ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΛΕΝΟΥ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΡΙΩΝ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 29942/14, 30/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 29942/14 ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΛΕΝΟΥ -εναντίον- 1.ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΡΙΩΝ ΛΤΔ. 2.ΑΝΤΩΝΗ ΖΑΚΟΥ ... ....................... 3.ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΡΙΣΤΟΦΗ...................... 4.ΧΡΙΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ........................ Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 30η Ιουνίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενο: κος Κυριακίδης. Για Κατηγορουμένη 1: κος Λουκά. Για Κατηγορουμένο 2: κος Σωτηρίου Για Κατηγορούμενους 3 και 4: κος Τυπογράφος Κατηγορούμενοι παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ (ex tempore) Το εγερθέν ζήτημα στην παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση είναι ο κατ΄ ισχυρισμόν περιορισμός της ελευθερίας του Παραπονουμένου από τους Κατηγορούμενους, να διαθέσει το μισθό του κατά παράβαση του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου 35(Ι)/2007. Όπως έχει λεχθεί στην Υπ. Αρ. 19325/2010 Δημοκρατία ν. 1. Ανδρέα Γρηγορίου, κ.α. και λόγω του ότι τα γεγονότα που συνθέτουν την υπό εξέταση υπόθεση, ουσιαστικά δεν τελούν υπό αμφισβήτηση, αλλά περισσότερο το ζήτημα που αναφύεται, όπως θα εξηγήσω πιο κάτω είναι μάλλον νομικό, θεωρώ πως δεν απαιτείται για πρακτικούς κυρίως λόγους, η λεπτομερής καταγραφή και επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας των μαρτύρων και η αναφορά κάθε επιμέρους πτυχής της (βλ. κατ' αναλογία, G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 88, 92, Paphos Stone C Estates v. Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1854, 1859). Τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα διαφορά έχουν ως ακολούθως. Ο Παραπονούμενος εργαζόταν από το 1980 στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας . Ως υπάλληλος της ΣΠΕ Αγίας Νάπας υπήρξε μέλος του Ταμείου Προνοίας. Στο Ταμείο Προνοίας κάθε μέλος κατέβαλε ποσοστό από τον ακαθάριστο μισθό του ύψους 7-12% και ο εργοδότης κατέβαλλε ποσοστό ύψους 12% του μισθού του υπαλλήλου. Στις 15/1/2014 η ΣΠΕ Αγίας Νάπας διαλύθηκε και συγχωνεύθηκε με τη ΣΠΕ Παραλιμνίου. Μετά τη συγχώνευση δόθηκε η ονομασία ΣΠΕ Κοκκινοχωρίων. Πριν τη διάλυση της ΣΠΕ Αγίας Νάπας, αποφασίστηκε να διαλυθεί και το Ταμείο Προνοίας των υπαλλήλων της. Αποφασίστηκε όπως τα ποσά τα οποία ήταν κατατεθημένα εις πίστην του κάθε υπαλλήλου να κατατεθούν σε λογαριασμούς οι οποίοι θα ανοίγονταν στην ΣΠΕ Κοκκινοχωρίων. Από το ποσό που δικαιούτο κάθε υπάλληλος, ποσοστό 20% ή €5.000 (όποιο ποσό ήταν μεγαλύτερο) θα γινόταν κατάθεση στο όνομα του μέλους σε λογαριασμό πρώτης ζήτησης και το υπόλοιπο πόσο θα γινόταν κατάθεση σε τρίμηνο γραμμάτιο στο όνομα κάθε μέλους. Ανοίχτηκαν