← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Γεωργία Ανδρέου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8708/15, 22/6/2017

Δημοκρατία ν. Γεωργία Ανδρέου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8708/15, 22/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2017:23 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ Μ. Παπαδοπούλου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8708/15 Δημοκρατία v.

  1. Γεωργία Ανδρέου
  2. Χριστάκης Κατσελλής
  3. Λευτέρης Χατζηχρυσάνθου
  4. Νίκος Ταπανίδης
  5. Πολύδωρος Πολυδώρου
  6. Χαράλαμπος Λιονταρής
  7. Ανδρέας Χατζηλοϊζου
  8. Χριστίνα Πετρή
  9. Χριστάκης Τομάζου
  10. Narinder Singh
  11. Mahendra Kumar Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 22 Ιουνίου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τη Δημοκρατία: κα Χ. Κυθραιώτου για Γενικόν Εισαγγελέα Για τους Κατηγορούμενους 1 & 5: κ. Χ. Πουργουρίδης Για τους Κατηγορούμενους 3 & 4: κ. Ρ. Μαππουρίδης με κα Χαραλάμπους Για τον Κατηγορούμενο 7: κ. M. Μενελάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη με την προσκόμιση της μαρτυρίας από πλευράς της Υπεράσπισης της Κατηγορουμένης 1 (εφεξής Κ.1). Κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης της Μ.Υ.2

(1), η οποία είναι υπεύθυνη Γενικού Αρχείου της Νομικής Υπηρεσίας, ζητήθηκε από αυτή να καταθέσει επιστολή προς τον Γενικό Εισαγγελέα με αίτημα την ένταξη μάρτυρα στο Πρόγραμμα Προστασίας Μαρτύρων. Το αίτημα αυτό προσέκρουσε στην ένσταση της κας Κυθραιώτου, εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής (εφεξής ΚΑ). Εξηγώντας τον σκοπό για τον οποίο επιδιώκεται η κατάθεση της επίμαχης επιστολής ο κ. Πουργουρίδης ανέφερε πως ο ισχυρισμός του Μ.Κ.22 ότι εντός των Κεντρικών Φυλακών υπέστη επίθεση και τον απείλησαν για να μην καταθέσει εναντίον της Κ.1 αποτελεί, με βάση τη γραμμή της Υπεράσπισης της, κατασκευασμένο ισχυρισμό και ότι ο Μ.Κ.22 είναι παντελώς αναξιόπιστος μάρτυρας. Αν αυτός ο ισχυρισμός, πρόσθεσε, δεν αποκαλύπτεται στην αναφερόμενη επιστολή, ανεξαρτήτως του περιεχομένου του συνιστά κρίσιμο έγγραφο αναφορικά με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Αγορεύοντας η κα Κυθραιώτου προς υποστήριξη της ένστασης της προέβαλε, βασικά, τις ακόλουθες θέσεις: · Η προσπάθεια κατάθεσης του επίμαχου εγγράφου δεν έγινε κατά το κατάλληλο στάδιο, ήτοι κατά το στάδιο προσκόμισης της μαρτυρίας είτε του Μ.Κ.22 είτε και των Αστυνομικών μαρτύρων Μ.Κ.24 και 27 αναφορικά με το πότε εντάχθηκε και το τι μεσολάβησε για να ενταχθεί ο Μ.Κ.22 στο Πρόγραμμα Προστασίας Μαρτύρων. · Οι λόγοι ένταξης του Μ.Κ.22 στο Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων όπως αυτοί τέθηκαν στην επιστολή της Αστυνομίας προς τον Γ.Ε. αποτελούν δευτερεύον ζήτημα το οποίο δεν αφορά τον Μ.Κ.22 αλλά την Αστυνομία και ολοκληρώθηκε κατά την αντεξέταση των Αστυνομικών Μαρτύρων Μ.Κ. 24 & 27 και για το οποίο δεν επιτρέπεται αντικρουστική μαρτυρία. · Όλες οι ενέργειες που έγιναν εμπίπτουν στον περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμο 95(Ι)/2001 και εφαρμόζεται η απόλυτη απαγόρευση που υπάρχει στο Άρθρο 19
(2)αυτού. · Το περιεχόμενο της επίμαχης επιστολής αφορά σε μία εμπιστευτική εισήγηση της Αστυνομίας προς τον Γ.Ε. και ως τέτοια συνιστά πληροφορία/μαρτυρία η οποία είναι προνομιούχα εντασσόμενη στο ευρύτερο προνόμιο της δημόσιας ασφάλειας. · Ανεξαρτήτως των πιο πάνω λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της επίμαχης επιστολής δεν προκύπτει ότι ενδυναμώνει την υπόθεση της Υπεράσπισης και ή ότι υπονομεύει την υπόθεση της Κ.Α. Στην αγόρευση του ο κ. Πουργουρίδης αναφερόμενος σε σχετική Αγγλική νομολογία εν πρώτοις επικαλέστηκε τον χρυσό κανόνα ("golden rule") σύμφωνα με τον οποίο η ΚΑ υποχρεούται σε αποκάλυψη οποιουδήποτε εγγράφου έχει στην κατοχή της νοουμένου ότι αυτό μπορεί να ενισχύσει την υπόθεση της Υπεράσπισης ή να αποδυναμώσει την υπόθεση της ΚΑ. Υποστήριξε δε ότι στην προκειμένη περίπτωση αν οι ισχυρισμοί που ο Μ.Κ.22 προέβαλε αναφορικά με το ότι δέχτηκε επίθεση στις Φυλακές και ότι του είπαν να μην μαρτυρήσει δεν αποκαλύπτονται στο επίμαχο έγγραφο τότε το περιεχόμενο του καθίσταται πλέον κρίσιμο για την εξαγωγή από το Δικαστήριο κάποιων συμπερασμάτων αναφορικά με την αξιοπιστία του Μ.Κ.22. Πρόσθεσε ότι εξισορροπώντας στην προκειμένη περίπτωση αφενός το δικαίωμα της δίκαιης δίκης και αφετέρου το δημόσιο συμφέρον μέσω της μη διαρροής εγγράφων κατά το δοκούν θα πρέπει να εφαρμοστεί ο χρυσός κανόνας και να επιτραπεί η παρουσίαση του επίμαχου εγγράφου. Αποτελεί βασική αρχή στο πλαίσιο της αρχής της δίκαιης δίκης και χρυσό κανόνα ("golden rule"), όπως έχει χαρακτηριστεί στη σχετική Αγγλική νομολογία, ότι η ΚΑ έχει υποχρέωση αποκάλυψης κάθε στοιχείου και κάθε εγγράφου το οποίο είτε αποδυναμώνει την υπόθεση της είτε ενδυναμώνει την Υπεράσπιση του κατηγορούμενου. Προεξάρχουσα απόφαση στο υπό εξέταση θέμα αποτελεί η Αγγλική απόφαση R v. H
(2004)UKHL 3 στην οποία στην παράγραφο 14 τονίστηκαν τα εξής: "14 Fairness ordinarily requires that any material held by the prosecution which weakens its case or strengthens that of the defendant, if not relied on as part of its formal case against the defendant, should be disclosed to the defence. Bitter experience has shown that miscarriages of justice may occur where such material is withheld from disclosure. The golden rule is that full disclosure of such material should be made". Ωστόσο, ενδέχεται να προκύψουν περιστάσεις όπου υλικό στην κατοχή της ΚΑ το οποίο τείνει να αποδυναμώσει την υπόθεση της ΚΑ ή να βοηθήσει την Υπεράσπιση να μην είναι δυνατόν να αποκαλυφθεί πλήρως ή καθόλου ένεκα του κινδύνου επηρεασμού του δημοσίου συμφέροντος. Σε τέτοια περίπτωση παρέκκλιση από τον πιο πάνω χρυσό κανόνα δυνατόν να δικαιολογείται νοουμένου ότι αυτή συνιστά την ελάχιστη δυνατή παρέκκλιση προς τον σκοπό προστασίας του δημοσίου συμφέροντος και νοουμένου ότι δεν θέτει υπό κίνδυνο τη δίκαιη δίκη. Τα πιο πάνω αναφέρθηκαν στην προαναφερθείσα Αγγλική απόφαση ως ακολούθως στην παράγραφο 18: "18 Circumstances may arise in which material held by the prosecution and tending to undermine the prosecution or assist the defence cannot be disclosed to the defence, fully or even at all, without the risk of serious prejudice to an important public interest. The public interest most regularly engaged is that in the effective investigation and prosecution