← Κύπρος

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Βασκέν Σιαχπεντεριάν, Υποθ. αρ.: 8973/16, 4/8/2017

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Βασκέν Σιαχπεντεριάν, Υποθ. αρ.: 8973/16, 4/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2017:29 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Υποθ. αρ.: 8973/16 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v. Βασκέν Σιαχπεντεριάν Κατηγορουμένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 4 Αυγούστου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Πασιαρδή για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Αγγελίδης Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 24.7.17 ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος σε 112 κατηγορίες για τα αδικήματα του δεκασμού δημόσιου λειτουργού, της δωροληψίας από οικείους δημόσιους αξιωματούχους, της απόσπασης από δημόσιο λειτουργό, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της κατάχρησης εξουσίας. Τα γεγονότα της υπόθεσης περιέχονται αναλυτικά στην απόφαση μας. Συνοπτικά, για σκοπούς επιβολής ποινής, αυτά έχουν ως ακολούθως: 1) Ο Κατηγορούμενος είναι γιατρός με ειδικότητα την ωτορινολαρυγγολογία και κατά τη σύλληψη του εργαζόταν ως γιατρός στην Ωτορινολαρυγγολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Προσλήφθηκε ως έκτακτος Ιατρικός Λειτουργός στις 17.6.96 στο Γ.Ν. Λεμεσού. Στις 3.1.00 μετατέθηκε στο Γ.Ν. Λάρνακας, στις 22.6.05 μετατέθηκε ξανά στο Γ.Ν. Λεμεσού και στις 24.9.07 μετατέθηκε πάλι στο Γ.Ν. Λάρνακας. Στις 15.10.08 διορίστηκε ως μόνιμος Ιατρικός Λειτουργός Α΄ Τάξης και στις 10.5.10 μετατέθηκε στο Γ.Ν. Λευκωσίας. 2) Ανάμεσα στα καθήκοντα του Κατηγορουμένου ήταν η εξέταση ασθενών οι οποίοι αντιμετώπιζαν ακουολογικά προβλήματα και έχρηζαν τοποθέτησης ακουστικών. Το καθήκον του περιορίζετο στη διάγνωση του ακουολογικού προβλήματος και στη σύσταση προς τον ασθενή ότι αυτός χρειάζετο ακουστικά. Ακολούθως ο εκάστοτε ασθενής είχε το δικαίωμα να επιλέξει αν θα τοποθετούσε ακουστικά και σε ποιο ακουολογικό κέντρο θα απευθύνετο. 3) Στα πλαίσια των καθηκόντων του Κατηγορουμένου ήταν επίσης και η υπογραφή αιτήσεων συνταξιούχων ασθενών για κρατική επιχορήγηση. Η διαδικασία ήταν όπως οι ασθενείς επισκέπτοντο πρώτα ακουολογικό κέντρο της επιλογής τους και μετά από εξέταση, αν κρίνετο πως έχρηζαν ακουστικών, αυτοί τα αγόραζαν από εκεί. Ακολούθως πήγαιναν στο Νοσοκομείο όπου ο κυβερνητικός γιατρός τους εξέταζε και έβλεπε το ακουογράφημα και αφού διαπίστωνε ότι όντως υπήρχε πρόβλημα βαρηκοΐας και ότι ο ασθενής χρειαζόταν ακουστικά, υπέγραφε τη σχετική σύσταση και ο ασθενής δικαιούτο να αποταθεί στο Υπουργείο Υγείας για να λάβει τη χορηγία που του αναλογούσε. Τέτοιες αιτήσεις ασθενών οι οποίες υπογράφονταν από κυβερνητικό γιατρό ακολούθως διαβιβάζονταν μαζί με τα απαραίτητα συνημμένα έγγραφα στο Τμήμα Ιατρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας το οποίο, κατόπιν ελέγχου και έγκρισης της κάθε αίτησης, έδιδε εντολή στο προσωπικό του Λογιστηρίου για καταβολή της χορηγίας την οποία ο κάθε ασθενής δικαιούτο. 4) Ο Ζήνων Ευθυμιάδης, Μ.Κ.4, το 1950 δημιούργησε το ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης στη Λευκωσία. Το κέντρο εμπορεύεται και τοποθετεί ακουστικά βαρηκοΐας και κοχλιακά εμφυτεύματα. Το 2015 ο Μ.Κ.4 μεταβίβασε τις μετοχές του στα παιδιά του και έκτοτε διευθυντές της εταιρείας είναι η Ευθυμία Ευθυμιάδου, Μ.Κ.1 επί του κατηγορητηρίου, και ο Μιχάλης Ευθυμιάδης, Μ.Κ.

  1. 5) Η γνωριμία και η πρώτη επαφή μεταξύ του Μ.Κ.4 και του Κατηγορουμένου έγινε το 2005 στη Λεμεσό σε γεύμα το οποίο διευθέτησε ένα κοινός τους γνωστός, γιατρός ακουολόγος, στο οποίο παρούσα ήταν και η Γιαννούλα Μαρκίδου, Μ.Κ.6, Υπεύθυνη του Λογιστηρίου του κέντρου Ευθυμιάδης. Εκεί ο Μ.Κ.4 έκανε πρόταση στον Κατηγορούμενο για συνεργασία, δηλαδή να παραπέμπει στο κέντρο τους ασθενείς οι οποίοι έχρηζαν ακουστικών βαρηκοΐας έναντι αμοιβής σε ποσοστό 15%. Ο Κατηγορούμενος συμφώνησε και ενόσω εργάζετο στη Λεμεσό, παρέπεμψε ένα-δυο ασθενείς και έλαβε ταχυδρομικώς επιταγή από το ακουολογικό κέντρο. 6) Το 2010, όταν ο Κατηγορούμενος μετατέθηκε στη Λευκωσία, η Μ.Κ.6 τον κάλεσε στο κέντρο όπου εκεί με απόφαση του Μ.Κ.4, έγινε πρόταση στον Κατηγορούμενο για συνεργασία με τους ακόλουθους όρους, ήτοι για κάθε υπογραφή αίτησης για κρατική χορηγία για την αγορά ακουστικών βαρηκοΐας για συνταξιούχους πελάτες, ο Κατηγορούμενος θα λάμβανε ποσό €85 αν επρόκειτο για παλαιό πελάτη του κέντρου ενώ για ένα νέο τέτοιο πελάτη θα λάμβανε €90, για κάθε πελάτη που ο Κατηγορούμενος θα έστελνε στο κέντρο για τοποθέτηση ακουστικών θα λάμβανε ποσό €100 και για κάθε παραπομπή ωρομίσθιου υπαλλήλου της κυβέρνησης, δυνάμει σύμβασης την οποία το κέντρο είχε με την κυβέρνηση μέχρι το 2013, για την αγορά ακουστικού βαρηκοΐας ο Κατηγορούμενος θα λάμβανε ως προμήθεια ποσό €90 αν επρόκειτο για νέο πελάτη και €85 για παλαιό πελάτη. Ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε αυτή την πρόταση. 7) Η συμφωνία προέβλεπε επίσης πως αναφορικά με συνταξιούχους οι οποίοι δικαιούντο κρατική χορηγία και επισκέπτοντο το κέντρο για αγορά ακουστικών, το κέντρο τους εξυπηρετούσε αναλαμβάνοντας το ίδιο τη διαδικασία υποβολής της αίτησης για τη λήψη της χορηγίας. Ειδικότερα, η Μ.Κ.6 συμπλήρωνε τις αιτήσεις, τις έδινε στον Κατηγορούμενο με τα ονόματα των ασθενών, αυτός τις υπέγραφε χωρίς καν να τους δει, παρακάμπτοντας την προβλεπόμενη διαδικασία, ήτοι την εξέταση των ασθενών στο Νοσοκομείο, και έδινε τις αιτήσεις στη Μ.Κ.6 η οποία με τη σειρά της τις παρέδιδε στο Υπουργείο Υγείας όπου ελέγχονταν και εγκρίνονταν για να γίνει η πληρωμή της χορηγίας στον δικαιούχο. 8) Στα πλαίσια της μεταξύ τους ως άνω συμφωνίας ο Κατηγορούμενος υπέγραψε συνολικά 165 τέτοιες αιτήσεις, καθώς επίσης παρέπεμψε ειδικά στο κέντρο και 24 συνολικά ασθενείς, συμπεριλαμβανομένων και ωρομίσθιων κυβερνητικών και εκ γενετής βαρήκοων υπογράφοντας τις αιτήσεις των τελευταίων. Η υπογραφή αιτήσεων εκ γενετής βαρήκοων δεν ενέπιπτε εντός των αρμοδιοτήτων του Κατηγορουμένου, πλην όμως το έπραξε στις συγκεκριμένες περιπτώσεις λόγω απουσίας του αρμόδιου γιατρού. 9) Η υλοποίηση της ως άνω συμφωνίας μεταξύ του Κατηγορουμένου και του ακουολογικού κέντρου Ευθυμιάδης αφορούσε συνολικά 189 ασθενείς και ξεκίνησε με τον πρώτο ασθενή την 1.6.10 και διήρκησε μέχρι και τις 23.7.
