Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Έφη Ηροδότου, Υπόθεση Αρ: 744/17, 26/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ Ποινική Υπόθεση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού Αρ: 744/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή v. Έφη Ηροδότου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 26 Ιουνίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Μιχαήλ Για την Κατηγορούμενη: κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης με κ. Ε. Μάνουλλο Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 24.1.2017. Κατόπιν αίτησης ημερομηνίας 26.1.2017 (Ποινική Αίτηση Αρ. 4/2017), το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε όπως η εν λόγω υπόθεση εκδικαστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η 1η Κατηγορία αφορά την πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ενώ 2η Κατηγορία αφορά μη συμμόρφωση με φώτα τροχαίας κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58
(1)(ια) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και άρθρων 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου ν. 86/
- Οι λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης Κατηγορίας, ως αυτές αναφέρονται στο κατηγορητήριο, έχουν ως εξής: «Η κατηγορούμενη την 27η Δεκεμβρίου 2007 στη διασταύρωση της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στη Μέσα Γειτονιά, στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KNL326, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο του Αιμίλιου Ιωάννου τέως, από τη Λεμεσό. Όσον αφορά την 2η Κατηγορία, σύμφωνα πάντα με τις επί του Κατηγορητηρίου λεπτομέρειες, «η κατηγορούμενη την 27η Δεκεμβρίου 2007 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KNL326 στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου με Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, παρέλειψε να συμμορφωθεί με σήμα τροχαίας, ήτοι φώτα τροχαίας, τοποθετηθέντων υπό της Αρμόδιας Αρχής για καθοδήγηση των οδηγών μηχανοκινήτων οχημάτων, ήτοι πέρασε με κόκκινο φως. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε οκτώ μάρτυρες Κατηγορίας (στο εξής «ΜΚ»). Ειδικότερα, κάλεσε τους Αστ. 392 Λουκά Αθανασιου (ΜΚ1), Φίλιππο Μόζορα (ΜΚ2), Α/Λοχ. 870 Ανδρέα Χατζίκκου (ΜΚ3), Στέλλα Παναγιώτου (ΜΚ4), Θεόδωρο Θεοδώρου (ΜΚ5), Α/Λοχ 725 Ηρακλή Πιτσιλλή (ΜΚ6), Λοχ. 466 Ευριπίδη Ανδρέου (ΜΚ7) και Λοχ. 4355 Λοίζο Λοίζου (ΜΚ8). Δηλώθηκαν επίσης παραδεχτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Kατηγορουμένης, την κάλεσε σε απολογία. Αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, η Kατηγορούμενη επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του Κατηγορουμένου. Κάλεσε δύο μάρτυρες υπεράσπισης (στο εξής «ΜΥ»), την Έλλη Ηλία (ΜΥ1) και τον Στέλιο Στυλιανού (ΜΥ2). ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Προτού προχωρήσω στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας που έδωσε ο κάθε μάρτυρας, θεωρώ ορθό να παραθέσω τα γεγονότα εκείνα που είναι αποδεκτά από τους διαδίκους, ώστε η παράθεση της μαρτυρίας κατωτέρω, να περιοριστεί μόνο σε όσα επίδικα ζητήματα τελούν υπό αμφισβήτηση ή διαφωνία. Ειδικότερα, με βάση τα παραδεκτά γεγονότα, στις 27.12.2007 επισυνέβη τροχαίο δυστύχημα στη διασταύρωση των οδών Γρηγόρη Αυξεντίου και Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού στη Λεμεσό, με ενεχόμενα οχήματα το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KNL326, που οδηγούσε η Κατηγορούμενη και το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής KRP886, που οδηγούσε ο Αιμίλιος Ιωάννου, ηλικίας 17 ετών. Συνεπεία του εν λόγω δυστυχήματος, ο Αιμίλιος Ιωάννου τραυματίστηκε θανάσιμα. Το θύμα παραλήφθηκε στις 05:00 με ασθενοφόρο με νοσηλευτή τον Αντρέα Στυλιανού, ο οποίος διαπίστωσε ότι το θύμα δεν είχε ούτε σφυγμό, ούτε αναπνοή και τον μετέφερε στο Νοσοκομείο Λεμεσού. Εκεί τον παρέδωσε στην επί καθήκοντι ιατρό Φαίδρα Ιωαννίδου η οποία εξέτασε το θύμα στις 05:19 και διαπίστωσε ότι ήταν νεκρός. Στις 28.12.2007 και ώρα 10:00 στο νεκροτομείο της Λεμεσού, ο ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους διενήργησε τη νενομισμένη νεκροψία επί της σορού του θύματος και διαπίστωσε ότι ο θάνατος του προήλθε από «κακώσεις σώματος και ζωτικών οργάνων ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα». Την ταυτότητα της σορού του θύματος αναγνώρισε ο πατέρας του, Χαράλαμπος Ιωάννου. Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε για πρώτη φορά στις 6.6.2008 και ορίστηκε για απάντηση στις 9.6.
- Επρόκειτο για την υπόθεση με αριθμό 10148/08 στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση στις 16.9.
- Ασκήθηκε η Ποινική Έφεση υπ' αριθμό 213/2009 από τον Γενικό Εισαγγελέα, όπου με απόφαση ημερομηνίας 3.3.2011 διατάχθηκε η επανεκδίκαση της υπόθεσης. Η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για επίδοση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 11.4.2011, 15.4.2011 και 3.5.
- Λόγω του ότι δεν κατέστη δυνατή η επίδοση κλήσης στην κατηγορούμενη, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στις 12.5.2011 εξέδωσε ένταλμα σύλληψης βάσει του άρθρου 44 του Κεφ.
- Στις 20.5.2011, εκδόθηκε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης εναντίον της κατηγορουμένης και ενημερώθηκε σχετικά η Interpol. Η υπόθεση εκκρεμούσε για απάντηση και έλεγχο του εντάλματος συλλήψεως, μέχρι τις 2.4.2012, ημερομηνία κατά την οποία διακόπηκε με οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα. Κατά συνέπεια, ακυρώθηκαν και τα αντίστοιχα Κυπριακά και Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης. Στις 7.5.2012 εκδόθηκε νέο κυπριακό Ένταλμα Σύλληψης και στις 7.6.2012 εκδόθηκε νέο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Στις 8.1.2017, η κατηγορούμενη συνελήφθη δυνάμει Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από τις Ελληνικές αρχές και εκδόθηκε στις Κυπριακές αρχές για επανακαταχώρηση και εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ - Αστυφύλακας 392 Λούκας Αθανάσιου (ΜΚ1) Ο ΜΚ1 υπηρετεί στον Κλάδο Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων Τροχαίας Λεμεσού από το
- Είναι φωτογράφος, σχεδιαστής σκηνών τροχαίων δυστυχημάτων, χειριστής συσκευών προκαταρκτικού και τελικού ελέγχου αλκοόλης και ειδικός στην εύρεση της ταχύτητας από ίχνη πλαγιολίσθησης και τροχοπέδησης. Ο ΜΚ1 υιοθέτησε μέρος της κατάθεσης του, την οποία ανέγνωσε στο Δικαστήριο (βλ. Τεκμήριο 1). Σε αυτήν αναφέρεται ότι στις 27.12.2007 και περί ώρα 04:55 έλαβε πληροφορία μέσω ασυρμάτου από το Κ.Ε.Μ Λεμεσού ότι στην διασταύρωση της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου υπάρχει σοβαρό τροχαίο δυστύχημα. Στις 05:00 επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος, που είχε συμβεί περί τις 04:45 στο πιο πάνω σημείο. Εκεί, εντόπισε το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής KRP886 στη τελική του θέση και τον Αιμίλιο Ιωάννου κρίσιμα τραυματισμένο στην άσφαλτο χωρίς να κινείται. Ταυτόχρονα, έφθασε ασθενοφόρο που μετέφερε τον τραυματία στο νοσοκομείο Λεμεσού. Ο ΜΚ1 πληροφορήθηκε μέσω ασυρμάτου ότι το αυτοκίνητο που εμπλεκόταν στο δυστύχημα, ακολουθήθηκε από ανεξάρτητη μάρτυρα και τελικά σταμάτησε σε αδιέξοδο δρόμο που βρίσκεται σε απόσταση περί τα 500 - 600 μέτρα μακριά από τη σκηνή του δυστυχήματος και συγκεκριμένα στη συμβολή των οδών Μάρκου Δράκου και Δημητρίου Χαραλάμπους. Από τη σκηνή του δυστυχήματος, ο ΜΚ1 παρέλαβε διάφορα τεκμήρια και στην απουσία των δύο οδηγών και με τη βοήθεια του Λοχία 807 (ΜΚ3), έλαβε τα απαραίτητα μέτρα και ετοίμασε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος (βλ.Τεκμήριο 4) το οποίο αργότερα μετέτρεψε σε σχέδιο επί κλίμακας (βλ. Τεκμήριο 5). Επίσης, ο μάρτυρας φωτογράφησε την σκηνή του δυστυχήματος. Στο μέρος έλεγξε την λειτουργία των φώτων τροχαίας και διαπίστωσε ότι αυτά λειτουργούσαν κανονικά. Ενώ βρισκόταν στη σκηνή, περίπολο του ΟΥΛΑΕ με τους Λοχία 4355 (ΜΚ8) και Ε.Α 7061 έφεραν εκεί την κατηγορούμενη μαζί με τη φίλη της Έλλη Ηλία (ΜΥ1). Η Γ/Αστ. 1018 υπέβαλε την Κατηγορούμενη σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη 50mg αντί 22mg και στη συνέχεια, η Κατηγορούμενη και η φίλη της μεταφέρθηκαν με περίπολο στην τροχαία Λεμεσού. Το μοτοποδήλατο του θύματος μεταφέρθηκε επίσης στη τροχαία Λεμεσού για περαιτέρω εξετάσεις. Η ζημιά επαφής εντοπίστηκε σε όλο το μπροστινό μέρος του μοτοποδηλάτου, από το οποίο αποκολλήθηκαν οι πλαστικές αεροτομές και στράβωσαν τα μπροστινά πιρούνια. Μετά τη λήψη των αναγκαίων μέτρων στη σκηνή, ο ΜΚ1 μετέβη στη συμβολή των οδών Μάρκου Δράκου και Δημητρίου Χαραλάμπους όπου, οι Αστ. 1274 και Ε.Α. 7038 φρουρούσαν το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KNL
- Εκεί διαπίστωσε ότι το εν λόγω αυτοκίνητο είχε ζημιές στο δεξί μέρος του μπροστινού προφυλακτήρα, στο δεξί μπροστινό φανάρι και δείκτη, στο δεξί φτερό και στην πόρτα οδηγού με το καθρεφτάκι. Θρυμματίστηκε επίσης το γυαλί της πόρτας οδηγού. Από το κτύπημα, αποκολλήθηκε επίσης το σήμα του αυτοκινήτου, το οποίο ο ΜΚ1 είχε βρει νωρίτερα στη σκηνή του δυστυχήματος. Επίσης, εκεί εντόπισε την μπροστινή ποδιά του μοτοποδηλάτου KRP886, η οποία όπως φάνηκε από τη μαρτυρία, είχε προηγουμένως σφηνωθεί κάτω από το αυτοκίνητο της Στέλλας Παναγιώτου που ήταν το πρόσωπο που ακολούθησε την Κατηγορουμένη (ΜΚ4). Στις 5.1.2008, ο ΜΚ1 επισκέφθηκε ξανά τη σκηνή του δυστυχήματος μαζί με τη Κατηγορούμενη. Εκεί, της έδειξε και εξήγησε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα στο οποίο φαίνεται το σημείο σύγκρουσης και η τελευταία, αφού συμφώνησε, το υπέγραψε. Την ίδια ημέρα, ο ΜΚ1 έλαβε συμπληρωματική ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη (βλ. Τεκμήριο 2). Στις 5.6.2008, ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορουμένη και αφού της επέστησε την προσοχή της στο νόμο, η τελευταία απάντησε: «Ότι έχω να πω θα το πω στο δικαστήριο» (βλ. Τεκμήριο 3). Ο ΜΚ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο δέσμη 67 φωτογραφιών που λήφθηκαν από την σκηνή του δυστυχήματος και από το σημείο όπου βρέθηκε το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης (βλ. Τεκμήριο 6). Παρουσίασε επίσης δέσμη 6 φωτογραφιών που λήφθηκαν κατά τη νεκροτομή επί της σορού του θύματος (βλ. Τεκμήριο 7). Επεξηγώντας το σχέδιο επί κλίμακος (Τεκμήριο 5), ο ΜΚ1 ανέφερε ότι αυτό απεικονίζει την Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού με την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στη Λεμεσό. Η εν λόγω διασταύρωση είναι ελεγχόμενη με φώτα τροχαίας και διαχωρίζεται στη μέση με χτιστή νησίδα. Ανέφερε ότι η Λεωφόρος Σπύρου Κυπριανού αποτελείται από δύο λωρίδες για κάθε κατεύθυνση ενώ η οδός Γρηγόρη Αυξεντίου αποτελείται από μια λωρίδα για κάθε κατεύθυνση. Ο ΜΚ1 καθόρισε την πορεία του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης με βάση τα όσα η ίδια ανάφερε, ενώ την πορεία του μοτοποδηλάτου σύμφωνα με όσα ανέφερε η αυτόπτης μάρτυρας. Οι εν λόγω πορείες, σύμφωνα με τον ΜΚ1 επιβεβαιώνονται με βάση τις ζημιές επί των δύο οχημάτων. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον ΜΚ1, η πρώτη επαφή του αυτοκινήτου με το μοτοποδήλατο έγινε στην γωνία του μπροστινού προφυλαχτήρα του οχήματος που οδηγούσε η Κατηγορουμένη (βλ. φωτογραφία 59) ενώ το χτύπημα στο μοτοποδήλατο έγινε πάνω στις περόνες του μοτοποδηλάτου (βλ. φωτογραφία 45). Η ζημιά επί του οχήματος της Κατηγορουμένης εκτείνεται από τον μπροστινό προφυλαχτήρα δεξιά και μεταφέρεται προς τα πίσω. Από τις ζημιές που υπέστη το μοτοποδήλατο που κινείτο από βόρεια προς νότια συνάγεται ότι το μοτοποδήλατο δέχτηκε εμβολισμό, από το οποίο μετακινήθηκαν οι περόνες του προς τα δεξιά. Μετά τη σύγκρουση το μοτοποδήλατο έφυγε προς τα δεξιά. Ο ΜΚ1 επεσήμανε ότι επί του σχεδίου φαίνονται (βλ. σημείο Α1) υγρά τα οποία χύθηκαν από το παγούρι νερού των καθαριστήρων, το οποίο είναι τοποθετημένο στη δεξιά μπροστινή γωνιά του οχήματος που οδηγείτο από την κατηγορούμενη. Τα εν λόγω υγρά παρέμειναν στην άσφαλτο, ως πορεία που ακολουθούσε η Κατηγορούμενη, δηλαδή δυτική. Ο ΜΚ1 εντόπισε το σημείο σύγκρουσης (βλ. σημείο Χ) από σκάψιμο - γδάρσιμο στην άσφαλτο και μαύρισμα από τους τροχούς του μοτοποδηλάτου. Με παραπομπή στην φωτογραφία 8 του Τεκμηρίου 6, εξήγησε ότι από τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, η μοτοσυκλέτα του θύματος έγειρε προς τα δεξιά και άφησε σκάψιμο μέσα στην άσφαλτο μαζί με μαύρισμα των τροχών του και στην συνέχεια ακολούθησε πορεία προς την τελική της θέση. Το μοτοποδήλατο ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 18 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης. Ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι η ορατότητα την οποία είχε η αυτόπτης μάρτυρας σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, ήταν απρόσκοπτη. Με άλλα λόγια, όταν κάποιος οδηγός οδηγά με ανατολική κατεύθυνση και φθάσει στην επίδικη διασταύρωση, η ορατότητα από δυτικά προς ανατολικά είναι πέραν των 500 μέτρων καθώς ο δρόμος είναι ευθύς. Σύμφωνα με την πορεία του ακολουθούσε το θύμα, η ορατότητα της αυτόπτη μάρτυρος, όταν πλησίασε τη διασταύρωση, ήταν περίπου 100 μέτρα. Στη διασταύρωση υπήρχε άπλετος οδικός φωτισμός. Ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα ασφάλτινο και ξηρό. Το όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Έγιναν τέλος ερωτήσεις σε σχέση με την άφιξη του ΜΚ1 στη σκηνή του δυστυχήματος. Ανέφερε ότι, όταν πληροφορήθηκαν ότι το δυστύχημα εξελίχθηκε σε θανατηφόρο ειδοποιήθηκε ο Λοχίας Χατζίκκου (ΜΚ3) που ήταν υπεύθυνος της βάρδιας καθώς και o υπεύθυνος της τροχαίας Γιαννάκης Γεωργίου, οι οποίοι ήρθαν στη σκηνή. Μέχρι να έρθει στη σκηνή ο Χατζίκκος, ο ΜΚ1 λάμβανε μέτρα με τον Αστ. 2960 Κλείτο Νικολαΐδη. Όταν ήρθε στη σκηνή ο ΜΚ3 ξεκίνησε να παίρνει μέτρα μαζί του. Όταν αργότερα μετέβησαν στο σταθμό, η αυτόπτης μάρτυρας βρισκόταν ήδη στο γραφείο του Υπαστυνόμου Αιμίλιου Κκαφά και έδινε κατάθεση. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι λήφθηκαν από την Κατηγορούμενη συνολικά δύο καταθέσεις. Η 1η λήφθηκε από τον Λοχία 807 Χατζίκκο στις 27.12.2007 στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Η 2η δόθηκε στις 5.1.2008 στην Τροχαία Λεμεσού μετά που ο ΜΚ1 ορίστηκε ως εξεταστής και μετά που επισκέφθηκε εκ νέου τη σκηνή μαζί με την κατηγορούμενη. Η γραπτή κατηγορία έγινε όταν η υπόθεση επέστρεψε από τον Γενικό Εισαγγελέα. Ο ΜΚ1 ανέλαβε ως εξεταστής στις 5.1.
- Μέχρι εκείνη την στιγμή, γνώριζε ότι η κατηγορούμενη ισχυρίστηκε ότι πλησιάζοντας τη διασταύρωση είχε ανάψει πορτοκαλί. Είχε διαβάσει προηγουμένως την Κατάθεση της Κατηγορουμένης ημερομηνίας 27.12.
