Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Στέλλα Σταύρου, Αρ. Υπόθεσης: 15873/2015, 21/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15873/2015 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Στέλλα Σταύρου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 21 Ιουνίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Για Κατηγορουμένη: κ. Κ. Σαββίδης Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ (Δοθείσα Αυθημερόν) Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η 1η κατηγορία αφορά οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς να λαμβάνεται κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58
(5)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, η Κατηγορούμενη στις 2.1.2015, στην οδό Ελευθερίας στην Ανθούπολη της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής HXA497, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα ώστε τα χέρια της πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος, δηλαδή χρησιμοποιούσε τηλέφωνο με το χέρι. H 2η κατηγορία αφορά αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, η Κατηγορούμενη την ίδια ημέρα οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα στην οδό Σκύρου στη Λακατάμεια, αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά το δεδομένο χρόνο ή που εύλογα αναμενόταν να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επί της οδού. Η Κατηγορούμενη αρνήθηκε ενοχή και στις 2 κατηγορίες και ακολούθησε ακροαματική διαδικασία. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα κατηγορίας. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης, την κάλεσε σε απολογία. Αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, η κατηγορούμενη επέλεξε να προβεί σε δήλωση χωρίς όρκο από το εδώλιο του Κατηγορουμένου. Δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, κατάθεσε η Δώρα Γεωργίου Τόνγκα (στο εξής «ΜΚ») η οποία ανέγνωσε στο Δικαστήριο την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 1) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Σύμφωνα με την ΜΚ, η ίδια βρισκόταν σταθμευμένη στον Φούρνο «Ζορπάς» στην οδό Ελευθερίας στην Ανθούπολη και προσπαθούσε να εισέλθει στο δρόμο αφού προηγουμένως διερχόμενο όχημα της έδωσε την ευκαιρία. Την ίδια στιγμή άλλο όχημα, το οποίο ερχόταν από το συνοικισμό της Ανθούπολης προς τη Λεωφόρο Αγίου Γεωργίου οδηγείτο από μια γυναίκα, η οποία μιλούσε στο κινητό της τηλέφωνο. Η ΜΚ κόρναρε για να ειδοποιήσει την εν λόγω γυναίκα για την παρουσία της ώστε να μη κτυπήσουν κατά την ώρα που η ΜΚ εισερχόταν στο δρόμο. Η οδηγός του εν λόγω αυτοκινήτου σταμάτησε και την άφησε να μπει στο δρόμο. Ακολούθως, η ΜΚ κατευθύνθηκε από την οδό Ελευθερίας αριστερά στην Αγίου Γεωργίου και ακολούθως στην οδό Ευβοίας και είδε ότι η εν λόγω οδηγός την ακολουθούσε με το αυτοκίνητο της. Καθ' όλη τη διαδρομή, η οδηγός του εν λόγω οχήματος έκανε σήμα στην ΜΚ να σταματήσει. Όταν η ΜΚ σταμάτησε στο ΑΛΤ της οδού Σκύρου προς οδό Σποράδων, η εν λόγω γυναίκα μπήκε μπροστά της με το αυτοκίνητο κλείνοντας της το δρόμο. Στη συνέχεια, κατέβηκε από το αυτοκίνητο και άνοιξε την πόρτα του οδηγού του αυτοκινήτου της ΜΚ και πριν η τελευταία προλάβει να αντιδράσει, η εν λόγω γυναίκα άρχισε να την κτυπά με μπουνιές στο πρόσωπο και στο λαιμό, ενώ την τραβούσε από τα μαλλιά για να την κατεβάσει από το αυτοκίνητο. Μετά από λογομαχία και κτυπήματα, η ΜΚ προσπάθησε να σπρώξει την γυναίκα με το πόδι για να ελευθερωθεί και μετά από πολλές προσπάθειες κατάφερε να κλείσει την πόρτα της. Κατά την λογομαχία που προηγήθηκε, η ΜΚ είχε πει στην εν λόγω γυναίκα ότι είχε προτεραιότητα στο δρόμο αλλά της κόρναρε για να ελαττώσει. Αυτή συνέχισε να κτυπά την ΜΚ και τότε