  2. Στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας ο Κατηγορούμενος έλαβε από το κέντρο Ευθυμιάδης συνολικά 25 επιταγές με ημερομηνίες έκδοσης από 28.12.10 μέχρι και 5.9.13 για το συνολικό ποσό των €16.330, τις οποίες (επιταγές) εξαργύρωσε και εισέπραξε το εν λόγω ποσό. 10) Η πληρωμή της συμφωνηθείσας αμοιβής στον Κατηγορούμενο γινόταν με διάφορους τρόπους. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος πήγαινε στο ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης και παρέδιδε στη Μ.Κ.6 τις υπογεγραμμένες αιτήσεις για τους συνταξιούχους και είτε εκεί η Μ.Κ.6 του παρέδιδε προσωπικά την επιταγή με το αντίστοιχο χρηματικό ποσό, είτε του την παρέδιδε προσωπικά στο σπίτι του επειδή διέμενε εκεί κοντά είτε την έστελνε ταχυδρομικώς. Όλες οι πληρωμές στον Κατηγορούμενο έγιναν με επιταγές οι οποίες συμπληρώνονταν από τη Μ.Κ.6 και υπογράφοντο από τον Μ.Κ.4 και δίδοντο ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Η κάθε επιταγή συνοδεύετο από κατάσταση με τα ονόματα των ασθενών που αφορούσε για το αντίστοιχο ποσό. 11) Η συμφωνία τερματίστηκε όταν ο Κατηγορούμενος σταμάτησε να παραπέμπει ασθενείς στο ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης. 12) Η αποκάλυψη αυτής της συμφωνίας έγινε στις 6.5.16 κατόπιν απόφασης των παιδιών του Μ.Κ.4, Ευθυμίας Ευθυμιάδου και Μιχάλη Ευθυμιάδη, Μ.Κ.5, να προβούν σε καταγγελία στην Αστυνομία. Την ίδια μέρα έδωσαν καταθέσεις η Ευθυμία Ευθυμιάδου και ο Μ.Κ.4, με κύριο στόχο άλλο γιατρό και με παρεμφερή αναφορά στον Κατηγορούμενο και σε τρίτο γιατρό. 13) Αυθημερόν εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης δυνάμει του οποίου ο Κατηγορούμενος συνελήφθη. Στην ανακριτική του κατάθεση της ίδιας ημερομηνίας ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι έλαβε μόνο 3-4 επιταγές ως δώρο από το κέντρο Ευθυμιάδης εις ένδειξη της εκτίμησης και ικανοποίησης τους για τη συνεργασία τους. Ακολούθησαν καταθέσεις από τον Μ.Κ.5 και τη Μ.Κ.6, δεύτερη κατάθεση από τον Μ.Κ.4 και δεύτερη ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο συνήγορος του Κατηγορουμένου απέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός της μη δίωξης των ηθικών αυτουργών της παρούσας υπόθεσης, όπως χαρακτήρισε τον Ζήνωνα Ευθυμιάδη και τη Γιαννούλα Μαρκίδου, καλώντας το Δικαστήριο να επιβάλει τέτοια ποινή η οποία να αντανακλά την αρχή της ίσης μεταχείρισης αδικοπραγούντων. Ο συνήγορος εξέφρασε τη θέση πως ο Κατηγορούμενος αποκάλυψε εξαρχής τα γεγονότα και αναγνώρισε το (ηθικό) λάθος του και πως η ακρόαση της υπόθεσης ήταν ο μόνος τρόπος για να διαφανεί η ακριβής διάσταση των γεγονότων. Επισήμανε τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων και το γεγονός πως η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου δεν επιβάρυνε με οποιονδήποτε τρόπο το δημόσιο. Ανέφερε επίσης πως ο Κατηγορούμενος έχει πλέον στιγματιστεί, πως οι συνέπειες στην επαγγελματική του σταδιοδρομία αναμένεται να είναι καταλυτικές ενώ και η κατάσταση της υγείας της συζύγου του Κατηγορουμένου έχει επιβαρυνθεί λόγω της υπόθεσης και της καταδίκης του. Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, οι πρώτες 100 κατηγορίες αφορούν τις 25 περιπτώσεις κατά τις οποίες ο Κατηγορούμενος έλαβε τις επιταγές για τα αντίστοιχα ποσά αναφορικά με την έγκριση των αιτήσεων των συνταξιούχων ασθενών με σκοπό τη λήψη κρατικής χορηγίας και οι οποίες χωρίζονται σε ομάδες ανά τέσσερις κατηγορίες, ήτοι για τα αδικήματα του δεκασμού δημόσιου λειτουργού, της δωροληψίας από οικείους δημόσιους αξιωματούχους, της απόσπασης από δημόσιο λειτουργό και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες για καθεμιά αυτών των περιπτώσεων. Τα εν λόγω αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ 28.12.10 και 5.9.
  3. Οι υπόλοιπες 12 κατηγορίες αφορούν τις περιπτώσεις στις οποίες ο Κατηγορούμενος παρέπεμψε ασθενείς στο ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης και αφορούν το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας. Αυτό διαπράχθηκε μεταξύ 10.3.11 και 1.6.
  4. Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή, όπως λέχθηκε στις υποθέσεις Λεβέντης v. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Γενικός Εισαγγελέας v. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166 και Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημ. 25.11.
  1. Για το αδίκημα του δεκασμού δημόσιου λειτουργού το άρθρο 100 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προνοούσε αρχικά ως μέγιστη ποινή φυλάκιση τριών ετών και χρηματική ποινή, η οποία αυξήθηκε σε φυλάκιση πέντε ετών και χρηματική ποινή Λ.Κ.10.000 με τον τροποποιητικό Ν.38(Ι)/99 και ακολούθως σε φυλάκιση επτά ετών και χρηματική ποινή €100.000 με τον τροποποιητικό Ν.95(Ι)/12ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσης του, ήτοι τις 6.7.
  2. Η σταδιακή αύξηση της ποινής καταδεικνύει σαφώς τη διαχρονικά αυξητική τάση διάπραξης αυτού του αδικήματος με αποτέλεσμα τη διαπίστωση της ανάγκης αυστηρότερης αντιμετώπισης και συνακόλουθα και την ανάγκη πιο αποτελεσματικής πάταξης του φαινομένου της διαφθοράς δημόσιων λειτουργών. Στην προκειμένη περίπτωση οι συναφείς κατηγορίες για το αδίκημα του δεκασμού μέχρι και την κατηγορία 69, κατά την οποία η ημερομηνία έκδοσης της επιταγής ήταν 5.7.12, εμπίπτουν εντός της εφαρμογής του Ν.38(Ι)/99, με μέγιστη την ποινή φυλάκισης των πέντε ετών και τη χρηματική των Λ.Κ.10.000 ενώ οι υπόλοιπες συναφείς κατηγορίες από την κατηγορία 73 μέχρι και την 97 εμπίπτουν εντός της εμβέλειας του Ν.95(Ι)/12, για τις οποίες προβλέπεται ως μέγιστη η ποινή φυλάκισης των επτά ετών και η χρηματική ποινή των €100.