- Ο ΜΚ1 συμφώνησε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει πώς λειτουργούσαν τα φώτα τροχαίας την ώρα του δυστυχήματος, αλλά γνωρίζει πώς λειτουργούσαν μετά που πήγε στην σκηνή. Το μόνο που έλεγξε ήταν ότι τα φώτα λειτουργούσαν κανονικά. Το μόνο που δεν λειτουργούσε τη δεδομένη στιγμή ήταν το πράσινο υπό μορφή βέλους, καθότι εκείνες τις ώρες δεν λειτουργά. Τον Χατζίκκο δεν τον ειδοποίησε ο ίδιος να έρθει στη σκηνή αλλά τον ειδοποίησαν από τον σταθμό όταν έμαθαν ότι το δυστύχημα εξελίχθηκε σε θανατηφόρο. Το ίδιο και τον Υπεύθυνο Τροχαίας. Ο Χατζίκκος καθυστέρησε λίγο να φτάσει στην σκηνή καθότι είχε πρόβλημα το αυτοκίνητο του. Με παραπομπή στη φωτογραφία 33, ο ΜΚ1 επεσήμανε ότι το κράνος είχε βρεθεί στην τελική του θέση χωρίς να είναι δεμένο. Έφερε δε, μόνο ένα ελαφρύ γδάρσιμο και καμία άλλη ζημιά είτε από επαφή πάνω στο αυτοκίνητο, είτε από επαφή πάνω στον δρόμο. Από την εμπειρία του, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν είναι απαραίτητο ένα κράνος το οποίο δεν είναι δεμένο και φύγει από την κεφαλή να μην έχει πάνω κάποιο σημαντικό κτύπημα. Ο ΜΚ1 ερωτήθηκε τέλος κατά πόσον σχηματίστηκε ποινικός φάκελος εναντίον του θύματος. Απάντησε ότι από εξέταση δειγμάτων που λήφθηκαν από το θύμα, διαφάνηκε ότι στο αίμα του είχε 58mg αλκοόλης αντί 50mg. Έτσι ανοίχθηκε ποινικός φάκελος ο οποίος στην συνέχεια έκλεισε μέσω του Γενικού Εισαγγελέα. - Φίλιππος Μόζορας (ΜΚ2) Ο Φίλιππος Μόζορας, εργάζεται στον Κλάδο Κυκλοφοριακών Μελετών του Τμήματος Δημοσίων Έργων. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, ετοίμασε σχέδιο που αφορά τον τρόπο λειτουργίας των φώτων στη διασταύρωση των Λεωφόρων Σπύρου Κυπριανού με Γρηγόρη Αυξεντίου στη Λεμεσό, στις 27.12.2007 (βλ. Τεκμήριο 8). Ο ΜΚ2 υιοθέτησε το περιεχόμενο του και επεξηγώντας το, ανέφερε ότι η Λεωφόρος Σπύρου Κυπριανού με τη Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου τη συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα λειτουργούσε με δύο στάδια. Το 1ο στάδιο αφορά τη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού με 25 δευτερόλεπτα πράσινο, 3 δευτερόλεπτα μόνο κίτρινο και 2 δευτερόλεπτα όλη η διασταύρωση ήταν κόκκινο. Μετά ακολουθούσε το 2ο στάδιο στην Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου με 2 δευτερόλεπτα κόκκινο μαζί με κίτρινο, 26 δευτερόλεπτα πράσινο και μετά 3 δευτερόλεπτα μόνο κίτρινο, 2 δευτερόλεπτα όλη η διασταύρωση κόκκινο. Ακολούθως εκκινεί ξανά το 1ο στάδιο, δηλαδή η Λεωφόρος Σπύρου Κυπριανού με 2 δευτερόλεπτα κόκκινο μαζί με κίτρινο. Οι χρόνοι ασφαλείας από το 1ο στάδιο προς το 2ο στάδιο , δηλαδή από την ώρα που θα τελειώσει το πράσινο της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού μέχρι να ανάψει το πράσινο της Λεωφόρου Γρηγόρη Αυξεντίου είναι 7 δευτερόλεπτα, δηλαδή τα 3 δευτερόλεπτα μόνο κίτρινο, 2 δευτερόλεπτα όλη η διασταύρωση κόκκινο και μετά 2 δευτερόλεπτα κόκκινο με κίτρινο του 2ου σταδίου. Το ίδιο συμβαίνει και από το 2ο προς το 1ο στάδιο, δηλαδή από την ώρα που θα τελειώσει το πράσινο της Λεωφόρου Γρηγόρη Αυξεντίου βόρεια μέχρι να ανάψει το πράσινο της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού μεσολαβούν 7 δευτερόλεπτα, ήτοι 3 δευτερόλεπτα μόνο κίτρινο, 2 δευτερόλεπτα όλη η διασταύρωση κόκκινο και 2 δευτερόλεπτα κόκκινο μαζί με κίτρινο για το στάδιο 1 που είναι η Λεωφόρος Σπύρου Κυπριανού. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι τη συγκεκριμένη ώρα, δηλαδή στις πρωινές ώρες δεν λειτουργά κάποιο βέλος στην εν λόγω διασταύρωση αυτή. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν έλεγξε τα επίδικα φώτα τροχαίας επί τόπου. Όσα αναφέρει υπάρχουν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή όπου είναι προγραμματισμένες όλες οι διασταυρώσεις παγκύπρια. Έστω και εάν κάποια φώτα τροχαίας είναι χαλασμένα, ο ΜΚ2 θα ανέφερε και πάλιν όσα αφορούν την κανονική τους λειτουργία. Επεξήγησε ότι όταν τα φώτα είναι χαλασμένα ή για οτιδήποτε αφορά την πρωτοβάθμια συντήρηση των φώτων τροχαίας την ευθύνη έχει η Ένωση Δήμων. - Αρχιλοχίας 807 Ανδρέας Χατζίκκου (ΜΚ3) Ο ΜΚ3 υπηρετεί στο Κλάδο Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων της Τροχαίας Λεμεσού. Είναι σχεδιαστής, εξεταστής μηχανοκινήτων οχημάτων, χειριστής μετρητών ταχύτητας και συσκευών αλκοτέστ και ειδικός στην εύρεση ταχύτητας από ίχνη τροχοπέδησης - πλαγιολίσθησης. Αυτός υιοθέτησε και ανέγνωσε την κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 9) στην οποία αναφέρεται ότι στις 27.12.07 και ώρα 05:05 ενημερώθηκε από τον Αθανασίου (ΜΚ1) ότι στις 04:45 συνέβηκε δυστύχημα στην διασταύρωση των οδών Σπύρου Κυπριανού με Γρηγόρη Αυξεντίου στην Λεμεσό. Κατόπιν τούτου, επισκέφθηκε την σκηνή του τροχαίου δυστυχήματος στις 05:
- Κατά τη άφιξη του στο σημείο του δυστυχήματος, ήταν παρόντες ο Αθανασίου μαζί με τον Αστυφύλακα
- Το μοτοποδήλατο με αρ. έγγραφης KRP886 βρισκόταν στην τελική του θέση. Του αναφέρθηκε ότι η οδηγός του άλλου εμπλεκόμενου οχήματος είχε εγκαταλείψει την σκηνή. Ο ΜΚ3 βοήθησε τον Αθανασίου να λάβει τα απαραίτητα μέτρα. Την ίδια ημέρα στις 10:00 στην τροχαία Λεμεσού, ο ΜΚ3 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης την Κατηγορούμενη και αφού της εξήγησε τους λόγους της σύλληψης της, της επέστησε την προσοχή της στο νόμο και αυτή απάντησε «Ήταν κάτι που αν δεν ήμουν εγώ θα συνέβαινε σε άλλον». Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού (βλ. Τεκμήριο 10). Στις 28.12.2007 στην Τροχαία Λεμεσού, έλεγξε μηχανικά το αυτοκίνητο KNL326 και διαπίστωσε ότι τα συστήματα πέδησης και διεύθυνσης, οι αναρτήσεις και τα ελαστικά του ήταν σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση πριν το δυστύχημα. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη έδωσε 2 καταθέσεις και ακολούθως κατηγορήθηκε γραπτώς. Σε σχέση με την κατάθεση που έλαβε ο ίδιος στο νοσοκομείο, ανέφερε ότι όπως ο ίδιος νομίζει, η κατηγορούμενη ήταν ήρεμη, αν και ο ΜΚ3 εξέφρασε την πεποίθηση ότι αυτή είχε έντονα συναισθήματα. Ο ΜΚ3 δεν αρνήθηκε όσα ανέφερε στην πρώτη υπόθεση κατά την οποία δικάστηκε η κατηγορούμενη, όταν αυτά του υποδείχθηκαν από την υπεράσπιση. Διευκρίνισε περαιτέρω ότι ο χαρακτηρισμός κάποιας ως «ήρεμης» και ο χαρακτηρισμός ότι κάποιος διακατέχεται από «έντονα συναισθήματα» είναι δύο ξεχωριστά ζητήματα. Ερωτούμενος πως ήταν η Κατηγορούμενη κατά την ώρα της σύλληψης, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι δεν ήταν σε κατάσταση σοκ, αλλά σίγουρα είχε έντονα συναισθήματα. Ενδεχομένως όταν η Κατηγορούμενη πληροφορήθηκε ότι ο μοτοσικλετιστής απεβίωσε και εκτέλεσε το ένταλμα σύλληψης, να έκλαιγε αν και ο ΜΚ3 δεν μπορούσε να απαντήσει με βεβαιότητα. Ο ΜΚ3 ανέφερε κατά την αντεξέταση του, ότι ένα θανατηφόρο δυστύχημα στο οποίο χρειάζονται να γίνουν άμεσες ενέργειες, διερευνάται από ομάδα αστυνομικών υπό την εποπτεία του υπεύθυνου τροχαίας. Ο ίδιος ήταν ο υπεύθυνος της πρώτης αλλαγής και ο υπεύθυνος στα αρχικά στάδια διερεύνησης. Αργότερα, τη διερεύνηση της υπόθεσης ανέλαβε ο Αθανάσιου ο οποίος ήταν μέλος της διερευνητικής ομάδας εξ αρχής. Έγιναν ερωτήσεις σε σχέση με το πώς λειτουργούσαν τα φώτα τροχαίας στο συγκεκριμένο τόπο κατά την ώρα που έγινε το δυστύχημα με τον μάρτυρα να απαντά ότι δεν έχει ιδίαν αντίληψη αφού δεν ήταν εκεί. Επίσης, δεν έκαμε κάποια έρευνα σε σχέση με την ακτίνα που θα χρειαζόταν ένα αυτοκίνητο για να στρίψει με τον τρόπο που είπε ότι έστριψε η αυτόπτης μάρτυρας Στέλλα Παναγιώτου. Τέλος, σε σχέση με το κράνος που φορούσε ο αποβιώσας, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι επρόκειτο για ένα μαύρο κράνος, half face, με πολλά αυτοκόλλητα πάνω. Ήταν η θέση του ότι το κατά πόσον ένα κράνος θα είναι άθικτο ή θα φέρει κτυπήματα όταν γίνει ένα τέτοιο σοβαρό δυστύχημα, είναι κάτι το οποίο εξαρτάται από πάρα πολλούς παράγοντες. - Στέλλα Παναγιώτου (ΜΚ4) Η Στέλλα Παναγιώτου υιοθέτησε και ανέγνωσε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία στις 27.12.2007 (βλ. Τεκμήριο 11). Είχε αναφέρει στην κατάθεσή της ότι στις 27.12.2007 και ώρα 04:50 ξεκίνησε από το σπίτι της, για να πάει στο ξενοδοχείο Four Seasons, όπου εργαζόταν ως μάγειρας. Οδηγούσε το αυτοκίνητο της στη Λεωφόρο Μακεδονίας, την οποία αργότερα αναγνώρισε επί του σχεδίου (Τεκμήριο 5) ως την Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού. Είχε ανατολική κατεύθυνση και φθάνοντας στη διασταύρωση με την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου, σταμάτησε στο κόκκινο φως της πορείας της. Βρισκόταν στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και είχε πρόθεση, όταν άναβε το πράσινο φως, να ακολουθήσει την ίδια κατεύθυνση, δηλαδή ανατολική. Μόλις σταμάτησε στο κόκκινο φως της πορείας της, πρόσεξε ότι στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου με κατεύθυνση από βόρεια προς νότια, οδηγείτο ένα μοτοποδήλατο στο οποίο επέβαινε ένα άτομο. Κατά τον δεδομένο χρόνο, ο καιρός ήταν αίθριος. Ήταν σκοτάδι αλλά υπήρχε αρκετός και ικανοποιητικός οδικός φωτισμός. Ένεκα τούτου, πρόσεξε ότι το μοτοποδήλατο οδηγούταν με κανονική προς χαμηλή ταχύτητα από ένα αγόρι, το οποίο έφερε κράνος στο κεφάλι του. Το μοτοποδήλατο είχε αναμμένα τα φώτα του και καθώς πλησίαζε τη διασταύρωση, η ΜΚ4 παρακολουθούσε την πορεία που ακολουθούσε. Ο μοτοποδηλάτης μπήκε στη διασταύρωση με στρογγυλό πράσινο φως και συνέχισε να οδηγεί με την ίδια ταχύτητα προς την ίδια κατεύθυνση. Κατά τον ίδιο χρόνο και ενώ ο νεαρός βρισκόταν ήδη εντός της διασταύρωσης, η ΜΚ4 πρόσεξε ότι στη Λεωφόρο Μακεδονίας οδηγείτο ένα αυτοκίνητο με δυτική κατεύθυνση. Είχε αναμμένα τα φώτα του και πλησίαζε τη διασταύρωση. Η ΜΚ4 δεν γνωρίζει ακριβώς τη λωρίδα κυκλοφορίας που κρατούσε το εν λόγω όχημα. Αντιλήφθηκε, εν πάση περιπτώσει, ότι το αυτοκίνητο εκείνο δεν έκανε την παραμικρή κίνηση, έστω για να ελαττώσει ταχύτητα και συνειδητοποίησε ότι δεν επρόκειτο να σταματήσει στο κόκκινο φως της πορείας του. Όντως, το αυτοκίνητο δεν σταμάτησε και μπήκε στη διασταύρωση με καθαρά κόκκινο φως στην πορεία του και ανέκοψε την πορεία του μοτοποδηλάτη. Αμέσως μετά, το μοτοποδήλατο κτύπησε στο εν λόγω αυτοκίνητο και ο μοτοποδηλάτης εκσφενδονίστηκε στον αέρα σε ύψος δύο περίπου μέτρων και έπεσε στην άσφαλτο. Το αυτοκίνητο δεν σταμάτησε και συνέχισε να ακολουθεί δυτική κατεύθυνση στη Λεωφόρο Μακεδονίας φεύγοντας από το σημείο. Η σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων ήταν πολύ δυνατή και ο μοτοποδηλάτης πετάχτηκε στον αέρα πέφτοντας και πάλι στην άσφαλτο στο ίδιο μέρος της σύγκρουσης σαν μία άψυχη κούκλα. Κύλησε λίγο στο έδαφος και ακινητοποιήθηκε. Από το μοτοποδήλατο αποσπάστηκαν διάφορα κομμάτια. Ένα από εκείνα μπήκε κάτω από το αυτοκίνητο της ΜΚ4, η οποία βλέποντας ότι το αυτοκίνητο δεν σταμάτησε και έφευγε από τη σκηνή, έκανε αμέσως επαναστροφή πάνω στη διασταύρωση και άρχισε να το ακολουθεί. Το αυτοκίνητο που εμπλεκόταν στο δυστύχημα έστριψε δεξιά στα φώτα του «GALACTIKA» και ακολούθησε βόρεια πορεία στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Αμέσως μετά, έστριψε αριστερά και εισήλθε στην οδό Μάρκου Δράκου και ακολούθως έστριψε δεξιά. Εκεί σταμάτησε, αφού πρόκειται για αδιέξοδο και δεν μπορούσε να διαφύγει. Εκείνη την στιγμή, η ΜΚ4 είδε για πρώτη φορά τους αριθμούς εγγραφής του εμπλεκόμενου οχήματος. Επρόκειτο για το όχημα με αριθμούς εγγραφής KNL
- Η ΜΚ4 σταμάτησε στη συμβολή της οδού Μάρκου Δράκου με το αδιέξοδο και έμεινε μέσα στο αυτοκίνητο της γιατί γνώριζε ότι στο άλλο αυτοκίνητο επέβαιναν δύο άτομα αλλά δεν γνώριζε με τι άτομα είχε να κάνει. Όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο της, μια κοπέλα έβγαλε το κεφάλι της από το παράθυρο της πόρτας του οδηγού και φώναξε στην ΜΚ4 να πάει κοντά της γιατί δεν μπορούσε να ανοίξει την πόρτα της. Η ΜΚ4 πήγε προς το μέρος της και είδε ότι στο αυτοκίνητο επέβαιναν δύο κοπέλες. Παράλληλα, η ΜΚ4 σταμάτησε έναν άλλο νεαρό που οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην οδό Μάρκου Δράκου. Του είπε να ειδοποιήσει την Αστυνομία, καθώς η ίδια ήταν συγχυσμένη και δεν μπορούσε καν να θυμηθεί τον αριθμό τηλεφώνου της Αστυνομίας. Ακολούθως, η ΜΚ4 πήγε στο εμπλεκόμενο αυτοκίνητο μαζί με τον νεαρό, ο οποίος της είναι άγνωστος και βοήθησαν τις δύο κοπέλες να βγουν από το αυτοκίνητο. Η οδηγός, ήταν μια νεαρή κοπέλα με ξανθιά μαλλιά η οποία φαινόταν πολύ συγχυσμένη και σοκαρισμένη. Έκλαιγε και φώναζε ότι αν πέθανε ο νεαρός μοτοποδηλάτης, θα ήθελε να πεθάνει και η ίδια. Παράλληλα, είπε στην ΜΚ4 να πει στην Αστυνομία, ότι η ίδια είχε περάσει με πράσινο φως. Η ΜΚ4 παρέμεινε στο μέρος μέχρις ότου κατέφθασε περιπολικό της Αστυνομίας. Είπε στους αστυνομικούς τι συνέβηκε, και αφού έδωσε τα στοιχεία της έφυγε για να πάει στη δουλειά της. Ο νεαρός που σταμάτησε για να βοηθήσει, είχε προηγουμένως αφαιρέσει ένα μέρος του μοτοποδηλάτου το οποίο είχε σφηνωθεί κάτω από την μηχανή του αυτοκινήτου της μετά την σύγκρουση και το άφησε πάνω στο πεζοδρόμιο. Αργότερα, η ΜΚ4 πληροφορήθηκε από την Αστυνομία ότι ο νεαρός είχε χάσει την ζωή του. Απαντώντας σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας αρχής, η ΜΚ4 ανέφερε ότι όταν έφτασε στα φώτα τροχαίας της διασταύρωσης όπου έγινε το δυστύχημα δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα. Πλησιάζοντας τα φώτα τροχαίας άναψε πορτοκαλί χρώμα για την ίδια και έτσι η ΜΚ4 ελάττωσε ταχύτητα. Μέχρι να σταματήσει εντελώς το αυτοκίνητο της άναψε το κόκκινο φως. Δεν υπήρχε άλλο αυτοκίνητο μπροστά της. Ανέφερε περαιτέρω ότι όταν το μοτοποδήλατο μπήκε μέσα στη διασταύρωση και έφθασε σχεδόν απέναντι από την ίδια, τότε ήταν και το χρονικό σημείο που η ΜΚ4 είδε για πρώτη φορά το αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι. Εκείνη την στιγμή βρισκόταν πίσω από τα φώτα τροχαίας ως η πορεία του. Έγιναν τέλος ερωτήσεις σε σχέση με τα διαδραματισθέντα στο αδιέξοδο όπου σταμάτησε το εμπλεκόμενο όχημα. Η ΜΚ4 επανέλαβε ότι της φώναξε η οδηγός να πάει κοντά της και της είπε ότι δεν μπορούσε να βγει από το αυτοκίνητο καθότι δεν άνοιγε η πόρτα του οδηγού. Η ΜΚ4 δοκίμασε να την ανοίξει και όντως δεν άνοιγε. Τότε, η ΜΚ4 πήγε να κάνει σήμα σε διερχόμενο αυτοκίνητο το οποίο σταμάτησε και από αυτό κατέβηκε ένας νεαρός. Πήγαν και οι δύο κοντά στις κοπέλες οι οποίες εκείνη την ώρα κατέβηκαν από την πόρτα του συνοδηγού. Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ4 ανέφερε ότι θυμάται τα πράγματα όπως έγιναν καθώς το δυστύχημα αυτό δεν ήταν κάτι συνηθισμένο για αυτήν. Επρόκειτο για ένα γεγονός τόσο έντονο που για ένα χρόνο δεν κοιμόταν ήσυχη τα βράδια. Απαντώντας σε ερώτηση εάν θα μπορούσε να δώσει την κατάθεση της με την ίδια ακρίβεια και λεπτομέρεια σήμερα, όπως την είχε δώσει στις 27.12.2007, η ΜΚ4 απάντησε ότι θυμάται τα γεγονότα τόσο καθαρά που θα μπορούσε. Απαντώντας σε ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης, ανέφερε ότι εκείνη την ημέρα, ξεκίνησε από το σπίτι της περίπου στις 04:50 και κινήθηκε με ευθεία πορεία προς τα φώτα του «GALACTIKA». Δεν θυμόταν αν στα εν λόγω φώτα, συνάντησε πράσινο ή κόκκινο φως. Σε κάθε περίπτωση, από τα εν λόγω φώτα έστριψε δεξιά και τα επόμενα φώτα που συνάντησε ήταν τα φώτα όπου έγινε το ατύχημα. Από το σπίτι της μέχρι το σημείο του ατυχήματος χρειάστηκε περίπου 2 λεπτά, χωρίς όμως να μπορέσει να καθορίσει ακριβώς. Επίσης, δεν μπορούσε να καθορίσει ακριβώς την ώρα που ξεκίνησε από το σπίτι της. Σε κάθε περίπτωση ανέφερε ότι πάντοτε ξεκινούσε στην ώρα της για να πάει στην εργασία της με απόκλιση 4 - 5 λεπτά. Την συγκεκριμένη ώρα δεν είδε ακριβώς τι ώρα ήταν όταν βγήκε από το σπίτι της. Η ΜΚ4 ανέφερε περαιτέρω ότι είχε καταλάβει ότι θα γινόταν το δυστύχημα ενώ η ίδια ήταν σταματημένη, πλην όμως δεν μπορούσε να κάνει οτιδήποτε ώστε να το αποτρέψει. Όταν είδε το μοτοποδήλατο να βρίσκεται ακριβώς απέναντί της, είδε επίσης ότι το αυτοκίνητο πλησίαζε τα φώτα τροχαίας από απέναντι. Εκείνη την ώρα, κατάλαβε ότι αυτό δεν ελάττωσε καθόλου και είπε από μέσα της «Παναγία μου θα του χτυπήσει». Σχεδόν αμέσως έγινε η σύγκρουση. Όπως ανέφερε, επρόκειτο για πολύ λίγα δευτερόλεπτα και δεν μπορούσε να αντιδράσει. Σε σχέση με τα διαδραματισθέντα στο αδιέξοδο, η ΜΚ4 ανέφερε ότι όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο της ανησυχούσε για τον μοτοσικλετιστή και εκείνη την ώρα άκουσε τις σειρήνες ασθενοφόρου και υπέθεσε ότι κατευθυνόταν στο μέρος. Ο νεαρός που είχε σταματήσει για βοήθεια πήρε τηλέφωνο στην Αστυνομία και εκείνη την στιγμή ήρθε η κοπέλα και της είπε «Μην πεις ότι πέρασα με κόκκινο». Της υποδείχθηκε ότι στην κατάθεσή της είχε αναφέρει τα εξής: «Παράλληλα δε, μου είπε να πω στην Αστυνομία ότι η ίδια είχε περάσει με πράσινο». H MK4 ανέφερε ότι, όπως η ίδια είχε αντιληφθεί, η Κατηγορούμενη της ζήτησε να μην πει ότι πέρασε με κόκκινο. Στην κατάθεση της το διατύπωσε με τον δικό της τρόπο αλλά θεωρεί ότι η ουσία παραμένει η ίδια. Σε σχέση με την κατάθεση που έδωσε στο γραφείο του Υπαστυνόμου Αιμίλιου Κκαφά, η ΜΚ4 ανέφερε ότι βρισκόταν μόνη της στο γραφείο. Έτυχε να μπουν ένα ‑ δύο αστυνομικοί, αλλά δεν τους γνωρίζει. Εν πάση περιπτώσει, οι εν λόγω αστυνομικοί δεν έμειναν στο γραφείο. Λίγες μέρες αργότερα την πήραν τηλέφωνο από την Αστυνομία και την ενημέρωσαν ότι θα την βράβευαν για τις ενέργειες της εκείνη την μέρα. Η μάρτυρας δεν ήθελε να πάει αρχικά και τους ενημέρωσε σχετικά. Ακολούθως, την ξαναπήραν τηλέφωνο και κατόπιν επιμονής τους, αποδέχτηκε την πρόσκληση. Η ΜΚ4 επανακλητέυθηκε, κατόπιν αιτήματος της Υπεράσπισης. Κατά την διαδικασία που ακολούθησε της επανακλήτευσης, η ΜΚ4, απαντώντας σε ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης, συμφώνησε ότι όταν ήταν σταματημένη στο κόκκινο φως, ως ο ισχυρισμός της, μπορούσε να δει το φως το οποίο βρισκόταν από πάνω της καθώς και το φως ακριβώς απέναντι της και ότι δεν έβλεπε το φως που ήταν από την πίσω μεριά του φωτός απέναντι της. - Θεόδωρος Θεοδώρου (ΜΚ5) Ο ΜΚ5 εργάζεται στον Δήμο Λεμεσού από το 2001 ως τεχνικός φώτων τροχαίας. Ως συνεργείο του Δήμου έχουν την ευθύνη για την αντιμετώπιση βλαβών, αλλαγή λαμπών και γενική συντήρηση των φώτων τροχαίας. Ο Δήμος Λεμεσού συντηρεί όλα τα φώτα τροχαίας στη Λεμεσό και στην συνέχεια χρεώνει τους αντίστοιχους Δήμους. Ζητήθηκε από τον μάρτυρα να αναφέρει εάν γνωρίζει, κατά πόσον τα φώτα τροχαίας τα οποία βρίσκονται στη διασταύρωση της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού και οδού Γρηγόρη Αυξεντίου λειτουργούσαν στις 27.12.
- Ο ΜΚ5 ανέφερε ότι εάν κάποια φώτα τροχαίας δεν λειτουργούν, ενημερώνονται άμεσα από την Αστυνομία. Σε περίπτωση που δεν ειδοποιήσει η Αστυνομία, οι ίδιοι ακολουθούν ένα συγκεκριμένο δρομολόγιο για να εντοπίζουν βλάβες. Ανατρέχοντας στο ημερήσιο πρόγραμμα που τηρούσαν εκείνες τις ημέρες και στο οποίο καταγράφονται τυχόν βλάβες φώτων τροχαίας και γενικά η εργασία του συνεργείου (βλ. Τεκμήριο 12) ανέφερε ότι εκείνη την ημέρα, δηλαδή στις 27.12.2007 στα επόμενα φώτα από την Γρηγόρη Αυξεντίου υπήρχε κάποια λάμπα η οποία αλλάχτηκε. Στο ημερήσιο πρόγραμμα δεν φαίνεται η διασταύρωση της λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου καθότι δεν υπήρχε κάτι προς επιδιόρθωση. Ανέφερε περαιτέρω, ότι είναι πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο, να υπάρξει βλάβη στα φώτα τροχαίας και να μην κληθεί το συνεργείο όπου εργάζεται για επιδιόρθωση. Οι βλάβες επιδιορθώνονται μόνο από το εν λόγω συνεργείο του Δήμου Λεμεσού. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ5 ανέφερε ότι υπάρχουν προκαθορισμένοι χρόνοι σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας μια διασταύρωσης ή συμβολής δρόμων, ελεγχόμενης με φώτα τροχαίας. Οι χρόνοι αυτοί καθορίζονται από το Τμήμα Δημοσίων Έργων κατόπιν συγκοινωνιακών μελετών. Εάν για κάποιο λόγο, δεν τηρούνται αυτοί οι προκαθορισμένοι χρόνοι τούτο δεν σημαίνει ότι τα φώτα τροχαίας θα λειτουργούν λανθασμένα. Σε τέτοια περίπτωση, τα φώτα τροχαίας θα συνεχίσουν να λειτουργούν με το πλάνο fixed time που έχει επίσης προκαθοριστεί από το τμήμα Δημοσίων Έργων. Στο εν λόγω πλάνο, οι χρόνοι για κάθε φανάρι γίνονται ίσοι και το σύστημα θα συνεχίσει να εργάζεται με ασφάλεια όσον αφορά την εναλλαγή του χρώματος των φώτων. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει περίπτωση να λειτουργούν οι διασταυρώσεις όντας πράσινο και για τις δύο διασταυρούμενες οδούς. Το μόνο που λειτουργεί διαφορετικά όταν τίθεται σε λειτουργία το πλάνο fixed time, είναι ότι δεν λειτουργούν τα βέλη. - Αρχιλοχίας 725 Ηρακλής Πιτσιλλής (ΜΚ6) Ο ΜΚ6 υπηρετεί στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων του Αρχηγείου Αστυνομίας. Αυτός ανέφερε ότι η παρούσα υπόθεση σχετίζεται άμεσα με άλλη υπόθεση την οποία εξέτασε ο ίδιος και στην οποία εμπλέκονταν πρόσωπα με τα οποία η κατηγορούμενη έχει συγγένεια πρώτου βαθμού. Όπως διαφάνηκε στην συνέχεια της μαρτυρίας του και ειδικότερα από έγγραφα που παρουσιάστηκαν (βλ τεκμήριο 20), η εν λόγω υπόθεση αφορά τους γονείς της Κατηγορουμένης. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, γνωρίζει ότι στις 20.5.2011 είχε εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εναντίον της κατηγορούμενης ενώ στις 9.6.2011 είχαν εκδοθεί Ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης για τους γονείς της. Η Αστυνομία είχε προβεί σε διάφορες ενέργειες με τη βοήθεια και της Interpol προς εντοπισμό και των τριών πιο πάνω προσώπων. Ειδικότερα, στις 6.7.2011 και στις 5.11.2011, είχαν γίνει επιτόπιες εξετάσεις στην οικία των γονέων της Κατηγορουμένης στην οποία διέμενε και η Κατηγορούμενη, χωρίς ωστόσο να εντοπιστεί κανείς εκ των αναζητουμένων (βλ. Τεκμήρια 13 και 14 αντίστοιχα). Στις 13.11.2011 με επιστολή της η Interpol Λευκωσίας ζητούσε από την Interpol Αθήνας να γίνουν έρευνες από την πλευρά των Ελληνικών Αρχών για να εντοπιστούν οι τρεις αναζητούμενοι στην Ελλάδα. Στις 30.11.2011 οι Ελληνικές Αρχές απάντησαν, ότι τα εν λόγω άτομα έχουν καταχωρηθεί στην εθνική βάση δεδομένων και οι έρευνες για σκοπούς εντοπισμού και σύλληψης τους συνεχίζονται. Στις 15.11.2011 με επιστολή του ο Αστυνομικός Διευθυντής του Τμήματος Γ' προς τον υπεύθυνο του γραφείου της Interpol, παρείχε διάφορες πληροφορίες που είχε η Αστυνομία για τους καταζητούμενους. Οι εν λόγω πληροφορίες διαβιβάστηκαν αυθημερόν μέσω της Interpol Λευκωσίας στην Interpol Αθήνας. Την 1.12.2011 υπήρξε πληροφόρηση από την Interpol Λευκωσίας προς τον Αστυνομικό Διευθυντή του Τμήματος Γ, ότι η Interpol παρακολουθεί την υπόθεση. Στις 7.12.2011, ο Αστυνομικός Διευθυντής του Τμήματος Γ', διαβίβασε με επιστολή προς την Interpol Λευκωσίας πληροφορίες για να διαβιβαστούν στην Interpol Αθηνών, σε σχέση με έναν εκ των τριών καταζητούμενων προσώπων και συγκεκριμένα για έναν ελληνικό αριθμό κλήσης. Στις 16.1.2012 σε νέο μήνυμα από την Interpol Λευκωσίας προς την Interpol Αθήνας, ζητούνται πληροφορίες σχετικά με την εκτέλεση των Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης. Στις 3.12.2013 ο Διευθυντής της υπηρεσίας στην οποία υπάγεται η Interpol Λευκωσίας, ενημερώνει τον Αστυνομικό Διευθυντή Τμήματος Γ' ότι η υπόθεση παρακολουθείται από την Interpol και θα υπάρξει σχετική ενημέρωση για οποιανδήποτε εξέλιξη υπάρξει. Στις 8.8.2016, η Interpol Λευκωσίας διαβίβασε προς την Interpol Αθηνών πληροφορία την οποία είχε στην κατοχή της η Interpol Λευκωσίας. Στις 19.8.2016 η Interpol Αθήνας ενημέρωσε την Interpol Λευκωσίας, ότι δεν έχει καταστεί δυνατός ο εντοπισμός των εκζητούμενων και ότι οι εξετάσεις συνεχίζονται. Στις 18.10.2016 και πάλι η Interpol Αθηνών πληροφορεί την Interpol Λευκωσίας, ότι οι εξετάσεις συνεχίζονται και δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός των εκζητούμενων. Την ίδια μέρα, η Interpol Λευκωσίας απέστειλε μήνυμα προς όλες τις ευρωπαϊκές χώρες οι οποίες είναι ενταγμένες στο πρόγραμμα MFS, για να τους ενημερώσει ότι εκκρεμεί το ένταλμα σύλληψης εναντίον των τριών αυτών προσώπων. Περαιτέρω, στις 21.12.2016 η Interpol Λευκωσίας ενημερώνει την Interpol Αθηνών ότι οι εκζητούμενοι πιθανόν να βρίσκονται σε συγκεκριμένη περιοχή της Αθήνας. Τέλος, στις 8.1.2017, η Interpol Αθηνών ενημερώνει την Interpol Λευκωσίας ότι οι εκζητούμενοι έχουν συλληφθεί (βλ. Τεκμήριο 15). Κατά τον ΜΚ6, δεν υπήρχε περίπτωση να μην γνώριζε η κατηγορούμενη αλλά και οι γονείς της ότι εκκρεμούν εις βάρος τους σχετικά εντάλματα σύλληψης. Ο ΜΚ6 ανέφερε ότι στις 12.6.2011 στα πλαίσια της υπόθεσης της οποίας ήταν ανακριτής, είχε ληφθεί κατάθεση από τον αδελφό της κατηγορούμενης. Το πρόσωπο αυτό φαίνεται να είχε επικοινωνία με τους εκζητούμενους χωρίς όμως να γνωρίζει που βρίσκονταν (βλ. Τεκμήριο 16). Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης σε επιστολή ημερομηνίας 12.7.2011 που αποστάληκε από δικηγορικό γραφείο κατ' εντολή της οικογένειας της κατηγορούμενης προς τον Γενικό Εισαγγελέα (βλ. Τεκμήριο 17). Μέσω αυτής, ζητείται ενημέρωση για τους λόγους και τον τρόπο που το όνομα της Κατηγορουμένης τέθηκε στον κατάλογο των προσώπων τα οποία καταζητούνται από την Interpol. Αναφορά έγινε επίσης και σε επιστολή ημερομηνίας 28.6.2013 που έχει αποστείλει ο αδελφός της κατηγορούμενης προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης (βλ. Τεκμήριο 18). Σε αυτήν αναφέρεται ότι η Κατηγορούμενη και οι γονείς της αναγκάστηκαν να ζουν στο εξωτερικό καταδιωκόμενοι ως κοινοί εγκληματίες. Με την επιστολή αυτή, ο Ανδρέας Ηροδότου ζητά από τον Υπουργό Δικαιοσύνης την παύση των ενταλμάτων που εκκρεμούν εναντίον της αδελφής του ώστε να την αφήσουν επιτέλους ελεύθερη να ζήσει στην πατρίδα της. Τέλος, ο ΜΚ6 αναφέρθηκε σε επιστολές του δικηγόρου Χρίστου Τριανταφυλλίδη προς τον Γενικό Εισαγγελέα ημερομηνίας 5.9.2016 και 25.11.
- (βλ. Τεκμήρια 19, 20 και 21 αντίστοιχα). Σε αυτές αναφέρεται μεταξύ άλλων, ότι συγγενικά πρόσωπα της Κατηγορουμένης ζητούν την κάθοδο της στην Κύπρο και την παράδοση της στις αστυνομικές αρχές, θέτοντας διάφορους όρους. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ6 ανέφερε ότι εκδόθηκε απόφαση από το Εφετείο στις 3.3.2011 με την οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Ακολούθως, η αρχική ποινική υπόθεση διεκόπη με αναστολή ποινικής διώξεως από τον Γενικό Εισαγγελέα. Η επόμενη υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον της κατηγορούμενης είναι η υπό εκδίκαση. Υπεβλήθη στον μάρτυρα ότι μετά την αναστολή ποινικής διώξεως από τον Γενικό Εισαγγελέα, είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης και ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, χωρίς όμως να υπάρχει κατηγορητήριο εναντίον της κατηγορούμενης. Ο ΜΚ6 δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Εν πάση περιπτώσει, ανέφερε ότι το μόνο κατηγορητήριο που επιδόθηκε στην Κατηγορούμενη είναι αυτό που αφορά η υπό εκδίκαση υπόθεση. Έγιναν ερωτήσεις στον ΜΚ6 σε σχέση με ένα πιστοποιητικό εισόδου και εξόδου της Στέλλας Παναγιώτου (ΜΚ4) από το Four Seasons στις 27.12.2007 (βλ. Τεκμήριο 22) Το έγγραφο εκείνο δείχνει ότι η Στέλλα Παναγιώτου στις 27.12.2007 και ώρα 5:20, μπήκε στο ξενοδοχείο. Ως ώρα εξόδου αναφέρεται η 13:19 της ίδιας μέρας. Επανεξεταζόμενος, ο ΜΚ6 ανέφερε ότι το έντυπο αυτό θα έπρεπε να περιλαμβάνει ακόμα δύο ώρες οι οποίες να δείχνουν επιπλέον μια είσοδο και μια έξοδο της Στέλλας Παναγιώτου, ώστε το έγγραφο να είναι ορθό και ολοκληρωμένο. Τη δεδομένη χρονική στιγμή όμως το σύστημα δεν εργαζόταν για να κρατήσει τις ώρες αυτές. Στην συνέχεια της διαδικασίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το τεκμήριο 22 τυπώθηκε στις 26.5.09 από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του χειριστή του προγράμματος ωραρίου προσωπικού του ξενοδοχείου Four Seasons, Κυριάκο Κυριάκου. Το λογισμικό σύστημα ωραρίου προσωπικού κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι 27.12.2007 ήταν ενωμένο με δύο ρολόγια στα οποία οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου, πλην του διευθυντικού προσωπικού, τοποθετούσαν το αποτύπωμα τους ή χρησιμοποιούσαν κάρτα κατά την είσοδο και έξοδο τους από το ξενοδοχείο. Τα κτυπήματα των υπαλλήλων καταγράφονταν στο λογισμικό σύστημα του προγράμματος. Ο χειριστής του εν λόγω προγράμματος είχε τη δυνατότητα επέμβασης/διαγραφής των κτυπημάτων (δηλαδή ωρών των υπαλλήλων) και προέβαινε σε τέτοιες διαγραφές όταν ένας υπάλληλος κτυπούσε εκ παραδρομής δύο χτυπήματα στο ρολόι και/ή όταν ο υπάλληλος που δούλευε συνεχές ωράριο χρειαζόταν να απουσιάσει από την εργασία του. Στην τελευταία περίπτωση, ο χειριστής διέγραφε τα ενδιάμεσα κτυπήματα του υπαλλήλου για να μην εμφανίζεται ότι ο υπάλληλος εργάστηκε διακεκομμένα και να επηρεάζεται η πληρωμή του. Οι διαγραφές γινόταν από το χειριστή στο τέλος κάθε βδομάδας. Η Στέλλα Παναγιώτου κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν με συνεχές ωράριο. Στις 26.5.2009, ημερομηνία κατά την οποία εκτυπώθηκε το εν λόγω έντυπο δεν μπορούσε να ελεγχθεί από το σύστημα κατά ποσόν υπήρχαν και ενδιάμεσα κτυπήματα μεταξύ των ωρών που καταγράφονται σε αυτό διότι το σύστημα backup στις 27.12.2007 δεν εργαζόταν. - Λοχίας 466 Ευριπίδης Ανδρέου (ΜΚ7) Ο εν λόγω μάρτυρας εργάζεται στην αστυνομία από το
- Υπηρέτησε στο Τμήμα Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων Τροχαίας Λευκωσίας από το 1997 μέχρι το
- Σήμερα εργάζεται ως Υπεύθυνος του Κλάδου Εξέτασης & Αναπαράστασης Τροχαίων Συγκρούσεων της Αστυνομίας. Τα καθήκοντα του είναι να διενεργεί αναπαραστάσεις σοβαρών και θανατηφόρων τροχαίων συγκρούσεων ανά το παγκύπριο. Μελετά υποθέσεις τροχαίας στις οποίες συνάδελφοι του χρήζουν βοήθειας και ελέγχει τις υποθέσεις τροχαίων δυστυχημάτων οι οποίες αποστέλλονται στον Γενικό Εισαγγελέα. Έχει εκπαιδευτεί στην Αστυνομική Ακαδημία Κύπρου αναφορικά με τη διερεύνηση και αναπαράσταση τροχαίων συγκρούσεων. Έχει επίσης διάφορες άλλες εκπαιδεύσεις στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Εξήγησε ότι αναπαράσταση ενός τροχαίου δυστυχήματος γίνεται για να εξακριβωθούν οι πραγματικές συνθήκες πρόκλησης του, όπως για να εντοπιστεί ταχύτητα, για αντίκρουση ή επιβεβαίωση ισχυρισμών που δίνονται από τους εμπλεκόμενους κ.α. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση έχει διενεργήσει αναπαράσταση κατόπιν οδηγιών του Αστυνομικού Διευθυντή Τμήματος Τροχαίας Αρχηγείου. Ετοίμασε δε σχετική έκθεση (βλ.Τεκμήριο 23) και έλαβε διάφορες φωτογραφίες (βλ. Τεκμήριο 24). Για να δώσει πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο, ο μάρτυρας ετοίμασε επιπρόσθετα σχετικό βίντεο (βλ. Τεκμήριο 25). Σε σχέση λοιπόν με το δυστύχημα που αφορά η παρούσα υπόθεση, ο ΜΚ7 έλαβε αντίγραφο του δικογραφικού φακέλου. Μελέτησε επίσης την πρωτόδικη απόφαση καθώς και την απόφαση του Εφετείου που αφορούσε το εν λόγω δυστύχημα. Του ζητήθηκε να ετοιμάσει αναπαράσταση του δυστυχήματος προκειμένου να διαφανούν οι συνθήκες του δυστυχήματος, πάντοτε με βάση το μαρτυρικό υλικό. Από μελέτη του μαρτυρικού υλικού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να διασαφηνιστούν αρκετές λεπτομέρειες ούτως ώστε να δοθεί φως στις πραγματικές συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Ειδικότερα, προτού διενεργήσει αυτοψία, ο ΜΚ7 βεβαιώθηκε μέσω του Τμήματος Δημοσίων Έργων ότι η διασταύρωση όπου έγινε το δυστύχημα δεν αλλοιώθηκε με την πάροδο των χρόνων. Από αυτοψία στην σκηνή διαπίστωσε ότι η διασταύρωση παραμένει η ίδια εκτός από τις διαβάσεις πεζών όπου τοποθετήθηκε κόκκινο χρώμα στην πορεία διέλευσης πεζών. Διαφορές παρουσιάζουν επίσης και οι άκρες του πεζοδρομίου προς διευκόλυνση προσώπων που χρησιμοποιούν αναπηρικά καροτσάκια. Ο ΜΚ7 εξέτασε επίσης κατά πόσο άλλαξε ο τρόπος λειτουργίας των φώτων τροχαίας από τότε μέχρι και σήμερα και διαπίστωσε ότι αυτά δεν άλλαξαν από την ημερομηνία του δυστυχήματος, πλην του ότι μεγάλωσε η διάρκεια του πράσινου ως η πορεία στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού. Την 1.2.2017 και περί τις 05:30, ο ΜΚ7 μετέβη στην εν λόγω διασταύρωση με άλλους αστυφύλακες. Είχε μαζί του ένα υπηρεσιακό όχημα και ένα όχημα μάρκας Nissan μοντέλο 100ΝΧ ίδιο με το όχημα που οδηγούσε η Στέλλα Παναγιώτου (ΜΚ4) κατά το χρόνο του δυστυχήματος. Οδηγώντας το Nissan 100NX, σταμάτησε στην κεντρική λωρίδα κυκλοφορίας στο κόκκινο φως ως η θέση που είχε η Στέλλα Παναγιώτου. Πίσω του ακολουθούσε το υπηρεσιακό όχημα με οδηγό τον Αστυφύλακα