λογαριασμοί, στους οποίους κατατέθηκαν τα ποσά τα οποία δικαιούτο ο Παραπονούμενος από το Ταμείο Προνοίας. Συγκεκριμένα στις 5/11/2013 (ως το Τεκμήριο 12), ανοίχτηκε ο επίδικος λογαριασμός 3203370 (νέος αριθμός 3511937-8). Ο Παραπονούμενος είχε οικονομικές υποχρεώσεις προς τη ΣΠΕ και υπήρχε μεταξύ τους συζήτηση ως προς τον τρόπο αποπληρωμής των υποχρεώσεων αυτών. Ο Παραπονούμενος είχε εκφράσει την αντίθεσή του στην δέσμευση οποιουδήποτε ποσού καταθέσεών του προερχόμενων από το Ταμείο Προνοίας. Στις 23/12/2013 σε έκτακτη συνεδρία με θέμα «Λήψη περαιτέρω μέτρων σε σχέση με την υπόθεση του Γραμματέα/Διευθυντή κ. Αντώνη Καλλένου», αποφασίστηκε η παγοποίηση λογαριασμού, ο οποίος είχε ανοιχθεί επονόματί του ιδίου της συζύγου και των τέκνων του, μέχρι την ολοκλήρωση διεξαγωγής έρευνας που γινόταν εναντίον του Παραπονουμένου από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου. Στον επίδικο λογαριασμό ο οποίος παγοποιήθηκε υπήρχε κατατεθειμένο ποσό €128.799,31, το οποίο ήταν ποσό προερχόμενο από το Ταμείο Προνοίας του. Τα πιο πάνω γεγονότα συνθέτουν τον πυρήνα του παραπόνου του Παραπονουμένου ως η ενώπιον μου τεθειμένη μαρτυρία. Έχει δοθεί περαιτέρω μαρτυρία από την Αθηνά Καλένου η οποία από το 2013 εργάζεται στη ΣΠΕ Κοκκινοχωρίων, ενώ πριν εργαζόταν στη ΣΠΕ Αγίας Νάπας. Υπήρξε επίσης μέλος της διαχειριστικής επιστροπής του Ταμείο Προνοίας των υπαλλήλων της ΣΠΕ Αγίας Νάπας. Κατά τη μαρτυρία της, της υποδείχθηκαν και αναγνώρισε τα τεκμήρια τα ήδη κατατεθειμένα στο φάκελο της υπόθεσης. Έκανε αναφορά στη διάλυση του Ταμείου Προνοίας των υπαλλήλων της ΣΠΕ Αγίας Νάπας και στη διευθέτηση που έγινε σε σχέση με την κατάθεση των ποσών που θα λάμβανε έκαστο μέλος σε ένα λογαριασμό όψεως και σε ένα προθασμίας. Όλα τα ποσά που δικαιούντο οι υπάλληλοι από το Ταμείο Προνοίας (εισφορά δική τους και εισφορά εργοδότη) ήταν κατατεθειμένα στο Ταμείο Προνοίας το χρόνο διάλυσης του και οι υπάλληλοι πήραν τα ποσά που δικαιούτο ο καθένας χωρίς αποκοπές. Τα όσα ανέφερε δεν έχουν στην ουσία τους αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης από πλευράς του Παραπονουμένου, εγέρθηκε ζήτημα απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και αυτό είναι που εξετάζει το Δικαστήριο στα πλαίσια της απόφαση αυτής. Οι αρχές που καθορίζουν το τι εξετάζει το Δικαστήριο σε αυτό το θεμελιώδες στάδιο της διαδικασίας, έχουν καθοριστεί από τη νομολογία σε σωρεία αποφάσεων, ενδεικτικά αναφέρω τις Azinas and Another v. The Police
(1981)2 C. L.R. 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου,
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Σύμφωνα με την Δικαστική Πρακτική, 1962, ο Κατηγορούμενος μπορεί να απαλλαγεί των κατηγοριών που τον βαραίνουν εκ πρώτης όψεως, μόνο σε δύο περιπτώσεις: α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Ο όρος εκ πρώτης όψεως υπόθεση χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ανάλυση του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R.
