← Κύπρος

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Βασκέν Σιαχπεντεριάν, Υποθ. αρ.: 8973/16, 24/7/2017

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Βασκέν Σιαχπεντεριάν, Υποθ. αρ.: 8973/16, 24/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2017:27 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Υποθ. αρ.: 8973/16 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v. Βασκέν Σιαχπεντεριάν Κατηγορουμένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24 Ιουλίου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Πασιαρδή για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Αγγελίδης Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, όπως τροποποιήθηκε πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 112 κατηγορίες. Οι κατηγορίες 1-100 αφορούν τα αδικήματα του δεκασμού δημόσιου λειτουργού, της δωροληψίας από οικείους δημόσιους αξιωματούχους, της απόσπασης από δημόσιο λειτουργό και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Στις εν λόγω κατηγορίες αποδίδεται στον Κατηγορούμενο πως σε 25 περιπτώσεις, μεταξύ 28.12.10 και 9.9.13, ενώ ήταν γιατρός στην Ωτορινολαρυγγολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας επιφορτισμένος με το καθήκον να εγκρίνει αιτήσεις ατόμων με ακουολογικά προβλήματα με σκοπό αυτά να λάβουν χορηγία από το κράτος, έλαβε συνολικά το χρηματικό ποσό των €14.125, πέραν του μισθού του, για να εκτελέσει το καθήκον του. Οι κατηγορίες 101-112 αφορούν το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας, και συγκεκριμένα αποδίδεται στον ίδιο πως σε 12 συνολικά περιπτώσεις μεταξύ 10.3.11 και 6.7.12, υπό την ίδια ιδιότητα και ενώ ήταν επιφορτισμένος με το καθήκον να εξετάζει ασθενείς που αντιμετώπιζαν ακουολογικά προβλήματα, κατά κατάχρηση εξουσίας παρέπεμψε ασθενείς στο Ακουολογικό Κέντρο Ευθυμιάδης για την τοποθέτηση ακουστικών και έλαβε από το κέντρο το συνολικό ποσό των €2.205. Επισημαίνεται εξαρχής πως είναι παραδεκτό ότι ο Κατηγορούμενος έλαβε το προαναφερόμενο συνολικό ποσό των €16.330 με συνολικά 25 επιταγές, πλην όμως αυτός ισχυρίζεται ότι το εν λόγω ποσό του δόθηκε από το ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης ως δώρο εις ένδειξη εκτίμησης για την εργασία που εκτελούσε, οπότε δεν στοιχειοθετείται οποιοδήποτε αδίκημα. Κατά την ακρόαση δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα και κατέθεσαν επτά μάρτυρες για την Κατηγορούσα Αρχή. Συγκεκριμένα κατέθεσαν τέσσερις Αστυνομικοί, όλοι του ΤΑΕ Αρχηγείου. O Αστ. 3515 Μάκης Νικολάου, Μ.Κ.1, συνέλαβε τον Κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, εκτέλεσε ένταλμα έρευνας της οικίας και του γραφείου του, ασχολήθηκε με την παραλαβή τεκμηρίων και ήταν παρών κατά τη λήψη της πρώτης ανακριτικής κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο. Ο Α/Αστ. 1587 Παντελάκης Ανδρέου, Μ.Κ.2, ήταν αυτός που έλαβε τόσο την πρώτη όσο και τη δεύτερη ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. Ο Αστ. 4842 Ανδρέας Μιχαήλ, Μ.Κ.3, εκ των ανακριτών της υπόθεσης μαζί με τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.7, κατέγραψε θεληματικές καταθέσεις από την Ευθυμία Ευθυμιάδου και τον Ζήνωνα Ευθυμιάδη, Μ.Κ.4, στις οποίες προέβησαν σε καταγγελία εναντίον τριών γιατρών, συμπεριλαμβανομένου του Κατηγορουμένου, αναφέρθηκε στην έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης του Κατηγορουμένου και ακόμα ενός γιατρού (του Δρος Γιαννάκη Κυαμίδη), αποτάθηκε στο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης τραπεζικών λογαριασμών του Κατηγορουμένου, έλαβε θεληματική κατάθεση από τον Μιχάλη Ευθυμιάδη, Μ.Κ.5 και δεύτερη θεληματική κατάθεση από τον Μ.Κ.4 και παρέλαβε τεκμήρια της υπόθεσης. Επίσης στην παρουσία του Μ.Κ.3 λήφθηκε δεύτερη θεληματική κατάθεση από τη Γιαννούλα Μαρκίδου, Μ.Κ.6, η οποία αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι δεν αφορά την παρούσα υπόθεση. Ο Υπαστ. Λοΐζος Ιωνά, Μ.Κ.7, ήταν ο υπεύθυνος της ανακριτικής ομάδας και αυτός που παρουσίασε τον Κατηγορούμενο για προσωποκράτηση. Ήταν παρών κατά τη λήψη της κατάθεσης του Μ.Κ.5, της πρώτης κατάθεσης της Μ.Κ.6 και της δεύτερης κατάθεσης του Μ.Κ.4 και γενικά επόπτευσε τις ανακρίσεις μέχρι τη συμπλήρωση της υπόθεσης. Οι υπόλοιποι μάρτυρες κατηγορίας ήταν ο Ζήνων Ευθυμιάδης (Μ.Κ.4), ο Μιχάλης Ευθυμιάδης (Μ.Κ.5) και η Γιαννούλα Μαρκίδου (Μ.Κ.6). Οι Μ.Κ.4 και 5 είναι οι ιδιοκτήτες και η Μ.Κ.6 η λογίστρια του ακουολογικού κέντρου Ευθυμιάδης στο οποίο εργάζεται εδώ και 43 έτη. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας αυτών των τριών μαρτύρων, προκύπτει πως η βασική εκδοχή τους είναι ότι το ακουολογικό κέντρο έδωσε τις επίδικες επιταγές στον Κατηγορούμενο, δυνάμει ισχυριζόμενης συμφωνίας μεταξύ τους για την παραπομπή από τον Κατηγορούμενο ασθενών στο κέντρο και για την έγκριση αιτήσεων συνταξιούχων για τον σκοπό λήψης κρατικής χορηγίας έναντι καθορισμένης χρηματικής αμοιβής, αναλόγως της περίπτωσης. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή και αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, κάλεσε αυτόν να προβάλει την υπεράσπιση του εξηγώντας του τα δικαιώματα του. Ο Κατηγορούμενος, M.Y.1, έδωσε ένορκη μαρτυρία κατά την οποία αρνήθηκε τη σύναψη οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ του και του ακουολογικού κέντρου, προβάλλοντας την εκδοχή πως το ποσό του δόθηκε με πρωτοβουλία του κέντρου ως δώρο. Κατέθεσαν επίσης ο Hagob Mardiros, M.Y.2, ο οποίος ανέφερε ότι επισκέφθηκε ένα ακουολογικό κέντρο όπου του τοποθέτησαν ακουστικά και ακολούθως εξετάστηκε από τον Κατηγορούμενο, χωρίς όμως ο τελευταίος να του συστήσει συγκεκριμένο ακουολογικό κέντρο και ο Δρ Μιχαλάκης Κορνιώτης, Μ.Υ.3, ωτορινολαρυγγολόγος, Βοηθός Διευθυντής της Ωτορινολαρυγγολογικής Κλινικής του Γ.Ν. Λευκωσίας και συνάδελφος του Κατηγορουμένου, ο οποίος είπε πως ουδέποτε άκουσε τον Κατηγορούμενο να συστήσει σε οποιονδήποτε ασθενή συγκεκριμένο ακουολογικό κέντρο. Ο Ηλίας Οικονόμου, Μ.Υ.4, ιδιοκτήτης του ακουολογικού κέντρου Οικονόμου, αναφέρθηκε στις σχέσεις του με τον Κατηγορούμενο, στην εργοδότηση στο κέντρο του της Άντριας Κυαμίδου, θυγατέρας του Δρος Κυαμίδη, και στην προσέγγιση της από τον Μ.Κ.5 για να εργαστεί στο κέντρο Ευθυμιάδης, καθώς επίσης και στον τρόπο λειτουργίας του δικού του κέντρου από της ιδρύσεως του μέχρι σήμερα. Τέλος, η Χρυστάλλα Κουταλιανού, Μ.Υ.5, Νοσηλευτική Λειτουργός στο Γ.Ν. Λευκωσίας, κατέθεσε πως εργάστηκε δίπλα από τον Κατηγορούμενο και ουδέποτε τον άκουσε να συστήσει σε ασθενείς συγκεκριμένο ακουολογικό κέντρο. Ι. Μαρτυρία Αστυνομικών Μαρτύρων Κατηγορίας, Μ.Κ.1, 2, 3, και 7, αναφορικά με τις Ενέργειες τους - Αξιολόγηση Όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας, Αστυνομικοί, υιοθέτησαν τις γραπτές τους καταθέσεις ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους, Έγγραφα 1-3 και 8 αντίστοιχα, έδωσαν κάποιες επιπρόσθετες πληροφορίες και κατέθεσαν τεκμήρια. Η μαρτυρία και των τεσσάρων αυτών μαρτύρων όσον αφορά τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν στα πλαίσια της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης ουσιαστικά δεν έτυχε αμφισβήτησης. Οι εν λόγω μάρτυρες κατέθεσαν με αμεσότητα και συνέπεια και έδωσαν πλήρεις απαντήσεις όσον αφορά την εμπλοκή του καθενός στα πλαίσια της διερεύνησης οι οποίες συνάδουν μεταξύ τους. Ήταν βασική θέση της Υπεράσπισης πως αυτοί δεν έκαναν ολοκληρωμένη και αντικειμενική διερεύνηση της υπόθεσης. Αυτοί δεν δίστασαν να αναγνωρίσουν πως δεν προέβησαν σε κάποιες ενέργειες, δίδοντας και τις αναγκαίες εξηγήσεις προς τούτο και απορρίπτοντας τη θέση της Υπεράσπισης. Εδώ περιοριζόμαστε στη διαπίστωση μας πως η μαρτυρία των Μ.Κ.1, 2, 3 και 7 αναφορικά με τις ενέργειες τους κρίνεται αξιόπιστη και δεκτή. Σημειώνουμε πως το ζήτημα του τρόπου διερεύνησης της υπόθεσης και οι όποιες ενδεχομένως συνέπειες αυτού θα εξεταστούν ξεχωριστά κατωτέρω. ΙΙ. Ευρήματα για το Ιστορικό και τη Διερεύνηση της Παρούσας Υπόθεσης Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα και τη συναφή μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας Αστυνομικών, το Δικαστήριο προβαίνει σε ευρήματα αναφορικά με το ιστορικό και τις ενέργειες κατά τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, ως ακολούθως: 1) Ο Κατηγορούμενος είναι γιατρός με ειδικότητα την ωτορινολαρυγγολογία και κατά τη σύλληψη του εργαζόταν ως γιατρός στην Ωτορινολαρυγγολογική Κλινική του Γ.Ν. Λευκωσίας. Προσλήφθηκε ως έκτακτος Ιατρικός Λειτουργός στις 17.6.96 στο Γ.Ν. Λεμεσού. Στις 3.1.00 μετατέθηκε στο Γ.Ν. Λάρνακας, στις 22.6.05 μετατέθηκε ξανά στο Γ.Ν. Λεμεσού και στις 24.9.07 μετατέθηκε πάλι στο Γ.Ν. Λάρνακας. Στις 15.10.08 διορίστηκε ως μόνιμος Ιατρικός Λειτουργός Α΄ Τάξης και στις 10.5.10 μετατέθηκε στο Γ.Ν. Λευκωσίας. 2) Ανάμεσα στα καθήκοντα του Κατηγορουμένου ήταν και η εξέταση ασθενών οι οποίοι αντιμετώπιζαν ακουολογικά προβλήματα και έχρηζαν τοποθέτησης ακουστικών. Το καθήκον του περιορίζετο στη διάγνωση του ακουολογικού προβλήματος και στη σύσταση προς τον ασθενή ότι αυτός χρειάζετο ακουστικά. Ακολούθως ο εκάστοτε ασθενής είχε το δικαίωμα να επιλέξει αν θα τοποθετούσε ακουστικά και σε ποιο ακουολογικό κέντρο θα απευθύνετο. 3) Κατά τους επίδικους χρόνους το Κράτος παρείχε επιχορηγήσεις για αγορά ακουστικών σε ασθενείς και συγκεκριμένα στους εκ γενετής βαρήκοους δίδετο κρατική χορηγία κάθε 4 έτη ύψους €2.730, στους συνταξιούχους βαρήκοους δίδετο κρατική χορηγία κάθε 4 έτη ύψους €170, ενώ στους ασθενείς με κοχλιακά εμφυτεύματα δίδετο χορηγία μέχρι €23.000. 4) Για να δικαιούνται να λάβουν κρατική επιχορήγηση οι συνταξιούχοι ασθενείς και οι εκ γενετής βαρήκοοι, ήταν απαραίτητη η σύσταση ως προς την αίτηση τους από κυβερνητικό γιατρό. Συγκεκριμένα, για να δικαιούτο να λάβει επιχορήγηση ο συνταξιούχος ασθενής έπρεπε να παρουσιάσει σε κυβερνητικό γιατρό τη σχετική αίτηση μαζί με ακουογράφημα, τιμολόγιο της εταιρείας από την οποία ο ασθενής αγόρασε ακουστικά βαρηκοΐας, εξουσιοδότηση για κατάθεση της χορηγίας στον τραπεζικό λογαριασμό του ασθενούς και φωτοτυπίες της ταυτότητας και της κάρτας νοσηλείας του. Αφού ο γιατρός διαπίστωνε ότι όντως υπήρχε πρόβλημα βαρηκοΐας και ότι ο ασθενής χρειαζόταν ακουστικά, υπέγραφε τη σχετική σύσταση και ο ασθενής δικαιούτο να αποταθεί στο Υπουργείο Υγείας για να λάβει τη χορηγία που του αναλογούσε. Ανάμεσα στα καθήκοντα του Κατηγορουμένου ήταν και η υπογραφή τέτοιων αιτήσεων συνταξιούχων ασθενών. 5) Τέτοιες αιτήσεις ασθενών οι οποίες υπογράφονταν από κυβερνητικό γιατρό διαβιβάζονταν μαζί με όλα τα απαραίτητα συνημμένα έγγραφα στη Δρα Άννα Νουσκά, Μ.Κ.5 επί του κατηγορητηρίου, η οποία αφού τις ήλεγχε και έκρινε ότι ικανοποιούνταν όλες οι σχετικές προϋποθέσεις, ενέκρινε το ποσό της χορηγίας και διαβίβαζε τις αιτήσεις στο Λογιστήριο του Τμήματος Ιατρικών Υπηρεσιών για τελική έγκριση του ποσού που θα εδίδετο στον εκάστοτε ασθενή. Ακολούθως, ο Χρίστος Χριστοδούλου, Μ.Κ.6 επί του κατηγορητηρίου, Προϊστάμενος του Λογιστηρίου του Τμήματος Ιατρικών Υπηρεσιών, έδιδε εντολή στο προσωπικό του Λογιστηρίου για καταβολή της χορηγίας την οποία ο κάθε ασθενής δικαιούτο. 6) Ο Ζήνων Ευθυμιάδης, Μ.Κ.4, το 1950 δημιούργησε το ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης το οποίο βρίσκεται στην οδό Μεθώνης 8, Λευκωσία. Το κέντρο εμπορεύεται και τοποθετεί ακουστικά βαρηκοΐας και κοχλιακά εμφυτεύματα. Το 2015 ο Μ.Κ.4 μεταβίβασε τις μετοχές του στα παιδιά του και έκτοτε διευθυντές της εταιρείας είναι η Ευθυμία Ευθυμιάδου, Μ.Κ.1 επί του κατηγορητηρίου, και ο Μιχάλης Ευθυμιάδης, Μ.Κ.5. 7) Η εταιρεία Efthymiades Audiology Centre διατηρεί λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου με βιβλιάριο επιταγών. Δικαίωμα υπογραφής έχει ο Μ.Κ.4 είτε μόνος είτε μαζί με ένα από τα παιδιά του, Ευθυμία ή Μιχάλη Ευθυμιάδη. 8) Ο Μ.Κ.4 εξέδωσε επ΄ ονόματι του Κατηγορουμένου τις ακόλουθες επιταγές οι οποίες εξαργυρώθηκαν από τον Κατηγορούμενο: (
  2. i)Στις 28.12.10 επιταγή για ποσό €510 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 31.12.10. (
  3. ii)Στις 25.1.11 επιταγή για ποσό €595 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 28.1.11. (iii) Στις 10.3.11 επιταγή για ποσό €510 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 14.3.11. (
  4. iv)Στις 21.4.11 επιταγή για ποσό €510 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 26.4.11. (
  5. v)Την 1.6.11 επιταγή για ποσό €510 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 3.6.11. (
  6. vi)Στις 8.7.11 επιταγή για ποσό €510 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 11.7.11. (vii) Στις 26.7.11 επιταγή για ποσό €595 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε την 1.8.11. (viii) Στις 9.9.11 επιταγή για ποσό €595 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 15.9.11. (
  7. ix)Στις 21.10.11 επιταγή για ποσό €510 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 31.10.11. (
  8. x)Στις 29.11.11 επιταγή για ποσό €1020 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε την 1.12.11. (
  9. xi)Στις 23.12.11 επιταγή για ποσό €595 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 27.12.11. (xii) Στις 20.1.12 επιταγή για ποσό €800 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 24.1.12. (xiii) Στις 21.2.12 επιταγή για ποσό €610 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 29.2.12. (xiv) Στις 15.3.12 επιταγή για ποσό €615 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε την 19.3.12. (
  10. xv)Στις 2.4.12 επιταγή για ποσό €605 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 5.4.12. (xvi) Στις 3.5.12 επιταγή για ποσό €715 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 7.5.12. (xvii) Την 1.6.12 επιταγή για ποσό €725 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 7.6.12. (xviii) Στις 5.7.12 επιταγή για ποσό €765 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις13.7.12. (xix) Στις 11.9.12 επιταγή για ποσό €1020 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 12.9.12. (
  11. xx)Στις 18.10.12 επιταγή για ποσό €935 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 22.10.12. (xxi) Στις 19.11.12 επιταγή για ποσό €1020 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 22.11.12. (xxii) Στις 13.1.13 επιταγή για ποσό €850 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 4.2.13. (xxiii) Στις 4.4.13 επιταγή για ποσό €680 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 15.4.13. (xxiv) Στις 8.7.13 επιταγή για ποσό €340 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 15.7.13. (xxv) Στις 5.9.13 επιταγή για ποσό €190 την οποία ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε στις 9.9.13. 9) Συνολικά ο Κατηγορούμενος έλαβε από το ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης το ποσό των €16.330. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως τα πιο πάνω έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά γεγονότα. 10) Στις 6.5.16 οι Μ.Κ.1, 3 και 7, με επικεφαλής τον Μ.Κ.7, ανέλαβαν τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. 11) Το πρωί της ίδιας μέρας ο Μ.Κ.3, στην παρουσία του Μ.Κ.7, κατόπιν επίστησης κατέγραψε θεληματική κατάθεση της Ευθυμίας Ευθυμιάδου στην οποία προέβη σε καταγγελία εναντίον του Κατηγορουμένου. 12) Ακολούθως ο Μ.Κ.3, κατόπιν επίστησης, έλαβε θεληματική κατάθεση από τον Μ.Κ.4, Έγγραφο 4, στα πλαίσια της οποίας παρέδωσε φωτοαντίγραφο αναλυτικής κατάστασης των ποσών που έδωσε στον Κατηγορούμενο και σε ακόμα ένα γιατρό, τον Δρα Δάφνη Αριστοδήμου. 13) Την ίδια μέρα στις 15:00 ο Μ.Κ.1 συνέλαβε τον Κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, Τεκμήριο 1. Μετά τη σύλληψη ο Μ.Κ.1 έδωσε στον Κατηγορούμενο το Έγγραφο Δικαιωμάτων Προσώπων που συλλαμβάνονται και ή τελούν υπό κράτηση, το οποίο και ο Κατηγορούμενος υπέγραψε, Τεκμήριο 2. Ακολούθως ο Μ.Κ.1 διενήργησε έρευνα στην οικία, στο όχημα και στο γραφείο του Κατηγορουμένου δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας, Τεκμήριο 3. 14) Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 17:40 και 19:30 ο Μ.Κ.2, στην παρουσία του Μ.Κ.1, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, Τεκμήριο 4. 15) Στις 7.5.16 ο Μ.Κ.7 παρουσίασε τον Κατηγορούμενο και τον Δρα Κυαμίδη ενώπιον του Ε.Δ. Λευκωσίας το οποίο εξέδωσε διάταγμα προσωποκράτησης τους για οκτώ μέρες. 16) Την ίδια μέρα το απόγευμα ο Μ.Κ.3, στην παρουσία του Μ.Κ.7, έλαβε θεληματική κατάθεση από τον Μ.Κ.5, Έγγραφο 6. 17) Στις 9.5.16 ο Μ.Κ.3 μετέβη στο Ε.Δ. Λευκωσίας και αποτάθηκε για την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τραπεζικών λογαριασμών του Κατηγορουμένου, τα οποία επιδόθηκαν στις 9 και στις 10.5.16. Η επιστολή-κατάσταση από την Τράπεζα Κύπρου ημ. 11.5.16 και τα συνημμένα σε αυτή 57 φωτοαντίγραφα επιταγών κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 9 και 10 αντίστοιχα. 18) Την ίδια μέρα η Αστ. 43 Ιωάννα Κκολού, στην παρουσία του Μ.Κ.7, έλαβε θεληματική κατάθεση από τη Μ.Κ.6, Έγγραφο 7. 19) Στις 12.5.16 ο Μ.Κ.3, στην παρουσία του Μ.Κ.7, έλαβε δεύτερη θεληματική κατάθεση από τον Μ.Κ.4, Έγγραφο 5. 20) Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 15:00 και 15:20 ο Μ.Κ.2 έλαβε δεύτερη ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, Τεκμήριο 8. 21) Την ίδια μέρα η Δέσπω Καλογήρου, Μ.Κ.11 επί του κατηγορητηρίου, παρέδωσε στον Λοχ. 1517 Πιερή Νεοκλέους, Μ.Κ.20 επί του κατηγορητηρίου, τα Τεκμήρια 9 και 10, ο οποίος με τη σειρά του τα παρέδωσε αυθημερόν στον Μ.Κ.3 και τοποθετήθηκαν στον φάκελο της υπόθεσης όπου και παρέμειναν μέχρι και την κατάθεση τους στο Δικαστήριο. 22) Σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση του Μ.Κ.7, συνάγεται πως στα πλαίσια της κατάθεσης της, Έγγραφο 7, η Μ.Κ.6 παρέδωσε 25 καταστάσεις ΓΜ1-25, οι οποίες αφορούσαν τα ονόματα 189 ασθενών για τους οποίους κατ΄ ισχυρισμόν ο Κατηγορούμενος έλαβε διάφορα ποσά, όπως αναγράφονται στην κάθε κατάσταση. Οι 25 επιταγές που δόθηκαν στον Κατηγορούμενο αντιστοιχούν στα ποσά των εν λόγω καταστάσεων. Όσον αφορά τις αιτήσεις για κρατική χορηγία ακουστικών βαρηκοΐας, αυτές αναζητήθηκαν από το Υπουργείο Υγείας και εντοπίστηκαν μόνο οι 140 εξ αυτών ενώ οι άλλες δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν. Οι 140 αιτήσεις αποτελούν το Τεκμήριο 5. 23) Σε αυτά τα πλαίσια δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι στις 19.5.16 και στις 6.6.16 η Χριστίνα Καπιρτή, Μ.Κ.12 επί του κατηγορητηρίου, παρέδωσε στον Μ.Κ.1 140 αιτήσεις ασθενών για επιχορήγηση αγοράς ακουστικών βαρηκοΐας, Τεκμήριο 5, με τις δύο σχετικές Αποδείξεις Παραλαβής Τεκμηρίων, Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα. 24) Σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Μ.Κ.7, προκύπτει πως αυτές οι 140 αιτήσεις ελέγχθηκαν και εγκρίθηκαν από το αρμόδιο Τμήμα του Υπουργείου Υγείας και βάσει αυτών παραχωρήθηκαν οι χορηγίες. 25) Στις 6.6.16 ο Μ.Κ.1 παρέδωσε το Τεκμήριο 5 στον Αστ. 2178 Γεννάδιο Ιωάννου, υπεύθυνο της αποθήκης τεκμηρίων του ΤΑΕ Λευκωσίας, το οποίο παρέμεινε εκεί μέχρι και την κατάθεση του στο Δικαστήριο χωρίς να έχει υποστεί οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση. 26) Με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία των Μ.Κ.1, 2 και 7, προκύπτει πως στα πλαίσια των ερευνών τους δεν αναζήτησαν οποιοδήποτε ασθενή από αυτούς που κατ΄ ισχυρισμόν ο Κατηγορούμενος παρέπεμψε στο ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης για ακουστικά ούτε και από τους συνταξιούχους των οποίων η αίτηση για κρατική χορηγία κατ΄ ισχυρισμόν υπεγράφη από τον Κατηγορούμενο, όπως επίσης πως δεν έγινε γραφολογική εξέταση της φερόμενης υπογραφής του Κατηγορουμένου επί αυτών των αιτήσεων. Επαναλαμβάνουμε πως τόσο αυτές οι παραλείψεις όσο και γενικότερα ο τρόπος διενέργειας των ερευνών για την παρούσα υπόθεση θα εξεταστεί σε ξεχωριστό κεφάλαιο κατωτέρω. ΙΙΙ. Μαρτυρία Μ.Κ.4-6 - Παράθεση και Αξιολόγηση Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο Μ.Κ.4 δήλωσε ευθέως πως ο ίδιος δεν θα προέβαινε στην καταγγελία και πως αυτή υποβλήθηκε από τα παιδιά του, Ευθυμία και Μιχάλη (Μ.Κ.5), λόγω του ότι δεν ανέχοντο αυτή την κατάσταση η οποία μάλιστα ώθησε την άλλη του κόρη να μετοικήσει στην Αγγλία. Δεν δίστασε να αποκαλύψει πως ήταν ο ίδιος που πρότεινε στον Κατηγορούμενο να συνεργαστούν, δηλαδή ο τελευταίος να παραπέμπει στο κέντρο ασθενείς έναντι αμοιβής, και μάλιστα μίλησε και για μετέπειτα συμφωνία την οποία πάλι αυτός πρότεινε στον Κατηγορούμενο με συγκεκριμένα ποσά πληρωμής αναλόγως της περίπτωσης. Έτσι καθίσταται σαφές πως ο Μ.Κ.4 ενέπλεξε εαυτόν σε ισχυριζόμενη παράνομη δραστηριότητα που αφορά παροχή χρημάτων σε δημόσιο λειτουργό σε σχέση με τα καθήκοντα του και ως εκ τούτου καθίσταται συνεργός στην παρούσα υπόθεση. Και η Μ.Κ.6 έθεσε εαυτόν ως μέρος των δύο αυτών συμφωνιών καθώς επίσης με ενεργό συμμετοχή στην παράδοση των επιταγών στον Κατηγορούμενο. Επομένως, και αυτή θεωρείται συνεργός στην παρούσα υπόθεση. Σχετικά παραπέμπουμε στις υποθέσεις Mousoulides v. Republic