- Αφού έφτασε στο ΑΛΤ της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας και ενώ βρισκόταν σε αναμονή στο κόκκινο φως ως η πορεία της Στέλλας Παναγιώτου, ο ΜΚ7 είχε απεριόριστη ορατότητα και μπορούσε να δει τα φώτα τροχαίας προς όλες τις κατευθύνσεις. Έβλεπε, δηλαδή ότι όταν το φως της πορείας του ήταν κόκκινο, το φως της πορείας στην Γρηγόρη Αυξεντίου ήταν πράσινο. Ακολούθως, ο ΜΚ7 επιχείρησε επαναστροφή ως η πορεία που ακολούθησε η Στέλλα Παναγιώτου μετά το δυστύχημα. Διαπίστωσε ότι η επαναστροφή επιτυγχάνεται με ευκολία, απευθείας και σε συνέχεια, χωρίς να χρειαστεί να χρησιμοποιήσει πισινή ταχύτητα. Η όλη διαδικασία βιντεογραφήθηκε από κάμερες που ήταν τοποθετημένες στα δύο οχήματα. Με διάφορους υπολογισμούς, ο ΜΚ7 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Παναγιώτου, αμέσως μετά που προέβη στην επαναστροφή, θα μπορούσε να δει προς την κατεύθυνση της Κατηγορουμένης χωρίς να χάσει οπτική επαφή μαζί της, αφού ο δρόμος είναι ευθύς με άπλετη ορατότητα. Η μια διασταύρωση από την άλλη διασταύρωση, δηλαδή προς την κατεύθυνση που είχε η Κατηγορούμενη, ήταν 163 μέτρα. Ως εκ τούτου, με την επαναστροφή της, η Στέλλα Παναγιώτου μπορούσε να δει και να ακολουθήσει την κατηγορουμένη καθότι η τελευταία δεν είχε φτάσει ακόμη στην επόμενη διασταύρωση. Περαιτέρω, ο ΜΚ7 εξέτασε κατά πόσον, από το υγρό (νερό) που χύθηκε στην άσφαλτο από το παγουράκι νερού για τον καθαρισμό του ανεμοθώρακα του οχήματος της Κατηγορουμένης, θα έπρεπε να είχαν δημιουργηθεί ίχνη του οχήματος της Στέλλας Παναγιώτου. Προς τούτο, ο ΜΚ7 έχυσε στην άσφαλτο 2,5 λίτρα νερό (ως η μέγιστη χωρητικότητα του παγουριού) ως η πορεία του οχήματος της κατηγορούμενης και σύμφωνα με φωτογραφίες που του δόθηκαν. Στην συνέχεια, επανέλαβε την επαναστροφή με το Nissan 100NX και διαφάνηκε ότι οι τροχοί του Nissan 100NX περνούσαν πάνω από το νερό που υπήρχε στην άσφαλτο, αφήνοντας ελαφριά ίχνη διέλευσης. Τα ίχνη αυτά εξατμίστηκαν σε χρονική διάρκεια 14 λεπτών. Σε σχέση με το προστατευτικό κράνος (βλ. Τεκμήριο 26), ο ΜΚ7 προέβη σε επιθεώρηση του και διαπίστωσε ότι πρόκειται για κράνος μη εγγεγραμμένου τύπου βάσει και της υφιστάμενης νομοθεσίας αφού σ' αυτό δεν υπάρχει οποιαδήποτε σήμανση. Πρόκειται για κράνος (half face) το οποίο κλείνει με κλιπ. Ο ΜΚ7 έκλεισε τα δύο λουριά μεταξύ τους, τα οποία δεν άνοιγαν παρά μόνον όταν πάτησε το σχετικό κομβίο. Αυτό δείχνει ότι το κράνος δεν έσπασε από το δυστύχημα και ως εκ τούτου φαίνεται ότι το θύμα μετέφερε μαζί του το κράνος με τα δύο λουριά ανοικτά. Ο μόνος αποθηκευτικός χώρος εντός του οποίου θα μπορούσε να ήταν τοποθετημένο το κράνος ήταν στο κάθισμα του μοτοποδηλάτου. Όμως, ο εν λόγω χώρος ήταν κλειστός (κλειδωμένος) και δεν άνοιξε κατά το χρόνο του δυστυχήματος. Εν όψει των πιο πάνω και αφού ο ΜΚ7 έλαβε υπόψη την τελική θέση που βρέθηκε το κράνος, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κατά πάσα πιθανότητα το θύμα έφερε το κράνος στο κεφάλι του κατά τον χρόνο του δυστυχήματος αλλά αυτό ήταν ακούμπωτο. Με τη σύγκρουση έφυγε από το κεφάλι του. Το θύμα κατά την πτώση του στην άσφαλτο δεν έφερε κράνος αφού υπέστη κάταγμα μέσου και οπίσθιου εγκεφαλικού βόθρου (βλ. επίσης τεκμήριο 27). Τέλος, από την επιτόπια εξέταση που διενήργησε αλλά και με βάση τις ζημιές στα δύο οχήματα, ο ΜΚ7 κατέληξε ότι οι πορείες που είχαν τα δύο οχήματα πριν τη σύγκρουση ήταν οι πορείες που ανέφερε η Στέλλα Παναγιώτου, και οι οποίες φαίνονται επί του σχεδίου. Η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε υπό γωνία 135 μοιρών από δεξιά προς τα αριστερά ως η πορεία της κατηγορούμενης. Από τη σύγκρουση, το θύμα παρέμεινε στο μοτοποδήλατο και ακολούθως κτύπησε πάνω στα γυαλιά της μπροστινής πόρτας του οδηγού και της πίσω πόρτας τα οποία και έσπασε. Οι ζημιές στο κάτω μέρος του οχήματος προκλήθηκαν από το μοτοποδήλατο και οι ζημιές στο πάνω μέρος του οχήματος από το σώμα του θύματος. Από τη νεκροψία που διενεργήθηκε στη σορό του θύματος, εντοπίστηκε κάταγμα αριστερού μηρού και αριστερών πλευρών τα οποία προκλήθηκαν από το κτύπημα του σώματος του θύματος επί του αυτοκινήτου της κατηγορούμενης. Τόσο το μοτοποδήλατο, όσο και το θύμα, για κάποια μικρή χρονική διάρκεια αμέσως μετά την πρώτη επαφή, ταξίδευαν μαζί με το όχημα της κατηγορούμενης και ακολούθως έφυγαν προς τα δεξιά ως η πορεία που είχε η κατηγορούμενη. Η κατηγορούμενη τόσο κατά το χρόνο της σύγκρουσης όσο και αμέσως μετά, κρατούσε σχετικά την ίδια ταχύτητα αφού τα ίχνη των νερών που χύθηκαν από το όχημα της και βρέθηκαν στη σκηνή είναι σκορπισμένα ομοιόμορφα με την ίδια κατεύθυνση με ελαφριά κλίση προς τα αριστερά ως η πορεία της. Πιο συγκεκριμένα, εάν η κατηγορούμενη μείωνε αισθητά την ταχύτητα της ή σταματούσε μετά τη σύγκρουση, το νερό που έφευγε από το μπροστινό μέρος του οχήματος της θα μαζευόταν σε κάποιο σημείο. Αυτό καταδεικνύει ότι η κατηγορούμενη αμέσως μετά τη σύγκρουση δεν μείωσε καθόλου ταχύτητα και συνέχισε την πορεία της κρατώντας σταθερή ταχύτητα. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ7 συμφώνησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει εάν τα φώτα τροχαίας, την ώρα που έγινε το δυστύχημα λειτουργούσαν κανονικά ή όχι. Η έκθεση του βασίζεται στις δικές του διαπιστώσεις όταν τα φώτα λειτουργούσαν με τον τρόπο που λειτουργούσαν όταν ο ίδιος πήγε εκεί. Συμφώνησε ότι οι εξεταστές του δυστυχήματος, με το που έφταναν στην σκηνή, όφειλαν να ελέγξουν κατά πόσον τα φώτα τροχαίας λειτουργούσαν κανονικά. Συμφώνησε επίσης ότι η Στέλλα Παναγιώτου, όταν ήταν σταματημένη έβλεπε το φως το οποίο ήταν δίπλα της και το φως το δικό της απέναντι που ήταν γυρισμένο προς εκείνη και όχι το φως που έβλεπε η Κατηγορούμενη και το οποίο ήταν γυρισμένο προς την τελευταία. Τέλος, ο ΜΚ7 ανέφερε ότι λόγω της κατασκευής του δρόμου, ως η πορεία της κατηγορουμένης και ειδικότερα λόγω παρουσίας κτιρίων, πρέπει το όχημα που κινείται στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου, ήτοι ως η πορεία του θύματος, να εισέλθει στη διασταύρωση για να μπορούν να το δουν οχήματα που έρχονται ως η πορεία της κατηγορουμένης. Σε σχέση με την πορεία της Στέλλας Παναγιώτου, η τελευταία θα μπορούσε να δει το μοτοποδήλατο πολύ πριν αυτό εισέλθει μέσα στη διασταύρωση και ειδικότερα όταν αυτό βρισκόταν περίπου 10 με 15 μέτρα πίσω από τη γραμμή του αλτ. - Λοχίας 4355 Λοΐζος Λοΐζου (ΜΚ8) Τελευταίος μάρτυρας για την Κατηγορούσα αρχή ήταν ο Λοχίας 4355 ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Ουλαμό Άμεσης Επέμβασης της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού. Ο ΜΚ8 υιοθέτησε και ανέγνωσε την κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 27) όπου αναφέρεται ότι στις 27.12.2007 και ώρα 05:01 ενώ βρισκόταν σε περιπολία με τον Ε.Α 7061 με το υπηρεσιακό όχημα ΗΡΜ081, έλαβαν μήνυμα μέσω ασυρμάτου από το Κέντρο Ελέγχου Μηνυμάτων (ΚΕΜ) σχετικά με σοβαρό τροχαίο δυστύχημα που συνέβηκε στην διασταύρωση της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με Γρηγόρη Αυξεντίου στη Μέσα Γειτονιά. Καθοδόν προς τη σκηνή, ο ΜΚ8 έλαβε νέο μήνυμα από το ΚΕΜ ότι το αυτοκίνητο που ενεπλάκη στο δυστύχημα βρίσκεται στην οδό Μάρκου Δράκου στη Μέσα Γειτονιά και δόθηκαν οδηγίες να μεταβούν εκεί. Περί τις 05:05 έφθασαν στην οδό Μάρκου Δράκου, όπου στην συμβολή της εν λόγω οδού με την οδό Δημητρίου Χαραλάμπους που είναι αδιέξοδος, εντόπισε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KNL326 να βρίσκεται ακινητοποιημένο με ανατολική κατεύθυνση. Οδηγός του εν λόγω οχήματος ήταν η Κατηγορουμένη και συνοδηγός ήταν η φίλη της Κατηγορουμένης, Έλλη Ηλία. Ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητο αυτό ήταν χτυπημένο στο δεξί μπροστινό μέρος και η Κατηγορούμενη ήταν ελαφρά τραυματισμένη στο πρόσωπο. Βρισκόταν δε σε κατάσταση πανικού, έκλαιγε και ρωτούσε συνεχώς την φίλη της αν τον σκότωσε ή αν θα ζήσει. Στο μέρος ήταν και η Στέλλα Παναγιώτου η οποία ανέφερε στον ΜΚ8 ότι είδε την σκηνή του δυστυχήματος και μόλις η Κατηγορούμενη εγκατέλειψε τη σκηνή, την ακολούθησε με το αυτοκίνητο της το οποίο στάθμευσε στο δυτικό πεζοδρόμιο της οδού Μάρκου Δράκου με βόρεια κατεύθυνση. Κατά την αναχώρηση της Στέλλας Παναγιώτου από τη σκηνή, ο ΜΚ8 είδε ότι μπροστά από το αυτοκίνητο της τελευταίας βρισκόταν μια ποδιά (Φέαριγκ) που ανήκε σε μοτοποδήλατο μάρκας «BETA». Στο μέρος παρέμεινε μέχρι τις 05:45 οπότε τους αντικατέστησε άλλο περίπολο με επιβαίνοντες τους Αστ. 2832 και Ε.Α
- Ο ΜΚ8 μετέφερε την Κατηγορούμενη και τη φίλη της Έλλη Ηλία, με το περιπολικό στο σημείο όπου έγινε το δυστύχημα. Απαντώντας σε ερωτήσεις της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΚ8 ανέφερε ότι δεν θυμάται επακριβώς εάν κατά τον χρόνο που έφτασε στο αδιέξοδο, η Κατηγορουμένη ήταν μέσα ή έξω από το αυτοκίνητο. Δεν θυμόταν επίσης αν υπήρχαν άλλα άτομα στην σκηνή πέρα από αυτά που ανέφερε στην κατάθεση του. Ήταν σαφής ότι αν επρόκειτο για κάτι ουσιώδες, θα το ανέφερε στην κατάθεση του. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ8 ανέφερε ότι ο λόγος που σημειώνει τις ώρες με ακρίβεια είναι διότι θεωρεί ότι στη δουλειά του είναι σημαντική η καταγραφή της ακριβούς ώρας των ενεργειών τους. Ήταν σαφής ότι εάν η Στέλλα Παναγιώτου του έλεγε οτιδήποτε σημαντικό θα το κατέγραφε στην κατάθεσή του. ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ - Έλλη Ηλία (ΜΥ1) Η ΜΥ1 είναι παιδική φίλη της κατηγορούμενης. Στις 27.12.2007 έδωσε δύο καταθέσεις στην Αστυνομία (βλ. Τεκμήρια 29 και 30 αντίστοιχα). Η εν λόγω μάρτυρας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν φοιτήτρια στην Πάτρα και είχε έρθει για διακοπές στην Κύπρο. Στις 26.12.2007 γύρω στις 21:30, η Κατηγορούμενη οδηγώντας το αυτοκίνητο με αριθμούς KNL326 την παρέλαβε από το σπίτι της. Πήγαν αρχικά στο Bruery Café όπου έμειναν περίπου μέχρι τις 01:30 - 02:
- Ήπιαν περί τα δύο ποτήρια κρασί η κάθε μια. Μετά έφυγαν και πήγαν στο "Sesto" όπου ήπιαν από ακόμα ένα ποτήρι κρασί. Από το Sesto έφυγαν γύρω στις 04:30 - 05:00 της 27.12.2007 για να πάνε στο σπίτι τους. Η Κατηγορούμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο KNL326 και η ΜΥ1 ήταν συνοδηγός. Φορούσαν και οι δύο τις ζώνες ασφαλείας και τα φώτα του αυτοκινήτου τους ήταν αναμμένα. Καθοδόν, μιλούσε με την Κατηγορούμενη η οποία ήταν, όπως η ΜΥ1 ανέφερε, σε καλή κατάσταση, σε κέφι αλλά πιστεύει είχε τον έλεγχο του οχήματος της. Σε κάποια φώτα τροχαίας, όπου βρίσκεται μια διασταύρωση, είδε ότι το φως στην πορεία τους ήταν αρχικά πράσινο. Η ταχύτητα της Κατηγορουμένης ήταν γύρω στα 55 - 60 χιλιόμετρα και το θυμάται αφού είδε το ταχύμετρο. Ενώ έμπαιναν στη διασταύρωση, χωρίς να θυμάται ακριβώς σε ποιο σημείο, το φως έγινε πορτοκαλί. Εκείνη τη στιγμή, άκουσε ένα δυνατό κτύπημα και το μόνο που θυμάται είναι την Κατηγορούμενη να την ρωτά αν είναι καλά και αν η μοτόρα είναι καλά. Η Κατηγορούμενη συνέχισε να οδηγεί στρίβοντας δεξιά σε πάροδο και να σταματά κορνάροντας και φωνάζοντας να καλέσουν Αστυνομία. Η ΜΥ1 είχε πάθει σοκ και δεν είχε αντιληφθεί τι κτύπησαν. Της είπε μετά η Κατηγορούμενη ότι συγκρούστηκαν με μια μοτόρα. Εκείνη τη στιγμή, ήρθαν κάποιοι περαστικοί εκ των οποίων μία γυναίκα. Από το δυστύχημα δεν τραυματίστηκε η ΜΥ1, αλλά η Κατηγορούμενη κτύπησε στο πρόσωπο από γυαλιά του αυτοκινήτου. Έμειναν στο μέρος μέχρι που ήρθε η Αστυνομία και τις μετέφερε στο σταθμό. Πριν να πάνε στα φώτα όπου έγινε το δυστύχημα είχαν περάσει ακόμα δύο φώτα τροχαίας και θυμάται ότι σε αυτά το φως ήταν πράσινο. Στην συμπληρωματική της κατάθεση, η ΜΥ1 ανέφερε ότι οι ίδιες κατευθύνονταν δυτικά στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, ενώ η μοτοσικλέτα ήρθε από δεξιά τους, δηλαδή κατευθυνόταν από βόρεια προς νότια. Διευκρίνισε επίσης ότι το φως στην πορεία της, το είδε να είναι πορτοκαλί από τον στύλο πριν τη διασταύρωση και ενώ βρίσκονταν πολύ κοντά πριν τον στύλο. Η μάρτυρας ανέφερε δια ζώσης κατά την κυρίως εξέταση της, ότι πριν να δώσει τις εν λόγω καταθέσεις δεν μίλησε καθόλου με την Κατηγορούμενη ως προς τις καταθέσεις θα έδιναν στην Αστυνομία. Ανέφερε επίσης ότι σίγουρα η μνήμη της ήταν καλύτερη τότε που έδινε τις καταθέσεις. Σήμερα δεν μπορεί να θυμηθεί. Έκτοτε μέχρι σήμερα, δεν κουβέντιασε ποτέ είτε με την Κατηγορούμενη, είτε με την οικογένεια της για τη μαρτυρία που θα έδινε στο Δικαστήριο. Τέλος η ΜΥ1, ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση ότι δεν θυμάται αν η κυρία που ήταν στο αδιέξοδο, κουβέντιασε είτε μαζί της, είτε με την Κατηγορούμενη σχετικά με τα φώτα τροχαίας. Αντεξεταζόμενη, η ΜΥ1 ερωτήθηκε κατά πόσο υιοθετεί το περιεχόμενο των καταθέσεων που έδωσε στην Αστυνομία. Η ΜΥ1 ανέφερε ότι υπέστη σοκ και δεν μπορεί να θυμηθεί οτιδήποτε. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά μετά το σοκ που υπέστη από το δυστύχημα όλα «ήταν delete», εννοώντας προφανώς ότι διαγράφηκαν όλα. Στην συνέχεια ανέφερε ότι όταν έδινε την κατάθεση της ήταν πολύ κοντά στον χρόνο όπου έγινε το ατύχημα και προφανώς θυμόταν και έλεγε τι είχε συμβεί. Η ΜΥ1 δεν θυμόταν τι έλεγαν με την Κατηγορούμενη μέσα στο αυτοκίνητο ενώ πήγαιναν προς τα σπίτια τους ούτε γιατί ανέφερε ότι η κατηγορούμενη ήταν σε καλή κατάσταση και σε κέφι αλλά πιστεύει ότι είχε τον έλεγχο του οχήματος της. Σε ερώτηση σε πόση απόσταση είδε τα φώτα τροχαίας για πρώτη φορά, απάντησε πως δεν θυμάται και πως ό,τι προσθέσει και ό,τι αφαιρέσει από την κατάθεση της θα είναι ψέμα. Ούτε θυμόταν κατά πόσον υπήρχε ορατότητα για να δει τα φώτα από απόσταση ως η πορεία τους, ούτε από ποιο στύλο είδε τα φώτα τροχαίας, ούτε αν υπήρχε κίνηση στον δρόμο. Η μάρτυρας συμφώνησε ότι πέρασαν 10 χρόνια από το δυστύχημα. Σε ερώτηση αν έκατσε ποτέ να σκεφτεί τι έγινε, απάντησε ότι επρόκειτο για ένα δυσάρεστο γεγονός, και δεν μπορούσε να μπει στη διαδικασία να το ξαναζεί κάθε μέρα. Θυμήθηκε ότι σε κάποιο χρονικό σημείο η Κατηγορούμενη βρισκόταν χάμω σε ένα πεζοδρόμιο φωνάζοντας ότι «Εάν σκότωσα άνθρωπο εν να αυτοκτονήσω». Η ΜΥ1 αρνήθηκε ότι δεν είπε στην Αστυνομία τις αληθινές συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το δυστύχημα. Έγιναν διάφορες άλλες υποβολές στην ΜΥ1 σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, στις οποίες η ΜΥ1 δεν έδωσε καμία απάντηση προβάλλοντας ως αιτιολογία την λήθη. Σε σχέση με τα διαδραματισθέντα στο αδιέξοδο, η ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν θυμάται αν συνομίλησε με την κοπέλα που ήταν μαζί τους. Απλά θυμάται την ύπαρξη της. Στην συνέχεια θυμήθηκε ένα κύριο που άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου της Έφης. Σε ερώτηση από πού κατέβηκαν αφού δεν άνοιγε η πόρτα του αυτοκινήτου, απάντησε ότι δεν θυμάται. Είτε της άνοιξε ο κύριος την πόρτα της ή βγήκε από την πόρτα του συνοδηγού. Η ίδια δεν θυμόταν αν μίλησε με κάποιον στο αδιέξοδο. Σε σχέση με την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, η ΜΥ1 ανέφερε ότι το μόνο που θυμάται είναι ότι δεν έχει γίνει εγκατάλειψη σκηνής. Όσον αφορά τα υπόλοιπα που γράφονται στην κατάθεση της, δεν μπορεί να αμφισβητήσει ούτε να προσθέσει κάτι περισσότερο ή κάτι λιγότερο. Μετά το κτύπημα, η Κατηγορούμενη άρχισε να κορνάρει και να φωνάζει «βοήθεια» και να λέει «Πού να σταματήσω;». Κάπου έστριψε και ήρθε ένας κύριος που έβγαλε την Κατηγορούμενη από το αυτοκίνητο, και μετά βρέθηκαν στο Τμήμα. Ερωτήθηκε γιατί θυμάται αυτό το γεγονός και όχι τα προηγούμενα για τα οποία ρωτήθηκε. Η ΜΥ1 απάντησε ότι ήταν 18 χρονών δεν είχε άδεια οδήγησης και δεν ήξερε τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας. Ήταν συνοδηγός και δεν μπήκε στην διαδικασία να θυμάται αν ήταν πράσινο ή πορτοκαλί. Έγιναν τέλος ερωτήσεις σε σχέση με το πότε η ΜΥ1 είδε την κατηγορούμενη για τελευταία φορά, πριν από την ημέρα της μαρτυρίας της στην παρούσα υπόθεση. Η ΜΥ1 δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβή ημερομηνία αλλά, ως ανέφερε έχει πάρα πολλά χρόνια να μιλήσουν καθότι η ίδια μετά το ατύχημα είχε συνεχίσει τις σπουδές της στην Πάτρα, ενώ η Έφη στην Αθήνα. Αρχικά, μιλούσαν αραιά μέσω facebook, αλλά μετά χάθηκαν και δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της. Δεν υπήρχε πλέον λογαριασμός της Κατηγορουμένης στο facebook και είχε μάθει ότι βρίσκεται εκτός Κύπρου. Η ΜΥ1 γνώριζε ότι εναντίον της Κατηγορούμενης εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης αλλά δεν μίλησε ποτέ με την Κατηγορούμενη, μετά από αυτήν την ενημέρωση που είχε. - Στέλιος Στυλιανού (ΜΥ2) Ο ΜΥ2 υιοθέτησε την Κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 5.1.2008 (βλ. Τεκμήριο 31). Σε αυτήν ανέφερε ότι διαμένει σε διαμέρισμα 2ου ορόφου το οποίο έχει πρόσωπο προς τη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού. Στις 27.12.2007 περί τις 04:50, άκουσε φωνές που καλούσαν σε βοήθεια. Άνοιξε το παράθυρο του υπνοδωματίου του και είδε ότι υπήρχε ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο που έβλεπε ανατολικά. Από αυτό ακούγονταν φωνές και κτυπήματα στη προσπάθεια να ανοίξει η πόρτα. Από τη θέση που βρισκόταν, δεν μπορούσε να δει αν το αυτοκίνητο ήταν κτυπημένο. Επισήμανε ότι η οδός Δημητρίου Χαραλάμπους είναι αδιέξοδο. Ο ΜΥ2 ντύθηκε και κατέβηκε κάτω στο δρόμο όπου είδε ότι δίπλα από το αυτοκίνητο στέκονταν δύο νεαρές κοπέλες. Μία από τις δύο κοπέλες του είπε ότι ήταν η συνοδηγός. Του είχε πει ότι κτύπησαν κάποιο νεαρό με τη μοτοσικλέτα. Ο ΜΥ2 ρώτησε πως ήρθαν στο σημείο που βρίσκονταν εκείνη την στιγμή και η συνοδηγός του είπε ότι η φίλη της σοκαρίστηκε και σε κατάσταση πανικού οδηγώντας το αυτοκίνητο, το έφερε στο εν λόγω σημείο. Ο ΜΥ2 παρατήρησε ότι η άλλη κοπέλα ήταν κτυπημένη στην κεφαλή της. Είπε στην συνοδηγό ότι η οδηγός έπρεπε να πάει σε γιατρό και του απάντησε ότι δεν πάει γιατί ήταν σε κατάσταση πανικού. Η συνοδηγός ανέφερε επίσης ότι τις ακολούθησε άλλη κοπέλα με αυτοκίνητο και την παρακάλεσε η οδηγός να τηλεφωνήσει αστυνομία και ότι δεν θα έφευγε από το μέρος. Τα λόγια αυτά τα είπε η οδηγός και τα άκουσε όταν βρισκόταν στο παράθυρο του δωματίου του. Όταν ο ΜΥ2 κατέβηκε κάτω, η κοπέλα με την οποία συνομίλησαν οι κοπέλες είχε ήδη φύγει. Είδε επίσης ότι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KNL326 ήταν κτυπημένο μπροστά δεξιά και σχεδόν όλη η δεξιά πλευρά. Μετά από πάροδο λίγων λεπτών ήρθε στο μέρος περιπολικό της αστυνομίας και στάθμευσε στην οδό Μάρκου Δράκου. Αμέσως η οδηγός που ήταν και τραυματισμένη έτρεξε προς το μέρος των αστυνομικών σε κατάσταση πανικού και ρωτούσε σε έξαλλη κατάσταση για την κατάσταση του οδηγού του μοτοποδηλάτου. Προηγουμένως, τη ρώτησε αν φορούσε κράνος και του είπε ότι φορούσε. Αφού μίλησε με τους αστυνομικούς πηγαινοερχόταν πάνω κάτω και ρωτούσε συνεχώς αν είχε πεθάνει ο μικρός και έλεγε ότι αν πέθανε, θα αυτοκτονούσε. Ο ΜΥ2 πιστεύει ότι η εν λόγω κοπέλα είχε επίγνωση του τι έλεγε. Κατάλαβε ότι δεν ήταν μεθυσμένη και δεν μύριζε αλκοόλ. Η συνοδηγός του έλεγε συνεχώς ότι έφυγαν από τη σκηνή του δυστυχήματος και εγκαταλείψαν το θύμα. Η συνοδηγός είχε πει στην οδηγό να σταματήσει και αντί αυτού η οδηγός πάτησε βενζίνη. Μετά από λίγο το περιπολικό που ήρθε στο μέρος έπιασε τις δύο κοπέλες και έφυγε. Ο ΜΥ2 άκουσε από τον ασύρματο ότι το δυστύχημα ήταν θανατηφόρο και μέσω του ασυρμάτου ζητήθηκε να μεταφερθούν οι κοπέλες στο τμήμα. Μετά που πήραν τις κοπέλες και έφυγαν ήρθε άλλο περιπολικό στο μέρος και ακολούθως μία πλατφόρμα που φόρτωσε το αυτοκίνητο. Απαντώντας σε ερωτήσεις του συνηγόρου της Κατηγορουμένης, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι η μνήμη του σίγουρα ήταν καλύτερη όταν έδινε την κατάθεση, μια εβδομάδα μετά το δυστύχημα, παρά σήμερα μετά από 10 χρόνια. Ανέφερε περαιτέρω ότι τα τελευταία 10 χρόνια δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με την κατηγορούμενη ή με την οικογένεια της. Εξήγησε ότι όταν άνοιξε το παράθυρο του, δεν μπορούσε να δει καθαρά καθότι πρόκειται για αδιέξοδο με δέντρα και στο σημείο όπου στεκόταν υπήρχαν μεγάλες ελιές. Ήταν επίσης πρωινές ώρες, νύχτα και ήταν ησυχία. Λόγω όμως της απόστασης περίπου 100 μέτρων δεν μπορούσε να ακούσει συνομιλίες των προσώπων που ήταν εκεί. Δεν γνωρίζει τι προηγήθηκε μέχρι να κατέβει κάτω. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι όταν πήγε στο παράθυρο για να δει τι συμβαίνει, το αυτοκίνητο επισκιαζόταν από τα δέντρα και ο ίδιος έβλεπε μόνο την πρόσοψη του και τίποτε άλλο. Άκουσε κάποιες συνομιλίες μεταξύ των προσώπων που ήταν εκεί αλλά περισσότερο άκουσε τα χτυπήματα που ήταν και αυτά που τον ξύπνησαν. Του υποδείχθηκε ότι στην κατάθεση του ανέφερε ότι άκουσε κάποια λόγια που είπε η οδηγός. Τότε, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι από το παράθυρο δεν μπορούσε να ακούσει τίποτα και ότι η μόνη συνομιλία που είχε κατά νου ήταν η συνομιλία που είχε ο ίδιος με την συνοδηγό του οχήματος. Σε σχέση με την κοπέλα με την οποία συνομίλησαν οι οδηγός και συνοδηγός του αυτοκινήτου, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι προφανώς είχε φύγει πριν κατέβει ο ίδιος στον δρόμο. Υπήρχαν βέβαια άνθρωποι που πηγαινοέρχονταν και κοντοστέκονταν για να δουν και συνεπεία τούτου δεν μπορεί να ξέρει εάν η εν λόγω κοπέλα ήταν εκεί. Το περιπολικό κατέφθασε μέσα σε 2‑3 λεπτά από την στιγμή που ο ΜΥ2 κατέβηκε στον δρόμο. Τη συνομιλία με την συνοδηγό την είχε κάνει πριν έρθει το περιπολικό. Όταν ο ΜΥ2 έφυγε από το μέρος, τότε μέσω ασυρμάτου ειδοποιήθηκαν οι αστυνομικοί ότι το δυστύχημα ήταν θανατηφόρο. Αυτό το άκουσε η γυναίκα του όταν ο ίδιος ήταν ήδη στο σπίτι. Στην κατάθεση του, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει καθόλου ούτε την οδηγό ούτε και την συνοδηγό του οχήματος, ούτε ρώτησε τα ονόματά τους. Την κατηγορούμενη την είδε για πρώτη φορά στη σκηνή και ακολούθως την είδε μετά από μια εβδομάδα στο σπίτι του. Επεξηγώντας, ανέφερε ότι 2‑3 ημέρες μετά το δυστύχημα, τον πήρε τηλέφωνο ένας συγγενής του και του είπε ότι η κοπέλα που χτύπησε στο δυστύχημα είναι η κόρη κάποιου φίλου του. Ο πατέρας της κοπέλας ζήτησε το τηλέφωνο του ΜΥ2 και ο συγγενής του ΜΥ2 του το έδωσε. Την επόμενη ημέρα, τον πήρε τηλέφωνο κάποιος Ηρόδοτος ο οποίος ανέφερε ότι είναι πατέρας της Έφης. Ζήτησε από τον ΜΥ2 να του εξηγήσει επί τόπου τι είχε γίνει εκείνο το βράδυ καθότι, όπως ανέφερε ο Ηρόδοτος, η κόρη του δεν μπορούσε να θυμηθεί. Όντως, ο Ηρόδοτος επισκέφτηκε τον χώρο και βρέθηκε με τον ΜΥ2 στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ο ΜΥ2 εξήγησε στον Ηρόδοτο τα γεγονότα και ο τελευταίος αποχώρησε. Μετά από 2‑3 μέρες τον ξαναπήρε τηλέφωνο και στη δεύτερη συνάντηση έφερε την κατηγορούμενη, η οποία φαινόταν να μην θυμάται πώς έγινε η σκηνή. Ο ΜΥ2 μίλησε με τους γονείς της ενώ η Κατηγορούμενη μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο, λέγοντας τους ότι δεν αισθάνεται καλά. Μετά από 1-2 μέρες πήγε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Επισημαίνω ότι η Υπεράσπιση δεν κάλεσε το Δικαστήριο κατά την τελική της αγόρευση, να κρίνει οποιοδήποτε μάρτυρα κατηγορίας αναξιόπιστο. Ασχέτως τούτου, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου, το οποίο πρέπει πρώτα να καταλήξει ποια μαρτυρία ενώπιον του είναι αποδεκτή και ακολούθως να διατυπώσει τα ευρήματά του. Ο ΜΚ7 παρουσιάστηκε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας και θα πρέπει να κριθεί αν είναι τέτοιος σε σχέση με τα θέματα στα οποία αναφέρθηκε. Μαρτυρία γνώμης προσφέρθηκε επίσης και από τον ΜΚ1 σε σχέση με κάποια ζητήματα. Πρέπει επισημανθεί ότι η προσκόμιση μαρτυρίας πραγματογνώμονα παρακάμπτει τον γενικό κανόνα που δεν επιτρέπει σε μάρτυρα την έκφραση γνώμης. Ο πραγματογνώμονας μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητάς του (βλ. Georghios Constantinides (Akinita) Ltd ν. Mavrogenis
(1983)1C.L.R. 663, Χαραλάμπους ν. Σάββα
(1996)1A.A.Δ. 576). Ο πραγματογνώμονας πρέπει όμως να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα γεγονότα εκείνα που θα τον καθιστούν ως ειδικό να εκφράσει γνώμη για ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Το ότι σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα ή γνώσεις για να εκφέρει γνώμη δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, αφού όπως λέχθηκε κατ' επανάληψη στη νομολογία και επαναλήφθηκε στην Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας,
(2013)2 ΑΑΔ 110, το δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως πραγματογνώμονας. Βεβαίως, η μαρτυρία των πραγματογνωμόνων υπόκειται σε αξιολόγηση. Για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας τους, ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες, έτσι ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση (βλ. Πιττάλης κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd. κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814 και Cybarco Ltd. v. Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013 και Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή,
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298) Επισημαίνω επίσης ότι τα σχέδια (τεκμήρια 4 και 5) αποτελούν στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267). Έχω επίσης υπόψη μου ότι αν η πραγματική μαρτυρία είναι ουδέτερη ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, δεν μπορεί, όπως επισημάνθηκε στην Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 Α.Α.Δ. 1243, να βοηθήσει ουσιωδώς στην αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το δυστύχημα. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου, προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα. Ο ΜΚ1 μου έκανε θετική εντύπωση. Παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και που αφορούσαν την διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος. Έδωσε πλήρη περιγραφή της σκηνής του ατυχήματος, τόσο με παραπομπή στις φωτογραφίες τις οποίες έλαβε ο ίδιος όσο και με την παραπομπή στο σχέδιο της σκηνής. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας. Ήταν επίσης ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις του. Επιπρόσθετα, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Ο μάρτυρας έδωσε σαφείς εξηγήσεις σε σχέση με 4 φωτογραφίες που κατά την θέση της υπεράσπισης έλειπαν από τις φωτογραφίες που έλαβε ο ίδιος. Συμφώνησε ότι στην μαρτυρία που είχε δώσει όταν η υπόθεση εκδικαζόταν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (στο εξής θα αναφέρεται ως «προηγούμενη δίκη»), είχε αναφέρει ότι δεν γνωρίζει τι απέγιναν οι 4 φωτογραφίες που δεν τυπώθηκαν. Εξήγησε ότι δεν τυπώθηκαν καθότι ήταν μη εμφανίσιμες φωτογραφίες ή όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ήταν καμένες. Δεν ήταν σε θέση να θυμάται τι ήταν αυτό που προσπάθησε να φωτογραφίσει και το οποίο δεν τυπώθηκε. Περαιτέρω, δεν θεωρώ ότι υπάρχει οποιαδήποτε αντίφαση ή ουσιώδης διάσταση ανάμεσα στα όσα ο ΜΚ1 ανέφερε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σε όσα παραδέχτηκε ότι είπε στα πλαίσια της προηγούμενης δίκης. Πιο συγκεκριμένα, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι όταν έφεραν την κατηγορούμενη από το σημείο όπου σταμάτησε το αυτοκίνητο της, στη σκηνή του δυστυχήματος η Κατηγορούμενη φαινόταν ανήσυχη και αναστατωμένη, αλλά όχι εκτός ελέγχου. Στην προηγούμενη δίκη είχε αναφέρει ότι ήταν πολύ ανήσυχη κάτι που δεν διαφέρει ουσιωδώς από όσα ανέφερε στην παρούσα. Η αναφορά στην προηγούμενη δίκη ότι η κατηγορούμενη «καθόταν στο γραφείο του Λοχία Χατζίκκου» και «ήταν εκτός ελέγχου και έκλαιγε συνεχώς» αφορά άλλο χρονικό σημείο και δεν μπορεί να συσχετιστεί με όσα ο μάρτυρας ανέφερε στην παρούσα. Δεν είναι σε θέση, εν πάση περιπτώσει να γνωρίζει κατά πόσον η Κατηγορούμενη ήταν ανήσυχη και εκτός ελέγχου κατά τον χρόνο που έδινε κατάθεση στον Λοχία Χατζίκκο καθότι ο ίδιος δεν ήταν παρών. Έγιναν ερωτήσεις σε σχέση με την ημερομηνία που ο ΜΚ1 έδωσε την Κατάθεση του. Στην κατάθεση (τεκμήριο 1) αναφέρεται η ημερομηνία 5.6.
