KOLTE TRADING LTD ν. X & S (MORGAN) LIMITE κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 37318/10, 9/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 37318/10 KOLTE TRADING LTD -εναντίον-
- X & S (MORGAN) LIMITED
- ΜΑΡΙΑΣ ΜΟΡΚΑΝ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
- ΞΕΝΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 9 Μαρτίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατήγορο: κα Γ. Καλλή Χούλη Για τις κατηγορούμενες 1 και 2: κ. Ν. Τσαρδελλής Κατηγορούμενη 2 παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Το κατηγορητήριο στην παρούσα υπόθεση μετά από τροποποίηση στις 18.5.2015 περιλάμβανε συνολικά 28 κατηγορίες. Εξ αυτών οι δέκα κατηγορίες αφορούσαν την κατηγορούμενη 1 και οι δεκαοκτώ από κοινού τους κατηγορούμενους 2 και
- Μετά την απόφαση του Δικαστηρίου στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, η κατηγορούμενη 1 αθωώθηκε και απαλλάχθηκε σε τρεις κατηγορίες (1η, 3η και 27η κατηγορία), ενώ κλήθηκε σε απολογία σε επτά κατηγορίες (6η, 9η, 12η, 15η, 18η, 21η και 24η κατηγορία). Με τις επτά προαναφερόμενες κατηγορίες, κατηγορείται για πρόκληση μη εξόφλησης ισάριθμων επιταγών κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Η κατηγορούμενη 2 αθωώθηκε και απαλλάχθηκε σε έντεκα κατηγορίες ( 2η, 4η, 5η, 8η, 11η, 14η, 17η, 20η, 23η, 26η και 28η κατηγορία), ενώ κλήθηκε σε απολογία σε επτά κατηγορίες (7η, 10η, 13η, 16η, 19η, 22η και 25η κατηγορία). Συγκεκριμένα, με τις επτά προαναφερόμενες κατηγορίες, κατηγορείται για παροχή συνδρομής στην κατηγορούμενη 1, στη διάπραξη από την κατηγορούμενη 1 των προαναφερόμενων αδικημάτων, κατά παράβαση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Ενώ ο κατηγορούμενος 3 (στο εξής «Ξένιος Νικολάου»), αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος των κατηγοριών που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 1, κατηγορείται ότι έναντι νομίμου ανταλλάγματος εξέδωσε προς την παραπονούμενη τις ακόλουθες επιταγές (στο εξής «οι επίδικες επιταγές» εκτός όπου είναι αναγκαίος ο ξεχωριστός προσδιορισμός εκάστης), όλες του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού: (α) κατά ή περί τον Ιούλιο του 2010, την επιταγή με αριθμό 23894531, ημερομηνίας 15.9.2010, για το ποσό των €1.500, (Τεκμήριο 10), (β) κατά ή περί τον Απρίλιο - Μάιο του 2010, την επιταγή με αριθμό 22183323, ημερομηνίας 30.9.2010, για το ποσό των €7.000, (Τεκμήριο 11), (γ) κατά ή περί τον Ιούλιο του 2010, την επιταγή με αριθμό 23894532, ημερομηνίας 15.10.2010, για το ποσό των €1.000, (Τεκμήριο 12), (δ) κατά ή περί τον Απρίλιο - Μάιο του 2010, την επιταγή με αριθμό 23104920, ημερομηνίας 15.12.2010, για το ποσό των €8.500, (Τεκμήριο 13), (ε) κατά ή περί τον Ιούλιο του 2010, την επιταγή με αριθμό 23894533, ημερομηνίας 15/12/2010, για το ποσό των €1.000, (Τεκμήριο 14), (στ) κατά ή περί τον Απρίλιο - Μάιο του 2010, την επιταγή με αριθμό 22183347, ημερομηνίας 30.10.2010, για το ποσό των €7.500, (Τεκμήριο 15) και (η) κατά ή περί τον Απρίλιο - Μάιο του 2010, την επιταγή με αριθμό 22183348, ημερομηνίας 30.11.2010, για το ποσό των €8.500, (Τεκμήριο 16). Οι επίδικες επιταγές αφού παρουσιάστηκαν εντός ευλόγου χρόνου στην τράπεζα κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες για εξαργύρωση, δεν πληρώθηκαν λόγω του ότι η κατηγορούμενη 1 προκάλεσε τη μη εξόφληση τους χωρίς εύλογη αιτία, αντικαθιστώντας το δείγμα υπογραφής και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή μας» και παρέλειψε να τις εξοφλήσει για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση τους. Η κατηγορούμενη 2, σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος των κατηγοριών που αντιμετωπίζει, κατηγορείται ότι παρείχε συνδρομή στην κατηγορούμενη 1, ως διευθύντρια αυτής στη διάπραξη από την κατηγορούμενη 1 των προαναφερόμενων αδικημάτων. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατήγορος κάλεσε τέσσερεις μάρτυρες. Συγκεκριμένα τον Χριστάκη Φραντζή (Μ.Κ.1), υπάλληλο του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, τον Κώστα Σοφιανό (Μ.Κ.2), Διευθυντή της παραπονούμενης εταιρείας, τον Χαράλαμπο Σκορδή (Μ.Κ.3), Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και τον Κωνσταντίνο Αδαμίδη (Μ.Κ.4), υπάλληλο της Τράπεζας Κύπρου. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατήγορο και αφού το Δικαστήριο εξέτασε τη μαρτυρία και έκρινε ότι απεδείχθη εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 στις προαναφερόμενες κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και τους εξηγήθηκαν στη συνέχεια τα δικαιώματα που είχαν, οι κατηγορούμενες 1 και 2 δήλωσαν ότι θα προβάλουν κοινή υπεράσπιση και η κατηγορούμενη 2 επέλεξε να προβεί σε ένορκη μαρτυρία ως Μ.Υ.1 και να μην καλέσουν μάρτυρες. Να σημειωθεί επίσης ότι στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν 42 Τεκμήρια. Επίσης οι συνήγοροι των δύο πλευρών δήλωσαν παραδεκτά γεγονότα, στα οποία θα γίνει αναφορά στο κατάλληλο σημείο. Η μαρτυρία όσων κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά και δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Παραθέτω, ωστόσο, μια σύνοψη των θέσεων που κάθε ένας από αυτούς προέβαλε στο Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.1, υπάλληλος στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, μεταξύ άλλων ανέφερε ότι η κατηγορούμενη 1 διατηρούσε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού το λογαριασμό 4015964-4 με όριο πίστωσης. Σύμφωνα με τα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της κατηγορουμένης 1 (Τεκμήριο 4) ημερομηνίας 2.9.2005, τα άτομα που δέσμευαν με την υπογραφή τους τον προαναφερόμενο λογαριασμό από το άνοιγμα του ήταν ο Ξένιος Νικολάου και η κατηγορούμενη 2, από κοινού ή κεχωρισμένως. Όμως στις 26.8.2010, η κατηγορούμενη 1 με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της (Τεκμήριο 9) εξουσιοδότησε να υπογράφει για τον λογαριασμό της μόνο την κατηγορούμενη
- Οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν προς όφελος της παραπονούμενης στην Ελληνική Τράπεζα. Όταν παρουσιάστηκαν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, επιστράφηκαν για το λόγο ότι διέφερε η υπογραφή του εκδότη. Όλες οι επίδικες επιταγής υπογράφηκαν από τον Ξένιο Νικολάου. Ισχυρίστηκε ότι πρέπει οι κατηγορούμενοι να ενημερώθηκαν για την παρουσίαση των επίδικων επιταγών για πληρωμή, και την αδυναμία τους να τις πληρώσουν γιατί διαφέρει η υπογραφή του εκδότη, δεδομένου ότι με βάση την κατάσταση φαίνεται ότι επιστρέφονταν επιταγές γιατί δεν υπήρχαν λεφτά και γι' αυτές τις επιταγές πρέπει να υπήρχε ενημέρωση. Ακολούθως, ανέφερε ότι, σίγουρα ενημερώνονταν οι κατηγορούμενοι για τις επιταγές που επιστρέφονταν και αυτό γινόταν συνήθως από τον Τμηματάρχη. Ανέφερε, επίσης ότι οι πελάτες λαμβάνουν μηνύματα και στο κινητό τους τηλέφωνο. Ωστόσο, ανέφερε ότι υπάρχουν και περιπτώσεις, που λόγω φόρτου εργασίας δεν επικοινωνούν μαζί με τους πελάτες όταν επιστρέφονται επιταγές τους. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, ανέφερε ότι, επειδή συνεχιζόταν αρκετό καιρό η επιστροφή επιταγών, αποκλείεται να μην επικοινώνησαν ή το σύστημα της τράπεζας να μην τους έστειλε μήνυμα στο κινητό τους τηλέφωνο. Κληθείς, κατά την αντεξέταση του, να επιβεβαιώσει ότι ο ίδιος δεν επικοινώνησε με τους κατηγορούμενους για να τους ενημερώσει για τις επίδικες επιταγές, απάντησε ότι δεν θυμάται πριν 5 χρόνια, πλην όμως δεν το απέκλεισε. Κληθείς να αναφέρει εάν γνωρίζει με σιγουριά εάν οιονδήποτε πρόσωπο του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, μίλησε με τους κατηγορούμενους για τις επίδικες επιταγές, ανέφερε ότι δεν δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι δεν γνώριζαν ότι παρουσιάζονταν οι επιταγές και επιστρέφονταν, δεδομένου των συνθηκών υπό τις οποίες πληρώθηκε η επιταγή των €5.
- Υποστήριξε, εντούτοις ότι δεν είναι υπόχρεη η Τράπεζα να τηλεφωνεί του πελάτη όταν επιστρέφεται μία επιταγή λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Διευκρίνισε, δε ότι το σύστημα από το οποίο στέλνονται μηνύματα στα κινητά τηλέφωνα των πελατών, χειρίζεται η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και ότι δεν γνωρίζει σε ποιες περιπτώσεις στέλνονται. Ο Μ.Κ.2, ένας εκ των Διευθυντών της παραπονούμενης, μεταξύ άλλων ανέφερε ότι η συνεργασία με την κατηγορούμενη 1 άρχισε κατά ή περί τη χρονική περίοδο Απριλίου - Μαΐου του 2010 και διήρκησε μέχρι τον Οκτώβριο του
- Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι του ζήτησαν να τους εφοδιάσει με διάφορα μηχανήματα αισθητικής και εξοπλισμό ινστιτούτου αισθητικής και spa, συνολικής αξίας γύρω στις €66.
- Εξέφρασε την αγωνία του για τον τρόπο που θα πλήρωναν το ποσό αυτό και οι κατηγορούμενοι τον καθησύχασαν λέγοντας του ότι ήδη διευθέτησαν δάνειο από την Λαϊκή Τράπεζα. Κατά ή περί την 4.5.2010 παρέδωσε στους κατηγορούμενους όλο τον εξοπλισμό μηχανημάτων που παρήγγειλαν. Ο εξοπλισμός παραλήφθηκε από την κατηγορούμενη 2 και το Ξένιο Νικολάου. Ο Ξένιος Νικολάου υπέγραψε το σχετικό τιμολόγιο (Τεκμήριο 20) για το συνολικό ποσό των €45.715,
- Οι κατηγορούμενοι έναντι της πληρωμής του εν λόγω τιμολογίου εξέδωσαν περί τα τέλη Απριλίου 2010, πριν από την παράδοση των εμπορευμάτων μεταχρονολογημένες επιταγές του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, μεταξύ των οποίων και οι επιταγές με αριθμό 22183322, (Τεκμήριο 8), 22183323, (Τεκμήριο 11), 23104920, (Τεκμήριο 13), 22183347 (Τεκμήριο 15) και 22183348 (Τεκμήριο 16), συνολικού ποσού €38.
- Επίσης, του παρέδωσαν την επιταγή με αριθμό 22183321 για το ποσό των €5.000 ημερομηνίας 30.7.2010, η οποία πληρώθηκε στις 17.8.2010 μετά από συνεννόηση που έκανε με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, ότι θα κατέθετε ο ίδιος το ποσό των €1.400 που υπολειπόταν για να μπορεί να πληρωθεί. Οι προαναφερόμενες επιταγές υπογράφηκαν από τον Ξένιο Νικολάου στην παρουσία του, ο οποίος και του τις παρέδωσε. Παρούσα ήταν και η κατηγορούμενη
- Οι προαναφερόμενες επιταγές κατατέθηκαν στην Λαϊκή Factors την 28.4.2010, αφού δικαιούνταν τρεις μήνες πριν από την ημερομηνία πληρωμής τους να τις καταθέσουν παίρνοντας το 80%. Μεταξύ της περιόδου 6.5.2010 με 22.10.2010 η παραπονούμενη προμήθευσε τους κατηγορούμενους και με άλλα προϊόντα που ζήτησαν (Τεκμήριο 22). Οι κατηγορούμενοι έναντι του χρέους τους (Τεκμήριο 21) εξέδωσαν και παρέδωσαν προς την παραπονούμενη τον Ιούλιο του 2010 ακόμα τέσσερεις μεταχρονολογημένες επιταγές του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, συνολικού ποσού €5.