η ΜΚ είπε αυτολεξεί «είσαι ηλίθια και κτυπάς με για έτσι λόγο;» αυτή συνέχισε να κτυπά και είπε «να σου δείξω εγώ ποια εν η ηλίθια». Μετά που η ΜΚ κατάφερε να κλείσει την πόρτα, η γυναίκα κτυπούσε το αυτοκίνητο με κλωτσιές πάνω στην πόρτα και τότε η ΜΚ έφυγε από την σκηνή. Η ΜΚ ανέφερε ότι οι αριθμοί εγγραφής του αυτοκινήτου της γυναίκας που την κτύπησε είναι HXA497, μάρκας Mitsubishi, χρώματος γκρίζου. Αμέσως μετά το συμβάν η ΜΚ μετέβηκε τρομοκρατημένη στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας όπου κατάγγειλε το γεγονός. Ακολούθως μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου και εξετάστηκε. Η ΜΚ ανέφερε στην κατάθεση της ότι η γυναίκα που την κτύπησε είχε γαλάζια ή πράσινα μάτια και αν την έβλεπε μπροστά της θα την αναγνώριζε. Η ΜΚ κλήθηκε από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής να αναφέρει κατά πόσον αναγνωρίζει την γυναίκα που εμπλεκόταν στο εν λόγω περιστατικό. Η ΜΚ υπέδειξε την Κατηγορούμενη. Απαντώντας σε ερωτήσεις της εκπροσώπου της Κατηγορούσας αρχής, η ΜΚ ανέφερε ότι είχε δει το αυτοκίνητο που οδηγούσε η κατηγορουμένη μιλώντας στο τηλέφωνο. Φαινόταν ότι η Κατηγορούμενη είχε έντονη συζήτηση και κόρναρε, για να την δει, γιατί πίστεψε ότι δεν ήταν συγκεντρωμένη στον δρόμο. Η ΜΚ εκείνη την ώρα προσπαθούσε να εξέλθει από τον χώρο στάθμευσης. Κάποιο τρίτο αυτοκίνητο το οποίο κινούταν αντίθετα από την Κατηγορούμενη ήθελε να εισέλθει στον χώρο στάθμευσης πλην όμως για να μπορέσει να το πράξει έπρεπε να εξέλθει πρώτα η ΜΚ. Προς τούτο, το τρίτο αυτοκίνητο είχε ήδη σταματήσει για να δώσει προτεραιότητα στην ΜΚ. Εκείνη ήταν και η στιγμή που η ΜΚ είδε την Κατηγορούμενη, από απόσταση περίπου 10 μέτρων, να κρατά το τηλέφωνο στο αυτί της με το αριστερό χέρι και να κάνει έντονες κινήσεις. Μετά που η ΜΚ κόρναρε, η Κατηγορούμενη σταμάτησε απότομα το όχημα της και μπόρεσε έτσι η ΜΚ να εξέλθει από τον χώρο στάθμευσης και να εισέλθει στην λωρίδα κυκλοφορίας με ίδια κατεύθυνση με αυτή της Κατηγορουμένης. Ακολούθως η Κατηγορούμενη έκλεισε το τηλέφωνο και συνέχισε να κινείται πίσω από το όχημα της ΜΚ κορνάροντας και ζητώντας από την ΜΚ να σταματήσει. Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ ανέφερε ότι είναι κάτοχος άδειας οδήγησης από το
- Έχει δει πολλά άτομα να τηλεφωνούν ενώ οδηγούν, πλην όμως δεν προέβη σε καταγγελία εναντίον τους. Η ίδια ουδέποτε χρησιμοποιεί τηλέφωνο ενώ οδηγεί. Με την κατηγορούμενη δεν γνωρίζονταν προηγουμένως και δεν είχε οποιεσδήποτε διαφορές μαζί της. Παραδέχτηκε ότι όταν κόρναρε, η Κατηγορούμενη ελάττωσε ταχύτητα δίδοντας της την ευκαιρία να εισέλθει στον δρόμο, αλλά αρνήθηκε ότι προέβη σε οποιαδήποτε χειρονομία έναντι της Κατηγορουμένης κάτι για το οποίο έχει δικαστεί και αθωωθεί. Αρνήθηκε επίσης ότι εξύβρισε την Κατηγορούμενη με την λέξη «παλαβή» ενώ παραδέχτηκε ότι είχε πει την φράση που είχε αναφέρει στην κατάθεσή της. Εξιστορώντας εκ νέου τα γεγονότα κατά την αντεξέταση της, η ΜΚ ανέφερε ότι σε κάποιο σημείο του δρόμου η Κατηγορούμενη μπήκε μπροστά της ανακόπτοντας της την πορεία. Η Κατηγορούμενη κατέβηκε γρήγορα από το όχημα της και, άνοιξε την πόρτα του οχήματος της ΜΚ και μπήκε στο αυτοκίνητο. Η Κατηγορούμενη της είπε «είσαι εσύ γυναίκα να μου πεις, αν θα μιλώ στο τηλέφωνο;» και ξεκίνησε να την κτυπά. Δύο μήνες μετά, και αφού η ΜΚ δήλωσε ότι δεν θα αποσύρει τα παράπονα της, τότε η Κατηγορούμενη προέβη σε καταγγελία εναντίον της. Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Κατηγορούμενη προέβη σε δήλωση χωρίς όρκο από το εδώλιο του Κατηγορουμένου. Ανέφερε ότι κατάγεται από τον Κάμπο Τσακίστρας, είναι παντρεμένη και έχει αποκτήσει τρεις γιούς. Ο μικρότερος από αυτούς πάσχει από ψυχαναγκαστική διαταραχή βαριάς μορφής εδώ και τρία χρόνια. Η ασθένεια αυτή τον εμποδίζει να ζει φυσιολογικά, κάτι που την αναστατώνει ψυχολογικά. Τη μέρα του επίδικου συμβάντος πήγαινε στην αγορά για να ψωνίσει. Βρισκόταν σε κακή ψυχολογική κατάσταση, κρατώντας το κεφάλι της με το ένα χέρι. Σε κάποια στιγμή άκουσε το κορνάρισμα που έκανε η ΜΚ ζητώντας της να την αφήσει να περάσει παρά το ότι η ίδια η Κατηγορούμενη είχε προτεραιότητα. Όταν την άφησε να περάσει η ΜΚ προέβη σε άσεμνες χειρονομίας εναντίον της Κατηγορουμένης. Το γεγονός αυτό την εξόργισε και την ακολούθησε για να ζητήσει τον λόγο από την ΜΚ, κορνάροντας για να σταματήσει. Όταν η τελευταία σταμάτησε και η αφού η Κατηγορούμενη της χτύπησε το τζάμι του παραθύρου η ΜΚ την πήρε από το χέρι και της είπε "θα σε λύσω παλαβή" και μετά την χτύπησε στο αριστερό μάτι. Η Κατηγορούμενη αντέδρασε τραβώντας την από τα μαλλιά και όχι με γρονθοκοπήματα. Μετά το συμβάν, πήγε στο σπίτι της για να δει εάν χρειάζεται οτιδήποτε ο γιος της. Ενώ ήταν στο σπίτι, έλαβε τηλεφώνημα από την Αστυνομία για να μεταβεί για κατάθεση. Πηγαίνοντας εκεί είδε την παραπονούμενη να βρίσκεται στο γραφείο της Αστυνομίας και την παρακάλεσε να συμφιλιωθούν, λόγω του σοβαρού προβλήματος με τον γιο της. Η ΜΚ απάντησε "εν αντρέπεσαι, έχεις και άρρωστο γιο ακόμα; Φύε που δαμέ". Στη συνέχεια, υπέβαλε και η Κατηγορούμενη παράπονο και μετέβη στις Πρώτες Βοήθειες την ίδια μέρα. Όταν επέστρεψε στην αστυνομία αργά το βράδυ, ήταν πρόθυμη να δώσει κατάθεση. Οι αστυνομικοί της είπαν να μην δώσει κατάθεση εκείνη την ημέρα, με την ελπίδα ότι η ΜΚ θα ηρεμήσει. Μετά της τηλεφώνησαν και της είπαν ότι η ΜΚ είναι ανένδοτη, και να πάει να δώσει κατάθεση. Είναι η θέση της Κατηγορουμένης ότι ο ισχυρισμός της ΜΚ ότι κρατούσε τηλέφωνο, είναι για να επιβαρύνει τη θέση της στην υπόθεση που εκκρεμεί εναντίον της για ξυλοδαρμό. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω την ΜΚ να δίνει δια ζώσης τη μαρτυρία της στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά της. Αποτίμησα τη συνολική της παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας της όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη της, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας της αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Η ΜΚ μου έκανε θετική εντύπωση και θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια. Η ΜΚ ήταν σαφής στις θέσεις της και απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας. Δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις της αν και σε κάποια σημεία εκφραζόταν με κάπως έντονα δείχνοντας έτσι τον έντονο τρόπο με τον οποίο βίωσε το περιστατικό που έλαβε χώρα εκείνη την ημέρα και το οποίο χαράχτηκε στην μνήμη της. Επιπρόσθετα δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Απεναντίας, ήταν σταθερή στις θέσεις της και επέμεινε σε αυτές μέχρι τέλους. Η αξιοπιστία της δεν πλήγηκε ούτε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης της. Δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε αντίφαση ανάμεσα στα όσα η ΜΚ ανέφερε σε σχέση με το όχημα στο οποίο επέβαινε η Κατηγορουμένη, ως ήταν η εισήγηση του κ. Σαββίδη. Στην κατάθεση της, η ΜΚ είχε αναφέρει συγκεκριμένο όχημα με συγκεκριμένους αριθμούς εγγραφής. Το ότι κατά την μαρτυρία της στο εδώλιο, δύο και πλέον χρόνια μετά το συμβάν δεν είπε τα νούμερα του οχήματος, δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί να κλονίσει την εν γένει αξιοπιστία της. Εξάλλου, η ΜΚ αναγνώρισε την Κατηγορούμενη ως το πρόσωπο που επέβαινε επί του οχήματος το οποίο εμπλεκόταν στο περιστατικό. Η ΜΚ δεν αντεξετάστηκε επί αυτού του σημείου. Σύμφωνα με τη νομολογία, εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε. (βλ. A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89 και Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383). Η κατηγορούμενη προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Όσον αφορά την επιλογή της αυτή κατ' αρχάς πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα της και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον της. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Όπως επισημάνθηκε από το Εφετείο στην απόφαση Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν Χρίστου Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις 102/2014 και 115/2015, ημερομηνίας 23.10.2015, η αξία της είναι πειστική και όχι αποδεικτική. Σαφώς δε, δεν μπορεί μέσω μιας ανόμωτης δήλωσης να αντικρουστεί ή να ανατραπεί μαρτυρία η οποία έχει κριθεί ως αξιόπιστη. Τα πιο πάνω επαναλαμβάνονται βασικά στην πρόσφατη Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.6.16, στην οποία γίνεται περαιτέρω αναφορά ως προς το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται τέτοια δήλωση. Ως λοιπόν αναφέρεται, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090). Όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Ο Δικαστής θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική. Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Θα πρέπει το Δικαστήριο να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Στην προκειμένη περίπτωση, αφού έλαβα υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία που προκύπτουν από την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΚ, κρίνω ότι τα όσα ανέφερε η Κατηγορούμενη χωρίς όρκο, ως μη έχοντα αποδεικτική αξία, δεν είναι ικανά να αντικρούσουν την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΚ. Συνεπώς, καθ' όσον αφορά τα ουσιώδη ζητήματα της παρούσας υπόθεσης δεν αποδίδεται στην ανώμοτη δήλωση της Κατηγορουμένης οποιαδήποτε βαρύτητα. Ειδικότερα, δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην δήλωση ότι η Κατηγορούμενη οδηγώντας το όχημα της είχε το χέρι στο κεφάλι της. Εξάλλου ως ανέφερε η ΜΚ και δεν αμφισβητήθηκε, αμέσως μόλις η Κατηγορούμενη πλησίασε την ΜΚ, η πρώτη απευθύνθηκε στην δεύτερη λέγοντας της την εξής φράση «είσαι εσύ γυναίκα να μου πεις, αν θα μιλώ στο τηλέφωνο;». Η κατηγορούμενη, μη γνωρίζοντας τον λόγο του κορναρίσματος, δεν θα χρησιμοποιούσε την εν λόγω φράση εκτός αν όντως χρησιμοποιούσε το τηλέφωνο της λίγο προηγουμένως. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Σε σχέση με το αδίκημα της 1ης Κατηγορίας επισημαίνω κατ' αρχήν, ότι ο Κανονισμός 58
(5)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 (ΚΔΠ 66/84) ο οποίος περιλαμβάνεται στο Κατηγορητήριο δεν αφορά την χρήση τηλεφώνου με τα χέρια κατά την οδήγηση. Εάν το αδίκημα είχε γίνει πριν το 2008 τότε η αναφορά του Κανονισμού 58
(5)θα ήταν ορθή. Όμως, με την τροποποίηση που επέφερε η Κ.Δ.Π 189/2008, άλλαξε άρδην ο Κανονισμός 58. Πλέον ο Κανονισμός που προνοεί για οδήγηση με ελεύθερα χέρια είναι ο 58
(14)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 ως τροποποιήθηκαν που προνοεί τα εξής: «
(14)Κάθε οδηγός, κατά την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, οφείλει να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια του, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Ειδικότερα ο οδηγός απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος να κρατά οποιοδήποτε αντικείμενο άσχετο με την οδήγηση, περιλαμβανομένου και κινητού τηλεφώνου.» Η αναφορά στο Κατηγορητήριο για Κανονισμό 58