- Έγινε υπενθύμιση στον ΜΚ1 ότι στην προηγούμενη υπόθεση είχε αναφέρει ότι στις 28.5.2008 είχε παραδώσει τον φάκελο στον Λοχία υπεύθυνο της βάρδιας αλλαγής, και μέσα σε αυτόν υπήρχε μια κατάθεση ως εξεταστής. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι πιθανόν να πρόκειται για λάθος στην ημερομηνία. Δεν αρνήθηκε ότι μπορεί να έγιναν λάθη, πλην όμως αυτά ήταν καλόπιστα και όχι εσκεμμένα. Υποδείχθηκε επίσης στον ΜΚ1 ότι στις 28.12.2007 ημερομηνία κατά την οποία προέβη σε αναφορά προς Θανατικό Ανακριτή ανέφερε ότι «Παρέλειψε να σταματήσει στο κόκκινο φως και ότι ο οδηγός του μοτοποδηλάτου φορούσε προστατευτικό κράνος». Απαντώντας, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι όταν θα γίνει η θανατική ανάκριση, κάποιος υπογράφει τα γεγονότα τα οποία πρέπει να έχει ενώπιον του ο Θανατικός Ανακριτής. Παραδέχτηκε ότι δεν είχαν τελειώσει ακόμα οι έρευνες, αλλά αρνήθηκε ότι ανέφερε ψέματα στον Θανατικό Ανακριτή. Όπως είπε, ήδη από τις 27.12.2007 γνώριζε για τις συνθήκες υπό τις οποίες είχε γίνει το δυστύχημα, γι' αυτό και έγραψε αυτά τα οποία παρουσιάστηκαν στον Θανατικό Ανακριτή. Η κατάθεση της αυτόπτη μάρτυρος λήφθηκε στα γραφεία της Τροχαίας και όταν ο ΜΚ1 επέστρεψε από την σκηνή του δυστυχήματος η ΜΚ4 ήταν ήδη στο γραφείο και έδινε την κατάθεση η οποία ήταν ακόμα στα αρχικά της στάδια. Ο ΜΚ1 άκουσε και έβλεπε κατά την συγγραφή της κατάθεσης. Σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, ο ΜΚ1 αποτύπωσε τα ευρήματα του στα σχέδια - Τεκμήρια 4 και
- Αποδέχομαι ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήταν σε θέση ένεκα της εμπειρίας του και των προσόντων του (εκπαίδευση σε τεχνικό σχέδιο και σχεδιαστής Αστυνομίας), να αποτυπώσει επί των εν λόγω σχεδίων τα ευρήματα που εντόπισε στην σκηνή. Εξάλλου, δεν αμφισβητήθηκε από οποιαδήποτε πλευρά η πλήρης και ορθή απεικόνιση των ευρημάτων επί των σχεδίων. Ο ΜΚ1 εντόπισε τις ζημιές επί των δύο οχημάτων και με βάση αυτές επιβεβαίωσε τις πορείες των οχημάτων οι οποίες συμπίπτουν και με όσα ανέφεραν τόσο η Στέλλα Παναγιώτου όσο και η Κατηγορούμενη. Η μαρτυρία του ΜΚ1 σε σχέση με το ζήτημα αυτό συμπίπτει επίσης και με την μαρτυρία του ΜΚ7 στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω. Έχοντας ακούσει τον συγκεκριμένο μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχω πεισθεί για την ανεξαρτησία, αμεροληψία και φιλαλήθεια του, τα προσόντα και τις εμπειρίες του στην διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων, στην επάρκεια και πληρότητα εκτέλεσης των καθηκόντων του στην διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος. Πέραν των πιο πάνω πρέπει να λεχθεί ότι κάποιες ανακολουθίες και μικροαντιφάσεις, σε σχέση όμως με επουσιώδεις πτυχές της μαρτυρίας του, όπως για παράδειγμα ποιος είχε ειδοποιήσει τον Χατζίκκο, ουδόλως πλήττουν την εν γένει αξιοπιστία του. Οι μικροαντιφάσεις που μπορεί να παρατηρήθηκαν, καθόλου δεν επηρέασαν τη θετικότητα της γενικής προκύπτουσας εικόνας, με το γεγονός μάλιστα να αποτελεί και ένδειξη έλλειψης αθέμιτης προσυνεννόησης και προσχεδιασμού μεταξύ των μαρτύρων αλλά και των τελευταίων με την Κατηγορούσα Αρχή για το τι είναι που θα έλεγαν. Εκτός αυτού, ως ζήτημα κοινής λογικής και εμπειρίας, η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν αναμένεται να συνάδει απολύτως με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων και κάποιες διαφορές στη μαρτυρία - αναλόγως του είδους τους βεβαίως - είναι αναπόφευκτες (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612). Τέλος, οι μικροαντιφάσεις, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που τα γεγονότα βιώνονται έντονα από τους μάρτυρες και έχει παρέλθει κάποιο χρονικό διάστημα, όχι απλώς δεν είναι επιλήψιμες αλλά αναμένονται (βλ. Παπακοκκίνου κα ν. Σμυρλή κα
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653). Έτσι, η αναφορά του ΜΚ1 ότι έβλεπε και άκουε κατά την λήψη κατάθεσης από την Στέλλα Παναγιώτου ενώ η τελευταία κατά την μαρτυρία της είπε ότι σε κάποιο στάδιο εισήλθαν κάποιοι αστυνομικοί οι οποίοι στην συνέχεια αποχώρησαν, θεωρώ ότι δεν αποτελεί ουσιαστική αντίφαση η οποία να μπορεί να πλήξει την θετική εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από τον μάρτυρα. Το αντίστοιχο ισχύει βεβαίως και για την Στέλλα Παναγιώτου. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ1 ως αξιόπιστη. Ο ΜΚ2 μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια για όσα εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσης του. Εξάλλου, δεν επιχειρήθηκε μέσω της αντεξέτασης, ο κλονισμός της αξιοπιστίας του. Έγιναν απλώς διάφορες διευκρινιστικές ερωτήσεις, στις οποίες ο ΜΚ2 απάντησε με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και δεν προσπάθησε να πει κάτι περισσότερο από αυτό που γνωρίζει. Θεωρώ ότι είναι αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι ότι τα φώτα τροχαίας στην συμβολή της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου ήταν προγραμματισμένα κατά τον ουσιώδη χρόνο να λειτουργούν με τον τρόπο που ανέφερε. Βέβαια, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ο ίδιος δεν έκανε επιτόπιο έλεγχο για να διαπιστώσει ότι όντως λειτουργούσαν με τον τρόπο που ήταν προγραμματισμένα. Η μαρτυρία του ΜΚ3 δεν αμφισβητήθηκε. Οι αναφορές του αφορούσαν τις ενέργειες στις οποίες προέβη αφού κατέφθασε στη σκηνή του δυστυχήματος, και ακολούθως την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον της κατηγορουμένης και την λήψη από αυτήν ανακριτικής κατάθεσης στις 27.12.
- Περαιτέρω, ο ΜΚ3 προέβη σε μηχανικό έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε η Κατηγορουμένη. Κρίνω τον εν λόγω μάρτυρα ως αξιόπιστο και δέχομαι τη μαρτυρία του. Οι ερωτήσεις που έγιναν σε σχέση με την ψυχική κατάσταση που βρισκόταν η Κατηγορουμένη κατά τον χρόνο σύλληψης και κατά τον χρόνο της κατάθεσης, ουδόλως κλόνισαν την αξιοπιστία του μάρτυρα. Συν τοις άλλοις, αφορούν επουσιώδη ζητήματα για τα οποία έστω κι αν διαπιστωνόταν κάποια ασάφεια ή αντίφαση δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Δικαστήριο να απορρίψει την μαρτυρία ενός γενικά αξιόπιστου μάρτυρα. Περαιτέρω, για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ1, δεν έχει κλονιστεί η αξιοπιστία του ΜΚ3 λόγω της μικρής διάστασης ως προς το ποιος ειδοποίησε τον ΜΚ3 σε σχέση με το τροχαίο δυστύχημα εκείνη την μέρα. Η ΜΚ4 ήταν αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος. Κατέθεσε με σαφήνεια και ανεξάρτητα αφού δεν συνδεόταν με οποιοδήποτε από τα εμπλεκόμενα στο δυστύχημα πρόσωπα. Κάποια απομακρυσμένη συγγενική σχέση του πρώην συζύγου της ΜΚ4 με την οικογένεια της Κατηγορουμένης, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως σύνδεση με το πρόσωπο της Κατηγορουμένης. Ειρήσθω εν παρόδω, η ΜΚ4 είχε χωρίσει με τον σύζυγό της 23 χρόνια πριν το ατύχημα. Η μάρτυρας μου έκαμε εξαιρετική εντύπωση και δέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της, ως προς τις περιστάσεις του δυστυχήματος. Κρίνω ότι θυμόταν με επαρκείς λεπτομέρειες τα όσα διαδραματίστηκαν εκείνο το πρωινό καθώς αυτά υπήρξαν έντονα για την ίδια και έχουν αποτυπωθεί στο μυαλό της. Δεν θέλησε να πει κάτι περισσότερο από αυτά που είδε εκείνο το βράδυ. Χωρίς συζήτηση, παραδέχτηκε ότι δεν μπορούσε να δει το φανάρι που έβλεπε η Κατηγορούμενη αλλά έβλεπε μόνο τα δύο φανάρια τα οποία εξέπεμπαν φως προς το μέρος της. Περαιτέρω, η μάρτυρας δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Κάποιες μικρές ασάφειες σε σχέση με την ώρα που ξεκίνησε από την οικία της για να πάει στην εργασία της δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της. Εξάλλου, όπως εύστοχα η ίδια η μάρτυρας ανέφερε, δεν γνώριζε ότι θα συναντήσει ένα δυστύχημα για το οποίο θα έπρεπε να δώσει μια λεπτομερή κατάθεση στην αστυνομία. Εξάλλου, όταν έδωσε κατάθεση, κανένας δεν της είχε πει ότι πρέπει να καθορίσει με ακρίβεια την ώρα που ξεκίνησε από το σπίτι της. Επανέλαβε ότι όσα είδε σε σχέση με το δυστύχημα αποτυπώνονται με ακρίβεια στην κατάθεσή της. Τέλος, δεν εντοπίζω ουσιαστική αντίφαση ανάμεσα στα όσα η ΜΚ4 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι της είχε πει η Κατηγορούμενη κατά τον χρόνο που βρίσκονταν στο αδιέξοδο και στα όσα αναφέρονται στην κατάθεση της ΜΚ
- Ειδικότερα, στην κατάθεση της η ΜΚ4 είχε αναφέρει ότι η Κατηγορούμενη της είχε ζητήσει να πει στην Αστυνομία ότι η ίδια είχε περάσει με πράσινο. Δια ζώσης, ανέφερε ότι η κατηγορούμενη της είπε «Μην πεις ότι πέρασα με κόκκινο». Η μάρτυρας ήταν σαφής και εξήγησε ότι στην κατάθεση της διατύπωσε όσα της είχε πει η Κατηγορούμενη με τον δικό της τρόπο και όχι αυτολεξεί. Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι η ΜΚ4 ήταν ένα άτομο που είδε το όχημα της Κατηγορουμένης, να περνά, κατά την δική της αντίληψη, με κόκκινο φως. Συνεπώς και επί της ουσίας, η παράκληση της Κατηγορουμένης προς την ΜΚ4 δεν θα αντηχούσε διαφορετικά στα αυτιά της, είτε τούτη ήταν «μην πεις ότι πέρασα με κόκκινο» είτε ήταν η φράση «να πεις ότι πέρασα με πράσινο» ή «να μην πεις ότι δεν πέρασα με πράσινο». Έχοντας λοιπόν κατά νου τη συνολική παρουσία της ΜΚ4 και αξιολογώντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας της στην βάση των νομολογιακών αρχών καταλήγω ότι πρόκειται για καθόλα αξιόπιστη μάρτυρα και αποδέχομαι την μαρτυρία της. Σε σχέση με τον ΜΚ5, επισημαίνω ότι δεν επιχειρήθηκε ο κλονισμός της αξιοπιστίας του. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια για όσα εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσης του και γενικότερα όσα αφορούν την αντιμετώπιση βλαβών και γενική συντήρηση των φώτων τροχαίας. Αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ5 ότι τα φώτα τροχαίας που βρίσκονται στη διασταύρωση της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού και οδού Γρηγόρη Αυξεντίου στις 27.12.2007 δεν παρουσίασαν κάποια βλάβη για την οποία να κληθεί το συνεργείο του Δήμου προς επιδιόρθωση. Σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας μια διασταύρωσης, ο ΜΚ5 εξήγησε ότι έστω και αν μια διασταύρωση τεθεί στο πλάνο fixed time η διασταύρωση θα συνεχίσει να εργάζεται με ασφάλεια όσον αφορά την εναλλαγή του χρώματος των φώτων. Ο ΜΚ6 μου έκανε επίσης θετική εντύπωση. Η μαρτυρία του εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε. Οι αναφορές του αφορούσαν τις ενέργειες στις οποίες προέβη η Αστυνομία με σκοπό τον εντοπισμό της Κατηγορουμένης. Αναφέρθηκε ευκρινώς και με χρονολογική σειρά σε διάφορες ενέργειες και σε έγγραφα τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του, υπό την ιδιότητα του ως εξεταστή άλλης υπόθεσης που αφορά τους γονείς της Κατηγορουμένης. Ο ΜΚ6 δεν δίστασε να αναφέρει ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν η Κατηγορούμενη γνώριζε ότι καταζητείτο και ότι η αστυνομία δεν είχε οποιαδήποτε τηλεφωνική επικοινωνία με την κατηγορούμενη ούτε της επέδωσε οποιοδήποτε έγγραφο στο χρονικό διάστημα μετά την απόφαση στην έφεση και πριν την σύλληψη της. Τον κρίνω αξιόπιστο μάρτυρα και δέχομαι τη μαρτυρία του σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη η αστυνομία για εντοπισμό της Κατηγορουμένης. Ο Μ.Κ.7 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας καθώς επεξήγησε με λεπτομέρεια και σαφήνεια τα δεδομένα που έλαβε υπόψη του και τα συσχέτισε με την επιστημοσύνη του. Έχοντας υπόψη μου όλα τα προσόντα τα οποία ο ΜΚ7 ανέφερε ότι διαθέτει και ειδικότερα τις διάφορες εκπαιδεύσεις τις οποίες έχει λάβει καθώς επίσης και το γεγονός ότι όπως ανέφερε ο ίδιος ο μάρτυρας, εργάζεται στο Τμήμα Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων Τροχαίας Λευκωσίας από το 1997 μέχρι το 2004 ενώ από το 2004 μέχρι και σήμερα είναι Υπεύθυνος του Κλάδου Εξέτασης & Αναπαράστασης Τροχαίων Συγκρούσεων της αστυνομίας με καθήκοντα να διενεργεί αναπαραστάσεις σοβαρών και θανατηφόρων τροχαίων συγκρούσεων ανά το παγκύπριο, δέχομαι ότι ο εν λόγω μάρτυρας μπορεί να εκφέρει γνώμη για τις συνθήκες που περιβάλλουν το δυστύχημα. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή το περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού και τις εξηγήσεις που έδωσε σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του τροχαίου ατυχήματος, και ειδικότερα τον τρόπο με τον οποίο συγκρούστηκαν τα δύο οχήματα, κατά πόσον η Κατηγορούμενη ελάττωσε ταχύτητα και κατά πόσον τα τραύματα του θύματος συμβαδίζουν με τον τρόπο που τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν. Ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός επιβεβαίωσε τη θέση της αυτόπτη μάρτυρα σε σχέση με τις πορείες των δύο οχημάτων. Επιβεβαίωσε επίσης ότι η σύγκρουση έγινε υπό γωνία, την οποία ο ΜΚ7 καθόρισε σε 135 μοίρες. Ο μάρτυρας αυτός κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να το βοηθήσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα, προσπαθώντας να καθορίσει τον τρόπο που έγινε η επίδικη σύγκρουση με βάση τη πραγματική μαρτυρία που περισυνέλεξε η Αστυνομία. Δεν έχω διακρίνει σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει ψέματα ή να βοηθήσει την εκδοχή της κατηγορούσας αρχή. Πέραν τούτου, το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και οι εξηγήσεις που έδωσε σε σχέση με την ύπαρξη συγκεκριμένης πραγματικής μαρτυρίας είναι εμπεριστατωμένες και ενισχύουν τις θέσεις της αυτόπτη μάρτυρα σε σχέση με τον τρόπο που έγινε το επίδικο δυστύχημα. Δεδομένων των πιο πάνω, θεωρώ ότι μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και να προβώ σε σχετικά ευρήματα γεγονότων αναφορικά με τον τρόπο που έλαβε χώρα η εν λόγω σύγκρουση. Μπορώ επίσης να βασιστώ επί της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα ώστε να καταλήξω σε ευρήματα σε σχέση με την πορεία που ακολούθησε η Κατηγορούμενη και την ταχύτητα της αμέσως μετά την σύγκρουση. Η μαρτυρία του ΜΚ8 δεν αμφισβητήθηκε. Η μαρτυρία του αφορούσε σε ενέργειες στις οποίες προέβη αφού κατέφθασε στο σημείο που βρισκόταν η Κατηγορούμενη και την μεταφορά της Κατηγορουμένης και της Έλλης Ηλία στην σκηνή του δυστυχήματος. Κρίνω ότι είναι αξιόπιστος μάρτυρας και δέχομαι τη μαρτυρία του. Η ΜΥ1 δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Έχω την αίσθηση ότι η μάρτυρας αυτή απέφευγε να δώσει συγκεκριμένες και ειλικρινείς απαντήσεις στα ερωτήματα που της τέθηκαν και δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει προς ανεύρεση της αλήθειας. Οι απαντήσεις της δεν ήταν άμεσες, ενώ ήταν εμφανής η αμήχανη θέση στην οποία βρισκόταν. Η ΜΥ1 απαντούσε σε πολλές ερωτήσεις ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτε σε σχέση με το δυστύχημα. Νοείται ότι δεν ανέμενα από οποιοδήποτε μάρτυρα να θυμάται με κάθε λεπτομέρεια το επίδικο περιστατικό ειδικά μετά την παρέλευση 10 ετών από αυτό (βλ. Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 243/2012 ημερομηνίας 2.5.2014). Έχω όμως την άποψη ότι η μνήμη της ΜΥ1 ήταν επιλεκτική. Ειδικότερα, ενώ μπορούσε να θυμηθεί διάφορα γεγονότα που συνέβηκαν ή ακόμα και που δεν συνέβηκαν και τα οποία ενδεχομένως να έθεταν την Κατηγορουμένη σε ευμενέστερη θέση, εντούτοις άλλα γεγονότα τα οποία ενδεχομένως να επηρέαζαν δυσμενώς την υπεράσπιση ή θα μπορούσαν να δώσουν φως σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος δεν μπορούσε, ως ισχυρίστηκε, να τα θυμηθεί. Και τούτο παρά το ότι της δόθηκε η ευκαιρία να φρεσκάρει την μνήμη της μέσω της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία. Ενδεικτικά, επισημαίνω τα πιο κάτω: Η ΜΥ2 κατά την κυρίως εξέταση, μπορούσε να θυμηθεί με βεβαιότητα και με θετικό τρόπο ότι πριν δώσει κατάθεση δεν μίλησε με την Κατηγορούμενη ως προς τις καταθέσεις που θα έδιναν οι δύο κοπέλες. Κατά την αντεξέταση, η ΜΥ1 ρωτήθηκε κατά πόσον είχε μιλήσει με την Κατηγορούμενη πριν την κατάθεση για τις συνθήκες του δυστυχήματος και δεν μπορούσε να θυμηθεί. Η ΜΥ1 κατά την αντεξέταση της απαντούσε ωσάν να είχε προγραμματίσει τον εαυτό της να αναφέρει την φράση «δεν θυμάμαι». Και κρίνω ότι αυτό έπραξε η εν λόγω μάρτυρας προκειμένου να μην επηρεάσει την υπεράσπιση της παιδικής της φίλης Έφης Ηροδότου. Σε κάποιες περιπτώσεις η ΜΥ1, όπως σε αυτή που ενδεικτικά ανέφερα πιο πάνω, απαντούσε με την φράση «δεν θυμάμαι» ξεχνώντας ότι αμέσως προηγουμένως είχε αναφέρει σχετικούς θετικούς ισχυρισμούς. Περαιτέρω, η ΜΥ1 ανέφερε ότι από το δυστύχημα υπέστη σοκ και διαγράφησαν όλα από την μνήμη της. Δεν αναμένεται βεβαίως κάποιος αυτόπτης μάρτυρας να μπορεί να θυμηθεί κάθε μικρή λεπτομέρεια σε σχέση με ένα δυστύχημα. Και θα ήμουν διατεθειμένος να δεχτώ ότι ενδεχομένως λόγω του σοκ να έχουν διαγραφεί από την μνήμη της τα γεγονότα που είδε, αν και επισημαίνω ότι δεν έχω μαρτυρία ότι κάτι τέτοιο μπορεί επιστημονικά να συμβεί. Εντούτοις, τούτο δεν συνέβη στην περίπτωση της ΜΥ
- Εάν ίσχυε αυτό που η ΜΥ1 ανέφερε, ότι δηλαδή ένεκα του σοκ που υπέστη από το δυστύχημα, διαγράφησαν όλα, θα ανέμενε κάποιος ότι τούτο θα ήταν και το περιεχόμενο της κατάθεσης της λίγες ώρες μετά το δυστύχημα. Εντούτοις, στην κατάθεση της προβάλλει θετικούς ισχυρισμούς σε σχέση με το δυστύχημα. Μάλιστα δε, φαίνεται ότι προοδευτικά η μνήμη της βελτιωνόταν καθότι μετά την 1η Κατάθεση που δόθηκε στις 07:00 και στην οποία ανέφερε ότι δεν είχε αντιληφθεί τι ήταν αυτό που κτύπησαν, στην 2η Κατάθεση που δόθηκε στις 08:00 ανέφερε ότι η μοτοσικλέτα ήρθε από δεξιά τους, δηλαδή κατευθυνόταν από βόρεια προς νότια. Περαιτέρω, στην 2η Κατάθεση μπορούσε να θυμηθεί ότι το φως στην πορεία της, το είδε να είναι πορτοκαλί από τον στύλο πριν τη διασταύρωση κάτι που στην 1η κατάθεση δεν ήταν σε θέση να αναφέρει. Περαιτέρω, ενώ η μάρτυρας κατά το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της ανέφερε ότι δεν θυμόταν οτιδήποτε σε σχέση με το δυστύχημα, σε σημείο που δεν μπορούσε καν να θυμηθεί σε ποιο σημείο εντός της Λεμεσού επισυνέβη το δυστύχημα, εντούτοις σε κάποιο στάδιο, ξεκίνησε να θυμάται κάποια αμυδρά στοιχεία, όπως το ότι δεν έγινε εγκατάλειψη σκηνής ή το ότι δεν ακολουθούσαν άλλα αυτοκίνητα. Θυμήθηκε επίσης το αυτοκίνητο που οδηγούσε μια κοπέλα και το οποίο μετά που έγινε το δυστύχημα τις ακολούθησε. Θυμήθηκε επίσης ότι η εν λόγω κοπέλα τους είπε ότι ήταν εκεί ενώ προηγουμένως, σε ερώτηση αν είχε γίνει κάποια συζήτηση με την αυτόπτη μάρτυρα είχε αναφέρει ότι δεν θυμάται. Μετά η ΜΥ1, επέστρεψε ξανά στην λήθη και δεν μπορούσε να θυμηθεί σε ποιο χρονικό σημείο είδε το ταχύμετρο του οχήματος της Κατηγορουμένης ούτε πότε είδε το φως να γίνεται από πράσινο σε πορτοκαλί. Σε ερώτηση, τι έκανε η κατηγορούμενη πλησιάζοντας στα φώτα τροχαίας, σε σχέση με την ταχύτητα της ανέφερε ότι το μόνο που θυμάται είναι ένα μπάμ. Η μαρτυρία της ΜΥ1 στερείται επίσης πειστικότητας και αληθοφάνειας. Ενώ με την κατηγορούμενη ήταν παιδικές φίλες, δεν συζήτησαν ποτέ μετά το δυστύχημα τα περί του δυστυχήματος παρά το γεγονός ότι για κάποια χρονική περίοδο μετά το δυστύχημα εξακολούθησαν να έχουν φιλικές σχέσεις. Όλες οι πιο πάνω διαπιστώσεις και γενικά η συνολική παρουσία της ΜΥ1 στο εδώλιο του μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω μάρτυρας δεν πίστευε η ίδια για την αλήθεια των όσων ανέφερε στην κατάθεση της και δεν ήθελε να θέσει τον εαυτό της στην βάσανο της αντεξέτασης, παρά το ότι θυμόταν γεγονότα που αφορούν το επίδικο περιστατικό. Δεν ήρθε στο Δικαστήριο με πρόθεση να πει την αλήθεια. Λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση απορρίπτω ως αναξιόπιστη την εκδοχή της ΜΥ1 ως αυτή αναφέρεται στην κατάθεση της. Ούτε ο ΜΥ2 έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ενώ, ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε αρχικά ότι η μνήμη του σε σχέση με τα γεγονότα που αφορά η παρούσα υπόθεση ήταν καλύτερη όταν έδιδε την κατάθεση του, εντούτοις η μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν σε αρκετά σημεία, ουσιωδώς διαφορετική σε σχέση με όσα ο ίδιος ανέφερε στην κατάθεση του. Ειδικότερα, ενώ στην κατάθεση του, ο ΜΥ2 είχε αναφέρει ότι ήταν ο ίδιος που άκουσε από τον ασύρματο ότι το δυστύχημα ήταν θανατηφόρο, στην συνέχεια ανέφερε ότι στην κατάθεση του πιθανόν τα γεγονότα να τυπώθηκαν σε λάθος σειρά. Η ορθή σειρά είναι ότι ο ίδιος έφυγε από την σκηνή και πήγε στο σπίτι του, ξάπλωσε, συνέχισε τον ύπνο του και σε κάποια στιγμή τον ξαναξύπνησε η γυναίκα του και του είπε ότι άκουσε από τον ασύρματο ότι το δυστύχημα ήταν θανατηφόρο. Περαιτέρω, ο ΜΥ2 ρωτήθηκε γιατί είχε αναφέρει στην κατάθεση ότι δεν γνωρίζει καθόλου τις δύο κοπέλες ούτε τα ονόματα τους αφού γνώριζε έστω το όνομα της κατηγορούμενης. Ο μάρτυρας δεν έδωσε σαφή απάντηση. Ανέφερε ότι στην κατάθεση εννοούσε ότι δεν γνώριζε την Κατηγορούμενη πριν από το δυστύχημα. Ο ΜΥ2 ανέφερε επίσης στην κατάθεση του, ότι όταν κατέβηκε κάτω η κοπέλα με την οποία συνομιλούσαν οι κοπέλες είχε ήδη φύγει. Ερωτήθηκε κατά πόσον ήξερε ότι υπήρχε και τρίτο άτομο ενόσω ο ίδιος ήταν στο δωμάτιο του. Ο ΜΥ2 ανέφερε ότι δεν ήξερε ότι υπήρχε τρίτο άτομο το οποίο έφυγε. Το έμαθε μετά από τη διαδικασία της δίκης. Όταν του υποδείχθηκε ότι το είχε αναφέρει στην κατάθεση του πριν τη διαδικασία της δίκης, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι τα ΜΜΕ εκείνες τις ημέρες έλεγαν ότι υπήρχε αυτόπτης μάρτυρας. Μετά του υποδείχθηκε ότι στην κατάθεση του ανέφερε ότι του είχε πει η συνοδηγός ότι τις ακολούθησε άλλη κοπέλα με αυτοκίνητο. Τότε ο ΜΥ2 ανασκεύασε λέγοντας ότι όντως η συνοδηγός του είχε αναφέρει ότι «τηλεφώνησε στην Αστυνομία μια φίλη μας που μας ακολουθούσε». Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου και κρίνοντας την συνολική παρουσία του μάρτυρα και ειδικότερα το γεγονός ότι δεν απαντούσε με σαφήνεια ή αμεσότητα και το γεγονός ότι η μαρτυρία του δεν παρουσιάζει συνοχή καταλήγω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του ΜΥ2 για εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων. ΝΟΜΙΚΑ ΤΕΚΜΗΡΙΑ (Presumptions) Πολλές φορές υπάρχουν γεγονότα τα οποία θεωρούνται ότι έχουν αποδειχθεί ασχέτως αν έχει παρουσιαστεί προς τούτο άμεση μαρτυρία. Ανάμεσα σε αυτά περιλαμβάνονται και τα νομικά τεκμήρια που χαρακτηρίζονται ως συμπεράσματα που πρέπει ή μπορεί να εξαχθούν εκ της ύπαρξης ενός η περισσότερων γεγονότων που έχουν αποδειχθεί. Ειδικότερα, το τεκμήριο της συνέχειας επενεργεί, έτσι ώστε η απόδειξη ύπαρξης μιας κατάστασης πραγμάτων σε μια ορισμένη στιγμή παρέχει στο Δικαστήριο ευχέρεια να συμπεράνει ότι η ύπαρξη της εν λόγω κατάστασης συνεχίστηκε μέχρι τον ουσιώδη χρόνο (Βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδη και Σάντη, σελ. 240-241 και Nanoka Limited v. Αστυνομίας
(2001)2ΑΑΔ 471). Στην Georghiou v. Georghiou
(1975)1 CLR 134, αποφασίστηκε ότι από την στιγμή που αποδείχθηκε με μαρτυρία ότι τα πίσω φώτα του φορτηγού του Εφεσείοντα, το οποίο ήταν σταματημένο στο δρόμο και επί του οποίου προσέκρουσε ο Εφεσίβλητος, τα είχε ανάψει η αστυνομία μερικά λεπτά πριν το ατύχημα, αυτά ήταν αναμμένα και όταν επισυνέβη το ατύχημα. Κατ' αναλογία και στην αντίστροφη περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να συμπεράνει ότι η απόδειξη μιας κατάστασης πραγμάτων σε μια ορισμένη στιγμή παρέχει την ευχέρεια συμπεράσματος ότι η εν λόγω κατάσταση υπήρξε σε μια προηγούμενη χρονική στιγμή (βλ. Beresford v St Albans Justices
(1905)22 TLR1). Εν προκειμένω, το τεκμήριο της συνέχειας πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με το τεκμήριο της κανονικότητας. Η χρησιμότητα του τεκμηρίου συνίσταται στη μη αναγκαιότητα παρουσίασης μαρτυρίας για απόδειξη γεγονότων, τα οποία δεν χρειάζονται ειδική απόδειξη, αν δεν αμφισβητηθούν. Το τεκμήριο αυτό, επεκτείνεται και σε περιπτώσεις λειτουργίας μηχανικών μέσων, σύμφωνα με το σύγγραμμα, το Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδη και Σάντη, σελ. 244. Εάν, δηλαδή, δοθεί μαρτυρία ότι σε κάποια πρόσφατη χρονική στιγμή πριν τον ουσιώδη χρόνο, μηχανικό μέσο λειτουργούσε κανονικά, τεκμαίρεται ότι κατά τον επίδικο χρόνο λειτουργούσε επίσης κανονικά (βλ. R v. Spurge
(1961)2 All ER 688). Ειδικότερα, σε σχέση με φώτα τροχαίας, στην απόφαση Tingle Jacobs & Co v. Kennedy
(1964)1 All ER στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος υπεράσπισης, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν μπορούσε να αποφασίσει ποιο από τα μέρη είχε περάσει με πράσινο. Κατά την έφεση, εξετάστηκε κατά πόσον τα φώτα τροχαίας βρίσκονταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Είχε δοθεί μαρτυρία πρωτόδικα από αστυνομικό ότι τα φώτα τροχαίας είχαν επιθεωρηθεί σε κοντινό χρονικό διάστημα και επίσης δεν υπήρξαν παράπονα ή αναφορές για οποιοδήποτε πρόβλημα σε αυτά. Κατά την έκδοση διαταγής για επανεκδίκαση, ο Lord Denning ανέφερε ότι εν όψει της μαρτυρίας του αστυνομικού δεν είναι ορθή η εισήγηση ότι τα φώτα τροχαίας δεν λειτουργούσαν κανονικά. Ήταν η εισήγηση του κ. Τριανταφυλλίδη ότι στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία να ικανοποιεί τις προϋποθέσεις δημιουργίας των τεκμηρίων συνέχειας και κανονικότητας. Τουναντίον, ο ΜΚ1 ανέφερε ρητώς και ευθαρσώς ότι με την άφιξη του στην σκηνή έλεγξε τα φώτα τροχαίας και διαπίστωσε ότι αυτά λειτουργούσαν κανονικά. Μπορεί να μην είχε χρονομετρήσει την διάρκεια της εναλλαγής των χρωμάτων, πλην όμως η αναφορά του περί κανονικής λειτουργίας δεν μπορεί να εκληφθεί με άλλο τρόπο παρά μόνο ότι δεν υπήρχε κάποιος φανός ο οποίος να μην εκπέμπει το ανάλογο φως και ότι η εναλλαγή των χρωμάτων στους φωτεινούς σηματοδότες γινόταν με ασφάλεια ώστε οι εν λόγω σηματοδότες να επιτελέσουν τον σκοπό τους, ήτοι να ρυθμίσουν την τροχαία κίνηση στην επίδικη διασταύρωση. Πέραν τούτου, ο ΜΚ5 ανέφερε ότι εάν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα στα φώτα τροχαίας, θα ειδοποιείτο το υπεύθυνο συνεργείο του Δήμου Λεμεσού, κάτι το οποίο δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Ούτε υπεβλήθη στον μάρτυρα θέση ότι σε κάποιο πρόσφατο χρονικό σημείο πριν ή μετά το δυστύχημα είχαν υποβληθεί παράπονα σε σχέση με την λειτουργία των φώτων τροχαίας ή ότι κλήθηκε το συνεργείο του Δήμου για επιδιόρθωση. Όταν υπάρχει μια συσκευή η οποία ως εκ της φύσης της χρησιμοποιείται από το κοινό ενώ είναι σε λειτουργία και αφ' ης στιγμής δεν έχει υποβληθεί οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με τη λειτουργία της, τότε δημιουργείται το τεκμήριο ότι βρίσκεται σε καλή λειτουργική κατάσταση εκτός αν αποδειχτεί το αντίθετο. Εν όψει των ανωτέρω, κρίνω ότι επενεργεί στην προκειμένη περίπτωση τόσο το τεκμήριο της κανονικότητας όσο και το τεκμήριο της συνέχειας και έχει αποδειχτεί στην προκειμένη περίπτωση ότι τα φώτα τροχαίας στην επίδικη διασταύρωση λειτουργούσαν με τον τρόπο που είχε καθοριστεί από το Τμήμα Δημοσίων Έργων, ήτοι με τον τρόπο που ανέφερε ο ΜΚ2 και ότι οι φανοί ήταν σε καλή και λειτουργική κατάσταση. ΑΝΩΜΟΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Κατηγορούμενη προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Ανέφερε ότι επί των ζητημάτων που είναι σχετικά με τις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει, υιοθετεί πλήρως το περιεχόμενο των καταθέσεων της (βλ. Τεκμήρια 2 και 10) και δεν έχει οτιδήποτε περισσότερο να προσθέσει. Θεωρώ ότι τούτο είναι το κατάλληλο σημείο να παραθέσω το περιεχόμενο των δύο ανακριτικών καταθέσεων της Κατηγορουμένης. Στην κατάθεση της ημερομηνίας 27.12.2007 (Τεκμήριο 10), η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι είναι κάτοχος κανονικής άδειας οδηγού για δύο χρόνια περίπου. Το αυτοκίνητο KNL 326 ανήκει στην μητέρα της Νίτσα Ηροδότου και το οδηγά τόσο η μητέρα της όσο και η ίδια. Καλύπτεται δε από ασφάλεια ενώ το εν λόγω αυτοκίνητο είναι επιθεωρημένο και έχει άδεια κυκλοφορίας για το έτος
- Η κατηγορούμενη ήταν φοιτήτρια στην Αθήνα και επέστρεψε στην Κύπρο δύο μήνες περίπου πριν το συμβάν. Στις 26.12.2007 έφυγε από το σπίτι της με το KNL326 γύρω στις 21:30 για νυχτερινή έξοδο. Πέρασε από το σπίτι της φίλης της Έλλης Ηλία και αφού την παρέλαβε, μετέβησαν στο μπαράκι με την ονομασία Bruery που βρίσκεται στον ποταμό Γερμασόγειας. Εκεί έφθασαν γύρω στις 22:00 και έμειναν μέχρι τις 02:00 της 27.12.
- Κατά την παραμονή τους εκεί κατανάλωσαν δύο με τρία ποτήρια λευκό κρασί. Γύρω στις 02:00 μπήκε μαζί με την Έλλη στο αυτοκίνητο της και μετέβησαν στο club "Sensto". Ήταν μόνες και έμειναν εκεί περίπου μέχρι τις 04:
- Στο εν λόγω club κατανάλωσε ακόμα ένα με δύο ποτήρια λευκό κρασί. Γύρω στις 04:20 αναχώρησαν για να πάνε στα σπίτια τους. Η Κατηγορούμενη μπήκε στη θέση του οδηγού και η Έλλη στη θέση του συνοδηγού και φορούσαν ζώνη ασφαλείας. Αφού χρησιμοποίησε διάφορες οδούς, η Κατηγορούμενη σε κάποιο στάδιο κατευθύνθηκε δυτικά στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού. Σε κάποια στιγμή γύρω στις 04:40 πλησίασε στη διασταύρωση με την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου. Κατευθυνόταν δυτικά με ταχύτητα γύρω στα 55-60 χιλιόμετρα ανά ώρα. Ενώ οδηγούσε, είδε από μακριά το φως στην πορεία της να είναι πράσινο. Πλησιάζοντας στη διασταύρωση, ελάττωσε ακόμα λίγο ταχύτητα. Τη στιγμή που βρισκόταν γύρω στα δέκα με δεκαπέντε μέτρα πριν τη διασταύρωση είδε τα φώτα που βρίσκονταν κοντά της ως η πορεία της να αλλάζουν και να γίνονται πορτοκαλί. Η Κατηγορούμενη υπολόγισε ότι δεν προλάβαινε να σταματήσει και εφόσον έτσι και αλλιώς ελάττωσε, στη διασταύρωση δεν πρόσεξε άλλα αυτοκίνητα και συνέχισε στην πορεία της ευθεία. Εξ όσων θυμάται κρατούσε τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας. Μόλις μπήκε μέσα στη διασταύρωση είδε ξαφνικά δίπλα της μια μοτόρα την οποία οδηγούσε ένας νεαρός να προσεγγίζει το αυτοκίνητο της. Η μοτοσικλέτα χτύπησε στο δεξιό της μέρος και έσπασαν τα τζάμια του αυτοκινήτου της. Δεν μπόρεσε να δει κάτι περισσότερο λόγω των γυαλιών που της κτύπησαν. Προχώρησε ευθεία και λόγω του σοκ χωρίς να καταλάβει τι έκανε, προχώρησε ευθεία και μόλις βρήκε στρίψιμο στα δεξιά της έστριψε δεξιά και σταμάτησε. Συνειδητοποίησε ότι ήταν κτυπημένη όμως αυτό δεν την ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή αφού δεν ήξερε τι έγινε με τη μοτόρα. Πλησίασε κοντά της μια κυρία και αφού προσπάθησε να κατεβεί και η πόρτα δεν άνοιγε ζήτησε βοήθεια και φώναζε στην κοπέλα να καλέσει Αστυνομία. Παρέμεινε στο σημείο σε κατάσταση σοκ μέχρι που ήρθε στο μέρος η αστυνομία. Την ώρα που είδε το φως να αλλάζει σε πορτοκαλί και προχώρησε, πέρασε τη γραμμή των φώτων με πορτοκαλί και όταν είδε ξαφνικά τη μοτόρα δίπλα της δεν θυμάται τι χρώμα ήταν το φως. Τη δεύτερη φορά που είδε το φως να είναι πορτοκαλί, το είδε από τον πάσσαλο των φώτων που ήταν κοντά της, δηλαδή ανατολικά της διασταύρωσης. Στην συμπληρωματική κατάθεση της ημερομηνίας 5.1.2008 (Τεκμήριο 2), η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι στο μπαράκι Bruery, ήπιε δύο ποτήρια λευκό κρασί και όχι τρία και στο Sensto ήπιε ένα ποτήρι λευκό κρασί και όχι δύο. Επίσης, εκεί που ανάφερε ότι είδε ότι το φως στη πορεία της άλλαξε από πράσινο σε πορτοκαλί δεν ήταν δέκα με δεκαπέντε μέτρα πριν τη διασταύρωση αλλά περίπου πέντε μέτρα και είχε ελαττώσει τη ταχύτητα της. Εκείνη τη στιγμή με ένα γρήγορο έλεγχο διαπίστωσε ότι στη διασταύρωση δεν κινείτο κανένα όχημα εκτός από το δικό της αυτοκίνητο και συνέχισε μπαίνοντας στη διασταύρωση, βλέποντας ότι το φανάρι απέναντι της εξακολουθούσε να είναι πορτοκαλί. Δεν θυμάται αν ήταν στην αριστερή ή τη μεσαία λωρίδα. Τη στιγμή που μπήκε στη διασταύρωση δεν είχε δει προηγουμένως το μοτοποδήλατο, το οποίο είδε ακαριαία διαγώνια μπροστά και δεξιά της μη έχοντας κανένα περιθώριο αντίδρασης. Συνεχίζοντας την ανώμοτη δήλωση της, η Κατηγορουμένη ανέφερε επίσης ότι από την πρώτη στιγμή που έλαβε χώρα το υπό κρίση δυστύχημα η ζωή της άλλαξε καθοριστικά. Αισθάνεται και αισθανόταν μεγάλο πόνο και θλίψη διότι άθελα της απεβίωσε ο Αιμίλιος Ιωάννου. Ήταν ένα δυστύχημα και όχι κάτι το οποίο προκάλεσε με ηθελημένη ενέργεια εκ μέρους της εγκληματική ενέργεια. Ένα ατύχημα για το οποίο πιστεύει ότι δεν φέρει καμία νομική ευθύνη. Πολλά πράγματα που έλαβαν χώρα μετά την 27.12.2007, κατά την θέση της δεν ήσαν χωρίς πρόθεση, εννοώντας τους δημόσιους προπηλακισμούς και προσβολές ειδικά μέσω των μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Νοιώθει δε, ότι παρουσιάστηκε και χαρακτηρίστηκε σαν να είναι ο χειρότερος εγκληματίας. Όσον αφορά την επιλογή της Κατηγορουμένης να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι τούτο αποτελεί απόλυτο δικαίωμα της και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον της. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν Χρίστου Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις 102/2014 και 115/2015, ημερομηνίας 23.10.2015, Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Σαφώς, δεν μπορεί μέσω μιας ανόμωτης δήλωσης να αντικρουστεί ή να ανατραπεί μαρτυρία η οποία έχει κριθεί ως αξιόπιστη. Τα πιο πάνω επαναλαμβάνονται στην πρόσφατη Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.6.16, στην οποία γίνεται περαιτέρω αναφορά ως προς το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται τέτοια δήλωση. Ως λοιπόν αναφέρεται, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090). Όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Ο Δικαστής θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική. Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Θα πρέπει το Δικαστήριο να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Υπήρξε εισήγηση από την υπεράσπιση ότι το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη μέσα από την ανώμοτη της δήλωση, υιοθέτησε τεκμήρια τα οποία βρίσκονταν ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου, ήτοι τις καταθέσεις της, τούτο καθιστά τις εν λόγω καταθέσεις ως ένορκη μαρτυρία. Δεν μπορώ να συμφωνήσω. Ομολογουμένως, οι δύο καταθέσεις της Κατηγορουμένης κατατέθηκαν στο Δικαστήριο από μάρτυρες της Κατηγορούσας αρχής. Έγγραφα τα οποία κατατίθενται ως τεκμήρια, αποτελούν μέρος του μαρτυρικού υλικού και πρέπει να αξιολογούνται με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Καύκαρκου ν. Χαπούπη
(1992)1 ΑΑΔ 260). Το περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων όμως, αν και είναι μέρος του μαρτυρικού υλικού, δεν εξομοιώνεται με ένορκη μαρτυρία. Πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία, προερχόμενη από την Κατηγορούμενη την οποία η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορεί να εξαναγκάσει να προσέλθει στο εδώλιο του μάρτυρα ώστε να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου, ως θα είχε δικαίωμα να πράξει με βάση το άρθρο 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 εάν επρόκειτο για οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα υπεράσπισης. Επισημαίνω ότι τα εν λόγω τεκμήρια, δεν παραγνωρίζονται αλλά λαμβάνονται υπόψη ως μέρος του μαρτυρικού υλικού. Σε σχέση με την αξιολόγηση καταθέσεων Κατηγορουμένου παραπέμπω στην Xρ. Κ. Γαβριήλ v. Δημοκρατίας 2009
(2)ΑΑΔ
- Επιπρόσθετα, το περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων αποτελεί μέρος της ανώμοτης δήλωσης της Κατηγορουμένης, από την στιγμή που η τελευταία το υιοθέτησε. Θα αξιολογηθούν επομένως και υπό αυτό το πρίσμα. Αξιολογώντας λοιπόν την ανώμοτη δήλωση της κατηγορούμενης, υπό το φως των αρχών που έχω καταγράψει πιο πάνω, οφείλω να επισημάνω ότι οι ισχυρισμοί της κατηγορούμενης ότι στις 26.12.2007 έφυγε από το σπίτι της με το KNL326 γύρω στις 21:30 για νυχτερινή έξοδο μαζί με τη φίλη της Έλλη Ηλία, η επίσκεψη σε κέντρα αναψυχής και ακολούθως η είσοδος τους στο ίδιο αυτοκίνητο με σκοπό την επιστροφή στο σπίτι μπορούν να δώσουν μια εικόνα ως προς τα όσα προηγήθηκαν του επίδικου δυστυχήματος. Σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος μπορεί να αποδοθεί βαρύτητα στα όσα η Κατηγορούμενη ανέφερε σε σχέση με την ταχύτητά της πριν την σύγκρουση, η οποία εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε. Δεν μπορεί όμως να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε σχέση με τις αναφορές της Κατηγορουμένης ότι ενώ πλησίαζε την διασταύρωση το φως ως η πορεία της ήταν πορτοκαλί. Και τούτο διότι η αναφορά αυτή συγκρούεται με την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΚ4 ιδωμένη υπό το πρίσμα της μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ5 (βλ. ανωτέρω για το νομικό τεκμήριο). Η ύπαρξη του μαχητού τεκμηρίου της κανονικότητας εναποθέτει στην άλλη πλευρά το βάρος ανατροπής του. Η ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία ή οποία να αποσείει αυτό το βάρος έστω και στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, επισημαίνω και την ύπαρξη αντικρουόμενων ισχυρισμών ανάμεσα στις δύο καταθέσεις της Κατηγορουμένης. Ειδικότερα, στην πρώτη κατάθεση είχε αναφερθεί ότι η Κατηγορούμενη είδε τα φώτα που βρίσκονταν κοντά της ως η πορεία της να αλλάζουν και να γίνονται πορτοκαλί όταν βρισκόταν γύρω στα 10 με 15 μέτρα πριν τη διασταύρωση. Στην 2η Κατάθεση ανάφερε ότι βρισκόταν γύρω στα 5 μέτρα πριν την διασταύρωση όταν το φως έγινε από πράσινο πορτοκαλί. Συνεπώς, οι εν λόγω ισχυρισμοί της Κατηγορουμένης, θεωρούμενοι σε συνδυασμό με το σύνολο των στοιχείων και της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν μπορούν να υιοθετηθούν. Εκτός των άλλων, επισημαίνω και τα ακόλουθα: Σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία της Στέλλας Παναγιώτου, όταν η ίδια ήταν σταματημένη στην γραμμή στάσης είχε ήδη ανάψει το κόκκινο φως για την πορεία της ενώ την ώρα που ο μοτοποδηλάτης εισήλθε στην διασταύρωση το φως για την πορεία του ήταν πράσινο. Μέχρι εκείνο το σημείο, η Κατηγορούμενη δεν είχε περάσει τα φώτα τροχαίας. Όταν θεάθηκε για πρώτη φορά η Κατηγορούμενη από την ΜΚ4, αυτή βρισκόταν πίσω από τα φώτα τροχαίας ενώ ο μοτοποδηλάτης ήταν ήδη μέσα στην διασταύρωση και μάλιστα απέναντι από το όχημα της ΜΚ
- Τούτο σημαίνει ότι πριν η κατηγορούμενη περάσει τα φώτα τροχαίας ως η πορεία της, είχε ήδη ανάψει το κόκκινο φως προς το μέρος της και είχε ανάψει επίσης και το πράσινο φως για τον μοτοποδήλατο. Τώρα, αν λάβει κανείς υπόψη τους χρόνους ασφαλείας που ανέφερε ο ΜΚ2, προκύπτει ότι το πορτοκαλί φως στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού είχε ανάψει τουλάχιστον και τονίζω το τουλάχιστον, 2 δευτερόλεπτα πριν η Κατηγορούμενη περάσει τα φώτα τροχαίας. Έγινε δηλαδή η εναλλαγή από πράσινο σε πορτοκαλί το οποίο κράτησε για 2 δευτερόλεπτα και ακολούθως ήταν κόκκινο σε όλη την διασταύρωση για ακόμα δύο δευτερόλεπτα πριν ανάψει πράσινο για τον μοτοποδήλατο. Έστω και αν λάβει κανείς υπόψη την ευνοϊκότερη για την Κατηγορούμενη εκδοχή, ότι δηλαδή η ταχύτητα της ήταν 55 και όχι 60 χιλιόμετρα ανά ώρα και ότι ο μοτοποδηλάτης είχε εισέλθει στην διασταύρωση αμέσως με το που άναψε πράσινο για την πορεία του και πάλιν καταλήγω ότι η Κατηγορούμενη βρισκόταν πολύ περισσότερα από 15 μέτρα πριν από την διασταύρωση όταν το φως για την πορεία της άλλαξε από πράσινο σε πορτοκαλί. Ειδικότερα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΜΚ7, οι οποίοι έγιναν βεβαίως για άλλο σκοπό, αλλά αποτελούν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου από την οποία μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα, ένα αυτοκίνητο που κινείται με ταχύτητα 55 χιλιομέτρων την ώρα ως η ταχύτητα της Κατηγορουμένης, διανύει 122,2 μέτρα σε 8 δευτερόλεπτα (βλ. σελ 4 Τεκμηρίου 23). Κατ' αναλογία και εφαρμόζοντας κανείς την απλή μέθοδο των τριών, σε 2 δευτερόλεπτα, όσο δηλαδή χρειάστηκε να γίνει το κίτρινο κόκκινο, θα είχε διανύσει περίπου το ¼ της απόστασης αυτής, ήτοι 30,55 μέτρα και άρα περισσότερα από 15 μέτρα και ακόμα περισσότερα από 5 μέτρα ως ο ισχυρισμός στην συμπληρωματική κατάθεση. Ούτε ο ισχυρισμός ότι η Κατηγορούμενη ελάττωσε λίγο ταχύτητα ως ο ισχυρισμός της στην 1η της Κατάθεση, μπορεί να βοηθήσει την θέση της καθότι για να συνάδουν οι μαθηματικοί υπολογισμοί θα έπρεπε η Κατηγορούμενη να είχε ελαττώσει αστραπιαία από 55ΧΑΩ σε πολύ χαμηλή ταχύτητα. Τελειώνοντας, αναφέρω ότι προσπάθησα να εξετάσω τους ισχυρισμούς της κατηγορουμένης σε σχέση με γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την 27.12.2007 όπως προπηλακισμούς και προσβολές μέσω των μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας καθώς και το αίσθημα της Κατηγορουμένης ότι παρουσιάστηκε και χαρακτηρίστηκε σαν να είναι ο χειρότερος εγκληματίας. Με κάθε σεβασμό, πέραν από γενικές και αόριστες αναφορές επί του θέματος, κανένα στοιχείο ή μαρτυρία δεν τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου δυνάμενα να δικαιολογήσουν την προώθηση αυτής της θέσης. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, τα παραδεκτά γεγονότα, την έγγραφη μαρτυρία, την ανώμοτη δήλωση της Κατηγορουμένης, καθώς επίσης και τις αρχές που διέπουν τα θέματα πραγματικής μαρτυρίας, παραδεκτών γεγονότων και γραπτών καταθέσεων κατηγορουμένου, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 27.12.2007 και περί τις 04:45 επισυνέβη τροχαίο δυστύχημα στη διασταύρωση των οδών Γρηγόρη Αυξεντίου και Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού στη Λεμεσό. Εμπλεκόμενα οχήματα ήταν το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KNL326, που οδηγούσε η Κατηγορούμενη με συνοδηγό την Έλλη Ηλία και το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής KRP886, που οδηγούσε ο Αιμίλιος Ιωάννου, ηλικίας 17 ετών. Η Λεωφόρος Σπύρου Κυπριανού στο σημείο του δυστυχήματος, είναι ευθύς δρόμος και αποτελείται από δύο λωρίδες για κάθε κατεύθυνση (ανατολικά - δυτικά και δυτικά - ανατολικά) οι οποίες οδηγούν ευθεία και μια επιπρόσθετη λωρίδα η οποία οδηγεί σε αναγκαστική στροφή δεξιά προς την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου. Επομένως, υπάρχουν συνολικά τρεις λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Η οδός Γρηγόρη Αυξεντίου αποτελείται από μια λωρίδα για κάθε κατεύθυνση (βόρεια - νότια και νότια - βόρεια) η οποία οδηγεί ευθεία και αριστερά ενώ όταν κάποιος κατευθύνεται είτε από βόρεια προς νότια, είτε από νότια προς βόρεια, προς την διασταύρωση με την Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, πριν την εν λόγω διασταύρωση, υπάρχει μια επιπρόσθετη λωρίδα κυκλοφορίας η οποία οδηγεί σε αναγκαστική στροφή δεξιά, ήτοι οδηγεί στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού. Οι δύο πιο πάνω οδοί διασταυρώνονται υπό γωνία. Το όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Η εν λόγω διασταύρωση ελεγχόταν από φώτα τροχαίας τα οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο λειτουργούσαν κανονικά, ήτοι σε δύο στάδια. Το πράσινο φως στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού είχε διάρκεια 25 δευτερόλεπτα ενώ το πράσινο φως στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου είχε διάρκεια 26 δευτερόλεπτα. Μεταξύ της εναλλαγής των φώτων στις δύο οδούς μεσολαβούσε χρόνος ασφαλείας 7 δευτερολέπτων. Ειδικότερα, πριν ανάψει το πράσινο φως στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, το φως στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου γίνεται από πράσινο σε κίτρινο το οποίο διαρκεί για 3 δευτερόλεπτα και ακολούθως το κίτρινο γίνεται κόκκινο. Από την στιγμή που ανάβει κόκκινο στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου, στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού εξακολουθεί να είναι κόκκινο για ακόμα 2 δευτερόλεπτα και ακολούθως από κόκκινο γίνεται κίτρινο με κόκκινο που διαρκεί για άλλα 2 δευτερόλεπτα και στην συνέχεια ανάβει το πράσινο στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού ενώ στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου εξακολουθεί να είναι κόκκινο. Ακριβώς οι ίδιοι χρόνοι και λειτουργία ίσχυε και για την αντίστροφη περίπτωση, δηλαδή την εναλλαγή από πράσινο στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού σε πράσινο στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου. Κατά τον χρόνο του δυστυχήματος δεν λειτουργούσε κάποιο βέλος στην διασταύρωση. Σημειωτέον ότι η αναφορά ανωτέρω σε κίτρινο περιλαμβάνει και αυτό στο οποίο πολλοί μάρτυρες αναφέρθηκαν ως πορτοκαλί. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι έστω και αν τα φώτα τροχαίας δεν λειτουργούσαν με το προγραμματισμένο χρόνο αλλά με το πλάνο fixed time (κάτι που δεν συνέβη εν πάση περιπτώσει αφού ο ΜΚ5 ανέφερε ότι δεν έγινε κάποια επιδιόρθωση στην εν λόγω διασταύρωση κατά τον ουσιώδη χρόνο) και πάλι θα λειτουργούσαν ώστε η διέλευση των οχημάτων στην διασταύρωση να γίνεται με ασφάλεια, ήτοι όταν το φως στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού ήταν πράσινο, τότε το φως στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου ήταν κόκκινο και το αντίστροφο. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν σκοτάδι αλλά στην διασταύρωση υπήρχε ικανοποιητικός οδικός φωτισμός. Ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα ασφάλτινο και ξηρό. Η κατηγορούμενη οδηγούσε έχοντας αναμμένα τα φώτα πορείας του αυτοκινήτου της και κινούταν στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού ερχόμενη από ανατολικά και κατευθυνόμενη προς δυτικά. Το θύμα οδηγούσε το μοτοποδήλατο έχοντας αναμμένα τα φώτα πορείας του και κινούταν στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου ερχόμενος από βόρεια και κατευθυνόμενος νότια. Έφερε στο κεφάλι του το κράνος ασφαλείας μη εγκεκριμένου τύπου. Το εν λόγω κράνος δεν ήταν κατάλληλα προσδεδεμένο στο κεφάλι του θύματος αφού τα δύο λουριά που χρησιμοποιούνταν για να συγκρατούν το κράνος στο κεφάλι δεν ήταν ενωμένα μεταξύ τους ως έπρεπε. Την ίδια στιγμή, στα φώτα τροχαίας της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού βρισκόταν με το αυτοκίνητο της η Στέλλα Παναγιώτου. Η τελευταία ήταν σταματημένη στο κόκκινο φως με πρόθεση όταν άναβε το πράσινο φως να κινηθεί ευθεία ως η πορεία της, ήτοι από δυτικά προς ανατολικά. Ενώ η Στέλλα Παναγιώτου βρισκόταν σταματημένη στο κόκκινο φως, το μοτοποδήλατο που οδηγούσε το θύμα, εισήλθε εντός της διασταύρωσης με πρόθεση να κινηθεί ευθεία ως η πορεία του. Εκείνη την στιγμή, ο φωτεινός σηματοδότης εξέπεμπε πράσινο φως προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν ο μοτοποδηλάτης ο οποίος κινείτο στην ορθή λωρίδα κυκλοφορίας ως η κατεύθυνση που ήθελε να ακολουθήσει, ήτοι ευθεία. Όταν ο μοτοποδηλάτης έφτασε περίπου στο μέσο της διασταύρωσης, η Κατηγορούμενη κινούμενη με την κατεύθυνση που αναφέρθηκε πιο πάνω και με πρόθεση να κατευθυνθεί ευθεία ως η πορεία της, πέρασε την γραμμή στάσης και εισήλθε εντός της διασταύρωσης παραβιάζοντας τον φωτεινό σηματοδότη, ο οποίος εκείνη την στιγμή εξέπεμπε κόκκινο στρογγυλό φως προς αυτή δίδοντας της σήμα να σταματήσει. Δυστυχώς, η Κατηγορούμενη δεν σταμάτησε στο κόκκινο φως και χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα προχώρησε ευθεία εισερχόμενη στη διασταύρωση, εντός της οποίας βρισκόταν ήδη ο μοτοποδηλάτης. Αμέσως μετά, η δεξιά γωνία του μπροστινού προφυλαχτήρα του οχήματος που οδηγούσε η Κατηγορουμένη εμβόλισε τις μπροστινές περόνες του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε το θύμα. Από τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, η μοτοσυκλέτα του θύματος έγειρε προς τα δεξιά και άφησε σκάψιμο μέσα στην άσφαλτο μαζί με μαύρισμα των τροχών του. Μετά τη σύγκρουση, το θύμα παρέμεινε επί του μοτοποδηλάτου και ακολούθως κτύπησε πάνω στα γυαλιά της μπροστινής πόρτας του οδηγού και της πίσω πόρτας τα οποία και έσπασε. Προκλήθηκαν επίσης ζημιές στο κάτω μέρος του οχήματος της Κατηγορουμένης από το μοτοποδήλατο. Τόσο το μοτοποδήλατο όσο και το θύμα, για κάποια μικρή χρονική διάρκεια αμέσως μετά την πρώτη επαφή, ταξίδευαν μαζί με το όχημα της κατηγορούμενης και ακολούθως το μοτοποδήλατο ακολούθησε πορεία προς την τελική του θέση και ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 18 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης. Ο μοτοποδηλάτης εκσφενδονίστηκε στον αέρα και έπεσε ακολούθως στην άσφαλτο όπου κτύπησε μεταξύ άλλων στο κεφάλι. Από τη σύγκρουση το κράνος που έφερε στο κεφάλι ο μοτοποδηλάτης είχε προηγουμένως φύγει από το κεφάλι του. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Κατηγορουμένη δεν σταμάτησε στο μέρος και συνέχισε με την ίδια ταχύτητα να ακολουθεί δυτική κατεύθυνση, φεύγοντας από το σημείο. Ακολουθήθηκε από την Στέλλα Παναγιώτου η οποία προέβη σε επαναστροφή από το σημείο που βρισκόταν. Συνεπεία του εν λόγω δυστυχήματος, ο Αιμίλιος Ιωάννου τραυματίστηκε θανάσιμα. Ο Αιμίλιος παραλήφθηκε στις 05:00 με ασθενοφόρο και δεν είχε ούτε σφυγμό, ούτε αναπνοή. Στις 05:19 της ίδιας μέρας στο Νοσοκομείο Λεμεσού διαπιστώθηκε ο θάνατος του, ο οποίος προήλθε από κακώσεις σώματος και ζωτικών οργάνων συνεπεία του δυστυχήματος που προηγήθηκε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ 1η Κατηγορία Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου στο οποίο βασίζεται η 1η κατηγορία, απαιτείται η απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε το θάνατο του θύματος λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Οι προαναφερόμενοι όροι υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπίτης κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, Ανδρέου ν.