- Συγκεκριμένα, εξέδωσαν τις επιταγές με αριθμό 23894530 (Τεκμήριο 6), 23894531 (Τεκμήριο 10), 23894532 (Τεκμήριο 12) και 23894533 (Τεκμήριο 14). Οι εν λόγω επιταγές υπογράφηκαν από τον Ξένιο Νικολάου ο οποίος του τις παρέδωσε. Παρούσα ήταν και η κατηγορούμενη
- Όταν η Factors άρχισε να καταθέτει τις επιταγές που εξέδωσε η κατηγορούμενη 1, αρχίζοντας με την επιταγή με αριθμό 23894530 (Τεκμήριο 6) στις 16.8.2010 και ακολούθως με την επιταγή με αριθμό 22183322 (Τεκμήριο 8) στις 30.8.2010, αυτές επιστράφηκαν απλήρωτες. Η πρώτη λόγω ανάκλησης της πληρωμής της και η δεύτερη με την ένδειξη «Η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή μας». Μετά την μη πληρωμή των πιο πάνω επιταγών η Factors του επέστρεψε όλες τις επιταγές. Επικοινώνησε, τότε με τον Ξένιο Νικολάου, ο οποίος τον καθησύχασε ότι θα πληρωθούν οι επιταγές. Μίλησε και με την κατηγορούμενη 2, η οποία επίσης τον καθησύχασε ότι θα πληρωθούν οι επιταγές αφού θα προέβαιναν σε διευθετήσεις για το σκοπό αυτό. Αφού δεν έκαναν τίποτα, προχώρησε στην κατάθεση των επίδικων επιταγών αλλά όλες επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη ότι «η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή μας». Μετά την επιστροφή κάθε επιταγής, επικοινωνούσε με τον Ξένιο Νικολάου και την κατηγορούμενη 2 και τους ενημέρωνε σχετικά και τους ζητούσε να διευθετήσουν την πληρωμή των επιταγών, πλην όμως παρά τις διαβεβαιώσεις τους για διευθέτηση τίποτα δεν έπρατταν. Κατά την αντεξέταση του, επιβεβαίωσε ότι τον Μάρτιο - Απρίλιο του 2010 έδωσε στους κατηγορούμενους μια προσφορά. Η προσφορά αυτή, αν θυμάται σωστά, ως ανέφερε, δόθηκε πριν από την παράδοση των εμπορευμάτων σε μία προσπάθεια της παραπονούμενης να τους βοηθήσει για να εξασφαλιστεί το δάνειο. Αναγνώρισε στη συνέχεια έγγραφο που του υποδείχθηκε, ως μια προσφορά που εξέδωσε ο ίδιος (Τεκμήριο 24) η οποία όμως δεν θυμόταν, ως ανέφερε, την ημερομηνία που δόθηκε ούτε τον λόγο που δόθηκε. Αναγνώρισε επίσης, το τιμολόγιο με αριθμό 42904 (Τεκμήριο 25) το οποίο ανέφερε ότι εξέδωσε η παραπονούμενη, πλην όμως, ως ανέφερε, δεν είναι πραγματικό τιμολόγιο. Σημείωσε ότι η κατηγορούμενη 2 πήρε αντίγραφο του εν λόγω τιμολογίου, το οποίο, της δόθηκε γιατί το ζήτησε. Ανέφερε, ωστόσο ότι πιστεύει ότι το εν λόγω τιμολόγιο ακυρώθηκε. Ήταν η θέση του ότι το εν λόγω τιμολόγιο δόθηκε για βοήθεια της κατηγορουμένης 2, δηλαδή να το παρουσιάσει στην τράπεζα για να πάρει δάνειο, επαναλαμβάνοντας ότι είναι άκυρο. Ακολούθως, αναγνώρισε την απόδειξη 058593 (Τεκμήριο 26) η οποία ανέφερε ότι εκδόθηκε με το τιμολόγιο Τεκμήριο 25, για τον ίδιο σκοπό, αλλά και αυτή είναι άκυρη. Αντεξεταζόμενος ως προς το χρόνο που του δόθηκε κάθε επιταγή, ανέφερε πως νομίζει ότι οι επιταγές Τεκμήριο 8 και Τεκμήριο 6 του δόθηκαν περί τον Απρίλιο του
- Ενώ στην συνέχεια, ανέφερε ότι οι επιταγές Τεκμήριο 8 και 11 του δόθηκαν πριν το τέλος του Απρίλη, ενώ η επιταγή Τεκμήριο 6 του δόθηκε μέσα στον Ιούλιο. Η επιταγή Τεκμήριο 10 ερωτηθείς εάν δόθηκε μετά την επιταγή Τεκμήριο 6, δηλαδή μετά τον Ιούλιο, ανέφερε ότι του δόθηκε πιο μετά αλλά δεν θυμόταν εάν δόθηκε μαζί με την επιταγή Τεκμήριο
- Οι επιταγές Τεκμήριο 12, 13 και 14 ανέφερε ότι πρέπει να του δόθηκαν μέσα στον Ιούλιο. Η επιταγή Τεκμήριο 15 ανέφερε ότι πρέπει να του δόθηκε μαζί με την επιταγή Τεκμήριο 16 τον Απρίλιο. Ενώ στην συνέχεια ανέφερε ότι η επιταγή Τεκμήριο 16 πρέπει να του δόθηκε τον Ιούλιο. Αναφέρθηκε στη συνέχεια στη διαδικασία που ακολουθείται για την ενημέρωση μίας κατάσταση λογαριασμού πελάτη. Σε υποβολή ότι πριν παρουσιάσει την κατάσταση λογαριασμού παρενέβη και άλλαξε αυτή, απάντησε ότι όλες οι καταστάσεις λογαριασμού διορθώνονται από λογιστές και αν έγινε διόρθωση είναι του λογιστή. Ερωτηθείς εάν υπάρχει δυνατότητα να αφαιρεθεί μία πληρωμή από την κατάσταση, απάντησε ότι δεν ξέρει γιατί δεν είναι ο τομέας του. Ήταν η θέση του ότι το υπόλοιπο που καταγράφεται στο πάνω μέρος της κατάστασης λογαριασμού ως υπόλοιπο που υπάρχει από προηγουμένως (Τεκμήριο 21) δεν είναι το υπόλοιπο του υφιστάμενου λογαριασμού. Για να είναι ορθό το υπόλοιπο, ανέφερε ότι πρέπει να είναι περασμένα όλα τα τιμολόγια στο σύστημα, κάτι που δεν γίνεται καθημερινά. Κληθείς να αναφέρει εάν ο λόγος που στο πρώτο τιμολόγιο του Τεκμηρίου 22, ημερομηνίας 6.5.2010, με αριθμό 77028 γράφει προηγούμενο υπόλοιπο «0» είναι επειδή δεν περάστηκαν τα τιμολόγια, απάντησε ότι εξήγησε ότι δεν περνιέται αυτόματα. Κληθείς να αναφέρει εάν το τιμολόγιο με αριθμό Ε00077282, ημερομηνίας 14.5.2010, του Τεκμηρίου 22, εκδόθηκε μετά την έκδοση του τιμολογίου Τεκμήριο 20, έδωσε καταφατική απάντηση. Αφού του υποδείχθηκε ότι το προηγούμενο υπόλοιπο που αναγράφεται στο τιμολόγιο με αριθμό Ε00077282, ημερομηνίας 14.5.2010, του Τεκμηρίου 22 είναι €6.073,75, ανέφερε ότι εξήγησε ότι το ποσό που καταγράφεται δεν έχει καμία σχέση και ότι αν θέλει να δει το υπόλοιπο πρέπει να πάρει ολοκληρωμένη κατάσταση. Κληθείς να δει και να αναφέρει εάν αναγνωρίζει το Τεκμήριο 38 (το οποίο κατατέθηκε για σκοπούς αντεξέτασης του ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση), απάντησε ότι το πραγματικό είναι το Τεκμήριο
- Σε υποβολή ότι το Τεκμήριο 38 το εξέδωσε η παραπονούμενη και το παρέδωσε στις 8.6.2010, απάντησε ότι δεν το αναγνωρίζει. Κληθείς να αναφέρει ποια είναι η εξήγηση που το τιμολόγιο με αριθμό Ε00077282, ημερομηνίας 14.5.2010, του Τεκμηρίου 22 αναγράφει προηγούμενο υπόλοιπο το ίδιο ποσό με το Τεκμήριο 38 μετά την πίστωση, απάντησε ότι το έγγραφο αυτό μπορεί να το φτιάξει όποιος θέλει και ότι είναι 5 χρόνια που του χρωστούν. Αρνήθηκε στη συνέχεια ότι ανέφερε στους κατηγορούμενους ότι θα τους βάλει τα μηχανήματα και το κόστος θα το έβγαζαν από το κοκτέιλ. Αρνήθηκε ότι οι κατηγορούμενοι μετά που φάνηκε ότι δεν υλοποιήθηκαν όσα τους έλεγε, απαίτησαν όπως η συμφωνία τους, δηλαδή ότι δεν χρωστούν το ποσό των μηχανημάτων δηλαδή τις €45.715,56 και γι' αυτό η παραπονούμενη προχώρησε με πίστωση αυτού του ποσού. Ήταν η θέση του ότι ο λόγος που αρχικά πήρε μόνο τρεις επιταγής ενώ η παραγγελία ήταν πέραν των €45.000, ήταν γιατί οι κατηγορούμενοι υποσχέθηκαν ότι θα δώσουν τα υπόλοιπα λίγο πιο μετά και για να τους βοηθήσει να αποσβέσουν την επένδυση που έκαναν. Ανέφερε, επίσης ότι απαίτησε κατά την παράδοση των εμπορευμάτων όλο το ποσό, αλλά οι κατηγορούμενοι τον καθησύχασαν ότι είχαν δάνειο. Ακολούθως ανέφερε ότι πρόθεση του ήταν να ζητήσει όλο το ποσό πριν την παράδοση των εμπορευμάτων απλώς οι ίδιοι δεν έβγαζαν επιταγές για όλο το ποσό και ο ίδιος δεν ήταν πιεστικός γιατί έλπιζε σε μακροχρόνια συνεργασία. Σε υποβολή ότι ζήτησε από τους κατηγορούμενους να του δώσουν 2 -3 επιταγές για να τον διευκολύνουν γιατί είχε ανάγκη από ρευστό και ήθελε να τις παρουσιάσει στην Factors και αυτό έγινε τέλος Απριλίου του 2010, απάντησε ότι οι κατηγορούμενοι ήθελαν διευκόλυνση οι οποίοι ήθελαν να τον πείσουν με διάφορα επιχειρήματα. Αρνήθηκε ότι με όσα έλεγε, όπως μη φοβάστε είμαι δίπλα σας και ότι δεν θα πλήρωναν το ποσό των μηχανημάτων, κέρδισε την εμπιστοσύνη του κατηγορούμενου 3 γι' αυτό του έδωσε στην αρχή επιταγές, και ανέφερε ότι είναι γελοίο και διερωτήθηκε με ποια λογική ένας επιχειρηματίας να έκανε αυτό. Αρνήθηκε ότι υποσχέθηκε στον κατηγορούμενο 3 ότι τις συγκεκριμένες επιταγές δεν θα τις εξαργύρωνε αλλά θα τις έδινε στην Factors για σκοπούς ρευστότητας και διερωτήθηκε εάν υπάρχει κάποιος που δίνει επιταγές έτσι. Σε υποβολή ότι όταν του παραδόθηκαν οι επίδικες επιταγές η κατηγορούμενη 2 δεν το γνώριζε. Ανέφερε ότι είναι ψέμα γιατί και οι δύο ήταν διευθυντές και μετά την πρώτη επιταγή υπήρχε πρόβλημα και πιστεύει ότι η αλλαγή της υπογραφής ήταν σκευωρία για να μην πληρώσουν. Ο Μ.Κ.3, Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, κατέθεσε ως Τεκμήριο 28 Πιστό Αντίγραφο Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής με αριθμό 5659/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στην εν λόγω αγωγή Ενάγοντες και Εναγόμενη είναι αντίστοιχα η παραπονούμενη και κατηγορούμενη 1 της παρούσας υπόθεσης. Επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 29 Πιστό Αντίγραφο της Υπεράσπιση της κατηγορουμένης 1 στην εν λόγω αγωγή και ως Τεκμήριο 30 Πιστό Αντίγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση της παραπονούμενης. Περαιτέρω κατέθεσε ως Τεκμήριο 31 Πιστό Αντίγραφο πρακτικού του Δικαστηρίου στην αγωγή με αριθμό 5659/10 σύμφωνα με το οποίο η αγωγή αποσύρθηκε άνευ βλάβης και απορρίφθηκε, χωρίς έξοδα. Επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 32 Πιστό Αντίγραφο Κλητηρίου Ειδικώς Οπισθογραφημένο της αγωγής με αριθμό 1958/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στην εν λόγω αγωγή Ενάγοντες και Εναγόμενη είναι αντίστοιχα η παραπονούμενη και η κατηγορούμενη 1 της παρούσας υπόθεσης. Περαιτέρω κατέθεσε ως Τεκμήριο 33 Πιστό Αντίγραφο της Υπεράσπισης της κατηγορούμενης 1 στην εν λόγω αγωγή και ως Τεκμήριο 44 Απάντηση στην Υπεράσπιση της παραπονούμενης. Ανέφερε, ότι η αγωγή με αριθμό 1958/11 είναι ορισμένη για Ακρόαση στις 29/01/
- Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Κ.4, υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ανέφερε μεταξύ άλλων, ότι η παραπονούμενη ήταν πελάτης της Factors και διατηρούσε λογαριασμό προεξόφλησης εισπρακτέων με την Laiki Factor Ltd. Εξήγησε τον τρόπο προεξόφλησης εισπρακτέων με βάση τη γραπτή συμφωνία που είχαν με την παραπονούμενη. Ανέφερε ότι η επιταγή με αριθμό 23894530 (Τεκμήριο 6) προεξοφλήθηκε από την Factors. Η εν λόγω επιταγή έγινε κατάθεση στις 16/08/2010 και επιστράφηκε στις 18/08/2010 με την ένδειξη οδηγίες να μην πληρώσουμε. Η επιταγή με αριθμό 22183322 (Τεκμήριο 8) επίσης παραλήφθηκε από την Factors έγινε κατάθεση την 30/08/3010 και επιστράφηκε την 02/09/2010 με δικαιολογία ότι η υπογραφή διαφέρει. Οι επίδικες επιταγές, ανέφερε ότι παραλήφθηκαν από την Factors αλλά δεν έγιναν κατάθεση από την Factors. Με βάση την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 35 φαίνεται ότι στις 08/09/2010 οι επίδικες επιταγές αποσύρθηκαν από το αρχείο της Factors και δόθηκαν στην παραπονούμενη. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι η ημερομηνία που αναγράφεται στο πίσω μέρος κάθε επιταγής, στη σφραγίδα της Factors, είναι η ημερομηνία παράδοσης των επιταγών από την παραπονούμενη στην Factors. Ανέφερε στη συνέχεια, με βάση τη σφραγίδα που υπήρχε στο πίσω μέρος των επιταγών Τεκμήριο 6, 8 και των επίδικων επιταγών την ημερομηνία που έκαστη εκ των προαναφερόμενων επιταγών παραδόθηκε για πρώτη φορά στην Factors. Η κατηγορούμενη στην κυρίως εξέταση της, μεταξύ άλλων ανέφερε ότι γνώρισε τον Μ.Κ.2 μέσω των προϊόντων του και μίλησαν για να τους προτείνει προσφορά για εξοπλισμό για Spa. Ήταν η θέση της ότι ο Μ.Κ.2 προσπάθησε να τη βοηθήσει δίνοντας της ψεύτικες αποδείξεις και τιμολόγια ότι τον πλήρωσε με προκαταβολή για να τα πάρει στην τράπεζα και να πάρει δάνειο και έτσι να αγοράσει όλα αυτά που την συμβούλευσε να βάλει στο χώρο τους. Η ίδια δεν ήθελε να πει ψέματα στην τράπεζα και έτσι δεν το έκανε. Ο Μ.Κ.2 της έλεγε ότι ξέρει καλά τη δουλειά και ότι τα προηγούμενα χρόνια έκανε κοκτέιλ με δικούς του υπαλλήλους εκπαιδευομένους και μπορούσαν να πουλήσουν προγράμματα αισθητικής προσώπου, μόνιμης αποτρίχωσης, αδυνατίσματος και άλλα και να βγάλει πάνω από €50.000 σε δύο μέρες. Της έλεγε ότι θα φέρουν τα πράγματα που θεωρούν ότι χρειάζονται, για να πουλήσουν προγράμματα και αναλάμβαναν εκείνοι, την μέρα του κοκτέιλ πάρτυ εγκαινίων, να πουλήσουν. Η συνεννόηση ήταν ότι σε περίπτωση που δεν πήγαιναν καλά στα εγκαίνια θα επέστρεφαν τα εμπορεύματα, αν και ο Μ.Κ.2 τους διαβεβαίωνε ότι σίγουρα θα πήγαιναν καλά και θα έβγαζαν τα λεφτά για τον εξοπλισμό. Αρχές Ιουνίου 2010 ο Μ.Κ.2 της έδωσε κατάσταση που δείχνει τι την χρέωσε και ακριβώς τα ίδια ότι τα έκανε επιστροφή. Αρχές με μέσα Ιουλίου 2010 έκανε εγκαίνια. Ο Μ.Κ.2 και οι συνεργάτες του δεν πούλησαν τίποτα και δεν βγήκε κανένα κέρδος. Αμέσως μετά τα εγκαίνια είπε στον Μ.Κ.2 ότι είναι δύσκολο να κάνει μια τέτοια μεγάλη επένδυση σε αυτά τα μηχανήματα ακόμα και αν είχε τα χρήματα, αφού το πάρτυ είχε γίνει, και δεν κατάφεραν να πουλήσουν τίποτα. Γι' αυτό του είπε να κρατήσουν την αρχική τους συμφωνία δηλαδή να τα πάρει όλα πίσω. Παρόλα αυτά ο Μ.Κ.2 της είπε να τα κρατήσει για κάποιο χρονικό διάστημα γιατί ως της ανέφερε είχε μιλήσει με πολλές πελάτισσες και ότι εντός ημερών θα πήγαιναν στο χώρο με λεφτά για να αγοράσουν πακέτα. Την έπεισε να τα κρατήσει λίγο ακόμα. Πέρασε ο Ιούλιος, ενώ για τον Αύγουστο της είπε ότι είναι νεκρός μήνας για μία τέτοια δουλειά. Το φοβήθηκε πολύ και λόγω του ότι είχε έξω κάποιες επιταγές σε άλλους συνεργάτες, είπε στον πατέρα της, στα μέσα Αυγούστου να τις σταματήσει και μίλησε η ίδια με τους ανθρώπους στους οποίους έδωσε τις επιταγές για να τους πληρώσει σιγά, σιγά με μετρητά, όπως και έκανε. Μετά από λίγες ημέρες πήγε να πάρει κάποια χρήματα που χρειαζόταν από την τράπεζα και δεν υπήρχαν. Ρώτησε τον πατέρα της και της είπε ότι είχε περάσει μία επιταγή των €5.
- Του είπε αφού τις έκανε stop payment. Αυτός της είπε ότι είναι μία άλλη που έκοψε ο ίδιος στον Μ.Κ.2 χωρίς να το γνωρίζει αυτή. Του είπε ότι δεν έπρεπε να του κόψει επιταγή γιατί θα επέστρεφαν τα πράγματα. Θύμωσε και έτσι τότε αποφάσισε να υπογράφει μόνο αυτή για να ξέρει καλύτερα πως κινούνται τα έξοδα. Τέλος Αυγούστου έδωσε οδηγίες στην τράπεζα και αφαίρεσε τον πατέρα της από υπογραφέα επιταγών. Κάλεσε τον Μ.Κ.2 να πάει να πάρει τα πράγματα του γιατί έβλεπε ότι δεν είχε δουλειά και δεν ήθελε να περιμένει άλλο. Ο Μ.Κ.2 άρχισε τις δικαιολογίες, άλλαζε τη συμφωνία και ήθελε να τον πληρώσει. Για τις υπόλοιπες επιταγές έμαθε μόνο όταν έλαβε κλήση για το Δικαστήριο. Ήταν η θέση της πως αφού δεν έκανε η ίδια το δάνειο με τις ψεύτικες αποδείξεις έκανε ο Μ.Κ.2 με άλλον τρόπο. Με την πρόφαση όπως είπε στον πατέρα της ότι δεν θα κατέθετε τις επιταγές ποτέ, πήρε τις επιταγές. Κατά την αντεξέταση της, ανέφερε ότι η συμφωνία ότι τα μηχανήματα που θα τους προμήθευε η παραπονούμενη θα πληρώνονταν από τα λεφτά των παραγγελιών κατά τα εγκαίνια, έγινε πριν την τοποθέτηση των μηχανημάτων, γι' αυτό της έδωσε και ένα χαρτί ότι €45.000 βάζει και €45.000 βγάζει. Ήταν επίσης η θέση της ότι ο λόγος που η παραπονούμενη έκανε επιστροφή των μηχανημάτων πριν γίνουν τα εγκαίνια, ήταν ακριβώς γιατί τα μηχανήματα δεν θα τα κρατούσε. Κληθείσα να αναφέρει τότε γιατί έδωσε αυτή και ο πατέρας της, επιταγές, ανέφερε ότι η ίδια δεν έδωσε ποτέ επιταγές. Αρνήθηκε υποβολή ότι ήταν παρούσα και είχε γνώση της έκδοσης και παράδοσης των επίδικων επιταγών στην παραπονούμενη από τον πατέρα της. Αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι διαβεβαίωνε τόσο αυτή όσο και ο πατέρας της τον Μ.Κ.2 ότι θα φρόντιζαν να πληρώνονταν οι επιταγές στην έκδοση και παρουσίαση τους. Επανέλαβε ότι δεν ήταν παρούσα, δεν ήξερε, ούτε συμφώνησε στην έκδοση των επιταγών. Ήταν η θέση της ότι τα μηχανήματα μπήκαν για τα εγκαίνια και αν κατάφερνε ο Μ.Κ.2 να πωλήσει θα τα κρατούσε αλλά δεν πώλησε τίποτε και του είπε να τα πάρει πίσω. Αρνήθηκε υποβολή ότι το τιμολόγιο και η απόδειξη που ανέφερε ότι της δόθηκαν από τον Μ.Κ.2 για σκοπούς εξασφάλισης δανείου ήταν προκαταρκτικά, υπολογίζοντας περίπου τι ήθελαν για το ινστιτούτο, το οποίο θα διαφοροποιείτο στο τέλος με τα ακριβή προϊόντα που θα παράγγελλαν. Αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι οτιδήποτε προκαταρκτικό τους δόθηκε, τους δόθηκε γιατί το ζήτησε η ίδια και ο πατέρας της, για να εξασφαλίσουν δάνειο για να πληρώσουν τα εμπορεύματα που θα παράγγελλαν για την εταιρεία τους. Ήταν η θέση της ότι δεν αγόρασε από την παραπονούμενη τα εμπορεύματα που μπήκαν στο ινστιτούτο της πριν από τα εγκαίνια αλλά αυτά της τα έβαλε η παραπονούμενη, η οποία θεωρούσε ότι στα εγκαίνια θα πωλούσαν διάφορα πακέτα και θα έβγαζαν πάρα πολλά λεφτά και έτσι θα μπορούσε αυτή να αγοράσει και ο Μ.Κ.2 να πάρει το κέρδος. Επανέλαβε ότι η συμφωνία ήταν να τοποθετήσουν τα εμπορεύματα και αν στα εγκαίνια έβγαιναν τα λεφτά που έλεγε ο Μ.Κ.2, θα άφηνε τα μηχανήματα και τα υπόλοιπα προϊόντα και εάν δεν γίνουν όπως της τα έλεγε ο Μ.Κ.2 θα τα έπαιρνε πίσω. Ανέφερε επίσης ότι περιμένει μέχρι και σήμερα να τα πάρει πίσω. Αρνήθηκε ότι ο Μ.Κ.2 μετά την επιστροφή των επιταγών τους ζήτησε επανειλημμένα στην παρουσία της ίδιας και του πατέρα της να του επιστρέψουν τα μηχανήματα και αρνήθηκαν. Κληθείς να αναφέρει γιατί είχε στην κατοχή της το Τεκμήριο 38 αφού δεν υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία αγοράς των εμπορευμάτων, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ανέφερε ότι με το έγγραφο αυτό δεν τη χρεώνει κάποιος γι' αυτά τα πράγματα αλλά είναι επιστροφή, άρα είναι απόδειξη ότι δεν αγόρασε τα εμπορεύματα και δεν έκανε κάποια συμφωνία και αυτό το έγγραφο εκδόθηκε στις 8.6.2010 αλλά σε ανύποπτο χρόνο της το έδωσε. Αρνήθηκε υποβολή ότι ποτέ δεν έγινε οποιαδήποτε πίστωση επιστροφή σύμφωνα με το Τεκμήριο 38 από την παραπονούμενη του ποσού των €45.000 και ότι ουδέποτε της παρέδωσαν τέτοια κατάσταση. Ήταν επίσης η θέση της ότι δεν συμφώνησε να αγοράσει κάτι από την παραπονούμενη για να εκδώσει επιταγές άρα δεν πήγε να κάνει stop payment επιταγές της παραπονούμενης. Ούτε γνώριζε ότι η εταιρεία έβγαλε επιταγές προς την παραπονούμενη για να ξέρει και πόσες θα έκανε stop payment. Σε υποβολή ότι γνώριζε πολύ καλά και προσωπικά τόσο για την έκδοση των επιταγών όσο και για τη μη πληρωμή τους, απάντησε ότι δεν γνώριζε ούτε για την έκδοση ούτε για τη μη πληρωμή. Ανέφερε περαιτέρω ότι εάν γνώριζε για την έκδοση των επιταγών θα έκανε και αυτές stop payment όπως έκανε και για κάποιες άλλες επιταγές. Σε υποβολή ότι σκόπιμα έδωσε οδηγίες στην τράπεζα για αλλαγή του δείγματος υπογραφής, ούτως ώστε γνωρίζοντας ότι θα κατατίθεντο σύμφωνα με τις ημερομηνίες οι επιταγές σύντομα, να μην πληρωθούν επειδή δεν είχαν λεφτά, απάντησε αρνητικά και επανέλαβε ότι δεν γνώριζε και ότι εάν είχε γενικά σκοπό θα έκανε stop payment και τις άλλες επιταγές. Ήταν η θέση της ότι ο λόγος που έκανε την αλλαγή στα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα, ήταν ως ανέφερε, για να υπογράφει ένα άτομο να μην γίνεται μπάχαλο, να μην ξέρουν ποιού χρωστούν και ποιον πληρώνουν. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα Θα πρέπει να σημειώσω στο σημείο αυτό ότι από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσα από την ακροαματική διαδικασία, προκύπτει ότι μέρος των γεγονότων είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων, είτε παρέμειναν αναμφισβήτητα όπως διαπιστώνεται από την αντεξέταση των μαρτύρων. Έχοντας επίσης υπόψη την αρχή ότι δεν αναμένεται από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται, (βλ. Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454), στο σημείο αυτό προχωρώ να καταγράψω τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα οποία υιοθετούνται από το Δικαστήριο και καθίστανται αμέσως ευρήματα αυτού. Ø Η παραπονούμενη ασχολείται με εισαγωγές και πωλήσεις προϊόντων αισθητικής και εξοπλισμού ινστιτούτων αισθητικής, γυμναστηρίων, καλλυντικών και άλλων συναφών ειδών. Ο Μ.Κ.2 είναι ένας εκ των Διευθυντών της παραπονούμενης. Ø Ο Ξένιος Νικολάου, πατέρας της κατηγορουμένης 2, αποφάσισε όπως το κατάστημα ρούχων που είχε, μετατραπεί σε κομμωτήριο - spa (στο εξής «το ινστιτούτο»). Ο Ξένιος Νικολάου και η κατηγορούμενη 2 γνώρισαν τον Μ.Κ.2 λόγω της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Ø Η κατηγορούμενη 1 από τις 2.9.2005 διατηρούσε το λογαριασμό 30-40-15964-4 στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, ημερομηνίας 2.9.2005 τον εν λόγω λογαριασμό δέσμευαν με την υπογραφή τους ο Ξένιος Νικολάου και η κατηγορουμένη 2 από κοινού ή κεχωρισμένως, οι οποίοι ήταν οι Διευθυντές της κατηγορουμένης
- Ø Η κατηγορούμενη 1 με νέα απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, ημερομηνίας 26.8.2010 (Τεκμήριο 9), αποφάσισε όπως το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο το οποίο θα δεσμεύει με την υπογραφή του τον προαναφερόμενο λογαριασμό είναι η κατηγορουμένη 2, η οποία ήταν πλέον η μόνη Διευθύντρια της κατηγορουμένης
- Ø Στις 4.5.2010 η παραπονούμενη τοποθέτησε στο ινστιτούτο της κατηγορούμενης 1 τα εμπορεύματα (μηχανήματα και αναλώσιμα προϊόντα) που αναφέρονται στο τιμολόγιο με αριθμό Ε00076934, ημερομηνίας 4.5.2010 συνολικής αξίας €45.715,
- Το τιμολόγιο παραδόθηκε την ίδια ημέρα από τον Μ.Κ.2 στον Ξένιο Νικολάου, ο οποίος το υπέγραψε. Ø Η κατηγορούμενη 1 δια της υπογραφής του Ξένιου Νικολάου εξέδωσε και παρέδωσε στην παραπονούμενη τις ακόλουθες επιταγές, όλες του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού:
(1)επιταγή με αριθμό 23894530, για το ποσό των €1.500, ημερομηνίας 15.8.2010 (Τεκμήριο 6),
(2)επιταγή με αριθμό 22183322, για το ποσό των €7.000, ημερομηνίας 30.8.2010 (Τεκμήριο 8) και
(3)επιταγή με αριθμό 2218332, για το ποσό των €5.000, ημερομηνίας 30.7.2010. Ø Επίσης η κατηγορούμενη 1 δια της υπογραφής του Ξένιου Νικολάου, εξέδωσε και παρέδωσε στην παραπονούμενη τις επίδικες επιταγές, που αναφέρονται στην συνέχεια, όλες του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού:
(1)επιταγή με αριθμό 23894531, για το ποσό των €1.500, ημερομηνίας 15.9.2010 (Τεκμήριο 10),
(2)επιταγή με αριθμό 22183323, για το ποσό των €7.000, ημερομηνίας 30.9.2010 (Τεκμήριο 11),
(3)επιταγή με αριθμό 23894532, για το ποσό των €1.000, ημερομηνίας 15.10.2010 (Τεκμήριο 12),
(4)επιταγή με αριθμό 23104920, για το ποσό των €8.500, ημερομηνίας 15.12.2010 (Τεκμήριο 13),
(5)επιταγή με αριθμό 23894533, για το ποσό των €1.000, ημερομηνίας 15.12.2010 (Τεκμήριο 14),
(6)επιταγή με αριθμό 22183347, για το ποσό των €7.500, ημερομηνίας 30.10.2010 (Τεκμήριο 15) και
(7)επιταγή με αριθμό 22183348, για το ποσό των €8.500, ημερομηνίας 30.11.2010 (Τεκμήριο 16). Ø Αρχές με μέσα Ιουλίου 2010 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του ινστιτούτου. Στα εγκαίνια παρευρίσκετο ο Μ.Κ.2 με προσωπικό της παραπονούμενης το οποίο προωθούσε την πώληση διαφόρων προγραμμάτων αισθητικής και προϊόντων της παραπονούμενης. Παραδεκτά Γεγονότα Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω στο σημείο αυτό τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία αποτελούν πλέον αδιαμφισβήτητα γεγονότα αναγόμενα σε δεδομένα και ως τέτοια συνιστούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Ø Οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν στην Ελληνική Τράπεζα για πληρωμή από την παραπονούμενη στην ημερομηνία που φαίνεται στη σφραγίδα της Ελληνικής Τράπεζας στην κάθε επιταγή. Ø Οι επιταγές τεκμήρια 10, 11, 12 και 15 (εκ των επίδικων επιταγών) μετά την κατάθεση τους στην Ελληνική Τράπεζα παραδόθηκαν στο Κέντρο Επεξεργασίας επιταγών της Συνεργατικής Κεντρικής, οι οποίες στη συνέχεια παραδόθηκαν για τεχνικό και λογιστικό έλεγχο και παρουσίαση για πληρωμή, στην εκδότρια τράπεζα που είναι το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού και το οποίο τις επέστρεψε απλήρωτες με την ένδειξη ως φαίνεται στη σφραγίδα του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, «η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή μας». Ø Η επιταγή τεκμήριο 6 μετά την κατάθεση της στη Λαϊκή Τράπεζα παραδόθηκε στο Κέντρο Επεξεργασίας επιταγών της Συνεργατικής Κεντρικής το οποίο στη συνέχεια την παρέδωσε για τεχνικό και λογιστικό έλεγχο και παρουσίαση στην εκδότρια τράπεζα, ήτοι το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, το οποίο την επέστρεψε απλήρωτη στις 18.8.10 με την ένδειξη ως φαίνεται από τη σφραγίδα του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, «οδηγίες για μη πληρωμή της επιταγής». Ø Η επιταγή τεκμήριο 8 μετά την κατάθεση της στην Λαϊκή Τράπεζα παραδόθηκε στο Κέντρο Επεξεργασίας επιταγών της Συνεργατικής Κεντρικής, η οποία στη συνέχεια παραδόθηκε για τεχνικό και λογιστικό έλεγχο και παρουσίαση στην εκδότρια τράπεζα, ήτοι το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού το οποίο την επέστρεψε απλήρωτη στις 2.9.10 με την ένδειξη ως φαίνεται στη σφραγίδα