(1983)2 C.L.R. 336 και Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 24. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως, σύμφωνα με την τεθείσα μαρτυρία, ο Μ.Κ.5 δεν έλαβε μέρος στη σύναψη των ισχυριζόμενων συμφωνιών ούτε και είχε γνώση αυτών και των πληρωμών, αλλά όταν είχε αντιληφθεί τι ακριβώς γινόταν προέβη στην καταγγελία, και έτσι αυτός δεν δύναται να θεωρηθεί συνεργός. Με αυτή τη διαπίστωση, εγείρεται αυτόματα το θέμα της αξιολόγησης μαρτυρίας συνεργού, ήτοι του Μ.Κ.4 και της Μ.Κ.6, και ενδεχομένως της αναγκαιότητας αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (Αρ.2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, ο σκοπός τέτοιας ενισχυτικής μαρτυρίας είναι η άρση των εγγενών αμφιβολιών για την ποιότητα της μαρτυρίας του συνεργού, λόγω της συμμετοχής ή σύμπραξης του στο έγκλημα. Η κλασική υπόθεση επί του θέματος είναι η Zacharia v. The Republic
(1962)2 C.L.R. 52, η οποία υιοθετήθηκε πλήρως στην υπόθεση Λοίζου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Δ.Δ. 546, από την οποία παραθέτουμε το ακόλουθο απόσπασμα: «
  1. Όταν το πρωτόδικο δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία ενός μάρτυρα που μπορεί να είναι ή να μην είναι συναυτουργός στην υπόθεση, το Δικαστήριο οφείλει πρώτα να αποφασίσει κατά πόσο ο μάρτυρας είναι κατά την άποψή του συναυτουργός.
  2. Όταν ο μάρτυρας είναι προφανώς συναυτουργός, ή το δικαστήριο τον θεωρεί τέτοιο, το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο σαν θέμα αξιοπιστίας το δικαστήριο είναι ή δεν είναι διατεθειμένο να βασιστεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση. Σχετικά με αυτό, το δικαστήριο έχει νομική υποχρέωση να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι ένας συναυτουργός είναι σπιλωμένος μάρτυρας, που η μαρτυρία του μπορεί να επηρεάζεται από τη σχέση του με το έγκλημα και ότι επομένως είναι επικίνδυνο να βασιστεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση.
  3. Όταν όμως, παρά μια τέτοια προειδοποίηση, το δικαστήριο νομίζει ότι μπορεί να δεχθεί τη μαρτυρία του συγκεκριμένου τούτου συναυτουργού, και αισθάνεται ότι μπορεί με σιγουριά να στηριχθεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση, το δικαστήριο έχει από το νόμο δικαίωμα να το κάνει, δεδομένου βέβαια ότι η υπόθεση δεν ανήκει στην κατηγορία εκείνη των περιπτώσεων που η ενίσχυση απαιτείται θετικά από τον ίδιο το νόμο ανεξάρτητα από τη συμμετοχή του μάρτυρα στο έγκλημα.
  4. Αν όμως το δικαστήριο αισθάνεται ότι δεν θα ήταν διατεθειμένο να βασιστεί στη μαρτυρία ενός συναυτουργού χωρίς άλλο στήριγμα, το δικαστήριο πρέπει ν΄ αναζητήσει ενίσχυση από ανεξάρτητη μαρτυρία (ξεχωριστή από μαρτυρία που προέρχεται από άλλο συναυτουργό) η οποία όχι μόνο να στηρίζει την εκδοχή του συναυτουργού σχετικά με τη διάπραξη του αδικήματος, αλλά και να συνδέει ή να τείνει να συνδέσει τον κατηγορούμενο με το έγκλημα. Και η απόφαση πρέπει να προσδιορίζει που το δικαστήριο βρήκε μια τέτοια ενίσχυση.» Χρήσιμη αναφορά επί του θέματος γίνεται επίσης στις υποθέσεις Peristianis v. Police
(1969)2 C.L.R. 137, Psara v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 132, Γιουρούκης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 171 και 402, Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας (Αρ. 1) (ανωτέρω) και Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 482. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (ανωτέρω), η αξιολόγηση της μαρτυρίας συνεργού δεν διενεργείται απομονωμένα, αλλά ενιαία, λαμβανομένης υπόψιν και εξεταζόμενης συγχρόνως και όλης της υπόλοιπης μαρτυρίας προκειμένου να διαπιστωθεί η αξιοπιστία της μαρτυρίας του συνεργού και διαπιστώνοντας παράλληλα στο πλαίσιο αυτό κατά πόσο υπάρχει επίσης ή όχι ενίσχυση της και από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία, νοουμένου βέβαια ότι κάτι τέτοιο κρίνεται αναγκαίο. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα στην υπόθεση A.G. Hong Kong v. Wong
(1978)2 All E.R. 488 (P.C.), στη σελ. 494: «The corroborative evidence will not, of course, necessarily authenticate the evidence of a suspect witness. But it may at least allay some of the suspicion. In other words it may assist in establishing the credibility of the suspect witness.» Φυσικά, σε αυτό το πλαίσιο, πασιφανώς αναξιόπιστη μαρτυρία προερχόμενη από μάρτυρα που θεωρείται συνεργός με τον κατηγορούμενο, δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί εναντίον του τελευταίου και πρέπει να απορριφθεί. Οι ίδιες αρχές επαναλήφθηκαν και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Τεβλετιάν κ.ά. v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 512. Λόγω του ότι στην προκειμένη περίπτωση κατέθεσαν δύο συνεργοί, αυτοί θα πρέπει να αξιολογηθούν ξεχωριστά και ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο καθότι είναι γνωστή η αρχή πως ένας συνεργός δεν μπορεί να ενισχύσει τη μαρτυρία άλλου συνεργού. Αυτό τονίστηκε στις υποθέσεις Makris alias Petinos v. The Police
(1961)C.L.R. 330, DPP v. Kilbourne
(1973)1 All E.R. 440, DPP v. Hester
(1972)3 All E.R. 1056, Davies v. DPP
(1954)1 All E.R. 507 και R. v. Baskerville (1916-7) All E.R. Rep.
  1. Με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές, θα προχωρήσουμε να αξιολογήσουμε ξεχωριστά και ανεξάρτητα τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 και της Μ.Κ.
  2. ΙΙΙ.Α Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μ.Κ.4 Κατά την κυρίως εξέταση του προφορικά ο Μ.Κ.4 αναφέρθηκε στις συνθήκες γνωριμίας και συνεργασίας του με τον Κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα, είπε πως κάποια στιγμή, δέκα έτη και πλέον προηγουμένως, με πρωτοβουλία κάποιου κοινού φίλου γιατρού, τον οποίο κατονόμασε στην αντεξέταση του ως Samir Maihoub, παρευρέθηκαν σε γεύμα στη Λεμεσό στο οποίο παρόντες ήταν αυτός, ο Μ.Κ.4, η Μ.Κ.6 και ο Κατηγορούμενος, με σκοπό τη συνεργασία μεταξύ του Μ.Κ.4 και του Κατηγορουμένου. Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε πως και ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε αυτή τη συνάντηση κατά τη δική του μαρτυρία, αμφισβητώντας όμως τον σκοπό αυτής. Εκεί ο Μ.Κ.4 πρότεινε στον Κατηγορούμενο να παραπέμπει στο κέντρο του ασθενείς που έχρηζαν ακουστικών βαρηκοΐας και να λαμβάνει αμοιβή. Ενόσω ο Κατηγορούμενος ήταν στη Λεμεσό, αυτό έγινε μια-δυο φορές, δηλαδή να παραπέμψει ασθενείς στο ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης στη Λεμεσό και να λάβει την αμοιβή του με επιταγή ταχυδρομικώς. Το 2010, όταν ο Κατηγορούμενος μετατέθηκε στο Γ.Ν. Λευκωσίας, η Μ.Κ.6 τον κάλεσε τηλεφωνικώς και αυτός πήγε στο γραφείο τους όπου ο Μ.Κ.4 του υπέβαλε πρόταση για συνεργασία με περισσότερες λεπτομέρειες, ήτοι με συγκεκριμένα ποσά αναλόγως της περίπτωσης (συνταξιούχοι, ωρομίσθιοι εργάτες, νέοι πελάτες κ.λπ.) για παραπομπή ασθενών στο ακουολογικό κέντρο ή για υπογραφή αιτήσεων για κρατική χορηγία για αγορά ακουστικών βαρηκοΐας. Αυτή η συνεργασία συνεχίστηκε μέχρι και το 2013 όταν αντιλήφθηκαν πως ο Κατηγορούμενος δεν επιθυμούσε πλέον τη συνεργασία μαζί τους αφού παρέπεμπε τους ασθενείς σε άλλο ακουολογικό κέντρο και έτσι σταμάτησαν και αυτοί να του ζητούν να «βγάζει χαρτιά» για συνταξιούχους και γενικότερα τη συνεργασία τους. Ο βασικός τρόπος συνεργασίας για τις αιτήσεις κρατικής χορηγίας, σύμφωνα πάντα με τον Μ.Κ.4, ήταν πως οι συνταξιούχοι ασθενείς έρχονταν στο κέντρο όπου τους έκαναν ακουογράφημα, και αν χρειάζονταν ακουστικό, τότε έπρεπε με την παρουσία του τιμολογίου αγοράς του ακουστικού να υπογράψει ο γιατρός του Νοσοκομείου την αίτηση για να πάρει τη χορηγία των €
  3. Έτσι, στα πλαίσια συνεργασίας, αφού ο Κατηγορούμενος υπέγραφε τις αιτήσεις και έθετε τη σφραγίδα του επί αυτών, τις έπαιρνε στο κέντρο για να προωθηθούν στο Υπουργείο, και ταυτόχρονα λάμβανε την αμοιβή του, ήτοι την επιταγή, μαζί με επιστολή με τα ονόματα των ασθενών που αφορούσε η πληρωμή. Η πληρωμή δεν γινόταν ανά ασθενή αλλά κατά διαστήματα. Βασικά για τον σκοπό αυτό εκεί συναντούσε τη Μ.Κ.6 αλλά τον έβλεπε και ο Μ.Κ.
  4. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.4 επανέλαβε σταθερά τις ίδιες θέσεις δίδοντας κάποιες επιπλέον λεπτομέρειες. Συγκεκριμένα διευκρίνισε πως η συνεργασία του με τον Κατηγορούμενο αφορούσε κυρίως τους συνταξιούχους, και όχι εκ γενετής βαρήκοους και ασθενείς για κοχλιακά εμφυτεύματα για τους οποίους ο Κατηγορούμενος δεν είχε δικαίωμα υπογραφής, σε αντίθεση με τον Δρα Κυαμίδη ο οποίος υπέγραφε γι΄ αυτούς και λάμβανε αμοιβή από το κέντρο. Σημειώνουμε πως αυτή η θέση του μάρτυρος περί του δικαιώματος υπογραφής όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά αποτέλεσε κοινό έδαφος μέσω των υποβολών προς τον μάρτυρα. Ο Μ.Κ.4 ήταν επίσης σε θέση να δώσει επιπρόσθετα στοιχεία αναφορικά με τη δεύτερη συμφωνία δίδοντας έτσι μια καλύτερη εικόνα αυτής. Ειδικότερα, ο Μ.Κ.4 ανέφερε πως η συμφωνία προνοούσε όπως για κάθε συνταξιούχο ή κυβερνητικό ωρομίσθιο εργάτη, ο οποίος δικαιούτο ακουστικά δωρεάν και ήταν νέος πελάτης, ο Κατηγορούμενος θα λάμβανε το ποσό των €90, ενώ αν επρόκειτο για παλαιό πελάτη το ποσό των €
  5. Είναι γεγονός πως και στις δύο καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία, για τις οποίες θα γίνει αναφορά κατωτέρω, ο Μ.Κ.4 δεν έδωσε λεπτομέρειες αυτής της ισχυριζόμενης συμφωνίας. Ο Μ.Κ.4 απέδωσε αυτή την παράλειψη στο ότι δεν ρωτήθηκε από την Αστυνομία. Όπως ανέφερε και στην κυρίως εξέταση του και προκύπτει αβίαστα από το περιεχόμενο και των δύο καταθέσεων, αυτές αναφέρονται κατά κύριο λόγο στον Δρα Κυαμίδη και προς το τέλος τους γίνεται αναφορά στους άλλους δύο γιατρούς, συμπεριλαμβανομένου του Κατηγορουμένου. Δεχόμαστε ως βάσιμη και πειστική τη θέση του μάρτυρος, η οποία ήταν διάχυτη και συνεπής καθόλη τη μαρτυρία του, πως ο βασικός στόχος της καταγγελίας ήταν ο Δρ Κυαμίδης ο οποίος απαιτούσε χρήματα και μάλιστα με πιεστικό, παράλογο και υπερβολικό τρόπο. Αυτή η θέση επιβεβαιώνεται επίσης και από το γεγονός πως και οι δύο αυτές καταθέσεις περιέχουν λεπτομερείς αναφορές για την περίπτωση του Δρος Κυαμίδη και πολύ πιο γενική και συνοπτική αναφορά για τους άλλους δύο γιατρούς. Αξίζει να σημειωθεί πως στην πρώτη κατάθεση ο Μ.Κ.4 έδωσε λεπτομέρειες αναφορικά με τη συμφωνία με τον Δρα Κυαμίδη και τα ποσά που αυτή περιλάμβανε καθώς επίσης και παρέδωσε στην Αστυνομία στοιχεία και καταστάσεις μόνον όσο αφορά τον Δρα Κυαμίδη ενώ παρέδωσε μια κατάσταση με ημερομηνίες και ποσά που δόθηκαν στους άλλους δύο γιατρούς και επιφυλάχθηκε να παρουσιάσει τα αντίστοιχα στοιχεία και έγγραφα γι΄ αυτούς σε μεταγενέστερο χρόνο. Στη δεύτερη κατάθεση και πάλι έδωσε λεπτομέρειες των επιταγών που δόθηκαν στον Δρα Κυαμίδη και περιορίστηκε σε μια γενική αναφορά του συνολικού αριθμού των επιταγών και του συνολικού ποσού αυτών αναφορικά με τους άλλους δύο γιατρούς. Ακόμα και η ίδια η Υπεράσπιση δέχθηκε, μέσω σχετικής υποβολής, πως το 95% των καταθέσεων του Μ.Κ.4 αναφέρονται στον Δρα Κυαμίδη ενώ η αναφορά στους άλλους δύο γιατρούς ήταν «πολύ περιορισμένη ή ελάχιστη». Σε αυτή την υποβολή ο Μ.Κ.4 προέβαλε πως ο Δρ Κυαμίδης ήταν απαιτητικός και πιεστικός, ζητούσε προκαταβολικά χρήματα, σε αντίθεση με τους άλλους δύο γιατρούς οι οποίοι δέχονταν τις αμοιβές τους και ουδέποτε ζητούσαν τα χρήματα. Ως εκ τούτου θεωρούμε πλήρως βάσιμη τη θέση του Μ.Κ.4 ότι η καταγγελία και οι καταθέσεις που ο μάρτυρας έδωσε στην Αστυνομία στρέφοντο βασικά εναντίον του Δρος Κυαμίδη και η αναφορά στους άλλους δύο γιατρούς έγινε παρεμφερώς στα πλαίσια των ίδιων καταθέσεων. Είναι εμφανές πως και στις δύο καταθέσεις του ο Μ.Κ.4 αναφέρετο στον Δρα Κυαμίδη και ενέταξε και τους άλλους δύο γιατρούς στο ίδιο πλαίσιο γεγονότων χωρίς να δώσει λεπτομέρειες και χωρίς να ασχοληθεί ιδιαίτερα με αυτούς. Επομένως, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν θεωρούμε πως αφ΄ εαυτής η παράλειψη αναφοράς των λεπτομερειών της συμφωνίας μεταξύ του Μ.Κ.4 και του Κατηγορουμένου επηρεάζει την αξιοπιστία του μάρτυρος. Στα ίδια πλαίσια κρίνουμε πως η παράλειψη διαχωρισμού στις καταθέσεις του της συμπεριφοράς του Δρος Κυαμίδη στο ότι μόνο ο Δρ Κυαμίδης απαιτούσε χρήματα σε αντίθεση με τους άλλους δύο γιατρούς, λέγοντας εκεί πως όλοι απαιτούσαν χρήματα, και η αναφορά του ότι οι άλλοι δύο γιατροί τον προσέγγισαν με τον ίδιο τρόπο όπως ο Δρ Κυαμίδης για να λαμβάνουν μίζες, την οποία αναίρεσε κατά την προφορική του ένορκη μαρτυρία, δεν είναι τέτοια που να πλήττει την αξιοπιστία των ισχυρισμών του ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντιθέτως θεωρούμε πως αυτή η στάση του μάρτυρος, ήτοι να διαφοροποιήσει κατά την προφορική του μαρτυρία τη συμπεριφορά του Δρος Κυαμίδη από αυτή των άλλων δύο γιατρών, είναι ένδειξη της ειλικρίνειας και γνήσιας προσπάθειας του να αποδώσει με ακρίβεια το τι αναλογούσε στον κάθε γιατρό εφόσον μάλιστα, στα πλαίσια αυτής της αποκάλυψης, ο ίδιος επιβάρυνε ιδιαίτερα τη δική του θέση και μείωσε ταυτόχρονα τον ρόλο των άλλων δύο γιατρών. Στην κυρίως εξέταση του ο Μ.Κ.4 ανέφερε πως η πρόταση συνεργασίας προς τον Κατηγορούμενο αποσκοπούσε στην κίνηση του κέντρου και στην παρεπόμενη αύξηση του κέρδους και των εισοδημάτων τους. Και σε αυτό το ζήτημα ο Μ.Κ.4 παρέμεινε σταθερός και συνεπής και κατά την αντεξέταση του. Θεωρούμε πως υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, είναι απολύτως δικαιολογημένη η θέση του μάρτυρος πως η παραπομπή ασθενών από το Νοσοκομείο στο κέντρο για αγορά ακουστικών και η προώθηση από το ίδιο το κέντρο της διαδικασίας υποβολής των αιτήσεων των συνταξιούχων ασθενών για λήψη της κρατικής επιχορήγησης χωρίς την εμπλοκή των ασθενών ή των δικών τους ατόμων, αναμφίβολα αποτελεί μια καλή εξυπηρέτηση και υπηρεσία στους ασθενείς η οποία δημιουργεί ένα καλό όνομα και ωθούσε όλο και περισσότερα άτομα να αποτείνονται στο συγκεκριμένο κέντρο και να τυγχάνουν αυτής της βοηθητικής μεταχείρισης. Έτσι κρίνουμε απολύτως βάσιμο και λογικό το επιχείρημα του Μ.Κ.4 ως προς το τι τον ώθησε να προβεί σε αυτή την πρόταση η οποία σαφέστατα ήταν επωφελής για το κέντρο. Είναι γεγονός ότι κληθείς να υιοθετήσει την πρώτη του κατάθεση ο Μ.Κ.4 το έπραξε εξαιρώντας την αναφορά πως οι γιατροί ήθελαν μόνο μετρητά και δηλώνοντας πως μόνο ο Δρ Κυαμίδης απαιτούσε πάντα μετρητά ενώ οι άλλοι δύο γιατροί λάμβαναν επιταγές. Απέδωσε αυτή την ανακρίβεια στο ότι ο ίδιος παρασύρθηκε από την απαίτηση του βασικού «κατηγορουμένου» και ότι δεν είναι συνηθισμένος να δίνει καταθέσεις. Επανέλαβε πάλι με συνέπεια την ίδια θέση και στην αντεξέταση του, προσθέτοντας πως παρασύρθηκε από το θέμα του Δρος Κυαμίδη επειδή του έδωσε μια-δυο φορές επιταγές και αυτός τις έδωσε πίσω ζητώντας μόνο μετρητά. Έχουμε ήδη δεχθεί ως βάσιμη τη θέση του πως πράγματι κύριος στόχος της καταγγελίας και της αναφοράς και στις δύο καταθέσεις του ήταν ο Δρ Κυαμίδης, και ως εκ τούτου δεχόμαστε ως βάσιμη την τοποθέτηση του μάρτυρος. Σε υποβολή πως ο λόγος για τον οποίο έκανε αναφορά σε επιταγές στη δεύτερη κατάθεση ήταν επειδή τέθηκε υπόψιν του το περιεχόμενο της κατάθεσης που είχε εν τω μεταξύ δώσει ο Κατηγορούμενος στην Αστυνομία στην οποία (κατάθεση) ο τελευταίος έκανε λόγο ότι έλαβε επιταγές, ο Μ.Κ.4 επέμενε σταθερά και κατηγορηματικά ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης και των ισχυρισμών του Κατηγορουμένου, θέση η οποία δεν αντικρούστηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Ούτε υπεβλήθη σε οποιονδήποτε από τους Αστυνομικούς ότι πριν ή κατά τη λήψη της δεύτερης κατάθεσης του, ο Μ.Κ.4 ενημερώθηκε για το περιεχόμενο της πρώτης κατάθεσης του Κατηγορουμένου. Δεν διαφεύγει την προσοχή μας πως στην πρώτη κατάθεση ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος έλαβε το ποσό των €13.015 ενώ στη δεύτερη κατάθεση προσδιόρισε ότι έλαβε το ποσό των €16.