  3. Για το αδίκημα της δωροληψίας από οικείους δημόσιους αξιωματούχους το άρθρο 4 του περί της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ποινικοποίηση της Διαφθοράς (Κυρωτικού) Ν.23(ΙΙΙ)/00 προβλέπει ποινή φυλάκισης επτά ετών ή χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.10.000 ή και τις δύο αυτές ποινές. Το άρθρο 101 του Κεφ. 154 προβλέπει πως το αδίκημα της απόσπασης από δημόσιο λειτουργό τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τριών ετών και χρηματική ποινή. Η αυστηρότερη ποινή γι΄ αυτή την ομάδα κατηγοριών προβλέπεται από το άρθρο 4
(1)του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Ν.188(Ι)/07 για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες το οποίο τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 14 ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι €500.000 ή και τις δύο αυτές ποινές. Σύμφωνα με το άρθρο 105 του Κεφ. 154, το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας, όταν ο υπαίτιος απέβλεπε σε κέρδος, όπως συνέβη στην παρούσα υπόθεση, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τριών ετών. Τα αδικήματα του δεκασμού δημόσιου λειτουργού, απόσπασης από δημόσιο λειτουργό και κατάχρησης εξουσίας περιλαμβάνονται στο Μέρος ΙΙΙ του Κεφ. 154, κάτω από τον τίτλο «Αδικήματα εναντίον της άσκησης νόμιμης εξουσίας» και «Δεκασμός και Κατάχρηση Εξουσίας». Το δε αδίκημα του δεκασμού είναι το σοβαρότερο στην ενότητα τέτοιας φύσης αδικημάτων στον Ποινικό Κώδικα. Βεβαίως το φαινόμενο της διαφθοράς δεν παρατηρείται μόνο στη χώρα μας αλλά έχει προσλάβει ευρύτερες διαστάσεις οι οποίες οδήγησαν στη λήψη μέτρων από την Ευρώπη με τη σύναψη της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ποινικοποίηση της Διαφθοράς στις 27.1.99 η οποία κυρώθηκε ως μέρος του ημεδαπού νομοθετικού πλαισίου με τον Ν.23(ΙΙΙ)/00. Αυτός ο Νόμος προβλέπει την αυστηρότερη ποινή φυλάκισης των επτά ετών από την έναρξη ισχύος του στην Κύπρο, ακριβώς για να αντανακλά αυτή την κοινή και απολύτως αναγκαία προσπάθεια πάταξης της διαφθοράς στον δημόσιο τομέα και διασφάλιση της λειτουργίας αυτού πάνω σε έντιμες και αξιοκρατικές αρχές και αξίες. Αναμφίβολα το κυρίαρχο στοιχείο στην προκειμένη περίπτωση είναι η ιδιότητα του Κατηγορουμένου ως δημόσιου λειτουργού η οποία υπό κανονικές περιστάσεις παραπέμπει σε πλήρη ανεξαρτησία, ακεραιότητα χαρακτήρα και εντιμότητα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Είχαμε την ευκαιρία να τονίσουμε πρόσφατα και επαναλαμβάνουμε στην παρούσα, πως ο δημόσιος λειτουργός ως εκ της ιδιότητας του αναμένεται να ασκεί τα καθήκοντα του εντελώς ανεπηρέαστα, χωρίς πειρασμούς και κυρίως χωρίς την αναμονή ή απόκτηση οποιουδήποτε οφέλους και εύνοιας. Τέτοια συμπεριφορά εκφεύγει της ιδιότητας του δημόσιου λειτουργού, υποσκάπτει και πλήττει γενικά τις αξίες του κράτους δικαίου το οποίο πρέπει να υπάρχει σε κάθε πολιτισμένη και αναπτυγμένη δημοκρατική κοινωνία. Η όποια μορφή διαφθοράς, δεκασμού και κατάχρησης εξουσίας προκαλεί μια αίσθηση κατάρρευσης των θεσμών και κυρίως δημιουργεί ανασφάλεια, απογοήτευση και έλλειψη εμπιστοσύνης και σεβασμού στους πολίτες έναντι της δημόσιας υπηρεσίας και γενικά του κρατικού μηχανισμού. Η ανασκόπηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου για τέτοιας φύσης αδικήματα αντικατοπτρίζει και επιβεβαιώνει ακριβώς την ολοένα και εντεινόμενη αυξητική τάση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων και την επιβολή αυστηρότερων ποινών με το στοιχείο της αποτροπής να έχει τον σημαίνοντα ρόλο του κατά την επιβολή ποινής. Όπως έχει σχετικά πρόσφατα λεχθεί στην υπόθεση Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) «το καρκίνωμα της διαφθοράς προσώπων που ασκούσαν δημόσια εξουσία δεν ήταν στα επίπεδα που είναι σήμερα, ούτε ταλάνιζε την Πολιτεία στο σοβαρό βαθμό που την ταλανίζει σήμερα». Στην υπόθεση Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271, όπου ο εφεσείων, κατόπιν ακρόασης, κρίθηκε ένοχος σε αδικήματα δεκασμού δημόσιου λειτουργού, απόσπασης από δημόσιο λειτουργό αμοιβής πέρα από τον κανονικό μισθό και διαφθοράς προσώπου, το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών οι οποίες επικυρώθηκαν κατ΄ έφεση. Συγκεκριμένα, ο εφεσείων, λειτουργός στο Τμήμα Μετανάστευσης, έλαβε οικονομικά ανταλλάγματα (Λ.Κ.1.000 και $3.000) για την επίσπευση εξέτασης αιτήσεων για άδειες εισόδου σε αλλοδαπές καλλιτέχνιδες. Ο εφεσείων ήταν 58 ετών, αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση. Το Εφετείο υιοθέτησε την παρατήρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως «. αδικήματα αυτής της φύσης πλήττουν την εύρυθμη λειτουργία της κρατικής μηχανής και το δημόσιο συμφέρον.». Σημειώνεται βεβαίως πως τότε η μέγιστη ποινή ήταν φυλάκιση τριών ετών. Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, η οποία αφορούσε δεκασμό δημοσίου λειτουργού, διαφθορά, κατάχρηση εξουσίας, συνωμοσία προς καταδολίευση, έκδοση ψευδών πιστοποιητικών και συγκάλυψη παράνομων εσόδων. από τον εφεσείοντα, τότε Πρόεδρο Κοινοτικού Συμβουλίου, επιβλήθηκαν, κατόπιν ακρόασης, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης μεταξύ 15 μηνών και 3 ετών. Οι ποινές των 3 ετών επιβλήθηκαν για τα αδικήματα του δεκασμού και της συγκάλυψης εσόδων. Ο εφεσείων είχε επωφεληθεί το ποσό των Λ.Κ.130.000 για το οποίο εκδόθηκε διάταγμα δήμευσης, ήταν 60 ετών και λευκού ποινικού μητρώου. Στη Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) ο εφεσείων, 58 ετών, παραδέχθηκε ότι ως Γενικός Διευθυντής του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Πάφου (Σ.Α.ΠΑ.) είχε αποκομίσει από δεκασμούς περί τις €600.000, εκ των οποίων νομιμοποίησε €498.000. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές 3 ετών για επτά αδικήματα δεκασμού (ενώ στο όγδοο επιβλήθηκαν 2 έτη) και 6 ετών στο αδίκημα νομιμοποίησης. Ο εφεσείων αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, ήταν διαζευγμένος και πατέρας δύο ανήλικων παιδιών, ηλικίας 15 και 16 ετών, των οποίων είχε την ευθύνη για τη σχολική τους φοίτηση και τη φροντίδα. Ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Χριστοδούλου επισήμανε πως «. είναι . πρόδηλο ότι σε αδικήματα τέτοιας φύσεως, με εμπλεκόμενα δημόσια πρόσωπα, η ποινή που πρέπει να επιβάλλεται θα πρέπει να είναι αυστηρή και να ενέχει έντονα το στοιχείο της αποτροπής. Όπου δε εντοπίζεται τέτοια ανάγκη ναι μεν οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη, αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής καθότι προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου». Σχετικά με τις προαναφερόμενες υποθέσεις οι οποίες δύνανται να αποτελέσουν καθοδήγηση, λαμβάνουμε επίσης υπόψιν τη νομολογιακή αρχή πως προηγούμενες αποφάσεις είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, όμως δεν αποτελούν ένα σταθερό δείκτη καθορισμού ποινής καθότι η ποινή σε κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της και του παραβάτη. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ.
  1. Η όλη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου λόγω ακριβώς της ιδιότητας του ως δημόσιου λειτουργού, είναι σοβαρή και καταδικαστέα. Χωρίς να μας διαφεύγει πως η πρόταση για συνεργασία και συμφωνία προήλθε από τον Μ.Κ.4, θεωρούμε πως ο Κατηγορούμενος όφειλε και είχε κάθε δυνατότητα και ευχέρεια, να την απέρριπτε και να παρέμενε πιστός στην εκτέλεση των καθηκόντων του με τον δέοντα τρόπο και χωρίς οποιοδήποτε άλλο αντάλλαγμα πέραν του κανονικού μισθού του. Δεν προέκυψε να υπήρχε οτιδήποτε που να εμπόδιζε τον Κατηγορούμενο να αρνείτο την πρόταση του Μ.Κ.
  2. Επομένως και ο δικός του ρόλος στην άμεση και καθόλα οικειοθελή θετική ανταπόκριση και αποδοχή του είναι εξίσου σημαντικός. Παρέλκει να τονίσουμε το αυτονόητο πως η άρνηση από δημόσιους λειτουργούς τέτοιου είδους προτάσεων από ιδιώτες θα οδηγούσε στο επιθυμητό αποτέλεσμα της πάταξης αυτού του φαινομένου της διαφθοράς και στην εμπέδωση της άποψης πως οι δημόσιοι λειτουργοί δεν υποκύπτουν ούτε και δελεάζονται από οικονομικά κίνητρα κατά την εκτέλεση του καθήκοντος τους. Ο Κατηγορούμενος ενέδωσε στην πρόταση με μοναδικό σκοπό την αποκόμιση οφέλους, υπό τη μορφή οικονομικού κέρδους, επιδεικνύοντας έτσι ανέντιμη συμπεριφορά έναντι στην ιδιότητα του και γενικότερα στην κοινωνία και στους συνανθρώπους του. Η εκτέλεση της συμφωνίας προνοούσε παράκαμψη της δέουσας εκτέλεσης των καθηκόντων του και ταυτόχρονα την παροχή εύνοιας σε συγκεκριμένο ακουολογικό κέντρο, το οποίο σαφώς επωφελείτο οικονομικά από την εν λόγω συμφωνία, ενώ ταυτόχρονα επέφερε βλάβη (στη φήμη) και ενδεχομένως οικονομική ζημιά στα υπόλοιπα ακουολογικά κέντρα τα οποία τίθεντο εκτός επιλογής και ανταγωνισμού δεδομένου ότι ο κυβερνητικός γιατρός αφενός, κατά παράβαση και εκτός των καθηκόντων του, παρέπεμπε ασθενείς σε συγκεκριμένο κέντρο και αφετέρου, κατά παράκαμψη της προβλεπόμενης διαδικασίας, υπέγραφε τις αιτήσεις συνταξιούχων ασθενών οι οποίοι επισκέπτοντο το κέντρο Ευθυμιάδης το οποίο ομολογουμένως προσέφερε μια άκρως βοηθητική εξυπηρέτηση σε αυτούς για σκοπούς υποβολής της αίτησης τους για λήψη κρατικής χορηγίας. Είναι γεγονός πως με την αξιόποινη συμπεριφορά του ο Κατηγορούμενος δεν επέφερε οικονομική ζημιά στο δημόσιο, πλην όμως προκάλεσε βλάβη στα δικαιώματα άλλων ακουολογικών κέντρων και στο κοινό, όπως επεξηγείται αναλυτικά ανωτέρω. Επίσης ο Κατηγορούμενος δεν απαιτούσε μεν την καταβολή χρημάτων στον ίδιο, σε αντίθεση με άλλο γιατρό (σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε στα πλαίσια της ακρόασης), όμως ανέμενε χρήματα και παραλάμβανε αυτά υπό τύπον «αμοιβής» τα οποία του δίδοντο ανελλιπώς σε τακτά χρονικά διαστήματα. Παρόλο που ο Κατηγορούμενος δεν κατείχε οποιαδήποτε διευθυντική θέση, εντούτοις θεωρούμε πως η ιδιότητα του αφ΄ εαυτής προσδίδει σοβαρότητα σε τέτοιας φύσης αδικήματα. Δεχόμαστε πως ο διευθυντής διαθέτει επιπρόσθετες εξουσίες και αποτελεί πρότυπο στους κατωτέρους του, όμως θεωρούμε πως και ο Κατηγορούμενος, ως γιατρός για πολλά χρόνια, είχε άλλους νεαρότερους γιατρούς και δημόσιους λειτουργούς να εργάζονται κοντά του, όπως π.χ. ο Μ.Υ.4 και η Μ.Υ.5, και αναπόφευκτα και αυτός με τη σειρά του αποτελούσε παράδειγμα προς μίμηση στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του τα οποία όφειλε να εκτελεί με άμεμπτο τρόπο. Όσον αφορά τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, λαμβάνουμε ακόμα υπόψιν πως η υλοποίηση της συμφωνίας διήρκεσε σε βάθος χρόνου, ήτοι συνολικά τρία έτη, με την παραπομπή του πρώτου ασθενούς τον Ιούνιο του 2010 και του τελευταίου τον Ιούλιο του
  3. Λαμβάνουμε επίσης υπόψιν πως η συμφωνία τερματίστηκε με τη διακοπή από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο της συνεργασίας μεταξύ του και του ακουολογικού κέντρου Ευθυμιάδης. Συνεκτιμούμε ακόμα το γεγονός πως στα πλαίσια υλοποίησης της συμφωνίας, αυτή αφορούσε ένα σχετικά μεγάλο αριθμό ασθενών, ήτοι συνολικά 189, και πως ο Κατηγορούμενος έλαβε συνολικά το ποσό των €16.330, το οποίο αναμφίβολα συνιστά επιπλέον εισόδημα (από τον νόμιμο μισθό) με τη χρήση και εκμετάλλευση θέσης στη δημόσια υπηρεσία, καθώς και μέσων που παρέχει το κράτος. Παρά τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν στην παρούσα υπόθεση, για τα οποία διαπιστώνεται η ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, είναι καλά καθιερωμένη η νομική αρχή πως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση δεν ατονεί, νοουμένου ότι η εξατομίκευση δεν οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 245, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Μαληκκίδη v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), η οποία μάλιστα αφορά παρόμοιας φύσης αδικήματα. Στα πλαίσια αυτά ο συνήγορος του Κατηγορουμένου τόνισε επανειλημμένα πως η συμπεριφορά του ιδίου του Κατηγορουμένου οδήγησε στην αποκάλυψη της πραγματικής εικόνας των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση εκφράζοντας εξαρχής την αναγνώριση του λάθους του και τη μεταμέλεια του. Δεν θεωρούμε πως αυτή η θέση βρίσκει έρεισμα στα όσα τέθηκαν ενώπιον μας στα πλαίσια της ακρόασης της υπόθεσης και ειδικότερα στα ευρήματα μας. Η παρούσα υπόθεση σαφώς ήρθε στην επιφάνεια κατόπιν καταγγελίας της Ευθυμίας Ευθυμιάδη και του Μ.Κ.4, μέσω των θεληματικών καταθέσεων τους στις 6.5.16, η οποία (καταγγελία) αφορούσε τον δεκασμό τριών γιατρών συμπεριλαμβανομένου του Κατηγορουμένου, χωρίς βεβαίως σε εκείνο το στάδιο να γίνει λεπτομερής αναφορά ή να δοθούν λεπτομερή στοιχεία για τη συμφωνία μεταξύ των μερών, τις συνθήκες εκτέλεσης της και το συνολικό ποσό σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Είναι γεγονός πως αργότερα την ίδια μέρα ακολούθησε η λήψη της πρώτης ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορουμένου, στην οποία αυτός ουδόλως προέβη σε πλήρη αποκάλυψη της υπό εξέταση κατάστασης. Αντιθέτως, αυτός ανέφερε ότι έλαβε μόνο 3-4 επιταγές ταχυδρομικώς κατόπιν μονομερούς πρωτοβουλίας του ακουολογικού κέντρου Ευθυμιάδης ως δώρο για τη συνεργασία τους, προβάλλοντας τους δικούς του ισχυρισμούς. Ακολούθησαν καταθέσεις του Μ.Κ.5, της Μ.Κ.6 και ξανά του Μ.Κ.4. Η Μ.Κ.6, στη δική της κατάθεση ημ. 9.5.16, έδωσε πλήρη και λεπτομερή εικόνα όλων των επιταγών και ποσών τα οποία δόθηκαν στον Κατηγορούμενο. Μετά από αυτές τις καταθέσεις, λήφθηκε δεύτερη ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, στον οποίο τέθηκε η ύπαρξη μαρτυρίας πως αυτός έλαβε συνολικά 25 επιταγές οι οποίες του δίδοντο και προσωπικά, για το συνολικό ποσό των €16.330, θέσεις τις οποίες αρνήθηκε. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, αδυνατούμε παντελώς να δεχθούμε πως ο Κατηγορούμενος συνέβαλε στην αποκάλυψη των πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Επισημαίνουμε επίσης πως αυτός μέχρι τέλους της ακρόασης αρνείτο τη σύναψη οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ του και του κέντρου Ευθυμιάδης και πως η ένορκη του μαρτυρία δεν κρίθηκε αξιόπιστη και δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο. Παρόλο που είναι αναφαίρετο δικαίωμα ενός κατηγορουμένου να μην παραδέχεται ενοχή, στάση η οποία δεν εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικός παράγοντας, εντούτοις θεωρούμε πως υπό τις ανωτέρω περιστάσεις ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνέβαλε στην αποκάλυψη της υπόθεσης και εν πάση περιπτώσει να τύχει του ευεργετήματος της έκπτωσης της ποινής όπως θα αναμένετο σε περίπτωση εξαρχής παραδοχής (βλ. υπόθεση Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Λαμβάνουμε επίσης υπόψιν το γεγονός πως σε επιστολή του συνηγόρου του ημ. 6.4.17, προς το ακουολογικό κέντρο Ευθυμιάδης, επισυνάπτετο επιταγή του Κατηγορουμένου για την επιστροφή του συνολικού ποσού το οποίο αυτός έλαβε από το κέντρο, πλην όμως η επιστολή και η επιταγή παραδόθηκαν από τον Μ.Κ.4 στην Αστυνομία. Σύμφωνα με δήλωση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, αυτό το θέμα είναι υπό διερεύνηση και έτσι, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής στην παρούσα, αρκούμαστε να αναφέρουμε ότι υπήρξε προσπάθεια επιστροφής του ποσού και πιστώνουμε τον Κατηγορούμενο με πρόθεση τέτοιας επιστροφής. Συνεκτιμούμε επίσης το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος είναι 60 ετών και με λευκό ποινικό μητρώο καθώς επίσης, όπως διεφάνη στην ακρόαση, πως αυτός ήταν ένας ικανός γιατρός στον τομέα του με πολύτιμη προσφορά, κυρίως σε παιδιά που είχαν ακουολογικά προβλήματα, και έχαιρε εκτίμησης ανάμεσα στους συναδέλφους και στο προσωπικό του. Λαμβάνουμε ακόμα υπόψιν πως η παρούσα υπόθεση αναμένεται να έχει δυσμενείς και ίσως καταστρεπτικές συνέπειες στην επαγγελματική σταδιοδρομία του Κατηγορουμένου. Όμως όσον αφορά τις συνέπειες που ενδεχόμενη επιβολή ποινής φυλάκισης ενέχει στην επαγγελματική του σταδιοδρομία, παραπέμπουμε σε όλες τις προαναφερόμενες υποθέσεις που αφορούν σε αδικήματα δεκασμού από δημόσιο λειτουργό και κατάχρησης εξουσίας στις οποίες αυτό το ζήτημα δεν απέβη καθοριστικό ως προς την επιβολή άλλου είδους ποινής πλην της φυλάκισης ως της μόνης κατάλληλης ποινής με βάση τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Θεωρούμε πως το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Μαληκκίδη v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: «Τέλος, σ΄ ό,τι αφορά την εισήγηση ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής θα έπρεπε να συνεκτιμηθεί και το γεγονός ότι ο εφεσείων θα έχανε και τη δουλειά του, να τονίσουμε ότι οι συνέπειες στη σταδιοδρομία ενός δημόσιου λειτουργού που καταχράται τη θέση του θα ήταν αντιφατικό να προβάλλονται ως μετριαστικός παράγοντας τη στιγμή που ο ίδιος όχι μόνο δεν σεβάστηκε τη θέση που του εμπιστεύτηκε η Πολιτεία αλλά την εκμεταλλεύτηκε για να αποκομίσει με επιλήψιμο τρόπο προσωπικό όφελος σε βάρος του Δημοσίου. Σχετική επί του θέματος είναι η Σουτζιής ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 425.» Λαμβάνουμε υπόψιν και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος είναι 60 ετών, η σύζυγος του είναι 57 ετών, Παιδίατρος στο Μακάρειο Νοσοκομείο και έχουν δύο παιδιά, ένα γιο, 34 ετών, Λογιστή και άνεργο και μια κόρη, 24 ετών, έκτακτη υπάλληλο στα Ηνωμένα Έθνη της οποίας το συμβόλαιο αναμένεται να λήξει σύντομα. Ο Κατηγορούμενος πριν τη φυλάκιση του διέμενε σε ιδιόκτητο διαμέρισμα, έχει ιδιόκτητο όχημα και κάποιες αποταμιεύσεις. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Δαμασκό από Αρμένιους γονείς και είναι ο μικρότερος από τρία αδέλφια. Οι γονείς του εργάζονταν ως ράπτες και έχουν αποβιώσει. Τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια του διαμένουν στο εξωτερικό. Μετά την αποφοίτηση του από το Λύκειο, ο Κατηγορούμενος σπούδασε Γιατρός στην Αρμενία και στη συνέχεια ειδικεύτηκε ως Ωτορινολαρυγγολόγος. Εκεί γνώρισε τη σύζυγο του, παντρεύτηκαν το 1982 και μετά την απόκτηση του γιου τους το 1988 επέστρεψαν στην Κύπρο, τόπο καταγωγής της συζύγου του. Αρχικά ο Κατηγορούμενος εργάστηκε ως ιδιώτης γιατρός μέχρι τον διορισμό του στον δημόσιο τομέα. Η σύζυγος του διορίστηκε στο δημόσιο το
  1. Οι σχέσεις μεταξύ τους είναι πολύ καλές. Μετά την καταδίκη του Κατηγορουμένου, η κατάσταση της υγείας της συζύγου του έχει επιδεινωθεί. Αυτή πάσχει με την καρδιά της και τις τελευταίες τρεις βδομάδες είναι με άδεια ασθενείας. Ο συνήγορος αναφέρθηκε στις δυσμενείς επιπτώσεις στην κατάσταση της υγείας της συζύγου του Κατηγορουμένου, τις οποίες συνεκτιμούμε και θεωρούμε ως φυσιολογικό και αναμενόμενο συνεπακόλουθο της καταδίκης του συζύγου της και των συνεπειών αυτής. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τη φύση του προβλήματος της υγείας της συζύγου του, δεν μας έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό που να καταδεικνύει πως συντρέχει σοβαρός κίνδυνος για υποτροπή της κατάστασης της η οποία χρήζει κάποιας ειδικής μεταχείρισης ή αντιμετώπισης. Λαμβάνουμε επίσης υπόψιν πως η καταδίκη του Κατηγορουμένου δημοσιεύτηκε στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, γεγονός το οποίο, εκ των πραγμάτων βέβαια, έχει δυσμενή αντίκτυπο τόσο τον ίδιο όσο και γενικότερα στην οικογένεια του. Τέλος, θεωρούμε σκόπιμο να ασχοληθούμε με δύο ζητήματα τα οποία έθιξε ο συνήγορος Υπεράσπισης και τα οποία προκύπτουν μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης. Το πρώτο είναι ο χρόνος διάπραξης των αδικημάτων και το διάστημα που έχει παρέλθει από τότε μέχρι και το στάδιο επιβολής ποινής. Έχουμε ήδη σχολιάσει το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος σταμάτησε από μόνος αυτή τη συμπεριφορά περί τα μέσα του
  2. Αυτό όμως δεν αναιρεί ούτε διαγράφει και το τι έπραξε κατά τη διάρκεια των τριών ετών. Με άλλα λόγια η αποχή του από ένα σημείο και μετά δεν εξουδετερώνει τις προγενέστερες πράξεις του. Θεωρούμε πως η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου η οποία μάλιστα διήρκεσε τρία ολόκληρα έτη χρήζει αυστηρής αντιμετώπισης και ενέχει το στοιχείο της αποτροπής καθότι θα πρέπει να σταλεί το μήνυμα πως τέτοιου είδους συμπεριφορές και με μοναδικό όφελος την αποκόμιση κέρδους είναι ανεπίτρεπτες και δεν γίνονται ανεκτές σε καμιά περίπτωση. Διαφορετική αντιμετώπιση από το Δικαστήριο θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα προς τους ήδη αδικοπραγήσαντες αλλά και τους επίδοξους αδικοπραγούντες πως τέτοια συμπεριφορά, από τη στιγμή που έχει χρόνο λήξης, είναι επιτρεπτή και χρήζει ιδιαίτερης και επιεικούς μεταχείρισης, διαγράφοντας έτσι το στοιχείο της ανεντιμότητας που κυριαρχεί σε τέτοιες πράξεις. Βεβαίως, ο ρόλος του Δικαστηρίου εμπεριέχει πάντοτε και το στοιχείο της εξατομίκευσης της ποινής αλλά και της αναμόρφωσης του κάθε παραβάτη που βρίσκεται ενώπιον του, και σε αυτά τα πλαίσια λαμβάνουμε υπόψιν και συνεκτιμούμε όλους τους προαναφερόμενους παράγοντες, δίδοντας την ανάλογη βαρύτητα σε καθένα εξ αυτών όπως εξηγείται ανωτέρω. Οφείλουμε να σημειώσουμε πως η παρούσα υπόθεση ήρθε στην επιφάνεια τον Μάιο του 2016 με την καταγγελία από την οικογένεια Ευθυμιάδη λόγω της απόφασης και επιθυμίας των παιδιών, Ευθυμίας και Μιχάλη, ιδιοκτητών και μετόχων της εταιρείας από το 2015, να δώσουν τέλος στη διαφθορά στην οποία το κέντρο τους και δημόσιοι λειτουργοί ήταν αναμεμειγμένοι. Ενόψει της μεγάλης χρονικής διάρκειας εφαρμογής αυτής της συμφωνίας και με δεδομένο το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τη διακοπή αυτής μεταξύ του Κατηγορουμένου και του κέντρου, είναι καθόλα εύλογη η διαπίστωση πως αν η οικογένεια Ευθυμιάδη δεν αποφάσιζε να μιλήσει, πολύ πιθανότατα η παρούσα υπόθεση να μην έβγαινε στην επιφάνεια. Επίσης κρίνουμε πως από τη στιγμή της καταγγελίας, οι έρευνες της Αστυνομίας προχώρησαν χωρίς καθυστέρηση και ολοκληρώθηκαν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα με την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 6.7.16 ενώ και η όλη δικαστική διαδικασία μέχρι την έκδοση της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου διήρκεσε ένα έτος. Είναι καλά γνωστή η νομική αρχή πως αφετηρία για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης αποτελεί η καταγγελία με την οποία αποκαλύφθηκε η παρούσα υπόθεση. Στην υπόθεση M & M Loizou Ltd κ.ά. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 Α.Α.Δ. 717 υποδείχθηκε πως η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και τη δίκαιη δίκη. Ως εκ τούτου θεωρούμε πως η ποινική ευθύνη του Κατηγορουμένου διαπιστώνεται σε εύλογο χρόνο. Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις μας, γεγονός παραμένει πως η παρούσα υπόθεση ήρθε στην επιφάνεια κατά το 2016 και πως το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον Κατηγορούμενο τέσσερα έτη μετά τη διάπραξη του τελευταίου αδικήματος. Ο χρόνος που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι το στάδιο που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον Κατηγορούμενο, και ειδικότερα το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν διέπραξε έκτοτε άλλο αδίκημα αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψιν στο στάδιο επιβολής ποινής. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν οι υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71, Γενικός Εισαγγελέας v. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας κ.ά. v. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, και Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτη κ.ά. (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617. Στις εν λόγω υποθέσεις το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε πως έχει ως αρχή να μην επιβάλλει ποινή φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την επιβολή ποινής άλλης από φυλάκιση από το πρωτόδικο Δικαστήριο εκτός στις περιπτώσεις που το θεωρεί απόλυτα αναγκαίο. Εξ ου και στην Τέλλα (ανωτέρω) που αφορούσε το αδίκημα της εγκληματικής επέμβασης το Εφετείο έκρινε πως ο σκοπός του Νόμου ικανοποιείτο με απλή αύξηση του προστίμου και όχι την επιβολή ποινής φυλάκισης και στην Αβρααμίδη (ανωτέρω) που αφορούσε θανατηφόρο κατέληξε πως η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυτο λόγω της παρόδου πέντε ετών μετά τη διάπραξη του αδικήματος και της ριζικής αλλαγής των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου. Αντιθέτως στην Πότση (ανωτέρω) που και πάλι αφορούσε θανατηφόρο, το Εφετείο έλαβε υπόψιν την πάροδο τεσσάρων ετών από τη διάπραξη του αδικήματος, την καθυστέρηση ενός έτους στην καταχώριση της ποινικής υπόθεσης, τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου και κατέληξε πως η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των δύο μηνών ήταν μεν επιεικής αλλά την επικύρωσε. Η ίδια προσέγγιση υπήρξε και στην υπόθεση Πεγειώτη (Αρ. 2) (ανωτέρω) η οποία αφορούσε διατήρηση οίκου ανοχής. Το Εφετείο επισήμανε πως είχαν παρέλθει 40 μήνες από τη διάπραξη των αδικημάτων, όμως οι ποινές φυλάκισης των τριών και δύο μηνών που είχαν επιβληθεί χαρακτηρίστηκαν και πάλι ως επιεικείς αλλά επικυρώθηκαν. Όπως επισημάναμε και στην απόφαση μας, ο Μ.Κ.4 και η Μ.Κ.6 θεωρούνται συνεργοί στην παρούσα υπόθεση λόγω της ανάμειξης και του ρόλου τους στη σύναψη και υλοποίηση της επίδικης συμφωνίας. Είναι επίσης γεγονός πως παρόλο που οι θεληματικές τους καταθέσεις λήφθηκαν κατόπιν επίστησης λόγω ακριβώς της δικής τους ανάμειξης στα γεγονότα, εντούτοις αυτοί δεν έχουν διωχθεί για συναφή αδικήματα δεκασμού και δωροδοκίας δημόσιου λειτουργού. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.4, γίνονται έρευνες στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας Ευθυμιάδη αναφορικά με τις φορολογικές της υποχρεώσεις. Έχουμε ήδη αναφερθεί στον δικό τους ρόλο, ο οποίος όντως αποτέλεσε το έναυσμα και την έναρξη του μηχανισμού του χρηματισμού δημόσιου λειτουργού στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του, χωρίς βεβαίως να μειώνεται και ο ρόλος του Κατηγορουμένου με την αποδοχή, χωρίς δεύτερη σκέψη, συμμετοχής του σε αυτό τον μηχανισμό της διαφθοράς. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Παναγή v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 115, η αρχή της ίσης μεταχείρισης παραβατών δεν περιορίζεται μόνο στην τιμωρία συγκατηγορουμένων αλλά επεκτείνεται σε κάθε γεγονός που έχει σχέση με τη δίωξη τους. Η υπόθεση Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 141 περιέχει μια ιδιαίτερα διαφωτιστική ανάλυση του τεθέντος ζητήματος, με παραπομπή και σε σχετική παλαιότερη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο ακόλουθο απόσπασμα: «Στην Κάττου & Άλλος ν Αστυνομίας, επαναβεβαιώθηκε, με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών περιλαμβάνει και τη μεταχείρισή τους από τις διωκτικές αρχές. Το συγκεκριμένο θέμα αφορούσε την αντιμετώπιση από το Γενικό Εισαγγελέα ενός των συνεργών. Το σκεπτικό της απόφασης του Δικαστηρίου περιέχεται σε δύο αποφάσεις . Η προσέγγιση του θέματος και στις δύο αποφάσεις υπήρξε, κατ' ουσία, όμοια. Κατ' αρχήν, εξηγείται, η απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα να διακόψει την ποινική δίωξη δεν ελέγχεται. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αναθεώρηση της απόφασης του Γενικού Εισαγγελέα. Αυτό, δεν το απαλλάττει, όμως, από την αποτίμηση των συνεπειών της άσκησης αυτής της εξουσίας του Γενικού Εισαγγελέα στο δικό του έργο. Η τιμωρία των παραβατών αποτελεί αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης. Η αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών επιβάλλει τη συνεκτίμηση κάθε παράγοντα που άπτεται της τιμωρίας τους. Αποκλεισμός οποιουδήποτε σχετικού παράγοντα στην άσκηση των εξουσιών μας, θα περιόριζε τον ορίζοντα της Δικαιοσύνης σε περιθώρια ασυμβίβαστα με την αυτοτέλεια που απολαμβάνει - και που, εξ ορισμού, πρέπει να απολαμβάνει - στο πεδίο της λειτουργίας της και θα συνιστούσε αντινομία προς το καθήκον εξασφάλισης των δικαιωμάτων του ανθρώπου, που επιβάλλει το Άρθρο 35 του Συντάγματος. Όταν δύο εγκληματούν και ο ένας προσάγεται στο δικαστήριο ενώ ο άλλος όχι, η εφαρμογή του νόμου καθίσταται ανισομερής, ο νόμος τραυματίζεται και το κράτος δικαίου εξασθενεί. Η αδυναμία της Δικαιοσύνης να αντιδράσει σε τέτοιο ενδεχόμενο, θα ισοδυναμούσε με συγκατάνευση στην ανισοπολιτεία. . Στην απόφαση μας στην Κάττου & Άλλος ν Αστυνομίας είπαμε:-(σελ. 513) «Το γεγονός ότι δεν ελέγχεται δικαστικά η άσκηση των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα βάσει του Άρθρου 113.2 δεν απαλλάττει τις δικαστικές αρχές από την υποχρέωση για αποτελεσματική εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο Μέρος II του Συντάγματος, περιλαμβανομένης και της ισότητας που κατοχυρώνει το Άρθρο 28. Η μη δίωξη ή αναστολή της δίωξης ενός των συνεργών δεν αναιρεί το έγκλημα ούτε απαλλάσσει το δικαστήριο από την υποχρέωση επιβολής της πρέπουσας ποινής στους συνεργούς που καταδικάζονται. Επενεργεί όμως (η μη δίωξη) ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής, ώστε, με την απάμβλυνση της ανισοσκέλειας στη μεταχείριση των παραβατών, να μετριάζεται το αίσθημα αδικίας το οποίο αναπόφευκτα προκαλεί η άνιση μεταχείριση. Η ισότητα στη μεταχείριση έχει ως λόγο την προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης και την τιμωρία όλων που συνηγόρησαν στο έγκλημα. Εφόσον η δίωξη των παραβατών είναι εκτός του ελέγχου των δικαστικών αρχών, η παράλειψη δίωξης ενός από αυτούς λαμβάνεται υπόψη ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής των υπολοίπων προς απάμβλυνση του αισθήματος αδικίας που δημιουργεί η άνιση μεταχείριση και προστασία του κοινού περί δικαίου αισθήματος.» Στα πλαίσια της όλης διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης δεν έχει λεχθεί οτιδήποτε αναφορικά με το ζήτημα της μη δίωξης των συνεργών. Θεωρούμε πως με βάση τα δεδομένα ενώπιον μας και όπως διαφαίνεται σαφώς μέσα από την απόφαση μας, είναι καθόλα εύλογη η διαπίστωση μας πως οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.6, ως οι άμεσα εμπλεκόμενοι και μόνοι γνώστες της συνολικής και πλήρους εικόνας των γεγονότων, ήταν οι ουσιώδεις μάρτυρες για την Κατηγορούσα Αρχή στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Χωρίς τη μαρτυρία αυτών των δύο μαρτύρων, πιθανότατα η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής εναντίον του Κατηγορουμένου να παρέμενε ασαφής και με αρκετά κενά, και ως τέτοια μη ικανή να καταδείξει το όλα φάσμα των γεγονότων και συνακόλουθα να στοιχειοθετήσει στον απαιτούμενο βαθμό τις κατηγορίες εναντίον του Κατηγορουμένου. Παρά ταύτα, θεωρούμε ταυτόχρονα φυσιολογικό το αίσθημα αδικίας που αισθάνεται ο Κατηγορούμενος, εκπορευόμενο ακριβώς από αυτή την ανισότητα και διαφορετική μεταχείριση των παραβατών, καθότι οι συνεργοί δεν έχουν διωχθεί και δεν καλούνται να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των δικών τους πράξεων, σε αντιδιαστολή με τον ίδιο. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Δημητρίου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), αυτός ο παράγοντας δεν συνεπάγεται βεβαίως την εξίσωση, όμως αναμφίβολα αποτελεί σοβαρό μετριαστικό παράγοντα ο οποίος θα έχει τη σημασία του κατά την επιμέτρηση της ποινής και στην παρούσα περίπτωση. Καταληκτικά αναφέρουμε πως η σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν στην παρούσα υπόθεση λόγω ακριβώς της φύσης τους και η συνεχής έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων που αφορούν στη διαφθορά από δημόσιους λειτουργούς καθιστούν αναγκαία την επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Συνεκτιμώντας όλα τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, ειδικότερα αφενός τη σοβαρότητα των αδικημάτων και τις συνθήκες διάπραξης τους και αφετέρου όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες, καταλήγουμε πως η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Θεωρούμε πως η χρηματική ποινή, που ήταν η εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου ότι αποτελεί επαρκή και ικανοποιητική τιμωρία, δεν αρμόζει ούτε στη σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων ούτε στο στοιχείο της αποτροπής και στην αποδοκιμασία και πάταξη οποιασδήποτε μορφής αδικήματος που ενέχει το στοιχείο της ανεντιμότητας δημόσιου λειτουργού. Διευκρινίζουμε ότι οι ελαφρυντικοί παράγοντες που εκτίθενται ανωτέρω δεν είναι ικανοί να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής όμως, στον βαθμό που σχολιάζονται ανωτέρω, θα αντανακλούνται στην έκταση αυτής. Αναφορικά με τις πρώτες 100 κατηγορίες, κρίνουμε σκόπιμο όπως επιβάλουμε ποινές στις κατηγορίες για τα αδικήματα του δεκασμού και της δωροληψίας από οικείους δημόσιους αξιωματούχους τα οποία είναι και πιο σοβαρά ενώ δεν θα επιβάλουμε ποινές στις κατηγορίες για τα αδικήματα της απόσπασης από δημόσιο λειτουργό, καθότι τα γεγονότα αυτών εμπεριέχονται και είναι στενά συνυφασμένα με αυτά των κατηγοριών για δεκασμό και δωροληψία. Στις κατηγορίες του δεκασμού, οι ποινές θα επιβληθούν έχοντας επίσης υπόψιν και τη μέγιστη προβλεπόμενη ποινή, όπως αναφέρεται ανωτέρω. Κρίνουμε επίσης επιβεβλημένο να επιβάλουμε ποινές και στα αδικήματα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες λόγω της φύσης και σοβαρότητας αυτών. Θα επιβάλουμε επίσης ποινές στις κατηγορίες 101-112 για τα αδικήματα της κατάχρησης. Θεωρούμε επίσης ορθό όπως επιβάλουμε συντρέχουσες ποινές εφόσον όλες οι ενέργειες αποτελούν μέρος μιας ενιαίας και συνεχόμενης συμπεριφοράς. Ως εκ τούτου στον Κατηγορούμενο επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στις κατηγορίες για το αδίκημα του δεκασμού, ήτοι στις κατηγορίες 1, 5, 9, 13, 17, 21, 25, 29 και 33 ποινή φυλάκισης 15 μηνών σε καθεμιά εξ αυτών. Στην κατηγορία 37 ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στις κατηγορίες 41, 45, 49, 53, 57, 61 και 65 ποινή φυλάκισης 15 μηνών σε καθεμιά εξ αυτών. Στην κατηγορία 69 ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στις κατηγορίες 73, 77, 81, 85 και 89 ποινή φυλάκισης 24 μηνών σε καθεμιά εξ αυτών. Στις κατηγορίες 93 και 97 ποινή φυλάκισης 20 μηνών σε καθεμιά εξ αυτών. Στις κατηγορίες για το αδίκημα της δωροληψίας από οικείους δημόσιους αξιωματούχους, ήτοι στις κατηγορίες 2, 6, 10, 14, 18, 22, 26, 30 και 34 ποινή φυλάκισης 20 μηνών σε καθεμιά εξ αυτών. Στην κατηγορία 38 ποινή φυλάκισης 24 μηνών. Στις κατηγορίες 42, 46, 50, 54, 58, 62 και 66 ποινές φυλάκισης 20 μηνών σε καθεμιά εξ αυτών. Στις κατηγορίες 70, 74, 78, 82, 86 και 90 ποινή φυλάκισης 24 μηνών σε καθεμιά εξ αυτών. Στις κατηγορίες 94 και 98 ποινή φυλάκισης 20 μηνών σε καθεμιά εξ αυτών. Στις κατηγορίες για το αδίκημα της απόσπασης από δημόσιο λειτουργό, ήτοι στις κατηγορίες 3, 7, 11, 15, 19, 23, 27, 31, 35, 39, 43, 47, 51, 55, 59, 63, 67, 71, 75, 79, 83, 87, 91, 95 και 99, καμία ποινή βάσει των προαναφερθέντων. Στις κατηγορίες για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ήτοι τις κατηγορίες 4, 8, 12, 16, 20, 24, 28, 32 και 36 ποινή φυλάκισης 20 μηνών σε καθεμιά εξ αυτών. Στην κατηγορία 40 ποινή φυλάκισης 24 μηνών. Στις κατηγορίες 44, 48, 52, 56, 60, 64 και 68 ποινή φυλάκισης 20 μηνών σε καθεμιά εξ αυτών. Στις κατηγορίες 72, 76, 80, 84, 88 και 92 ποινή φυλάκισης 24 μηνών σε καθεμιά εξ αυτών. Στις κατηγορίες 96 και 100 ποινή φυλάκισης 20 μηνών σε καθεμιά εξ αυτών. Στις κατηγορίες της κατάχρησης εξουσίας, ήτοι στις κατηγορίες 101, 102 και 103 ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Στην κατηγορία 104 ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Στην κατηγορία 105 ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Στην κατηγορία 106 ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Στις κατηγορίες 107 και 108 ποινή φυλάκισης 18 μηνών σε καθεμιά εξ αυτών. Στις κατηγορίες 109 και 110 ποινή φυλάκισης 15 μηνών σε καθεμιά εξ αυτών. Στις κατηγορίες 111 και 112 ποινές φυλάκισης 18 μηνών σε καθεμιά εξ αυτών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Ενόψει του ύψους της επιβληθείσας ποινής επιβάλλεται η εξέταση του κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της άμεσης έκτισης της, ως ήταν και η εισήγηση της Υπεράσπισης. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72 με τον τροποποιητικό Ν.186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου.» Χρήσιμη καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου προσφέρουν οι υποθέσεις Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπ' όψιν το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην υπόθεση Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, λέχθηκε πως το βασικό ερώτημα ήταν κατά πόσο οι προσωπικές περιστάσεις ήταν τέτοιες που ισοζυγίζοντας τις θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει και όπως έχει λεχθεί: «Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» ( Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε κατ΄ έφεσιν πως η επιείκεια του Δικαστηρίου για βαριά σωματική βλάβη με πυροβολισμούς είχε εξαντληθεί στο ύψος της επιβληθείσας ποινής, τυχόν δε αναστολή θα έδιδε λανθασμένα μηνύματα για αυτού του είδους τη συμπεριφορά. Η υπόθεση Αργυρίδης κ.ά v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449 περιέχει το ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα: «Η καταλληλότητα της περίπτωσης εξετάζεται πρώτα βεβαίως σε συνάρτηση με το αν η ποινή εμπίπτει στα πλαίσια που ο Νόμος ορίζει, και σαφώς οι ποινές αυτές εμπίπτουν στα πλαίσια εκείνα ώστε να μπορούσε να είχε δοθεί η αναστολή αν ήταν πρέπουσα περίπτωση. Το Δικαστήριο φαίνεται όμως να περιόρισε εαυτό στο αποτρεπτικό, όπως το ίδιο ανέφερε, της ποινής που θα έπρεπε να επιβληθεί, επεκτείνοντας αυτό και στο γεγονός της αναστολής. Πέραν τούτου, περιόρισε εαυτό και όσον αφορά τη σημασία των ελαφρυντικών παραγόντων, και δη του νεαρού της ηλικίας, του λευκού ποινικού μητρώου και της δεδομένης, όπως το ίδιο διαπίστωσε, έμπρακτης μεταμέλειας. Θεώρησε δηλαδή ότι αυτοί οι παράγοντες ναι μεν είχαν σημασία ως προς τον καθορισμό της έκτασης της ποινής φυλάκισης αλλά δεν μπορούσαν να αλλάξουν τα δεδομένα της υπόθεσης στα πλαίσια της εξέτασης του θέματος αναστολής. Όμως ο ίδιος ο Νόμος του 2003, τροποποιώντας τον παλαιό Νόμο, αλλά και επιφέροντας ουσιαστικά αλλαγή στην καθιερωθείσα νομολογία η οποία έχει βασιστεί στον παλαιότερο Νόμο, θέλησε να εκφράσει τη θέση του Νομοθέτη ότι τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπ' όψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή.» Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην πιο πρόσφατη υπόθεση Παπαπαντελή v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 11/16, ημ. 17.10.16, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «. ο ίδιος ο Νόμος του 2003, τροποποιώντας τον παλαιό Νόμο, αλλά και επιφέροντας ουσιαστικά αλλαγή στην καθιερωθείσα νομολογία η οποία έχει βασιστεί στον παλαιότερο Νόμο, θέλησε να εκφράσει τη θέληση του Νομοθέτη ότι τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή. (Βλ. Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449, Κωνσταντίνου Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 27/2016 ημερ. 19.7.2016).» Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνουμε υπόψιν τη σοβαρότητα των αδικημάτων και τις συνθήκες διάπραξης αυτών. Ειδικότερα λαμβάνουμε υπόψιν την ιδιότητα του Κατηγορουμένου ως δημόσιου λειτουργού, τη χρονική διάρκεια της αξιόποινης συμπεριφοράς του, ήτοι τρία έτη, την κατάχρηση εξουσίας, την παράβαση της ορθής άσκησης των καθηκόντων του, την επίδειξη ανεντιμότητας εκ μέρους του, την αποκόμιση οικονομικού οφέλους για την παραπομπή ασθενών στο συγκεκριμένο κέντρο και για την υπογραφή αιτήσεων συνταξιούχων για σκοπούς λήψης κρατικής χορηγίας καθώς επίσης και τη βλάβη στα άλλα ακουολογικά κέντρα και στο κοινό γενικότερα. Συνυπολογίζουμε το συνολικό ύψος του ποσού, το γεγονός πως αυτή η αξιόποινη συμπεριφορά τερματίστηκε από τον Κατηγορούμενο το 2013 και το λευκό ποινικό μητρώο του. Επίσης λαμβάνουμε υπόψιν τις προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, όπως αυτές αναλύονται εκτενώς ανωτέρω. Θεωρούμε πως οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου και ακόμα οι τυχόν συνέπειες της ποινής φυλάκισης στην επαγγελματική του σταδιοδρομία, στο σύνολο τους, δεν είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Λεωνίδου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663, «Η τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας . ασφαλώς αποδεσμεύει το δικαστήριο από τους περιορισμούς της προηγούμενης νομοθεσίας και νομολογίας αλλά δεν συνεπάγεται ευχέρεια παροχής αναστολής, προκειμένου ομολογουμένως για αδίκημα μέτριας σοβαρότητας, οποτεδήποτε συντρέχουν παράγοντες όπως η έλλειψη προηγούμενων καταδικών και ενδείξεις μεταμέλειας σε συνδυασμό με επιπτώσεις στην οικογενειακή ή άλλη πτυχή της ζωής του παραβάτη. Αν και στην κατάλληλη περίπτωση η αναστολή θα ήταν ενδεικνυόμενη αναλόγως του συνόλου των παραγόντων αυτών και άλλων .». Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Κυπριανού v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 28/
  1. ημ. 24.2.
  2. Όσον αφορά τα προβλήματα υγείας της συζύγου του, θεωρούμε πως αυτά δεν είναι τέτοιου είδους ή βαθμού που να χρήζουν ειδικής αντιμετώπισης ή μεταχείρισης και ως εκ τούτου ούτε ικανά να διαφοροποιήσουν την πιο πάνω κατάληξη μας. Με γνώμονα τη φύση των αδικημάτων και τις συνθήκες διάπραξης οι οποίες αφορούν δημόσιο λειτουργό στα πλαίσια της εκτέλεσης των καθηκόντων του παραβιάζοντας την ορθή πρακτική με μοναδικό σκοπό την αποκόμιση οικονομικού οφέλους, και κυρίως την επίδειξη ανεντιμότητας εκ μέρους του, θεωρούμε πως όλες οι πιο πάνω περιστάσεις στο σύνολο τους δεν είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής. Τέλος κρίνουμε σκόπιμο να επισημάνουμε πως ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων και χωρίς ο Κατηγορούμενος έκτοτε να έχει επιδείξει παρόμοια ή άλλη αξιόποινη συμπεριφορά δεν είναι αφ΄ εαυτού ικανός να επενεργήσει υπέρ της αναστολής. Γενικότερα, αδικήματα αυτής ή παρόμοιας φύσης με σκοπό το οικονομικό όφελος, ταλανίζουν τον τόπο μας και εκβαραθρώνουν την όποια εμπιστοσύνη του πολίτη στον δημόσιο τομέα και τους λειτουργούς του. Κρίνουμε πως, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, η απόδοση τέτοιας σημασίας στον χρόνο θα εξουδετέρωνε ακριβώς το στοιχείο της αποτροπής και τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των νόμων, δίδοντας λανθασμένα μηνύματα πως η επιτυχής ολιγοετής συγκάλυψη εξαλείφει την απαξία τέτοιων συμπεριφορών, οι οποίες κατά τα άλλα προκαλούν τόση δυσανάλογη βλάβη στην εικόνα ενός ευνομούμενου κράτους δικαίου. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρούμε πως η φύση και η σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, η ανάγκη για αποτροπή και οι προσωπικές του συνθήκες δεν είναι τέτοιες που να συνηγορούν υπέρ της αναστολής έκτισης της ποινής. Η έκτιση των ποινών θα αρχίζει από τις 24.7.17 που ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση. Τα €140 έξοδα να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Τα Τεκμήρια κατάσχονται προς καταστροφή από την Αστυνομία. (Υπ.) .... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ). .... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ). .... Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.