του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, «η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή μας». Ø Οι επιταγές τεκμήρια 13, 14 και 16 (εκ των επίδικων επιταγών) κατατέθηκαν σε υποκατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας στη Λευκωσία για πληρωμή οι οποίες στη συνέχεια απεστάλησαν στο Clearing House της Ελληνικής Τράπεζας. Εκεί έγινε σάρωση τους, δημιουργία ηλεκτρονικού αρχείου και εικόνων και φύλαξη των φυσικών επιταγών και αποστολή του ηλεκτρονικού αρχείου στο διακομιστή που είναι εδώ η εταιρεία NCR. Στην συνέχεια έγινε από την NCR αποστολή του ηλεκτρονικού αρχείου στο Cleaning House της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λευκωσίας η οποία στη συνέχεια απέστειλε ηλεκτρονικά το αρχείο και εικόνες των εν λόγω επιταγών στην εκδότρια Τράπεζα, ήτοι το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού όπου, ελεγχθήκαν για επιστροφή και πληρωμή από αξιωματούχο και έγινε καταχώρηση επιστροφής σε ηλεκτρονική μορφή και δημιουργία ηλεκτρονικού αρχείου επιστροφής και αποστολής στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα με οδηγίες να επιστραφούν στο δικαιούχο καθ' ότι «η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή μας». Ø Στη συνέχεια η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα μετά την παραλαβή του αρχείου επιστροφών απέστειλε ηλεκτρονικά το αρχείο επιστροφών προς τον διακομιστή ο οποίος την απέστειλε πίσω στο Clearing της Ελληνικής Τράπεζας και οι οποίοι στη συνέχεια έθεσαν την σφραγίδα στην κάθε επιταγή με την ένδειξη «η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή μας» ως οι οδηγίες του αξιωματούχου του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού και απεστάλησαν πίσω στο υποκατάστημα της Ελληνικής απ' όπου και επιστραφήκαν στην παραπονούμενη - δικαιούχο. Ø Όλες οι επιταγές δηλαδή τα τεκμήρια 6, 8, 10, 11, 12, 13, 14, 15 και 16 υπογράφηκαν από τον Ξένιο Νικολάου. Ø Οι οδηγίες Τεκμήριο 7 δόθηκαν από τον Ξένιο Νικολάου. Ø Οι οδηγίες Τεκμήριο 9 δόθηκαν από την κατηγορούμενη
- Ουσιώδη Ζητήματα και Αμφισβητούμενα Γεγονότα Τα ουσιώδη ζητήματα και τα αμφισβητούμενα γεγονότα, έχοντας υπόψη τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενες 1 και 2, γύρω από τα οποία θα περιστραφεί κυρίως και η αξιολόγηση της σχετικής μαρτυρίας αφορούν τα ακόλουθα: (α) ποιο ήταν το περιεχόμενο της συμφωνίας μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενης 1; (β) η κατηγορούμενη 2 γνώριζε για την έκδοση των επίδικων επιταγών και την παράδοση τους στην παραπονούμενη; (γ) σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο δεύτερο ερώτημα, τότε, το ερώτημα που εγείρεται είναι, κατά πόσο η κατηγορουμένη 2 είχε κατά νου τι θα επιφέρει με τις πράξεις της ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων; Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα: Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία και τη μαρτυρία τους προς εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων. Κριτήρια για την αξιολόγηση αυτή είναι οι παρατηρήσεις μου για τη συνολική εικόνα των μαρτύρων, που περιλαμβάνουν τον τρόπο που απαντούσαν στις ερωτήσεις, δηλαδή την αμεσότητα στις απαντήσεις, την πειστικότητα και τεκμηρίωση των όσων έλεγαν, την ευθύτητα ή τυχόν τάση για υπεκφυγή, τη διασταύρωση με άλλη μαρτυρία των όσων έλεγαν όπως έγγραφη ή προφορική και τέλος περιλαμβάνει και την εικόνα που έχω σχηματίσει για τον κάθε μάρτυρα έχοντας υπόψιν το ύφος, τη συμπεριφορά του και γενικά τις αντιδράσεις του ενόσω ευρίσκετο στο εδώλιο. Όλα τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τις αρχές και τα διδάγματα της κοινής λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας αποτελούν τη μέθοδο αξιολόγησης στην υπόθεση. Αρχίζοντας από τον Μ.Κ.1 σημειώνω ότι γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Θεωρώ ότι σε γενικές γραμμές είπε την αλήθεια, εκτός από κάποιες αναφορές του, για τις οποίες θα προβώ σε ξεχωριστό σχολιασμό κατωτέρω, οι οποίες τιθέμενες στη βάσανο της αξιολόγησης με βάση τις προαναφερθείσες αρχές δεν μπορούν να γίνουν δεκτές, χωρίς αυτό να επηρεάζει τη συνολική καλή εικόνα που έχω σχηματίσει για αυτόν. Κατ' αρχάς, αρκετές από τις θέσεις του Μ.Κ.1 δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του, όπως για παράδειγμα ότι σύμφωνα με τα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της κατηγορουμένης 1 ημερομηνίας 2.9.2005, τα άτομα που δέσμευαν με την υπογραφή τους τον λογαριασμό της ήταν ο Ξένιος Νικολάου και η κατηγορούμενη 2, από κοινού ή κεχωρισμένως. Επίσης, δεν αμφισβητήθηκε ότι η κατηγορούμενη 1 με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, ημερομηνίας 26.8.2010, εξουσιοδότησε να υπογράφει για τον λογαριασμό της την κατηγορούμενη
- Ούτε έχει αμφισβητηθεί το μέρος της μαρτυρίας του που αφορά την παρουσίαση των επίδικων επιταγών για εξαργύρωση και ο λόγος που δεν εξαργυρώθηκαν και επιστράφηκαν. Αυτό το οποίο αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, ήταν οι ισχυρισμοί του ότι οι κατηγορούμενοι πρέπει να ενημερώθηκαν από την Τράπεζα για το λόγο μη εξαργύρωσης των επίδικων επιταγών, ως επίσης ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι οι επιταγές τους επιστρέφονταν ανεξαργύρωτες. Θα πρέπει να παρατηρήσω ότι ο ισχυρισμός του ότι οι κατηγορούμενοι πρέπει να ενημερώθηκαν από την Τράπεζα για τον λόγο μη εξαργύρωσης των επίδικων επιταγών, δεν είναι προϊόν προσωπικής του γνώσης αλλά εικασιών, αφού δεν θυμόταν συγκεκριμένα εάν ο ίδιος ενημέρωσε τους κατηγορουμένους, ούτε ήταν σε θέση να αναφέρει συγκεκριμένα από ποιο πρόσωπο έτυχαν ενημέρωσης οι κατηγορούμενοι. Ο ισχυρισμός του ότι το γραφείο του είναι δίπλα από το γραφείο του Τμηματάρχη και άκουγε να ενημερώνει πελάτες, ο οποίος, ως ανέφερε, συνήθως ενημέρωνε τους πελάτες για την επιστροφή των επιταγών τους, δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα ούτε για το ότι και στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορούμενοι έτυχαν ενημέρωσης από τον Τμηματάρχη για την επιστροφή των επίδικων επιταγών και ούτε τον λόγο που αυτές επιστράφηκαν. Η προηγούμενη δε τοποθέτηση του ότι δεν θυμόταν ποιος επικοινώνησε μαζί με τους κατηγορούμενους για να τους ενημερώσει για την επιστροφή των επίδικων επιταγών, αλλά και της θέσης του ότι υπήρχαν και περιπτώσεις όπου δεν ενημερώνονταν οι πελάτες για την επιστροφή των επιταγών τους αλλά και ότι δεν είναι υπόχρεη η Τράπεζα να ενημερώνει σχετικά με τα ανωτέρω τους πελάτες της, ενδυναμώνει τις αμφιβολίες του Δικαστήριο ότι ο Μ.Κ.1 γνώριζε θετικά ότι οι κατηγορούμενες 1 και 2 αλλά και ο Ξένιος Νικολάου ενημερώθηκαν για την επιστροφή των επίδικων επιταγών και τον λόγο που αυτές επιστράφηκαν. Είναι επίσης προφανές πως αποτελούν εικασίες και οι ισχυρισμοί του ότι οι κατηγορούμενοι είχαν γνώση για την επιστροφή των επίδικων επιταγών γιατί λάμβαναν μηνύματα στο κινητό τους τηλέφωνο και γιατί λάμβαναν τις καταστάσεις λογαριασμού, αφού ο Μ.Κ.1 δεν ανέφερε οτιδήποτε που να υποστηρίζει και να τεκμηριώνει τη σχετική του τοποθέτηση. Ενώ αντίθετα κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι το σύστημα της Τράπεζας που αποστέλλει μηνύματα στα κινητά τηλέφωνα των πελατών της, χειρίζεται η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και ο ίδιος δεν γνωρίζει σε ποιες περιπτώσεις αποστέλλονται μηνύματα. Εν πάση περιπτώσει οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του Μ.Κ.1 δεν τέθηκαν στην κατηγορούμενη 2 κατά την αντεξέταση της από την συνήγορο της Κατηγόρου για να τοποθετηθεί. Παρά το ότι, έχω απορρίψει το μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 που σχολιάζεται ανωτέρω, θεωρώ ότι η υπόλοιπη μαρτυρία του πέραν του μέρους που σχολιάζεται ανωτέρω, δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, ήταν πειστική, συνεπής και σταθερή. Περαιτέρω μέρος αυτής επιβεβαιώνεται από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και από τα παραδεκτά γεγονότα. Συνεπώς, πλην των πιο πάνω αναφορών του Μ.Κ.1 οι οποίες σχολιάζονται, αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη και ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Από το συνδυασμό των παραδεκτών γεγονότων, των σφραγίδων επί των επίδικων επιταγών και την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.1 καθώς και τα γεγονότα που αποτελούν είτε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων είτε προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα όπως αυτά παρατίθενται ανωτέρω, τα ακόλουθα γεγονότα αποτελούν περαιτέρω ευρήματα του Δικαστηρίου: Ø Οι επίδικες επιταγές Τεκμήρια 10, 11 και 12 κατατέθηκαν στην Ελληνική Τράπεζα για πληρωμή από την παραπονούμενη στις 13.10.2010 και επιστράφηκαν απλήρωτες στις 21.10.2010 με ενυπόγραφη σφραγίδα με την ένδειξη «Η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή μας». Ø Οι επίδικες επιταγές Τεκμήρια 13 και 14 κατατέθηκαν στην Ελληνική Τράπεζα για πληρωμή από την παραπονούμενη στις 16.12.2010 και επιστράφηκαν απλήρωτες στις 20.12.2010 με ενυπόγραφη σφραγίδα με την ένδειξη «Η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή μας». Ø Η επίδικη επιταγή Τεκμήριο 15 κατατέθηκε στην Ελληνική Τράπεζα για πληρωμή από την παραπονούμενη στις 8.11.2010 και επιστράφηκε απλήρωτη στις 11.11.2010 με ενυπόγραφη σφραγίδα με την ένδειξη «Η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή μας». Ø Η επίδικη επιταγή Τεκμήριο 16 κατατέθηκε στην Ελληνική Τράπεζα για πληρωμή από την παραπονούμενη στις 6.12.2010 και επιστράφηκε απλήρωτη στις 9.12.2010 με ενυπόγραφη σφραγίδα με την ένδειξη «Η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή μας». Ø Το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού δεν ενημέρωσε ούτε την κατηγορούμενη 1, ούτε την κατηγορούμενη 2, ούτε τον Ξένιο Νικολάου είτε τηλεφωνικώς είτε δια μηνύματος στο κινητό τηλέφωνο τους, για την επιστροφή των επίδικων επιταγών και τον λόγο που επιστράφηκαν απλήρωτες οι επίδικες επιταγές. Ø Το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού δεν ρώτησε την κατηγορούμενη 1 είτε δια της κατηγορουμένης 2, είτε δια του Ξένιου Νικολάου εάν δέχεται να πληρωθούν οι επίδικες επιταγές παρόλο που διαφέρει η υπογραφή του εκδότη. Τη μαρτυρία τόσο του Μ.Κ.2 όσο και της κατηγορουμένης 2 κρίνω ευχερέστερο να σχολιάσω σωρευτικά. Εκ προοιμίου, θα πρέπει να παρατηρήσω ότι το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 παρουσιάζει αρκετές αδυναμίες και κενά, τα οποία έχουν δημιουργήσει αρνητική εικόνα και ερωτηματικά ως προς την ειλικρίνεια του αναφορικά με ουσιώδη της υπόθεσης γεγονότα. Μου άφησε την εντύπωση ότι προσπαθούσε επιτηδευμένα με κάθε τρόπο να ενισχύσει τη θέση του και να στηρίξει έτσι την υπόθεση της παραπονούμενης, ανεπιτυχώς βεβαίως, αφού για τους λόγους που αναλυτικά εξηγούνται κατωτέρω στην προσπάθεια του αυτή προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, επίσης σε ουσιώδη θέματα η μαρτυρία του άλλοτε ήταν συγκεχυμένη και άλλοτε ασυνεπής με προηγούμενες δικές του τοποθετήσεις. Σε άλλες δε περιπτώσεις είτε απέφευγε να απαντήσει άμεσα σε ερωτήσεις που του υποβάλλονταν είτε αρνείτο να απαντήσει. Αντίθετα η κατηγορούμενη 2 δημιούργησε θετική εικόνα προς το Δικαστήριο. Αξιολογώντας τη μαρτυρία της λέω ότι ήταν σαφής και θετική. Εξιστόρησε με άνεση, ευθύτητα και σταθερότητα τα γεγονότα που αφορούσαν την συνεργασία μεταξύ της παραπονούμενης και της κατηγορούμενης