- Το κριτήριο είναι καθαρά και αυστηρά αντικειμενικό, διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Έχω υπόψη μου, επομένως, το καθήκον του Δικαστηρίου να αξιολογεί καθόλα αντικειμενικά τη μαρτυρία στο στάδιο αυτό, χωρίς να υπεισέρχεται σε οποιαδήποτε υποκειμενικά ευρήματα επί της μαρτυρίας που έχει προσκομισθεί. Όπως ξεκάθαρα προκύπτει από τη μαρτυρία όπως αυτή έχει παρατεθεί πιο πάνω, χωρίς αυτή να αξιολογείται σε καμία περίπτωση τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν την υπόθεση αυτή είναι αδιαμφησβήτητα. Ό,τι τελεί υπό αμφισβήτηση είναι η νομική ερμηνεία των γεγονότων και η υπαγωγή τους ή όχι στους επίδικους κανόνες δικαίου. Είναι η θέση του Παραπονουμένου ότι, η πιο πάνω αναφερόμενη παγοποίηση του ποσού των €128.799,31 η οποία έγινε χωρίς την έγκρισή του, συνιστά παραβίαση των υποχρεώσεων του εργοδότη οι οποίες αναφύονται από τον Περί Προστασίας των Μισθών Νόμο 35(Ι)/2007, εφόσον τα χρήματα τα οποία παγοποιήθηκαν προέρχονταν από το μισθό του και ως εκ τούτου ο εργοδότης του, περιόρισε την ελευθερία του να διαθέσει το μισθό του κατά παράβαση του άρθρου 6 του επίδικου νόμου. Επισημαίνει δε, ότι κατά τη διάλυση του Ταμείου Προνοίας, είχε συμφωνηθεί όπως τα ποσά που θα λάβει έκαστο μέλος και θα κατατεθούν σε νέους λογαριασμούς ότι δεν υπόκεινται σε οποιασδήποτε μορφής δέσμευση ή επιβάρυνση. Κάνει δε ως προς τούτο τον ισχυρισμό του ειδική αναφορά στο Τεκμήριο
- Στον αντίποδα η υπεράσπιση ισχυρίζεται ότι με βάση το Τεκμήριο 12 και ειδικότερα τον όρο 12 αυτού ο Παραπονούμενος είχε δώσει εξουσιοδότηση στην Κατηγορουμένη 1 να προβαίνει σε συμψηφισμό οποιουδήποτε υπολοίπου βρίσκεται σε πίστη του λογαριασμού με οποιοδήποτε χρέος ή υποχρέωση. Είναι ξεκάθαρο από τα πιο πάνω ότι το ζήτημα το οποίο προκύπτει είναι κατά πόσον τα επίδικα γεγονότα μπορούν να υπαχθούν στα πλαίσια εφαρμογής του Νόμου 35(Ι)/
- Αυτή η διεργασία θα γίνει στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, αφού το έργο αυτό είναι άμεσα συνυφασμένο με τον έλεγχο του κατά πόσο έχουν αποδειχτεί συστατικά στοιχεία του αδικήματος, έργο απαραίτητο να γίνει τώρα, εφόσον, προκειμένου η υπόθεση να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο, θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος το οποίο αποδίδεται στους Κατηγορουμένους. Πρώτα και πριν προχωρήσω σε εξέταση των όσων αναφέρω πιο πάνω, καταγράφω αμέσως πιο κάτω το νομικό πλαίσιο προκειμένου να καταστεί ξεκάθαρο τι είναι αυτό που εξετάζεται από το Δικαστήριο, στα πλαίσια της υπό εξέτασης ποινικής διαδικασίας, με αναφορά πάντοτε στον επίδικο Νόμο 35(Ι)/2007 (Περί Προστασίας των Μισθών Νόμος). O επίδικος νόμος, ως και ο τίτλος του, σκοπό έχει την προστασία του μισθού και τη διασφάλιση ότι παρέχονται μέσω του, τα εχέγγυα για τιμωρία του εργοδότη ο οποίος δεν καταβάλλει στον εργοδοτούμενο το μισθό του. Ο μισθός είναι η αντιπαροχή του εργοδότη για την εργασία που του παρέχει ο εργοδοτούμενός του, στα πλαίσια της σύμβασης εργασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 (35(I)/2007), στο οποίο γίνεται ερμηνεία του όρου μισθός: "μισθός" σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές. Όπως ξεκάθαρα προκύπτει από τον πιο πάνω ορισμό, μισθός είναι κάθε παροχή του εργοδότη οποιασδήποτε μορφής ή ονομασίας ή ειδικότερης αιτίας, η οποία χορηγείται ως αντάλλαγμα για την εργασία που του παρείχε ο εργοδοτούμενος. Περαιτέρω, από τον πιο πάνω ορισμό προκύπτει ότι η παροχή πρέπει να είναι «τακτική», κάτι το οποίο λογικά συνεπάγεται παροχή η οποία χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως τακτικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Περαιτέρω στα άρθρα 3 εώς και 11 του Ν.35(Ι)/2007 καθορίζονται οι υποχρεώσεις του εργοδότη αναφορικά με το πώς εκπληρώνει την υποχρέωση του για καταβολή του μισθού σε υπάλληλό του, ήτοι, τρόπος πληρωμής (πχ μετρητά, επιταγή κ.α.), αμεσότητα πληρωμής (απευθείας στον εργοδοτούμενο), τόπος και χρόνος πληρωμής, συχνότητα πληρωμής μισθού (τουλάχιστον μηνιαία) και απαγορεύεται στον εργοδότη να επηρεάζει την ελευθερία διάθεσης του μισθού του εργοδοτουμένου, να εξασκεί πιέσεις ως προς το πως θα διαθέτει το μισθό του και να αποκόπτει ή εκχωρεί για λόγους άλλους από τους αναφερόμενους στο νόμο ποσά από το μισθό του εργοδοτουμένου. Το άρθρο 19, καθορίζει ως αρμόδιο Δικαστήριο για επίλυση αστικής φύσεως διαφορά στα πλαίσια του παρόντος νόμου το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Τέλος, το άρθρο 20 καθορίζει τα αδικήματα και τις ποινές σε περιπτώσεις παράβασης του Νόμου. Η καταβολή του μισθού, του ανταλλάγματος δηλαδή της εργασίας που έχει προσφέρει ο εργαζόμενος, με τον τρόπο που προβλέπεται στο Νόμο είναι το μόνο επίδικο ζήτημα, η εξέταση του οποίου απολήγει σε απόφαση επί της υπό εξέταση ποινικής υπόθεσης. Οτιδήποτε άλλο, είναι άσχετο με τα επίδικα θέματα ζήτημα και το οποίο δε χρήζει εξέτασης. Το ποινικό Δικαστήριο, εξετάζει τη μη πληρωμή του μισθού και μόνο. Το Δικαστήριο, εξετάζει κατά πόσο ο εργοδότης έχει παραβεί υποχρέωση τεθειμένη υπό της επίδικης νομοθεσίας και εάν ναι, σε περίπτωση που δεν συντρέχει κάποιος λόγος προβλεπόμενος από τον ίδιο το νόμο που να δικαιολογεί τη μη καταβολή του μισθού, προχωρεί σε τιμωρία για την παραβίαση. Η ίδια η φύση του αδικήματος, είναι τέτοια η οποία το κατατάσσει στα αδικήματα απόλυτης ευθύνης, εφόσον το αδίκημα, συνίσταται σε παράλειψη (μη καταβολή μισθού) η οποία απαγορεύεται από το Νόμο και τιμωρείται απ' αυτόν, για λόγους που εμπίπτουν στα όρια του δημοσίου συμφέροντος ή της δημόσιας ευημερίας. Βλ. σχετικά και Δημοκρατία ν. Δημητρίου
(2010)2 Α.Α.Δ. 298, AESTAS TRADING LTD κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 78/2014, 79/2014, 3/9/2015. Εφόσον τα υπό εξέταση αδικήματα, είναι αδικήματα αυστηρής ευθύνης, το Δικαστήριο αυτό που εξετάζει είναι τη στοιχειοθέτηση και μόνο του actus reus (Βλ. σχετικά MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoινική ΄Εφεση αρ. 198/15, 2/12/2016). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12
(3)του εν λόγω νόμου, το βάρος απόδειξης ότι έχει καταβληθεί ο μισθός το φέρει ο εργοδότης (στο ισοζύγιο εννοείται των πιθανοτήτων): "Το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης." Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, καθίσταται ξεκάθαρο πλέον, πιστεύω, το εύρος της διαδικασίας αυτής και το τι εξετάζει το Δικαστήριο αυτό, το οποίο είναι ποινικό Δικαστήριο και επομένως δεν προχωρεί να αναγνωρίσει δικαιώματα, ούτε να αποφανθεί επί αμφισβητούμενων ζητημάτων (πχ ισχύ ή ερμηνεία συμφωνίας). Το παρόν Δικαστήριο, για να το θέσω όσο πιο απλά γίνεται, στα πλαίσια εφαρμογής της επίδικης νομοθεσίας και στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης αυτό που θα εξετάσει, είναι το εάν ο εργοδότης έχει παραβεί η όχι την τεθειμένη υπό του νόμου υποχρέωσή του να καταβάλει στον εργοδοτούμενό του το αντάλλαγμα τις εργασίας του, δηλαδή το μισθό του, νοουμένου βέβαια, ότι ο μισθός είναι οφειλόμενος εν τη εννοία του νόμου, δηλ. ο εργοδοτούμενος παρείχε εργασία χωρίς να λάβει το αντάλλαγμα αυτής. Οτιδήποτε άλλο εκφεύγει του δικαιοδοτικού πλαισίου του παρόντος Δικαστηρίου. Στην υπό εξέταση υπόθεση είναι παραδεκτό γεγονός ότι ο μισθός του Παραπονουμένου του έχει καταβληθεί. Το παράπονο έγκειται σε ποσά του Ταμείου Προνοίας, τα οποία καταβλήθηκαν από τον εργοδότη στο Παραπονούμενο και τα οποία ο Παραπονούμενος κατέθεσε σε λογαριασμό ο οποίος μεταγενέστερα έχει παγοποιηθεί από την Κατηγορουμένη
- Οι αποκοπές που γίνονταν από το μισθό του Παραπονουμένου σε σχέση με το Ταμείο Προνοίας του ήταν αποκοπές σύμφωνα με το άρθρο 10(β) και ως τέτοιες ήταν νόμιμες. Από τη στιγμή που τα ποσά του Ταμείου Προνοίας νομίμως αποκόπτονταν από το μισθό του Παραπονουμένου, έπαυαν να είναι μέρος του μισθού του για τα οποία θα είχε απαίτηση από τον εργοδότη του ως μισθός. Τα ποσά αυτά γίνονταν, ως είναι κοινά αποδεκτό, κατάθεση στο Ταμείο Προνοίας του Παραπονουμένου και πλέον κατά νόμο υπεύθυνη ήταν η διαχειριστική επιτροπή. Υπάρχει δε ειδικό νομοθέτημα το οποίο πραγματεύεται τα των Ταμείων Προνοίας, ο Περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμος του 2012 (208(I)/2012). Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω με δεδομένο, εφόσον είναι κοινή θέση και των δύο πλευρών ότι δεν οφείλονται μισθοί στον Παραπονούμενο και ότι τα επίδικα ποσά είναι ποσά τα οποία ήταν κατατεθειμένα στο Ταμείο Προνοίας του Παραπονουμένου, ήτοι ποσά τα οποία αποκοπήκαν νομίμως από το μισθό του Παραπονουμένου, είναι ξεκάθαρο ότι ο Νόμος 35(Ι)/2007 δεν έχει εφαρμογή και η υπόθεση αυτή δεν μπορεί να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο. Τέλος, παρεμπιπτόντως επισημαίνω ότι εάν τα επίδικα χρήματα κακώς έχουν παγιοποιηθεί, ως ο ισχυρισμός του Παραπονουμένου υπό το φως του Τεκμηρίου 4, αυτό είναι ζήτημα άμεσα συναρτώμενο με την ερμηνεία του εν λόγω τεκμηρίου σε συνδυασμό με το Τεκμήριο
- Είναι δε, ζήτημα το οποίο αναφύεται και εξετάζεται στα πλαίσια αστικής φύσεως διαφοράς και όχι κάτι το οποίο εξετάζεται στα πλαίσια εξέτασης τυχών ποινικής ευθύνης των Κατηγορουμένων. Η υπόθεση απορρίπτεται. Οι Κατηγορούμενοι 1,2,3 και 4 αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται εναντίον του Παραπονουμένου και υπέρ των Κατηγορουμένων 1,2,3 και
- Εφόσον οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 έτυχαν κοινής εκπροσώπησης, σε σχέση με αυτούς, επιδικάζεται ένα σετ εξόδων και όχι δύο. (Υπ) .............................. Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο