ξάπλωσε και είδε ότι η Αστυνομία ήταν εκεί και σταματούσε τα διερχόμενα αυτοκίνητα. Μετά ήρθαν κάποια άτομα που του έτριβαν τα χέρια, για να ηρεμήσει. Η κυρία που τον βοηθούσε προσπάθησε να του γυρίσει το πόδι που ήταν σπασμένο και ο αστυνομικός της είπε να μην κάνει τέτοιο πράγμα. Μετά είδε τον οδηγό του οχήματος με το οποίο συγκρούστηκε ο οποίος φορούσε κουστούμι και μιλούσε στο τηλέφωνο, να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο. Δεν τον είχε δει προηγουμένως. Ο οδηγός του αυτοκινήτου δεν του μίλησε καθόλου. Όταν κατέβηκε, στεκόταν δίπλα του και το κινητό του ήταν στο χέρι. Μετά από 7 με 10 λεπτά ήρθε ασθενοφόρο που τον μετέφερε στο νοσοκομείο. Κατά την αντεξέταση, ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο να περιγράψει ξανά το κράνος του. Επανέλαβε ότι αυτό καλύπτει το μισό μέρος του κεφαλιού και έχει ένα διαφανές πλαστικό στο πάνω μέρος το οποίο ανεβοκατεβαίνει και χρησιμεύει για την προστασία από τον αέρα. Όταν οδηγά μεγάλες αποστάσεις το κατεβάζει. Εάν όμως πρόκειται να οδηγήσει για μικρή απόσταση, το έχει ανεβασμένο λόγω του ότι δεν αναπτύσσει μεγάλες ταχύτητες και φορά τα δικά του γυαλιά. Την επίδικη ημέρα χρησιμοποιούσε τα δικά του γυαλιά για τον ήλιο και για τον αέρα και είχε ανεβασμένο το διάφανες πλαστικό. Δεν γνωρίζει αν από το κτύπημα, το διαφανές πλαστικό αποκολλήθηκε από το κράνος καθότι δεν είδε καθόλου το κράνος μετά το ατύχημα. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα η θέση ότι εάν φορούσε το κράνος στερεά προσδεμένο, το διάφανες αυτό πλαστικό, θα είχε αποκολληθεί από το κράνος, λόγω του κτυπήματος που προκάλεσε την αιμορραγία στη μύτη. Ο κατηγορούμενος διερωτήθηκε για ποιο λόγο να αποκολληθεί, αφού όπως ανέφερε το πλαστικό ήταν γυρισμένο προς τα πάνω, δηλαδή στο πάνω μέρος του κεφαλιού. Όταν χτύπησε το κεφάλι του, δεν χτύπησε στο πάνω μέρος του κεφαλιού του αλλά στο μπροστινό μέρος του προσώπου του. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος ερωτήθηκε αν το κράνος τον εμπόδιζε να αναπνέει όταν οδηγούσε. Ο Κατηγορούμενος απάντησε όχι. Ο λόγος που έβγαλε το κράνος ήταν λόγω του αίματος που ήταν πήγε σε ολόκληρο το πρόσωπο του όταν έπεσε με το κεφάλι του προς τα πίσω. Ακολούθως, σήκωσε τον κορμό του και κάθισε σε ορθή γωνία στην άσφαλτο. Τότε ήταν που αφαίρεσε το κράνος και το πέταξε σε απόσταση 2-3 μέτρων. Είδε ότι το πόδι του ήταν σπασμένο και γι' αυτό τον λόγο ξάπλωσε ξανά. Την ίδια περιγραφή είχε δώσει, κατά τον ισχυρισμό του, στον Αστυνομικό ο οποίος του ανέφερε πως στην κατάθεση πρέπει να γραφτούν μόνο τα σημαντικά σημεία. Ο Κατηγορούμενος δεν μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Διαπίστωσα προσπάθεια να παρουσιάσει τον οδηγό του άσπρου οχήματος, ήτοι τον ΜΚ1, ως έναν ασυνείδητο άνθρωπο ο οποίος δεν αισθάνθηκε την παραμικρή αγωνία για το επίδικο συμβάν. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι ο ΜΚ1 δεν εξήλθε από το όχημα του αμέσως μετά την σύγκρουση των δύο οχημάτων. Ως προς τούτο αποδέχομαι την αξιόπιστη θέση του ΜΚ1, ότι δηλαδή αμέσως (εντός λίγων δευτερολέπτων) εξήλθε του οχήματος του και προσπάθησε να μιλήσει με τον Κατηγορούμενο στην αγγλική γλώσσα. Έστω και να θεωρήσω ότι ο ΜΚ1 χρειάστηκε περί τα 30 δευτερόλεπτα να κατεβεί από το όχημα του, ως ήταν σχετική ερώτηση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου (κάτι που βεβαίως αρνήθηκε ο ΜΚ1 λέγοντας ότι δεν χρειάστηκε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα) και πάλι τα λεχθέντα από τον Κατηγορούμενο δεν συνάδουν με την κοινή λογική. Και τούτο διότι δεν θα μπορούσε μέσα σε αυτό το πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ο Κατηγορούμενος να αφαιρέσει το κράνος του, να το πετάξει, να έρθει η άγνωστη κυρία, να του τρίψει τα χέρια, να απαντήσει το τηλεφώνημα από τον εργοδότη του Κατηγορουμένου, να του εξηγήσει τι συνέβηκε και που βρίσκονταν και ακολούθως η ίδια κυρία να προσπαθήσει να στρίψει το πόδι του κατηγορουμένου πριν ακόμα ο ΜΚ1 παρουσιαστεί στην σκηνή ως ήταν η θέση του Κατηγορουμένου. Μάλιστα δε πριν καν ο ΜΚ1 παρουσιαστεί στην σκηνή, ως η θέση του Κατηγορουμένου, προσήλθε και αστυνομία η οποία ρύθμιζε την τροχαία κίνηση και κάποιος αστυνομικός που είπε στην κυρία να μην πειράξει το σπασμένο πόδι του Κατηγορουμένου. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορώ να δεχτώ την εξήγηση που έδωσε ο Κατηγορούμενος σε σχέση με το γεγονός ότι το κράνος του βρέθηκε σε τέτοια απόσταση από το σώμα του που να μην μπορεί να το φτάσει με τα χέρια. Η εξήγηση αυτή θεωρώ ότι είναι προϊόν δεύτερης σκέψης, σε μια προσπάθεια του Κατηγορουμένου να αποποιηθεί των ευθυνών του. Είχε μόλις κτυπήσει σε τροχαίο ατύχημα και είχε φοβερούς πόνους στο πόδι. Παρά ταύτα, το πρώτο πράγμα που, κατά την θέση του, έπραξε ήταν να αφαιρέσει το κράνος και μάλιστα αντί να το τοποθετήσει δίπλα του, να το πετάξει μακριά του. Ως ανέφερε, αφαίρεσε το κράνος επειδή τον εμπόδιζε να αναπνεύσει. Όμως σύμφωνα με την μαρτυρία του ιδίου, η διαμόρφωση του κράνους είναι τέτοια που δεν εμποδίζει κάποιον από το να αναπνέει από την μύτη και το στόμα αφού καλύπτει το πρόσωπο μέχρι και το μέτωπο. Τα αίματα που κατά τον Κατηγορούμενο τον εμπόδιζαν να αναπνεύσει και που τον οδήγησαν στο να αφαιρέσει το κράνος του ήταν στην μύτη και το μπροστινό μέρος του προσώπου, το οποίο δεν καλυπτόταν από το κράνος. Συνεπώς, η θέση του Κατηγορουμένου στερείται πειστικότητας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Ο κανονισμός 59
(2)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84 καθορίζει τα εξής׃ «
(2)Ο οδηγός μοτοσικλέτας ή μοτοποδηλάτου ή ηλεκτροκίνητου ποδηλάτου ή οχήματος κατηγορίας L6e ή L7e καθώς και το πρόσωπο που μεταφέρεται πάνω σε αυτό ως επιβάτης, όταν ταξιδεύουν σε οποιαδήποτε οδό ή όταν χρησιμοποιούν το εν λόγω όχημα, πρέπει να φέρουν στερεά προσδεδεμένο στην κεφαλή τους προστατευτικό κράνος του τύπου που εγκρίνεται εκάστοτε από τον Έφορο σύμφωνα με γνωστοποίηση του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, χρησιμοποιώντας τον εκ κατασκευής εξοπλισμό πρόσδεσης του εν λόγω κράνους» Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με την μαρτυρία που προσκομίστηκε από την ίδια την Κατηγορούσα αρχή το κράνος το οποίο ήταν στην κατοχή του Κατηγορουμένου κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν τύπου εγκριμένου από τον Έφορο. Δεν υπήρξε επίσης αμφισβήτηση του γεγονότος ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αρ. Εγγραφής LAF272. Μοναδικά επίδικα ζητήματα παρέμειναν το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος έφερε στην κεφαλή του το εν λόγω κράνος και εάν ναι κατά πόσον τούτο ήταν στερεά προσδεδεμένο στην κεφαλή του χρησιμοποιώντας τον εκ κατασκευής εξοπλισμό πρόσδεσης του εν λόγω κράνους. Για να αποδείξει την υπόθεση η Κατηγορούσα αρχή δεν στηρίχτηκε σε άμεση μαρτυρία, δηλαδή από πρόσωπο που αντιλήφθηκε τον Κατηγορούμενο να μην φέρει το κράνος στερεά προσδεδεμένο στην κεφαλή του. Στηρίχτηκε σε περιστατική μαρτυρία, δηλαδή μαρτυρία σχετικών γεγονότων από τα οποία κατά την θέση της προκύπτει το επίδικο γεγονός, ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος δεν έφερε στερεά προσδεδεμένο το κράνος του. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260 εφόσον η υπόθεση στηρίζεται σε περιστατική μαρτυρία, η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει να αναφέρει με καθαρότητα και ένα προς ένα τα αποδειχτικά στοιχεία που ευρίσκει ότι συνιστούν κρίκους περιστατικής μαρτυρίας και να τα συνδέει με τη σειρά σε αλυσίδα που τελικά να δένει τον κατηγορούμενο ως το δράστη. Η περιστατική μαρτυρία δεν υπολείπεται σε δύναμη οποιασδήποτε άλλης μορφής μαρτυρίας. Τα σκόρπια μέρη της μπορεί να αποκτήσουν τέτοια συνεκτικότητα που να εδραιώσουν, με ακαταμάχητη πειστικότητα, την καταδίκη για ένα έγκλημα (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9 και Χρυσάνθου Λουκάς ν. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 687). Για να οδηγήσει όμως σε καταδίκη, πρέπει να είναι τέτοια που στο σύνολο της να οδηγεί αναπόφευκτα σε συμπέρασμα ενοχής, μη επιδεχόμενη λογικά άλλη ερμηνεία ή εξήγηση και να μην είναι συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων. Η ενοχή του κατηγορούμενου πρέπει να προκύπτει από τη σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γεωργίου Σωτήρης ν. Αστυνομίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 485) Το ερώτημα που τίθεται στην προκειμένη περίπτωση είναι κατά πόσο τα στοιχεία που συνέθεταν την περιστατική μαρτυρία στην προκείμενη περίπτωση στο σύνολο τους στοιχειοθετούν το ότι ο Κατηγορούμενος δεν έφερε στερεά προσδεδεμένο το κράνος στο κεφάλι του χρησιμοποιώντας τον εκ κατασκευής εξοπλισμό πρόσδεσης του εν λόγω κράνους. Στην προκειμένη περίπτωση έχω την άποψη ότι στην απουσία λογικής εξήγησης από τον Κατηγορούμενο, μπορεί η προσφερθείσα μαρτυρία να οδηγήσει σε εύρημα ενοχής. Τα στοιχεία της περιστατικής μαρτυρίας που αποτελούν εύρημα του δικαστηρίου και μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος δεν έφερε στερεά προσδεδεμένο το κράνος του χρησιμοποιώντας τον εκ κατασκευής εξοπλισμό πρόσδεσης του εν λόγω κράνους είναι τα ακόλουθα: - Ο κατηγορούμενος οδηγούσε την μοτοσυκλέτα με αρ. Εγγραφής LAF272 και μετά την σύγκρουση με το όχημα του ΜΚ1 εκτινάχθηκε στον αέρα και έπεσε στην άσφαλτο. - Το κράνος που με κάποιο τρόπο ήταν στην κατοχή του Κατηγορουμένου ήταν τύπου half face, ήτοι δεν κάλυπτε ολόκληρο το πρόσωπο και δεν εμπόδιζε κάποιον από το να αναπνέει. - Το εν λόγω κράνος στερεωνόταν στο κεφάλι με ιμάντες, οι οποίοι ενώνονταν μεταξύ τους με κλειδαριά που άνοιγε πατώντας κάποιο κουμπί. Οι εν λόγω ιμάντες δεν βρέθηκαν κομμένοι ούτε η κλειδαριά ήταν σπασμένη κάτι που οδηγεί μόνο σε δύο πιθανά διαζευκτικά συμπεράσματα. Είτε ότι οι ιμάντες ουδέποτε είχαν προσδεθεί κανονικά μεταξύ τους με την χρήση της κλειδαριάς, είτε ότι μετά το δυστύχημα κάποιος ξεκλείδωσε την κλειδαριά απελευθερώνοντας του ιμάντες. - Ο πρώτος που είδε τον Κατηγορούμενο μετά την πτώση του στο έδαφος ήταν ο ΜΚ1 ο οποίος ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν έφερε το κράνος του όταν τον είδε για πρώτη φορά στο έδαφος. Επίσης ο ΜΚ1 δεν ξεκλείδωσε το κράνος του Κατηγορουμένου. Συνεπώς, αν όντως ο Κατηγορούμενος έφερε στερεά προσδεδεμένο το κράνος στο κεφάλι του, τότε ο μόνος που θα μπορούσε να το είχε αφαιρέσει ξεκλειδώνοντας τους ιμάντες θα ήταν ο ίδιος. - Πλην όμως, το κράνος βρέθηκε να βρίσκεται σε τέτοια απόσταση από το σώμα του κατηγορουμένου όπου δεν θα μπορούσε να το είχε τοποθετήσει ο ίδιος ο Κατηγορούμενος χωρίς να το πετάξει. - Η κλειδαριά πρόσδεσης των ιμάντων του κράνους ήταν λυμένη και όχι σπασμένη. Για να ανοίξει χρειάζεται η ηθελημένη παρέμβαση προσώπου που θα πατήσει το σχετικό κομβίο. Στην βάση των πιο πάνω ευρημάτων και στην βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας και ειδικότερα λόγω της απόρριψης της εκδοχής του Κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν παρασχέθηκε από τον τελευταίο κάποια λογική εξήγηση η οποία να ανατρέπει το αναπόδραστο συμπέρασμα ότι αυτός δεν χρησιμοποίησε τον εκ κατασκευής εξοπλισμό πρόσδεσης του εν λόγω κράνους με αποτέλεσμα αυτό μετά την σύγκρουση να εκτιναχθεί σε σημείο μακριά από το σημείο όπου έπεσε το σώμα του. Τούτο οδηγεί αναπόφευκτα και σε εύρημα ενοχής. Παραπέμπω στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 23rd ed, 2007, Vol. 1, σελ. 671 όπου σε σχέση με αντίστοιχη αγγλική πρόνοια αναφέρονται τα εξής: «The definition of protective headgear makes it clear that if the helmet is worn unfastened or improperly fastened, an offence is committed reg. 4
(3).» Έχοντας κατά νου ότι η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει με βάση την περιστατική μαρτυρία την ενοχή του Κατηγορουμένου. Δεν υπάρχει άλλη λογική εξήγηση για το γεγονός ότι λίγα δευτερόλεπτα μετά το δυστύχημα το κράνος του κατηγορουμένου βρέθηκε στην άσφαλτο χωρίς να έχουν κοπεί οι ιμάντες του και χωρίς να έχει σπάσει η κλειδαριά του και σε σημείο όπου δεν θα μπορούσε να το τοποθετήσει ο Κατηγορούμενος με τα χέρια του χωρίς να το πετάξει. Δεν θεωρώ την εξήγηση του πετάγματος του κράνους ως μια λογική ενέργεια που θα έκανε ο Κατηγορούμενος την δεδομένη στιγμή. Εξάλλου δεν με έχει πείσει για αυτή του την εκδοχή. Στα πλαίσια αξιολόγησης της περιστατικής μαρτυρίας το Δικαστήριο δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες αλλά ούτε με σενάρια που ευφάνταστα μπορεί να προωθήσει η υπεράσπιση. Όπως λέχθηκε επίσης στην υπόθεση Αθηνής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41: «Οι δε διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται εύλογα από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως πως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιον τους και αυτό δεν είναι το έργο του Δικαστηρίου.» Εν όψει των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής