← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ κ.α., Αρ. Υπ.: 9357/16, 2/8/2017

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ κ.α., Αρ. Υπ.: 9357/16, 2/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2017:28 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπ.: 9357/16 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v.

  1. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ κ.ά. Κατηγορουμένων 02 Αυγούστου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Κέκκος και κα Μ. Παχίτη Για τον Κατηγορούμενο 11: κ. Κ. Καλλής με κα Αν. Καλλή και Ν. Πελαβά (ασκούμενες) Κατηγορούμενος 11 παρών --------------------------------- ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος 11, Ευτύχιος Μαληκκίδης (στη συνέχεια «ο Κατηγορούμενος»), κρίθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή στις κατηγορίες 72 και 75 σε σχέση με τα αδικήματα: (α) Δεκασμού Δημόσιου Λειτουργού, κατά παράβαση των άρθρων 100(α) και 29 του Ποινικού Κώδικα (72η κατηγορία) και (β) Απόσπαση από Δημόσιο Λειτουργό, κατά παράβαση των άρθρων 101 και 29 του Ποινικού Κώδικα (75η κατηγορία). Να σημειωθεί ότι, αρχικά, ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε ακόμα 6 κατηγορίες (1, 64, 73, 74, 76 και 77), οι οποίες όμως μετά από την παραδοχή του στις κατηγορίες 72 και 75 αναστάληκαν. Τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων, όπως εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και έγιναν αποδεκτά από την Υπεράσπιση, έχουν ως ακολούθως: Ο Κατηγορούμενος ήταν Διευθυντής του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Πάφου (ΣΑΠΑ) ενώ παράλληλα προσέφερε υπηρεσίες συμβούλου προς το ΧΥΤΑ Πάφου από το 2007 έως το 2012 έναντι αμοιβής. Την 01/03/2016 λήφθηκε κατάθεση από την αστυνομία από τον Φαίδωνα Φαίδωνος, Δήμαρχο Πάφου, στην οποία ανέφερε ότι κατά καιρούς έφθαναν πληροφορίες ότι ο Σάββας Βέργας, τέως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου ΧΥΤΑ Πάφου, χρηματίζετο μαζί με άλλα πρόσωπα, που είχαν σχέση με το ΧΥΤΑ Πάφου. Μετά την πιο πάνω καταγγελία η αστυνομία εξέδωσε δικαστικά εντάλματα σύλληψης εναντίον διαφόρων προσώπων, στα οποία συμπεριλαμβανόταν και ο Σάββας Βέργας. Στις 09/03/2016 συνελήφθηκε, κατόπιν δικαστικού εντάλματος σύλληψης, ο Ιωάννης Κοκότσης ο οποίος, στην κατάθεση του προς την αστυνομία, ανέφερε ότι έδωσε μίζες στον Κατηγορούμενο 10 (Σ. Βέργα), υπό μορφή ανταλλάγματος, ώστε στα πλαίσια των εξουσιών και καθηκόντων του να βοηθήσει στην προώθηση της αποπληρωμής των χρεών του ΧΥΤΑ Πάφου προς την Κοινοπραξία που είχε αναλάβει τη διαχείριση του ΧΥΤΑ Πάφου. Η κατασκευή του ΧΥΤΑ Πάφου-Μαραθούντας έγινε από την Κοινοπραξία ΗΛΕΚΤΩΡ S.A. (ΤΟΜΗ ΑΤΕ) - BILFINGER BAUGESELLSCHAFT και τέθηκε σε λειτουργία από την ίδια Εταιρεία τον Ιούλιο του 2005, όταν είχαν ολοκληρωθεί τα έργα κατασκευής. Το συμβόλαιο λειτουργίας τού ΧΥΤΑ Πάφου προέβλεπε σταθερή τιμή χρέωσης προς τους Δήμους για συγκεκριμένες ποσότητες εισερχόμενων απορριμμάτων ήτοι 36.000 τόνους +/-5% ετησίως. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας διαπιστώθηκε ότι οι ποσότητες των εισερχόμενων απορριμμάτων στο ΧΥΤΑ Πάφου ανέρχονταν στις 70.000 τόνους ανά έτος, δηλαδή ήταν περίπου διπλάσιες από τις συμβατικές ποσότητες. Λόγω των υπερσυμβατικών ποσοτήτων απορριμμάτων η διάρκεια ζωής τού χώρου αποθήκευσης θα αρκούσε μόνο για 5 χρόνια αντί για 10, όπως αρχικά είχε συμφωνηθεί. Οι υπερσυμβατικές ποσότητες απορριμμάτων δημιούργησαν προβλήματα ως προς την οικονομική πτυχή της σύμβασης διότι αυξήθηκε το κόστος λειτουργίας με αποτέλεσμα η διαχειρίστρια Εταιρεία να απαιτεί αποζημιώσεις. Εν όψει της κατάστασης αυτής ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ της αναθέτουσας αρχής, που ήταν το Υπουργείο Εσωτερικών και της Διαχειρίστριας Εταιρείας για να εξευρεθεί λύση του προβλήματος. Οι διαπραγματεύσεις δεν οδήγησαν σε επίλυση της διαφοράς. Ο φορέας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης που ανέλαβε την ευθύνη διαχείρισης του χώρου και την είσπραξη των τελών από τους δημότες συστάθηκε με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου στις 04/04/2007 (Συμβούλιο Εκμετάλλευσης του Χώρου Διάθεσης ή Αξιοποίησης Οικιακών Αποβλήτων Πάφου). Δηλαδή, με την εν λόγω απόφαση εκχωρήθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών στην Τοπική Αυτοδιοίκηση η διαχείριση λειτουργίας τού Χώρου Διάθεσης ή Αξιοποίησης Οικιακών Αποβλήτων Πάφου. Μετά την πιο πάνω απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, το Συμβούλιο Εκμετάλλευσης τού Χώρου Διάθεσης ή Αξιοποίησης Οικιακών Αποβλήτων Πάφου άρχισε νέες διαπραγματεύσεις με την Εταιρεία Διαχείρισης τού χώρου προς εξεύρεση λύσης για τις υπερσυμβατικές ποσότητες σκυβάλων που διαχειρίστηκε και την αποζημίωση που επρόκειτο να καταβληθεί στην Κοινοπραξία. Στο πλαίσιο αυτής της διαπραγμάτευσης, ο αναφερθείς Σ. Βέργας, ως Πρόεδρος του Συμβουλίου, περί το τέλος του 2008 με αρχές του 2009 περίπου, συναντήθηκε στην Αθήνα με εκπροσώπους της Κοινοπραξίας και συζήτησε μαζί τους το θέμα των υπερσυμβατικών ποσοτήτων. Κατά την εν λόγω συνάντηση συμφωνήθηκε όπως, ο Σ. Βέργας έχει προσωπικό οικονομικό όφελος ποσοστού 5% επί των ετήσιων εσόδων τού συμβολαίου λειτουργίας του ΧΥΤΑ προκειμένου να βοηθήσει, ως εκ της θέσεως του, μαζί με άλλα πρόσωπα, στην αποπληρωμή των καθυστερημένων οφειλών του ΧΥΤΑ Πάφου προς την Κοινοπραξία. Μέρος του 5% θα διαμοιραζόταν και σε τρίτα πρόσωπα, που επίσης σχετίζονταν ως εκ της θέσεως τους με το ΧΥΤΑ Πάφου, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνετο και ο Κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος έλαβε από τον Σ. Βέργα ποσό €165.000,00 από το οποίο κράτησε για ίδιον όφελος €45.000,00 ενώ το υπόλοιπο ποσό δόθηκε σε τρίτα πρόσωπα. Τέλος σύμφωνα με τα γεγονότα που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή, ο Κατηγορούμενος, στις 18/2/2015 καταδικάστηκε από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Πάφου, στην ποινική υπόθεση 12057/2014 (στη συνέχεια «υπόθεση ΣΑΠΑ») και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 και 6 ετών, για τα αδικήματα του δεκασμού δημόσιου λειτουργού και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Αν και η υπόθεση ΣΑΠΑ - ως θα διαφανεί στη συνέχεια - έχει τη σημασία της, υποδείξαμε πως δεν αποτελεί προηγούμενη καταδίκη, υπό την έννοια του παράγοντα που αφαιρεί από τον Κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητά την επίδειξη επιείκειας και τούτο για τον απλούστατο λόγο, ότι, η εν λόγω καταδίκη είναι μεταγενέστερη της διάπραξης των επίδικων αδικημάτων. Υπενθυμίζουμε, ότι, τα εδώ αδικήματα διαπράχθηκαν τα έτη 2009 και
  2. Σε ότι αφορά τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορούμενου, αυτές καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερομηνίας 19/1/2015 το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από την Υπεράσπιση δηλώνοντας ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διαφοροποίηση. Έχουν ως ακολούθως: Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 60 ετών (γεννήθηκε στις 14/9/1956), έγγαμος και έχει 2 παιδιά, ένα υιό και μια θυγατέρα, 17 και 16 ετών, αντίστοιχα. Είναι διαζευγμένος και η φύλαξη των παιδιών είχε ανατεθεί στην πρώην σύζυγο του, η οποία κατάγεται από τη Γερμανία. Παρά ταύτα ο γιος διέμενε μαζί του. Όπως αναφέρθηκε από το συνήγορο του, σε χρόνο μεταγενέστερο της ετοιμασίας της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, η πρώην σύζυγος του εγκαταστάθηκε στην Ελβετία και ανέλαβε ο Κατηγορούμενος την φροντίδα και των δυο παιδιών του. Σπούδασε με υποτροφία στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο από όπου έλαβε πτυχίο Πολιτικού Μηχανικού. Το έτος 1981 επέστρεψε στην Κύπρο και αφού εργάστηκε για κάποιο μικρό χρονικό διάστημα σε ιδιωτική εταιρεία, μετέβη στην Αγγλία, αφού εξασφάλισε δεύτερη υποτροφία από την Κυπριακή Δημοκρατία και πήρε μεταπτυχιακό στον Κλάδο Επεξεργασίας Αποβλήτων. Το έτος 1997 διορίστηκε στο Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου, ως μηχανικός και ακολούθως προήχθη στη θέση του Διευθυντή του υπό αναφοράν Συμβουλίου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου, με την ικανή και εμπεριστατωμένη αγόρευσή του, κάλεσε το Δικαστήριο να επιδείξει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια, επισημαίνοντας τους ακόλουθους μετριαστικούς παράγοντες: - Την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των αδικοπραγούντων. Επικαλέστηκε προς τούτο τη μη δίωξη των Κοκότση και Μπόμπολα. Παραπέμποντας σε σχετική νομολογία (Georgiou n. Republic

(1986)2 C.L.R. 109, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λοΐζου κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 371, Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 156 κ.ά.), εισηγήθηκε πως η μη δίωξη των υπό αναφοράν προσώπων παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης των αδικοπραγούντων και αποτελεί μετριαστικό παράγοντα. - Το γεγονός ότι του έχει επιβληθεί η ποινή της ισόβιας διαγραφής από το Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΕΤΕΚ, συνεπεία της καταδίκης του στην υπόθεση ΣΑΠΑ. - Τη μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Υπέδειξε επί του προκειμένου ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν την περίοδο 2009-2010 και η υπόθεση καταχωρήθηκε το έτος 2016. Εισηγήθηκε πως η μεγάλη καθυστέρηση, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι μεταβλήθηκαν οι προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες, συνιστά μετριαστικό παράγοντα. - Η κλονισμένη υγεία του Κατηγορουμένου και οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις αποτελούν πρόσθετο μετριαστικό παράγοντα. Ο συνήγορος έκανε αναφορά στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι διαζευγμένος και έχει αναλάβει τη φύλαξη των δύο ανηλίκων παιδιών του ηλικίας 16 και 17 ετών. Σε σχέση με την υγεία του, υπόδειξε πως πάσχει από προστάτη, παρουσιάζει ταχυκαρδία και χρήζει ιατρικής φροντίδας και παρακολούθησης. Κατέθεσε για το σκοπό αυτό σχετική ιατρική βεβαίωση (βλ. Παράρτημα Γ). - Την παραδοχή του, η οποία συνοδεύτηκε με την έμπρακτη μεταμέλεια του. Επικαλέστηκε προς τούτο την ανάληψη υποχρέωσης για επιστροφή ολόκληρου του ποσού που απέσπασε από την παράνομη δραστηριότητα του. Σημειώνεται επί τούτου πως ο συνήγορος του Κατηγορουμένου, δήλωσε τη δέσμευση του Κατηγορούμενου για τη μεταβίβαση στο κράτος συγκεκριμένου τεμαχίου γης καθώς και την καταβολή του ποσού των €14.400 που είναι κατατεθειμένο σε δεσμευμένο λογαριασμό, κατά τρόπο που διασφαλίζεται η επιστροφή του ποσού των €45.000 που έλαβε ο Κατηγορούμενος για ίδιον όφελος. - Η έμπρακτη μεταμέλεια του Κατηγορούμενου, υπέδειξε ο συνήγορος, συνοδεύεται και από τη συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές για την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης. Έθεσε, περαιτέρω, τον εαυτό του στη διάθεση της Κατηγορούσας Αρχής, εκφράζοντας την πρόθεση να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας. - Τις συνέπειες της φυλάκισης του τόσο στον ίδιο όσο και στα οικεία του πρόσωπα. Αναφορικά με τον ίδιο, υπέδειξε πως βρίσκεται ήδη στη φυλακή συνεπεία της καταδίκης του στην υπόθεση ΣΑΠΑ. Ενόψει τούτου, η επιβολή περαιτέρω ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο, δεν θα εξυπηρετούσε οποιονδήποτε σκοπό. Επιπτώσεις από τη φυλάκιση του, ανάφερε ο συνήγορος, υφίστανται και τα δύο ανήλικα παιδιά του, τα οποία στερούνται της πατρικής φροντίδας και στοργής, ενόσω ο Κατηγορούμενος βρίσκεται στη φυλακή. Τα παιδιά, ανέφερε, τελούν υπό την φροντίδα της αδελφής του Κατηγορούμενου αφού ο ίδιος βρίσκεται στη φυλακή και η μητέρα τους τα έχει εγκαταλείψει. Κατέθεσε επί του προκειμένου βεβαίωση ψυχολόγου (Παράρτημα Β) στην οποία υπάρχει ειδική αναφορά για τις δυσμενείς επιπτώσεις στα παιδιά από τη φυλάκιση του πατέρα τους. - Αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες και να επιβάλει την κατάλληλη ποινή που να αρμόζει και στο πρόσωπο του Κατηγορουμένου. Υποδεικνύοντας, περαιτέρω, πως ο Κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικαστεί σε 6ετή φυλάκιση στην αναφερθείσα υπόθεση ΣΑΠΑ, εισηγήθηκε πως η ποινή που θα του επιβληθεί στην παρούσα υπόθεση δεν θα πρέπει να είναι διαδοχική με την ποινή που του έχει επιβληθεί στην υπό αναφοράν υπόθεση ΣΑΠΑ. Ειδικότερα ο συνήγορος υπέδειξε πως το ανώτατο όριο ποινής για τα αδικήματα που έχει διαπράξει κατά τον επίδικο χρόνο ήταν 5 έτη. Διαχώρισε έτσι την περίπτωση του Κατηγορούμενου από την περίπτωση του Κατηγορούμενου 10 (Σ. Βέργα) στον οποίο το Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 2 ετών, η οποία θα αρχίζει μετά την έκτιση της ποινής που του επιβλήθηκε στην υπόθεση ΣΑΠΑ. Η περίπτωση Βέργα, εισηγήθηκε ο κ. Καλλής, διαφοροποιείται από τον Κατηγορούμενο, τόσο ως προς το ρόλο που διαδραμάτισαν στην όλη υπόθεση όσο και την εν γένει εμπλοκή τους. Υπέδειξε επί του προκειμένου ότι ο Κατηγορούμενος 10 ήταν το πρόσωπο που είχε συνάντηση με τους αξιωματούχους της Κοινοπραξίας με τους οποίους συμφώνησε να λαμβάνει προμήθεια καθώς και το γεγονός ότι το ποσό που οικειοποιήθηκε ο Κατηγορούμενος 10 (€311.240) είναι καταφανώς μεγαλύτερο από το ποσό που οικειοποιήθηκε ο Κατηγορούμενος (€45.000). Στην περίπτωση του Κατηγορούμενου, εισηγήθηκε ο συνήγορος, συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούν απόκλιση από την γενική αρχή που προβλέπει το άρθρο 117
(2)του Κεφ. 155. Η αρχή της συνολικότητας της ποινής, κατέληξε ο συνήγορος, δεν επιτρέπει, κάτω από τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, την επιβολή διαδοχικής ποινής με την ποινή που εκτίει ο Κατηγορούμενος για την υπόθεση ΣΑΠΑ. Τα γεγονότα των δύο υποθέσεων είναι της ίδιας φύσεως και η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ήταν ενιαία. Τυχόν επιβολή διαδοχικών ποινών, θα καταστήσει δυσανάλογη την τιμωρία σε σχέση με τη σοβαρότητα των αδικημάτων. Διαζευκτικά ο συνήγορος εισηγήθηκε πως συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις για αναστολή της διαδοχικής ποινής φυλάκισης που τυχόν θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο. Η αναστολή, εισηγήθηκε, δικαιολογείται τόσο σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος όσο και με τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο γεγονός ότι είναι ο μοναδικός προστάτης των ανηλίκων παιδιών του, δεδομένου ότι τα έχει εγκαταλείψει και η μητέρα τους. Τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά, γεγονός που αντανακλάται στις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές. Αρκεί να αναφερθεί ότι τώρα το αδίκημα του Δεκασμού Δημοσίου Λειτουργού (72η κατηγορία) επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι 7 χρόνια και/ή ποινή προστίμου μέχρι €100.000 (άρθρο 100(α) του Π.Κ.) ενώ το αδίκημα της Απόσπασης από Δημόσιο Λειτουργό (75η κατηγορία) φυλάκιση μέχρι 3 χρόνια και/ή χρηματικό πρόστιμο (άρθρα 101 και 105 του Π.Κ.). Είναι καλά θεμελιωμένη και γνωστή η αρχή πως η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή αποτελεί τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την αρμόζουσα ποινή σε κάθε περίπτωση. Σημειώνουμε, βεβαίως, ότι κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων (2009-2010), η προβλεπόμενη ποινή ήταν μέχρι 5 χρόνια φυλάκιση και αυτή την ποινή θα έχουμε υπόψη μας, επιβάλλοντας την αρμόζουσα ποινή στον Κατηγορούμενο για το υπό αναφοράν αδίκημα. Είναι σημαντικό να επισημανθεί, ότι τα τελευταία 20 χρόνια, περίπου, ο Νομοθέτης προέβη δύο φορές σε αύξηση της προβλεπόμενης ποινής για το αδίκημα του Δεκασμού Δημοσίου Λειτουργού. Συγκεκριμένα, με τον Ν.38(Ι)/99 η τριετής τότε φυλάκιση αυξήθηκε σε πενταετή, ενώ με το Ν.95(Ι)/12οι ποινές ανήλθαν στα σημερινά επίπεδα των επτά χρόνων φυλάκιση και/ή €100.000 πρόστιμο. Οι διαδοχικές αυξήσεις των ποινών καταδεικνύουν την αντίστοιχη πρόθεση του Νομοθέτη για αυστηρότερη αντιμετώπιση τέτοιου είδους αδικημάτων, με απώτερο στόχο βέβαια την πάταξη του κοινωνικού καρκινώματος της διαφθοράς. Στην πρόσφατη υπόθεση Μαληκκίδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25/11/16, αναφέρθηκε πως "η σοβαρότητα ενός αδικήματος καθορίζεται από το Νομοθέτη στη βάση του ανώτατου ορίου ποινής και όχι από τα Δικαστήρια, ο ρόλος των οποίων περιορίζεται στη στάθμιση της σοβαρότητας του αδικήματος ανάλογα με τα περιστατικά που το περιβάλλουν». Όπως υποδείξαμε στην απόφαση μας ημερομηνίας 5 Μαΐου 2017, κατά την επιβολή ποινής στον Κατηγορούμενο 10, η σοβαρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με διαφθορά και δωροληψία από Δημόσιους Λειτουργούς, σε συνάρτηση με την αυξητική τάση που παρουσιάζουν το τελευταίο διάστημα (όπως διαπιστώνεται και από το παρόν Δικαστήριο από το μεγάλο αριθμό τέτοιων υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον του), επιβάλλει την αντιμετώπιση των δραστών με τη δέουσα αυστηρότητα. Η ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών για αδικήματα του είδους, τονίστηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις που τέθηκαν ενώπιον του. Στην υπόθεση Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271, επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης 12 μηνών, με προβλεπόμενη όμως ανώτατη ποινή την τριετή φυλάκιση. Ο κατηγορούμενος εκεί ήταν ηλικίας 58 ετών, είχε προβλήματα υγείας και περιήλθε σε δεινή οικονομική κατάσταση. Ήταν λειτουργός στο Τμήμα Μετανάστευσης και κρίθηκε ένοχος για τη λήψη οικονομικών ανταλλαγμάτων (ήτοι Λ.Κ.500, $3.000 και Λ.Κ.500) για την επίσπευση της εξέτασης αιτήσεων για άδειες εισόδου σε αλλοδαπές καλλιτέχνιδες. Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 60 χρονών και κοινοτάρχης χωριού της επαρχίας Πάφου. Μετά από ακρόαση καταδικάστηκε σε διάφορα αδικήματα, μεταξύ των οποίων και για δεκασμό δημοσίου λειτουργού, διαφθορά, κατάχρηση εξουσίας, συνωμοσία προς καταδολίευση, έκδοση ψευδών πιστοποιητικών και συγκάλυψη παράνομων εσόδων, σε σχέση με την απόκτηση και πώληση Τουρκοκυπριακής γης. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών έως 3 ετών. Οι ποινές των 3 ετών, επιβλήθηκαν για τα αδικήματα του δεκασμού και της συγκάλυψης εσόδων. Το Εφετείο, επικυρώνοντας τις ποινές, τις χαρακτήρισε ως σημαντικά μειωμένες σε σύγκριση με την μέγιστη προβλεπόμενη και ως πολύ επιεικείς, αποδίδοντας τη μεταχείριση αυτή στην τριετή καθυστέρηση έναρξης της ακρόασης. Στην αναφερθείσα υπόθεση ΣΑΠΑ (Μαληκίδης ν. Δημοκρατίας), το Εφετείο, επικυρώνοντας τις ποινές, 3 και 6 ετών που επιβλήθηκαν πρωτόδικα στον Κατηγορούμενο, ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η Πολιτεία εμπιστεύτηκε στον εφεσείοντα μια υψηλή θέση, με τα ανάλογα ωφελήματα που τη συνόδευαν. Με την ανάληψη όμως των καθηκόντων του από υπηρέτης και φύλακας των συμφερόντων του Δημοσίου ενεπλάκη στον φαύλο κύκλο της διαφθοράς και αξιώνοντας και λαμβάνοντας μεγάλα ποσά καταχράστηκε κατά το χείριστο τρόπο τη θέση του. Με όλες τις αυτονόητες επιπτώσεις όχι μόνο στα οικονομικά του Δήμου Πάφου, που από τη φύση της θέσης του όφειλε να προστατεύει, αλλά και στην εν γένει εμπιστοσύνη του πολίτη έναντι των δημοσίων προσώπων την οποία καίρια έπληξε. Με τις επιγραμματικές αυτές επισημάνσεις είναι νομίζουμε πρόδηλο ότι σε αδικήματα τέτοιας φύσεως, με εμπλεκόμενα δημόσια πρόσωπα, η ποινή που πρέπει να επιβάλλεται θα πρέπει να είναι αυστηρή και να ενέχει έντονα το στοιχείο της αποτροπής. Όπου δε εντοπίζεται τέτοια ανάγκη ναι μεν οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη, αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής καθότι προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου». Υιοθετούμε και επαναλαμβάνουμε τις επισημάνσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μαληκκίδης - πιο πάνω. Το ίδιο αξιοκατάκριτη υπήρξε η παράνομη δράση του και στην παρούσα υπόθεση. Παρά τις πιο πάνω επισημάνσεις, αναγνωρίζουμε τους μετριαστικούς παράγοντες που επεσήμανε ο συνήγορος του Κατηγορουμένου, τους οποίους και θα λάβουμε υπόψη. Παρά την διαπιστωθείσα ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής, το δικαστικό καθήκον για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 478). Η εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου ότι η εμπλοκή του Κατηγορούμενου στην όλη υπόθεση ήταν μικρότερη από την αντίστοιχη εμπλοκή και δράση του Κατηγορούμενου 10, στον οποίο επιβλήθηκε διαδοχική ποινή φυλάκισης 2 ετών, μας βρίσκει μεν σύμφωνους, χωρίς όμως να μπορεί να λεχθεί ότι ήταν και περιθωριακή. Αρκεί να σημειωθεί ότι πέραν από το ποσό των €45.000 που έλαβε για ίδιον όφελος, ήταν ο συνδετικός κρίκος για τον περαιτέρω διαμοιρασμό μιζών σε τρίτα πρόσωπα. Ιδιαίτερη βαρύτητα προσδίδουμε στην παραδοχή του Κατηγορουμένου καθώς και την αποζημίωση που έχει προσφέρει, στοιχείο που υποδηλώνει την έμπρακτη μεταμέλεια του. Στο ίδιο πλαίσιο, επικροτείται και πιστώνεται προς όφελος του Κατηγορούμενου η εκφρασθείσα πρόθεση του να συνεργαστεί με τις ανακριτικές αρχές και να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας. Έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία ότι η συνεργασία κατηγορουμένων προσώπων με τις ανακριτικές αρχές θα πρέπει να ανταμείβεται με ανάλογη έκπτωση στην ποινή, ώστε να ενθαρρύνονται οι κατηγορούμενοι να αποκαλύπτουν χρήσιμες πληροφορίες για την εξιχνίαση των υποθέσεων (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 582). Λαμβάνουμε, περαιτέρω, υπόψη τα προβλήματα υγείας και τις άλλες προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορούμενου όπως έχουν σκιαγραφηθεί ανωτέρω, καθώς και τις συνέπειες που θα έχει η φυλάκιση στα δύο παιδιά του. Σημειώνεται, ωστόσο πως ο Κατηγορούμενος εκτίει ήδη ποινή φυλάκισης 6 ετών που του έχει επιβληθεί στην υπόθεση ΣΑΠΑ. Λαμβάνουμε, επίσης, υπόψη την ποινή της ισόβιας διαγραφής που του επεβλήθη από το Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΕΤΕΚ. Έχει νομολογηθεί ότι η επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων αποτελεί μετριαστικό παράγοντα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευρυπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 236, Μυλωνά κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384). Αναφορικά με την εισήγηση για άνιση μεταχείριση, επειδή, ως αναφέρθη από το συνήγορο του Κατηγορουμένου, δεν έχουν διωχθεί όλα τα πρόσωπα που είχαν συμμετοχή στην υπόθεση, υποδεικνύουμε, εν πρώτοις, πως η απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα για τη δίωξη ή μη των συνεργών σε ένα έγκλημα, δεν ελέγχεται από το Δικαστήριο. Παρέχεται, ωστόσο, η δυνατότητα στο Δικαστήριο να θεωρήσει ως μετριαστικό παράγοντα τη μη δίωξη συνεργού, ώστε να μετριάζεται το αίσθημα αδικίας που προκαλεί η άνιση μεταχείριση (βλ. Κάττου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498, Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 141 και Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225, Leandro Soares De Almeida v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 22/2015 ημερ. 7/7/2017). Θα πιστώσουμε, συνεπώς, στον Κατηγορούμενο και αυτό το μετριαστικό παράγοντα. Λαμβάνουμε, περαιτέρω, υπόψη το μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε από το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων - 6 και πλέον χρόνια - σε συνάρτηση με τη μεταβολή των συνθηκών του Κατηγορουμένου. Η καθυστέρηση βεβαίως δεν οφείλεται σε αδράνεια των ανακριτικών αρχών, εφόσον η υπόθεση ήλθε στο φως τον Ιούνιο του 2016 μετά από την κατάθεση του νυν δημάρχου Πάφου. Από το σημείο εκείνο και έπειτα, δεν φαίνεται να υπήρξε ολιγωρία ή καθυστέρηση στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου (βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, 222 και Γενικός Εισαγγελές ν. Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127). Θα λάβουμε, τέλος, υπόψη μας την αρχή της συνολικότητας, ώστε η συνολική ποινή που θα κληθεί να εκτίσει ο Κατηγορούμενος να μην είναι δυσανάλογη με την όλη εγκληματική του δράση (βλ. Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Παραρέ ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 257, Μιχάλη Θεοδούλου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 288/2015, ημερ. 14/06/2016). Δεν συμμεριζόμαστε, ωστόσο, τις εισηγήσεις της Υπεράσπισης ότι δικαιολογείται η επιβολή συντρέχουσας ποινής με την ποινή φυλάκισης που εκτίει ο Κατηγορούμενος στην υπόθεση ΣΑΠΑ. Με βάση τη νομολογία, μόνο σε ειδικές ή εξαιρετικές συνθήκες δικαιολογείται απόκλιση από την πρόνοια του άρθρου 117
(2)του Κεφ. 155, η οποία προβλέπει ότι: «Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.». (βλ. Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 335, Δημητρίου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21, Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 376, Παναγή ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 515). Στην εξεταζόμενη υπόθεση δεν θεωρούμε ότι συντρέχουν τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις. Παρά το γεγονός ότι η εγκληματική δράση του Κατηγορουμένου εκδηλώθηκε κατά την ίδια περίπου χρονική περίοδο και στις δύο περιπτώσεις, υπάρχει ουσιώδης διαφορά ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν τις δύο υποθέσεις και την όλη εγκληματική δράση του Κατηγορουμένου στην κάθε μία απ' αυτές. Όπως υποδείξαμε και στην προηγηθείσα απόφαση μας κατά την επιβολή ποινής στον Κατηγορούμενο 10, πρόκειται για δύο σοβαρότατες αλλά διακριτές υποθέσεις διαφθοράς και ως τέτοιες πρέπει να αντικρισθούν. Συνεπώς, θα τηρηθεί η προαναφερθείσα πρόνοια του άρθρου 117
(2). Στο γενικότερο πλαίσιο της αρχής της συνολικότητας, θα λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν κατά την ίδια περίπου χρονική περίοδο και ότι επιβλήθηκε ήδη στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 6 ετών, την οποία και εκτίει. Αυτό για να μη απολήξει δυσανάλογη της όλης εγκληματικής του δράσης, η συνολική ποινή που θα εκτίσει ο Κατηγορούμενος. Όπως έχουμε ήδη επισημάνει, στον Κατηγορούμενο 10 επιβάλαμε ποινή φυλάκισης 2 ετών για το αδίκημα του Δεκασμού, παρόλο που και στην περίπτωση του συνέτρεχαν ανάλογοι μετριαστικοί παράγοντες. Θεωρούμε πως στην περίπτωση του Κατηγορούμενου δικαιολογείται η επιβολή ηπιότερης ποινής, λόγω κυρίως της μικρότερης εμπλοκής του Κατηγορούμενου 11 αλλά και του χαμηλότερου ποσού που έχει οικειοποιηθεί. Αφού λοιπόν λάβαμε υπόψη όλα τα πιο πάνω, επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: - Στην 72η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 μήνες. - Στην 75η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μήνες. Έγινε εισήγηση από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου για αναστολή της φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3
(2)του Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτέλεσης της Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου (Ν.95/72) όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 186(Ι)/2003. Το νέο Άρθρο 3
(2)προβλέπει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου» Η νέα διάταξη έτυχε νομολογιακής ανάλυσης σε σωρεία υποθέσεων. Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, με το Ν. 186(Ι)/2003, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, ώστε αυτή να μπορεί να αποφασίζεται εάν δικαιολογείται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου. Με βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί όπως δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στον κατηγορούμενο (βλ. επίσης Πωλ Σώζου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 12/2016 ημερ. 29/3/2016 και Παρασκευά Παπαπαντελή ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 11/2016 ημερ. 17/10/2016, Κωνσταντίνος Ασσιώτης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 146/16, ημερ. 18/01/2017). Ιδιαίτερα κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930: «Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αυθεντίες το Δικαστήριο επανεξετάζει κάθε παράγοντα που δυνατό να προσμετρήσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 3
(2)του σχετικού νομοθετήματος. Έχουμε επανεξετάσει όλα τα δεδομένα που αναφέρονται στην απόφασή μας, τόσο σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος, όσο και με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Κρίνουμε πως ούτε οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων ούτε οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου συνηγορούν υπέρ της αναστολής. Όπως επισημαίνεται στην απόφασή μας, ο Κατηγορούμενος ενεπλάκη στο φαύλο κύκλο της διαφθοράς, καταχρώμενος το υψηλό αξίωμα που του εμπιστεύθηκε η πολιτεία. Υπό τα δεδομένα της υπόθεσης τυχόν αναστολή θα έστελλε εσφαλμένα μηνύματα. Οι ποινές μεταξύ τους να συντρέχουν και η έκτιση τους θα αρχίζει μετά την έκτιση της ποινής που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο στην υπόθεση ΣΑΠΑ. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Γεωργίου‑Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.