← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Ηρόδοτου Ηροδότου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 285/2017, 3/8/2017

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Ηρόδοτου Ηροδότου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 285/2017, 3/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 285/2017 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας εναντίον

  1. Ηρόδοτου Ηροδότου
  2. Νίτσας Ηροδότου Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 3 Αυγούστου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χ. Κυθραιώτου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης με κ Ε. Μάνουλο Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ΠΟΙΝΗ Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι μετά από ακροαματική διαδικασία σε πέντε κατηγορίες αναφορικά με αδικήματα πρόκλησης σε ψευδορκία, υποκίνησης μάρτυρα σε ψευδή μαρτυρία, πλαστογραφίας εγγράφου, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και χρήσης πλαστού αποδεικτικού στοιχείου. Τα γεγονότα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση προκύπτουν από την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.7.2017 και δεν κρίνεται αναγκαίο να επαναληφθούν σε έκταση. Ό,τι χρειάζεται να λεχθεί για τους σκοπούς της παρούσας είναι πως με βάση τα όσα προκύπτουν από την απόφαση ημερομηνίας 21.7.2017 κατά την περίοδο μεταξύ των αρχών Ιουνίου 2009 και της 3.7.2009 οι Κατηγορούμενοι προκάλεσαν τον Goran Vujic (Μ.Κ. 1 κατά την ακροαματική διαδικασία) να διαπράξει ψευδορκία, δηλαδή να προβεί σε ψευδή κατάθεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού κατά την ακροαματική διαδικασία της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 10140/2008, με αποτέλεσμα ο προαναφερόμενος πράγματι να την διαπράξει. Παράλληλα, κρίθηκαν ένοχοι επί το ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα υποσχέθηκαν στον προαναφερόμενο Goran Vujic, ο οποίος ήταν μάρτυρας στην υπόθεση με αρ. 10140/2008, να συνεχίσουν να του παρέχουν εργασία και ανανέωση της άδειας παραμονής του στη Δημοκρατία στη βάση συμφωνίας ότι η μαρτυρία του θα ήταν επηρεασμένη, δηλαδή ψευδής. Επιπρόσθετα, κρίθηκαν ένοχοι επί το ότι μεταξύ των ημερομηνιών 16.12.2008 - 3.7.2009 κατάρτισαν πλαστό έγγραφο με σκοπό καταδολίευσης, δηλαδή κατάρτισαν το πιστοποιητικό εκπαίδευσης ημερομηνίας 28.6.2002 που αφορούσε τον Goran Vujic με σκοπό το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού που εκδίκαζε την υπόθεση με αριθμό 10140/2008 να αποφανθεί ότι ο προαναφερόμενος ήταν εκπαιδευμένος σε συστήματα ελέγχου πρόσβασης και άλλων συστημάτων, το οποίο και έθεσαν σε κυκλοφορία και χρησιμοποίησαν στα πλαίσια της εν λόγω ποινικής υπόθεσης εν γνώσει του ότι επρόκειτο για πλαστό έγγραφο και πλαστό αποδεικτικό στοιχείο. Σημειώνεται ότι η υπόθεση με αρ. 10140/2008 αφορούσε τροχαίο θανατηφόρο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 27.12.2007 και στρεφόταν εναντίον της θυγατέρας των Κατηγορουμένων, Έφης Ηροδότου, όπου αυτή αντιμετώπιζε τέσσερις κατηγορίες και πιο συγκεκριμένα κατηγορίες για αδικήματα πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, οδήγησης υπό την επήρρεια αλκοόλης, μη συμμόρφωσης με φώτα τροχαίας και εγκατάλειψης του τόπου του ατυχήματος χωρίς την παροχή βοήθειας. Η Έφη Ηροδότου αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζε και η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε στις 16.12.
  3. Ανάμεσα στους μάρτυρες κατηγορίας που κατέθεσαν εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής στην υπόθεση με αρ. 10140/2008 ήταν και η Στέλλα Παναγιώτου, η οποία και είχε καταθέσει ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας του πιο πάνω δυστυχήματος και ότι είδε την Έφη Ηροδότου να περνάει με κόκκινο φως (ως η πορεία της) και ακολούθως να εγκαταλείπει τη σκηνή μετά την σύγκρουση με το μοτοποδήλατο που οδηγούσε το θύμα, όπως επίσης ότι μετά το ατύχημα ακολούθησε την Έφη Ηροδότου και μαζί κατέληξαν σε αδιέξοδο όπου παρέμεινε μέχρι να φτάσει η Αστυνομία στην οποία ανέφερε για το δυστύχημα και έδωσε τα στοιχεία της προτού αποχωρήσει για την εργασία της. Η Στέλλα Παναγιώτου είχε καταθέσει ως Μ.Κ. 1 κατά την ακροαματική διαδικασία της εν λόγω υπόθεσης και επρόκειτο για μια ουσιαστική για την υπόθεση μάρτυρα ενόψει του ως άνω περιεχομένου της μαρτυρίας της. Κατά τη διάρκεια της δίκης η υπεράσπιση της Έφης Ηροδότου προσπάθησε να κλονίσει την αξιοπιστία της Στέλλας Παναγιώτου και μεταξύ άλλων αμφισβήτησε την ώρα κατά την οποία η ίδια ισχυριζόταν ότι μετέβηκε στην Αστυνομία για να δώσει κατάθεση σε σχέση με το ατύχημα σε συνάρτηση με τις ώρες προσέλευσης και αποχώρησης της από το ξενοδοχείο Four Seasons όπου εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Goran Vujic κατέθεσε ως Τεκμήριο 50 το έντυπο σε σχέση με τις ώρες εργασίας της Στέλλας Παναγιώτου στις 27.12.2007, ήτοι 05:20-13:19 (βλέπε Τεκμήριο 2 στην παρούσα διαδικασία), και ο ίδιος παρουσιάστηκε ως ειδικός του συστήματος εισόδου και εξόδου των υπαλλήλων του ξενοδοχείου Four Seasons υποστηρίζοντας ότι εάν η Στέλλα Παναγιώτου απουσίαζε από την εργασία της κατά την εν λόγω ημερομηνία αυτό θα έπρεπε να αποτυπωνόταν στο εν λόγω έντυπο. Περαιτέρω δε κατέθεσε ότι δεν υπήρχε δυνατότητα διαγραφής πληροφοριών από το εν λόγω σύστημα. Προκειμένου δε να πειστεί το Δικαστήριο περί της ειδικότητας και γνώσης του Goran Vujic για το συγκεκριμένο σύστημα παρουσιάστηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 51Β έγγραφο με τίτλο «Certificate of Training» ημερομηνίας 28.6.2002 το οποίο φαίνεται να υπογράφεται από τον Josef Marοkian εκ μέρους της εταιρείας Prima Training Company Ltd σε σχέση με την ολοκλήρωση προγράμματος από τον ίδιο σε Access Control Systems-CCTV Systems-Alarm Systems-Parking Systems (βλέπε Τεκμήριο 3Β). Ο Goran Vujic ουδέποτε παρακολούθησε τέτοιο πρόγραμμα και δεν γνώριζε την εν λόγω εταιρεία, όπως ούτε γνώριζε οτιδήποτε σε σχέση με το συγκεκριμένο σύστημα. Επίσης, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, το εν λόγω σύστημα παρείχε στον χρήστη τη δυνατότητα διαγραφής πληροφοριών από αυτό. Κρίνω ορθό να σημειώσω στο στάδιο αυτό ότι σύμφωνα με την κατάληξη του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ένοχος ως ο αυτουργός σε σχέση με τις κατηγορίες υπ. αρ. 1 και 2 και η Κατηγορούμενη 2 ως συνεργός αυτού, ενώ και οι δυο Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι στις κατηγορίες υπ. αρ. 3-5 επί το ότι ο καταρτισμός, η κυκλοφορία και η χρήση του πλαστού αποδεικτικού στοιχείου (Τεκμήριο 3Β) ήταν πιθανή συνέπεια του κοινού παράνομου σκοπού της ψευδομαρτυρίας του Goran Vujic στην υπόθεση με αριθμό 10140/2008 τον οποίο διαμόρφωσαν μαζί με τον Μ.Κ. 1 και τρίτο πρόσωπο (οι ενέργειες και ο βαθμός συμμετοχής του κάθε Κατηγορούμενου ξεχωριστά αναλύονται στην απόφαση ημερομηνίας 21.7.2017). Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, οι Κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής των Κατηγορούμενων ο κ Τριανταφυλλίδης υιοθέτησε κατ' αρχήν το περιεχόμενο των εκθέσεων του Γραφείου Ευημερίας σε σχέση με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων. Από τις εν λόγω εκθέσεις προκύπτουν συνοπτικά τα ακόλουθα: O Κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας 62 ετών και κατάγεται από τον Άγιο Αμβρόσιο Λεμεσού. Μετά την αποφοίτησή του από το λύκειο, ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία και στη συνέχεια εργάστηκε στην Εθνική Φρουρά από όπου και συνταξιοδοτήθηκε το
  4. Έκτοτε διέμενε στην Αθήνα μαζί με την σύζυγο και την κόρη του Έφη, η οποία βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και χρειαζόταν τη συμπαράσταση και των δύο της γονέων. Από τον γάμο του με την Κατηγορούμενη 2 απέκτησαν, εκτός από την Έφη Ηροδότου (ηλικίας 30 ετών), και ένα γιο ηλικίας 35 ετών, ο οποίος είναι αυτοεργοδοτούμενος. Ο Κατηγορούμενος 1 λαμβάνει σύνταξη περί τα €1,800 μηνιαίως, όπως επίσης εισπράττει ενοίκιο ύψους €1,700 μηνιαίως από την ενοικίαση της ιδιόκτητης κατοικίας τους στη Λεμεσό. Τόσο το ποσό του ενοικίου όσο και ποσό €1,000 από τη σύνταξή του καταβάλλονται ως δόσεις σε σχέση με τα χρέη που έχουν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού και στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο του Στρατού. Στο σημείο αυτό να επισημάνω ότι ενώ στις Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας γίνεται αναφορά σε ύπαρξη χρεών των Κατηγορουμένων για ανέγερση οικίας και προσωπικές ανάγκες συνολικού ποσού €520,000, από τα έγγραφα/κατάσταση των οφειλών των Κατηγορουμένων τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από τον κ Τριανταφυλλίδη, διαπιστώνεται ότι τα χρέη αυτά ανέρχονται σε συνολικό ποσό περί τις €800,000, ποσό το οποίο και θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιβολή ποινής. Σε ηλικία 38 ετών ο Κατηγορούμενος 1 υποβλήθηκε σε εγχείρηση καρδίας και έκτοτε λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Επίσης παρουσιάζει υπερπλασία προστάτη, διάτρηση τυμπάνου και πρόβλημα σπονδύλου. Η Κατηγορούμενη 2 είναι ηλικίας 57 ετών και κατάγεται από τη Λεμεσό. Σε ηλικία 2 ½ ετών ο πατέρας της απεβίωσε και τη φροντίδα της ανέλαβε η μητέρα της. Μέχρι την ημερομηνία της σύλληψης της Κατηγορούμενης, η μητέρα της διέμενε μαζί της και τύγχανε φροντίδας από την ίδια λόγω προβλημάτων υγείας, ενώ έκτοτε διαμένει σε στέγη ηλικιωμένων. Μετά την αποφοίτηση της από το Λύκειο, η Κατηγορούμενη 2 ασχολήθηκε για αρκετό καιρό με την φροντίδα και ανατροφή των παιδιών της και στη συνέχεια εργάστηκε ως έκτακτη υπεύθυνη στα επιμορφωτικά μαθήματα, ενώ για περίοδο 6 ετών μέχρι και το 2009 εργαζόταν στο λογιστήριο του Ιδιωτικού Νοσοκομείου Αχίλλειο στη Λεμεσό. Λόγω δε της εμπλοκής της θυγατέρας της Έφης στο πιο πάνω αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα, η ίδια αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την εργασία της ώστε να της συμπαρασταθεί. Η Κατηγορούμενη 2 παρουσιάζει υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη, πρόπτωση μητροειδούς βαλβίδας, διαφραγματοκήλη και οισοφαγίτιδα για τα οποία λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Στα πλαίσια της αγόρευσης του ο κος Τριανταφυλλίδης τόνισε το λευκό ποινικό μητρώο των δύο Κατηγορουμένων σε συνάρτηση πάντοτε με την ηλικία τους. Πρόσθεσε ότι στην προκειμένη περίπτωση η μη παραδοχή των Κατηγορουμένων και η διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας δεν θα πρέπει να αποτελέσει επιβαρυντικό παράγοντα κατά το στάδιο επιβολής της ποινής. Όσον αφορά στον Κατηγορούμενο 1, ο συνήγορος υπεράσπισης επεσήμανε ότι πρόκειται για ένα υποδειγματικό οικογενειάρχη ο οποίος υπήρξε αφοσιωμένος στην εργασία και την πατρίδα του έχοντας υπόψη τα όσα αναγράφονται στα Φύλλα Μητρώου Αξιωματικού που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και στις εύφημες μνείες που έλαβε κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των καθηκόντων του στις τάξεις της Εθνικής Φρουράς. Σε σχέση και με τους δύο Κατηγορούμενους και με αναφορά στο περιεχόμενο των εκθέσεων του Γραφείου Ευημερίας, ο κ Τριανταφυλλίδης υποστήριξε ότι η υγεία τους είναι κλονισμένη, στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής τους. Παρομοίως, ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο όπως προσμετρήσει, περαιτέρω, την δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι Κατηγορούμενοι. Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων ως αυτές προκύπτουν από την καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.7.2017, ο κος Τριανταφυλλίδης αγορεύοντας καθηκόντως και άνευ βλάβης του δικαιώματος υποβολής έφεσης κατά αυτής, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τα ακόλουθα:
  5. Ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης δεν βρίσκεται ένα από τα πρόσωπα τα οποία σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου είχε εμπλοκή στην υπόθεση και πιο συγκεκριμένα ο δικηγόρος κος Γεώργιος Κονναρής ο οποίος αθωώθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης που καταχωρήθηκε εναντίον του ενώ εκκρεμεί έφεση κατά της αθωωτικής απόφασης ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου.
  6. Ο διαφορετικός ρόλος που είχαν οι δύο Κατηγορούμενοι στη διάπραξη αδικημάτων με τρόπο ώστε να δικαιολογείται διαφορετική μεταχείριση τους στα πλαίσια επιβολής ποινής.
  7. Κίνητρο των δύο Κατηγορουμένων δεν ήταν η αποκόμιση οποιουδήποτε οικονομικού οφέλους αλλά η προστασία της θυγατέρας τους η οποία είχε εμπλακεί στο εν λόγο τροχαίο θανατηφόρο δυστύχημα και αντιμετώπιζε την προαναφερόμενη ποινική υπόθεση.
  8. Η παρούσα υπόθεση αφορά ένα μεμονωμένο περιστατικό που ήταν αποτέλεσμα της επίδειξης γονικής αγάπης των Κατηγορουμένων προς την κόρη τους. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ότι η πιθανότητα επανάληψης των υπό κρίση αδικημάτων είναι ανύπαρκτη, αποτέλεσε θέση του κ Τριανταφυλλίδη ότι δεν θα πρέπει να αποδοθεί αποτρεπτικός χαρακτήρας στην ποινή που θα τους επιβληθεί. Αποτέλεσε, επίσης, θέση του κ Τριανταφυλλίδη ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης στους Κατηγορούμενους η περίοδος έκτισης της ποινής θα πρέπει να μειωθεί ανάλογα με την περίοδο κατά την οποία αυτοί παρέμειναν υπό κράτηση από την ημερομηνία σύλληψης και κράτησης τους από της Ελληνικές Αρχές (8.1.2017) και της διαταγής του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25.1.2017 στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Τέλος, αναφορά έγινε στον χρόνο ο οποίος έχει διαρρεύσει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα, μέρος του οποίου δεν μπορεί να αποδοθεί στους Κατηγορούμενους, σε συνάρτηση με το ότι οι Κατηγορούμενοι δεν είχαν οποιαδήποτε νομική υποχρέωση να επιστρέψουν στη Δημοκρατία εφόσον ουδεμία σχετική ειδοποίηση τους είχε επιδοθεί. Αναμφίβολα τα αδικήματα τα οποία διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι είναι ιδιαίτερα σοβαρά, στοιχείο που προκύπτει και από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. Είναι καλά γνωστή η αρχή ότι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή αποτελεί τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την αρμόζουσα σε κάθε περίπτωση ποινή (βλέπε μεταξύ άλλων Βραχίμης v. Αστυνομίας

(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Στην παρούσα υπόθεση σοβαρότερες είναι οι κατηγορίες υπ. αρ. 1 και 5 που αφορούν στα αδικήματα της πρόκλησης σε ψευδορκία και χρήσης πλαστού αποδεικτικού στοιχείου (1η και 5η κατηγορία αντίστοιχα) για τα οποία προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι επτά χρόνια. Τα υπόλοιπα αδικήματα στα οποία αφορούν οι κατηγορίες υπ. αρ. 2-4 τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια. Όπως τονίζεται και στο σύγγραμμα του πρώην προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πική Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, αδικήματα που σχετίζονται με ψευδορκία είναι ιδιαίτερα σοβαρά εφόσον πλήττουν τα θεμέλια του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, αλλά και το αίσθημα εμπιστοσύνης του κοινού στο κράτος δικαίου. Όπως επισημαίνεται στη σελίδα 193, «any attempt to divert the course of justice is a blow to the law that cannot be ignored, tolerated or suffered». Το αδίκημα της πρόκλησης σε ψευδορκία (όπως και αυτό της ψευδορκίας) πλήττει όχι μόνο το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης αλλά και αυτήν καθ' εαυτή τη Δημοκρατία, ουσιαστικός πυλώνας της οποίας είναι η ύπαρξη αποτελεσματικού συστήματος δικαιοσύνης. Τα Δικαστήρια βρίσκονται σε μια αέναη αναζήτηση της αλήθειας ως προς το πραγματικό υπόβαθρο της κάθε υπόθεσης (όπου αυτό δεν είναι παραδεκτό στο συζητητικό σύστημα) και η διακρίβωση των πραγματικών γεγονότων μιας υπόθεσης αποτελεί βασικότατη δικαστική λειτουργία. Αποτυχία στην λειτουργία αυτή οδηγεί αναπόδραστα σε στρέβλωση στην απονομή της δικαιοσύνης. Συνεπώς, επιβάλλεται η αυστηρή (πάντοτε, βέβαια, μέσα στα πλαίσια της νομολογίας) αντιμετώπιση των παραβατών. Το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε με το αδίκημα της ψευδορκίας κατά παράβαση των άρθρων 110 και 111 του Ποινικού Κώδικα στην υπόθεση The Attorney General v. Chryso Phivou Stavridou
(1962)1 C.L.R. 220 όπου η εφεσίβλητη είχε κριθεί ένοχη κατόπιν παραδοχής της για ψευδορκία και καταδικάστηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο σε ποινή φυλάκισης 1 ημέρας και πρόστιμο ύψους £25. Η ψευδορκία είχε διαπραχθεί ενώ η ίδια κατέθετε σε υπόθεση φόνου του συζύγου της και είχε υπό την φροντίδα της ένα παιδί ηλικίας 9 ετών. Ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο (με απόφαση πλειοψηφίας) επέβαλε ποινή άμεσης φυλάκισης δυο ετών, τονίζοντας πως το αδίκημα της ψευδορκίας είναι ιδιαίτερα σοβαρό και η ποινή περιορίστηκε σε έκταση δύο ετών με δεδομένες τις προσωπικές περιστάσεις της εφεσίβλητης. Όπως είναι καλά γνωστό, προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι καθοδηγητικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν, όμως, δεσμευτικό χαρακτήρα και τούτο διότι η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη όπως και των συνθηκών που επικρατούν (βλέπε Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Πόλεος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 141/2016 απόφαση ημερομηνίας 2.6.2017). Από μελέτη της αγγλικής επί του θέματος νομολογίας, προκύπτει ότι η ενδεδειγμένη ποινή για τα αδίκημα της ψευδορκίας είναι αυτή της φυλάκισης (σημ: σύμφωνα με το Perjury Act 1911 το ανώτατο όριο ποινής καθορίζεται επίσης σε ποινή φυλάκισης μέχρι επτά χρόνια). Όπως επισημαίνει ο Roskill LJ στην υπόθεση Dawes
(1974)59 Cr App R311 στη σελίδα 313: «It is often said there is too much perjury committed in courts, and it is regrettably true as everyone sitting in court knows. But it is one thing to suspect that perjury has been committed and another thing to prove it. Perjury is not always easy to prove. Perjurers are not easily brought to justice. When they are they must be punished.» Στην υπόθεση Hall
(1982)4 Cr App R 153, όπου επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε γυναίκα ηλικίας 62 ετών η οποία έδωσε ψευδές άλλοθι σε σχέση με πρόσωπο που κατηγορείτο για επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, υποδείχθηκε στη σελίδα 155 της απόφασης πως «. . . it is almost inconceivable that a sentence of less than three months would be given for a deliberate perjury in the face of the court', since 'such false evidence strikes at the whole basis of the administration of the law». Επίσης, στην υπόθεση Lewins
(1979)1 Cr App R 246, ο κατηγορούμενος είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης 4 ετών για πρόκληση σε ψευδορκία αφού είχε πείσει μάρτυρες να καταθέσουν ψευδώς πως στο διάστημα που είχε μεσολαβήσει του τροχαίου ατυχήματος στο οποίο ενεπλάκη και της παροχής δείγματος αλκοόλης είχε καταναλώσει αλκοόλ. Η ποινή φυλάκισης μειώθηκε κατ' έφεση σε δυο χρόνια εφόσον συνυπολογίστηκε το γεγονός ότι τα αδικήματα δεν είχαν διαπραχθεί υπό την ιδιότητα του μέλους της αστυνομικής δύναμης, όπως και η εξωδικαστηριακή τιμωρία του εφόσον υπήρχε πιθανότητα απώλειας της εργασίας του. Αναφορά στα πλαίσια αυτά αξίζει να γίνει και στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000, στη σελίδα 632 όπου αναφέρεται ότι όπου η αρχική κατηγορία στα πλαίσια της οποίας διαπράττεται η ψευδορκία αφορά σοβαρό αδίκημα, ανάλογα σοβαρότερη θα πρέπει να είναι και η ποινή που θα επιβληθεί στο αδίκημα της ψευδορκίας. Έτσι στην υπόθεση Knight
(1984)6 Cr App R 31, όπου επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών η οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ο οποίος παραδέχθηκε ότι διέπραξε το αδίκημα της ψευδορκίας στα πλαίσια υπόθεσης ένοπλης ληστείας με λεία £750,000. Επίσης, στην υπόθεση Healy
(1990)12 Cr App R 297, όπου η ψευδορκία έλαβε χώρα σε διαδικασία οικονομικής εξέτασης και ο κατηγορούμενος κατέθεσε ότι το πρόστιμο ύψους £200 το οποίο όφειλε μπορούσε να εξοφληθεί μέσω διατάγματος αποκοπής απολαβών ενώ ο ίδιος δεν εργαζόταν, η ποινή φυλάκισης 6 μηνών η οποία είχε επιβληθεί πρωτοδίκως επικυρώθηκε. Ως προς τα υπόλοιπα αδικήματα για τα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι, η νομολογία επίσης καταδεικνύει την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών και δη ποινών φυλάκισης. Παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22, όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιβάλει στην εφεσείουσα συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 μηνών σε αδικήματα πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού επίσημου εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 333, 337 και 339 του Ποινικού Κώδικα. Η εφεσείουσα, εργαζόμενη σε καντίνα υπεραγοράς, εξασφάλισε άδεια χειριστή τροφίμων παρουσιάζοντας πλαστογραφημένο Πιστοποιητικό Υγείας για χειριστές τροφίμων της Κυπριακής Δημοκρατίας, με το οποίο πιστοποιείτο ότι εξετάστηκε ιατρικώς και βρέθηκε υγιής και κατάλληλη για άσκηση τέτοιου επαγγέλματος, ενεργώντας κάτω από ψυχική και σωματική πίεση με απώτερο στόχο τη συνέχιση της εργοδότησής της. Είχε παραδεχθεί άμεσα και εξέφρασε την μεταμέλεια της, είχε λευκό ποινικό μητρώο, ενώ αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και οικονομικά προβλήματα. Κατ' έφεση οι ποινές μειώθηκαν σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών, αφού λήφθηκε υπόψη ότι η εφεσείουσα είχε ήδη εκτίσει μέρος αυτών, ενώ η έκτιση των ποινών αναστάληκε για περίοδο τριών ετών εφόσον η εφεσείουσα ήταν μητέρα δύο ανήλικων παιδιών, τη φροντίδα και συντήρησή των οποίων είχε αναλάβει προσωπικά αφού ο σύζυγός της την είχε εγκαταλείψει, αφήνοντας πολλά χρέη τα οποία βάρυναν και τους δύο. Επίσης, στην υπόθεση Αμίρα Αχμάτ Ματούρ κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 36, οι εφεσείοντες κατηγορούνταν για πλαστογραφία εγγράφου και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 334, 335 και 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Το έγγραφο που πλαστογραφήθηκε ήταν ένα διαβατήριο του Μπαρμπέιτος που πλαστογραφήθηκε στο όνομα του τρίτου εφεσείοντα μεταξύ της 16ης Σεπτεμβρίου 1990 και της 25ης Σεπτεμβρίου
  2. Ο τρίτος εφεσείων είχε αγοράσει το διαβατήριο αυτό από τον πρώτο εφεσείοντα αντί του ποσού των $2,500 και πλήρωσε έναντι το ποσό των $1.500 Η πλαστογράφηση έγινε από τον πρώτο και δεύτερο εφεσείοντα, ο δε δεύτερος εφεσείων ήταν και ο διαπραγματευτής μεταξύ πρώτου και τρίτου εφεσείοντα για την πώληση του διαβατηρίου. Όλοι οι εφεσείοντες που ήταν αλλοδαποί είχαν προβλήματα υγείας, ήταν προστάτες των οικογενειών τους και αντιμετώπιζαν πολύ σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Επίσης είχαν όλοι λευκό ποινικό μητρώο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στους εφεσείοντες 1 και 2 συντρέχουσες ποινές φυλάκισης δεκαπέντε μηνών στην κάθε κατηγορία και στον τρίτο εφεσείοντα ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών στη δεύτερη κατηγορία. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση που στρεφόταν εναντίον της ποινής ως έκδηλα υπερβολικής και επικύρωσε τις επιβληθείσες ποινές. Τέλος, στην υπόθεση Κουμίδου v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 209 σε άτομο που διέπραξε τα αδικήματα πλαστογραφίας εγγράφου, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, το οποίο συνεργάστηκε με την αστυνομία, αποζημίωσε τον παραπονούμενο, παραδέχτηκε αμέσως τα αδικήματα, με σοβαρές συνέπειες στη ζωή της και στην καριέρα της αφού είχε απολυθεί από την εργασία της και με πολλούς προσωπικούς παράγοντες να επενεργούν υπέρ της, επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 9 μηνών, η εκτέλεση των οποίων, όμως, αναστάληκε κατ' έφεση. Εξετάζοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής που θα επιβληθεί στους Κατηγορούμενους και έχοντας πάντα κατά νου τα όσα αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με την σοβαρότητα των αδικημάτων παρατηρώ τα ακόλουθα: Οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων καθιστούν την παρούσα υπόθεση ιδιαίτερα σοβαρή έχοντας υπόψη τον προσχεδιασμό που εντοπίζεται ως προς τις ενέργειες τους. Ειδικότερα στα πλαίσια αυτά λαμβάνεται υπόψη ότι προκειμένου οι Κατηγορούμενοι (στο βαθμό που ο κάθε ένας από αυτούς έδρασε) να πείσουν τον εν λόγω Goran Vujic να μαρτυρήσει ψευδώς στην υπόθεση που αντιμετώπιζε η κόρη τους Έφη Ηροδότου, υποσχέθηκαν σε αυτόν να συνεχίσουν να του παρέχουν εργασία και κατ' επέκταση άδεια παραμονής στην Κύπρο, εκμεταλλευόμενοι, στην ουσία, το γεγονός ότι αυτός εργαζόταν σε δοκιμαστική βάση στο κανάλι ΝΤV, διευθυντής του οποίου ήταν ο γιος των Κατηγορουμένων, και γνώριζαν την μεγάλη επιθυμία του Vujic να παραμείνει στην Δημοκρατία. Κατά τον καθορισμό και επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνεται επίσης υπόψη η φύση και σοβαρότητα των κατηγοριών τις οποίες αντιμετώπιζε η Έφη Ηροδότου στην υπόθεση με αρ. 10140/2008 κατά την εκδίκαση της οποίας διαπράχθηκε η ψευδορκία από τον Goran Vujic. Στα πλαίσια, λοιπόν, αυτά, εξετάζεται το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται για εκείνα τα αδικήματα, χωρίς, όμως, να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος απωλέσθηκε μια ανθρώπινη ζωή. Ο ρόλος τον οποίο έκαστος εκ των Κατηγορουμένων διαδραμάτισε στα πλαίσια διάπραξης των αδικημάτων όπως αυτός ξεκάθαρα προκύπτει μέσα από την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.7.2017 είναι στοιχείο που επίσης λαμβάνεται υπόψη με τρόπο ώστε να δικαιολογείται διαφορετική αντιμετώπιση των δύο προσώπων ως προς το ύψος και όχι ως προς το είδος της ποινής που δεν μπορεί να είναι άλλη από ποινή στερητική της ελευθερίας (βλέπε Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 222/2014, απόφαση ημερομηνίας 25.11.2015 και Ορέστης Βασιλείου κ. ά. ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις αρ. 12-17/2015, απόφαση ημερομηνίας 4.7.2017). Τούτων δοθέντων δεν παραγνωρίζω ότι σύμφωνα με την κατάληξη του Δικαστηρίου, ο σκοπός των Κατηγορουμένων ήταν κοινός εφόσον όλες τους οι ενέργειες αποσκοπούσαν στην παρουσίαση της ψευδούς μαρτυρίας από μέρους του Goran Vujic ώστε να πληγεί η αξιοπιστία της Στέλλας Παναγιώτου η οποία ήταν η κύρια μάρτυρας κατηγορίας στην υπόθεση με αρ. 10140/
  1. Ειδικότερα δε σε σχέση με την Κατηγορούμενη 2 παρατηρείται ότι σύμφωνα με τα όσα προκύπτουν από την καταδικαστική απόφαση, η ευθύνη της σε σχέση με τις κατηγορίες υπ' αριθμό 1 και 2 έγκειτο στο ότι εν γνώσει της ίδιας και στην παρουσία της ο Κατηγορούμενος 1 υποκίνησε και προκάλεσε τον Goran Vujic να ψευδομαρτυρήσει στην υπόθεση που αντιμετώπιζε η Έφη Ηροδότου και με τη στάση που αυτή τήρησε αφενός ενεθάρρυνε τον Κατηγορούμενο 1 στη διάπραξη των αδικημάτων αυτών, αφετέρου δεν τον απέτρεψε με οποιοδήποτε τρόπο. Με δεδομένα, λοιπόν, όλα τα πιο πάνω, η γονική αγάπη την οποία επικαλέστηκε ο συνήγορος υπεράσπισης ως το κίνητρο των Κατηγορουμένων στη διάπραξη των αδικημάτων (σύμφωνα πάντοτε με τα ευρήματα του Δικαστηρίου) σε αντιδιαστολή με το προσωπικό όφελος, δεν θα μπορούσε υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις να δικαιολογήσει τις παράνομες ενέργειες τους ή να αποτελέσει ουσιώδη μετριαστικό παράγοντα, χωρίς να σημαίνει ότι δεν θα ληφθεί ως στοιχείο μαζί με όλα τα άλλα κατά την επιμέτρηση της ποινής. Ως προς τη θέση του κ Τριανταφυλλίδη επί το ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του το τρίτο πρόσωπο το οποίο είχε εμπλοκή στα υπό κρίση αδικήματα, ήτοι τον δικηγόρο κ Γεώργιο Κονναρή, παρατηρώ ότι δεν τίθεται εδώ θέμα άνισης μεταχείρισης παραβατών εφόσον το εν λόγω πρόσωπο διώχθηκε ποινικά και δη στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αρ. 27214/
  2. Το δε αποτέλεσμα της εν λόγω υπόθεσης δεν μπορεί να επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο τους παρόντες Κατηγορούμενους. Ερχόμενη στο θέμα της μη δίωξης του Goran Vujic, σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στις σελίδες 68 και 69 της απόφασης ημερομηνίας 21.7.
  3. Η απουσία μεταμέλειας από την πλευρά των Κατηγορουμένων ακόμη και στο στάδιο αυτό είναι στοιχείο που επίσης λαμβάνεται υπόψη εφόσον ως και οι δύο ανέφεραν στη λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας που ετοίμασε τις εκθέσεις το περιεχόμενο των οποίων συνοψίζεται πιο πάνω, «δεν παραδέχονται ενοχή και τόσο οι ίδιοι όσο και η οικογένεια τους έχουν εξαπατηθεί και αδικηθεί». Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, θα πρέπει παράλληλα να σημειώσω ότι σύμφωνα με τη νομολογία κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά όπως και ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως, όμως, έχει επανειλημμένα τονιστεί, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης κ.ά. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.2009). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε μεταξύ άλλων Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στα πλαίσια, λοιπόν, του καθηκόντος αυτού, προς όφελος των Κατηγορουμένων λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα: - Οι Κατηγορούμενοι είναι πρόσωπα λευκού ποινικού μητρώου, γεγονός που τούς δίδει το δικαίωμα να κριθούν με κάθε δυνατή επιείκεια, δεδομένου ότι το στοιχείο αυτό δείχνει τη στάση τους μέχρι σήμερα απέναντι στο νόμο, καθώς και τον πρότερο έντιμο βίο τους σε συνάρτηση πάντοτε με την ηλικία τους (βλέπε Συμιλλίδης ν. Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 692). - Η επιλογή τους να προχωρήσουν σε ακρόαση είναι ουδέτερο στοιχείο, αφού από τη μια η μη παραδοχή δεν επενεργεί ως επιβαρυντικός παράγοντας και από την άλλη τους στερεί το δικαίωμα να ζητήσουν επιεική αντιμετώπιση λόγω παραδοχής (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Βίκτωρα Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). - Οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές τους περιστάσεις όπως αυτές παρατίθενται με λεπτομέρεια στις Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας και συνοψίζονται πιο πάνω. Ειδικότερα και χωρίς περιορισμό λαμβάνονται υπόψη τα προβλήματα υγείας που έκαστος εξ αυτών αντιμετωπίζει, η οικονομική τους κατάσταση, όπως επίσης το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη 2 είναι η μοναδική προστάτιδα της υπερήλικης μητέρας της η οποία τους τελευταίους μήνες διαμένει σε οίκο ευγηρίας λόγω της κράτησης της Κατηγορούμενης 2 στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. - Η προσφορά του Κατηγορούμενου 1 στη Δημοκρατία από τη θέση στην οποία υπηρέτησε, λαμβανομένων υπόψη και των όσων καταγράφονται στα Φύλλα Μητρώου που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, παρόλο που όπως σημειώθηκε στην υπόθεση Σουτζιής ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 424 η μεγαλύτερη προσφορά προς την πατρίδα είναι η υπακοή στους νόμους της. Ερχόμενη στο θέμα του χρόνου και δη της παρόδου 8 ετών από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την επιβολή ποινής στους Κατηγορούμενους παρατηρώ τα ακόλουθα: Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση μιας ποινικής υπόθεσης εναντίον ενός προσώπου και/ή η καθυστέρηση στην εκδίκαση της αποτελούν σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα ο οποίος ανάλογα με τις περιστάσεις μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο την μείωση του ύψους της ποινής αλλά και μετατροπή του είδους της ποινής που θα επιβαλλόταν εάν δεν υπήρχε καθυστέρηση (βλέπε μεταξύ άλλων Αβρααμίδης ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71 και Σωτήρης Αβραάμ ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365). Ο βασικότερος λόγος για τον οποίο η καθυστέρηση προσμετρά ως ελαφρυντικός παράγοντας είναι η ενδεχόμενη μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Όπου, όμως, ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση αυτή δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Αστυνομία ν. Μόδεστου Νικολάου, Ποινική Έφεση αρ. 217/2016, απόφαση ημερομηνίας 11.5.2017). Παρόλα αυτά, η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα (πιο πάνω), Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, σύμφωνα με τα όσα προκύπτουν από την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.7.2017, τα υπό κρίση αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 16.12.2008-3.7.2009 και η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 24.1.2017. Η διερεύνηση των αδικημάτων αυτών προέκυψε τον Μάιο του 2011 μετά τη σύλληψη και τις καταθέσεις στις οποίες προέβηκε ο Goran Vujic. Ο χρόνος λοιπόν, υπολογίζεται με αφετηρία την εν λόγω ημερομηνία και όχι την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων (βλέπε M & M Loizou Ltd ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 Α.Α.Δ. 717). Ακολούθως εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης εναντίον τους στις 9.6.2011, ενώ στη συνέχεια, και πιο συγκεκριμένα στις 24.6.2011, εκδόθηκαν εναντίον των Κατηγορουμένων ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης. Οι Κατηγορούμενοι συνελήφθηκαν στις 8.1.2017 και τα εντάλματα σύλληψης που είχαν εκδοθεί στις 9.6.2011 εκτελέστηκαν στο αεροδρόμιο Λάρνακας στις 23.1.2017 μετά την έκδοση τους από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές. Από την απόφαση του Δικαστηρίου επίσης προκύπτει ότι οι Κατηγορούμενοι γνώριζαν περί της εκκρεμότητας ενταλμάτων σύλληψης εναντίον τους τουλάχιστον από τον Ιούνιο του 2013 εφόσον με επιστολή του προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ημερομηνίας 28.6.2013 ο γιός τους Ανδρέας Ηροδότου καλούσε, μεταξύ άλλων, τον Υπουργό όπως «αφαιρέσει» τα εντάλματα σύλληψης που εκκρεμούσαν εναντίον των γονέων του τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό και «να τους αφήσουν ελεύθερους να ζήσουν στην πατρίδα τους». Αξίζει δε να υπομνησθεί ότι κατά το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι την εκτέλεση των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης και την έκδοση τους στην Κυπριακή Δημοκρατία κατέβαλαν μέσω συγγενικού τους προσώπου προσπάθειες επιστροφής τους στη Δημοκρατία υπό προϋποθέσεις, οι οποίες δεν έγιναν αποδεκτές από την πλευρά της Νομικής Υπηρεσίας και ως εκ τούτου οι ίδιοι εξακολουθούσαν να παραμένουν εκτός του εδάφους της Δημοκρατίας αποφεύγοντας ή κατά το ελάχιστον παραλείποντας να θέσουν τον εαυτό τους στη διάθεση των ανακριτικών αρχών και ακολούθως του Δικαστηρίου. Υπό αυτό το πρίσμα, αλλά και στη βάση των όσων προκύπτουν από την απόφαση ημερομηνίας 21.7.2017, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε καθυστέρηση των ανακριτικών αρχών είτε στη διερεύνηση της υπόθεσης είτε στην καταχώρηση της. Με την εξαίρεση της περιόδου Μαΐου 2011 - Ιούνιου του 2013, η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την επιβολή ποινής οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στους Κατηγορούμενους, με τρόπο ώστε το στοιχείο αυτό να μην μπορεί να επενεργήσει προς όφελος τους στην έκταση αυτή. Κρίνω δε ορθό να σημειώσω ότι στα πλαίσια αυτά το Δικαστήριο δεν εξετάζει το κατά πόσον οι Κατηγορούμενοι είχαν ή όχι την νομική υποχρέωση να επιστρέψουν στη Δημοκρατία εν γνώσει της εκκρεμότητας των ενταλμάτων σύλληψης. Όπως ούτε και το κατά πόσον οι αρχές της Interpol ενήργησαν με τον δέοντα τρόπο προς το σκοπό εκτέλεσης των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης. Γεγονός παραμένει, και τούτο είναι που έχει σημασία, πως ενώ οι Κατηγορούμενοι γνώριζαν για την εκκρεμότητα των ενταλμάτων σύλληψης εναντίον τους για περίοδο τριών και πλέον ετών παρέλειπαν να επιστρέψουν στη Δημοκρατία και να τεθούν ενώπιον της δικαιοσύνης. Το στοιχείο αυτό σε συνδυασμό με το ότι δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε ουσιαστική μεταβολή στις προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων στο διάστημα που έχει διαρρεύσει, περιορισμένη και μόνο σημασία μπορεί να αποδοθεί στο ζήτημα αυτό. Τονίζω, τέλος, ότι η ακροαματική διαδικασία διεξήχθηκε σε σύντομο, υπό τις περιστάσεις, χρόνο και χωρίς να διαπιστώνεται οποιαδήποτε καθυστέρηση που να μπορεί να αποδοθεί στην Κατηγορούσα αρχή ή το Δικαστήριο. Στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω κρίνω ότι η ποινή η οποία ενδείκνυται να επιβληθεί σε σχέση και με τους δυο Κατηγορούμενους είναι αυτή της φυλάκισης. Ως προς τη θέση του κ Τριανταφυλλίδη περί της μη αναγκαιότητας απόδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή ενόψει της απουσίας κινδύνου επανάληψης, παρατηρώ ότι δεν με βρίσκει σύμφωνη ενόψει των όσων έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω. Ούτως ή άλλως, σε αυτό το πλαίσιο (που δεν αποτελεί τον μοναδικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη) με την επιβολή ποινής δεν επιδιώκεται μόνο η πρόληψη τέλεσης νέων εγκλημάτων από τον συγκεκριμένο παραβάτη (ειδική πρόληψη) αλλά και η αποτροπή, ο εκφοβισμός, ο παραδειγματισμός και η έμμεση διαπαιδαγώγηση των υπόλοιπων πολιτών μέσα από την ποινή και τους μηχανισμούς της ποινικής δικαιοσύνης (γενική πρόληψη). Η θέση του κ Τριανταφυλλίδη περιορίζεται μόνο στο πλαίσιο της ειδικής πρόληψης. Επιβάλλω, λοιπόν, στους Κατηγορούμενους τις ακόλουθες ποινές: Στον Κατηγορούμενο 1: Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στην 4η κατηγορία καμία ποινή ενόψει της ποινής που θα επιβληθεί στην 5η κατηγορία. Στην 5η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην Κατηγορούμενη 2: Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στην 4η κατηγορία καμία ποινή ενόψει της ποινής που θα επιβληθεί στην 5η κατηγορία. Στην 5η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Οι ποινές που επιβλήθηκαν και στους δυο Κατηγορούμενους να συντρέχουν. Ενόψει των ποινών που έχουν επιβληθεί θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης τους. Θα πράξω δε τούτο σε σχέση και με τον Κατηγορούμενο 1, παρόλο που η εισήγηση της υπεράσπισης περιορίστηκε ουσιαστικά σε ό,τι αφορά στην Κατηγορούμενη 2. Όπως είναι καλά γνωστό, μετά την αλλαγή την οποία επέφερε ο Ν. 186
(1)/03 στον περί της Υφ' όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72, έχει διευρυνθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο πλέον διατάζει αναστολή εκτέλεσης επιβληθείσας ποινής φυλάκισης εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου. Έχω δε στα πλαίσια αυτά υπόψη μου τη σχετική επί του θέματος νομολογία και ενδεικτικά προς τούτο παραπέμπω στις υποθέσεις Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 221/2012, απόφαση ημερομηνίας 19.12.2012, Καλλή ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 238/2013, απόφαση ημερομηνίας 10.9.2014, Παπαπαντελή ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 11/16, απόφαση ημερομηνίας 17.10.2016 και Χρυσοδόντας ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 124/16, απόφαση ημερομηνίας 9.11.2016. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) αντικατοπτρίζει τη σύγχρονη θέση αναφορικά με το θέμα αυτό: «Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Εξετάζοντας την υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τις περιστάσεις της υπόθεσης ως αναλύονται πιο πάνω όσο και τις προσωπικές συνθήκες των δυο Κατηγορουμένων προς το σκοπό της εκ νέου θεώρησης των πραγμάτων. Χωρίς να παραγνωρίζεται το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων σε συνδυασμό με την ηλικία τους κρίνω ότι με δεδομένη τη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω σε συνδυασμό με τα επιβαρυντικά στοιχεία που επισημαίνονται πιο πάνω και ιδιαίτερα του προσχεδιασμού και της εκμετάλλευσης της ανάγκης και επιθυμίας του Goran Vujic να παραμείνει στη Δημοκρατία και στην απουσία οποιασδήποτε μεταμέλειας από μέρους τους (ως αυτή προκύπτει μέσα από τις Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας), δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογούσε την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του υπέρ της αναστολής της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ο διαφορετικός ρόλος των Κατηγορουμένων 1 και 2 στη διάπραξη των αδικημάτων, στοιχείο το οποίο και αντικατοπτρίζεται στο ύψος των ποινών που έχουν επιβληθεί, δεν μεταβάλλει, όμως, η μικρότερη εμπλοκή της Κατηγορούμενης 2, την βασική μου προσέγγιση ότι δεν υπάρχουν στην προκειμένη περίπτωση ουσιώδη στοιχεία που να συνηγορούν στην αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Τέλος, επισημαίνω ότι τα προβλήματα υγείας τα οποία και οι δυο Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν λήφθηκαν δεόντως υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, τα οποία στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν πρόκειται να επιδεινωθούν σε περίπτωση επιβολής ποινής άμεσης φυλάκισης. Κρίνω, τέλος, ότι τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης δεδομένης της σοβαρότητας των περιστατικών της υπόθεσης και της φύσης των επίδικων αδικημάτων θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα για αυτού του είδους τις συμπεριφορές και θα υπονόμευε τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της επιβληθείσας ποινής. Συνακόλουθα, η ποινή να εκτελεστεί άμεσα. Δεδομένων των προνοιών του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η περίοδος έκτισης των ποινών που έχουν επιβληθεί να μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι Κατηγορούμενοι παρέμειναν υπό κράτηση σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, ήτοι από 24.1.2017. Ενόψει της επιβληθείσας ποινής το ποσό των εξόδων εκ €350 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ......................................... Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.