- Η κατηγορουμένη 2 απαντούσε με ευθύτητα και ετοιμότητα σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, επέμενε στις θέσεις της αντικρούοντας τις εισηγήσεις της Κατηγόρου, και δίνοντας όλες τις απαραίτητες εξηγήσεις για να υποστηρίξει τη θέση της. Θεωρώ ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει το τί πραγματικά έλαβε χώρα. Θεωρώ ότι ήταν σε τέτοιο βαθμό ειλικρινής που δεν δίστασε να αναφέρει ευθαρσώς ότι αν γνώριζε για την έκδοση των επίδικων επιταγών, θα έδινε οδηγίες ανάκλησης της πληρωμής τους. Ενδεικτικά σημεία της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 και της κατηγορούμενης 2 τα οποία οδήγησαν το Δικαστήριο στην πιο πάνω κατάληξη του παρατίθενται κατωτέρω. Κατ' αρχάς σημειώνω ότι τα κύρια ζητήματα τα οποία αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, είναι κατά πόσο συμφωνήθηκε η αγορά των εμπορευμάτων (μηχανήματα και αναλώσιμα προϊόντα) που τοποθετήθηκαν στο ινστιτούτο της κατηγορούμενης 1 στις 4.5.2010 από την παραπονούμενη και κατά πόσο η κατηγορούμενη 2 γνώριζε για την έκδοση των επίδικων επιταγών. Η εκδοχή του Μ.Κ.2 ότι η παραπονούμενη πώλησε τα εμπορεύματα που τοποθετήθηκαν στο ινστιτούτο της κατηγορούμενης 1 στις 4.5.2010 και σε καμία περίπτωση δεν συμφώνησε να τοποθετηθούν τα μηχανήματα και αναλώσιμα προϊόντα με τη δέσμευση να τα πάρει πίσω αν δεν πραγματοποιούνταν οι πωλήσεις που έλεγε ότι θα πραγματοποιούνταν κατά την ημέρα των εγκαινίων, ως ήταν η εκδοχή της κατηγορουμένης 2, δεν έπεισε. Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής ο Μ.Κ.2 επικαλέστηκε την υπογραφή του τιμολογίου (Τεκμήριο 20) από τον Ξένιο Νικολάου κατά την τοποθέτηση των μηχανημάτων, ως επίσης ότι εκδόθηκαν και παραδόθηκαν μεταξύ άλλων και οι επίδικες επιταγές. Αυτό που κλονίζει όμως την αξιοπιστία του Μ.Κ.2 ως προς την προαναφερόμενη εκδοχή του, είναι το γεγονός ότι καμία λογική και πειστική εξήγηση δεν έδωσε γιατί σε κανένα από τα τιμολόγια της δέσμης τιμολογίων (Τεκμήριο 22), τα οποία ακολούθησαν της έκδοσης του τιμολογίου 20, στα οποία καταγράφεται το προηγούμενο υπόλοιπο, δεν καταγράφεται το οφειλόμενο ποσό των €45.715,56 που αφορά το πρώτο τιμολόγιο που εκδόθηκε, ήτοι το Τεκμήριο 20 και το οποίο αφορά τα μηχανήματα και αναλώσιμα προϊόντα που τοποθετήθηκαν στις 4.5.2010 στο ινστιτούτο της κατηγορουμένης
- Κατ' αρχάς η μαρτυρία του ως προς τον τρόπο που ετοιμάζεται μία κατάσταση λογαριασμού κάθε πελάτη και στην προκειμένη περίπτωση της κατηγορουμένης 1 αλλά και ο λόγος που στα τιμολόγια δεν φαίνεται το πραγματικά οφειλόμενο υπόλοιπο, ήταν ασυνεπής, ασαφής και στερείται πειστικότητας. Αναφορικά με τον τρόπο που τηρείται μία κατάσταση λογαριασμού πελάτη, αρχικά ανέφερε ότι τα τιμολόγια που εκδίδονται μπαίνουν αυτόματα στην κατάσταση λογαριασμού του πελάτη. Ακολούθως ανέφερε ότι πρώτα ελέγχονται από τον λογιστή, μπαίνουν σε φάιλ και ακολούθως μπαίνουν στην κατάσταση λογαριασμού. Ενώ στην συνέχεια ανέφερε ότι ένα τιμολόγιο καταχωρείται και εμφανίζεται στην κατάσταση λογαριασμού, αφού γίνει η παράδοση της παραγγελίας και υπογραφεί από τον πελάτη ότι παρέλαβε, διπλοελεγχθεί στην συνέχεια από το λογιστή και αν έγινε αλλαγή στο τιμολόγιο το περνά στην κατάσταση. Ενώ στην συνέχεια ανέφερε ότι το τιμολόγιο είναι ήδη καταχωρημένο στην κατάσταση. Ακολούθως, κληθείς να διευκρινίσει εάν με την προαναφερόμενη τοποθέτηση του σημαίνει ότι το τιμολόγιο είναι ήδη περασμένο πριν από την παράδοση, ανέφερε ότι το τιμολόγιο περνιέται όταν παραδοθεί η παραγγελία αλλά περαιτέρω ανέφερε ότι υπάρχει το ποσό μέσα στην κατάσταση. Στη συνέχεια δε της αντεξέτασης του, κληθείς να αναφέρει εάν δεν θα φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού το τιμολόγιο σε περίπτωση που δεν το δει ο λογιστής, απάντησε ότι δεν μπορεί να απαντήσει γιατί δεν ξέρει προτρέποντας τον συνήγορο Υπεράσπισης να επικοινωνήσει με τον λογιστή για να του απαντήσει. Τα προαναφερόμενα σημεία της μαρτυρίας του, κατά την άποψη μου, καταδεικνύουν ότι Μ.Κ.2 απέφυγε να δώσει μια ξεκάθαρη εκδοχή ως προς αυτό το θέμα. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι δεν γνώριζε πώς τηρείται μία κατάσταση λογαριασμού γι' αυτό δεν έδινε σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις αφού η προαναφερόμενη μαρτυρία αλλά και η μαρτυρία του για το περιεχόμενο των τιμολογίων στην οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια καταδεικνύουν ακριβώς ότι είχε γνώση. Άλλωστε το λογικό θα ήταν αν δεν γνώριζε για τον τρόπο που τηρείτο μία κατάσταση λογαριασμού να το έλεγε από την αρχή. Θεωρώ ότι επέλεξε να προβάλει για πρώτη φορά ότι δεν είναι ο τομέας του η τήρηση της κατάστασης λογαριασμού και επομένως δεν είχε γνώση αν θα φαίνεται ένα τιμολόγιο στην κατάσταση λογαριασμού αν δεν το δει ο λογιστής, ως επίσης εάν υπήρχε η δυνατότητα να αφαιρεθεί μία πληρωμή από την κατάσταση λογαριασμού, όταν αντιλήφθηκε ότι η Υπεράσπιση επιχειρούσε με τις ερωτήσεις της να αποδείξει την δυνατότητα παραποίησης της κατάστασης λογαριασμού της κατηγορουμένης 1 που τηρούσε η παραπονούμενη, αφαιρώντας την πίστωση του ποσού των €45.715,56 που αφορά το πρώτο τιμολόγιο που εκδόθηκε, ήτοι το Τεκμήριο
- Αξίζει δε να σημειωθεί ότι δεν απέρριψε υποβολή ότι παρενέβη και άλλαξε την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 21) απαντώντας ότι οι καταστάσεις διορθώνονται από τους λογιστές και αν έγινε διόρθωση αυτή έγινε από το λογιστή. Αναφορικά δε με την αιτιολογία που έδωσε, για το περιεχόμενο της δέσμης τιμολογίων (Τεκμήριο 22) και ειδικότερα του τιμολογίου με αριθμό Ε00077282, ημερομηνίας 14.5.2010, το οποίο ακολούθησε το πρώτο τιμολόγιο (Τεκμήριο 20), σε σχέση με το σημείο όπου αναφέρεται ως προηγούμενο υπόλοιπο το ποσό των €6.073,75 και όχι των €45.715,56, αρκεί να σημειώσω ότι, η εκδοχή του ότι το ποσό που καταγράφεται ως προηγούμενο υπόλοιπο δεν έχει καμία σχέση και ότι αν θέλεις να δεις το υπόλοιπο θα πρέπει να πάρεις ολόκληρη την κατάσταση λογαριασμού και τούτο γιατί για να είναι ορθό το υπόλοιπο θα πρέπει να είναι περασμένα όλα τα τιμολόγια στο σύστημα, και ότι αυτό δεν γίνεται καθημερινά στην περίπτωση τους γιατί δεν έχουν συγκεκριμένο πρόγραμμα, δεν συνάδει με την επίσης δική του εκδοχή ότι τα τιμολόγια που εκδίδονται μπαίνουν αυτόματα στην κατάσταση λογαριασμού του πελάτη και ότι το ποσό υπάρχει μέσα στην κατάσταση. Αυτό που ενισχύει τη πεποίθηση του Δικαστηρίου ως προς την αναλήθεια της προαναφερόμενης εκδοχής του Μ.Κ.2, είναι το γεγονός ότι στο τιμολόγιο με αριθμό Ε00077282, ημερομηνίας 14.5.2010, το οποίο ακολούθησε το πρώτο τιμολόγιο (Τεκμήριο 20) αναφέρει ως προηγούμενο υπόλοιπο, το ποσό των €6.073,
- Το ποσό αυτό συνάδει πλήρως με το υπόλοιπο που παρουσιάζεται στις 7.5.2010 στην κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε η Υπεράσπιση (Τεκμήριο 38) που ήταν το αμέσως επόμενο της πίστωσης του ποσού των €45.715,56, την οποία ο Μ.Κ.2 αρνείτο να αναγνωρίσει αμφισβητώντας ότι αυτή εκδόθηκε από την παραπονούμενη και δόθηκε στην κατηγορούμενη
- Το ίδιο συμβαίνει και με το τιμολόγιο με αριθμό Ε00077440, ημερομηνίας 20.5.2010, όπου αναφέρεται ως προηγούμενο υπόλοιπο το ποσό των €8.934,90, ποσό το οποίο επίσης συνάδει πλήρως με το υπόλοιπο που παρουσιάζεται στις 14.5.2010 που ήταν το αμέσως προηγούμενο υπόλοιπο στο Τεκμήριο
- Το ίδιο συμβαίνει και με το τιμολόγιο Ε00077668, ημερομηνίας 31.5.20010, όπου αναφέρει ως προηγούμενο υπόλοιπο, το ποσό των €14.492,81, το οποίο συνάδει πλήρως με το υπόλοιπο που παρουσιάζεται στις 26.5.2010 που ήταν το αμέσως προηγούμενο υπόλοιπο στο Τεκμήριο
- Είναι κατά τη γνώμη μου αντίθετο με κάθε ανθρώπινη λογική να δεχθεί οποιοσδήποτε πως τυχαία το υπόλοιπο που παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 38 στις προαναφερόμενες ημερομηνίες συνάδει με τα προηγούμενα υπόλοιπα που παρουσιάζονται στα προαναφερόμενα τιμολόγια της παραπονούμενης τα οποία αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου
- Είναι επίσης αντίθετο με κάθε ανθρώπινη λογική να δεχθεί οποιοσδήποτε πως όλως τυχαία με την πίστωση του ποσού των €45.715, 56 στις 6.5.2010 επί του Τεκμηρίου 38 με την περιγραφή «Sales Return» που αφορά ακριβώς την αξία των εμπορευμάτων (μηχανημάτων και αναλώσιμων προϊόντων), τα μεταγενέστερα υπόλοιπα που παρουσιάζονται στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού συνάδουν με τα υπόλοιπα των τιμολογίων που αναφέρονται ανωτέρω. Είναι περαιτέρω αντίθετο με κάθε ανθρώπινη λογική να δεχθεί οποιοσδήποτε πως όλως τυχαία σε κανένα από τα τιμολόγια του Τεκμήριου 22 δεν παρουσιάζεται ως προηγούμενο υπόλοιπο ποσό που να συνάδει με το υπόλοιπο της κατάστασης λογαριασμού της παραπονούμενης (Τεκμήριο 21) ή έστω να υποστηρίζει ότι το ποσό του τιμολογίου (Τεκμήριο 20) είναι οφειλόμενο από την κατηγορούμενη
- Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί και το γεγονός ότι ο Μ.Κ.2 έστω και αν αρνείτο να αναγνωρίσει το Τεκμήριο 38 ως έγγραφο που εκδόθηκε από την παραπονούμενη, αρνείτο να απαντήσει σε απλές ερωτήσεις που του υποβάλλονταν σε σχέση με αναφορές που υπήρχαν στο εν λόγω έγγραφο. Αυτό θεωρώ ότι δεν ήταν τυχαίο, αλλά στην προσπάθεια του να πείσει, ανεπιτυχώς βεβαίως, ότι το Τεκμήριο 38 είναι κατασκευασμένο και δεν το αποδέχεται. Ως επίσης και στην αδυναμία του να δώσει πειστικές εξηγήσεις για τα υπόλοιπα που παρουσίαζε το Τεκμήριο 38 σε συγκεκριμένες ημερομηνίες και τα οποία συμφωνούσαν με τα προηγούμενα υπόλοιπα που παρουσιάζονταν στα τιμολόγια που πιο πάνω αναφέρονται. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του ότι η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 38 είναι κατασκευασμένη και ότι αυτό το έγγραφο μπορεί να γίνει από οποιονδήποτε, και ότι η πραγματική κατάσταση είναι η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 21, δεν έπεισε και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τούτο έχοντας υπόψη το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 38, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη έγγραφη μαρτυρία, που πιο πάνω σχολιάζεται, επίσης την αποδεκτή μαρτυρία της κατηγορούμενης 2, αλλά και την ευκολία με την οποία φαίνεται ότι ο Μ.Κ.2 ετοίμαζε «μη πραγματικά» έγγραφα. Συγκεκριμένα αναφέρομαι στη μαρτυρία του ότι το τιμολόγιο με αριθμό 42904 (Τεκμήριο 25) το οποίο ο ίδιος ανέφερε ότι εξέδωσε η παραπονούμενη, δεν είναι πραγματικό τιμολόγιο, επίσης ότι η απόδειξη 058593 (Τεκμήριο 26) η οποία εκδόθηκε με το τιμολόγιο Τεκμήριο 25, είναι άκυρη και ότι ο σκοπός της έκδοσης των προαναφερόμενων εγγράφων έγινε για να παρουσιαστούν στην τράπεζα για εξασφάλιση δανείου. Είναι φανερό από όσα έχουν ήδη καταγραφεί ανωτέρω πως, η εκδοχή της κατηγορουμένης 2 ως προς το περιεχόμενο της συμφωνίας μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενης 1 αναφορικά με τα εμπορεύματα (μηχανήματα και αναλώσιμα προϊόντα) που τοποθέτησε η παραπονούμενη στις 4.5.2010 στο ινστιτούτο της κατηγορούμενης 1, πέραν του ότι υπήρξε σαφής και σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρία της ταυτόχρονα, υποστηρίζεται από το περιεχόμενο των τιμολογίων (Τεκμήριο 22) και συγκεκριμένα από τα ποσά που αναφέρονται ως προηγούμενο υπόλοιπο, αλλά και την κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε ως Τεκμήριο
- Ούτε βεβαίως μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση της συνηγόρου της Κατηγόρου ότι η κατηγορούμενη 2 υπέπεσε σε αντιφάσεις γιατί η μαρτυρία της δεν συνάδει με τις θέσεις της κατηγορουμένης 1 ως αυτές διατυπώνονται στις δύο Υπερασπίσεις που καταχώρησε στα πλαίσια των αγωγών με αριθμό 5689/2010 και 1958/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (Τεκμήριο 29 και 33). Κατ' αρχάς σημειώνω ότι, τα δικόγραφα δεν είναι ένορκες δηλώσεις, δεν είναι με άλλα λόγια μαρτυρία, αλλά καταγραφή θέσεων οι οποίες θα πρέπει να αποδειχθούν ενώπιον του Δικαστηρίου που θα εκδικάσει την υπόθεση. Επομένως δεν θα μπορούσε για σκοπούς αξιολόγησης, η μαρτυρία της κατηγορουμένης 2 να διασταυρωθεί με τις θέσεις της κατηγορουμένης 1 ως αυτές εμφαίνονται στις Υπερασπίσεις (Τεκμήριο 29 και 33). Εν πάση περιπτώσει σημειώνω ότι στην κατηγορούμενη 2 ουδεμία ερώτηση υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση της σε σχέση με τους ισχυρισμούς της κατηγορουμένης 1 που προβάλλονται στις προαναφερόμενες Υπερασπίσεις. Ø Αποτελεί συνεπώς εύρημα μου ότι, μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενης 1 συμφωνήθηκε η τοποθέτηση από την παραπονούμενη στο ινστιτούτο της κατηγορουμένης 1, των εμπορευμάτων (μηχανημάτων και αναλώσιμων προϊόντων) που αναφέρονται στο Τεκμήριο 20, με τη δέσμευση η παραπονούμενη να τα πάρει πίσω αν δεν πραγματοποιούνταν οι πωλήσεις που ο Μ.Κ.2 τους διαβεβαίωνε ότι θα πραγματοποιούνταν κατά την ημέρα των εγκαινίων. Ø Αποτελεί, επίσης εύρημα μου ότι, κατά την διάρκεια των εγκαινίων δεν πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις των πακέτων προγραμμάτων και προϊόντων που προωθούνταν από το προσωπικό της παραπονούμενης και γενικά δεν πραγματοποιήθηκαν οποιεσδήποτε πωλήσεις. Ø Αποτελεί περαιτέρω εύρημα μου ότι, αμέσως μετά τα εγκαίνια λόγω του ότι δεν πραγματοποιήθηκαν οι πωλήσεις που ο Μ.Κ.2 τους διαβεβαίωνε ότι θα πραγματοποιούνταν κατά την ημέρα των εγκαινίων και γενικά δεν πραγματοποιήθηκαν οποιεσδήποτε πωλήσεις, η κατηγορούμενη 2 αξίωσε από την παραπονούμενη δια μέσου του Μ.Κ.2 όπως πάρει πίσω τα εμπορεύματα (μηχανήματα και αναλώσιμα προϊόντα) που είχαν τοποθετηθεί στο ινστιτούτο της κατηγορουμένης 1 στις 4.5.2010, ως η μεταξύ τους συμφωνία. Κάτι που η παραπονούμενη δεν έπραξε μέχρι και σήμερα και παρόλο που η κατηγορούμενη 2 την κάλεσε ξανά δια μέσου του Μ.Κ.2 να το πράξει. Ø Αποτελεί επίσης εύρημα μου ότι, η παραπονούμενη εξέδωσε και παρέδωσε στην κατηγορούμενη 1 δια μέσου της κατηγορούμενης 2 την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 38 στην οποία ως η μεταξύ τους συμφωνία, στις 4.5.2010 χρέωσε αυτή με το ποσό του τιμολογίου Τεκμήριο 20 και στις 6.5.2010 πίστωσε αυτή με το ίδιο ποσό. Το επόμενο σημείο της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση, είναι η θέση που προσπάθησε να προβάλει ότι δηλαδή η κατηγορούμενη 2 ήταν παρούσα κατά τον χρόνο έκδοσης και παράδοσης των επίδικων επιταγών από τον Ξένιο Νικολάου και κατ' επέκταση ότι η κατηγορούμενη 2 είχε γνώση για το γεγονός αυτό. Εν πρώτοις θα πρέπει να παρατηρήσω ότι η εκδοχή του Μ.Κ.2 ως προς τον χρόνο έκδοσης των επιταγών από την κατηγορούμενη 1 ήταν ασυνεπής και μη συνάδουσα με άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Η αρχική του εκδοχή ήταν ότι οι επιταγές Τεκμήρια 8 , 11, 13, 15 και 16 ως επίσης και η επιταγή με αριθμό 22183321 του δόθηκαν περί τα τέλη Απριλίου του 2010 στην παρουσία της κατηγορούμενης
- Ενώ οι επιταγές Τεκμήρια 6, 10, 12 και 14 του δόθηκαν τον Ιούλιο του 2010 και πάλι στην παρουσία της κατηγορούμενης
- Στη συνέχεια ωστόσο της μαρτυρίας του και συγκεκριμένα κατά την αντεξέταση του ανέφερε αρχικά ότι οι επιταγές Τεκμήριο 6 και 8 του δόθηκαν περί τον Απρίλιο του
- Ακολούθως διαφοροποίησε εν μέρει την θέση του και ανέφερε ότι οι επιταγές Τεκμήριο 8 και 11 του δόθηκαν πριν το τέλος του Απρίλη, ενώ η επιταγή Τεκμήριο 6 του δόθηκε μέσα στον Ιούλιο. Αρχικά ανέφερε ότι η επιταγή Τεκμήριο 10 του δόθηκε πιο μετά από την επιταγή Τεκμήριο 6, ενώ ακολούθως ανέφερε ότι δεν θυμόταν αν του δόθηκε μαζί με την επιταγή Τεκμήριο
- Οι επιταγές Τεκμήρια 12, 13 και 14 ανέφερε ότι πρέπει να του δόθηκαν τον Ιούλιο. Οι επιταγές Τεκμήρια 15 και 16 ανέφερε ότι πρέπει να του δόθηκαν μαζί τον Απρίλιο, ενώ στην συνέχεια ανέφερε ότι η επιταγή Τεκμήριο 16 πρέπει να δόθηκε τον Ιούλιο. Στη βάση αυτής του της μαρτυρίας κληθείς να αναφέρει ποια τελικά είναι η αλήθεια ως προς τον χρόνο που έλαβε κάθε επιταγή, ανέφερε ότι μόνο από την Factors μπορεί να ξέρει πότε παρέλαβε τις επιταγές. Επίσης ανέφερε ότι δεν θυμόταν ποιες επιταγές πήρε αρχικά και ποιες μετά. Η πιο πάνω μαρτυρία του Μ.Κ.2, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να στηριχθεί στη δική του μαρτυρία για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων ως προς τον χρόνο έκδοσης και παράδοσης γενικότερα όλων των επιταγών συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων επιταγών. Επίσης δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να αποδεχθεί την εκδοχή του ότι του δόθηκαν έξι επιταγές τον Απρίλιο στην παρουσία της κατηγορούμενη 2 και τέσσερεις επιταγές τον Ιούλιο και πάλι στην παρουσία της κατηγορουμένης
- Αξίζει δε να σημειωθεί σε σχέση με την τελευταία εκδοχή του Μ.Κ.2 ότι, στο στάδιο της αντεξέτασης του σε υποβολή ότι όταν του παραδόθηκαν οι επίδικες επιταγές η κατηγορούμενη 2 δεν το γνώριζε, ο Μ.Κ.2 απάντησε ότι είναι ψέματα γιατί και οι δύο ήταν Διευθυντές. Αυτή η απάντηση του Μ.Κ.2 σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη μαρτυρία του ως προς τον χρόνο που τελικά του δόθηκαν οι επίδικες επιταγές, ενισχύουν τις αμφιβολίες του Δικαστηρίου ως προς την αλήθεια της εκδοχής του για την παρουσία της κατηγορούμενης 2 κατά την έκδοση και παράδοση των επίδικων επιταγών. Αυτό που λογικά αναμένετο να απαντήσει ο Μ.Κ.2 ήταν κατά πόσο η κατηγορούμενη 2 ήταν παρούσα και όχι να αποδίδει γνώση στην κατηγορουμένη 2 για την έκδοση των επίδικων επιταγών ως αποτέλεσμα της θέσης που είχε στην κατηγορούμενη
- Αυτή ακριβώς η επιμονή του καταδεικνύει ότι ενδιαφερόταν πρωτίστως με κάθε τρόπο να συνδέσει την κατηγορούμενη 2 και όχι να αναφερθεί σε γεγονότα. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.4, η οποία για τους λόγους που σημειώνονται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της, δεν επιβεβαιώνει την μαρτυρία του Μ.Κ.2 ως προς τον χρόνο που παρουσίασε τις επιταγές που έλαβε από την κατηγορούμενη 1 για προεξόφληση από την Factors και περαιτέρω καταρρίπτει και τους ισχυρισμούς του ως προς τον χρόνο που έλαβε τις επιταγές από τον Ξένιο Νικολάου. Σε σχέση με τις επιταγές Τεκμήριο 13, 15 και 16 ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι τις κατέθεσε στις 28.4.2010 μόλις τις παρέλαβε. Ο δε Μ.Κ.4, ανέφερε ότι η επιταγή Τεκμήριο 13 παραδόθηκε για πρώτη φορά στην Factors στις 15.6.2010 ενώ οι επιταγές Τεκμήριο 15 και 16 στις 19.5.
- Περαιτέρω, θα πρέπει να παρατηρήσω ότι η εκδοχή του Μ.Κ.2 ότι ο λόγος που δεν έλαβε πριν από την παράδοση ή έστω κατά την παράδοση των εμπορευμάτων, ολόκληρο το ποσό της αξίας των εμπορευμάτων που παρέδωσε στην κατηγορούμενη 1 στερείται πειστικότητας και λογικής. Τούτο γιατί ενώ ισχυρίζεται ότι ανησυχούσε για τον τρόπο που θα πληρωνόταν το ποσό της παραγγελίας των κατηγορουμένων, εντούτοις δεν λαμβάνει επιταγές για ολόκληρο το ποσό. Η λογική επέβαλλε ότι θα αξίωνε την καταβολή ολόκληρου του ποσού τουλάχιστον κατά την παράδοση των εμπορευμάτων έστω και με μεταχρονολογημένες επιταγές. Πέραν αυτού η μαρτυρία του ήταν ασυνεπής ως προς τον λόγο που δεν έλαβε ολόκληρο το ποσό. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που έλαβε τρεις επιταγές για το ποσό των €19.000 και όχι για ολόκληρο το ποσό ήταν γιατί του υποσχέθηκαν ότι το υπόλοιπο θα το πάρει λίγο πιο μετά και γιατί προσπάθησε να τους βοηθήσει. Ακολούθως ανέφερε ότι ο ίδιος αρχικά απαίτησε όλο το ποσό αλλά οι ίδιοι καθυστερούσαν. Στη συνέχεια ανέφερε ότι ήταν η πρόθεση του να ζητήσει επιταγές για όλο το ποσό πριν την παράδοση, αλλά οι ίδιοι δεν έβγαζαν επιταγές για όλο το ποσό και ο ίδιος υπό τις περιστάσεις θέλησε να τους βοηθήσει αφήνοντας τους ουσιαστικά μια οικονομική ρευστότητα για τα λειτουργικά έξοδα τους. Ως προς την τελευταία του εκδοχή, σημειώνω περαιτέρω ότι δεν αντιλαμβάνομαι πώς θα επηρεαζόταν η οικονομική ρευστότητα της κατηγορούμενης 1 στην περίπτωση που η τελευταία εξέδιδε προς την παραπονούμενη μεταχρονολογημένες επιταγές για ολόκληρο το ποσό. Περαιτέρω αξίζει να σημειωθεί ότι ως θέμα κοινής λογικής είναι, κατά την άποψη μου, παράδοξο ενώ ο Μ.Κ.2 δεν έλαβε το ποσό του πρώτου τιμολογίου Τεκμήριο 20 από την κατηγορούμενη 1 από την άλλη να συνεχίζει να παραδίδει εμπορεύματα σε αυτή δυνάμει σχετικών τιμολογίων αυξάνοντας το οφειλόμενο ποσό της κατηγορούμενη 1 σε €59.741,46 μέχρι και τον Ιούλιο του
- Ήταν λογικό αλλά και αναμενόμενο, εάν όντως είχε συμφωνηθεί η πληρωμή του τιμολογίου Τεκμήριο 20, να μην συνέχιζε τη συνεργασία με την κατηγορούμενη 1 μέχρι την αποπληρωμή του εν λόγω ποσού. Δεν μπορώ να αντιληφθώ με ποια λογική η παραπονούμενη υπό αυτές τις περιστάσεις που ισχυρίζεται ο Μ.Κ.2 συνέχισε την συνεργασία με την κατηγορούμενη
- Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι ο Μ.Κ.2 κατά την αντεξέταση του ενώ η εκδοχή του ήταν ότι τον Ιούλιο του 2010 του δόθηκαν έναντι του χρέους της κατηγορούμενης 1 τέσσερεις επιταγές (Τεκμήριο 6, 10, 12 και 14) συνολικού ποσού €5.000, στην αντεξέταση του δεν απέρριψε την υποβολή ότι οι προαναφερόμενες επιταγές δόθηκαν από τον Ξένιο Νικολάου όταν δεν μπορούσε να εξαργυρωθεί η επιταγή των €5.000 που κατέθεσε στη Factors και συμφώνησε με τον Ξένιο Νικολάου να του δώσει άλλες τέσσερεις επιταγές προς αντικατάσταση. Αρκέστηκε να αναφέρει ότι η επιταγή των €5.000 δεν επιστράφηκε πίσω αλλά την κάλυψε ο ίδιος κάνοντας κατάθεση €1.400 γιατί θα έμπαιναν στο ΚΑΠ. Ούτε επίσης απέρριψε την υποβολή ότι μετά που του δόθηκαν οι τέσσερεις προαναφερόμενες επιταγές ξεγέλασε τον Ξένιο Νικολάου και κατέθεσε το ποσό των €1.400 για να εξαργυρώσει την επιταγή των €5.000, λέγοντας «Επλουσιέψαμε που τα πολλά που έπιασα». Θεωρώ ότι το περιεχόμενο των απαντήσεων του στο στάδιο της αντεξέτασης σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι επιταγές Τεκμήρια 6, 10, 12 και 14 δόθηκαν για πρώτη φορά στη Factors σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Κ.4 όλες τις 30.7.2010 και αφορούν συνολικά το ποσό των €5.000, συνηγορούν υπέρ της εκδοχής της Υπεράσπισης ότι οι επιταγές Τεκμήριο 6, 10, 12 και 14 δόθηκαν εις αντικατάσταση της επιταγής 22183321 η οποία εξαργυρώθηκε. Είναι κατά τη γνώμη μου αντίθετο με κάθε ανθρώπινη λογική να δεχθεί οποιοσδήποτε πως είναι τυχαία όλα τα προαναφερόμενα. Το εύλογο, κατά την άποψη μου, συμπέρασμα από όλα τα πιο πάνω είναι ότι ο Μ.Κ.2 δεν αξίωσε την έκδοση επιταγών για ολόκληρο το ποσό του τιμολογίου 20 ως αποτέλεσμα της συμφωνίας που υπήρχε μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενης 1 για τοποθέτηση των εμπορευμάτων (μηχανημάτων και αναλώσιμων προϊόντων) με τη δέσμευση η παραπονούμενη να τα πάρει πίσω αν δεν πραγματοποιούνταν οι πωλήσεις που ο Μ.Κ.2 έλεγε ότι θα γίνονταν κατά την ημέρα των εγκαινίων. Ø Αποτελεί, περαιτέρω εύρημα μου ότι οι επιταγές Τεκμήριο 6, 10, 12 και 14 δόθηκαν εις αντικατάσταση της επιταγής 22183321 η οποία εξαργυρώθηκε. Ø Αποτελεί, περαιτέρω εύρημα μου ότι όλες οι επιταγές που εκδόθηκαν από την κατηγορούμενη 1 μεταξύ των οποίων και οι επίδικες επιταγές, εκδόθηκαν ως αποτέλεσμα των διαβεβαιώσεων του Μ.Κ.2 προς τον Ξένιο Νικολάου ότι δεν θα τις εξαργύρωνε αλλά θα τις χρησιμοποιούσε για σκοπούς εξασφάλισης ρευστότητας από την Factors. Ø Όλες οι επιταγές που εκδόθηκαν από την κατηγορούμενη 1 μεταξύ των οποίων και οι επίδικες επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες. Ø Αποτελεί, επίσης εύρημα μου ότι η κατηγορούμενη 2 δεν ήταν παρούσα κατά την έκδοση οποιασδήποτε εκ των επιταγών που εκδόθηκαν από την κατηγορούμενη 1 προς όφελος της παραπονούμενης δια της υπογραφής του Ξένιου Νικολάου, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες επιταγές. Ούτε ήταν παρούσα κατά την παράδοση αυτών από τον Ξένιο Νικολάου στον Μ.Κ.2 ο οποίος παρέλαβε αυτές δια λογαριασμό της παραπονούμενης. Ø Δέχομαι επίσης την εκδοχή της κατηγορουμένης 2 ότι έλαβε γνώση για την έκδοση των επίδικων επιταγών όταν έλαβε το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, ως ειλικρινή και αξιόπιστη προβαίνοντας στα ανάλογα ευρήματα. Θεωρώ απόλυτα λογική την εξήγηση που έδωσε πως εάν γνώριζε για την έκδοση και των επίδικων επιταγών από την στιγμή που έκανε «stop payment» άλλες επιταγές θα έδινε οδηγίες στον πατέρα της να κάνει «stop payment» και τις επίδικες επιταγές αφού δεν αποδεχόταν ότι αγόρασε τα μηχανήματα για να τα πληρώσει. Ø Δέχομαι επίσης την εκδοχή της κατηγορουμένης 2 ότι ο λόγος που προέβηκε στην αλλαγή του εξουσιοδοτημένου προσώπου που δέσμευε με την υπογραφή του τον λογαριασμό της κατηγορουμένης 1 ήταν γιατί ήθελε να υπογράφει μόνο η ίδια για να γνωρίζει καλύτερα πως κινούνται τα έξοδα της κατηγορουμένης 1, ως ειλικρινή και αξιόπιστη προβαίνοντας στα ανάλογα ευρήματα. Θεωρώ ότι αυτή της η ενέργεια ήταν λογική υπό τις περιστάσεις. Δηλαδή μόλις έμαθε από τον πατέρα της ότι εξέδωσε μία επιταγή για το ποσό €5.000 προς τον Μ.Κ.2, χωρίς να την ενημερώσει προηγουμένως, ενώ η συμφωνία ήταν να επιστραφούν τα εμπορεύματα που είχαν τοποθετηθεί στις 4.5.2010 στην παραπονούμενη. Υπό το φως των πιο πάνω και γενικά παρακολουθώντας τον τρόπο και το ύφος του Μ.Κ.2 ενώ έδιδε ένορκη μαρτυρία, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των απαντήσεων του στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και έχοντας παραθέσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά μόνο παραδείγματα δεν ικανοποιήθηκα για την αξιοπιστία του. Κατ' ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης κρίνω ότι ο Μ.Κ.2 δεν είπε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο και συνεπώς δεν μπορώ να στηριχθώ στη δική του μαρτυρία για διακρίβωση των αληθών γεγονότων, με εξαίρεση βεβαίως γεγονότα τα οποία είτε παρέμειναν αναμφισβήτητα είτε επιβεβαιώνονται από άλλη αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία. Ø Αποτελεί συνεπώς εύρημα μου ότι τα αμφισβητούμενα γεγονότα έλαβαν χώρα με τον τρόπο που περιέγραψε η κατηγορούμενη
- Όσον αφορά τον Μ.Κ.3 σημειώνω ότι γενικά παρακολουθώντας τον τρόπο και το ύφος του, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των απαντήσεων του δεν έχω καμία αμφιβολία ότι κατέθεσε αυτά που όντως υπέπεσαν στην αντίληψή του και το έπραξε με κάθε ειλικρίνεια. Κατέθεσε με ευθύτητα και πειστικότητα σε σχέση με γεγονότα που γνώριζε ως εκ της θέσης του και από έγγραφα που είχε στην κατοχή του στα πλαίσια των καθηκόντων του, χωρίς καμία προσπάθεια παραποίησης ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Άλλωστε η μαρτυρία του δεν έχει αμφισβητηθεί αφού δεν αντεξετάστηκε. Καταλήγω ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.3 υπήρξε απόλυτα ειλικρινής και αξιόπιστη και συνεπώς, τη δέχομαι εξ ολοκλήρου. Από την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.3, τα ακόλουθα γεγονότα αποτελούν περαιτέρω ευρήματα του Δικαστηρίου: Ø Η παραπονούμενη καταχώρησε εναντίον της κατηγορούμενης 1 την αγωγή με αριθμό 5659/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας η οποία στις 2.11.2014 αποσύρθηκε άνευ βλάβης και απορρίφθηκε, χωρίς έξοδα. Ø Η παραπονούμενη καταχώρησε εναντίον της κατηγορούμενης 1 και την αγωγή 1958/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού η οποία ήταν ορισμένη για Ακρόαση στις 29.6.
- Ερχόμενη στον Μ.Κ.4, σημειώνω ότι η όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν θετική. Λαμβάνοντας υπόψη μου και τον τρόπο που απαντούσε, καθώς επίσης και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, με έπεισε για την αλήθεια της μαρτυρίας του. Κατέθεσε με ευθύτητα και πειστικότητα σε σχέση με γεγονότα που γνώριζε ως εκ της θέσης του στην Τράπεζα, χωρίς καμία προσπάθεια παραποίησης ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Άλλωστε η μαρτυρία του δεν έχει αμφισβητηθεί σε κανένα σημείο κατά το στάδιο της αντεξέτασης του και παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη. Καταλήγω ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.4 υπήρξε απόλυτα ειλικρινής και αξιόπιστη. Ως αποτέλεσμα η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Από την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.4, τα ακόλουθα γεγονότα αποτελούν περαιτέρω ευρήματα του Δικαστηρίου: Ø Η επιταγή με αριθμό 23894530 (Τεκμήριο 6) παραδόθηκε για πρώτη φορά στην Factors στις 30.7.
- Η επιταγή με αριθμό 22183322 (Τεκμήριο 8) παραδόθηκε για πρώτη φορά στην Factors στις 28.4.
- Η επιταγή με αριθμό αριθμός 23894531 (Τεκμήριο 10) παραδόθηκε για πρώτη φορά στην Factors στις 30.7.
- Η επιταγή με αριθμό 22183323 (Τεκμήριο 11) παραδόθηκε για πρώτη φορά στην Factors στις 28.4.
- Η επιταγή με αριθμό 23894532 (Τεκμήριο 12) παραδόθηκε για πρώτη φορά στην Factors στις 30.7.
- Η επιταγή με αριθμό 23104920 (Τεκμήριο 13) παραδόθηκε για πρώτη φορά στην Factors στις 15.6.
- Η επιταγή με αριθμό 23894533 (Τεκμήριο 14) παραδόθηκε για πρώτη φορά στην Factors στις 30.7.
- Η επιταγή με αριθμό 22183347 (Τεκμήριο 15) παραδόθηκε για πρώτη φορά στην Factors στις 19.5.2010 και η επιταγή με αριθμό 22183348 (Τεκμήριο 16) παραδόθηκε για πρώτη φορά στην Factors στις 19.5.
- Ø Οι επίδικες επιταγές δεν κατατέθηκαν για εξαργύρωση από την Factors και επιστράφηκαν στην παραπονούμενη. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Είναι νομολογημένο ότι σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το φέρει η κατηγορούσα αρχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Charitonos v. The Republic
(1971)2 C.L.R.40 και Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462). Η Κτηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε μεταξύ άλλων Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Το ερώτημα στην παρούσα είναι κατά πόσο με βάση τα ευρήματα στα οποία έχω ήδη προβεί στοιχειοθετούνται, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει έκαστη εκ των κατηγορουμένων 1 και 2. Η κατηγορούμενη 1 ως έχει αναφερθεί ανωτέρω με την 6η, 9η, 12η, 15η, 18η, 21η και 24η κατηγορία, κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ.154, το οποίο έχει ως ακολούθως: «305Α.-
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» Από το λεκτικό του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ.154, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Philippa Estates Ltd v. Ρούσου,
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία, είναι τα πιο κάτω: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του. (γ) Η πράξη του εκδότη να γίνει καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Η κατηγορούμενη 2 με την 7η, 10η, 13η, 16η, 19η, 22η και 25η κατηγορία, κατηγορείται για παροχή συνδρομής στη διάπραξη του πιο πάνω αδικήματος. Αναφορικά με τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι οι κατηγορίες θα πρέπει να απορριφθούν πρώτο γιατί στις Λεπτομέρειες Αδικημάτων που αφορούν την κατηγορούμενη 2 δεν αναφέρεται σε τι συνίστατο η συνδρομή της κατηγορουμένης 2 και ότι ξεκάθαρα γίνεται αναφορά στον Ξένιο Νικολάου (κατηγορούμενο 3) ότι συνέδραμε στην έκδοση δια της υπογραφής της επιταγής ενώ για την κατηγορούμενη 2 απλά αναφέρεται ότι συνέδραμε ως διευθυντής και δεύτερο γιατί δεν αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο που αναφέρει το κατηγορητήριο η κατηγορούμενη 2 προέβη σε οποιαδήποτε πράξη με την οποία να συνδράμει στο αδίκημα, σημειώνω ότι η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Δεν θεωρώ ότι ως είναι διατυπωμένες οι Λεπτομέρειες Αδικημάτων στις κατηγορίες που αποδίδονται στην κατηγορούμενη 2 δεν αποκαλύπτουν συγκεκριμένα σε τι συνίστατο η συνδρομή της κατηγορουμένης 2, έστω και αν το λεκτικό των Λεπτομερειών Αδικήματος των κατηγοριών που αντιμετωπίζει η κατηγορουμένη 2 δεν είναι κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο συνταγμένο. Οι κατηγορίες που αποδίδονται στην κατηγορούμενη 2 χωρίς αμφιβολία αφορούν το αδίκημα της συνέργειας στην διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)βάση του άρθρου 20 του Κεφ. 154, δηλαδή στην πραγματικότητα συνέργεια στα αδικήματα τα οποία αποδίδονται στην κατηγορούμενη 1. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, τονίστηκε ότι παρά το ότι γενικά ένας διευθυντής ή σύμβουλος εταιρείας θεωρείται ως αντιπρόσωπος εταιρείας, το ότι υπογράφει μια επιταγή υπό αυτή του την ιδιότητα, δεν σημαίνει ότι υπέχει προσωπικά αστική ευθύνη, η οποία αστική ευθύνη βαρύνει την εταιρεία που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Τούτο, όμως, δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής του ευθύνης ως συνεργού στο αδίκημα και έτσι μπορεί να διωχθεί, ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργός δυνάμει του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Έτσι, στην κατάλληλη περίπτωση, και όπου αποδεικνύεται υποκειμενική υπόσταση (mens rea), τότε μπορεί να κριθεί ένοχος. Το ότι ένας διευθυντής ή σύμβουλος εταιρείας, στην κατάλληλη περίπτωση, μπορεί να κριθεί ένοχος ως συνεργός της εταιρείας στη διάπραξη του αδικήματος έχει αποφασιστεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, (βλέπε μεταξύ άλλων, Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 117, Ευγένιος Ajini ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319, Zakakiotis v. Kalavas
(1999)2 Α.Α.Δ. 523, Ταμείο Προνοίας ν. Samoa (Αρ.2)
(2000)2 A.A.Δ. 619, Wellfit Engineering ν. Χαπίδη κ.ά.
(2004)2 Α.Α.Δ. 271 και Ιωάννου ν. Nanaimo Ltd
(2005)2 Α.Α.Δ. 555. Τα ίδια, βεβαίως, ισχύουν και για άλλους αξιωματούχους της εταιρείας, οι οποίοι είναι εξουδιοδοτημένοι να υπογράφουν επιταγές για αυτήν. Σε αυτές τις περιπτώσεις, λοιπόν, πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό, η οποία εμπεριέχει δύο έννοιες, ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea), η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό, μάλιστα, στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury´s, Laws of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 249, 271). Το πρώτο συστατικό στοιχείο του πιο πάνω αδικήματος είναι η έκδοση επιταγής. Τι σημαίνει «έκδοση» καθορίζεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262 στο οποίο διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: «"έκδοση" σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος.» Ως προς την έννοια «επιταγή» σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, «Επιταγή» σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.» Σύμφωνα με το Κεφ.262 στο άρθρο 2 ο όρος «κάτοχος» ερμηνεύεται να σημαίνει «το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του, ή τον κομιστή αυτών», ενώ ως «κομιστής» καθορίζεται «το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή». Η δε «παράδοση», κάτω από την ίδια νομοθεσία, σημαίνει μεταβίβαση κατοχής, πραγματική ή τεκμαρτή από ένα πρόσωπο σε άλλο. Σύμφωνα δε με το άρθρο 29 του Κεφ.262 νομιμοποιημένος κομιστής είναι ο κάτοχος ο οποίος έλαβε συναλλαγματική, μεταξύ άλλων, υπό τον όρο ότι έλαβε τη συναλλαγματική καλή τη πίστει και για αξία και ότι κατά τον χρόνο κατά τον οποίο η συναλλαγματική μεταβιβάστηκε σε αυτόν, αυτός δεν είχε ειδοποίηση για οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο του προσώπου το οποίο μεταβίβασε αυτή. Περαιτέρω θα πρέπει να σημειωθεί ότι αποτελεί πάγια νομολογημένη αρχή πως ο κάτοχος συναλλαγματικής θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, ότι έδωσε και αξιόλογη αντιπαροχή γι' αυτή, και στη βάση των όσων προνοούνται στο άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262, δημιουργείται εκ του νόμου μαχητό τεκμήριο υπέρ του κατόχου της συναλλαγματικής πως έδωσε αντιπαροχή για την έκδοση της, η κατάρριψη του οποίου βαρύνει αυτόν που επικαλείται την έλλειψη της, αντιπαροχής (βλ. Heatron Co Ltd ν. Χριστόφορου Κώστα Σωκράτους, Πολιτική Έφεση Αρ.344/08, ημερομηνίας 23/05/2012, Παναγιώτου ν. Φουρνίδου, Ποινική Έφεση Αρ.129/11, ημερομηνίας 18/12/2012 και Nikiforos Technologies Ltd v. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/12, ημερομηνίας 16/04/2014). Εξετάζοντας την υπό κρίση υπόθεση, με βάση τις νομικές αρχές που εκτίθενται ανωτέρω, έχοντας κατά νου τα ευρήματα του Δικαστηρίου, είναι εμφανές ότι, στη προκειμένη περίπτωση στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας και των ευρημάτων του Δικαστηρίου ως προς τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, αναπόδραστη κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι για τις επίδικες επιταγές δεν δόθηκε καμία αντιπαροχή για την έκδοση τους και ούτε η παραπονούμενη τις απέκτησε για αξία. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, μεταξύ της παραπονούμενης και της κατηγορούμενης 1 συμφωνήθηκε η τοποθέτηση των εμπορευμάτων (μηχανημάτων και αναλώσιμων προϊόντων) που έλαβε χώρα στις 4.5.2010, με τη δέσμευση η παραπονούμενη να τα πάρει πίσω αν δεν πραγματοποιούνταν οι πωλήσεις που ο Μ.Κ.2 διαβεβαίωνε την κατηγορούμενη 2 ότι θα πραγματοποιούνταν κατά την ημέρα των εγκαινίων. Αποτέλεσε επίσης εύρημα ότι κατά τη διάρκεια των εγκαινίων δεν πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις των πακέτων και προϊόντων που προωθούνταν από το προσωπικό της παραπονούμενης και γενικά δεν πραγματοποιήθηκαν οποιεσδήποτε πωλήσεις. Περαιτέρω αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες επιταγές Τεκμήριο 10, 13 και 14 εκδόθηκαν εις αντικατάσταση της επιταγής με αριθμό 22183321 η οποία εξαργυρώθηκε. Δεδομένης της απόρριψης της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 περί ύπαρξης συμφωνίας πώλησης των εμπορευμάτων (μηχανημάτων και αναλώσιμων προϊόντων) που τοποθετήθηκαν στο ινστιτούτο της κατηγορουμένης 1 στις 4.5.2010 και της απόρριψης της εκδοχής του ότι οι επίδικες επιταγές Τεκμήριο 10, 13 και 14 δόθηκαν έναντι του χρέους της κατηγορούμενης 1 αλλά εις αντικατάσταση της επιταγής 22183321 η οποία εξαργυρώθηκε, το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής, το οποίο δημιουργείται από τις πρόνοιες του άρθρου 30
(1)του Κεφ.262, δεν ενεργοποιείται στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η παραπονούμενη η οποία έφερε και το βάρος απόδειξης, απέτυχε να αποδείξει ότι είναι νομιμοποιημένος κομιστής των επίδικων επιταγών - Τεκμήρια 10, 11, 12, 13, 14, 15 και 16 εν τη εννοία του νόμου και κατά συνέπεια δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Παρόλο που η προαναφερόμενη κατάληξη μου, σφραγίζει την τύχη της παρούσας υπόθεσης, για σκοπούς πληρότητας, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί λανθασμένη η προαναφερόμενη κατάληξη, θεωρώ ορθότερο να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αποδίδονται στις κατηγορούμενες 1 και 2. Αναφορικά με το πρώτο συστατικό στοιχείο των αδικημάτων που αποδίδεται στην κατηγορούμενη 1 με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, σημειώνω ότι τα Τεκμήρια 10, 11, 12, 13, 14, 15 και 16 συγκεντρώνουν όλα τα χαρακτηριστικά και ουσιώδη γνωρίσματα που θα πρέπει να διαθέτει ένα έγγραφο για να θεωρείται επιταγή σύμφωνα με το άρθρο 74Γ
(6)του Κεφ.262 και του άρθρου 4 του Κεφ. 154. Το γεγονός ότι αυτές υπογράφηκαν από τον Ξένιο Νικολάου ο οποίος κατά το χρόνο έκδοσης τους ήταν ένας εκ των εξουσιοδοτημένων προσώπων που δέσμευαν με την υπογραφή τους το λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 και παραδόθηκαν από τον ίδιο στον Μ.Κ.2 ο οποίος τις παρέλαβε για λογαριασμό της παραπονούμενης, οδηγεί το Δικαστήριο στο ασφαλές συμπέρασμα ότι η Κατήγορος απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το πρώτο συστατικό στοιχείο του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.154 σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενης 1. Όσον αφορά το δεύτερο συστατικό στοιχείο, ήτοι αυτό της πρόκλησης μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του, εν πρώτοις αναφέρω, (όπως ανέφερα και στην ενδιάμεση απόφαση μου ημερομηνίας 9.2.2016) ότι η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι το άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ.154 περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου κάποιο πρόσωπο με εντολή ανακαλεί την πληρωμή επιταγής, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Θεωρώ ότι από τις διατάξεις του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ.154, προκύπτει ξεκάθαρα ότι το εν λόγω άρθρο αναφέρεται σε «οποιαδήποτε πράξη» που προκαλεί τη μη εξόφληση επιταγής και δεν περιορίζεται σε ανάκληση με εντολή , (βλ. Χριστάκη Λουκά: Τραπεζική Επιταγή, Τόμος 2, 2η Έκδοση 2006, στην σελ.431 και Technotent Κ.Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Τασούλας Ορφανίδου,
(2004)2 Α.Α.Δ. 388). Αποτελεί επομένως κατάληξη μου ότι η εφαρμογή του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ.154, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που δίδεται εντολή μη πληρωμής της επιταγής, αλλά αναφέρεται σε οποιαδήποτε πράξη ως αποτέλεσμα της οποίας η επιταγή δεν εξοφλείται. Συνεπώς, η επί του προκειμένου εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εξετάζοντας κατά πόσο πληρούται το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, που αποδίδεται στην κατηγορούμενη 1 με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, κατ' αρχάς θα πρέπει να σημειώσω ότι οι επίμαχες ενέργειες αναφέρονται σε χρόνο κατά τον οποίο είχε ήδη διοριστεί ως η μόνη Διευθύντρια η κατηγορουμένη
- Για σκοπούς εξέτασης της ύπαρξης ή μη ποινικής ευθύνης από μέρους της κατηγορουμένης 1, είναι απαραίτητο να διαπιστωθεί κατά πόσο οι πράξεις και ενέργειες της κατηγορουμένης 2, η οποία ήταν Διευθύντρια της κατηγορουμένης 1, δύνανται να αποδοθούν στην κατηγορουμένη
- Δεδομένου ότι μία νομική οντότητα είναι δυνατόν να κριθεί ποινικώς υπεύθυνη μόνο μέσω των πράξεων συγκεκριμένων φυσικών προσώπων και μόνο εάν αυτά δρώντας με συγκεκριμένο τρόπο εκληφθούν ως η εταιρεία, τότε και η ένοχη τυχόν διάνοια τους αποδίδεται κατά τον ίδιο τρόπο στην εταιρεία. (βλ. Regina v. Andrews - Weatherfoil Ltd, [1972] 1 W.L.R.118). Είναι απαραίτητο λοιπόν να εξεταστεί η ύπαρξη ένοχης διάνοιας (mens rea) της ίδιας της κατηγορούμενης 2 υπό την πιο πάνω ιδιότητα της. Αποτέλεσε μη αμφισβητούμενο γεγονός αλλά και εύρημα του Δικαστηρίου ότι όλες οι επίδικες επιταγές όταν κατατέθηκαν για εξαργύρωση επιστράφηκαν φέροντας ενυπόγραφες σφραγίδες με την ένδειξη «η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή μας». Αποτέλεσε επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της κατηγορούμενης 1, ημερομηνίας 26.8.2010 (Τεκμήριο 9) την οποία υπογράφει η κατηγορούμενη 2, η οποία ήταν η μοναδική Διευθύντρια της κατηγορούμενης 1 και κάποια Σταυρούλλα Νικολάου η οποία ήταν γραμματέας της κατηγορουμένης 1 (Τεκμήριο 3), καθορίστηκε ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο το οποίο θα δεσμεύει με την υπογραφή του μόνο η κατηγορούμενη
- Συνεπώς η ενέργεια αυτή της κατηγορουμένης 2 χωρίς καμία αμφιβολία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αποδίδεται στην κατηγορουμένη
- Αυτό όμως που στη συνέχεια θα πρέπει να διακριβωθεί είναι κατά πόσον στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου από την πράξη αυτή της κατηγορουμένης 2 αποδεικνύεται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των επίδικων αδικημάτων (actus reus - mens rea). Το ερώτημα λοιπόν που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον η πράξη της κατηγορουμένης 2 να προβεί στην αλλαγή του εξουσιοδοτημένου προσώπου που δέσμευε με την υπογραφή του το λογαριασμό της κατηγορουμένης 1, συνιστά πράξη που έγινε με σκοπό να μην πληρωθούν οι επίδικες επιταγές, ως προέβαλε η Κατήγορος. Έχοντας συνεκτιμήσει τα όσα έχουν προκύψει με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, χωρίς κανένα δισταγμό και καμιά αμφιβολία η απάντηση είναι αρνητική. Είναι κατά τη γνώμη μου αντίθετο με κάθε ανθρώπινη λογική να δεχθεί οποιοσδήποτε πως η κατηγορούμενη 2 όταν προέβαινε στην υπογραφή του Τεκμηρίου 9 είχε σκοπό να προκαλέσει τη μη πληρωμή των επίδικων επιταγών. Η κατηγορούμενη 2, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν γνώριζε όταν υπέγραφε το Τεκμήριο 9 ότι ο Ξένιος Νικολάου είχε εκδώσει τις επίδικες επιταγές. Η πιο πάνω ενέργεια της σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία έλαβε χώρα όταν η κατηγορούμενη 2 πληροφορήθηκε από τον πατέρα της Ξένιο Νικολάου ότι ο λόγος που δεν υπήρχαν χρήματα στο λογαριασμό της κατηγορούμενης 1, παρά το γεγονός ότι προέβηκε σε ανάκληση των επιταγών που γνώριζε ότι είχαν εκδοθεί, ήταν γιατί ο πατέρας της είχε εκδώσει προς τον Μ.Κ.2 μία επιταγή για το ποσό των €5.000 παρά τη συμφωνία που υπήρχε μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενης 1 για επιστροφή των εμπορευμάτων που είχαν τοποθετηθεί στο ινστιτούτο της κατηγορούμενης 1 και χωρίς να την ενημερώσει. Εδώ στόχος της κατηγορούμενης 2 κατά τον χρόνο υπογραφής του Τεκμηρίου 9 ήταν ο έλεγχος των οικονομικών της κατηγορουμένης 1 και όχι η ανάκληση των επίδικων επιταγών με την κλασική έννοια ήτοι την πρόκληση μη εξόφλησης των επίδικων επιταγών γιατί υπήρχε εύλογη αιτία. Αυτό που εξάγεται με άλλα λόγια από το σύνολο της αποδεκτής μαρτυρίας και των ευρημάτων του Δικαστηρίου είναι ότι η αλλαγή των εξουσιοδοτημένων προσώπων που θα δέσμευαν με την υπογραφή τους τον λογαριασμό της κατηγορουμένης 1 δεν έγινε με σκοπό να μην πληρωθούν οι επίδικες επιταγές αλλά για σκοπούς καλύτερης διαχείρισης των οικονομικών της κατηγορουμένης 1 και ανεξαρτήτως οποιωνδήποτε παλαιών επιταγών, την έκδοση των οποίων ούτως ή άλλως αγνοούσε. Παρόλο αυτά όμως, για σκοπούς πληρότητας θεωρώ ορθότερο να εξετάσω κατά πόσον η κατηγορουμένη 2 είχε κατά νουν τι θα επιφέρει με τις πράξεις της ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων. Η απάντηση και σε αυτό το ερώτημα, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, χωρίς κανένα δισταγμό και καμιά αμφιβολία είναι αρνητική. Κατ' αρχάς η κατηγορούμενη 2 δεν γνώριζε ότι είχαν εκδοθεί οι επίδικες επιταγές. Επομένως δεν μπορεί με αυτή την μαρτυρία, η ενέργεια της για αλλαγή των εξουσιοδοτημένων προσώπων που θα δέσμευαν με την υπογραφή τους τον λογαριασμό της κατηγορουμένης 1 να οδηγήσει σε διαπίστωση ότι η πράξη της αυτή έγινε επί σκοπώ. Πέραν αυτού, δεν τέθηκε ίχνος μαρτυρίας που να αποδεικνύει ότι η κατηγορούμενη 2 γνώριζε πως προβαίνοντας στην προαναφερόμενη πράξη δεν θα πληρώνονταν οι επίδικες επιταγές. Καμία μαρτυρία δεν τέθηκε από πλευράς Κατηγόρου, ούτε επίσης τέθηκε ως θέση της Κατηγόρου, στην κατηγορούμενη 2 ότι γνώριζε τις συνέπειες που θα είχε η πράξη της αυτή για επιταγές που είχαν ήδη εκδοθεί εν αγνοία της και πριν αναλάβει από μόνη της τη διεύθυνση της κατηγορουμένης
- Προκύπτει συνεπώς από το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων αλλά και γενικότερα από την προσαχθείσα μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο ότι η Κατήγορος δεν απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το δεύτερο συστατικό στοιχείο του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.154 στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 1 αφού δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη ένοχης διάνοιας από μέρους της κατηγορούμενης 2 και κατά συνέπειαν καμία πράξη της κατηγορουμένης 1 η οποία να ισοδυναμεί με πρόκληση μη εξόφλησης επιταγών. Παρά το ότι η πιο πάνω κατάληξη μου σφραγίζει την τύχη των κατηγοριών που αντιμετωπίζει έκαστη εκ των κατηγορουμένων 1 και 2, εντούτοις για σκοπούς πληρότητας κρίνω σκόπιμο να εξετάσω εάν πληρούται το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αποδίδεται στην κατηγορούμενη 1 με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Σε σχέση με το τρίτο συστατικό στοιχείο, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν προς εξαργύρωση στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν. Οι επίδικες επιταγές Τεκμήρια 10, 11 και 12 κατατέθηκαν για πληρωμή στις 13.10.2010 και επιστράφηκαν απλήρωτες στις 21.10.
- Οι επίδικες επιταγές Τεκμήρια 13 και 14 κατατέθηκαν για πληρωμή στις 16.12.2010 και επιστράφηκαν απλήρωτες στις 20.12.
- Η επίδικη επιταγή Τεκμήριο 15 κατατέθηκε για πληρωμή στις 8.11.2010 και επιστράφηκε απλήρωτη στις 11.11.
- Η επίδικη επιταγή Τεκμήριο 16 κατατέθηκε για πληρωμή στις 6.12.2010 και επιστράφηκε απλήρωτη στις 9.12.
- Αποτελεί ακόμη εύρημα του Δικαστηρίου ότι η μη πληρωμή των επιδίκων επιταγών ήταν η μη ταύτιση υπογραφών του εξουσιοδοτημένου να υπογράφει, όπως το εντόπισε η Τράπεζα κατά τη στιγμή εκείνη. Η αλλαγή αυτή έλαβε χώρα με την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της κατηγορουμένης 1 ημερομηνίας 26.8.2010, την οποία υπέγραψε η κατηγορούμενη
- Σε κάθε περίπτωση, επί των σχετικών επιταγών υπάρχει η σχετική σφραγίδα της τράπεζας ως περιγράφεται πιο πάνω, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 305Α
(3)του Κεφ. 154. Συνεπώς με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η Κατήγορος απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το τρίτο συστατικό στοιχείο του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.154 σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη
- Ως αποτέλεσμα όμως της μη απόδειξης του δεύτερου συστατικού στοιχείου των αδικημάτων που αποδίδονται στην κατηγορούμενη 1, για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, αποτελεί κατάληξη μου ότι η Κατήγορος απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες που έκαστη αντιμετωπίζει. Συνακόλουθα, ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί λανθασμένη η κατάληξη μου ότι η παραπονούμενη δεν νομιμοποιείτο στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, και πάλι θα απέρριπτα την υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και
- Κατά συνέπεια, οι κατηγορούμενες 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες που έκαστη αντιμετωπίζει. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των κατηγορουμένων 1 και 2 και εναντίον της παραπονούμενης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δεδομένης όμως της κοινής εκπροσώπησης των κατηγορουμένων 1 και 2 και της κοινής υπεράσπισης που προώθησαν επιδικάζεται ένα σετ εξόδων. (Υπ) ............ Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο