← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Έφη Ηροδότου, Ποινική Υπόθεση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού Αρ: 744/17, 1/8/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Έφη Ηροδότου, Ποινική Υπόθεση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού Αρ: 744/17, 1/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ Ποινική Υπόθεση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού Αρ: 744/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή v. Έφη Ηροδότου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 1 Αυγούστου 2017 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Μιχαήλ Για Κατηγορούμενη: κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης με κ. Ε. Μάνουλλο και κα Α. Παναγιώτου Κατηγορούμενη παρούσα ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στο αδίκημα πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και στο αδίκημα μη συμμόρφωσης με φώτα τροχαίας κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58

(1)(ια) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και άρθρων 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου ν. 86/
  1. Τα γεγονότα που περιβάλουν τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων έχουν ανευρεθεί από το Δικαστήριο και αναφέρονται στην απόφαση ημερομηνίας 26.6.
  2. Συνοπτικά, αυτά έχουν ως ακολούθως: Στις 27.12.2007 και περί τις 04:45 η Κατηγορούμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KNL326 στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού με κατεύθυνση προς την διασταύρωση με την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου. Οι δύο πιο πάνω οδοί διασταυρώνονται υπό γωνία. Η εν λόγω διασταύρωση ελεγχόταν από φώτα τροχαίας τα οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο λειτουργούσαν κανονικά. Το όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν σκοτάδι αλλά στην διασταύρωση υπήρχε ικανοποιητικός οδικός φωτισμός. Ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα ασφάλτινο και ξηρό. Η κατηγορούμενη οδηγούσε έχοντας αναμμένα τα φώτα πορείας του αυτοκινήτου της και κινούταν στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού ερχόμενη από ανατολικά και κατευθυνόμενη προς δυτικά. Την ίδια στιγμή, ο Αιμίλιος Ιωάννου, ηλικίας 17 ετών (στο εξής «το θύμα») οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής KRP886, έχοντας αναμμένα τα φώτα πορείας του και κινούταν στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου ερχόμενος από βόρεια και κατευθυνόμενος νότια. Έφερε στο κεφάλι του το κράνος ασφαλείας μη εγκεκριμένου τύπου το οποίο δεν ήταν κατάλληλα προσδεδεμένο στο κεφάλι του. Το θύμα, εισήλθε εντός της διασταύρωσης με πρόθεση να κινηθεί ευθεία ως η πορεία του. Εκείνη την στιγμή, ο φωτεινός σηματοδότης εξέπεμπε πράσινο φως προς την κατεύθυνση του. Όταν το θύμα έφτασε περίπου στο μέσο της διασταύρωσης, η Κατηγορούμενη κινούμενη με την κατεύθυνση που αναφέρθηκε πιο πάνω και με πρόθεση να κατευθυνθεί ευθεία ως η πορεία της, εισήλθε εντός της διασταύρωσης παραβιάζοντας τον φωτεινό σηματοδότη, ο οποίος εκείνη την στιγμή εξέπεμπε κόκκινο φως προς αυτή δίδοντας της σήμα να σταματήσει. Χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα, προχώρησε ευθεία εισερχόμενη στη διασταύρωση, εντός της οποίας βρισκόταν ήδη το θύμα. . Επακολούθησε η σύγκρουση των δύο οχημάτων, συνεπεία της οποίας το θύμα, αφού πρώτα κτύπησε επί του αυτοκινήτου που οδηγούσε η Κατηγορουμένη, ακολούθως εκσφενδονίστηκε στον αέρα και έπεσε ακολούθως στην άσφαλτο όπου κτύπησε μεταξύ άλλων στο κεφάλι. Από τη σύγκρουση, το κράνος που έφερε στο κεφάλι ο μοτοποδηλάτης είχε προηγουμένως φύγει από το κεφάλι του. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Κατηγορουμένη δεν σταμάτησε στο σημείο και συνέχισε με την ίδια ταχύτητα να ακολουθεί δυτική κατεύθυνση. Συνεπεία του εν λόγω δυστυχήματος, το θύμα τραυματίστηκε θανάσιμα και στις 05:19 διαπιστώθηκε ο θάνατος του, ο οποίος προήλθε από κακώσεις σώματος και ζωτικών οργάνων συνεπεία του δυστυχήματος που προηγήθηκε. Στα πλαίσια διεξαγωγής δίκης τύπου Newton τα μέρη δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: H παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε για πρώτη φορά στις 6.6.2008 και ορίστηκε για απάντηση στις 9.6.
  3. Επρόκειτο για την υπόθεση με αριθμό 10148/08 στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση στις 16.9.
  4. Ασκήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα η Ποινική Έφεση υπ' αριθμό 213/2009, όπου με απόφαση ημερομηνίας 3.3.2011 διατάχθηκε η επανεκδίκαση. Λόγω του ότι δεν κατέστη δυνατή η επίδοση κλήσης στην κατηγορούμενη, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, εξέδωσε στις 12.5.2011 ένταλμα σύλληψης βάσει του άρθρου 44 του Κεφ.
  5. Στις 20.5.2011, εκδόθηκε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης εναντίον της κατηγορουμένης και ενημερώθηκε σχετικά η Interpol. Η υπόθεση 10148/08 εκκρεμούσε για απάντηση και έλεγχο του εντάλματος σύλληψης, μέχρι τις 2.4.2012, ημερομηνία κατά την οποία διακόπηκε με οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα. Κατά συνέπεια, ακυρώθηκε τόσο το Κυπριακό όσο και Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Στις 7.5.2012 εκδόθηκε νέο κυπριακό ένταλμα σύλληψης και στις 7.6.2012 εκδόθηκε νέο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης στην βάση των οποίων, η κατηγορούμενη συνελήφθη στις 8.1.2017 από τις Ελληνικές αρχές και εκδόθηκε στις Κυπριακές αρχές για εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορούμενη γνώριζε από το έτος 2011 ότι αναζητούταν από την Κυπριακή Δημοκρατία καθώς και το γεγονός ότι εις βάρος της εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης και ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για σκοπούς προώθησης ποινικής δίωξης εναντίον της σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Εντούτοις, η Κατηγορούμενη δεν προσήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία για να τεθεί ενώπιον της Δικαιοσύνης παρά μόνο μετά την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης στις 8.1.
  6. Πέραν των πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε ότι η κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν βαρύνεται με οποιουσδήποτε βαθμούς ποινής. Επίσης, έχουν δημιουργηθεί €315 έξοδα της διαδικασίας. Δεδομένης της σοβαρότητας των αδικημάτων και των προβλεπόμενων στο νόμο ποινών, το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της Κατηγορουμένης. Σε αυτήν καταγράφεται ότι η Κατηγορούμενη είναι ηλικίας 30 ετών, άγαμη και χωρίς τέκνα. Ο πατέρας της εργαζόταν στην Εθνική Φρουρά μέχρι το 2010 που συνταξιοδοτήθηκε. Η μητέρα της εργαζόταν ως λογίστρια σε ιδιωτική κλινική μέχρι το 2008, ενώ στην συνέχεια παρέμεινε στο σπίτι για να στηρίξει την Κατηγορούμενη. Μετά την αποφοίτηση της από το Λύκειο, η Κατηγορούμενη μετέβη στην Αθήνα όπου φοίτησε στον κλάδο Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου. Παράλληλα, άρχισε να φοιτά στον κλάδο νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Λευκωσίας αλλά διέκοψε την φοίτηση της λόγω της δίκης που ολοκληρώθηκε στον Σεπτέμβριο του
  7. Ακολούθως, πηγαινοερχόταν στην Κύπρο μέχρι και το 2011 ενώ αργότερα παρέμεινε στην Αθήνα όπου παρακολουθείτο εντατικά από ψυχίατρο και ψυχολόγο λόγω σοβαρών κρίσεων πανικού και σοβαρού μετατραυματικού στρες, αποτέλεσμα του αυτοκινητιστικού δυστυχήματος και του συνεχούς εκφοβισμού της στο διαδίκτυο. Στην Αθήνα έλαβε το πτυχίο Ψυχολογίας. Κατά την διάρκεια της διαμονής της στην Αθήνα, συμμετείχε επίσης ενεργά σε δραστηριότητες της εκκλησίας. Ως ανέφερε η ίδια η Κατηγορούμενη, έχει «πληρώσει» συναισθηματικά, ψυχολογικά, κοινωνικά και οικονομικά το λάθος της που στοίχισε τη ζωή σε ένα άνθρωπο. Ειδικότερα, αδυνατεί να οδηγήσει αλλά και να μεταβεί ως επιβάτης σε αυτοκίνητο αφού τούτο της προκαλεί κρίσεις πανικού. Έχει δε βιώσει ψυχολογικό πόλεμο εναντίον της από Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και από φίλους και συγγενείς του θύματος. Τέλος, η Κατηγορούμενη έχει υποβληθεί σε 2 τριπλά χειρουργεία λόγω γυναικολογικών προβλημάτων που σύμφωνα με την ίδια, προκλήθηκαν από την άσχημη ψυχολογική της κατάστασης. Εξακολουθεί δε να βιώνει έντονο μετατραυματικό στρές και παρακολουθείται από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας των φυλακών όπου βρίσκεται ως υπόδικος για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορουμένης υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Αναφέρθηκε περαιτέρω στο ιστορικό της παρούσας υπόθεσης, ξεκινώντας από την καταχώριση της ποινικής Υπόθεσης 10140/08 στην οποία η Κατηγορούμενη αντιμετώπισε κατηγορίες για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης και επικίνδυνης πράξης, για οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος καθ' ον χρόνο η αναλογία αλκοόλης υπερέβαινε το επιτρεπτό όριο, μη συμμόρφωση σε φωτεινό σηματοδότη και εγκατάλειψη του τόπου ατυχήματος. Κρίθηκε ένοχη μόνο για το αδίκημα εγκατάλειψης του τόπου του ατυχήματος για το οποίο της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 μηνών και στέρηση του δικαιώματος της να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 2 ετών. Η εν λόγω ποινή φυλάκισης ανεστάλη για περίοδο 3 ετών από την ημερομηνία επιβολής της. Στην έφεση που ακολούθησε, διατάχθηκε επανεκδίκαση της υπόθεσης μόνο σε σχέση με τις κατηγορίες πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης και μη συμμόρφωσης με φώτα τροχαίας. Σε σχέση με την κατηγορία για οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος καθ' ον χρόνο η αναλογία αλκοόλης υπερέβαινε το επιτρεπτό όριο η Κατηγορούμενη αθωώθηκε τελεσίδικα καθότι ως προκύπτει και από την απόφαση απεσύρθη ο σχετικός λόγος έφεσης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορουμένης κάλεσε περαιτέρω το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορουμένης, το γεγονός ότι επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό με απομακρυσμένη έως ανύπαρκτη πιθανότητα επανάληψης. Σε σχέση με τις επιπτώσεις στη σταδιοδρομία της κατηγορούμενης, έγινε αναφορά στον περί Εγγραφής Ψυχολόγων Νόμο του 1995 (Ν. 68(I)/1995) και ειδικότερα στο άρθρο 8(β) το οποίο προνοεί ότι κάθε πρόσωπο δικαιούται να εγγραφεί στο Μητρώο Εγγεγραμμένων Ψυχολόγων, αν ικανοποιήσει το Συμβούλιο ότι είναι πρόσωπο καλού χαρακτήρα, προσκομίζοντας προς απόδειξη τούτου πιστοποιητικό πολίτη λευκού ποινικού μητρώου. Συνεπώς, η κατηγορούμενη για τουλάχιστον κάποια χρονική περίοδο δεν θα μπορεί να εγγραφεί και να εργαστεί ως ψυχολόγος με βάση το πτυχίο που έχει εξασφαλίσει. Έγινε επίσης, αναφορά σε ψυχικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη λόγω της υπόθεσης. Παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έκθεση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας της Δημοκρατίας (βλ. Έγγραφο 9) όπου αναφέρεται συμπερασματικά ότι η Κατηγορούμενη στο παρόν στάδιο δεν παρουσιάζει μείζονα ενεργό ψυχοπαθολογία. Εντούτοις δεδομένης της μακροχρόνιας ποινικής διαδικασίας και της φυλάκισης της, προτείνεται όπως η Κατηγορούμενη αναπτύξει συνεργασία με ψυχολόγο με στόχο την ψυχολογική επεξεργασία του δυστυχήματος, της ποινικής διαδικασίας και του εγκλεισμού της. Στα ίδια πλαίσια ο κ. Τριανταφυλλίδης αναφέρθηκε στην μεγάλη χρονική περίοδο που έχει παρέλθει από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Τέλος, ο συνήγορος της Κατηγορουμένης αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο η κατηγορούμενη θα αντιμετωπιστεί βγαίνοντας στην κοινωνία. Έγινε αναφορά και παραπομπή σε διάφορα δημοσιεύματα (βλ. Έγγραφο 10) που μεταξύ άλλων χαρακτηρίζουν την Κατηγορούμενη ως δολοφόνο και άκρως επικίνδυνη και κατακρίνουν τον τρόπο με τον οποίο έδρασε η ίδια και η οικογένεια της. Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Αδιαμφισβήτητα το αδίκημα που προνοείται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα είναι σοβαρό και αυτό διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Εκτός όμως τούτου, οι ανησυχητικές διαστάσεις του φαινομένου των τροχαίων ατυχημάτων είναι εμφανείς στην κοινωνία. Στην υπόθεση Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 λέχθηκαν τα εξής: «Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Δυστυχώς, η πιο πάνω διαπίστωση είναι επίκαιρη μέχρι και σήμερα. Τούτο επιβεβαιώθηκε και σε άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460, Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Χαραλαμπίδης
(2009)2 Α.Α.Δ. 237). Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν έχει ατονήσει αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα συνεχίζουν να βρίσκονται σε έξαρση με καταστρεπτικές συνέπειες για την κοινωνία. Τούτο επαναλήφθηκε και στην απόφαση στην Νικολάου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B205, Π.Ε. 195/2014 ημερομηνίας 20.3.2015. Στην τελευταία αυτή υπόθεση συγκεφαλαιώθηκαν κατευθυντήριες γραμμές για το καθορισμό τόσο του είδους της αλλά και της έκτασης της. Έγινε δε παραπομπή σε αγγλική νομολογία (βλ. R. v. Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549 και R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353) αλλά και σε παλαιότερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 και Στην απόφαση Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562) το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην R v. Βοswell (ανωτέρω), ανέφερε ως ενδεικτικούς επιβαρυντικούς παράγοντες την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, την ταχύτητα, την αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες και την επί μακρόν επιμονή και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια), η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθεια του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, λέχθηκε ότι οι αρχές των Guilfoyle και Boswell (ανωτέρω) έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Όμως οι αρχές αυτές δεν ανάγονται σε κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου αποτελούν σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής. Στρεφόμενος λοιπόν στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, διαπιστώνεται ότι η Κατηγορούμενη πλησιάζοντας στη συμβολή οδών Γρηγόρη Αυξεντίου και Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού η, εισήλθε σε αυτή ενώ το φώς στην πορεία της ήταν κόκκινο με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Αιμίλιος Ιωάννου το οποίο είχε ήδη εισέλθει στη διασταύρωση με πράσινο φως. Η Κατηγορούμενη, χωρίς καν να στρέψει την προσοχή της προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν το θύμα και χωρίς να επιδείξει ενδιαφέρον για την ύπαρξη άλλων οχημάτων στην διασταύρωση, εισήλθε σε αυτή παραβιάζοντας τον κόκκινο σηματοδότη. Συνέχισε δε την πορεία της με σταθερή ταχύτητα. Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι η Κατηγορούμενη αδιαφόρησε πλήρως για την ασφάλεια άλλων οδηγών που κινούνταν νόμιμα στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου, εν προκειμένω το θύμα. Η όλη συμπεριφορά και ο τρόπος οδήγησης της δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως εγωιστικός και ως τέτοιος που δείχνει αδιαφορία για την ασφάλεια των άλλων οδηγών. Η Κατηγορούμενη οδήγησε αλόγιστα, επικίνδυνα αλλά και απερίσκεπτα υπό τις περιστάσεις και δεν μπορεί η περίπτωση αυτή να ενταχθεί στα πλαίσια στιγμιαίου λάθους ή σφάλματος. Στις περιπτώσεις εκείνες που η οδική συμπεριφορά του παραβάτη εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια των άλλων ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης (βλ. Δημοκρατία ν. Γερολέμου, Ποιν. Εφ. 169/2016, ημερ. 28 Φεβρουαρίου 2017 και Φιντανάκης ν. Αστυνομίας , Ποινική ΄Εφεση Αρ. 98/2013, 30/9/2014). Δυστυχώς, ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε η Κατηγορουμένη είχε ως τραγικό αποτέλεσμα την απώλεια της ζωής ενός νέου ανθρώπου. Δεν έχω αντιληφθεί, μέσα από τα λεγόμενα της Κατηγορουμένης, ως αυτά προκύπτουν μέσα από τις συνεντεύξεις της με λειτουργούς του γραφείου ευημερίας και των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, οποιαδήποτε στοιχεία ειλικρινούς μεταμέλειας. Βέβαια, τόσο η Κατηγορουμένη τόσο η ίδια κατά την ανωμοτί δήλωση της όσο και δια μέσου του συνηγόρου της εξέφρασε την θλίψη της για την απώλεια ενός ανθρώπου. Πλην όμως, όπως φαίνεται από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αλλά και στην επιστολή των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας τα συναισθήματα τα οποία η κατηγορούμενη φέρει σε σχέση με το επίδικο συμβάν είναι συναισθήματα θυμού, πικρίας και αδικίας. Ως η ίδια αναφέρει, έχει «πληρώσει» συναισθηματικά, ψυχολογικά, κοινωνικά και οικονομικά το λάθος της που στοίχισε τη ζωή σε ένα άνθρωπο. Ενώ δηλαδή, έστω και την υστάτη, παραδέχεται ότι διέπραξε ένα λάθος, εντούτοις θεωρεί ότι το έχει ξεπληρώσει λόγω των γεγονότων και συναισθημάτων που βίωσε στην συνέχεια. Τα συναισθήματα αυτά, σύμφωνα με την Κατηγορούμενη πηγάζουν από την διάσταση και την δημοσιότητα που έχει λάβει η υπόθεση. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, παραπέμπω στην υπόθεση Σουτζιής ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 424 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την προσέγγιση του Κακουργιοδικείου το οποίο θεώρησε πως τα δημοσιεύματα εναντίον του εφεσείοντα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ήταν εξωγενής παράγων που δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής για να δικαιολογεί μείωσή της, εν όψει της σοβαρότητας των αδικημάτων. Τονίστηκε περαιτέρω πως τέτοια δημοσιεύματα δεν μπορεί να θεωρηθούν ως τιμωρία που να οδηγεί σε μείωση της ποινής. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, κρίνω ότι τα όποια δημοσιεύματα σε σχέση με την πορεία της υπό συζήτηση υπόθεσης ή ακόμα και κακεντρεχή ή κακόβουλα ή συκοφαντικά σχόλια σε μέσα μαζικής ενημέρωσης, αποτελούν εξωγενή παράγοντα ο οποίος δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως εξωδικαστική τιμωρία δυνάμενη να οδηγήσει στη μείωση της ποινής. Το άγχος και η αγωνία που προφανώς διακατέχει ένα κατηγορούμενο για την εξέλιξη μιας ποινικής διαδικασίας που τον αφορά, δεν μπορεί από μόνο του, να αποτελέσει αιτία για περαιτέρω μείωση της ποινής. Έτι δε περαιτέρω, η εισήγηση ότι η Κατηγορούμενη μετά την αποφυλάκιση της θα αντιμετωπίσει μια εχθρική κοινωνία δεν είναι παράγοντας ο οποίος μπορεί να προσμετρήσει ως μετριαστικός. Συν τοις άλλοις, η εισήγηση αυτή στηρίζεται επί καθαρά υποθετικής βάσης. Στρέφομαι τώρα στον παράγοντα χρόνο. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι υπάρχει παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων. Είναι επίσης αναντίλεκτο ότι καταχωρήθηκε αρχικά η ποινική υπόθεση με αριθμό 10148/08 στα πλαίσια της οποίας η Κατηγορουμένη αθωώθηκε στις κατηγορίες που αφορά η παρούσα υπόθεση. Στις 3.3.2011 με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, διατάχθηκε η επανεκδίκαση της υπόθεσης. Επομένως, από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και τις 3.3.2011 διεξήχθη δικαστική διαδικασία η οποία απέληξε στην διαταγή για επανεκδίκαση. Για το χρονικό αυτό διάστημα, σύμφωνα με την θέση της υπεράσπισης η Κατηγορούμενη δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη, κάτι το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα αρχή. Τούτο, δεν μπορεί παρά να έχει τη δική του επίπτωση στην ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί καθώς η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355). Αναμφίβολα, το Δικαστήριο θα εκτιμήσει τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι και την έκδοση διαταγής για επανεκδίκαση, ως ένα επιπρόσθετο ελαφρυντικό παράγοντα, σημειώνοντας ταυτόχρονα, ως η νομολογία καταδεικνύει, ότι αυτός δεν μπορεί από μόνος του να εξουδετερώσει κάθε άλλο σχετικό και επιβαρυντικό παράγοντα, όπως τη σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε η κατηγορούμενη στην υπό συζήτηση περίπτωση και την συνακόλουθη αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών (βλ. Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρίστος Γενεθλίου, Ποιν. Έφ. 5.2016, ημερ. 1.3.2016). Σκοπίμως δεν αναφέρθηκα πιο πάνω για το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει από την 3.3.2011 μέχρι και την σύλληψη της Κατηγορουμένης στις 8.1.2017. Και τούτο διότι για το εν λόγω χρονικό διάστημα η συμπεριφορά της ίδιας της Κατηγορουμένης, έχει τη δική της σημασία. Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτης κ.α
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 λέχθηκε ότι όταν για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνεται ο κατηγορούμενος τότε δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Bαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638). Πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι ακόμη και στην περίπτωση που για την καθυστέρηση ευθύνεται ο κατηγορούμενος, η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μαζί με τα υπόλοιπα περιστατικά και τη φύση της υπόθεσης (βλ. Σωτήρης Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365 και Αστυνομία ν. Μόδεστου Νικολάου, Ποινική Έφεση 217/2016 ημερομηνίας 11.5.2017). Η υπεράσπιση αμφισβήτησε την θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι η κατηγορούμενη ήταν καταζητούμενο πρόσωπο για την περίοδο από της έκδοσης της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου μέχρι και τις 8.1.2017 που συνελήφθη. Και τούτο διότι δεν είχε επιδοθεί ποτέ κατηγορητήριο στην κατηγορούμενη ούτε εκτελέστηκε ένταλμα σύλληψης. Κατά την θέση της υπεράσπισης, μετά από τις 12.4.2012, δεν υπήρχε εναντίον της Κατηγορούμενης ούτε ποινική υπόθεση ούτε ένταλμα σύλληψης και συνεπώς η Κατηγορούμενη δεν είχε νομική υποχρέωση να έρθει στην Κύπρο. Έγινε περαιτέρω αναφορά ότι κατά την περίοδο που η κατηγορούμενη ήταν στην Ελλάδα, είχε βεβαίωση αποδοχής φορολογικού μητρώου ημερομηνίας 27.4.2016 (Έγγραφο 5) με διεύθυνση στη Νέα Ιωνία όπου διέμενε όταν συνελήφθηκε, εντούτοις δεν εντοπίστηκε για να συλληφθεί. Επισημαίνω κατ' αρχήν ότι στην απόφαση του Προέδρου Εφετών αναφέρεται διαφορετική διεύθυνση διαμονής της Κατηγορουμένης από την διεύθυνση που αναγράφεται στην βεβαίωση αποδοχής φορολογικού μητρώου. Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι τούτο που έχει σημασία. Δεν εξετάζεται στην παρούσα περίπτωση κατά πόσον η Interpol Αθηνών ενήργησε με τον δέοντα επαγγελματισμό προς εντοπισμό της Κατηγορουμένης και αν προς τούτο επικοινώνησε με διάφορες υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου. Ούτε εξετάζεται κατά πόσον η Κατηγορούμενη όφειλε νομικά να επανέλθει στην Κύπρο για να εκτελεστούν τα Εντάλματα Σύλληψης, αν και ως ήδη αναφέρθηκε, η νομότυπη έκδοση τους δεν έχει αμφισβητηθεί. Σημασία για την παρούσα περίπτωση έχει το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη γνώριζε περί της διαταγής για επανεκδίκαση και η ίδια απέφυγε ή παρέλειψε να προσέλθει στην Κύπρο και να θέσει τον εαυτό της ενώπιον Δικαστηρίου. Το ζητούμενο και το ουσιαστικό είναι ότι ενώ εκκρεμούσαν τα εντάλματα από το 2012 για σκοπούς προώθησης και καταχώρισης της παρούσας υπόθεσης και ενώ τούτο ήταν εις γνώση της Κατηγορούμενης, εντούτοις η τελευταία επέλεξε να μην τεθεί νωρίτερα στην διάθεση των αρχών ώστε να διαγνωστεί η ποινική της ευθύνη νωρίτερα. Ως ανέφερε η ίδια, δεν ήταν έτοιμη να παρακολουθήσει την δικαστική διαδικασία. Υπό αυτό το πρίσμα, η όποια καθυστέρηση παρατηρείται από την 3.3.2011 βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορουμένη και δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα. Εν όψει των πιο πάνω, αποδίδεται περιορισμένη βαρύτητα στο χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από την 3.3.2011 και έπειτα (βλ. Σωτήρης Αβραάμ v. Αστυνομίας (ανωτέρω)). Ως προς την βαρύτητα που θα αποδώσω στην καθυστέρηση είτε για αυτήν ευθύνεται η Κατηγορουμένη είτε όχι, έχω κατά νου ότι ως έχει νομολογηθεί, ο βασικός λόγος για τον οποίο η καθυστέρηση προσμετρά ως ελαφρυντικός παράγοντας είναι διότι στο μεταξύ οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου μπορεί να έχουν αλλάξει. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι επήλθε οποιαδήποτε δραματική αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες της Κατηγορουμένης πέρα από το γεγονός ότι απέκτησε έκτοτε το πτυχίο ψυχολογίας. Περαιτέρω, η κατηγορούμενη εξακολουθεί να είναι άγαμη και χωρίς τέκνα. Λαμβάνονται βέβαια υπόψη όσα ο συνήγορος της Κατηγορουμένης ανέφερε με παραπομπή στον Ν. 68(I)/1995, σε σχέση με τις συνέπειες που θα έχει στην ενδεχόμενη μελλοντική σταδιοδρομία της Κατηγορουμένης η επιβολή ποινής στην παρούσα υπόθεση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Sentencing and Criminal Justice, A. Ashworth, έκδοση 2000, στη σελ. 152, οι συνέπειες στη σταδιοδρομία του αδικοπραγούντα, όπου τα αδικήματα είναι άσχετα με την εργασία του, είναι παράγων που μπορεί να ληφθεί υπόψη ως ελαφρυντικός. Πρέπει βεβαίως, στην προκειμένη περίπτωση να συνυπολογιστεί και συνυπολογίζεται το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη δεν φαίνεται να έχει αναπτύξει επαγγελματική ή επιχειρηματική δραστηριότητα η σταδιοδρομία της οποίας θα διακοπεί συνεπεία της επιβολής ποινής. Λαμβάνονται περαιτέρω υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορουμένης και ιδιαίτερα τα ψυχικά και σωματικά προβλήματα υγείας που η Κατηγορούμενη αντιμετώπισε στο παρελθόν και καλείται να αντιμετωπίσει στο μέλλον αν και επισημαίνω ότι σύμφωνα με την έκθεση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, η Κατηγορούμενη δεν παρουσιάζει στο παρόν στάδιο μείζονα ενεργό ψυχοπαθολογία. Γίνεται απλά εισήγηση όπως η Κατηγορούμενη αναπτύξει συνεργασία με ψυχολόγο με στόχο την ψυχολογική επεξεργασία του δυστυχήματος, της ποινικής διαδικασίας και του εγκλεισμού της. Θα πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί ότι σε σοβαρά αδικήματα τα οποία βρίσκονται σε έξαρση και επιβάλλεται η ανάγκη για αυστηρή και αποτρεπτική ποινή, οι προσωπικές περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540 και Παναγιώτης Προκοπίου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 73). Επίσης, στην υπόθεση Παντέλα v. Αστυνομίας (ανωτέρω), αναφέρθηκε ότι το νεαρό της ηλικίας ενός κατηγορούμενου μπορεί, γενικά, να ληφθεί υπόψη ως ελαφρυντικός παράγων. Όμως σε τέτοιας φύσης αδικήματα το νεαρό της ηλικίας σίγουρα δεν μπορεί να ενεργήσει έτσι, ιδιαίτερα, εν όψει του γεγονότος ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα στον τόπο μας έχουν πολλαπλασιαστεί επικίνδυνα τα τελευταία χρόνια. Ακριβώς είναι τα άτομα νεαρής ηλικίας που θα πρέπει να συνετιστούν και οι αυστηρές ποινές μπορούν να συμβάλουν προς το σκοπό αυτό. Λαμβάνω τέλος υπόψη ότι η Κατηγορούμενη μετά την διάπραξη των αδικημάτων, επέδειξε εθελοντική δράση και συμμετείχε ενεργά σε δραστηριότητες της εκκλησίας. Επαναλαμβάνοντας τα λεχθέντα στην Σάββα ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 242 κρίνω ότι το στοιχείο αυτό δεν αφορά μόνο την εθελοντική προσφορά της Κατηγορουμένης, αλλά ταυτόχρονα ανατρέπει σε κάποιο βαθμό και το στίγμα που της αποδόθηκε ένεκα του τραγικού συμβάντος. Επισημαίνω βέβαια ότι η εθελοντική προσφορά της Κατηγορουμένης δεν εξομοιώνεται και δεν είναι του ίδιου βαθμού με την εθελοντική προσφορά που είχε ληφθεί υπόψη στην Σάββα (ανωτέρω). Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω καθώς επίσης, τη σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, τις περιστάσεις διάπραξης του και τις συνέπειες του, που ήταν ο θάνατος ενός νέου ανθρώπου, την πάγια θέση της νομολογίας για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους υποθέσεις, έχω καταλήξει ότι η ποινή φυλάκισης δεν μπορεί να αποφευχθεί. Συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω και επιδεικνύοντας στην Κατηγορούμενη τη μέγιστη δυνατή επιείκεια, επιβάλλεται σε αυτήν στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 2 ετών. Επιπλέον, η Κατηγορούμενη αποστερείται του δικαιώματος της να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 2 ½ ετών από σήμερα και της επιβάλλονται περαιτέρω 10 βαθμοί ποινής. Νοείται ότι από την ως άνω ποινή φυλάκισης θα αφαιρεθεί το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η Κατηγορουμένη τελούσε σε προφυλάκιση δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 48 του Κεφ. 155 καθώς επίσης και το χρονικό διάστημα που η Κατηγορούμενη τελούσε υπό κράτηση στο πλαίσιο της διαδικασίας παράδοσής της στις Κυπριακές αρχές (βλ. άρθρο 117 του Κεφ. 155 και άρθρο 35 του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου Ν. 133(I)/2004). Στην 2η Κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή δεδομένου ότι τα γεγονότα που την συνθέτουν περιλαμβάνονται στα γεγονότα της 1ης Κατηγορίας. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχω ήδη επιβάλει στην Κατηγορούμενη. Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο σαν μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι ξεχωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583). Μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος, το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303) Εξέτασα με προσοχή όλους τους παράγοντες και περιστάσεις που αφορούν στην Κατηγορούμενη και που νομολογιακά υπέχουν σημασίας στην εξέταση του κατά πόσο θα ανασταλεί ή όχι η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης. Κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν υφίστανται τέτοια περιστατικά που να δικαιολογούν την αναστολή, ιδιαίτερα λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος και της έξαρσης που παρουσιάζει η διάπραξή του. Τα ελαφρυντικά στοιχεία που τέθηκαν δεν είναι αρκετά ώστε να δικαιολογούν την αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, έχουν δε ληφθεί υπόψη ως μετριαστικοί παράγοντες στην επιμέτρηση της. Η κατηγορούμενη να καταβάλει €315 έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.