of serious crime, which may involve resort to informers and undercover agents, or the use of scientific or operational techniques (such as surveillance) which cannot be disclosed without exposing individuals to the risk of personal injury or jeopardising the success of future operations. In such circumstances some derogation from the golden rule of full disclosure may be justified but such derogation must always be the minimum derogation necessary to protect the public interest in question and must never imperil the overall fairness of the trial". Η ανάγκη προσεκτικής εξισορρόπησης των πιο πάνω συμφερόντων, ήτοι αφενός της δίκαιης δίκης και αφετέρου του δημοσίου συμφέροντος, εγείρεται κάθε φορά όπου εγείρεται ζήτημα προνομίου. Το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου σε αποκάλυψη δεν συνιστά απόλυτο δικαίωμα. Σε ποινικές διαδικασίες αντικρουόμενα συμφέροντα όπως η δημόσια ασφάλεια, η ανάγκη προστασίας μαρτύρων από αντίποινα και η ανάγκη να παραμείνουν μυστικές οι Αστυνομικές μέθοδοι διερεύνησης του εγκλήματος θα πρέπει να εξισορροπηθούν μαζί με τα δικαιώματα του κατηγορουμένου. Σε κάποιες περιπτώσεις ενδέχεται να είναι αναγκαίο να μην αποκαλυφθεί στην Υπεράσπιση κάποια μαρτυρία για να διαφυλαχθούν θεμελιώδη δικαιώματα ενός ατόμου ή για να διασφαλιστεί ένα ουσιώδες δημόσιο συμφέρον. Σε κάθε, όμως, περίπτωση μόνο τα απολύτως αναγκαία μέτρα που περιορίζουν τα δικαιώματα της Υπεράσπισης θα πρέπει να λαμβάνονται. Η πιο κάτω περικοπή από το Σύγγραμμα May on Criminal Evidence, 6η έκδοση, στο Κεφάλαιο 12 υπό τον τίτλο "Public Interest" και στο Μέρος 2 (Section 2) υπό τον τίτλο "Public interest immunity" κρίνουμε ότι είναι κατατοπιστική και την παραθέτουμε: "The need for a careful balancing exercise in considering public interest immunity applications is confirmed by the jurisprudence of the European Court of Human Rights. In Rowe and Davis v United Kingdom66 the European Court held that the defendant's entitlement to disclosure is not an absolute right. In criminal proceedings, competing interests, such as national security, the need to protect witnesses at risk of reprisals, and the need to keep secret police methods of investigation of crime, must be weighed against the rights of the accused.67 The Court held that in some cases it may be necessary to withhold certain evidence from the defence so as to preserve the fundamental rights of another individual or to safeguard an important public interest. However, only such measures restricting the rights of the defence which are strictly necessary are permissible under art.6
(1)". Εν πρώτοις κρίνουμε αναγκαίο πριν από οτιδήποτε άλλο να εξετάσουμε τη σχετικότητα του επίμαχου εγγράφου. Όπως έχει διαφανεί πρόκειται για επιστολή της Αστυνομίας απευθυνόμενη προς τον Γενικό Εισαγγελέα με θέμα «Αίτημα για ένταξη κατάδικου στο Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων». Υπήρξε δε ισχυρισμός από πλευράς του Μ.Κ.22, (ο οποίος ήταν ο πρώην Κ.2 στην παρούσα υπόθεση), κατά το στάδιο που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι είχε υποστεί εντός των Φυλακών επίθεση και ότι είχε δεχθεί απειλές για να μην καταθέσει εναντίον της Κ.1. Ο ισχυρισμός αυτός αμφισβητήθηκε έντονα από την Υπεράσπιση της Κ.1 κατά το στάδιο της αντεξέτασης του Μ.Κ.22 όπου του τέθηκε ότι επρόκειτο για «κατασκευασμένο ισχυρισμό» που δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. Με δεδομένο ότι αποτέλεσε αναντίλεκτο γεγονός ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τελικώς ο Μ.Κ.22 ενετάχθη στο Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων η θέση του κ. Πουργουρίδη ότι θα ήταν λογικό και ή αναμενόμενο ο πιο πάνω ισχυρισμός του Μ.Κ.22 να είχε αποτελέσει ένα από τα στοιχεία που θα είχαν τεθεί ενώπιον του Γενικού Εισαγγελέα για να πάρει την απόφαση του στο υποβληθέν αίτημα ένταξης του στο Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων είναι, και κατά τη δική μας κρίση, βάσιμη. Υπό αυτές τις περιστάσεις φρονούμε πως το περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου ενδέχεται να είναι κρίσιμο για τους σκοπούς υποβοήθησης της Υπεράσπισης της Κ.1 εντός του πλαισίου που οι αρχές της δίκαιης δίκης υπαγορεύουν ή τουλάχιστον να οδηγήσει στην εξαγωγή κάποιων συμπερασμάτων που είναι άμεσα συνυφασμένα με την αξιοπιστία των ισχυρισμών του Μ.Κ.22 για τις απειλές και την επίθεση. Η διαπίστωση αυτή μας οδηγεί στο επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης και αφορά στις αιτιάσεις που η Κατηγορούσα Αρχή έχει προβάλει ενιστάμενη στην αποκάλυψη του περιεχομένου του επίμαχου εγγράφου. Αυτές ερείδονται επί του προβληθέντος προνομίου για λόγους δημόσιας ασφάλειας. Υπενθυμίζουμε τον Κανόνα που υπαγορεύει την υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής για πλήρη αποκάλυψη υλικού που έχει στην κατοχή της ο οποίος μπορεί να καμφθεί μόνο για σκοπούς προστασίας του δημοσίου συμφέροντος και νοουμένου ότι η δίκαιη δίκη δεν τίθεται υπό κίνδυνο. Είναι στο στάδιο αυτό που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσον θα επιτρέψει παρέκκλιση από την υποχρέωση για αποκάλυψη εξετάζοντας μια σειρά από ερωτήματα όπως αυτά τέθηκαν στην υπόθεση R v. H (ανωτέρω). Συγκεκριμένα σε κάθε περίπτωση όπου εγείρεται ζήτημα παρέκκλισης από τον πιο πάνω «χρυσό κανόνα» της πλήρους αποκάλυψης το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει μια σειρά από ερωτήματα τα οποία στην προαναφερθείσα Αγγλική υπόθεση διατυπώθηκαν ως ακολούθως: i. Τι είναι το υλικό που η ΚΑ επιδιώκει να μην αποκαλύψει; Αυτό πρέπει ενδελεχώς να εξετασθεί από το Δικαστήριο. ii. Πρόκειται για υλικό το οποίο τείνει να αποδυναμώσει την υπόθεση της ΚΑ ή να βοηθήσει την Υπεράσπιση; Αν η απάντηση είναι αρνητική δεν διατάζεται η αποκάλυψη του. Αν η απάντηση είναι καταφατική τότε θα πρέπει το υλικό αυτό να αποκαλυφθεί τηρουμένων των πιο κάτω. iii. Εγείρεται πραγματικός κίνδυνος σοβαρού επηρεασμού ενός σημαντικού δημοσίου συμφέροντος εάν επιτραπεί η αποκάλυψη; Αν η απάντηση είναι αρνητική τότε θα πρέπει να υπάρξει πλήρης αποκάλυψη. iv. Αν το υπό εξέταση υλικό είναι τέτοιο που τείνει να αποδυναμώσει την υπόθεση της ΚΑ ή να βοηθήσει την Υπεράσπιση αλλά εγείρεται πραγματικός κίνδυνος σοβαρού επηρεασμού ενός σημαντικού δημοσίου συμφέροντος είναι δυνατόν να προστατευθούν τα δικαιώματα του κατηγορούμενου χωρίς αποκάλυψη ή μέσω τέτοιας αποκάλυψης η οποία αφενός να προστατεύει επαρκώς το υπό κρίση δημόσιον συμφέρον και αφετέρου να προσφέρει ικανοποιητική προστασία στα συμφέροντα της Υπεράσπισης; Για σκοπούς εξέτασης αυτού του ερωτήματος το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, με αναφορά στο περιεχόμενο του υπό κρίση υλικού που η ΚΑ δεν επιθυμεί να αποκαλύψει και στην Υπεράσπιση που εγείρεται, κατά πόσον η ΚΑ θα μπορούσε να παραδεχτεί αυτό που η Υπεράσπιση επιδιώκει να αποδείξει ή κατά πόσον θα μπορούσε να διαταχθεί μερική αποκάλυψη. Το τελευταίο θα μπορούσε να γίνει μέσω της ετοιμασίας σύνοψης της μαρτυρίας ή την παροχή εγγράφων σε μονταρισμένη μορφή. Παραθέτουμε στο σημείο αυτό το σχετικό απόσπασμα το οποίο περιέχεται στην παράγραφο 36 της απόφασης: "36 When any issue of derogation from the golden rule of full disclosure comes before it, the court must address a series of questions.
(1)What is the material which the prosecution seek to withhold? This must be considered by the court in detail.
(2)Is the material such as may weaken the prosecution case or strengthen that of the defence? If No, disclosure should not be ordered. If Yes, full disclosure should (subject to
(3),
(4)and
(5)below) be ordered.
(3)Is there a real risk of serious prejudice to an important public interest (and, if so, what) if full disclosure of the material is ordered? If No, full disclosure should be ordered.
(4)If the answer to
(2)and
(3)is Yes, can the defendant's interest be protected without disclosure or disclosure be ordered to an extent or in a way which will give adequate protection to the public interest in question and also afford adequate protection to the interests of the defence? This question requires the court to consider, with specific reference to the material which the prosecution seek to withhold and the facts of the case and the defence as disclosed, whether the prosecution should formally admit what the defence seek to establish or whether disclosure short of full disclosure may be ordered. This may be done in appropriate cases by the preparation of summaries or extracts of evidence, or the provision of documents in an edited or anonymised form, provided the documents supplied are in each instance approved by the judge. In appropriate cases the appointment of special counsel may be a necessary step to ensure that the contentions of the prosecution are tested and the interests of the defendant protected (see para 22 above). In cases of exceptional difficulty the court may require the appointment of special counsel to ensure a correct answer to questions
(2)and
(3)as well as
(4).
(5)Do the measures proposed in answer to
(4)represent the minimum derogation necessary to protect the public interest in question? If No, the court should order such greater disclosure as will represent the minimum derogation from the golden rule of full disclosure.
(6)If limited disclosure is ordered pursuant to
(4)or
(5), may the effect be to render the trial process, viewed as a whole, unfair to the defendant? If Yes, then fuller disclosure should be ordered even if this leads or may lead the prosecution to discontinue the proceedings so as to avoid having to make disclosure.
(7)If the answer to
(6)when first given is No, does that remain the correct answer as the trial unfolds, evidence is adduced and the defence advanced? It is important that the answer to
(6)should not be treated as a final, once-and-for-all, answer but as a provisional answer which the court must keep under review". Εν ολίγοις οποτεδήποτε εγείρεται θέμα προνομίου αναφορικά με κάποιο έγγραφο ή άλλο υλικό ισχύουν τα ακόλουθα: · Πρώτον εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο θα αποδεχτεί ή θα απορρίψει τέτοια ένσταση. · Δεύτερον το Δικαστήριο θα λάβει την απόφαση του κατόπιν συνεκτίμησης και εξισορρόπησης του δημοσίου συμφέροντος για μη αποκάλυψη και της δίκαιης αντιμετώπισης του κατηγορουμένου. · Τρίτον για να μπορέσει το Δικαστήριο να επιτελέσει την πιο πάνω εξισορρόπηση θα πρέπει να εξετάσει το υπό κρίση υλικό[1]. Το αρχικό επομένως ερώτημα είναι το κατά πόσο το επίμαχο έγγραφο αφορά σε υλικό το οποίο με βάση το περιεχόμενο του τείνει είτε να αποδυναμώσει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής είτε να υποβοηθήσει και ενδυναμώσει την Υπεράσπιση του κατηγορούμενου. Για σκοπούς εξέτασης του εν λόγω ερωτήματος το Δικαστήριο, όπως έχει επισημανθεί σε σχετική Αγγλική νομολογία, θα πρέπει εκ των πραγμάτων να εξετάσει το υλικό για το οποίο προβάλλεται από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής ένσταση στην αποκάλυψη του. Όπως έχει συναφώς τονισθεί στην υπόθεση R. v. Trevor Douglas K. [1993] 97 Cr. App. R. 342[2]: "When public interest immunity is claimed for a document, it is for the court to rule whether the claim should be upheld or not. To do that involves a balancing exercise. The exercise can only be performed by the judge himself examining or viewing the evidence, so as to have the facts of what it contains in mind. Only then can he be in a position to balance the competing interests of public interest immunity and fairness to the party claiming disclosure". Εντός των πιο πάνω πλαισίων έχουμε εξετάσει το επίμαχο έγγραφο το οποίο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για τον σκοπό εξέτασης της προβληθείσας ένστασης έχοντας παράλληλα κατά νουν τα όσα ανέπτυξε ο κ. Πουργουρίδης αναφορικά με τη σχετικότητα του με τη γραμμή της Υπεράσπισης που προώθησε εκ μέρους της Κ.1, ήτοι την προσπάθεια να πληγεί η αξιοπιστία του Μ.Κ.
  1. Με βάση το περιεχόμενο του η διαπίστωση μας είναι ότι αυτό δεν είναι τέτοιο ώστε να ενδέχεται να αποδυναμώσει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής ούτε να ενδυναμώσει και ή να υποστηρίξει την Υπεράσπιση της Κ.
  2. Μάλλον το αντίθετο. Τούτου δοθέντος δεν χρειάζεται να εξετασθεί οτιδήποτε περαιτέρω και η αναπόφευκτη κατάληξη μας είναι ότι δεν θα πρέπει να διαταχθεί η αιτούμενη αποκάλυψη μέσω της κατάθεσης του επίμαχου εγγράφου ως Τεκμήριο. Ως εκ τούτου η κατάθεση του υπό κρίση εγγράφου δεν επιτρέπεται. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Μ. Παπαδοπούλου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε το Σύγγραμμα May on Criminal Evidence 6th Ed. στο Κεφάλαιο 12, παράγραφος 12-20: "Where public interest immunity is claimed for a document or other material: (a) it is for the court to determine whether the claim should be upheld or not; (b) the court must rule by performing a balancing exercise (following the seven questions at para.12-17 above) between the public interest in nondisclosure and fairness to the defendant; (c) the judge must himself examine or view the material in order to perform the balancing exercise.86" [2] Δέστε Σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice 2017 Ed. παρα. 12-44: "In order to make a decision as to non-disclosure, the court must necessarily study the material in respect of which public interest immunity is asserted: R. v. K. (T. D.) , 97 Cr.App.R. 342, CA; R. v. Brown (W.) [1995] 1 Cr.App.R. 191 at 200, CA (on appeal to the House of Lords ([1998] A.C. 367, sub nom. R. v. Brown (Winston)), this issue was not the subject of argument); and R. v. H. [2004] 2 A.C. 134, HL." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.