  6. Διαπιστώνουμε πως το ποσό των €13.015 προκύπτει με βάση τη συνημμένη κατάσταση και αφορά μόνο 21 περιπτώσεις (με αναφορά σε ημερομηνίες), ενώ στη δεύτερη κατάθεση γίνεται αναφορά στο ποσό των €16.330 και σε 25 επιταγές. Επομένως, είναι καθόλα βάσιμη η θέση του μάρτυρος πως στην πρώτη κατάθεση παρουσίασαν τα στοιχεία που είχαν εντοπίσει μέχρι τότε που έγινε η καταγγελία και απουσίαζαν κάποιες επιταγές οι οποίες προέκυψαν μετά από σχολαστικό έλεγχο που είχε γίνει στα λογιστικά τους βιβλία. Δεχόμαστε ως λογική την αναφορά του πως κατά το στάδιο της καταγγελίας υπήρχε αναβρασμός και πίεση στη λήψη των καταθέσεων και έτσι είπαν «τα πράγματα χονδρικά». Άλλωστε η δεύτερη αναφορά στις πληρωμές συνάδει και με το σχετικό παραδεκτό γεγονός στα πλαίσια της παρούσας. Είναι γεγονός πως ο Μ.Κ.4 παρέπεμψε στους υπόλοιπους μάρτυρες για καταστάσεις με λεπτομερή στοιχεία. Η αδυναμία του μάρτυρος να δώσει πλήρη στοιχεία αναφορικά με τα ποσά που πληρώθηκαν στον Κατηγορούμενο και να παρουσιάσει τις καταστάσεις με τα ονόματα των ασθενών που δίδοντο με κάθε επιταγή, παραπέμποντας στη Μ.Κ.6 και στις καταστάσεις που δόθηκαν στην Αστυνομία, κρίνεται δικαιολογημένη. Πρόκειται για στοιχεία που αφορούν μια σχετικά παλαιά περίοδο για τα οποία ο ίδιος δεν είχε προσωπική ανάμειξη και ήταν θέμα που σαφώς ενέπιπτε στην αρμοδιότητα και χειρίζετο το Λογιστήριο του κέντρου και ειδικότερα η Μ.Κ.
  7. Εδώ σημειώνουμε πως σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.4, κατά τον ουσιώδη χρόνο η Μ.Κ.6 κατείχε σημαντικό ρόλο στην εταιρεία, υπό την έννοια ότι πέραν της πολυετούς εργοδότησης της στο κέντρο λάμβανε και μέρος στις αποφάσεις της εταιρείας, κάτι το οποίο καταδεικνύει πως ο Μ.Κ.4 είχε πλήρη εμπιστοσύνη στη Μ.Κ.
  8. Είναι γεγονός πως στην κατάσταση που επισυνάπτεται στην πρώτη κατάθεση του Μ.Κ.4, οι δύο πρώτες επιταγές που φαίνεται ότι δόθηκαν στον Κατηγορούμενο φέρουν ημ. 26.7.10 και 27.12.10, καθ΄ ον χρόνο ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στη Λευκωσία ενώ αμέσως προηγουμένως βρισκόταν στη Λάρνακα. Ο Μ.Κ.4 δήλωσε τη βεβαιότητα του πως γνωρίστηκαν με τον Κατηγορούμενο στη Λεμεσό και από εκεί ξεκίνησε η συνεργασία τους με την πληρωμή μιας-δυο επιταγών. Όταν του τέθηκε ότι δεν γίνεται οι εν λόγω δύο πρώτες επιταγές του 2010 να αφορούν την υπηρεσία του Κατηγορουμένου στη Λεμεσό, ο Μ.Κ.4 εξέφρασε την αδυναμία του να τοποθετηθεί με ακρίβεια στο συγκεκριμένο ζήτημα και παρέπεμψε επί αυτού στη Μ.Κ.
  9. Θεωρούμε φυσιολογική αυτή την αδυναμία του λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος και του χειρισμού των πληρωμών όχι από τον ίδιο αλλά από τη Μ.Κ.
  10. Ταυτόχρονα σημειώνουμε επίσης πως η πρώτη επιταγή δεν περιλαμβάνεται στις επίδικες και πως κατά την έκδοση της δεύτερης επιταγής ο Κατηγορούμενος ήδη εργάζετο στη Λευκωσία και είχε ήδη υπάρξει η κατ΄ ισχυρισμόν νέα συμφωνία με τον Κατηγορούμενο. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως η αναφορά του Μ.Κ.4 ως προς τον τρόπο που οι επιταγές δίδοντο στον Κατηγορούμενο επιβεβαιώθηκε από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο κατά τη δική του μαρτυρία. Έτσι δεχόμαστε πως οι επιταγές είτε δίδοντο στον Κατηγορούμενο από τη Μ.Κ.6 η οποία τις παρέδιδε στην οικία του καθότι διέμενε κοντά, είτε ο Κατηγορούμενος πήγαινε στο κέντρο και τις λάμβανε από εκεί είτε του αποστέλλοντο ταχυδρομικώς. Ήταν δε κατηγορηματικός πως ουδέποτε ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε για να ρωτήσει τι αφορούσε η κάθε επιταγή εφόσον του δίδοντο τα στοιχεία και ουδέποτε παραπονέθηκε για την παράδοση οποιασδήποτε επιταγής. Ο Μ.Κ.4 παρέμεινε σταθερός καθόλη τη μαρτυρία του και στο ότι ο ίδιος επισκέπτετο τον Κατηγορούμενο στο Νοσοκομείο καθότι έπασχε με την καρδία του, και ο Κατηγορούμενος, έχοντας πρόσβαση στο σύστημα, εξυπηρετούσε τον μάρτυρα εκδίδοντας ο ίδιος τις συνταγές για τα φάρμακα του και πως μερικές φορές ο Κατηγορούμενος πήγαινε στο κέντρο και του παρέδιδε τη συνταγή. Αυτή η μαρτυρία του επιβεβαιώθηκε από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο. Στα αρχικά στάδια της κυρίως εξέτασης του ο Μ.Κ.4 ανέφερε πως τώρα το κέντρο ασχολείται αποκλειστικά με βαρήκοους και έχει συνεργασία με κυβερνητικούς και ιδιώτες γιατρούς. Ανέφερε πως στο κέντρο εργοδοτούνται έντεκα άτομα. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, ο Μ.Κ.5 ανέφερε πως εργοδοτούν οκτώ άτομα και πως τώρα συνεργάζονται μόνο με ιδιώτες ενώ παλαιότερα είχαν συνεργασία με κυβερνητικούς γιατρούς. Θεωρούμε πως αυτή η διάσταση θέσεων δεν ενέχει ιδιαίτερη σημασία εφόσον δεν αφορά ουσιώδη σημεία για την υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει κρίνουμε πως ως εκ της ιδιότητας και θέσης του ο Μ.Κ.5 είναι σε καλύτερη θέση να αναφερθεί με περισσότερη ακρίβεια τόσο για τη φύση των εργασιών του κέντρου όσο και για το προσωπικό του και έτσι δεχόμαστε τη δική του μαρτυρία επί αυτών των θεμάτων. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.4, κατά τον ουσιώδη χρόνο ένας πρώην υπάλληλος τους έφυγε από κοντά τους και εργοδοτήθηκε στο κέντρο Οικονόμου. Έχουν δε κέντρα και εκτός Λευκωσίας, ήτοι στον Αστρομερίτη, στη Λάρνακα, στη Λεμεσό και στην Πάφο. Εξέφρασε τη θέση πως συγκριτικά με τον πληθυσμό της Κύπρου υπάρχουν περισσότερα κέντρα από όσα θα έπρεπε, και δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τον κύκλο των εργασιών των άλλων κέντρων σε σχέση με το δικό του. Υπενθυμίζουμε πως ο ίδιος δεν είναι πλέον ιδιοκτήτης της εταιρείας και επομένως εύλογα δεν είναι σε θέση να καθορίσει τον κύκλο των εργασιών του κέντρου συγκριτικά με τα υπόλοιπα. Στην αντεξέταση του ο Μ.Κ.4 δήλωσε πως με τη λήξη της συνεργασίας του Κατηγορουμένου με το κέντρο τους πληροφορήθηκαν πως αυτός παρέπεμπε ασθενείς στο ακουολογικό κέντρο Οικονόμου, στο οποίο εργαζόταν η κόρη του Δρος Κυαμίδη, Άντρια Κυαμίδου. Δήλωσε πως είτε παλαιοί είτε νέοι πελάτες πήγαιναν στο κέντρο τους και παρουσίαζαν το ακουογράφημα και τη συνταγή που διενεργούσε ο Κατηγορούμενος με χειρόγραφη σημείωση για παραπομπή είτε στο κέντρο Οικονόμου είτε στην Α. Κυαμίδου. Όπως ανέφερε, ο γιος του, Μ.Κ.5, κατέχει σχετικά έγγραφα, τα οποία πράγματι παρουσίασε κατά τη δική του μαρτυρία και θα σχολιαστούν στο κατάλληλο στάδιο. Η απάντηση του Μ.Κ.4 πως δεν παρέδωσε τέτοια στοιχεία στην Αστυνομία επειδή το θεώρησε άσχετο κρίνεται λογική. Υπενθυμίζουμε πως ο ίδιος δεν ήθελε να προβεί σε καταγγελία η οποία εν πάση περιπτώσει περιορίστηκε στις δοσοληψίες του δικού του κέντρου με τους γιατρούς. Είναι γεγονός πως ο Μ.Κ.4 δήλωσε πως πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι ο Μ.Κ.5 έκανε πρόταση εργοδότησης της Άντριας Κυαμίδου στο κέντρο τους από τον συνήγορο Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του. Όντως αυτό προκαλεί κάποια έκπληξη, πλην όμως αυτή η θέση επιβεβαιώθηκε από τον ίδιο τον Μ.Κ.5 ο οποίος αναφέρθηκε στους λόγους για τους οποίους δεν το είπε στον πατέρα του, θέμα το οποίο θα εξεταστεί κατωτέρω. Ήταν η σταθερή θέση του Μ.Κ.4 πως το μόνο που ο ίδιος συζήτησε με τον Δρα Κυαμίδη ήταν η αναφορά του προς τον γιατρό γιατί η Άντρια πήγε στο κέντρο Οικονόμου και όχι κοντά τους και ο Δρ Κυαμίδης του απάντησε πως ο λόγος ήταν ότι η κόρη του μάρτυρος θα τελείωνε τις σπουδές της στην ακουολογία και θα εργαζόταν στο κέντρο Ευθυμιάδης. Αυτή η θέση του Μ.Κ.4 για τη δική του συνομιλία με τον Δρα Κυαμίδη για την κόρη του δεν αντικρούστηκε. Κατά την κυρίως εξέταση του ο Μ.Κ.4 ρωτήθηκε κατά πόσο είχε επαφή με τον Κατηγορούμενο μετά την καταχώριση της υπόθεσης ή κατά πόσο επικοινώνησε οποιοδήποτε άτομο μαζί του για την υπόθεση και απάντησε αρνητικά. Δεν διακρίνουμε πως η μη αναφορά στην αποστολή επιστολής από τον συνήγορο Υπεράσπισης ημ. 6.4.17, Τεκμήριο 11, με την οποία επισυνάπτεται επιταγή για επιστροφή ολόκληρου του ποσού που δόθηκε στον Κατηγορούμενο συνιστά προσπάθεια απόκρυψης της επιστροφής των χρημάτων ως ήταν η εισήγηση της Υπεράσπισης. Δεχόμαστε την αδιαμφισβήτητη θέση του μάρτυρος, η οποία επίσης επιβεβαιώθηκε από τον Μ.Κ.5, πως παρέδωσε την επιστολή και την επιταγή στην Αστυνομία, επομένως είναι εύλογη η τοποθέτηση του ότι ο ίδιος δεν κράτησε τα χρήματα και ακόμα δεχόμαστε ως βάσιμη τη δική του ερμηνεία πως το αίτημα στην επιστολή για απόσυρση του «αναληθούς» ισχυρισμού ότι ο Κατηγορούμενος ζήτησε προμήθεια είναι βασικά αίτημα για απόσυρση της καταγγελίας του. Τέλος, ο Μ.Κ.4 δήλωσε ότι η μια του κόρη είναι ακουολόγος στη Σχολή Κωφών ενώ η άλλη, επίσης ακουολόγος, πήγε στην Αγγλία επειδή δεν της άρεσε η κατάσταση που επικρατούσε στην Κύπρο με τον χρηματισμό από το κέντρο των γιατρών του δημοσίου. Ερωτηθείς κατά πόσο η πρώτη του κόρη εργάζεται στο κέντρο αυτός απάντησε αρνητικά και όταν του υπεβλήθη πως υπάρχουν μάρτυρες που την έχουν δει εκεί, αυτός επέμενε πως τον επισκέπτεται μόνο για να φέρνει τα εγγόνια του επειδή εκεί βρίσκεται και η κατοικία τους. Όσον αφορά την άλλη του κόρη, αρνήθηκε πως αυτή έφυγε από την Κύπρο λόγω επιθυμίας του συζύγου της που είναι Άγγλος. Τέλος ανέφερε πως η τρίτη του κόρη, η Ευθυμία, η οποία δεν σπούδασε ακουολόγος εργάζεται στην εταιρεία. Θεωρούμε πως δεν παρουσιάζεται οποιαδήποτε αντίφαση και δη σοβαρή επί αυτών των θεμάτων, τα οποία εν πάση περιπτώσει είναι επουσιώδη και παρεμφερή και δεν πλήττουν την αξιοπιστία του μάρτυρος. Έχουμε προσεγγίσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 με κάθε επιφύλαξη και προσοχή, ιδιαίτερα ενόψει της ιδιότητας του ως συνεργού και κυρίως της δικής του εμπλοκής στα επίδικα γεγονότα. Ειδικότερα λαμβάνουμε υπόψιν τους κινδύνους που ελλοχεύουν στην αποδοχή της μαρτυρίας του. Σε αυτά τα πλαίσια λαμβάνουμε υπόψιν και συνεκτιμούμε το γεγονός πως η καταγγελία δεν ήταν πρωτοβουλία του ιδίου αλλά των παιδιών του, και θεωρούμε πως δεν έχει διαφανεί οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο στη δική του καταγγελία και εξιστόρηση των γεγονότων. Ούτε έχουμε ικανοποιηθεί πως, από τη στιγμή που ο κύριος στόχος της καταγγελίας ήταν ο Δρ Κυαμίδης, υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος για εμπλοκή του Κατηγορουμένου σε αυτή την ιστορία, ως η εισήγηση της Υπεράσπισης, αν όντως αυτό δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. Θα μπορούσε σαφώς η καταγγελία να περιοριστεί στον Δρα Κυαμίδη ο οποίος φαίνεται πως είχε απαιτήσεις και μάλιστα οι οποίες εξακολουθούσαν να συνεχίζονται, σε αντίθεση με τους άλλους δύο γιατρούς με τους οποίους η «συνεργασία» είχε ήδη τερματιστεί προ κάποιων ετών. ΙΙΙ.Β Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μ.Κ.5 Ο Μ.Κ.5 ανέφερε ότι σπούδασε Business Marketing και ακολούθως ακουολόγος στη Σκωτία και είναι διευθυντής και εξασκεί το επάγγελμα του ακουολόγου στο κέντρο τους το οποίο τώρα εργοδοτεί οκτώ άτομα. Αναγνώρισε σαφώς πως παλαιότερα είχαν συνεργασία με κυβερνητικούς γιατρούς ενώ τώρα όχι. Αυτή η αναφορά του συνάδει με τη μαρτυρία της Μ.Κ.6 η οποία δήλωσε πως το κέντρο δεν παίρνει εργασία από το δημόσιο καθότι δεν έχει προσφορά του δημοσίου. Κατ΄ αρχάς επισημαίνουμε πως όσον αφορά τις συνθήκες καταγγελίας και τον κύριο στόχο αυτών, οι Μ.Κ.4 και 5 προέβαλαν με συνέπεια την ίδια θέση. Έτσι και ο Μ.Κ.5 επιβεβαίωσε με τη σειρά του πως η καταγγελία ήταν πρωτοβουλία του ιδίου και των αδελφών του καθότι δεν ανέχοντο άλλο τη διαφθορά και ήθελαν να δώσουν ένα τέλος σε αυτή εφόσον τους επηρέαζε σε όλους τους τομείς, επαγγελματικούς, οικονομικούς και προσωπικούς. Ήταν χαρακτηριστική η θέση του πως συζητούσαν το θέμα με τον πατέρα τους ο οποίος τους απέτρεπε από το να προβούν σε καταγγελία λέγοντας τους ότι δεν έχουν άλλη επιλογή και ότι θα έχουν συνέπειες αν καταγγείλουν τον Δρα Κυαμίδη. Οι ίδιοι όμως δεν μπορούσαν να ζουν με αυτή την κατάσταση και έτσι αποφάσισαν να προβούν σε καταγγελία και να υποστούν τις όποιες συνέπειες. Επί τούτου κρίνουμε καθόλα λογική και την εξήγηση πως ο Μ.Κ.5 αρχικά δεν γνώριζε τη σχέση του κέντρου με τον Δρα Κυαμίδη και όταν πλέον αντιλήφθηκε τι γινόταν και ότι ο Δρ Κυαμίδης απαιτούσε χρήματα από το κέντρο, όσο κόντευε και ο καιρός να μεταβιβαστούν οι μετοχές της εταιρείας στα παιδιά, ήθελαν να σταματήσουν αυτή την κατάσταση. Κατέθεσε επίσης με συνέπεια πως η καταγγελία αφορούσε τον Δρα Κυαμίδη αλλά από τη στιγμή που ρωτήθηκαν από την Αστυνομία αν εμπλέκοντο και άλλοι γιατροί, τότε όφειλε να αναφέρει και για τους άλλους δύο. Όπως χαρακτηριστικά δέχθηκε στην αντεξέταση του, ο κύριος στόχος ήταν ο Δρ Κυαμίδης και τους άλλους δύο γιατρούς «τους παρέσυρε το ρεύμα». Και ο Μ.Κ.5 υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, Έγγραφο 6, με τη διόρθωση και πάλι πως η αναφορά στο ότι ο Κατηγορούμενος απαιτούσε χρήματα δεν ισχύει γι΄ αυτόν αλλά περιορίζεται μόνο στον Δρα Κυαμίδη. Είναι γεγονός πως η κατάθεση του Μ.Κ.5 αναφέρεται κυρίως στον Δρα Κυαμίδη και σε κάποια προσωπική εμπλοκή του μάρτυρος αναφορικά με απαίτηση του συγκεκριμένου γιατρού για χρήματα, ενώ κάνει μια πολύ σύντομη αναφορά στον Κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα, στην κατάθεση του ο Μ.Κ.5 αναφέρεται στον τρόπο λειτουργίας του κέντρου και στον Δρα Κυαμίδη. Για τον Κατηγορούμενο ανέφερε πως παλαιότερα τον είδε να επισκέπτεται πολλές φορές το κέντρο και να απαιτεί και αυτός χρηματικό ποσό για τις υπογραφές που έβαζε. Ο Κατηγορούμενος απαιτούσε χρήματα από τον πατέρα του και θυμόταν «χαρακτηριστικά πως αυτός ερχόταν με μια κόλλα με ονόματα τους οποίους υπέγραφε για τη χορηγία και απαιτούσε τη μίζα του». Εξ όσων γνωρίζει, είτε ο πατέρας του είτε η Μ.Κ.6 έδιναν τα χρήματα στον Κατηγορούμενο. Τα χρήματα δίδοντο σε φάκελο και ο Μ.Κ.5 είδε και τον Κατηγορούμενο να μπαίνει στο κέντρο, να παίρνει τον φάκελο με τα λεφτά και να φεύγει. Ο Μ.Κ.5 απέδωσε αυτή την αναφορά για απαίτηση του Κατηγορουμένου στο ότι όταν έδινε την κατάθεση του δεν ήταν πλήρως ενήμερος για τη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, την οποία αυτός εξέλαβε ως απαίτηση, πλην όμως όταν αργότερα μίλησε με τον Μ.Κ4 και τη Μ.Κ.6 αντιλήφθηκε πως ο Κατηγορούμενος δεν απαιτούσε αλλά πως υπήρχε μια συνεννόηση, ήτοι συμφωνία, η οποία έγινε παλαιότερα μεταξύ τους, χωρίς να γνωρίζει περαιτέρω λεπτομέρειες. Αυτή η στάση του κρίνεται βάσιμη και δικαιολογημένη με βάση τα όσα θα αναφερθούν στη συνέχεια. Κατά την κυρίως εξέταση του ο Μ.Κ.5 επέμενε με σταθερότητα πως ο ίδιος δεν γνώριζε προσωπικά τον Κατηγορούμενο και απλώς χαιρετίστηκαν μια φορά όταν συναντήθηκαν στο Νοσοκομείο. Είδε τον Κατηγορούμενο να πηγαίνει 4-5 φορές στο κέντρο με κόλλα με ονόματα, και να φεύγει με φάκελο, προσθέτοντας πως αργότερα όταν είδε αντίγραφο της κόλλας στο γραφείο του πατέρα του και αφού έμαθε πως ο Δρ Κυαμίδης υπέγραφε για ασθενείς και λάμβανε χρήματα, σιγά-σιγά συνδύασε πως στον φάκελο υπήρχαν «λεφτά», αργότερα δε όταν ρώτησε επιβεβαίωσε πως όντως ήταν «λεφτά». Ο Κατηγορούμενος εκεί συναντούσε είτε τον Μ.Κ.4 είτε τη Μ.Κ.
  11. Ο Μ.Κ.5 παρέμεινε σταθερός σε αυτή του τη θέση και κατά την αντεξέταση του, δηλώνοντας ότι ήταν αυτονόητο πως ο φάκελος περιείχε χρήματα και πως αυτός μπορεί να περιείχε επιταγή. Αργότερα δε ρώτησε και έμαθε πως ο Κατηγορούμενος λάμβανε επιταγές. Δεν θεωρούμε πως η αναφορά στην κατάθεση του σε «λεφτά» παραπέμπει αυτομάτως και αποκλειστικά σε μετρητά, ως η εισήγηση της Υπεράσπισης, και θεωρούμε εύλογη την αντίληψη του, με βάση τα όσα πληροφορήθηκε και έβλεπε, πως ο Κατηγορούμενος λάμβανε και αυτός χρήματα έναντι των υπηρεσιών του. Μάλιστα ανέφερε πως ο Δρ Κυαμίδης μετρούσε τα χρήματα πριν φύγει από το κέντρο, ενώ έβλεπε τον Κατηγορούμενο να κρατά φάκελο. Δεν είναι δύσκολο υπό αυτές τις περιστάσεις για κάποιον να συσχετίσει τις δύο περιπτώσεις και να αντιληφθεί, στην περίπτωση του Κατηγορουμένου, τι αφορούσαν η κόλλα με ονόματα και η παραλαβή φακέλου, κάτι το οποίο σίγουρα δεν παρέπεμπε σε μια συνήθη τακτική στα πλαίσια της όποιας συνεργασίας του Κατηγορουμένου και του κέντρου. Στην κατάθεση του ο Μ.Κ.5 δεν έδωσε οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με τα ποσά που έλαβε ο Κατηγορούμενος. Ο ίδιος είπε ότι είχε προηγουμένως ελέγξει και επιβεβαιώσει πως και οι τρεις γιατροί είχαν λάβει χρήματα αλλά δεν γνώριζαν με ακρίβεια τα ποσά, και σταδιακά έδωσαν όλα τα στοιχεία στην Αστυνομία. Θεωρούμε βάσιμη αυτή την τοποθέτηση του μάρτυρος. Αρχικά αναφέρουμε πως η δική του κατάθεση δόθηκε στις 7.5.16, μια μέρα μετά την πρώτη κατάθεση του πατέρα του στην οποία και πάλι δεν δόθηκαν πλήρη στοιχεία, θέμα το οποίο έτυχε σχολιασμού ανωτέρω. Είναι επίσης αξιοσημείωτο πως ο Μ.Κ.5 δεν αναφέρθηκε καθόλου σε ποσά τα οποία έλαβε οποιοσδήποτε εκ των τριών γιατρών, ούτε καν ο Δρ Κυαμίδης, κάτι το οποίο επιβεβαιώνει πως ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Εν πάση περιπτώσει θεωρούμε πως ο Μ.Κ.4 και κυρίως η Μ.Κ.6 ήταν σε καλύτερη θέση να δώσουν τέτοια στοιχεία λόγω της προσωπικής ανάμειξης τους στη συμφωνία και στις πληρωμές. Όπως έχει ήδη λεχθεί, ο Μ.Κ.5 αναφέρθηκε στην πληροφόρηση που είχαν από ασθενείς πως ο Κατηγορούμενος παρέπεμπε ασθενείς στο ακουολογικό κέντρο Οικονόμου, και προς τούτο ζήτησε από κάποιους ασθενείς και παρουσίασε τα ακουογραφήματα με τη σχετική χειρόγραφη σημείωση, τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  12. Πρόκειται για τέσσερα πρωτότυπα τα οποία κράτησε και δύο αντίγραφα. Όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε, τα τρία πρωτότυπα και τα δύο αντίγραφα φέρουν τη σφραγίδα του Κατηγορουμένου και όλα περιέχουν χειρόγραφη σημείωση με ονόματα ατόμων που εργάζονται στο κέντρο Οικονόμου, συμπεριλαμβανομένου και του ονόματος «Άντρια» και τον αριθμό τηλεφώνου του κέντρου. Επίσης ο Μ.Κ.5 αναφέρθηκε σε ταξίδι του Κατηγορουμένου στο Λας Βέγκας μέσω ιδιωτικού ακουολογικού κέντρου και κατέθεσε δύο φωτογραφίες, η μια εκ των οποίων δείχνει τον Κατηγορούμενο, Τεκμήριο
  13. Κατ΄ αρχάς επισημαίνουμε πως ο Μ.Κ.5 δήλωσε ευθαρσώς ότι το ζήτημα του ταξιδιού στο Λας Βέγκας είναι «υποθέσεις» δικές του και συνεπώς αποτελεί μια απλή εκτίμηση του μάρτυρος στην οποία δεν αποδίδουμε βαρύτητα. Όμως θεωρούμε πως τόσο η αναφορά του στην παραπομπή στο κέντρο Οικονόμου όσο και στο ταξίδι έγινε με κύριο σκοπό να στηρίξει την απόφαση της καταγγελίας του και για τον επιπρόσθετο λόγο πως ο ίδιος θεωρούσε ότι ο Κατηγορούμενος δεν ενεργούσε εντός των ορθών πλαισίων, και όχι για την αλήθεια του περιεχόμενου των εν λόγω τεκμηρίων. Θεωρούμε πως αυτή η θέση του ήταν καθαρά μια δική του άποψη και εκτίμηση, η οποία τον ώθησε μεν στην καταγγελία αλλά ουδέποτε τέθηκε με οποιονδήποτε επίσημο τρόπο ως μέρος της καταγγελίας παραδίδοντας τα στοιχεία που κατείχε προς υποστήριξη αυτής του της θέσης. Ως εκ τούτου δεν θεωρούμε ιδιαίτερα σημαντική αυτή την πτυχή της μαρτυρίας του. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο Μ.Κ.5 δεν δίστασε να αναφέρει πως προσέγγισε την Άντρια Κυαμίδου για σκοπούς εργοδότησης της στο κέντρο τους και μάλιστα έδωσε λεπτομέρειες οι οποίες κρίνονται πειστικές. Ειδικότερα αναφέρθηκε στο ότι έλαβε επιστολή από την εταιρεία Oticon της Δανίας πως η Κυαμίδου είχε εκφράσει το ενδιαφέρον της για τα συγκεκριμένα προΐόντα τα οποία η εταιρεία Ευθυμιάδης εισαγάγει αποκλειστικά στην Κύπρο. Ενόψει αυτής της επιθυμίας της Κυαμίδου ο Μ.Κ.5 την προσέγγισε και μίλησαν για το θέμα εργοδότησης της, πλην όμως αυτή δεν δέχθηκε εφόσον δήλωσε πως στο κέντρο Οικονόμου όπου εργάζετο λάμβανε μισθό με προοπτική να γινόταν μέτοχος της εταιρείας, κάτι το οποίο ο Μ.Κ.5 της απέκλεισε αναφορικά με το κέντρο Ευθυμιάδης. Αναγνώρισε επίσης πως της είχε προτείνει να συμμετέχουν μαζί και σε συνέδριο στο Αμμάν, διαχωρίζοντας τους ιδιώτες γιατρούς με αυτούς του δημοσίου. Αποδεχόμαστε αυτή τη θέση του μάρτυρος εφόσον ο ίδιος είχε προσωπική εμπλοκή και γνώση των γεγονότων, σε αντίθεση με τη μαρτυρία του Μ.Υ.4 επί τούτου που ήταν εξ ακοής και γενικότερα λόγω της αρνητικής εντύπωσης που σχηματίσαμε γι΄ αυτόν όπως θα αναφερθεί κατωτέρω. Ο Μ.Κ.5 επιβεβαίωσε ακόμα τον Μ.Κ.4 πως δεν είχε ενημερώσει σχετικά τον πατέρα του επί τούτου αναγνωρίζοντας πως δεν συζητούσαν για όλα τα θέματα μαζί αλλά πως ήταν λάθος του που δεν το είχε αναφέρει. Δεν θεωρούμε πως αυτός ο ισχυρισμός στερείται πειστικότητας κυρίως λόγω της προοπτικής μεταβίβασης της εταιρείας στα παιδιά του Μ.Κ.4 και από τη στιγμή που τελικώς η όποια πρόταση δεν έγινε δεκτή από την Κυαμίδου. Η ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα του μάρτυρος διεφάνη επίσης μέσα από την παραδοχή του πως η δική του κατάρτιση ως ακουολόγου, μέσω παρακολούθησης ενός προγράμματος για ένα έτος, είναι υποδεέστερη αυτής των δύο του αδελφών οι οποίες σπούδασαν σε Πανεπιστήμιο και πήραν πτυχίο στην ακουολογία και ακόμα και αυτής της Άντριας Κυαμίδου. Έδωσε και αυτός επίμονα την ίδια θέση, όπως και ο Μ.Κ.4, πως η αδελφή του πήγε στην Αγγλία γιατί δεν άντεχε τη διαφθορά και όχι επειδή ήταν προτίμηση του συζύγου του τον οποίο αργότερα παντρεύτηκε. Τέλος, επιβεβαίωσε την παραλαβή της επιστολής, Τεκμήριο 11, την παράδοση της στην Αστυνομία και τη λήψη σχετικής κατάθεσης από τον πατέρα του. Θεωρούμε πως ο Μ.Κ.5 κατέθεσε με σαφήνεια και σταθερότητα αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, δηλώνοντας σαφώς ποια ενέπιπταν εντός της προσωπικής του γνώσης και ποια όχι και πώς περιήλθαν στην αντίληψη του, δίδοντας πλήρεις, λογικές και τεκμηριωμένες απαντήσεις. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τη σχέση του με τον Μ.Κ.4, θεωρούμε πως και οι δύο έδωσαν συνεπείς θέσεις αναφορικά με κάποια ζητήματα, όπως αυτά εκτίθενται ανωτέρω. Κρίνουμε πως ο Μ.Κ.5 ήταν αξιόπιστος και κατέθεσε με πρόθεση να αποκαλύψει την αλήθεια στο Δικαστήριο και δεν έχει διαφανεί πως η καταγγελία έγινε με αλλότρια κίνητρα εκ μέρους του. Ως εκ τούτου αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του. ΙΙΙ.Γ Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μ.Κ.6 Όπως έχει ήδη λεχθεί, η Μ.Κ.6 θεωρείται συνεργός στην παρούσα υπόθεση. Αναφέρθηκε στη συνάντηση στο γεύμα στη Λεμεσό, στην οποία ήταν παρούσα, και στην πρόταση του Μ.Κ.4 προς τον Κατηγορούμενο για συνεργασία χωρίς τότε να λεχθούν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες, παρά μόνο ο τελευταίος να στέλνει πελάτες στο κέντρο στη Λεμεσό έναντι λήψης ποσοστού 15%. Δήλωσε όμως πως όταν ο Κατηγορούμενος μετατέθηκε στη Λευκωσία, και κατόπιν εισήγησης του Μ.Κ.4, έγινε συγκεκριμένη λεπτομερής πρόταση στον Κατηγορούμενο με σκοπό την εξυπηρέτηση συνταξιούχων πελατών, και ειδικότερα την υπογραφή αιτήσεων για κρατική χορηγία για την αγορά ακουστικών βαρηκοΐας, την οποία ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε. Κατά την κυρίως εξέταση της η Μ.Κ.6 υιοθέτησε την κατάθεση της στην Αστυνομία, Έγγραφο 7, πλην της αναφοράς της πως ο Κατηγορούμενος απαιτούσε χρήματα. Τόσο στην κατάθεση της όσο και κατά την προφορική της μαρτυρία η Μ.Κ.6 εξήγησε τη διαδικασία αναφορικά με τη χορήγηση κρατικής χορηγίας για ακουστικά σε συνταξιούχους, όπως αυτή αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός, και αναφέρθηκε λεπτομερώς και εμπεριστατωμένα στη συμφωνία μεταξύ του Μ.Κ.4 και του Κατηγορουμένου. Ειδικότερα ανέφερε πως για κάθε υπογραφή για συνταξιούχους πελάτες για σκοπούς παραχώρησης κρατικής χορηγίας, ο Κατηγορούμενος θα λάμβανε ποσό €85, για κάθε πελάτη που θα έστελνε για τοποθέτηση ακουστικών θα λάμβανε ποσό €100 και για κάθε παραπομπή ωρομίσθιου υπαλλήλου της κυβέρνησης, δυνάμει σύμβασης που είχαν με την κυβέρνηση μέχρι το 2013, για την αγορά ακουστικού βαρηκοΐας θα λάμβανε ποσό €90 ως προμήθεια. Η Μ.Κ.6 δήλωσε προφορικά πως τα €85 δίδοντο για κυβερνητικό ωρομίσθιο ο οποίος ήταν παλαιός πελάτης του κέντρου ενώ για ένα νέο τέτοιο πελάτη έδιναν στον Κατηγορούμενο €90, και πως η ίδια μιλούσε με τον Κατηγορούμενο και του έδινε τα ονόματα των ασθενών για τους οποίους θα υπέγραφε, ο Κατηγορούμενος ακολούθως υπέγραφε τις αιτήσεις, τις έπαιρνε στη Μ.Κ.6 στο κέντρο και αυτή με τη σειρά της σημείωνε τα ονόματα και του έδινε τα αντίστοιχα ποσά. Με βάση αυτό τον τρόπο συνεννόησης, είναι εύλογα αντιληπτή και βάσιμη η θέση της πως κρατούσε καταστάσεις γιατί δεν θα μπορούσε διαφορετικά να είχε έλεγχο της κατάστασης. Μάλιστα η Μ.Κ.6 έδωσε επίσης τη βάσιμη θέση πως αυτές οι καταστάσεις δίδοντο και στον Κατηγορούμενο με την κάθε επιταγή για να γνωρίζει και ο ίδιος σε ποιους αφορούσε. Η Μ.Κ.6 είπε πως ο Κατηγορούμενος της τηλεφωνούσε και την ενημέρωνε ότι είχε έτοιμες υπογεγραμμένες τις αιτήσεις, τις οποίες η ίδια του είχε δώσει και επομένως γνώριζε ποιους πελάτες αφορούσαν, καθώς επίσης πως αυτή ετοίμαζε την επιταγή την οποία πάντα υπέγραφε ο Μ.Κ.4, ο οποίος απλώς έβλεπε και τη λίστα με τα ονόματα. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, ο Κατηγορούμενος πήγε συνολικά 5-6 φορές στο κέντρο και παρέλαβε την επιταγή, ενώ τις περισσότερες πήγαινε η ίδια στο σπίτι του και του την παρέδιδε ή ακόμα έτυχε να τη στείλουν και ταχυδρομικώς, όπως άλλωστε είναι κοινώς παραδεκτό. Η Μ.Κ.6 διευκρίνισε ακόμα πως έστειλαν ταχυδρομικώς τις επιταγές που αφορούσαν τη συνεργασία τους στη Λεμεσό. Προς υποστήριξη αυτής της θέσης η Μ.Κ.6 παρέπεμψε στις καταστάσεις τις οποίες παρέδωσε στην Αστυνομία και είναι συνημμένες στην κατάθεση της, και τις οποίες επεξήγησε προφορικά με κάθε σαφήνεια και πληρότητα. Ειδικότερα πρόκειται για 25 καταστάσεις με τα διακριτικά ΓΜ1-25, οι οποίες τιτλοφορούνται «Commission Statement as at ..» με συγκεκριμένη ημερομηνία, φέρουν το όνομα και το τηλέφωνο του Κατηγορουμένου και ακολουθεί μια καταγραφή σε ξεχωριστές στήλες του αριθμού τιμολογίου, της ημερομηνίας, του ονόματος του πελάτη και του ποσού του ακουστικού. Κάτω αναγράφεται πως οι πιο πάνω περιπτώσεις υπογράφηκαν και σφραγίστηκαν από τον Κατηγορούμενο και δόθηκαν διά χειρός στο Υπουργείο Υγείας σε συγκεκριμένη ημερομηνία και στη συνέχεια αναγράφεται αριθμός επιταγής με ημερομηνία και ποσό. Σημειώνεται πως αυτές οι 25 καταστάσεις αντιστοιχούν με τις 25 επιταγές που είναι παραδεκτό πως έλαβε ο Κατηγορούμενος. Η Μ.Κ.6 αναφέρθηκε σε καθεμιά από τις καταστάσεις, διευκρινίζοντας πως αυτές βασικά αφορούν συνταξιούχους εκτός εκεί όπου γίνεται ειδική ρητή αναφορά σε αυτές ότι πρόκειται για ωρομίσθιους πελάτες βάσει του σχεδίου, για παραπομπή ασθενούς ή για εκ γενετής κωφούς. Η Μ.Κ.6 έκανε τον σαφή διαχωρισμό πως για τους ωρομίσθιους ο Κατηγορούμενος δεν συμπλήρωνε αίτηση όπως για τους συνταξιούχους, αλλά αυτοί ζητούσαν την αγορά ακουστικών την οποία ενέκρινε ο Κατηγορούμενος. Επίσης έδωσε τη λογική εξήγηση πως κανονικά ο Κατηγορούμενος δεν υπέγραφε για εκ γενετής κωφούς αλλά το έπραξε στις συγκεκριμένες περιπτώσεις λόγω απουσίας του αρμόδιου γιατρού. Η Μ.Κ.6 αναφέρθηκε και σε δύο καταστάσεις στις οποίες φαίνεται ότι έγινε αφαίρεση ποσού επειδή αφορούσε ασθενή από Λεμεσό, το οποίο εκ παραδρομής συμπεριλήφθηκε στις εν λόγω καταστάσεις εφόσον δεν ήταν μέρος της συμφωνίας που καταρτίστηκε στη Λευκωσία. Η πιο πάνω περιγραφή ομολογουμένως αποτυπώνει μια ολοκληρωμένη εικόνα η οποία αποκαλύπτει μια σχεδιασμένη και λεπτομερή κατάσταση καταγραφής, υπολογισμού ποσών με συγκεκριμένο τρόπο αναλόγως της περίπτωσης και αντίστοιχης πληρωμής. Θεωρούμε ακόμα πως τέτοια συμπεριφορά συνάδει με, και ευλόγως προϋποθέτει, την ύπαρξη κάποιου είδους συμφωνίας των ποσών, όπως η εκδοχή της Μ.Κ.6, παρά με την απλή αποδοχή των επιταγών ως δώρων, ως η θέση της Υπεράσπισης. Σε περίπτωση αποστολής επιταγών ως δώρων κατά διαστήματα, όπως ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος, θεωρούμε πως δεν θα ήταν αναγκαία η ακριβής και πλήρης καταγραφή της κάθε περίπτωσης που αφορά τον Κατηγορούμενο ξεχωριστά και ο υπολογισμός πάντοτε ενός καθορισμένου ποσού αναλόγως αυτής, αλλά θα αναμένετο να δίδετο μια επιταγή ανά τακτά διαστήματα με ένα ποσό στρογγυλεμένο και κατά κανόνα περίπου του ιδίου ύψους (π.χ.€500), ακριβώς ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη στήριξη. Όπως ορθώς είπε και η ίδια κατά την αντεξέταση της, αν δεν υπήρχε συμφωνία δεν συνέτρεχε λόγος να καταγράφει όλα αυτά τα στοιχεία στις εν λόγω καταστάσεις, επιμένοντας κατηγορηματικά ότι υπήρχε τέτοια συμφωνία και αρνούμενη ότι οι επιταγές δίδοντο ως δώρο καθώς επίσης ότι μετά την παραλαβή της πρώτης επιταγής ο Κατηγορούμενος της τηλεφώνησε και τη ρώτησε τι αφορά και ότι αυτή του απάντησε πως ήταν δώρο επειδή (δήθεν) ήταν ικανοποιημένοι με τη συνεργασία τους. Κατά την αντεξέταση της η Μ.Κ.6 παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της. Αναφορικά με τη συνάντηση στη Λεμεσό ανέφερε πως δεν θυμόταν ακριβώς πότε έγινε αυτή και πως ίσως έγινε το 2008-2009 ακόμα και το 2005-2007, θέση την οποία κρίνουμε δικαιολογημένη λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει. Άλλωστε με βάση τη μαρτυρία της Μ.Κ.6 είναι σαφές πως όλες οι επίδικες επιταγές αφορούν τη συμφωνία στη Λευκωσία, εξ ου και παρουσιάζεται σύγκλιση μεταξύ της ημερομηνίας μετάθεσης του Κατηγορουμένου στη Λευκωσία και της ημερομηνίας έκδοσης της πρώτης επιταγής η οποία εκδόθηκε επτά μήνες μετά τη μετάθεση του Κατηγορουμένου στη Λευκωσία. Αξιοσημείωτο είναι πως, σύμφωνα με τις καταστάσεις, σε δύο περιπτώσεις στις οποίες συνυπολογίστηκε και αμοιβή για περίπτωση της Λεμεσού, αυτή διαχωρίστηκε και το αντίστοιχο ποσό αφαιρέθηκε, ούτως ώστε οι πληρωμές να αφορούσαν αποκλειστικά τη Λευκωσία. Όσον αφορά τη συνάντηση στη Λευκωσία, κατά την κυρίως εξέταση της η Μ.Κ.6 δήλωσε πως αυτή έγινε στα γραφεία τους στην παρουσία και του Μ.Κ.4, ενώ κατά την αντεξέταση της ανέφερε πως πιθανόν αυτή να έγινε στην απουσία του Μ.Κ.4 εκφράζοντας αδυναμία να θυμηθεί ακριβώς τις συνθήκες αυτής και πως πιθανόν η ίδια να σκέφτηκε αυτή την πρόταση η οποία όμως προήλθε κατόπιν τελικής απόφασης του Μ.Κ.
  14. Αυτή η αδυναμία δεν επηρεάζει την αξιοπιστία της καθότι εκείνο που έχει σημασία είναι η ύπαρξη της συνάντησης και το γεγονός πως η πρόταση βασικά προήλθε εκ μέρους του Μ.Κ.4, θέματα στα οποία η Μ.Κ.6 ήταν σαφής και συνεπής. Η Μ.Κ.6 ήταν επίσης πειστική αναφορικά με το ζήτημα των αιτήσεων των συνταξιούχων για σκοπούς κρατικής χορηγίας τις οποίες υπέγραφε ο Κατηγορούμενος. Ανέφερε πως η ίδια προσωπικά τις έπαιρνε στο Υπουργείο, ετύγχαναν της έγκρισης του και γίνοντο οι πληρωμές, επομένως αυτές πρέπει κανονικά να βρίσκονται στο Υπουργείο. Είναι σαφές πως αυτές αποτελούν το Τεκμήριο
  15. Με αυτά τα δεδομένα θεωρούμε πως η υποβολή ότι τέτοιες αιτήσεις ουδέποτε έγιναν και επομένως δεν υπάρχουν καταρρίπτεται ως παντελώς ανεδαφική. Η Μ.Κ.6 φάνηκε αντικειμενική στην αναφορά της πως δεν γνωρίζει κατά πόσο η οικογένεια Ευθυμιάδη είχε δυσαρεστηθεί από το γεγονός της εργοδότησης της Κυαμίδου σε άλλο ακουολογικό κέντρο, δίδοντας τη βάσιμη εξήγηση ότι η ίδια δεν συμμετέχει πλέον στις αποφάσεις της εταιρείας από τότε που ανέλαβαν τα παιδιά Ευθυμιάδη, πως δεν γνώριζε για την πρόταση εργοδότησης της στο κέντρο Ευθυμιάδης παρά μόνο το είχε πληροφορηθεί από τον Μ.Κ.5 λίγο πριν τη μαρτυρία της και πως ήταν ενήμερη για την επιστολή, Τεκμήριο
  16. Επίσης δεν δίστασε να αναγνωρίσει πως αν κάποιος ωτορινολαρυγγολόγος ήθελε να λάβει προμήθεια από το ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης θα μπορούσε να προσεγγίσει το κέντρο απ΄ ευθείας και πως ουδέποτε άκουσε πως ο Κατηγορούμενος εμπλέκετο σε οποιαδήποτε άλλη μεμπτή συμπεριφορά αναφορικά με τον τρόπο άσκησης του επαγγέλματος του. Αυτή η στάση της δείχνει πως η ίδια δεν επιχείρησε σε καμία περίπτωση να μειώσει τον ρόλο και την ευθύνη του κέντρου όσον αφορά την παροχή προμήθειας σε γιατρούς ούτε να μειώσει και το κύρος του Κατηγορουμένου πέραν των όσων η ίδια γνώριζε προσωπικά. Ακόμα δεν δίστασε να αναφέρει πως μόνο μετά την καταγγελία διακόπηκαν οι σχέσεις μεταξύ του Μ.Κ.4 και του Δρος Κυαμίδη και πως ο Μ.Κ.4 συζήτησε μαζί της για το ότι ο Δρ Κυαμίδης παρέπεμπε ασθενείς σε άλλα κέντρα και κυρίως στο κέντρο Οικονόμου, επιβεβαιώνοντας την πεποίθηση μας πως δεν ήθελε να αποκρύψει οτιδήποτε από το Δικαστήριο. Κρίνουμε ακόμα βάσιμη τη θέση της πως τα παιδιά του Μ.Κ.4 δεν είχαν ενημερωθεί για τη δεύτερη συμφωνία με τον Κατηγορούμενο εφόσον αυτά τότε δεν εργάζονταν εκεί. Σημειώνουμε ακόμα πως η Μ.Κ.6 επιβεβαίωσε τον Μ.Κ.5 στο ότι εκείνος ρωτούσε μεν για τα οικονομικά της εταιρείας αλλά δεν ασχολείτο με αυτό τον τομέα. ΙΙΙ.Δ. Αντιπαραβολή μαρτυρίας Μ.Κ.4 και Μ.Κ.6 Έχει ήδη καταδειχθεί πως στην παρούσα υπόθεση βρισκόμαστε ενώπιον περίπτωσης κατά την οποία ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας περί εμπλοκής του Κατηγορουμένου προέρχεται από δύο πρόσωπα τα οποία λόγω της δικής τους εμπλοκής αντιμετωπίζονται ως συνεργοί. Σαφέστατα η μαρτυρία του ενός δεν δύναται να αποτελέσει ενίσχυση της μαρτυρίας του άλλου, στοιχείο το οποίο έχουμε συνεχώς υπόψιν. Στην πραγματικότητα, από νομικής πλευράς, πρόκειται για δύο ξεχωριστές μαρτυρίες προερχόμενες από διαφορετικές, αυτόνομες και διακριτές πηγές, οι οποίες όμως, από την άλλη πλευρά, αφορούν και καλύπτουν (σε σημαντικές πτυχές των διαδραματισθέντων) τα ίδια γεγονότα από χρονικής πλευράς και από πλευράς περιεχομένου. Θεωρούμε πως σε τέτοιες - ιδιάζουσες - περιπτώσεις επιτρέπεται, αν όχι επιβάλλεται, η αντιπαραβολή των μαρτυριών αυτών, όχι βεβαίως για σκοπούς ενίσχυσης της μιας από την άλλη, αλλά για να ελεγχθεί μήπως οι δύο μαρτυρίες είναι σε τέτοιο βαθμό αντικρουόμενες που θα έπρεπε για ένα τέτοιο λόγο να αποκλειστούν είτε και οι δύο είτε η μια εξ αυτών. Σχετική επί αυτού είναι η υπόθεση Ονουφρίου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.
  1. Επί αυτού η Υπεράσπιση εισηγήθηκε πως οι δύο αυτοί μάρτυρες έδωσαν διαφοροποιημένες εκδοχές μεταξύ τους αναφορικά με τις συνθήκες και τη φύση της ισχυριζόμενης συνεργασίας του κέντρου με τον Κατηγορούμενο στη Λεμεσό. Δεν εντοπίζουμε να υπάρχει οποιαδήποτε αντίφαση μεταξύ των δύο αυτών μαρτύρων. Αντιθέτως και οι δύο προσδιόρισαν αυτή τη συνάντηση αρκετά έτη προηγουμένως, χωρίς να είναι σε θέση να καθορίσουν επακριβώς το έτος, όμως και οι δύο μίλησαν πως αυτή έγινε κατά τον χρόνο εργασίας του Κατηγορουμένου στη Λεμεσό. Και οι δύο αναφέρθηκαν στο γεύμα κατά το οποίο ο Μ.Κ.4 υπέβαλε πρόταση για συνεργασία χωρίς να συμφωνηθούν λεπτομερείς όροι καθώς επίσης και σε επιταγές που στάληκαν ταχυδρομικώς στον Κατηγορούμενο στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας. Ο Μ.Κ.4 δεν ήταν σε θέση να δώσει στοιχεία αναφορικά με αυτές τις επιταγές, πλην όμως η Μ.Κ.6 ήταν σαφής πως αυτές δεν περιλαμβάνονται στις 25 επίδικες οι οποίες αφορούσαν τη συμφωνία στη Λευκωσία. Όσον αφορά τη συμφωνία στη Λευκωσία και πάλι δεν διακρίνουμε να υπάρχει σοβαρή διάσταση μεταξύ των δύο αυτών μαρτύρων. Και οι δύο την τοποθέτησαν αφότου ο Κατηγορούμενος μετατέθηκε στο Γ.Ν. Λευκωσίας και μίλησαν για τηλεφωνικό κάλεσμα του Κατηγορουμένου στα γραφεία τους όπου του έγινε η πρόταση με λεπτομερείς όρους. Είναι γεγονός πως ο Μ.Κ.4 ανέφερε πως ήταν παρών κατά τη συνάντηση ενώ η Μ.Κ.6 δήλωσε και αυτή αρχικά πως η συνάντηση έγινε στην παρουσία του Μ.Κ.4 όμως μετά δήλωσε πως δεν ήταν βέβαιη γι΄ αυτό λέγοντας πως ίσως συνάντησε μόνη τον Κατηγορούμενο. Αυτό είναι καθαρά επουσιώδες θέμα εφόσον εκείνο που έχει σημασία είναι η διενέργεια της συνάντησης, ο σκοπός της και το ότι η πρόταση προήλθε κατόπιν τελικής απόφασης του Μ.Κ.4, θέματα για τα οποία οι δύο μάρτυρες δεν έδωσαν διαφορετικές εκδοχές. Τέλος, θεωρούμε πως και το ζήτημα του κατά πόσον στο παρόν στάδιο το κέντρο συνεργάζεται με γιατρούς του δημοσίου δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για την υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει δεν θεωρούμε πως η διαφορά στις θέσεις των δύο μαρτύρων είναι τέτοια που να επηρεάζει καίρια την αξιοπιστία του καθενός ως προς τα ουσιώδη ενόψει της διαπίστωσης μας πως ο Μ.Κ.4 δεν είναι σε θέση να δώσει ακριβείς απαντήσεις λόγω του ότι αυτός δεν είναι πλέον ιδιοκτήτης της εταιρείας, σε αντίθεση με τη Μ.Κ.6 η οποία εξακολουθεί να εργάζεται εκεί, είναι αυτή που παρακολουθεί τις προσφορές του δημοσίου και η διαχειρίστρια των οικονομικών του κέντρου. Ως εκ τούτου δεν θεωρούμε πως υπάρχουν τέτοιες αντιφάσεις μεταξύ των δύο αυτών μαρτύρων που να δημιουργούν ρήγμα στην αξιοπιστία του καθενός χωριστά. Αξιολογώντας τον καθένα ξεχωριστά, κρίνουμε πως ο Μ.Κ.4 κατέθεσε με αμεσότητα και συνέπεια εμμένοντας στη βασική του εκδοχή αναφορικά με τα γεγονότα που αφορούν τον Κατηγορούμενο και αποδίδοντας σαφώς τη δική του πρωτοβουλία και ρόλο σε αυτά. Ικανοποιούμαστε πως οι καταθέσεις του στην Αστυνομία αφορούσαν κυρίως τον Δρα Κυαμίδη, πως η αναφορά στους άλλους δύο γιατρούς έγινε πολύ πιο γενικά και συνοπτικά και πως οι εξηγήσεις που έδωσε για το περιεχόμενο αυτών κρίνονται λογικές και βάσιμες και δεν είναι τέτοιες που να δημιουργούν οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ειλικρίνεια του μάρτυρος. Ως εκ τούτου, παρόλο που προειδοποιήσαμε εαυτούς, δεν διατηρούμε οποιαδήποτε επιφύλαξη πως αυτός ο μάρτυρας κατέθεσε την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου και δεχόμαστε τη μαρτυρία του χωρίς να αναζητήσουμε ενισχυτική μαρτυρία. Με πλήρη επίγνωση των κινδύνων που ενυπάρχουν στην αποδοχή μαρτυρίας συνεργού και αφού προειδοποιηθήκαμε γι΄ αυτούς, θεωρούμε πως η ποιότητα της μαρτυρίας της Μ.Κ.6 στο σύνολο της ήταν τέτοια που μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως αυτή κατέθεσε με πλήρη ειλικρίνεια και ήθελε να αποκαλύψει όλα όσα ήξερε για την υπόθεση. Έδωσε μια εικόνα αναφορικά με την ισχυριζόμενη συμφωνία μεταξύ του Μ.Κ.4 και του Κατηγορουμένου με πάσα λεπτομέρεια και με όλες τις απαραίτητες εξηγήσεις οι οποίες κρίνονται εύλογες και βάσιμες. Δεν απέφυγε να αποκαλύψει τον δικό της ρόλο και την πρωτοβουλία του Μ.Κ.4 στη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας αλλά ούτε προσπάθησε να μεγαλοποιήσει τον ρόλο και την όλη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. Επίσης δεν έχει διαφανεί πως υπήρχε οποιοσδήποτε άλλος λόγος στο να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων, ειδικότερα εφόσον αυτή ήταν υπάλληλος στο κέντρο και δεν έλαβε μέρος στην απόφαση για την καταγγελία. Ως εκ τούτου αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της χωρίς την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας. ΙV. Μαρτυρία Μαρτύρων Υπεράσπισης, Μ.Υ.1-5 - Παράθεση και Αξιολόγηση ΙV.A Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατηγορουμένου, Μ.Υ.1 Η μαρτυρία κατά την κυρίως εξέταση του Kατηγορουμένου (Μ.Υ.1) δόθηκε με τη μορφή Γραπτής Δήλωσης, Έγγραφο 9, στην οποία υπήρχε συνημμένη η πρώτη ανακριτική του κατάθεση, Τεκμήριο 4, την οποία και υιοθέτησε. Ήταν η θέση του ότι ουδέποτε συνεννοήθηκε, μίλησε ή συμφώνησε με οποιονδήποτε εκπρόσωπο ή υπάλληλο του ακουολογικού κέντρου Ευθυμιάδης ή με τον ίδιο τον Μ.Κ.4 να χρηματίζεται από αυτούς είτε γιατί τους έστελνε είτε γιατί υποσχέθηκε να τους στέλνει ασθενείς που χρειάζονταν ακουστικά. Παραδέχθηκε ότι έλαβε χρήματα από το ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης, αλλά ήταν η θέση του ότι τα χρήματα αυτά στάληκαν στον ίδιον κατόπιν μονομερούς απόφασης και επιθυμίας του κέντρου Ευθυμιάδης με δικό τους κίνητρο. Ήταν απόλυτη η θέση του ότι ουδέποτε ο ίδιος ζήτησε ή άφησε να νοηθεί ότι ήθελε οποιαδήποτε αμοιβή για να αποστέλλει ασθενείς στο ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης και ούτε έστειλε οποιονδήποτε ασθενή στο εν λόγω κέντρο. Παραδέχθηκε ακόμα ότι η πρώτη φορά που συνάντησε τον Μ.Κ.4 ήταν το 2005 στη Λεμεσό, μέσω του συγκεκριμένου κοινού τους φίλου, γιατρού, ακουολόγου, αλλά αρνήθηκε ότι το αντικείμενο και ο σκοπός της συνάντησης ήταν «η συνεργασία» μεταξύ του ιδίου και του ακουολογικού κέντρου Ευθυμιάδης. Απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση της Μ.Κ.6 περί συνάντησης της μαζί του όταν πλέον μετατέθηκε στη Λευκωσία και περί συμφωνίας για την αμοιβή και μάλιστα υπό τους όρους που η ίδια ανέφερε, καθώς επίσης απέρριψε ότι οποιαδήποτε χρήματα έλαβε από το ακουολογικό κέντρο ήταν γι΄ αυτό τον σκοπό και με βάση τη συμφωνία που επικαλέστηκε η Μ.Κ.
  2. Ήταν η θέση του Κατηγορουμένου ότι ο ίδιος από την πρώτη στιγμή αποκάλυψε στην Αστυνομία στην κατάθεση του ημ. 6.5.15 ότι έλαβε επιταγές από το ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης, σε αντίθεση με τον Μ.Κ.4 ο οποίος στη δική του κατάθεση αναφέρθηκε σε μετρητά. Επί τούτου θεωρούμε βάσιμη την άρνηση του Μ.Κ.7 πως ο Κατηγορούμενος αποκάλυψε αμέσως ότι έλαβε χρήματα με επιταγές, επισημαίνοντας εύστοχα ότι απέκρυψε την πραγματικότητα εφόσον μίλησε μόνο για 3-4 επιταγές ενώ είχε λάβει συνολικά
  3. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι αναγνωρίζει μεν πως ηθικά ήταν λάθος του να δεχθεί τις επιταγές ακόμα και ως δώρα, όμως ήταν κατηγορηματικός ότι ο ίδιος δεν διαδραμάτισε κανένα απολύτως ρόλο στην ισχυριζόμενη δωροδοκία η οποία ήταν αποκλειστική επινόηση της εταιρείας Ευθυμιάδης για να τον χρησιμοποιήσουν ως μέσο για να ενοχοποιήσουν τον Δρα Κυαμίδη. Διερωτήθηκε γιατί δεν παρουσιάστηκαν «οι κολλούδες» για τις οποίες μίλησε ο Μ.Κ.
  4. Αρνήθηκε κατηγορηματικά επίσης ότι ο ίδιος παρέπεμπε ασθενείς σε οποιοδήποτε ακουολογικό κέντρο επ' αμοιβή και ειδικά ότι σταμάτησε να στέλνει ασθενείς στα ακουολογικά κέντρα Ευθυμιάδης γιατί τώρα συνεργάζεται με τα ακουστικά κέντρα Ηλία Οικονόμου. Χαρακτήρισε τον τελευταίο αυτό ισχυρισμό ως «ραδιουργίες» του Μ.Κ.
  5. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Μ.Κ.5 για το ταξίδι στο Λας Βέγκας με τη σύζυγο του, αναγνώρισε ότι όντως μετέβη εκεί μαζί με τον Δρα Δάφνη Αριστοδήμου και τις συζύγους τους καθώς επίσης και με τον Μ.Υ.4, όμως δήλωσε πως ο ίδιος πλήρωσε με δικά του χρήματα την αξία των αεροπορικών εισιτηρίων στον Μ.Υ.4 ο οποίος είχε κάνει τις κρατήσεις εισιτηρίων ως «group» για να πετύχουν καλύτερη τιμή. Κατέθεσε δέσμη εγγράφων σχετικά με αυτό το ταξίδι, συμπεριλαμβανομένων πτήσεων, κρατήσεων διαμονής σε ξενοδοχείο και αντίγραφου επιταγής του Κατηγορουμένου επ΄ ονόματι του Μ.Υ.4 για το ποσό των €1.430, Τεκμήριο
  6. Τέλος, ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι, με τη σύμφωνη γνώμη του δικηγόρου του, επέστρεψε τα χρήματα που έλαβε ως ανεπιθύμητα δώρα («unwanted gifts»). Αντεξεταζόμενος ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως η συνάντηση στη Λεμεσό έγινε με τον Μ.Κ.4 και τη Μ.Κ.6 στα πλαίσια γνωριμίας του με εταιρεία που έχει ακουστικά «όπως όλοι που γίνεται γνωριμία για καινούργια φάρμακα ή κάτι έτσι καινούργιο». Ουσιαστικά την παρουσίασε ως καθαρά εθιμοτυπική για να γνωρίσει τον εκπρόσωπο του ακουολογικού κέντρου Ευθυμιάδης, το οποίο τη δεδομένη στιγμή ήταν το μοναδικό που δραστηριοποιείτο στη Λεμεσό. Παρόλο που αυτή η θέση εξ αντικειμένου θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί βάσιμη, εντούτοις στη συνέχεια ο ίδιος ο Κατηγορούμενος την έθεσε υπό αμφισβήτηση αναγνωρίζοντας πως τέτοια γνωριμία έγινε μόνο με τον Μ.Κ.
  7. Συγκεκριμένα ανέφερε πως η εταιρεία του Μ.Κ.4 ήταν η μόνη εταιρεία τότε στη Λεμεσό, αλλά ερωτηθείς αν είχε παρόμοιες συναντήσεις και στη Λευκωσία απάντησε αρνητικά. Έτσι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος αναίρεσε τη θέση του αφήνοντας να νοηθεί πως τελικώς τέτοιες συναντήσεις κατά κανόνα δεν γίνονται, εξ ου και ο ίδιος δεν είχε ποτέ άλλη τέτοια συνάντηση, κάτι το οποίο εύλογα αφήνει σοβαρή υπόνοια πως προφανώς άλλος ήταν ο σκοπός της εν λόγω συνάντησης. Αναγνώρισε ότι με τον Μ.Κ.4 ξανασυναντήθηκαν το 2010, όταν ο τελευταίος πήγε στο Νοσοκομείο ως ασθενής και θυμήθηκαν την πρώτη τους συνάντηση. Δέχθηκε ότι αν και ο Μ.Κ.4 δεν ήταν δικός του ασθενής επειδή έπασχε από καρδία, ο ίδιος (ο Κατηγορούμενος) τον διευκόλυνε με το να του γράφει συνταγές για αναλύσεις και φάρμακα και να του παίρνει τα αποτελέσματα των αναλύσεων και τις συνταγές των φαρμάκων του από το Νοσοκομείο, αναφέροντας ότι τέτοιες διευκολύνσεις κάνει για στενά του συγγενικά πρόσωπα και φίλους. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος όμως δεν ενέταξε τον Μ.Κ.4 σε αυτή την κατηγορία προσώπων τα οποία εξυπηρετεί, λέγοντας πως οι σχέσεις του με τον Μ.Κ.4 ήταν πολύ τυπικές. Επιπλέον δήλωσε πως δεν πρόσφερε τέτοια εξυπηρέτηση σε άλλους ιδιοκτήτες ακουολογικών κέντρων, θέση η οποία εύλογα παραπέμπει στην ανάπτυξη κάποιου άλλου είδους σχέσης μεταξύ τους η οποία ήταν διαφορετική από άλλους ιδιοκτήτες και διευθυντές ακουολογικών κέντρων. Ακολούθως προέβαλε και μια νέα εκδοχή επί τούτου, ήτοι πως επισκέφθηκε το ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης κατά παράκληση του Μ.Κ.4, για να του πάρει αναλύσεις ή φάρμακα και για να γνωρίσει το κέντρο και πως συνολικά το επισκέφθηκε δύο ή τρεις φορές. Αυτή η αναφορά έρχεται σε αντίφαση με τον ισχυρισμό στην κατάθεση του, Τεκμήριο 4, την οποία υιοθέτησε και ενόρκως, ότι μόνο μια φορά πήγε στο κέντρο για να πάρει φάρμακα στον Μ.Κ.4, τοποθετώντας αυτή την επίσκεψη ίσως κατά το 2012 ή το
  8. Αξίζει να σημειωθεί πως ενώ δήλωσε πως δεν είδε ξανά τη Μ.Κ.6 μετά το γεύμα της Λεμεσού αμέσως μετά αναγνώρισε πως την είδε ξανά στη Λευκωσία όταν ο Κατηγορούμενος πήγε στα γραφεία τους. Πέραν αυτής της διαφοροποίησης, μας προκαλεί έκπληξη η προσθήκη πως εκεί γνωρίστηκαν και πως δεν γνώριζε ότι είναι η λογίστρια του κέντρου. Δεν το θεωρούμε λογικό και φυσιολογικό, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του ιδίου του Κατηγορουμένου, να μην συστήθηκε με τη Μ.Κ.6 στο γεύμα της Λεμεσού εφόσον ο σκοπός του γεύματος ήταν η γνωριμία του με τα άτομα του τότε μοναδικού ακουολογικού κέντρου στη Λεμεσό. Και στα πλαίσια της αντεξέτασης του αρνήθηκε σθεναρά τη θέση για σύναψη συμφωνίας μεταξύ του ιδίου και εκπροσώπων του ακουολογικού κέντρου Ευθυμιάδης, αρχικά το 2005, όταν ήταν στη Λεμεσό και ακολούθως το 2010, όταν μετατέθηκε στη Λευκωσία. Αρνήθηκε ειδικότερα ότι παρέπεμψε ή συνέστησε το ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης σε οποιονδήποτε ασθενή και αρνήθηκε ότι εξυπηρέτησε το εν λόγω κέντρο υπογράφοντας τις αιτήσεις χορηγίας των ασθενών τους για την αγορά ακουστικών χωρίς προηγουμένως να εξετάσει τους ασθενείς αυτούς. Συμφώνησε πως η ορθή διαδικασία ήταν όπως τις αιτήσεις συνταξιούχων ασθενών για κρατική χορηγία τις υπέγραφε αφού τους εξέταζε και ισχυρίστηκε πως αυτό έπραξε αναφορικά με όλες τις αιτήσεις που χειρίστηκε, εξυπηρετώντας όλους, συμπεριλαμβανομένου του Μ.Κ.
  9. Παρόλο που αρνήθηκε πως το Τεκμήριο 5 αφορά αιτήσεις τις οποίες υπέγραφε στα πλαίσια της ισχυριζόμενης συμφωνίας, εντούτοις δέχθηκε ότι αυτές φέρουν την υπογραφή του, αλλά και πάλι αρνήθηκε ότι γι΄ αυτές τις υπογραφές έλαβε οποιαδήποτε προμήθεια από το κέντρο Ευθυμιάδης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Κατηγορούμενος δέχθηκε ότι κάποιες επιταγές, συνολικά πέντε ή έξι, τις παρέδιδε η Μ.Κ.6 στον ίδιο στο σπίτι του επειδή ήταν γειτόνισσα του ενώ άλλες τις άφηνε στο ταχυδρομικό κουτί όταν δεν τον έβρισκε μέσα. Επέμενε ότι του δίδετο πάντοτε μόνο μια επιταγή χωρίς κατάσταση ονομάτων και ότι το μόνο που του είχε λεχθεί αναφορικά με τις επιταγές ήταν πως ήταν ευχαριστημένοι από τον ίδιο επειδή τους εξυπηρετούσε. Έχουμε ήδη σχολιάσει πως αυτή η τοποθέτηση εκ μέρους του κέντρου δεν συνάδει με τη λογική, αν πράγματι το μόνο που έκανε ο Κατηγορούμενος ήταν να ασκεί αυστηρώς τα καθήκοντα του, και ειδικότερα αυτή η ένδειξη ευγνωμοσύνης και εκτίμησης να αποδίδεται με συγκεκριμένο καθορισμό ποσού ανά περίπτωση. Επιπλέον σημειώνουμε την εντελώς λανθασμένη αντίληψη του Κατηγορουμένου ότι του αποδίδεται χρηματισμός λόγω του ότι ο ίδιος παρέπεμπε ασθενείς στο ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης ενώ είναι σαφές πως το ποσό που έχει λάβει αφορούσε κατ΄ ισχυρισμόν, ως επί το πλείστον, την υπογραφή αιτήσεων συνταξιούχων για την κρατική χορηγία αγοράς ακουστικού και την εξυπηρέτηση που παρείχε το ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης να υποβάλλει τις αιτήσεις αυτές απ΄ ευθείας στον Κατηγορούμενο, χωρίς να γίνεται εξέταση του ασθενούς (ως ήταν η νενομισμένη διαδικασία) και ακολούθως να τις παραδίδει στο Υπουργείο προς έγκριση. Ο Κατηγορούμενος δέχθηκε επίσης ότι έλαβε συνολικά το ποσό των €16.
  10. Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση του να εξηγήσει γιατί στην Αστυνομία όταν έδινε την κατάθεση του, Τεκμήριο 4, δεν ανέφερε ότι το συνολικό ποσό που έλαβε ήταν €16.330 πληρωθέν με 25 επιταγές, αλλά αναφέρθηκε μόνο σε τρεις-τέσσερις επιταγές, η θέση του, ότι ήταν συγχυσμένος λόγω της κατάστασης που επικρατούσε και δεν θυμόταν, στερείται πειστικότητας. Και τούτο καθότι ο Κατηγορούμενος ούτε και στη συμπληρωματική κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία έξι μέρες αργότερα, Τεκμήριο 8, προέβαλε τέτοιον ισχυρισμό αποδίδοντας και πάλι αυτή την παράλειψη σε σύγχυση και συναισθηματική φόρτιση. Κατ΄ αρχάς δεν θεωρούμε εύλογο πως ο Κατηγορούμενος συνέχισε να τελεί υπό την ίδια ένταση και φόρτιση της πρώτης μέρας της σύλληψης του μέχρι και τη δεύτερη του κατάθεση ούτως ώστε να μην δύναται να θυμάται τον ακριβή αριθμό των επιταγών. Άλλωστε παρατηρούμε πως ο αριθμός «τρεις ή τέσσερις» παρουσιάζει ουσιώδη απόκλιση από τον πραγματικό αριθμό των
  11. Επίσης στην κατάθεση του ο Κατηγορούμενος αποκάλυψε μόνο πως αυτές οι επιταγές αποστέλλοντο ταχυδρομικώς και δεν αναφέρθηκε ούτε στην πρώτη αλλά ούτε και στη δεύτερη του κατάθεση πως η Μ.Κ.6 του έπαιρνε επιταγές στο σπίτι, γεγονός το οποίο ήταν πιο εύκολο να ανακαλέσει στη μνήμη του. Επιπλέον είναι αξιοσημείωτο πως κατά τη δεύτερη κατάθεση ετέθη στον Κατηγορούμενο ότι έλαβε 25 επιταγές και ότι κάποιες εξ αυτών του στέλλοντο ταχυδρομικώς και κάποιες πήγαινε ο ίδιος και τις παραλάμβανε από τα γραφεία του κέντρου Ευθυμιάδης, κάτι το οποίο εύλογα αναμένετο πως θα του ανακαλούσε στη μνήμη αφενός ότι επρόκειτο για αρκετά μεγαλύτερο αριθμό επιταγών και αφετέρου ότι έτυχε να παραλάβει μερικές ο ίδιος από το κέντρο. Ήταν εμφανές πως υπό το φως της καταγγελίας ο Κατηγορούμενος θέλησε να αποκαλύψει όσο πιο λίγα ήταν δυνατό και ειδικότερα να αποκρύψει την οποιαδήποτε προσωπική του επαφή με άτομο του κέντρου για τον σκοπό παραλαβής των επιταγών. Υπενθυμίζουμε και την αναφορά του στην κατάθεση του πως μόνο μια φορά επισκέφθηκε το κέντρο και την οποία (αναφορά) αναίρεσε κατά την προφορική του μαρτυρία. Ούτε και η θέση του πως δεν διερωτήθηκε γιατί σταμάτησαν αυτά τα «δώρα» κρίνεται πειστική. Έστω και αν ακόμα να μην εξέφραζε αυτή την απορία στον ίδιο τον Μ.Κ.4 ή στη Μ.Κ.6, το θεωρούμε παράλογο μια τακτική που ακολουθείτο πιστά ανά τακτά χρονικά διαστήματα για τρία ολόκληρα έτη και χωρίς κατ΄ ισχυρισμόν διαφοροποίηση της στάσης του Κατηγορουμένου να μην προκαλέσει κατ΄ ελάχιστον την έκπληξη και τον προβληματισμό στον Κατηγορούμενο. Προφανώς αυτός γνώριζε τον λόγο του τερματισμού αυτής της τακτικής. Είναι επίσης ιδιαίτερα σημαντικό πως τα κίνητρα που ο Κατηγορούμενος απέδωσε για την καταγγελία εναντίον του, ήτοι να τον χρησιμοποιήσουν για να καταγγείλουν τον Δρα Κυαμίδη, παρέμειναν πλήρως μετέωρα και αστήρικτα, και δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τη λογική αυτού του επιχειρήματος. Δεν έχει διαφανεί αφενός πως τα παιδιά Ευθυμιάδη είχαν οποιαδήποτε δυσκολία να καταγγείλουν μόνο τον Δρα Κυαμίδη, όπως άλλωστε έπραξαν εφόσον ήταν ο κύριος στόχος, και η αναφορά στους άλλους δύο γιατρούς έγινε παρεμφερώς και πολύ πιο συνοπτικά, και αφετέρου πώς οι άλλοι δύο γιατροί αποτέλεσαν τη βάση και υποκίνηση της καταγγελίας εναντίον του Δρος Κυαμίδη. Τέλος, σημειώνουμε πως αναγνώρισε τη σφραγίδα του στο Τεκμήριο 12 πλην όμως όχι τα γραφόμενα που αφορούν ονόματα ακουολόγων και τηλέφωνα. Φυσικά υπάρχει η μαρτυρία του Μ.Υ.4 πως πρόκειται για το δικό του κέντρο. Εδώ κρίνουμε σκόπιμο να τονίσουμε πως οι Μ.Κ.4, 5 και 6 ο καθένας ξεχωριστά δεν αναφέρθηκαν με συγκεκριμένο και βέβαιο τρόπο πως ο Κατηγορούμενος σταμάτησε τη συνεργασία μαζί τους επειδή ξεκίνησε συνεργασία με το κέντρο Οικονόμου, αλλά παρουσιάστηκε ως η πληροφόρηση που είχαν και ως δική τους εκτίμηση. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, είμαστε βέβαιοι πως ο Κατηγορούμενος δεν κατέθεσε με ειλικρίνεια για τα επίδικα γεγονότα. Αντιθέτως, η όλη εκδοχή του δεν παρουσιάζει ούτε συνέπεια ούτε λογική και ο ίδιος παρουσιάστηκε αντιφατικός στις θέσεις του σε μια προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι ήταν πλήρως αμέτοχος στην απόφαση του κέντρου Ευθυμιάδης να του δίδουν χρηματικά ποσά. Ακόμα και το κίνητρο που προσπάθησε να αποδώσει στην καταγγελία εναντίον του έχει καταρριφθεί. Επομένως, δεν δεχόμαστε τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. ΙV.Β Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μ.Υ.2 Η μαρτυρία του Hagob Mardiros, M.Y.2, δεν πρόσφερε καμία απολύτως αξία στην προβληθείσα υπεράσπιση. Δεν αμφισβητείται ότι είναι Αρμένιος, γεννήθηκε στη Βαγδάτη και βρίσκεται στην Κύπρο εδώ και 29 έτη και ασκεί το επάγγελμα του ηλεκτρολόγου. Ουσιαστικά κατέθεσε ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο εδώ και 22 έτη, έχει πρόβλημα βαρηκοΐας και χρησιμοποιεί ακουστικό το οποίο αγόρασε πριν από τέσσερα έτη από ένα μαγαζί στη Λευκωσία, του οποίου το όνομα δεν θυμόταν. Δήλωσε ότι μόνος του πήγε σε αυτό το μαγαζί χωρίς να του το συστήσει ο Κατηγορούμενος, και ότι μετά που αγόρασε το ακουστικό πήγε στον Κατηγορούμενο για να δει το αυτί του. Ενώ αρχικά αρνήθηκε πως ο Κατηγορούμενος τον εξέτασε, όταν του υποδείχθηκε το ακουογράφημα του ημ. 7.12.11 με τη σφραγίδα του Κατηγορουμένου, τότε δήλωσε ότι πράγματι ο Κατηγορούμενος τον είχε εξετάσει. Αδυνατούμε να αντιληφθούμε τη λογική του Μ.Υ.2 στο να επισκεφθεί πρώτα το κέντρο και ακολούθως να επισκεφθεί το Νοσοκομείο για έλεγχο, όπως ο ίδιος είπε. Η λογική σειρά ήταν όπως προηγηθεί η εξέταση από κυβερνητικό γιατρό και ακολουθήσει η αγορά ακουστικών από ιδιωτικό κέντρο. Η ημερομηνία του ακουογραφήματος διαψεύδει τον μάρτυρα και αναφορικά με το πότε επισκέφθηκε το κέντρο για ακουστικό και συνακόλουθα τον Κατηγορούμενο. Είναι γεγονός πως το όνομα αυτού του μάρτυρος περιλαμβάνεται στην κατάσταση ΓΜ19 ως μια εκ των παραπομπών ασθενών από τον Κατηγορούμενο στο κέντρο. Παρόλο που τέτοια θέση δεν τέθηκε ευθέως στον μάρτυρα για να τοποθετηθεί, εντούτοις θεωρούμε πως η επίσκεψη του στο κέντρο Ευθυμιάδης και η αγορά ακουστικών από εκεί αποτελεί κοινό έδαφος σύμφωνα με τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης κατά την τελική αγόρευση του. Ερωτηθείς ο Μ.Υ.2 κατά πόσο είναι το κέντρο Ευθυμιάδης που είχε επισκεφθεί, δεν έχουμε πεισθεί πως η εκφρασθείσα αδυναμία του μάρτυρος να θυμηθεί οφείλεται σε μια γνήσια αδυναμία μνήμης. Αντιθέτως η όλη του στάση δημιουργεί την εντύπωση πως αυτός δεν ήθελε να συσχετιστεί με το κέντρο Ευθυμιάδης, ακριβώς για να μην διαφανεί η οποιαδήποτε σύνδεση του κέντρου με τον Κατηγορούμενο, και εύλογα δημιουργεί σοβαρή αμφιβολία κατά πόσο η επίσκεψη στο κέντρο προηγήθηκε της εξέτασης από τον Κατηγορούμενο. Θεωρούμε πως ο Μ.Υ.2 δεν είναι αξιόπιστος και κατέθεσε με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο, λόγω της πολυετούς φιλίας τους. Επομένως, αδυνατούμε να δεχθούμε τη μαρτυρία αυτού του μάρτυρος. ΙV.Γ Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μ.Υ.3 Ο Δρ Μιχάλης Κορνιώτης, Μ.Υ.3, εργάστηκε μαζί με τον Κατηγορούμενο για 10 έτη στο Γ.Ν. Λευκωσίας και εξέταζαν ασθενείς στο ίδιο ιατρείο. Δεν δίστασε να αποκαλύψει πως διατηρούν φιλικές σχέσεις και πως τον εκτιμά παρά πολύ στην εργασία του, εκθειάζοντας την προσφορά του κυρίως σε μικρά παιδιά στο Μακάρειο Νοσοκομείο η οποία και δεν αμφισβητείται. Ο Μ.Υ.3 είπε ότι σε περίπτωση ασθενών που έχουν μείωση ακοής και χρειάζονται ακουστικά, οι γιατροί δεν συστήνουν ακουολογικά κέντρα διότι δεν έχουν ρόλο στην επιλογή του ασθενούς και επίσης, λόγω της τεράστιας διαφήμισης όλων των ακουολογικών κέντρων. Δήλωσε πως στα τόσα χρόνια συνεργασίας τους ουδέποτε άκουσε τον Κατηγορούμενο να συστήνει σε ασθενή οποιοδήποτε ακουολογικό κέντρο. Σημειώνουμε όμως για ακόμα μια φορά ότι το μεγαλύτερο μέρος των ποσών που ο Κατηγορούμενος κατ΄ ισχυρισμόν λάμβανε αφορούσε την υπογραφή των αιτήσεων συνταξιούχων για την κρατική χορηγία ακουστικών, χωρίς καν την αυτοπρόσωπη παρουσία ή εξέταση αυτών από τον Κατηγορούμενο, επί του οποίου σημείου καμία απολύτως μαρτυρία δόθηκε από τον συγκεκριμένο μάρτυρα ούτε και βεβαίως αναμένετο αυτός να είχε δει τέτοιους ασθενείς προς εξέταση από τον Κατηγορούμενο. Επίσης, όπως ο ίδιος ανέφερε, «πολλές φορές» εργάζονταν τις ίδιες ώρες, όμως αυτό δεν σημαίνει πως ο Μ.Υ.3 ήταν πάντοτε μαζί του και κυρίως πως γνωρίζει τι έκανε ο Κατηγορούμενος όταν δεν εργάζετο και αυτός. Έτσι δεν θεωρούμε πως η μαρτυρία του Μ.Υ.3 αποκλείει την πιθανότητα αυτός να μην ήταν παρών κατά τις λίγες περιπτώσεις ασθενών που κατ΄ ισχυρισμόν της Μ.Κ.6 παραπέμφθηκαν από τον Κατηγορούμενο στο συγκεκριμένο κέντρο. Γι΄ αυτό άλλωστε στα πλαίσια της αντεξέτασης του δήλωσε πως δεν γνωρίζει κατά πόσο ο Κατηγορούμενος συνήψε συμφωνία με το κέντρο Ευθυμιάδης ή αν έλαβε ποτέ χρήματα από το εν λόγω κέντρο. Δεχόμαστε πως ο Μ.Υ.3 κατέθεσε με ειλικρίνεια πλην όμως φυσιολογικά η μαρτυρία του περιορίστηκε μόνο στα όσα εμπίπτουν στην προσωπική του γνώση και αντίληψη, χωρίς να είναι σε θέση να γνωρίζει και έτσι να αποκλείσει την παραπομπή των προαναφερόμενων συγκεκριμένων ασθενών από τον Κατηγορούμενου στο κέντρο Ευθυμιάδης, τη σύναψη της όποιας συμφωνίας του Κατηγορουμένου με το κέντρο Ευθυμιάδης και κυρίως τη λήψη χρημάτων από αυτόν, κάτι το οποίο παραδέχθηκε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. ΙV.Δ Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μ.Υ.4 Ο Ηλίας Οικονόμου, Μ.Υ.4, είναι Ακουολόγος-Λογοπαθολόγος και ο ιδρυτής των Ακουστικών Κέντρων Ηλίας Οικονόμου, που δραστηριοποιούνται σε όλη την Κύπρο και κατέχουν, σύμφωνα με τον ίδιο, αυτήν τη στιγμή το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι προηγουμένως, μεταξύ 2001-2004, εργάστηκε στο δημόσιο, στο Μακάρειο Νοσοκομείο, και κοντά στον Κατηγορούμενο με τον οποίο ανέπτυξαν άριστες και προσωπικές φιλικές σχέσεις οι οποίες συνεχίζονται μέχρι και σήμερα. Τις ίδιες ακριβώς σχέσεις ανέπτυξε και με τον Δρα Δάφνη Αριστοδήμου. Ο Μ.Υ.4 ανέφερε ότι εργοδοτούσε τρεις Ακουολόγους στα κέντρα του, συμπεριλαμβανομένης της Άντριας Κυαμίδου η οποία αποχώρησε πρόσφατα για προσωπικούς λόγους, έχοντας εργαστεί κοντά τους από τον Απρίλιο του 2014 μέχρι και τον Δεκέμβριο του
  12. Οι σχέσεις τους παραμένουν πολύ καλές. Ήταν η θέση του πως η Άντρια Κυαμίδου του ανέφερε ότι είχε συνάντηση με τον Μ.Κ.5 ο οποίος αρχικά της μίλησε γενικά για την προοπτική εργοδότησης της στα κέντρα Ευθυμιάδης και, κατόπιν παράκλησης της ίδιας για συγκεκριμένη πρόταση και αφού ο Μ.Κ.5 ζήτησε χρόνο να διαβουλευθεί με τον πατέρα και την αδελφή του, τον Ιανουάριο του 2015 της έκανε πρόταση να φύγει από κοντά του (Οικονόμου) και να εργαστεί μαζί τους, με μισθό €2.500 μηνιαίως και 3% προμήθεια στις πωλήσεις των ακουστικών ή €2.000 μισθό μηνιαίως και 5% προμήθεια επί των πωλήσεων των ακουστικών. Η Κυαμίδου απέρριψε την πρόταση τον Μάρτιο του 2015 επειδή ήταν ευχαριστημένη στα κέντρα Οικονόμου και παρά το γεγονός αυτό, ο Μ.Κ.5 της είχε προτείνει να πάει σε συνέδριο της εταιρείας Oticon στην Ιορδανία. Έχουμε ήδη αναφέρει πως θεωρούμε ότι αυτή η μαρτυρία είναι εξ ακοής και ενόψει της θετικής εντύπωσης που αποκομίσαμε για τον Μ.Κ.5 δεχόμαστε τη δική του εκδοχή όσον αφορά το ζήτημα αυτό. Τονίζουμε πως ο Μ.Υ.4 γενικά δεν δημιούργησε θετική εντύπωση και δεν έπεισε για την αξιοπιστία των όσων έλεγε. Η μαρτυρία του Μ.Υ.4 σαφώς αποσκοπούσε στο να καταρρίψει αφενός τη θέση του Μ.Κ.5 για το ταξίδι στο Λας Βέγκας και ότι αυτό πληρώθηκε από τα δικά του κέντρα σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο και τη σύζυγο του, και αφετέρου τη θέση που αιωρείτο για την εξάπλωση των επιχειρήσεων του λόγω σύνδεσης τους με την Άντρια Κυαμίδου και συνεργασίας του με τον Κατηγορούμενο και ενδεχομένως και με τους άλλους γιατρούς. Επανέλαβε τα όσα ανέφερε και ο Κατηγορούμενος αναφορικά με τον τρόπο διοργάνωσης, κρατήσεων και πληρωμής για το ταξίδι και πρόσθεσε πως αυτός μόνο παρακολουθούσε συνέδριο ενώ οι υπόλοιποι είχαν πάει για αναψυχή και συναντούντο καθημερινά μετά τη λήξη του συνεδρίου. Αναγνώρισε το αντίγραφο της επιταγής του Τεκμηρίου 14 ως αυτή που του είχε δώσει ο Κατηγορούμενος για την πληρωμή των αεροπορικών εισιτηρίων. Έχουμε ήδη αναφέρει ότι τα όσα αναφέρθηκαν από τους μάρτυρες κατηγορίας, και ειδικότερα από τον Μ.Κ.5, αποτελούσαν εκτίμηση και πιθανολόγηση τους ούτως ώστε να δεχόμαστε πως πράγματι το συγκεκριμένο ταξίδι έγινε με έξοδα του Κατηγορουμένου γι΄ αυτόν και τη σύζυγο του, το οποίο ανέλαβε να συντονίσει και διευθετήσει ο Μ.Υ.
  13. Καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του ήταν εμφανές πως ο Μ.Υ.4 κατέθετε με μια υπεροψία εκθειάζοντας τις δικές τους υπηρεσίες σαν ακουολογικά κέντρα και μειώνοντας όλα τα υπόλοιπα, κυρίως τα κέντρα Ευθυμιάδης. Αναφέρθηκε με υπέρμετρο ζήλο στο ότι η Κυπριακή νομοθεσία επιτρέπει σε μη επιστήμονες ακουολόγους να ασκούν το επάγγελμα, κάτι το οποίο αντικατοπτρίζεται στο επίπεδο εξυπηρέτησης των πελατών, αφού όσοι επισκέπτονται τέτοια κέντρα συνήθως αποτείνονται στο δικό του κέντρο με παράπονο για το επίπεδο της εργασίας των άλλων κέντρων ενώ για το δικό τους κέντρο τα παράπονα είναι μηδαμινά. Το δικό του κέντρο διαθέτει επιστημονικό προσωπικό και υιοθετεί άλλη τακτική εργασίας, ήτοι τοποθετεί στον ασθενή το ακουστικό δοκιμαστικά για περίοδο 2-3 μηνών και μόνο όταν είναι ευχαριστημένος το αγοράζει καταβάλλοντας την τιμή, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα κέντρα που αμείβονται αμέσως με την τοποθέτηση του ακουστικού. Κατ΄ αρχάς σημειώνουμε πως τακτική ως προς τον τρόπο εξυπηρέτησης των πελατών η οποία ακολουθείται από τα πλείστα κέντρα δεν μπορεί αφ΄ εαυτής να θεωρηθεί ως λανθασμένη και ανεπαρκής, όμως αναμφίβολα η τακτική του δικού του κέντρου αναμένεται να το καταστήσει πιο ελκυστικό για τον πελάτη, όπως αναγνώρισε και ο ίδιος. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να πλήξει όσο το δυνατό περισσότερο το κύρος και τη φήμη των κέντρων Ευθυμιάδης, προφανώς λόγω των ισχυρισμών περί πιθανής συνεργασίας του κέντρου του με γιατρούς ή ακόμα και της εργοδότησης της Κυαμίδου κοντά του, πλην όμως θεωρούμε πως αυτή έφθασε το σημείο της υπερβολής. Χαρακτηριστικά ο Μ.Υ.4 ανέφερε ότι το 2004 το ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης είχε το 70% της αγοράς ενώ σήμερα έχει μόνο το 15%. Αυτά τα δεδομένα δεν τέθηκαν στους Μ.Κ.4, 5 και 6, ενώ μάλιστα ο Μ.Κ.5 δήλωσε πως ο κύκλος εργασίας τους δεν έχει μειωθεί, με αποτέλεσμα αυτή η παράλειψη να καθιστά τέτοιες εκ των υστέρων θέσεις μη αξιόπιστες. Είναι δε σημαντικό να λεχθεί ακόμα πως ενώ αυτή η πτώση εύλογα παραπέμπει σε μια απότομη πτώση, η οποία ενδεχομένως να συνδέεται και με το θέμα της σχέσης του κέντρου Ευθυμιάδης με τους γιατρούς, εντούτοις προωθήθηκε κάποια διαφορετική θέση, ήτοι πως αυτή η μείωση επήλθε σταδιακά τα τελευταία 13 έτη, κάτι το οποίο δικαιολογείται αν ληφθεί υπόψιν πως κάποτε το κέντρο Ευθυμιάδης ήταν το μόνο που υπήρχε, σε κάποιες τουλάχιστον πόλεις, και τη σταδιακή δημιουργία αρκετών κέντρων, περισσότερων από τις ανάγκες του Κυπριακού πληθυσμού. Στο τέλος δε της μαρτυρίας του ο Μ.Υ.4 εξέφρασε την πλήρη απαξίωση του για το κέντρο Ευθυμιάδης και δήλωσε πως αυτή η πτώση οφείλεται κυρίως στην έλλειψη σωστής και επαρκούς επιστημονικής κατάρτισης του προσωπικού του. Ως εκ τούτου θεωρούμε αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του διογκωμένο και μη αξιόπιστο. Είναι γεγονός πως η Αστυνομία έλαβε κατάθεση από τον Μ.Υ.4 στις 27.5.16, Τεκμήριο 16, και ο Μ.Υ.4 δέχθηκε ότι την έδωσε σε εκείνη την ημερομηνία και όχι τον Αύγουστο ή τον Σεπτέμβριο του 2016, όπως είπε αρχικά. Δέχθηκε επίσης ότι η κατάθεση ήταν ανοικτή και όχι ανακριτική, θέση η οποία επιβεβαιώνει τη διαπίστωση μας πως η καταγγελία δεν επεκτάθηκε και εναντίον του κέντρου Οικονόμου το οποίο δεν θεωρήθηκε ύποπτο ως αναμεμειγμένο σε υπόθεση χρηματισμού γιατρών του δημοσίου. Ο Μ.Υ.4 αρνήθηκε ότι έχει οποιαδήποτε συνεργασία με γιατρούς, όμως στην αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι τόσο οι ιδιώτες όσο και οι γιατροί του δημοσίου αποστέλλουν και παραπέμπουν ασθενείς στα κέντρα του. Μάλιστα δήλωσε πως ανάμεσα σε αυτούς είναι και ο Κατηγορούμενος, ο οποίος τους παρέπεμψε ασθενείς. Αυτή η παραδοχή του σαφώς αποκαλύπτει μια σχέση μεταξύ του γιατρού και του κέντρου και όχι πλήρη αποχή του γιατρού του δημοσίου από συστάσεις κέντρων, όπως επιβάλλουν τα καθήκοντα του. Η θέση του ότι δεν έχει οικονομική σχέση με οποιονδήποτε γιατρό του δημοσίου τομέα τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο και στα πλαίσια της κατάθεσης του στην Αστυνομία δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία για την παρούσα υπόθεση αλλά ούτε και σημαίνει ότι αυτόματα καταρρίπτονται οι ισχυρισμοί των Μ.Κ.4 και Μ.Κ.6 για τις πτυχές της δικής τους οικονομικής συνεργασίας με τον Κατηγορούμενο και ή με τους άλλους γιατρούς. Τέλος, αναγνώρισε από το Τεκμήριο 12, ότι τα τηλέφωνα που αναφέρονται στις χειρόγραφες σημειώσεις ανήκουν στην εταιρεία του, ενισχύοντας κατά κάποιον τρόπο τη σχετική αναφορά του Μ.Κ.5, χωρίς και πάλι αυτό να ενέχει ιδιαίτερη σημασία στα πλαίσια της παρούσας. Ως εκ τούτου θεωρούμε πως ο Μ.Υ.4 δεν ήταν απολύτως ειλικρινής και εκτός από όσα έχουμε δεχθεί ανωτέρω απορρίπτουμε τη μαρτυρία του ως αναξιόπιστη. ΙV.Ε Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μ.Υ.5 Η τελευταία μάρτυρας για την Υπεράσπιση, Χρυστάλλα Κουταλιανού, Μ.Υ.5, είναι νοσηλευτική λειτουργός από το
  14. Τα τελευταία 8‑10 έτη συνεργάζεται σχεδόν αποκλειστικά στα εξωτερικά ιατρεία και στην κλινική του ωτορινολαρυγγολογικού κέντρου του Γ.Ν. Λευκωσίας. Συνεργάζεται ιδιαίτερα με τον Κατηγορούμενο και τον Μ.Υ.3 οι οποίοι μοιράζονται το ίδιο ιατρείο. Είναι συνεχώς σε επαφή με τους γιατρούς και τους ασθενείς τους και ανέφερε πως ενώ άκουσε στα πλαίσια των καθηκόντων της τον Κατηγορούμενο μετά από εξέταση ακουογραφήματος να συστήνει σε ασθενείς τη χρήση ακουστικού, ουδέποτε τον άκουσε να συστήνει συγκεκριμένο ακουολογικό κέντρο, προσθέτοντας ότι γίνεται τόση πολλή διαφήμιση, από τα ακουολογικά κέντρα, που οι ασθενείς δεν χρειάζονται συστάσεις. Προφανώς ο λόγος που κλήθηκε ως μάρτυρας Υπεράσπισης ήταν αυτός ακριβώς, δηλαδή να αναφέρει ότι ουδέποτε άκουσε τον Κατηγορούμενο να παραπέμπει ασθενή σε οποιοδήποτε ακουολογικό κέντρο. Επαναλαμβάνουμε πως το μεγαλύτερο μέρος των ατόμων για τα οποία αφορά η ισχυριζόμενη συμφωνία και πληρωμή είναι συνταξιούχοι οι οποίοι δεν προσήλθαν στο Νοσοκομείο για εξέταση. Εν πάση περιπτώσει η προσπάθεια αυτή της Υπεράσπισης έπεσε στο κενό εφόσον κατά την αντεξέταση της η Μ.Υ.5 δέχθηκε ότι έτυχε να απουσιάζει από την εργασία της κάποιες μέρες, άρα δεν ήταν συνεχώς με τον Κατηγορούμενο και επομένως θεωρούμε εύλογο ότι η ίδια δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσον ο Κατηγορούμενος είχε παραπέμψει τους συγκεκριμένους ασθενείς στο κέντρο Ευθυμιάδης. Άλλωστε η ίδια σαφώς δήλωσε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ο Κατηγορούμενος είχε συμφωνήσει με κάποιο ακουολογικό κέντρο για να λαμβάνει προμήθεια ή κατά πόσον είχε λάβει οποιοδήποτε ποσό από ακουολογικό κέντρο ως προμήθεια. Ως εκ τούτου δεχόμαστε πως η Μ.Υ.5 κατέθεσε με ειλικρίνεια αλλά δεν διαφώτισε το Δικαστήριο όσον αφορά τα ουσιώδη επίδικα ζητήματα. V. Διερεύνηση Υπόθεσης Τόσο ο Κατηγορούμενος, μέσω της Γραπτής του Δήλωσης, όσο και ο συνήγορος Υπεράσπισης στην τελική του αγόρευση ισχυρίστηκαν ότι το ανακριτικό έργο της Αστυνομίας στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης είναι ελλιπές και ότι τόσο η Αστυνομία όσο και η Κατηγορούσα Αρχή ενήργησαν μεροληπτικά σε σχέση με τη διερεύνηση και παρουσίαση της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου όλη η αναγκαία και σχετική μαρτυρία για σκοπούς αξιολόγησης και κατάληξης σε ασφαλή συμπεράσματα. Ο συνήγορος μάλιστα εισηγήθηκε ότι έχουν επηρεαστεί τα δικαιώματα του Κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη και γι΄ αυτόν και μόνο τον λόγο ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί. Δεν χωρεί αμφιβολία πως ο ανακριτής μιας ποινικής υπόθεσης θα πρέπει να εκτελεί τα καθήκοντα του με διεισδυτικό, εξαντλητικό και στοχευμένο τρόπο, αντικειμενικά και ανεπηρέαστα, χωρίς πρόθεση ή διάθεση καταδίωξης αλλά με μοναδικό γνώμονα την ανεύρεση όσο το δυνατόν της αλήθειας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σχετικά παραπέμπουμε στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Τ. Ηλιάδης & Ν.Γ. Σάντης, σελ. 866-
  15. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Κορέλλης v. Γενικού Εισαγγελέα
(1996)1 Α.Α.Δ. 1718, η έννοια της δίκαιης δίκης απαιτεί σεβασμό προς την αρχή της ισότητας των όπλων, όπως άλλωστε διασφαλίζεται από το άρθρο 6
(3)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το άρθρο 30 του Συντάγματος. Στην εν λόγω υπόθεση γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα The Application of the European Convention on Human Rights, J.E.S. Fawcett, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η αρχή της ισότητας των όπλων αποτελεί έκφραση του κανόνα audi ateram partem και εξυπακούει ότι στο κάθε μέρος πρέπει να δίδεται ίση ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση του, τόσο πάνω στα γεγονότα, όσο και πάνω στο Νόμο, και να σχολιάσει την υπόθεση που παρουσίασε ο αντίδικος του.» Σε αυτά τα πλαίσια οι ανακρίσεις μιας υπόθεσης θα πρέπει να αποσκοπούν, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, στη λήψη όλης εκείνης της μαρτυρίας που θεωρείται ουσιώδης και απαραίτητη ούτως ώστε να δοθεί μια πλήρης, ολοκληρωμένη και ακριβοδίκαιη εικόνα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Πέγκερος v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 143, η παράλειψη των ανακριτικών αρχών να συλλέξουν μαρτυρία επί ουσιώδους ζητήματος για την υπόθεση, και ειδικότερα σε σχέση με τη μαρτυρία και εκδοχή της Υπεράσπισης, κρίθηκε ότι δημιουργεί αμφιβολίες ως προς το βάσιμο της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής. Κατ΄ επέκταση αποτελεί καθήκον της Κατηγορούσας Αρχής, στα πλαίσια παρουσίασης της υπόθεσης της, να αποκαλύψει τόσο στην Υπεράσπιση όσο και στο Δικαστήριο το σύνολο των γεγονότων που είναι αναγκαία για να δοθεί η πλήρης εικόνα της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που είναι βοηθητικά για τον Κατηγορούμενο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Georgiou v. The Police
(1966)2 C.L.R. 18, Isaias v. Police
(1966)2 C.L.R. 43 και Loizias. v. Police
(1969)2 C.L.R.
  1. Στην παρούσα υπόθεση, ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στην παράλειψη εντοπισμού των ασθενών στους οποίους αφορά η παρούσα υπόθεση ούτως ώστε αυτοί να δώσουν τη δική τους αναφορά σχετικά με τα επίδικα γεγονότα. Έχουμε ήδη επισημάνει πως, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία των Μ.Κ.4 και 6, η παρούσα υπόθεση αφορά ως επί το πλείστον συνταξιούχους δικαιούχους κρατικής χορηγίας, οι οποίοι κατ΄ ισχυρισμόν δεν εξετάστηκαν από τον Κατηγορούμενο αλλά οι αιτήσεις τους για κρατική χορηγία προωθήθηκαν μέσω του κέντρου Ευθυμιάδης και δη της Μ.Κ.
  2. Ως εκ τούτου θεωρούμε πως αυτοί οι ασθενείς δεν θα προσέθεταν οτιδήποτε το διαφωτιστικό στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και η μόνη σχετική αλλά και ουσιαστική μαρτυρία επί αυτού του ζητήματος προέρχεται από τους Μ.Κ.4 και
  3. Επομένως, η μη ύπαρξη μαρτυρίας από αυτούς ουδόλως επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο το ανακριτικό έργο της Αστυνομίας ούτε και αφήνει οποιοδήποτε κενό. Άλλωστε επί τούτου, αναζητήθηκαν και εντοπίστηκαν οι πλείστες των αιτήσεων που αφορούν αυτές τις περιπτώσεις, οι οποίες και κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτές οι αιτήσεις αποτελούν πρωτογενή μαρτυρία και η αναζήτηση και παρουσίαση τους αποτελεί ένδειξη της ολοκληρωμένης έρευνας εκ μέρους των ανακριτικών αρχών. Αυτές οι αιτήσεις είναι σημαντικό μέρος της μαρτυρίας εφόσον διαφωτίζουν ως προς τον ισχυρισμό των Μ.Κ.4 και 6 αναφορικά τόσο με τις συνθήκες όσο και με τα άτομα που αφορά το μεγαλύτερο ποσό των χρημάτων που δόθηκε από το κέντρο στον Κατηγορούμενο και δίδουν μια πλήρη εικόνα επί αυτού του ζητήματος. Θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να σημειωθεί πως όλες οι περιπτώσεις τέτοιων συνταξιούχων ως υπαρκτά περιστατικά ακουολογικών προβλημάτων δεν έχουν αμφισβητηθεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπον από την Υπεράσπιση. Αντιθέτως, όπως έχουμε πει, η όλη διαφωνία εστιάστηκε στον λόγο και στις συνθήκες για τις οποίες δόθηκαν τα χρήματα στον Κατηγορούμενο σε σχέση με τέτοια περιστατικά. Όσον αφορά τη διενέργεια γραφολογικών εξετάσεων στις αιτήσεις που αφορούν τέτοιες περιπτώσεις συνταξιούχων, δεχόμαστε τη θέση του Μ.Κ.7, ως επικεφαλής των ανακρίσεων, ότι αυτή δεν κρίθηκε αναγκαία εφόσον δεν υπήρχε ένδειξη ή υπόνοια για πλαστογραφία ή αμφισβήτηση της υπογραφής του Κατηγορουμένου επί αυτών αλλά αντιθέτως ο ίδιος αναγνώρισε ότι υπέγραψε τέτοιες αιτήσεις. Με άλλα λόγια, ο Κατηγορούμενος ουδέποτε προέβαλε ισχυρισμό ότι δεν υπέγραψε τέτοιες αιτήσεις. Περαιτέρω, συμμεριζόμαστε πλήρως τη θέση του Μ.Κ.7 πως κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης η Αστυνομία δεν αναζήτησε τους ασθενείς στους οποίους αφορούν οι προαναφερόμενες αιτήσεις καθότι κρίθηκε πως αυτοί δεν θα πρόσφεραν οτιδήποτε ουσιαστικό στη διερεύνηση της υπόθεσης. Επιπλέον, ως προς αυτό το θέμα υπήρχε η μαρτυρία της Μ.Κ.
  4. Υπό το φως αυτών των δεδομένων θεωρούμε πως η εκτίμηση του Μ.Κ.7 ήταν απολύτως ορθή. Άλλωστε, όπως έχουμε ήδη τονίσει, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος κατά την ένορκη του μαρτυρία αναγνώρισε την υπογραφή του επί των αιτήσεων που αποτελούν το Τεκμήριο 5 και δέχθηκε ρητώς ότι υπέγραφε όλες τις αιτήσεις, προερχόμενες μάλιστα από όλα τα ακουολογικά κέντρα, ούτως ώστε τέτοια μαρτυρία να μην ήταν αναγκαία και δεν θα εξυπηρετούσε οποιονδήποτε σκοπό. Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για τους ασθενείς οι οποίοι κατ΄ ισχυρισμόν παραπέμφθηκαν από τον Κατηγορούμενο στο κέντρο Ευθυμιάδης. Η μαρτυρία των Μ.Κ.4 και 6 είναι καταλυτικής σημασίας για το όλο ζήτημα ούτως ώστε η αναζήτηση αυτών των ασθενών να μην κρίνεται ιδιαίτερης σημασίας. Επομένως, αδυνατούμε να καταλήξουμε πως η έλλειψη εντοπισμού αυτών των ατόμων επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο την αντικειμενικότητα και πληρότητα των ερευνών της Αστυνομίας. Τονίζουμε πως οι έρευνες επεκτείνονται μόνο στην ουσιαστική μαρτυρία. Αυτό το συμπέρασμα μας καταρρίπτει ως αβάσιμη και την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι έχει στερηθεί της ύπαρξης τέτοιας μαρτυρίας και ακόμα της δυνατότητας εντοπισμού τέτοιας μαρτυρίας, η οποία επαναλαμβάνουμε έχει πολύ περιορισμένη αξία. Αναφορικά με τις καταστάσεις οι οποίες κατ΄ ισχυρισμόν της Μ.Κ.6 δίδοντο με κάθε επιταγή στον Κατηγορούμενο, θεωρούμε αβάσιμη την εισήγηση πως σχετική μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Αυτή σαφώς προέρχεται από τη Μ.Κ.6, η οποία μάλιστα έδωσε και όλες τις λεπτομέρειες και στοιχεία αναφορικά με το τι ακριβώς περιλάμβαναν αυτές, όπως εξάγεται από τις καταστάσεις τις οποίες η ίδια παρουσίασε στην Αστυνομία με διακριτικά ΓΜ1-
  5. Σχετική μαρτυρία δόθηκε επίσης και από τους Μ.Κ.4 και
  6. Σημειώνουμε πως οι καταστάσεις οι οποίες κατ΄ ισχυρισμόν δίδοντο στον Κατηγορούμενο βρίσκοντο πλέον στην κατοχή του και προφανώς δεν εντοπίστηκαν στα πλαίσια των ερευνών στην οικία, στο όχημα και στο γραφείο του για να παρουσιάζοντο στο Δικαστήριο. Χρήσιμη καθοδήγηση αναφορικά με τον τρόπο διερεύνησης και λήψης μαρτυρίας κατά τις έρευνες μιας υπόθεσης καθώς επίσης και την κλήτευση μαρτύρων από την Κατηγορούσα Αρχή προσφέρει η υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ.
  1. Ένα γενικό σχόλιο στο οποίο επιθυμούμε να προβούμε είναι πως η βασική μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής για την παρούσα υπόθεση σχετικά με όλα τα γεγονότα προέρχεται σαφώς από τους Μ.Κ.4 και 6, ούτως ώστε υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί κρίνονται αξιόπιστοι από το Δικαστήριο, τέτοια μαρτυρία να είναι επαρκής για την κατάληξη του Δικαστηρίου σε συμπεράσματα αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Επισημαίνουμε πως εκτός από τον Κατηγορούμενο, οι Μ.Κ.4 και 6 ήταν οι άμεσα εμπλεκόμενοι στη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ του Μ.Κ.4 και του Κατηγορουμένου καθώς επίσης στην υλοποίηση και εκτέλεση αυτής, μέσω της πληρωμής των αντίστοιχων ποσών στον Κατηγορούμενο. Επίσης οι Μ.Κ.4 και 6, και κυρίως η Μ.Κ.6, ήταν γνώστες των περιπτώσεων παραπομπών από τον Κατηγορούμενο ασθενών στο ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης καθώς επίσης και γνώστες και άμεσα αναμεμειγμένοι στις περιπτώσεις συνταξιούχων οι οποίοι υπέβαλλαν αίτηση για χορήγηση κρατικής χορηγίας εφόσον το ίδιο το κέντρο προωθούσε τη διαδικασία υπογραφής των αιτήσεων και υποβολής τους στο Υπουργείο Υγείας προς έγκριση. Επομένως με αυτά τα δεδομένα αδυνατούμε να προσδώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα στη θέση της Υπεράσπισης πως στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης δεν προσκομίστηκε η καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Εδώ σημειώνουμε πως και ο Κατηγορούμενος είχε την ευκαιρία μέσω των δύο ανακριτικών του καταθέσεων να προβάλει τους δικούς του ισχυρισμούς αναφορικά με τα γεγονότα της υπό διερεύνηση υπόθεσης εναντίον του, σύμφωνα με τους οποίους επιβεβαιώνεται η διαπίστωση μας πως ο βασικός πρωταγωνιστής σε αυτά (τα γεγονότα) ήταν το κέντρο Ευθυμιάδης και κατ΄ επέκταση η ουσιώδης μαρτυρία θα προέρχετο από το κέντρο. Ηγέρθη επίσης το ζήτημα διερεύνησης του ισχυρισμού περί τερματισμού της συνεργασίας του Κατηγορουμένου με το κέντρο Ευθυμιάδης λόγω συνεργασίας του Κατηγορουμένου με άλλο κέντρο και δη το κέντρο Οικονόμου. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, τέτοια θέση προβλήθηκε από τους Μ.Κ.4 και 5 ως δική τους πιθανολόγηση και εκτίμηση και δεν δόθηκαν συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία να δημιουργούσαν τέτοια υποψία η οποία να έχρηζε άμεσης αξιολόγησης και λήψης διαβημάτων για τη διερεύνηση αυτής. Αυτή η πεποίθηση μας επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι λήφθηκε κατάθεση από τον Μ.Υ.4 λίγες μέρες αργότερα, ήτοι στις 27.5.16, η οποία ήταν ανοικτού τύπου και όχι ανακριτική, προφανώς λόγω έλλειψης μαρτυρίας περί πιθανής ανάμειξης του σε οποιοδήποτε αδίκημα. Τονίζουμε όμως πως στα πλαίσια της υπό εξέταση καταγγελίας εκείνο που είχε σημασία ήταν η συνεργασία μεταξύ του Κατηγορουμένου και του κέντρου Ευθυμιάδης, και η φύση αυτής, περιλαμβανομένων των συνθηκών έναρξης και λήξης αυτής, και όχι ενδεχομένως η όποια μεταγενέστερη συνεργασία του Κατηγορουμένου με άλλο κέντρο. Υιοθετούμε την εισήγηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι τέτοια μαρτυρία πόσω μάλλον η κατάθεση του Μ.Υ.4 δεν είναι σχετική με την παρούσα υπόθεση. Η συνήγορος δήλωσε πως αυτή, όπως και η κατάθεση της Άντριας Κυαμίδου, δεν βρίσκονταν στον ανακριτικό φάκελο της υπόθεσης ως μέρος του μαρτυρικού υλικού και πως όλο το υλικό που αφορούσε την παρούσα υπόθεση είχε δοθεί στην Υπεράσπιση. Εν πάση περιπτώσει η κατάθεση του Μ.Υ.4 δεν απεκρύβη αλλά αντιθέτως παρουσιάστηκε στα πλαίσια της αντεξέτασης του μάρτυρος ο οποίος επισημαίνεται ότι κλήθηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης. Ως εκ τούτου δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα μη αποκάλυψης της κατάθεσης του Μ.Υ.4 ούτε και επηρεασμού των δικαιωμάτων του Κατηγορουμένου. Όσον αφορά την κατάθεση της Άντριας Κυαμίδου, θεωρούμε πως ούτε και αυτή είναι σχετική μαρτυρία για την παρούσα υπόθεση. Τονίζουμε πως η Υπεράσπιση εξέδωσε κλήση μάρτυρος προς το συγκεκριμένο πρόσωπο το οποίο τελικώς δεν κάλεσε να καταθέσει. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, δεν έχουμε διαπιστώσει πως οι έρευνες της Αστυνομίας παρουσιάζουν ελλείψεις και κενά που επηρεάζουν την εγκυρότητα ή την αντικειμενικότητα αυτών. Θεωρούμε πως η Αστυνομία προέβη σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες και πως οι όποιες παραλείψεις είναι δικαιολογημένες για τον λόγο ότι δεν θα πρόσφεραν οτιδήποτε ουσιαστικό στην υπόθεση. Ως εκ τούτου δεν έχουμε ικανοποιηθεί πως η Αστυνομία ενήργησε μεροληπτικά και ελλιπώς στα πλαίσια των ερευνών της παρούσας υπόθεσης και ούτε πως η Κατηγορούσα Αρχή επέδειξε παρόμοια συμπεριφορά ως προς τον τρόπο αποκάλυψης του μαρτυρικού υλικού και παρουσίασης της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου. VΙ. Ευρήματα αναφορικά με τα Επίδικα Γεγονότα Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεχόμενοι τη μαρτυρία των βασικών μαρτύρων κατηγορίας, και ειδικότερα των Μ.Κ.4 και 6 ξεχωριστά και την οποία έχουμε δεχθεί ανεπιφύλακτα χωρίς ενδοιασμό, καταλήγουμε στα εξής ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης:
  2. Η γνωριμία και η πρώτη επαφή μεταξύ του Μ.Κ.4 και του Κατηγορουμένου έγινε το 2005 στη Λεμεσό σε γεύμα το οποίο διευθέτησε ένα κοινός τους γνωστός, γιατρός ακουολόγος, ο Samir Maihoub, όπου παρούσα ήταν και η Μ.Κ.
  3. Εκεί ο Μ.Κ.4 έκανε πρόταση στον Κατηγορούμενο για συνεργασία, δηλαδή να παραπέμπει στο κέντρο τους ασθενείς που έχρηζαν ακουστικών βαρηκοΐας έναντι αμοιβής σε ποσοστό 15%. Ο Κατηγορούμενος συμφώνησε και ενόσω εργάζετο στη Λεμεσό, παρέπεμψε ένα-δυο ασθενείς και έλαβε ταχυδρομικώς επιταγή από το ακουολογικό κέντρο.
  4. Το 2010, όταν ο Κατηγορούμενος μετατέθηκε στη Λευκωσία, η Μ.Κ.6 τον κάλεσε στο κέντρο όπου εκεί με απόφαση του Μ.Κ.4, έγινε πρόταση στον Κατηγορούμενο για συνεργασία με τους ακόλουθους όρους, ήτοι για κάθε υπογραφή αίτησης για κρατική χορηγία για την αγορά ακουστικών βαρηκοΐας για συνταξιούχους πελάτες, ο Κατηγορούμενος θα λάμβανε ποσό €85 αν επρόκειτο για παλαιό πελάτη του κέντρου ενώ για ένα νέο τέτοιο πελάτη θα λάμβανε €90, για κάθε πελάτη που θα έστελνε για τοποθέτηση ακουστικών θα λάμβανε ποσό €100 και για κάθε παραπομπή ωρομίσθιου υπαλλήλου της κυβέρνησης, δυνάμει σύμβασης που είχαν με την κυβέρνηση μέχρι το 2013, για την αγορά ακουστικού βαρηκοΐας θα λάμβανε ποσό €90 ως προμήθεια αν επρόκειτο για νέο πελάτη και €85 για παλαιό πελάτη. Ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε αυτή την πρόταση.
  5. Η συμφωνία ειδικότερα προέβλεπε επίσης πως αναφορικά με συνταξιούχους οι οποίοι δικαιούντο κρατική χορηγία και επισκέπτοντο το κέντρο για αγορά ακουστικών, το κέντρο τους εξυπηρετούσε αναλαμβάνοντας τη διαδικασία υποβολής της αίτησης για τη λήψη της χορηγίας. Ειδικότερα, η Μ.Κ.6 συμπλήρωνε τις αιτήσεις, τις έδινε στον Κατηγορούμενο με τα ονόματα των ασθενών, αυτός τις υπέγραφε χωρίς καν να τους δει, παρακάμπτοντας την προβλεπόμενη διαδικασία, ήτοι την εξέταση των ασθενών στο Νοσοκομείο, και έδινε τις αιτήσεις στη Μ.Κ.6 η οποία με τη σειρά της τις παρέδιδε στο Υπουργείο Υγείας όπου ελέγχονταν και εγκρίνονταν για να γίνει η πληρωμή της χορηγίας στον δικαιούχο.
  6. Στα πλαίσια της μεταξύ τους ως άνω συμφωνίας ο Κατηγορούμενος υπέγραψε τέτοιες αιτήσεις οι οποίες αποτελούν και το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων που εισέπραξε από το ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης. Μόνο μέρος αυτών των αιτήσεων εντοπίστηκαν στο Υπουργείο, ήτοι 140, και αποτελούν το Τεκμήριο
  7. Οι αιτήσεις που δεν ανερεύθηκαν (συνολικά 25) αφορούν τα ονόματα των προσώπων όπως αυτά έχουν αναφερθεί ονομαστικά, με αναφορά στις καταστάσεις ΓΜ1-25 από τον Μ.Κ.7 (βλ. σελ. 141 πρακτικών), γεγονός που υιοθετείται ως εύρημα μας. Εδώ σημειώνουμε ότι η αναφορά της Αφροδίτης Ανδρέου, το όνομα της οποίας αναγράφεται στην κατάσταση ΓΜ13, προφανώς έγινε εκ παραδρομής από τον μάρτυρα ως μια εκ των οποίων υπέβαλε αίτηση για κρατική χορηγία και της οποίας η αίτηση δεν ανευρέθηκε εφόσον στην κατάσταση αναφέρεται ότι πρόκειται για εκ γενετής βαρήκοη ασθενή.
  8. Επίσης δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ο Κατηγορούμενος παρέπεμψε στο κέντρο και ασθενείς, συμπεριλαμβανομένων και ωρομίσθιων κυβερνητικών για τους οποίες το κέντρο είχε τότε σύμβαση με την κυβέρνηση, παρόλο που η παραπομπή σε συγκεκριμένο οποιοδήποτε ιδιωτικό ακουολογικό κέντρο δεν ενέπιπτε στα καθήκοντα του, ενώ παρέπεμψε και εκ γενετείς βαρήκοους, υπογράφοντας τις αιτήσεις τους, κάτι το οποίο ήταν εκτός των δικών του αρμοδιότητων πλην όμως το έπραξε στις συγκεκριμένες περιπτώσεις λόγω απουσίας του αρμόδιου γιατρού. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος παρέπεμψε συνολικά 24 ασθενείς. Επομένως, η υλοποίηση της ως άνω συμφωνίας αφορά συνολικά 189 ασθενείς.
  9. Ο Κατηγορούμενος πήγαινε στο ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης και παρέδιδε στη Μ.Κ.6 τις υπογεγραμμένες αιτήσεις για τους συνταξιούχους και είτε εκεί η Μ.Κ.6 του παρέδιδε προσωπικά την επιταγή με το αντίστοιχο χρηματικό ποσό, είτε του την παρέδιδε προσωπικά στο σπίτι του επειδή διέμενε εκεί κοντά είτε την έστελνε ταχυδρομικώς. Όλες οι πληρωμές στον Κατηγορούμενο έγιναν με επιταγές οι οποίες συμπληρώνονταν από τη Μ.Κ.6 και υπογράφοντο από τον Μ.Κ.4 και δίδοντο ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Η κάθε επιταγή συνοδεύετο από κατάσταση με τα ονόματα των ασθενών που αφορούσε για το αντίστοιχο ποσό.
  10. Η συνεργασία και υλοποίηση αυτής της συμφωνίας ξεκίνησε με τον πρώτο ασθενή την 1.6.10 και διήρκησε μέχρι τις 23.7.
  11. Οι 25 επίδικες επιταγές δόθηκαν στον Κατηγορούμενο στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας μεταξύ τους και καλύπτουν τη συγκεκριμένη περίοδο συνεργασίας. Όλες οι λεπτομέρειες εκτέλεσης αυτής της συμφωνίας, ήτοι ημερομηνίες, ονόματα ασθενών, είδος περίπτωσης, ημ. επιταγής και αντίστοιχο ποσό πληρωμής καταγράφονται αναλυτικά στις καταστάσεις, ΓΜ1-25 που είναι συνημμένες στην κατάθεση της Μ.Κ.6, Έγγραφο 7, τις οποίες υιοθετούμε πλήρως ως μέρος των ευρημάτων μας. Αυτές οι καταστάσεις είναι αυτές που επίσης δίδοντο και στον Κατηγορούμενο με κάθε επιταγή.
  12. Ο Κατηγορούμενος δέχθηκε και εξαργύρωσε όλες τις επιταγές εισπράττοντας έτσι το ποσό της εν λόγω συμφωνίας.
  13. Αυτή η συμφωνία τερματίστηκε όταν ο Κατηγορούμενος σταμάτησε να παραπέμπει ασθενείς στο ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης.
  14. Ειδικότερα και σύμφωνα με τις καταστάσεις, ΓΜ1-25, παραθέτουμε κατάσταση στην οποία φαίνεται η κάθε επίδικη επιταγή, με την προσθήκη της ημερομηνίας έκδοσης της, των περιπτώσεων έγκρισης αιτήσεων συνταξιούχων για σκοπούς λήψης κρατικής χορηγίας και των περιπτώσεων παραπομπής ασθενών που η καθεμιά αφορά και του ποσού που αντιστοιχεί αναλόγως του αριθμού των περιπτώσεων. Σημειώνουμε πως κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της Μ.Κ.6 εντοπίστηκαν κάποια λάθη αναφορικά με τις ημερομηνίες των επιταγών, τις οποίες η Μ.Κ.6 διόρθωσε προφορικά, χωρίς ένσταση από την Υπεράσπιση, για τα οποία ικανοποιούμαστε πως πρόκειται για λανθασμένη καταγραφή αυτών εφόσον η έκδοση όλων αυτών των επιταγών αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Η κατάσταση έχει ως ακολούθως: Επιταγή Ημ. έκδοσης Αρ. αιτήσεων συνταξιούχων Συνολικό ποσό Αρ. παραπομπών Συνολικό ποσό 93323951 28.12.10 6 €510 93323978 25.1.11 7 €595 95399320 10.3.11 5 €420 1 €90 95399336 21.4.11 6 €510 95399375 1.6.11 6 €510 95399398 8.7.11 6 €510 97007356 26.7.11 6 €510 1 €85 97007378 9.9.11 5 €510 1 €85 97007418 21.10.11 4 €340 2 €170 97007450 29.11.11 8 €935 1 €85 99329028 23.12.11 5 €425 2 €170 99329050 20.1.12 6 €510 3 €290 99329083 21.2.12 4 €340 3 €270 01222352 15.3.12 5 €425 2 €190 01222370 2.4.12 5 €425 2 €180 01222389 3.5.12 5 €425 3 €290 01222409 1.6.12 5 €425 3 €300 01222449 5.7.12 9 €765 03110579 10.9.12 12 €1020 03110603 18.10.12 11 €935 03110616 19.11.12 12 €1020 05042434 1.2.13 10 €850 05042464 4.4.13 8 €680 07637527 8.7.13 4 €340
  15. O συνήγορος του Κατηγορουμένου απέστειλε επιστολή ημ. 6.4.17, Τεκμήριο 11, προς το ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης στην οποία αναφέρει ότι το κέντρο χάρισε στον Κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των €16.330 ως «δώρα» για την καλή του εργασία και ως ένδειξη της ικανοποίησης του κέντρου, εσωκλείεται επιταγή για επιστροφή αυτού του ποσού και ζητείται η απόσυρση εκ μέρους του κέντρου του «αναληθούς ισχυρισμού ότι κατά καιρούς ο Κατηγορούμενος ζήτησε οποιοδήποτε δώρο ή προμήθεια». Μόλις παρέλαβε την επιστολή, ο Μ.Κ.4 την παρέδωσε στην Αστυνομία μαζί με τη συνημμένη επιταγή, την οποία δεν εξαργύρωσε, και προς τούτο έδωσε και σχετική κατάθεση. VII. Νομική Πτυχή VII.Α Δεκασμός Δημόσιου Λειτουργού Η πρώτη ομάδα των κατηγοριών 1-100 σε σχέση με τη λήψη των πιο πάνω ποσών αφορά το αδίκημα του δεκασμού δημόσιου λειτουργού, κατά παράβαση του άρθρου 100(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όλων αυτών των κατηγοριών, στους αναγραφόμενους χρόνους «ο Κατηγορούμενος. ενώ ήταν ιατρός της ωτορινολαρυγγολογικής κλινικής του Γ.Ν. Λευκωσίας επιφορτισμένος με τον καθήκον να εγκρίνει αιτήσεις ατόμων με ακουολογικά προβλήματα με σκοπό να λάβουν χορηγία από το κράτος.» έλαβε τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά από το ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης «για να εκτελέσει το καθήκον του». Το άρθρο 100(α) του Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «
  16. Όποιος- (α) είναι δηµόσιος λειτουργός και είναι επιφορτισµένος µε την εκτέλεση οποιουδήποτε καθήκοντος λόγω του λειτουργήµατός του, µε τέτοιο τρόπο που υποδηλώνει δεκασµό ζητά, δέχεται ή παίρνει ή συµφωνεί ή αποπειράται να δεχτεί ή να πάρει περιουσία ή ωφέληµα οποιουδήποτε είδους για τον εαυτό του ή για άλλον, χάριν τελεσθείσας ή µελλοντικής ενέργειας ή παράλειψης κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του λειτουργήµατός του· . είναι ένοχος αδικήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση µέχρι επτά χρόνια και σε χρηµατική ποινή µέχρι εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000) ή και στις δύο ποινές, η δε περιουσία του, αντικείµενο του δεκασµού, υπόκειται σε δήµευση σύµφωνα µε τον περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήµευσης Εσόδων από Ορισµένες Εγκληµατικές Πράξεις Νόµο.» Με βάση το ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ. 154 «δη

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.