(14)της Κ.Δ.Π. 189/2008 είναι λανθασμένη συντακτικά, καθότι η Κ.Δ.Π. 189/2008 δεν έχει η ίδια Κανονισμό υπ αριθμό 58 αλλά τροποποίησε τον Κανονισμό 58 της Κ.Δ.Π. 66/84. Σε κάθε περίπτωση, η Κατηγορία δεν πάσχει καθότι η Κατηγορούμενη γνώριζε επακριβώς το αδίκημα για το οποίο κατηγορείτο. Περαιτέρω, ο Κανονισμός 72 της Κ.Δ.Π. 66/84 προνοεί τα εξής: 72.Πας όστις παραβαίνει οιανδήποτε των διατάξεων των παρόντων Κανονισμών ή οιονδήποτε όρον αδείας χορηγηθείσης αυτώ δυνάμει οιουδήποτε των παρόντων Κανονισμών, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις ποινή φυλακίσεως μέχρις ενός έτους ή εις χρηματικήν ποινήν μέχρι χιλίων λιρών ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας. Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, στις περιπτώσεις όπου ο Νομοθέτης έχει δημιουργήσει αδίκημα αυστηρής ευθύνης, η συγκεκριμένη ενέργεια ή παράλειψη αποτελεί το αδίκημα χωρίς να καθίσταται αναγκαία η νοητική κατάσταση του αδικοπραγούντα κατά την τέλεση της ενέργειας ή παράλειψης. Το κατά πόσο δημιουργείται τέτοιας φύσεως αδίκημα, όμως, πρέπει να προκύπτει ξεκάθαρα από το λεκτικό της σχετικής νομοθετικής διάταξης, χωρίς να παραμένει οποιοδήποτε περιθώριο αμφιβολίας σε σχέση με το ποία ενέργεια ή παράλειψη συνιστά το αδίκημα (βλ. Yiannakis Shistris v. Cyprus Tourism Organization,
(1982)2 C.L.R. Criminal Appeal 4307, ημερ. 21.12.1982, Sewage Board v. Anastasia Demosthenous
(1982)2 C.L.R. 252, Ακκελίδου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 7897 ημερ. 28.4.2005). Στην περίπτωση του Κανονισμού 58
(14), προκύπτει σαφώς ότι, αφενός, το αδίκημα συνίσταται στη χρήση τηλεφώνου με τα χέρια σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή κατά τη διάρκεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος, και αφετέρου, ότι το αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης. Έχοντας λοιπόν κατά νου την αξιόπιστη μαρτυρία που δόθηκε ενώπιο, του Δικαστηρίου, καταλήγω σε εύρημα ότι στις 2.1.2015, στην οδό Ελευθερίας στην Ανθούπολη της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ η Κατηγορούμενη οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής HXA497 χρησιμοποιούσε τηλέφωνο με το χέρι. Επισημαίνω ότι δεν απαιτείτο από την Κατηγορούσα αρχή η προσκόμιση περαιτέρω ενισχυτικής μαρτυρίας ότι το τηλέφωνο όντως χρησιμοποιείτο εκείνη την στιγμή. Η αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΚ είναι αρκετή επί του προκειμένου. Συνεπώς, έχει αποδειχτεί ότι η Κατηγορούμενη έχει διαπράξει το εν λόγω αδίκημα. Η 2η Κατηγορία στηρίζεται στο άρθρο 7 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, το οποίο, προνοεί ότι: «Πάς όστις οδηγεί µηχανοκίνητον όχηµα επί τινος οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαµβανοµένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγµατικώς υπάρχει κατά τον δεδοµένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεµένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήµατος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστηµα µη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηµατικήν ποινήν µη υπερβαίνουσαν τας διακοσίας λίρας ή εις αµφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηµατικής τοιαύτης.» Το τι συνιστά επικίνδυνη οδήγηση έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Έχει νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, στη μία περίπτωση αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η δε απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται επιπρόσθετα απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάζου
(2001)2 Α.Α.Δ 18, η οποία αφορούσε κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης και επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, η επικίνδυνη οδήγηση δεν αποδεικνύεται απόλυτα μόνο με την ύπαρξη κάποιου λάθους. Το στοιχείο αυτό (του σφάλματος) είναι το λιγότερο που θα πρέπει να αποδειχθεί και συνυπολογίζεται πάντα με τις υπόλοιπες συνθήκες και την οδική συμπεριφορά που οδήγησε στη σύγκρουση. Η λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη γραμματική ερμηνεία σημαίνει αυτό που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Η λέξη 'επικίνδυνος' στη συνήθη γραμματική της ερμηνεία, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (Επίτομο Νέο Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας του Σπύρου Τσιούνη). Είναι επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea) (βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App. Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Σε σχέση με την απερίσκεπτη πράξη, σχετική είναι η υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)All E.R. 974. Στην απόφαση αυτή, αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη (mens rea), υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπ' όψιν τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. Τέλος, «αλόγιστος» σύμφωνα με το λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Β' έκδοση, σελ. 127 πρόκειται για ενέργεια που δε στηρίζεται στη λογική, που ξεπερνά το μέτρο, που αγγίζει τα όρια της υπερβολής ή του παραλογισμού. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Στην παρούσα υπόθεση, θεωρώ ότι δεν τεκμηριώνεται επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση από την πλευρά της Κατηγορουμένης. Η μοναδική μαρτυρία που δόθηκε από τη ΜΚ σε ότι αφορά αυτήν την κατηγορία, αποτελούσε το γεγονός ότι, όταν η ΜΚ σταμάτησε στο ΑΛΤ της οδού Σκύρου, η Κατηγορούμενη μπήκε μπροστά της και της έκλεισε τον δρόμο. Ωστόσο, η μαρτυρία αυτή δεν συνδυάστηκε με τη μαρτυρία περί ύπαρξης κινδύνου χρήσης της οδού, λαμβανομένου υπόψη ότι το όχημα της ΜΚ δεν κινείτο αλλά ήταν σταματημένο στο ΑΛΤ. Δεν έχουν δοθεί άλλες παράμετροι οι οποίες να μπορούσαν να προσμετρηθούν ώστε να διαπιστωθεί ότι η ενέργεια της Κατηγορουμένης ήταν τέτοια που δημιούργησε κίνδυνο φόβο ή απειλή για τους άλλους ή ότι περιείχε σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς και η Κατηγορούμενη παρέλειψε να λάβει υπ' όψιν τέτοια πιθανότητα ή την αγνόησε. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η Κατηγορουμένη οδηγούσε επικίνδυνα ή απερίσκεπτα. Έχει όμως αποδειχτεί ότι η Κατηγορουμένη οδήγησε αλόγιστα καθότι η ενέργεια της κατηγορουμένης να προσπεράσει το όχημα της ΜΚ ενώ αυτό βρισκόταν σε στάση αναμονής στα ΑΛΤ της οδού Σκύρου και να ανακόψει την πορεία της είναι ενέργεια που δε στηρίζεται στη λογική και η οποία ξεπερνά το μέτρο που λογικά αναμένεται να έχει ο κάθε οδηγός. Μοναδικός σκοπός της Κατηγορουμένης ήταν να ανακόψει την πορεία του οχήματος της ΜΚ ώστε να την εμποδίσει την διαφυγή της τελευταίας και να έλθει σε λεκτική και μετέπειτα, όπως προέκυψε, σε σωματική σύγκρουση με αυτή. Τούτη η ενέργεια είναι παράλογη δεδομένης της χρήσης της οδού, ως και της ύπαρξης του οχήματος της ΜΚ επί της εν λόγω οδού κατά το δεδομένο χρόνο. Μια τέτοια κατεύθυνση και πορεία, δεν αναμένεται να λάβει χώρα από ένα λογικά σκεπτόμενο πρόσωπο και αποτελεί μη λελογισμένη οδική συμπεριφορά. Τούτο δε ανεξάρτητα του ευτυχούς γεγονότος ότι δεν προκλήθηκε εν τέλει τροχαίο ατύχημα και ανεξαρτήτως του γεγονός ότι δεν έχει αποδειχτεί ότι προέκυψε κίνδυνος ή προκλήθηκε φόβος από την οδική συμπεριφορά της Κατηγορουμένης. Η ενέργεια της ήταν σε κάθε περίπτωση αλόγιστη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και τις δύο Κατηγορίες που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη. Η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στις Κατηγορίες 1 και 2. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο