Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δημήτρης Χαραλαμπίδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 545/2015, 3/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 545/2015 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον 1.Δημήτρης Χαραλαμπίδης 2. Xenadrine Estates Limited Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 3 Αυγούστου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα αρχή: κα. Μ. Χαραλάμπους Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Ε. Ευσταθίου και κ Κ. Καμένος Κατηγορούμενος 1 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 Εισαγωγή Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει δώδεκα
(12)συνολικά κατηγορίες για το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Πιο συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε την μη εξόφληση των ακόλουθων επιταγών επί της Universal Bank οι οποίες είχαν εκδοθεί προς όφελος της εταιρείας Pathin Imports-Exports Company Ltd. Πρόκειται για τις ακόλουθες επιταγές της εταιρείας Xenadrine Estates Ltd:
- Επιταγή με αρ. 23292974 για το ποσό των €6.405,00 ημερομηνίας 31.1.2009 η οποία εκδόθηκε στις 12.1.2009 (Τεκμήριο 9
(2)- 1η κατηγορία). 2. Επιταγή με αρ. 23292976 για το ποσό των €10.248,00 ημερομηνίας 1.2.2009 η οποία εκδόθηκε στις 14.1.2009 (Τεκμήριο 9
(4)- 2η κατηγορία). 3. Επιταγή με αρ. 23292977 για το ποσό των €11.895,00 ημερομηνίας 2.2.2009 η οποία εκδόθηκε στις 15.1.2009 (Τεκμήριο 9
(6)- 3η κατηγορία). 4. Επιταγή με αρ. 23292978 για το ποσό των €13.633,50 ημερομηνίας 3.2.2009 η οποία εκδόθηκε στις 16.1.2009 (Τεκμήριο 9
(8)- 4η κατηγορία). 5. Επιταγή με αρ. 23292979 για το ποσό των €13.313,25 ημερομηνίας 4.2.2009 η οποία εκδόθηκε στις 19.1.2009 (Τεκμήριο 9
(10)- 5η κατηγορία). 6. Επιταγή με αρ. 23292980 για το ποσό των €13.770,75 ημερομηνίας 5.2.2009 η οποία εκδόθηκε στις 20.1.2009 (Τεκμήριο 9
(12)- 6η κατηγορία). 7. Επιταγή με αρ. 23292981 για το ποσό των €15.600,75 ημερομηνίας 6.2.2009 η οποία εκδόθηκε στις 21.1.2009 (Τεκμήριο 9
(14)- 7η κατηγορία). 8. Επιταγή με αρ. 23292982 για το ποσό των €14.228,25 ημερομηνίας 7.2.2009 η οποία εκδόθηκε στις 22.1.2009 (Τεκμήριο 9
(16)- 8η κατηγορία). 9. Επιταγή με αρ. 23292983 για το ποσό των €11.940,75 ημερομηνίας 8.2.2009 η οποία εκδόθηκε στις 23.1.2009 (Τεκμήριο 9
(18)- 9η κατηγορία). 10. Επιταγή με αρ. 23292985 για το ποσό των €14.045,25 ημερομηνίας 10.2.2009 η οποία εκδόθηκε στις 26.1.2009 (Τεκμήριο 9
(20)- 10η κατηγορία). 11. Επιταγή με αρ. 23292986 για το ποσό των €15.600,75 ημερομηνίας 11.2.2009 η οποία εκδόθηκε στις 27.1.2009 (Τεκμήριο 9
(22)- 11η κατηγορία). 12. Επιταγή με αρ. 23292987 για το ποσό των €17.751,00 ημερομηνίας 12.2.2009 η οποία εκδόθηκε στις 28.1.2009 (Τεκμήριο 9
(24)- 12η κατηγορία). Να σημειωθεί ότι τις ίδιες κατηγορίες αντιμετώπιζε και η Κατηγορούμενη 2, Xenadrine Estates Ltd, πλην, όμως, η ποινική δίωξη διακόπηκε σε σχέση με την Κατηγορούμενη 2 στις 1.12.2015 λόγω μη επίδοσης του κατηγορητηρίου και ως εκ τούτου αυτή απαλλάχθηκε. Προσκομισθείσα Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας αρχής κλήθηκαν και κατέθεσαν τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας, ενώ μετά την κλήση του σε απολογία ο Κατηγορούμενος 1 (στο εξής ο «Κατηγορούμενος») επέλεξε να προβεί σε ανόμωτη δήλωση και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των προσώπων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Παραθέτω, ωστόσο, μια σύνοψη των θέσεων που κάθε ένας από αυτούς προέβαλε στο Δικαστήριο, ώστε αυτές να γίνουν πιο εύκολα αντιληπτές. Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο Α/Αστ.1848 Στέφανου Ιωάννου ο οποίος υπηρετεί στην ΑΔΕ Λ/σίας και είναι τοποθετημένος στο κλιμάκιο οικονομικού εγκλήματος του ΤΑΕ Λ/σίας. Την 6.3.2009 ανέλαβε μαζί με τον Λοχ. 936 την εξέταση της παρούσας υπόθεσης και στα πλαίσια αυτά παρέλαβε τα σχετικά τεκμήρια. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης έλαβε γραπτή κατάθεση από διάφορα άτομα, μεταξύ των οποίων και η κα Μαρία Παναγιώτου (η οποία κατάθεσε ως Μ.Κ.2 κατά την ακροαματική διαδικασία) και η κα Μαρία Σέργη, διευθύντρια του καταστήματος της Universal Bank στην Μακεδονίτισσα όπου η εταιρεία Xenadrine Estates Ltd διατηρεί τον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 142-2-0143890-
- Παράλληλα, αναφέρθηκε στη λήψη κατάθεσης από τον κ Θεμιστοκλή Χαραλαμπίδη, αδελφό του Κατηγορούμενου και διευθυντή της εταιρείας Xenadrine Estates Ltd, ο οποίος δήλωσε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε οτιδήποτε αφορούσε στην εν λόγω εταιρεία, την οποία και χειριζόταν ο Κατηγορούμενος. Κατά την έρευνα της υπόθεσης, εξασφαλίστηκαν από το Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών διάφορα πιστοποιητικά τόσο σε σχέση με την εταιρεία Soussana Kiosks Ltd η οποία είχε συνεργασία με την παραπονούμενη εταιρεία Pathin Imports-Exports Company Ltd όσο και με την εταιρεία Xenadrine Estates Ltd η οποία είχε εκδώσει τις επίδικες επιταγές (βλέπε Τεκμήρια 6 και 7). Σύμφωνα δε με τα έγγραφα αυτά, κατά την 10.3.2009, διευθύντρια της Soussana Kiosks Ltd ήταν η Σουζάνα Χαραλαμπίδου, ενώ διευθυντής της Xenadrine Estates Ltd ο Θέμης Χαραλαμπίδης. Εγγεγραμμένο γραφείο και των δύο εταιρειών ήταν η οδός Βόλου 4, Μακεδονίτισσα, Λευκωσία. Όπως ανέφερε ο μάρτυρας, διευθυντής της εταιρείας Xenadrine Estates Ltd ήταν αρχικά ο Κατηγορούμενος, ο οποίος έπαυσε από τη συγκεκριμένη θέση περί την 26.12.
- Την 28.3.2009 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2) όπου στις πλείστες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν απάντησε λέγοντας «Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Την ίδια ημέρα λήφθηκε γραπτή συγκατάθεση από τον Κατηγορούμενο για έρευνα του χώρου διαμονής του (βλέπε Τεκμήριο 3) και η έρευνα διενεργήθηκε την ίδια ημέρα στην οδό Τεμπών αρ.15 στη Λευκωσία στην παρουσία του Κατηγορούμενου. Κατά την έρευνα εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν διάφορα τεκμήρια, ενώ έγινε προσπάθεια εντοπισμού των προϊόντων για τα οποία έκανε λόγο ο Κατηγορούμενος, χωρίς, όμως, οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Έρευνα προς το σκοπό εντοπισμού των εν λόγω προϊόντων δεν έγινε στα εγγεγραμμένα γραφεία είτε της εταιρείας Soussana Kiosks Ltd είτε της εταιρείας Xenadrine Estates Ltd, ενώ σύμφωνα με τον μάρτυρα κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο το περίπτερο που διαχειριζόταν η εταιρεία Soussana Kiosks Ltd δεν λειτουργούσε. Παράλληλα, όπως κατέθεσε ο Μ.Κ. 1, ο Κατηγορούμενος δεν παρουσίασε στην Αστυνομία οποιαδήποτε στοιχεία προς υποστήριξη του ισχυρισμού του περί παράδοσης προϊόντων μικρότερης αξίας. Στα πλαίσια αντεξέτασης του Μ.Κ. 1 αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης ότι κατά τον επίδικο χρόνο διευθύντρια της εταιρείας Xenadrine Estates Ltd ήταν η Χριστίνα Μιρέλα Αποστολέσκου και ότι μετά την παραίτηση του από τη θέση του διευθυντή της εταιρείας ο Κατηγορούμενος ενεργούσε ως εντολοδόχος της εταιρείας και ακολουθούσε τις οδηγίες του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας. Περαιτέρω, υποβλήθηκε στον Μ.Κ. 1 ότι η Soussana Kiosks Ltd απέστειλε επιστολή προς την εταιρεία Xenadrine Estates Ltd ζητώντας της να μην προχωρήσει στην πληρωμή των τιμολογίων που δόθηκαν τον Ιανουάριο του 2009, όπως επίσης ότι με απόφαση του ημερομηνίας 29.1.2009 το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας Xenadrine Estates Ltd ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να μεταβεί στα γραφεία της Universal Bank και να συμπληρώσει όλα τα αναγκαία έγγραφα για την ανάκληση πληρωμής των επίδικων επιταγών λόγω ελαττωματικών προϊόντων. Αξίζει να σημειωθεί στο στάδιο αυτό ότι μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Μ.Κ. 1 και ειδικότερα στις 27.3.2017 ο δικηγόρος που εκπροσωπούσε μέχρι τότε τον Κατηγορούμενο ζήτησε και έλαβε την άδεια του Δικαστηρίου προκειμένου να αποσυρθεί από δικηγόρος του. Εκείνη την ημέρα ο Κατηγορούμενος δεν ήταν παρών στο Δικαστήριο και εναντίον του εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης το οποίο ακολούθως εκτελέστηκε στις 30.3.
- Η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση στις 11.4.2017, ημερομηνία κατά την οποία ο Κατηγορούμενος ζήτησε χρόνο ώστε να διορίσει νέο δικηγόρο, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε και η υπόθεση επαναπρογραμματίστηκε για ακρόαση στις 27.4.
- Κατά την εν λόγω ημερομηνία, ο Κατηγορούμενος αιτήθηκε εκ νέου αναβολής για τους λόγους που εμφαίνονται στο πρακτικό του Δικαστηρίου, πλην, όμως, το αίτημα αυτό δεν έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο και η υπόθεση προχώρησε με τη συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας. Κατά την εν λόγω ημερομηνία μαρτυρία δόθηκε από την Μ.Κ. 2 η οποία και αντεξετάστηκε εκτενώς από τον Κατηγορούμενο στον οποίο το Δικαστήριο εξήγησε τη διαδικασία όπως και την αναγκαιότητα αντεξέτασης επί των θέσεων που αμφισβητούνται και υποβολής των θέσεων της υπεράσπισης στους μάρτυρες κατηγορίας. Κατά την επόμενη δικάσιμο, ήτοι στις 9.5.2017, το Δικαστήριο απέρριψε νέο αίτημα του Κατηγορούμενου για αναβολή της ακρόασης και δόθηκε μαρτυρία από τους Μ.Κ. 3 και 4, τους οποίους ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να αντεξετάσει δηλώνοντας ότι δεν έχει την απαραίτητες νομικές γνώσεις για να το πράξει. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε η κα Μαρία Παναγιώτου η οποία για τους σκοπούς της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της στην αστυνομία (Τεκμήριο 10). Όπως ανέφερε, κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως επιθεωρήτρια στην εταιρεία Κρόνος η οποία ασχολείται με την διαμονή τύπου και τηλεφωνικών καρτών so easy. Όπως εξήγησε, η εταιρεία Pathin Imports - Exports Company Ltd ήταν θυγατρική εταιρεία της εταιρείας Κρόνος. Στα πλαίσια της εργασίας της, η εν λόγω εταιρεία ανέθεσε στην Μ.Κ. 2 να εκτελεί τα καθήκοντα της στην περιοχή Αρχαγγέλου, Παρισινού, Μακεδονίτισσας, Αγίου Δομετίου και Αγίου Παύλου. Ένας από τους πελάτες που εξυπηρετούσε ήταν και ο Κατηγορούμενος, ο οποίος σύμφωνα με την μάρτυρα ήταν ιδιοκτήτης και διαχειριστής του περιπτέρου Souzana που βρισκόταν στην είσοδο του παλαιού Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Όπως ανέφερε η κα Παναγιώτου, ο Κατηγορούμενος αγόραζε κατά καιρούς μικρές ποσότητες κάρτες κινητής τηλεφωνίας για τις ανάγκες του περιπτέρου και πλήρωνε με μεταχρονολογημένες επιταγές ή με μετρητά. Το καλοκαίρι του 2008 ο Κατηγορούμενος έκλεισε το συγκεκριμένο περίπτερο, αναφέροντας της ότι επρόκειτο να γίνει ανακαίνιση. Ακολούθως, και πιο συγκεκριμένα μετά τις αρχές Δεκεμβρίου 2008, σε διάφορα χρονικά διαστήματα ο Κατηγορούμενος επικοινωνούσε τηλεφωνικώς με την μάρτυρα και διευθετείτο μεταξύ τους η πώληση μεγάλων ποσοτήτων καρτών κινητής τηλεφωνίας, τις οποίες, όπως ο Κατηγορούμενος ανέφερε στην κα Παναγιώτου, πωλούσε σε ξενοδοχεία και παζαράκια. Σε κάθε αγορά η μάρτυρας εξέδιδε χειρόγραφο τιμολόγιο αναγράφοντας σε αυτό το όνομα Souzana (εννοώντας το περίπτερο που διαχειριζόταν ο Κατηγορούμενος), τον κωδικό του περιπτέρου
(136), την ημερομηνία παράδοσης των καρτών, το είδος και την ποσότητα των καρτών καθώς και τη συνολική τους αξία. Από την πλευρά του ο Κατηγορούμενος εξέδιδε την ίδια στιγμή μεταχρονολογημένη επιταγή της Universal Bank από την εταιρεία Xenadrine Estates Ltd, πληρωτέα σε 15 ημέρες. Όπως εξήγησε, το μπλοκ τιμολογίων που η μάρτυρας είχε στην κατοχή της, αποτελείτο από τρία μέρη, ήτοι το άσπρο που δινόταν στον πελάτη, το ροζ που παραδιδόταν μαζί με την επιταγή στο λογιστήριο της εταιρείας την επόμενη της αγοράς και το κίτρινο που παρέμενε στέλεχος στο μπλοκ και παραδιδόταν στην εταιρεία όταν συμπληρωνόταν τα μπλοκ. Καταθέτοντας στο Δικαστήριο η κα Παναγιώτου τόνισε ότι κατά την παραλαβή την καρτών από το λογιστήριο της Pathin γινόταν ο σχετικός έλεγχος και ακολούθως τα κιβώτια ανοίγονταν ενώπιον του πελάτη και γινόταν η ανάλογη καταμέτρηση και έλεγχος. Τούτη η διαδικασία ακολουθήθηκε και σε όλες τις περιπτώσεις παράδοσης καρτών στον Κατηγορούμενο. Όπως κατέθεσε η κα Παναγιώτου, μεταξύ των ημερομηνιών 12-29.1.2009 παρέδωσε στον Κατηγορούμενο κάρτες κινητής τηλεφωνίας συνολικού ποσού €158.432,25 σε σχέση με τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές ως περιγράφονται πιο πάνω (βλέπε Τεκμήρια 9
(2), 9
(4), 9
(6), 9
(8), 9
(10), 9
(12), 9
(14), 9
(16), 9
(18), 9
(20), 9
(22)και 9
(24). Οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες και εκδόθηκαν σε σχέση με την πληρωμή των αντίστοιχων τιμολογίων (βλέπε Τεκμήρια 9
(1), 9
(3), 9
(5), 9
(7), 9
(9), 9
(11), 9
(13), 9
(15), 9
(17), 9
(19), 9
(21)και 9
(23)). Οι σχετικές αποδείξεις πληρωμής κατατέθηκαν σε δέσμη ως Τεκμήριο
- Όπως πληροφορήθηκε αργότερα η μάρτυρας, οι επιταγές αυτές δεν πληρώθηκαν, ενώ ο Κατηγορούμενος παραπονέθηκε στο λογιστήριο της εταιρείας ότι κατά την τελευταία αγορά υπήρχε κάποιο λάθος στην ποσότητα των καρτών που παρέλαβε. Πιο συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος απαιτούσε αποζημίωση ύψους €5,000 ισχυριζόμενος ότι στο κιβώτιο των καρτών με αξία €10 υπήρχαν κάρτες με αξία €5 ευρώ. Όταν η εταιρεία ζήτησε από την μάρτυρα να παραδώσει μεταξύ άλλων τις κάρτες και τα χρήματα που είχε στην κατοχή της και της αναφέρθηκε ότι θα βρισκόταν με άδεια μέχρι να ξεκαθαρίσει η υπόθεση, η ίδια αποτάθηκε σε δικηγόρο σε σχέση με το θέμα. Στα πλαίσια αυτά, και χωρίς να αναγνωρίζει οποιαδήποτε ευθύνη και προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε ταλαιπωρία στην εταιρεία όπου εργαζόταν, η μάρτυρας προσφέρθηκε να πληρώσει η ίδια το ποσό της αποζημίωσης εκ €5000 ώστε η εταιρεία να εισπράξει το λαβείν της και το όλο θέμα να λήξει. Η Μ.Κ. 4 αντέδρασε θετικά και στο πλαίσιο αυτό ανταλλάχτηκαν διάφορες επιστολές μέσω των δικηγόρων των πλευρών (βλέπε Τεκμήριο 8). Παρόλα αυτά, σε επικοινωνία που η μάρτυρας είχε με τον Κατηγορούμενο αυτός της ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να πάρει την αποζημίωση από την ίδια αλλά από την εταιρεία Pathin, θυγατρική της εταιρείας Κρόνος. Τότε, η μάρτυρας συμφώνησε μέσω του δικηγόρου της όπως τα χρήματα παραδοθούν στο λογιστήριο της εταιρείας Pathin και ακολούθως στον Κατηγορούμενο και αυτός να παρέδινε την ίδια ώρα τραπεζική επιταγή για το ποσό των €158.432,
- Μέχρι σήμερα ο Κατηγορούμενος δεν παρουσίασε το κιβώτιο για το οποίο ισχυριζόταν ότι υπήρχε πρόβλημα και ούτε παρουσιάστηκε για να εισπράξει το ποσό των €5,000 και να παραδώσει την τραπεζική επιταγή ως συμφωνήθηκε. Η δε μάρτυρας απώλεσε την εργασία της στη συγκεκριμένη εταιρεία συνεπεία του εν λόγω περιστατικού. Η αντεξέταση της Μ.Κ.2 επικεντρώθηκε στο κατά πόσον κατά τον επίδικο χρόνο το περίπτερο της εταιρείας Soussana Kiosks Ltd λειτουργούσε ή όχι, όπως και για το ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης του εν λόγω περιπτέρου. Περαιτέρω, η μάρτυρας ερωτήθηκε για το καθεστώς εργοδότησης της και για το ποια εκ των δυο εταιρειών την εργοδοτούσε. Από την πλευρά του Κατηγορούμενου υποβληθήκαν στην μάρτυρα οι ακόλουθες θέσεις:
- Το περίπτερο αγόραζε μεγάλες ποσότητες καρτών και προηγουμένως και η εταιρεία Xenadrine Estates Ltd πλήρωνε εκ μέρους της εταιρείας Soussana Kiosks Ltd λόγω του ότι η τελευταία δεν είχε βιβλιάριο επιταγών τη δεδομένη χρονική περίοδο.
- Τα τιμολόγια που κατατέθηκαν κατασκευάστηκαν εκ των υστέρων για σκοπούς παρουσίασης της υπόθεσης στην Αστυνομία.
- Ο Κατηγορούμενος δεν είχε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εταιρειών Soussana Kiosks Ltd και Xenadrine Estates Ltd και έπαιρνε εντολές για όλα τα θέματα από το διοικητικό συμβούλιο.
- Τα κιβώτια καρτών παραδίδονταν κλειστά και ένα κιβώτιο που έπρεπε να περιέχει κάρτες αξίας €10 περιείχε κάρτες αξίας €
- Η πληρωμή των επίδικων επιταγών ανακλήθηκε από τον ίδιο σύμφωνα με τις εντολές της εταιρείας Xenadrine Estates Ltd. Ο κ Χρίστος Κωνσταντίνου ο οποίος εργάζεται στην USB Bank από το1990 κατέθεσε ως Μ.Κ.
- Πριν από δυο χρόνια ανέλαβε την διεύθυνση του καταστήματος στην Μακεδονίτισσα. Ο μάρτυρας γνωρίζει την εταιρεία Xenadrine Estates Ltd η οποία μέχρι πρόσφατα ήταν πελάτης της τράπεζας. Όπως ανέφερε, το έτος 2004 η εταιρεία άνοιξε στην τράπεζα τον λογαριασμό με αρ. 142-2-0143890-12017, όπου δικαίωμα υπογραφής για την έκδοση και χειρισμό του λογαριασμού έχει ο Κατηγορούμενος, παρά το ότι η δομή της εταιρείας κατά καιρούς άλλαζε (τα έντυπα ανοίγματος του λογαριασμού όπως και το δείγμα υπογραφής του Κατηγορούμενου σε σχέση με αυτόν κατατέθηκαν μαζί σε δέσμη ως Τεκμήριο 15). Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο κ Κωνσταντίνου κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 τη δέσμη των πρωτότυπων οδηγιών που δόθηκαν σε σχέση με την ανάκληση πληρωμής των επίδικων επιταγών οι οποίες υπογράφονται από τον Κατηγορούμενο και φέρουν ημερομηνία 30.1.
- Ως λόγος ανάκλησης της πληρωμής των επιταγών αναγράφηκε «έλλειμμα εμπορευμάτων δόθηκαν εμπορεύματα λιγότερης αξίας». Η υπεύθυνη του λογιστηρίου της εταιρείας Pathin Imports Exports Company Ltd που βρίσκεται στον παλαιό δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού Βιομηχανική περιοχή Νήσου κα Χρύσω Κλείτου κατέθεσε ως Μ.Κ.
- Η κα Κλείτου είναι οικονομική διευθύντρια του Ομίλου Πρακτορείο Τύπου Κρόνος, θυγατρική εταιρεία του οποίου είναι η εταιρεία Pathin κατά 100% και έχουν κοινό λογιστήριο. Όπως αναφέρει και στην κατάθεση της (Τεκμήριο 17), η εν λόγω εταιρεία ασχολείται με το εμπόριο και μεταξύ άλλων με την διανομή και πώληση καρτών τηλεπικοινωνίας SO EASY cards. Η εταιρεία είναι αντιπρόσωπος της CYTA από την οποία αγοράζονται οι κάρτες, οι οποίες ακολούθως πωλούνται χονδρικά σε περίπτερα και χονδρέμπορους. Ένας από τους πελάτες της εταιρείας ήταν και το περίπτερο SOUSANA KIOSK το οποίο βρίσκετο παρά το παλαιό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ιδιοκτήτης του ήταν ο Κατηγορούμενος. Το περίπτερο αυτό αγόραζε μικρές ποσότητες καρτών και η συνεργασία συνεχίστηκε και μετά το κλείσιμο του περιπτέρου τον Ιούνιο του
- Η πληρωμή γινόταν σε μετρητά ή επιταγές. Περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2008, οι ποσότητες καρτών που αγοράστηκαν αυξήθηκαν αφού τον Ιανουάριο του 2009, ο Κατηγορούμενος προέβηκε στις ακόλουθες αγορές:
(1)Στις 12.1.2009 αγόρασε 400 κάρτες των €5, 400 κάρτες των €10 και 50 κάρτες των €20 συνολικής αξίας € 6.405 με το τιμολόγιο 044643. Την ίδια ώρα έκδωσε την επιταγή της UNIVERSAL BANK με αρ. 23292974 ημερομηνίας 31.1.2009 (Τεκμήρια 9
(1)και
(2)).
(2)Στις 14.1.2009 αγόρασε 700 κάρτες των €5, 600 κάρτες των €10, 50 κάρτες των €20 και 20 κάρτες των €35 συνολικής αξίας €10.248 με το τιμολόγιο 044665. Την ίδια ώρα εξέδωσε την επιταγή της UNIVERSAL BANK με αρ. 23292976 της εταιρείας XENADRIVE ESTATES LTD ημερομηνίας 1.2.2009 ισόποσου ποσού με το τιμολόγιο (Τεκμήρια 9
(3)και
(4)).
(3)Στις 15.1.2009 αγόρασε 800 κάρτες των €5, 600 κάρτες των €10, 150 των €20 συνολικής αξίας €11.895 με το τιμολόγιο 044675. Προς τούτο εκδόθηκε για το πιο πάνω ποσό επιταγή της αναφερόμενης εταιρείας με αρ. 23292977 ημερομηνίας 2.2.2009 (Τεκμήρια 9
(5)και
(6)).
(4)Στις 16.1.2009 αγόρασε 700 κάρτες των €5, 800 των €10, 100 των €20 και 40 των €35, συνολικής αξίας €13.633,50 με το τιμολόγιο 044089. Για το ποσό αυτό εκδόθηκε την ίδια ώρα επιταγή της αναφερόμενης εταιρείας με αρ. 23292978 ημερομηνίας 3.2.2009 (Τεκμήρια 9
(7)και
(8)).
(5)Στις 19.1.2009 αγόρασε 700 κάρτες των €5, 800 των €10, 100 των €20 και 30 των €35, συνολικής αξίας €13.313,25 με το τιμολόγιο 045057. Για το ποσό αυτό εκδόθηκε επιταγή της πιο πάνω εταιρείας με αρ. 23292979 ημερομηνίας 4.2.2009 (Τεκμήρια 9
(9)και
(10)).
(6)Στις 20.1.2009 αγόρασε 1000 κάρτες των €5, 500 των €10, 200 των €20 και 30 των €35, συνολικής αξίας €13.770,75 με το τιμολόγιο 045070. Προς τούτο εκδόθηκε η επιταγή της πιο πάνω εταιρείας με αρ. 23292980 ημερομηνίας 5.2.2009 (Τεκμήρια 9
(11)και
(12)).
(7)Στις 21.1.2009 αγόρασε 800 κάρτες των €5, 800 των €10, 200 των €20 και 30 των €35, συνολικής αξίας €15.600,75 με το τιμολόγιο 045080. Εκδόθηκε προς τούτο η επιταγή της πιο πάνω εταιρείας με αρ. 23292981 ημερομηνίας 6.2.2009 (Τεκμήρια 9
(13)και
(14)).
(8)Στις 22.1.2009 αγόρασε 900 κάρτες των €5, 800 των €10, 100 των €20 και 30 των €35 συνολικής αξίας €14.228,25 με το τιμολόγιο αρ.
- Το ποσό αυτό πληρώθηκε με την επιταγή με αρ. 23292982 που εξέδωσε την ίδια μέρα πληρωτέο την 7.2.
- (Τεκμήρια 9
(15)και
(16)).
(9)Στις 23.1.2009 αγόρασε 400 κάρτες των €5, 600 των €10, 200 των €20 και 30 των €35 συνολικής αξίας € 11.940,75 με το τιμολόγιο 045099. Την ίδια ημέρα εξέδωσε την επιταγή της πιο πάνω εταιρείας με αρ. 23292983, ισόποσου ποσού με το τιμολόγιο ημερομηνίας 8.2.2009 (Τεκμήρια 9
(17)και
(18)).
(10)Στις 26.1.2009 αγόρασε 800 κάρτες των €5, 700 των €10, 200 των €20 και 10 των €35 συνολικής αξίας € 14.045,25 με το τιμολόγιο 045269. Την ίδια ώρα εξέδωσε την επιταγή της πιο πάνω εταιρείας με αρ. 23292985 ημερομηνίας 10.2.2009 (Τεκμήρια 9
(19)και
(20)).
(11)Στις 27.1.2009 αγόρασε 800 κάρτες των €5, 800 των €10, 200 των €20 και 30 των €35, συνολικής αξίας €15.600,75 με το τιμολόγιο 045282. Την ίδια ημέρα εκδόθηκε η επιταγή αρ. 23292986 ημερομηνίας 11.2.2009 (Τεκμήρια 9
(21)και
(22)).
(12)Στις 28.1.2009 αγόρασε 800 κάρτες των €5, 1000 των €10, 200 των €20 και 40 των €35 με το τιμολόγιο 045291 συνολικής αξίας €17.751. Την ίδια ημέρα εκδόθηκε η επιταγή της πιο πάνω εταιρείας με αρ. 23292987 ημερομηνίας 12.2.2009 (Τεκμήρια 9
(23)και
(24)). Οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν στο λογαριασμό της εταιρείας που διατηρείται στην Τράπεζα Κύπρου με αρ. 0182-05-011621 και όλες επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής». Ο Κατηγορούμενος εξυπηρετείτο από την πωλήτρια της εταιρείας Μαρία Παναγιώτου (Μ.Κ. 2), η οποία με την παράδοση των καρτών εξέδιδε τα σχετικά τιμολόγια και ο Κατηγορούμενος εξέδιδε την ίδια ημέρα μεταχρονολογημένες επιταγές. Στις 4.2.2009 ο Κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικώς στο γραφείο της εταιρείας αναφέροντας ότι ένα από τα κιβώτια καρτών που παρέλαβε στις 28.1.2009, περιείχε κάρτες των €5 αντί κάρτες των €
- Τότε του ζητήθηκε να περάσει από τα γραφεία της εταιρείας ώστε να παρουσιάσει το συγκεκριμένο κιβώτιο και να γίνει ο σχετικός έλεγχος με την CYTA. Σχετική επικοινωνία έγινε και με την CYTA για το συγκεκριμένο θέμα, από όπου και ζητήθηκαν οι συγκεκριμένοι αριθμοί και κωδικοί που υπάρχουν στην συσκευασία εξωτερικά και εσωτερικά ώστε να γίνει ο απαραίτητος έλεγχος και σε περίπτωση διαπίστωσης λάθους να δοθεί αποζημίωση. Όλα τα πιο πάνω αναφέρθηκαν στον Κατηγορούμενο ο οποίος προσήλθε στα γραφεία της εταιρείας γύρω στο μεσημέρι της ίδιας ημέρας, φέρνοντας μαζί του ένα σχισμένο χαρτοκιβώτιο που περιείχε κάρτες των €
- Στο σημείο όπου έπρεπε να υπάρχει η ετικέτα με τους κωδικούς, και συγκεκριμένα στο πάνω μέρος και στο ένα πλάγιο μέρος, οι κωδικοί ήταν κατεστραμμένοι και φαίνονταν μόνο τρεις αριθμοί, ήτοι
- Τα μικρότερα κιβώτια που υπήρχαν μέσα είχαν άλλη αρίθμηση από το 004 δηλαδή ξεκινούσαν από το 007 και ήταν πράσινου χρώματος, στοιχείο που δείκνυε ότι η εξωτερική συσκευασία δεν συνήδε με το εσωτερικό αυτής. Όταν ερωτήθηκε εάν άνοιξε ο ίδιος το κιβώτιο, ο Κατηγορούμενος δεν απάντησε, ενώ όταν η μάρτυρας τον ρώτησε εάν έχει υπάλληλο και εάν ο υπάλληλος του άνοιξε το κιβώτιο αυτό, και πάλι δεν έδωσε ξεκάθαρη απάντηση. Ανέφερε επίσης ότι είχε κάποιο ατύχημα και δεν ξεκαθάριζε ποιος και πότε άνοιξε το κιβώτιο εφόσον είχε παρέλθει περίοδος μίας εβδομάδας από την ημερομηνία αγοράς. Στην ερώτηση πως και ήταν καταστραμμένο το πλαϊνό μέρος με την ετικέτα, ο Κατηγορούμενος είπε ότι μπορεί να το έσκισε κάποιο μωρό, ενώ ακολούθως ανέφερε ότι η ετικέτα ενδεχομένως να βρισκόταν στο αυτοκίνητο και κατέβηκε για να την φέρει, παίρνοντας μαζί του και το κιβώτιο με τις κάρτες, χωρίς, ωστόσο, να επιστρέψει. Την επόμενη ημέρα παραλήφθηκε επιστολή από τον δικηγόρο Στέφανο Χαραλάμπους και ακολούθησε η ανταλλαγή των επιστολών ως το Τεκμήριο
- Συνέχισαν τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ των δικηγόρων της εταιρείας, του Κατηγορούμενου και της Μ.Κ. 2 και παρά το ότι συμφωνήθηκε όπως η Μ.Κ. 2 πληρώσει το ποσό των €5,000 εφόσον ο Κατηγορούμενος διευθετήσει την πληρωμή των επίδικων επιταγών, εντούτοις καμία ανταπόκριση υπήρξε. Όπως υπέδειξε η κα Κλείτου, ενώ η ακροαματική διαδικασία βρισκόταν σε εξέλιξη, ο Κατηγορούμενος προσέγγισε την εταιρεία ώστε να καταλήξουν σε διακανονισμό εξόφλησης του χρέους. Στα πλαίσια αυτά έγινε διευθέτηση για μεταβίβαση ενός οικοπέδου, στην οποία όμως, τελικά δεν προχώρησαν για τους λόγους που εξήγησε. Ερχόμενη στον Κατηγορούμενο, παρατηρώ ότι η ανόμωτη του δήλωση έχει ως εξής (παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο της): «Στην υπόθεση αυτή κατηγορούμαι άδικα γιατί δεν κατείχα οποιοδήποτε αξίωμα ή οποιαδήποτε θέση αξιωματούχου στη συγκεκριμένη εταιρεία.
- Την διεύθυνση της πρώην κατηγορουμένης 2 την ασκούσε σύμφωνα με τον Νόμο, όπου και κατείχε αποκλειστικά το σύνολο των μετοχών η κα Χριστίνα Μιρέλλα Αποστολέσκου. Δεν είχα ποτέ μου δικαίωμα ούτε και μπορούσα ποτέ μου να αποφασίσω εκ μέρους της εταιρείας. Η συμμετοχή μου σε αυτή την υπόθεση ήταν ότι ως εντολοδόχος της γενικής διευθύντριας της εταιρείας κας Χριστίνας Μιρέλλας Αποστολέσκου μετέβηκα στα Γραφεία της Universal Bank όπου και συμπλήρωσα όλα τα απαραίτητα έγγραφα για stop payment των επιταγών όπως ήταν οι εντολές της εταιρείας.
- Έχω εις χείρας μου επίσημο έγγραφο από τον Έφορο Εταιρειών το οποίο επισυνάπτω στην παρούσα, στο οποίο εμφαίνονται όσα ανέφερα πιο πάνω καθώς επίσης επικαλούμαι και το Τεκμήριο 16 το οποίο υπέγραψα κατόπιν εντολής.
- Ουδέποτε υπήρξα εκδότης των επιταγών, η δε συμμετοχή μου για το ότι υπέγραψα τις εν λόγω επιταγές ήταν ότι, ενήργησα ως εντολοδόχος της διεύθυνσης της εταιρείας, πρώην κατηγορουμένης 2 από την οποία και μου ανατέθηκε το έργο αυτό και ουδεμία πρόθεση είχα να μην τιμηθούν οι επιταγές αυτές. Όταν κατ' εντολή υπέγραφα τις επιταγές εις ουδεμία περίπτωση μπορούσα να προβλέψω ότι θα ανέκυπτε μελλοντικά αδίκημα όπως είναι αυτό της επιταγής που κατηγορούμαι.
- Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, στερήθηκα και της υπεράσπισης δικηγόρου της επιλογής μου σε μία υπόθεση που χρειάζονται ειδικές νομικές γνώσεις, και παρόλο που επανειλημμένα το εζήτησα από το Δικαστήριο, πράγμα που είναι καταγραμμένο στα Πρακτικά, και που στο τέλος της ημέρας διεφάνη ότι δεν ήταν απλό πρόσχημα για να καθυστερήσω τη διαδικασία, αφού όντως ο δικηγόρος μου όταν μπόρεσε να απαλλαγεί από το βεβαρημένο του πρόγραμμα ενεφανίσθη ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Με όλο τον σεβασμό, είναι η άποψη μου ότι εάν προκλήθηκε στην υπόθεση αυτή πραγματική καθυστέρηση, ήταν τα χρόνια που παρήλθαν από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Επιπρόσθετα δεν μπόρεσα να παρουσιασθώ σε ορισμένες δικάσιμους, λόγω του ότι τραυματίσθηκα και αναγκάσθηκα να νοσηλευθώ και να υποβληθώ σε εγχείρηση παρουσιάζοντας σχετικό πιστοποιητικό στο Δικαστήριο. Είναι περαιτέρω η ταπεινή μου άποψη ότι δεν επηρέασε τη διαδικασία η μικρή καθυστέρηση, που ήταν απόλυτα δικαιολογημένη, του δικηγόρου μου για να έχω την υπεράσπιση που ορίζει το Σύνταγμα.
- Σε ένα μεγάλο αριθμό εμφανίσεων η υπόθεση ανεβλήθη περίπου έξι φορές, λόγω μη προσελεύσεως των μαρτύρων που κάλεσε η Κατηγορούσα Αρχή, με αποτέλεσμα να παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν του 1½ έτους λόγω υπαιτιότητας της Κατηγορούσας Αρχής.
- Όσα ακούσθηκαν κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας περίπου ότι και γι' αυτήν την καθυστέρηση εγώ έφταιγα διότι δεν με έβρισκαν να μου επιδώσουν πιο πριν και σε προηγούμενα κατηγορητήρια, είναι απολύτως ψευδή και ανυπόστατα. Ο λόγος είναι διότι σε άλλες περιπτώσεις με εύρισκαν χωρίς καμία δυσκολία, όταν για παράδειγμα εκλήθηκα ως μάρτυρας κατηγορίας ενώπιον του Κακουργιοδικείου στην υπόθεση με αριθμό 4674/13 για να βοηθήσω την Εισαγγελία ή σε άλλες περιπτώσεις ήμουν συνέχεια στο CID ως παραπονούμενος για άλλες υποθέσεις.» Παράλληλα, στα πλαίσια της ανόμωτης του δήλωσης ο Κατηγορούμενος παρουσίασε έγγραφα του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών από τα οποία προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος διετέλεσε διευθυντής της εταιρείας Xenadrine Estates Ltd για την περίοδο 11.12.2003-27.12.2003, ενώ διευθύντρια της εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η Χριστίνα Μιρέλα Αποστολέσκου. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλέπε μεταξύ άλλων Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454 και Παπαδοπούλου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε με πληρότητα στις ενέργειες στις οποίες προέβηκε ως εξεταστής της υπόθεσης στα πλαίσια διερεύνησης της. Ο μάρτυρας ήταν αντικειμενικός και ειλικρινής και δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε προσπάθεια από μέρος του να βοηθήσει οποιονδήποτε από τους εμπλεκομένους. Κατά την αντεξέταση του δεν αμφισβητήθηκαν οι ενέργειες του αυτές ενώ το γεγονός ότι δεν διενεργήθηκε έρευνα από την Αστυνομία στα γραφεία των δύο εταιρειών δεν καθιστά την διερεύνηση της υπόθεσης πλημμελή έχοντας υπόψη ότι ούτε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος υπέδειξε το κιβώτιο σε σχέση με το οποίο υποστήριξε ότι περιείχε προϊόντα μικρότερης αξίας. Οι υπόλοιπες θέσεις που υποβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο από τον τότε συνήγορο υπεράσπισης αφορούσαν θέματα ως προς την ουσία της υπόθεσης για τα οποία ο μάρτυρας δεν είχε προσωπική γνώση και αδυνατούσε να τοποθετηθεί. Η κα Μαρία Παναγιώτου άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο για την σαφήνεια και ειλικρίνεια των θέσεων της και για το λόγο αυτό η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Η μάρτυρας περιέγραψε με λεπτομέρεια τη συνεργασία που υπήρχε ενώ λειτουργούσε το περίπτερο της εταιρείας Soussana Kiosks Ltd στο χώρο του παλαιού Νοσοκομείου, όπως και αργότερα όταν ο Κατηγορούμενος προμηθεύτηκε τα προϊόντα / κάρτες που περιγράφονται στα επίδικα τιμολόγια. Η θέση της επί το ότι η ποσότητα καρτών που παλαιότερα προμηθευόταν ο Κατηγορούμενος ήταν μικρότερη, δεν αναιρέθηκε αλλά αντίθετα επιβεβαιώθηκε από τη δέσμη τιμολογίων που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 14 κατά την αντεξέταση της. Η δε θέση του Κατηγορούμενου, ως αυτή υποβλήθηκε στην μάρτυρα, επί το ότι τα επίδικα τιμολόγια κατασκευάστηκαν εκ των υστέρων, παρέμεινε μετέωρη εφόσον δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να την υποστηρίζει, ενώ παράλληλα, από τις υπόλοιπες υποβολές που τέθηκαν στην Μ.Κ.2 διαφάνηκε ότι η παραλαβή των καρτών που εκεί αναφέρονται (με την εξαίρεση του τελευταίου κιβωτίου) δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Η δε αναφορά στη διεύθυνση Τζον Νεχρού στα τιμολόγια που εκδόθηκαν και αποτελούν το Τεκμήριο 12, ενώ η Μ.Κ.2 δεν γνώριζε οτιδήποτε σε σχέση με τη διεύθυνση αυτή δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της εφόσον ως η ίδια ανέφερε, στα τιμολόγια γινόταν αναγραφή των στοιχείων τoυ περιπτέρου Souzana το οποίο και διαχειριζόταν ο Κατηγορούμενος. Η θέση της Μ.Κ.2 ότι ο Κατηγορούμενος ήταν διευθυντής της εταιρείας Soussana Kiosks Ltd δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή έχοντας υπόψη το περιεχόμενο των εγγράφων του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η συγκεκριμένη αναφορά της κα Παναγιώτου έγινε με δεδομένο τον χειρισμό όλων των θεμάτων από τον Κατηγορούμενο στα πλαίσια της μεταξύ τους συνεργασίας και όχι σε οποιαδήποτε προσπάθεια της να ψευσθεί ή να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Παρόλα αυτά, αποδέχομαι τη θέση της ότι ο Κατηγορούμενος ήταν υπεύθυνος στις μεταξύ τους συναλλαγές και ήταν το πρόσωπο το οποίο χειριζόταν όλα τα ζητήματα που αφορούσαν στη συνεργασία τους. Η μάρτυρας εξήγησε περαιτέρω τη διαδικασία ελέγχου των κιβωτίων των καρτών τόσο κατά τον χρόνο που η ίδια τα παραλάμβανε από την εταιρεία όσο και κατά τον χρόνο παράδοσης τους στον Κατηγορούμενο, με τρόπο που ικανοποιεί το Δικαστήριο. Ως προς το θέμα αυτό, άλλωστε, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία προς αντίκρουση της θέσης αυτής. Τα όσα δε η μάρτυρας ανέφερε ως προς τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν προς το σκοπό διευθέτησης του θέματος χωρίς αναγνώριση ευθύνης από μέρους της και αποφυγή ταλαιπωρίας στην εταιρεία επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο των επιστολών που αποτελούν το Τεκμήριο 8. Σε γενικότερο πλαίσιο, η μαρτυρία της ήταν πλήρης, σαφής και το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το αληθές αυτής. Σε ό,τι αφορά στην μαρτυρία των Μ.Κ. 3 και 4 οι οποίοι και δεν αντεξετάστηκαν παρατηρώ τα ακόλουθα: Στο πλαίσιο της τελικής του αγόρευσης ο κ Ευσταθίου εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να θεωρήσει την μαρτυρία των Μ.Κ. 3 και 4 ως αναντίλεκτη συνεπεία της μη αντεξέτασης τους (ως η θέση της κα Χαραλάμπους) καθότι η συγκεκριμένη αρχή δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις διαδίκων που δεν έχουν νομική κατάρτιση. Σύμφωνα με πάγια νομολογιακή αρχή, αποτελεί γενικό κανόνα πως η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής που προτάσσει ή ακόμα και καθόλου παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία που καλύφθηκαν από την κυρίως εξέταση (βλέπε μεταξύ άλλων Ανδρέου ν. Δήμου Λάρνακας, Ποινική Έφεση αρ. 68/11, απόφαση ημερομηνίας 16.4.2014, Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 201/12, απόφαση ημερομηνίας 14.2.2014, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 110/12, απόφαση ημερομηνίας 18.7.2013 και Σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελίδα 720). Ο κανόνας αυτός φαίνεται, ωστόσο, να έχει ευρύτερο επίπεδο εφαρμογής στις πολιτικές παρά στις ποινικές υποθέσεις (βλέπε Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260). Το Δικαστήριο έχει, στην ουσία, διακριτική ευχέρεια, στην κατάλληλη περίπτωση και ανάλογα με τα γεγονότα, να μη λάβει υπόψη, ιδιαίτερα στην απουσία σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς από το να την θέσει στον αντίδικο μάρτυρα προς σχολιασμό (βλέπε Ευσταθίου ν. Alpha Bank Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 241/2008, απόφαση ημερομηνίας 19.7.2012). Παρόλα αυτά, η παράλειψη αντεξέτασης δεν εξυπακούει ότι η μαρτυρία που δίδεται μπορεί να γίνει αποδεκτή στη μορφή που παρουσιάζεται και να οδηγεί σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων δίχως αξιολόγηση της μαρτυρίας της άλλης πλευράς. Τουναντίον, το Δικαστήριο πρέπει να προβαίνει στην αξιολόγηση των δυο εκδοχών και να καταλήγει στα δικά του συμπεράσματα (βλέπε μεταξύ άλλων Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά.
(2005)1 Α.Α.Δ. 491 και Σκάρος ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291). Ο τρόπος με τον οποίο θα ενεργήσει το Δικαστήριο στην κάθε περίπτωση παράλειψης αντεξέτασης εξαρτάται από το ουσιώδες ή μη της αμφισβητηθείσας θέσης (βλέπε μεταξύ άλλων Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785) αλλά και τη φύση και την έκταση της παράλειψης αντεξέτασης επί των κρίσιμων ζητημάτων. Υπάρχουν, ωστόσο, περιπτώσεις όπου το δικαίωμα αντεξέτασης θεωρείται ότι έχει απεμπολιθεί από κάποιο διάδικο είτε ρητώς, με σχετική δήλωση του, είτε εμμέσως, συνεπεία των χειρισμών του δικηγόρου του που επιθυμεί να αντεξετάσει αλλά παραλείπει να το πράξει (βλέπε Σταύρου ν. J + A Philippou κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1165). Ειδική μνεία περί τούτου γίνεται στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (πιο πάνω), όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε καταλήξει σε εύρημα ενοχής της εφεσείουσας τόσο για το αδίκημα της κοινής επίθεσης όσο και της ανησυχίας σε δημόσιο χώρο. Το βασικό παράπονο της εφεσείουσας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήταν ότι η Δικαστής δεν την συμβούλευσε να αντεξετάσει τόσο τον παραπονούμενο όσο και τον άλλο μάρτυρα κατηγορίας, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο συγκεκριμένο συμπέρασμα. Αφού εξέτασε τις θέσεις των δυο πλευρών, το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν υπήρχε περιθώριο επέμβασης στην πρωτόδικη απόφαση. Κρίθηκε ότι η απόφαση της εφεσείουσας να μην αντεξετάσει τους μάρτυρες ήταν αποκλειστικά δική της εφόσον αρνήθηκε να αντεξετάσει προτάσσοντας ότι δεν θα αντεξέταζε για να μην επηρεασθεί αγωγή που είχε κινήσει εναντίον του Χρυσάνθου. Σε αυτή τη βάση, αποφασίστηκε ότι ορθά κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν από κάθε λογική αμφιβολία την ενοχή της και αυτό, αφού στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας, η οποία στην ουσία παρέμεινε αναντίλεκτη, η καταδίκη της και στις δύο κατηγορίες ήταν αναπόφευκτη. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Μ.Κ.3, κ Χρίστου Κωνσταντίνου, σημειώνω ότι αυτή γίνεται αποδεκτή ως αληθής. Τα όσα ο μάρτυρας κατέθεσε και αφορούσαν τη λειτουργία του λογαριασμού της εταιρείας Xenadrine Estates Ltd στην Universal Bank, το γεγονός του χειρισμού του λογαριασμού αυτού από τον Κατηγορούμενο όπως και την υπογραφή των επίδικων επιταγών και την ανάκληση πληρωμής τους από τον Κατηγορούμενο, αποτελούν ζητήματα τα οποία δεν αμφισβητούνται από τον υπεράσπιση και σε κάθε περίπτωση προκύπτουν από τα έγγραφα που παρουσίασε ο μάρτυρας. Ερχόμενη στην μαρτυρία της κας Χρύσως Κλείτου (Μ.Κ.4) επαναλαμβάνω ότι αυτή δεν αντεξετάστηκε από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος επικαλέστηκε προς τούτο την έλλειψη νομικής κατάρτισης. Έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο επεξήγησε επανειλημμένα στον Κατηγορούμενο την ανάγκη αντεξέτασης της μάρτυρας όπως και το ότι κατά την προηγούμενη δικάσιμο ο ίδιος είχε αντεξετάσει την Μ.Κ.2 σε έκταση, ενώ κατά την 9.5.2017 αυτός αρνείτο επίμονα να προχωρήσει στα δέοντα, κρίνω ότι αυτός απεμπόλησε το δικαίωμα του για αντεξέταση και κατ' επέκταση αμφισβήτησης της μαρτυρίας της. Σε κάθε περίπτωση, όμως, σημειώνεται ότι η κα Κλείτου άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως προς τη σαφήνεια και σταθερότητα των θέσεων της, οι οποίες, επιβεβαιώνονται, άλλωστε, και από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα τεκμήρια, ήτοι τα επίδικα τιμολόγια και επιταγές. Τα όσα η μάρτυρας κατέθεσε ως προς τα γεγονότα που αφορούσαν την επίσκεψη του Κατηγορούμενου στα γραφεία της εταιρείας σε σχέση με το παράπονο του για παραλαβή προϊόντων μικρότερης αξίας και η ξαφνική αποχώρηση του από εκεί, περιγράφηκαν με πληρότητα, ενώ αξιοσημείωτο είναι ότι η Μ.Κ.2 δεν έτυχε αντεξέτασης επί των αντίστοιχων θέσεων της πέραν από τις παραπλανητικές υποβολές που έθετε ο Κατηγορούμενος ως προς το περιεχόμενο των επιστολών του αποτελούν το Τεκμήριο 8. Τέλος, παρατηρώ ότι η μαρτυρία της Μ.Κ 4 κινήθηκε στα ίδια πλαίσια με αυτήν της Μ.Κ.2 σε θέματα που αφορούσαν τη συνεργασία των μερών, τον τρόπο έκδοσης τιμολογίων αλλά και τον τρόπο πληρωμής τους. Υπό αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με τη σχετική επί του θέματος νομολογία, η ανώμοτη δήλωση έχει κάποια αξία η οποία θα πρέπει να εξεταστεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (βλέπε Ονησιφόρου v. The Police
(1987)2 C.L.R. 261 και Ιωάννου & Συμιανός ν. Δημοκρατία
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Δεν προσφέρεται για απόδειξη ή κατάρριψη γεγονότων αλλά από το περιεχόμενο της μπορούν να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η ανώμοτη δήλωση, σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (βλέπε Themistocleous v. The Police
(1981)2 C.L.R. 200 και Anastasiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (βλέπε Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129). Η ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία (βλέπε R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, απόφαση ημερομηνίας 2.5.2014, Μαυρικίου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 359, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση υπ. Αρ. 110/2012, απόφαση ημερομηνίας 18.7.2013 και Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 91/2014, απόφαση ημερομηνίας 22.6.2016). Όπως υποδείχθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Α.Δ. ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Η αξιολόγηση δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 354). Το Δικαστήριο θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Εξετάζοντας το περιεχόμενο της ανόμωτης δήλωσης του Κατηγορούμενου υπό το φως των νομικών αρχών που διέπουν το θέμα, παρατηρώ ότι από αυτήν προκύπτει ότι από την πλευρά του είναι παραδεκτό πως ο ίδιος υπέγραψε τις επίδικες επιταγές όπως και το ότι υπέγραψε όλα τα αναγκαία έγγραφα για την ανάκληση της πληρωμής τους. Παρόλα αυτά, προβάλλει ότι ενήργησε ως εντολοδόχος της διευθύντριας της εταιρείας Xenadrine Estates Ltd κας Χριστίνας Μιρέλλας Αποστολέσκου και ότι ουδέποτε ο ίδιος υπήρξε εκδότης των επιταγών. Σε ότι αφορά στις θέσεις του Κατηγορούμενη περί αποστέρησης του δικαιώματος υπεράσπισης, περιορίζομαι να σημειώσω ότι τούτες δεν γίνονται αποδεκτές, παραπέμποντας και υιοθετώντας τα όσα καταγράφονται στα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.4.2017, 27.4.2017 και 9.5.
- Ευρήματα του Δικαστηρίου Στη βάση της μαρτυρίας η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, όπως με λεπτομέρεια περιγράφεται πιο πάνω, εξάγονται ανάλογα ευρήματα. Ειδικότερα και χωρίς περιορισμό αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία Soussana Kiosks Ltd ήταν πελάτης της εταιρείας Pathin Imports- Exports Company Ltd μέχρι τον Μάρτιο του
- Στα πλαίσια της μεταξύ τους συνεργασίας, η εταιρεία Soussana Kiosks Ltd η οποία ήταν η ιδιοκτήτρια του περιπτέρου που βρισκόταν στην είσοδο του παλιού Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, προμηθευόταν από την εταιρεία Pathin Imports- Exports Company Ltd ποσότητες καρτών κινητής τηλεφωνίας, όπως επίσης διάφορα έντυπα ενώ οι πληρωμές γίνονταν είτε σε μετρητά, είτε με μεταχρονολογημένες επιταγές. Ο Κατηγορούμενος δεν κατείχε θέση αξιωματούχου στην εταιρεία Soussana Kiosks Ltd αλλά ήταν το πρόσωπο που ήταν υπεύθυνο για τις συναλλαγές της με την εταιρεία Pathin Imports - Exports Company Ltd. Διευθύντρια της εταιρείας Soussana Kiosks Ltd ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο η μητέρα του Κατηγορούμενου Σουζάνα Χαραλαμπίδου. Υπεύθυνο πρόσωπο εκ μέρους της εταιρείας Pathin Imports- Exports Company Ltd για σκοπούς εξυπηρέτησης της εταιρείας Soussana Kiosks Ltd ήταν η Μ.Κ.2 Περί το καλοκαίρι του 2008 το περίπτερο που διαχειριζόταν η εταιρεία Soussana Kiosks Ltd σταμάτησε τη λειτουργία του. Περί τις αρχές Δεκεμβρίου 2008, σε διάφορα χρονικά διαστήματα ο Κατηγορούμενος επικοινωνούσε τηλεφωνικώς με την Μ.Κ.2, ζητώντας να προμηθευτεί κάρτες κινητής τηλεφωνίας σε μεγάλες ποσότητες, επικαλούμενος ότι επρόκειτο να προβεί σε πώληση τους σε ξενοδοχεία και παζαράκια. Οι σχετικές συναλλαγές αποτυπώνονται στα τιμολόγια που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια 9
(1), 9
(3), 9
(5), 9
(7), 9
(11), 9
(13), 9
(15), 9
(17), 9
(19), 9
(21)και 9
(23)και αφορούν τα ποσά τα οποία αναφέρονται σε αυτά. Στα εν λόγω τιμολόγια τα οποία εκδόθηκαν επ' ονόματι της «Σουζάνα» γίνεται αναφορά στην ημερομηνία παράδοσης των καρτών, το είδος και την ποσότητα των καρτών, καθώς και τη συνολική τους αξία. Κατά τον χρόνο παραλαβής των εμπορευμάτων και έκδοσης και παράδοσης του σχετικού τιμολογίου, ο Κατηγορούμενος εξέδωσε μεταχρονολογημένες επιταγές επί της Universal Bank της εταιρείας Xenadrine Estate Ltd προς πλήρη εξόφληση των τιμολογίων. Πρόκειται για τις επίδικες επιταγές οι οποίες έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια 9
(2), 9
(4), 9
(6), 9
(8), 9
(10), 9
(12), 9
(14), 9
(16), 9
(18), 9
(20), 9
(22)και 9
(24). Ως δικαιούχος των επιταγών αναγραφόταν η «Pathin». Η εταιρεία Xenadrine Estate διατηρούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο στην Universal Bank τον λογαριασμό με αριθμό 142‑2‑0143890‑12017 όπου εξουσιοδοτημένος υπογραφέας του εν λόγω λογαριασμού και το μοναδικό πρόσωπο που είχε δικαίωμα χειρισμού του λογαριασμού αυτού ήταν ο Κατηγορούμενος (σχετική είναι η δέσμη εγγράφων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 5) Κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών ο Κατηγορούμενος δεν κατείχε θέση αξιωματούχου στην εταιρεία Xenadrine Estates Ltd, εφόσον διευθύντρια και γραμματέας ήταν η Χριστίνα Μιρέλλα Αποστολέσκου. Όλες οι επίδικες επιταγές (ως τα πιο πάνω αναφερόμενα Τεκμήρια) υπογράφτηκαν από τον Κατηγορούμενο εκ μέρους και για λογαριασμό της Xenadrine Estates Ltd. Στη συνέχεια, στις 30.1.2009 ο Κατηγορούμενος προχώρησε σε ανάκληση πληρωμής των επίδικων επιταγών με έντυπα που υποβλήθηκαν στην Universal Bank (βλέπε Τεκμήριο 16), ενώ ως λόγος ανάκλησης της πληρωμής των επιταγών αναγράφηκε «έλλειμμα εμπορευμάτων, δόθηκαν εμπορεύματα λιγότερης αξίας». Οι εν λόγω εντολές επίσης υπογράφτηκαν από τον Κατηγορούμενο. Ακολούθως και πιο συγκεκριμένα στις 4.2.2009 ο Κατηγορούμενος επικοινώνησε με την εταιρεία Pathin Imports- Exports Company Ltd αναφέροντας ότι υπήρχε πρόβλημα με το ένα κιβώτιο καρτών που είχε παραλάβει στις 28.1.2009, επικαλούμενος ότι αυτό περιείχε κάρτες αξίας €5 αντί κάρτες αξίας €10 και ως εκ τούτου υπήρχε έλλειμμα ποσού €5,000. Εκ μέρους της εταιρείας Pathin Imports - Exports Company Ltd ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο να παρουσιάσει το σχετικό κιβώτιο προκειμένου να γίνει ο ανάλογος έλεγχος και στα πλαίσια αυτά ο ίδιος προσήλθε στα γραφεία της εταιρείας το μεσημέρι της ίδιας ημέρας. Κατά την εν λόγω συνάντηση ο Κατηγορούμενος παρουσίασε ένα σχισμένο κιβώτιο που περιείχε κάρτες αξίας €5 και στο σημείο όπου έπρεπε να υπάρχει η ετικέτα με τους κωδικούς οι κωδικοί ήταν κατεστραμμένοι, ενώ τα όσα αναγράφονταν στην εξωτερική συσκευασία δεν ταυτίζονταν με τα όσα αναγράφονταν στο εσωτερικό αυτής. Όταν ζητήθηκαν εξηγήσεις επί τούτου από τον Κατηγορούμενο, αυτός ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η σχετική ετικέτα ενδεχομένως να βρισκόταν στο αυτοκίνητο του και παρόλο που αποχώρησε από τη συνάντηση προκειμένου να επιστρέψει εκ νέου και να παρουσιάσει όλα τα σχετικά, τελικά δεν το έπραξε. Οι επίδικες επιταγές δεν έχουν πληρωθεί μέχρι σήμερα ενώ έκτοτε έγιναν διάφορες προσπάθειες για διευθέτηση τόσο στη βάση των επιστολών που ανταλλάγηκαν (Τεκμήριο 8) όσο και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι οποίες, όμως, δεν είχαν θετική κατάληξη. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα του Δικαστηρίου Όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω, όλες οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αφορούν το αδίκημα που καθορίζεται στο άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 και έχει ως ακολούθως: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(2), όπως αυτό έχει ερμηνευθεί στις υποθέσεις Γιάννης Βούρας ν. Ανδρέα, Λουκά Ματθαίου (Α.Λ.Μ.) Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.α.
(2003)2 A.A.Δ. 153 και Philippa Estates Ltd. ν. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ.142, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση της επιταγής από τον κατηγορούμενο, και (β) Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως είναι σαφές μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας αλλά και την ανόμωτη δήλωση του Κατηγορούμενου, δεν αμφισβητείται ότι αυτός έχει υπογράψει τις επίδικες επιταγές της Xenadrine Estates Ltd. Ότι προωθείται από την υπεράσπιση είναι πως:
(1)ο ίδιος δεν είναι ο εκδότης των επιταγών και
(2)προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής τους σύμφωνα με τις οδηγίες του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας Xenadrine Estates Ltd. Προτού προχωρήσω στην εξέταση των ζητημάτων αυτών κρίνω ορθό να ασχοληθώ με τη θέση της υπεράσπισης επί το ότι οι επίδικες επιταγές δεν είναι επιταγές εν τη εννοία που αποδίδεται στον όρο «επιταγή» στις ερμηνευτικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, λόγω του ότι το όνομα του δικαιούχου επί αυτών δεν είναι συγκεκριμένο και/ή σαφές. Και τούτο λόγω της αναφοράς στο όνομα «Pathin» στη θέση του δικαιούχου της επιταγής χωρίς να υπάρχει μαρτυρία ως προς την ύπαρξη ενός τέτοιου φυσικού ή νομικού προσώπου και ενώ στο κατηγορητήριο ως δικαιούχος των επιταγών αναφέρεται η εταιρεία Pathin Imports - Exports Ltd. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, «επιταγή» σημαίνει «γραπτή εντολή του εκδότη προς τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσης της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Περαιτέρω, το άρθρο 73 του Κεφ. 262 διαλαμβάνει ότι επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Βέβαια, ο εν λόγω ορισμός θα πρέπει να τύχει της αναγκαίας διαφοροποίησης ενόψει του ορισμού που εισήχθηκε στο άρθρο 2 του Ποινικού Κώδικα ώστε να καλυφθεί και η περίπτωση της μεταχρονολογημένης επιταγής. Σύμφωνα, επίσης, με το άρθρο 3
(1)του Κεφ. 262, «συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφανίσει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή». Περαιτέρω, το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 262 διαλαμβάνει ότι συναλλαγματική δύναται να εκδοθεί πληρωτέα στον αποδέκτη ή σε διαταγή αυτού. Καθοριστικό για το υπό εξέταση ζήτημα είναι το άρθρο 6
(1)του Κεφ. 262, σύμφωνα με το οποίο «ο αποδέκτης πρέπει να κατονομάζεται ή άλλως πώς να δηλώνεται σε συναλλαγματική με εύλογη βεβαιότητα». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε διάταξη είτε στον Ποινικό Κώδικα είτε στο Κεφ. 262 που να επιτάσσει ότι για να αποτελεί κάποιο έγγραφο συναλλαγματική και/ή επιταγή θα πρέπει το όνομα του αποδέκτη να καταγράφεται, στην περίπτωση φυσικού προσώπου με το όνομα του ως αυτό είναι δηλωμένο στο δελτίο ταυτότητας του, ή στην περίπτωση νομικού προσώπου με το πλήρες εγγεγραμμένο όνομα του. Ότι απαιτείται από τις συνδυασμένες πρόνοιες των πιο πάνω νομοθετημάτων είναι όπως η γραπτή εντολή για πληρωμή ορισμένου φυσικού ή νομικού προσώπου να κατονομάζει τούτο με εύλογη βεβαιότητα. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd ed., vol.3, p.153, para.242, υπό τον τίτλο "Certainty as to drawee" αναφέρονται τα εξής: "The drawee must be named or otherwise indicated in a bill with reasonable certainty for it is clear that a holder must know to whom he has to present the bill, whether for acceptance or for payment". Στη σελίδα155 του ίδιου συγγράμματος, στην παράγραφο 246 υπό τον τίτλο "Payee by name or description" αναφέρονται τα ακόλουθα: "Where the payee is named, but named incorrectly, or where his name is misspelt, it does not invalidate the instrument, the payee permitted to indorse the instrument as he was described, adding at his option his proper signature". Όπως δε προκύπτει από το σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange and Cheques 29th ed. στη σελίδα 32 και έπειτα, η εύλογη ή όχι βεβαιότητα είναι θέμα πραγματικών περιστάσεων σε κάθε υπόθεση. Στα πλαίσια αυτά αναφορά αξίζει να γίνει στην υπόθεση Iacovou Brothers (Concrete) Ltd ν. Action Construction & Development Ltd κ.ά., Ποινική Έφεση αρ. 184/2014, απόφαση ημερομηνίας 10.2.2016, όπου η έφεση αφορούσε την πρωτόδικη κρίση με την οποία οι εφεσίβλητοι/κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν και αθωώθηκαν κατά το στάδιο της εκ πρώτης όψεως σε ιδιωτική ποινική υπόθεση για αδικήματα έκδοσης ακάλυπτων επιταγών δυνάμει των άρθρων 305Α
(1)και 2 του Κεφ.
- Ως παραπονούμενοι-κατήγοροι στην ιδιωτική ποινική υπόθεση παρουσιαζόταν η εταιρεία IACOVOU BROTHERS (CONCRETE) LTD, ήτοι οι εφεσείοντες. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί η υπόθεση μεταξύ άλλων γιατί το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι επίδικες επιταγές δεν εμπίπτουν στην έννοια «επιταγή» του Κεφ. 154 και ότι δεν είχε καταδειχθεί εμπλοκή των εφεσειόντων στην έκδοση των επιταγών. Το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι επίδικες επιταγές είχαν εκδοθεί επί του τραπεζικού οργανισμού «Τράπεζα Πειραιώς» από συγκεκριμένο λογαριασμό με δικαιούχους τους εφεσίβλητους 1 και με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, ο υπογράφων τις επιταγές ήταν ο εφεσίβλητος
- Επρόκειτο για τρεις επιταγές ως εξής: (α) επιταγή για το ποσό των €2,000 πληρωτέα 31.3.2011 και η οποία κατέγραφε ως δικαιούχους τους «Iacovou Brothers Ltd (CONCRETE)», (β) δεύτερη επιταγή για το ίδιο ποσό, πληρωτέα την 31.5.2010 και αναγραφόμενους ως δικαιούχους τους "Iacovou Brothers Ltd". (γ) τρίτη επιταγή για το ποσό των €1,198.90 με δικαιούχους τους ίδιους ως το (β) ανωτέρω και πληρωτέα στις 30.6.
- Από μαρτυρία λειτουργού του Εφόρου Εταιρειών και τραπεζικού υπαλλήλου διαφάνηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρχαν εγγεγραμμένες εταιρείες με τις πιο πάνω επωνυμίες ως α, β και γ. Στη βάση αυτής της μαρτυρίας το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν στοιχειοθετείτο η έννοια της επιταγής εφόσον δεν υπήρχαν εγγεγραμμένες νομικές οντότητες με τις επωνυμίες "Iacovou Brothers Ltd" και "Iacovou Brothers Ltd (CONCRETE)". Έτσι κατέληξε ότι τα σχετικά τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν ως οι επίδικες επιταγές δεν περιείχαν εντολή για πληρωμή σε ορισμένο υπαρκτό φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε υπαρκτό δικαιούχο κομιστή και δεν αποτελούσαν επιταγές εν τη εννοία του άρθρου 4 του Κεφ.
- Ακυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση και διατάζοντας επανεκδίκαση της υπόθεσης το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε σε λανθασμένο χειρισμό της υπόθεσης εφόσον με βάση την υπόλοιπη μαρτυρία υπήρχε σύνδεση της παραπονούμενης εταιρείας με τη συναλλαγή στην οποία αφορούσε η πληρωμή δια των επίδικων επιταγών. Εξετάζοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης κρίνω ότι με δεδομένη την συνεργασία που είχαν τα μέρη για μεγάλο χρονικό διάστημα ως αυτή περιεγράφηκε από την Μ.Κ.2 στην οποία άμεση εμπλοκή είχε ο Κατηγορούμενος (ο οποίος παράγγελλε και παραλάμβανε τις κάρτες κινητής τηλεφωνίας), την παράδοση των σχετικών τιμολογίων στον Κατηγορούμενο κατά τον χρόνο έκδοσης των επιταγών όπου αναγράφεται το πλήρες όνομα της εταιρείας Pathin Imports Exports Company Ltd και τη συμπλήρωση των επιταγών από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο κρίνω ότι με την αναφορά σε «Pathin» στη θέση του δικαιούχου των επιταγών, το όνομα αυτού καθορίστηκε με εύλογη βεβαιότητα παρά την μη καταγραφή του πλήρους ονόματος της εταιρείας Pathin Imports Exports Company Ltd σε αυτές. Συνεπώς, οι επίδικες επιταγές αποτελούν επιταγές εν τη εννοία που αποδίδεται στον όρο επιταγή στον Ποινικό Κώδικα και στο Κεφ.
- Ερχόμενη στη θέση της υπεράσπισης επί το ότι η Κατηγορούσα αρχή δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία ως προς την ύπαρξη εγγεγραμμένης εταιρείας με το όνομα Pathin Imports Exports Company Ltd η οποία αναφέρεται ως ο δικαιούχος/αποδέκτης των επιταγών στις λεπτομέρειες αδικήματος, παρατηρώ ότι με δεδομένη τη μαρτυρία των Μ.Κ. 2 και 4 ως προς τον τρόπο λειτουργίας της εν λόγω εταιρείας και στην απουσία οποιασδήποτε υποβολής στους Μ.Κ. 2 και 4 ως προς την ανυπαρξία της εν λόγω εταιρείας, τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν αρκετά ώστε να εγερθεί το νομικό μαχητό τεκμήριο της κανονικότητας το οποίο και δεν έχει ανατραπεί με οποιοδήποτε τρόπο (βλέπε μεταξύ άλλων Σάββας Χατζηγιώρκης & Υιοι Λτδ ν. Αρτοβιομηχανία Μ. Πατής Λιμιτεδ, Ποινικές Εφέσεις αρ. 178 και 179/2014, απόφαση ημερομηνίας 24.10.2016, Khanji v. Latouros Winners Cars Ltd
(2012)1(B) A.A.Δ. 996 και Κ.Ν.G. Αutoparts Ltd v. Ιωάννου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 689). Υπενθυμίζεται ότι κατά την αντεξέταση των Μ.Κ.2 και 4 δεν υπήρξε αμφισβήτηση της ύπαρξης της εταιρείας Pathin Imports Exports Company Ltd ενώ η αντεξέταση της Μ.Κ.2 εστιάστηκε στο κατά πόσον αυτή εργοδοτείτο από την εν λόγω εταιρεία ή την εταιρεία Κρόνος. Ένα άλλο ζήτημα που εγείρεται από την υπεράσπιση είναι πως ο Κατηγορούμενος δεν είναι ο εκδότης των επίδικων επιταγών εφόσον αυτές έχουν εκδοθεί από την εταιρεία Xenadrine Estates Ltd. Επιπροσθέτως τούτου, ότι ο ίδιος προέβηκε σε ανάκληση της πληρωμής τους σύμφωνα με τις οδηγίες του διοικητικού συμβουλίου της εν λόγω εταιρείας. Επί του θέματος της έκδοσης των επιταγών σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ευγένιος Αjini v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319 όπου οι εφεσείοντες βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε δύο κατηγορίες για αδικήματα έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρυσμα, κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Επρόκειτο για επιταγές εταιρείας περιορισμένης ευθύνης στην οποία ο 1ος εφεσείων ήταν διευθυντής και η 2η εφεσείουσα γραμματέας. Οι επιταγές εκδόθηκαν επί τραπεζικού λογαριασμού της εταιρείας και οι εφεσείοντες τις υπέγραψαν ως αξιωματούχοι. Προορίζονταν για τη μερική πληρωμή νόμιμου χρέους το οποίο όφειλε η εταιρεία σε τρίτο πρόσωπο το οποίο δεόντως τις παρουσίασε στην τράπεζα. Δεν εξοφλήθηκαν όμως λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων και ούτε καταβλήθηκε το αντίστοιχο ποσό μεταγενέστερα εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Επιπλέον δεν καταδείχθηκε ότι η εταιρεία είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι θα υπήρχαν κατά την παρουσίαση των επιταγών διαθέσιμα κεφάλαια για εξόφληση. Οι κατηγορίες στρέφονταν εναντίον και της εταιρείας και των εφεσειόντων. Στο λεκτικό τους ήταν παρόμοιες. Διέφεραν μόνο ως προς το χρόνο και τα στοιχεία των επιταγών. Καταλογιζόταν σε όλους ότι εξέδωσαν τις επιταγές. Σε κάποιο στάδιο οι κατηγορίες εναντίον της εταιρείας αποσύρθηκαν εξ αιτίας της έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης και απέμειναν μόνο για τους εφεσείοντες. Στη δίκη απασχόλησε ιδιαίτερα το κατά πόσον οι εφεσείοντες ήταν, μαζί με την εταιρεία, συνεκδότες των επιταγών. Το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε σε καταφατική απάντηση. Προχώρησε, ωστόσο, και αφού εξέτασε την επενέργεια του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, κατέληξε ότι και εκδότες να μην ήταν οι εφεσείοντες, ήταν οπωσδήποτε συνεργοί και ως εκ τούτου πάλι ένοχοι στις κατηγορίες. Σημειώθηκε, επίσης, ότι η απόσυρση των κατηγοριών εναντίον της εταιρείας που θα ήταν η αυτουργός δεν μπορούσε να επιδράσει επί της ευθύνης των εφεσειόντων ως συνεργών και προς τούτο έγινε παραπομπή στις υποθέσεις Hui Chi-ming v. The Queen 1 A.C. 34 (P.C.) και R. v. Humphreys and Turner [1965] 3 All E.R.
- Με την έφεση η οποία καταχωρήθηκε προσβάλλονταν και οι δύο αναφερθείσες καταλήξεις. Αφού άκουσε την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των δυο πλευρών το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι εφεσείοντες δεν ήταν εκδότες των επιταγών αλλά επεσήμανε ότι σύμφωνα με το άρθρο 20(γ) του Ποινικού Κώδικα υπάρχει δυνατότητα όπως ο συνεργός κατηγορηθεί ως αυτουργός. Σημειώθηκε περαιτέρω ότι από νομικής άποψης ως είχαν διατυπωθεί οι κατηγορίες ήταν ορθές, παρόλο που επισημάνθηκε ότι είναι επιθυμητό, όπως όπου η Κατηγορούσα Αρχή γνωρίζει εξ αρχής ότι ο ρόλος κατηγορουμένου ήταν ρόλος συνεργού να το εκθέτει αυτό για πληρέστερη ενημέρωση της υπεράσπισης. Υποδείχθηκε, όμως ότι τούτο δεν είναι απαραίτητο. Στην προκείμενη περίπτωση υπάρχει αναφορά στο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα στην έκθεση αδικήματος όλων των κατηγοριών, ενώ παράλληλα από την αρχή της ακροαματικής διαδικασίας ήταν πρόδηλο πως εκείνο που στην ουσία αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος ήταν ότι παρείχε συνδρομή στην εταιρεία Xenadrine Estates Ltd τόσο στην έκδοση των επίδικων επιταγών όσο και στην πρόκληση μη εξόφλησης τους συνεπεία των εντολών που έδωσε ως προς τούτο. Με δεδομένα, λοιπόν, τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς την υπογραφή των επίδικων επιταγών από τον Κατηγορούμενο εκ μέρους της εταιρείας Xenadrine Estates Ltd, ο οποίος ήταν και το μοναδικό πρόσωπο που είχε το δικαίωμα χειρισμού του λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκαν οι επιταγές, κρίνεται ότι ο Κατηγορούμενος συνήργησε με την εταιρεία Xenadrine Estates Ltd στην έκδοση των επίδικων επιταγών και σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 20(γ) του Κεφ. 154 μπορεί να κατηγορηθεί και ως αυτουργός. Το δε γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν αξιωματούχος της εταιρείας Xenadrine Estates Ltd κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την πιο πάνω κρίση μου έχοντας υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που είχε το αποκλειστικό δικαίωμα χειρισμού του λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Ούτε και το γεγονός της διακοπής της υπόθεσης σε σχέση με την Κατηγορούμενη 2 μπορεί να επιδράσει με οποιοδήποτε τρόπο επί της ευθύνης του Κατηγορουμένου ως σύνεργος. Εξετάζοντας κατά πόσον ο Κατηγορούμενος έχει προκαλέσει με οποιαδήποτε πράξη του την μη πληρωμή των επίδικων επιταγών και τούτο και πάλι υπό την ιδιότητα του συνεργού της εταιρείας Xenadrine Estates Ltd, κρίνω ότι και το στοιχείο αυτό έχει αποδειχθεί έχοντας υπόψη τη μαρτυρία του Μ.Κ. 3 επί το ότι τα έντυπα με τα οποία ανακλήθηκε η πληρωμή των επίδικων επιταγών έφεραν την υπογραφή του Κατηγορούμενου, θέση η οποία σε κάθε περίπτωση είναι παραδεκτή από την υπεράσπιση. Στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, λοιπόν, κρίνω ότι η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που όφειλε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Παρόλα αυτά, η υπόθεση δεν τελειώνει εδώ, αφού απομένει να εξεταστεί κατά πόσον ο Κατηγορούμενος έχει αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών, στοιχείο για το οποίο το βάρος απόδειξης πέφτει στους ώμους της υπεράσπισης, η οποία και καλείται να αποδείξει το γεγονός αυτό με την προσκόμιση μαρτυρίας στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλέπε μεταξύ άλλων Papadopoulos v. The Republic
(1980)2 C.L.R. 10, Λοΐζου v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 108, GP Ergatides Motors Ltd. v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd. v. Χρίστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). To τι συνιστά «εύλογη αιτία» στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd ν. Χρήστου Γεωργίου (πιο πάνω). Συγκεκριμένα, στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης και αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία ενώ σχετική αναφορά έγινε και στη φράση bona fide (καλή τη πίστη) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη «honesty» (ειλικρίνεια). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδαφίου
(2), ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθηση του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εφεσίβλητου ήταν ειλικρινής και υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Τέλος, στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2), χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια επίκλησης της υπεράσπισης που παρέχει το εδάφιο
(2)και θα καθιερωνόταν έτσι η αντίθετη θεωρία, δηλαδή του μη ανακλητού της επιταγής. Μέσα στα ίδια νομικά πλαίσια κινείται και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.1.2012 στην Ποινική Έφεση Αρ. 246/2009, Αντρέου v. Vangel Art Ltd και άλλος και η πρόσφατη απόφαση ημερομηνίας 31.10.2012 στην Ποινική Έφεση αρ. 38/2010 στην Φωτίου v. Exantas Marine Enterprises Ltd. Το μόνο που απομένει να κριθεί από το Δικαστήριο, λοιπόν, είναι κατά πόσον υπό το φως των όσων αναφέρονται πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος έχει αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας ως προς την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Στα πλαίσια αυτά, κρίνω κατ' αρχήν σκόπιμο να σημειώσω ότι από την υπεράσπιση δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ενώ ως έχω ήδη αναφέρει ο Κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση στην οποία δεν προβάλλεται οποιαδήποτε θέση ως προς τους λόγους ανάκλησης πληρωμής των επίδικων επιταγών. Υπενθυμίζω ότι στη βάση του περιεχομένου της ανώμοτης δήλωσης του Κατηγορούμενου, προωθείται η θέση περί μη ανάμειξης του και/ή εμπλοκής του στη διεύθυνση της εταιρείας Xenadrine Estate Ltd, καθώς επίσης ότι ο ίδιος προέβηκε στην ανάκληση πληρωμής των επιταγών, σύμφωνα με τις εντολές της διεύθυνσης της εν λόγω εταιρείας. Σύμφωνα, βέβαια, με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που διαχειριζόταν τις επίδικες συναλλαγές και εξέδωσε και ανακάλεσε την πληρωμή των υπό κρίση συναλλαγών. Παράλληλα, όπως έχει ήδη σημειωθεί πιο πάνω, στην ανόμωτη του δήλωση του Κατηγορούμενου δεν προβάλλεται οποιαδήποτε θέση σε σχέση με τους λόγους που η πληρωμή των επίδικων επιταγών ανακλήθηκε. Ταυτόχρονα, παρατηρώ ότι ο λόγος για τον οποίο ανακλήθηκε η πληρωμή των επίδικων επιταγών (σε συνάρτηση πάντοτε με τις θέσεις που ο ίδιος ο Κατηγορούμενος υπέβαλε στην Μ.Κ. 2), ήτοι περί παράδοσης εμπορευμάτων μικρότερης αξίας σε αυτό, αφορούσε μόνο στο τιμολόγιο με αριθμό 045291 (Τεκμήριο 9
(23)) και ειδικότερα το μέρος αυτού σε σχέση με την παράδοση καρτών αξίας €
- Πιο συγκεκριμένα το εν λόγω τιμολόγιο είχε εκδοθεί για το ποσό των €17.751,00 και αφορούσε την πώληση καρτών κινητής τηλεφωνίας αξίας €5 (ποσότητα 800 κάρτες), αξίας €10 (ποσότητα 1000 καρτών), αξίας €20 (ποσότητα 200 κάρτες) και αξίας €25 (ποσότητα 40 κάρτες). Στη βάση των όσων κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου διαφάνηκε ότι η ισχυριζόμενη μεταξύ των μερών διαφορά αφορούσε το ποσό των €5,000 ενώ οι επιταγές οι οποίες ανακλήθηκαν συμποσούνται σε ποσό που υπερβαίνει τις €150,
- Όσον αφορά την ανάκληση πληρωμής όλων των επίδικων επιταγών με την εξαίρεση της επιταγής που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9
(24)ο λόγος ο οποίος αναγράφηκε στα σχετικά έντυπα ανάκλησης πληρωμής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ισχύσει εφόσον καμιά θέση και κανένας ισχυρισμός δεν έχει προβληθεί σε σχέση με την παράδοση εμπορευμάτων λιγότερης αξίας στα πλαίσια των τιμολογίων Τεκμήρια 9
(1), 9
(3), 9
(5), 9
(7), 9
(9), 9
(11), 9
(13), 9
(15), 9
(17)και 9
(21), επομένως η ανάκληση πληρωμής των επιταγών που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 9
(2), 9
(4), 9
(6), 9
(8), 9
(10), 9
(12), 9
(14), 9
(16), 9
(18), 9
(20)και 9
(21)είναι παντελώς αδικαιολόγητη. Επί τούτου, θα πρέπει να σημειώσω ότι δεν διαφεύγει της προσοχής μου η θέση την οποία προώθησε ο Κατηγορούμενος κατά την αντεξέταση της Μ.Κ. 2 επί το ότι η Soussana Kiosks Ltd είχε πάρα πολύ μικρό όφελος από την πώληση των καρτών και προκειμένου «να ανταποκριθεί η ζημιά έπρεπε να σταματήσουν όλες οι επιταγές γιατί είναι πολλά λλίο το commission πάνω στις κάρτες». Σε σχέση, ωστόσο, με το θέμα αυτό ουδεμία μαρτυρία έχει τεθεί με την υπεράσπιση με τρόπο ώστε η θέση αυτή να μην μπορεί να τύχει οποιασδήποτε περαιτέρω αξιολόγησης από το Δικαστήριο. Ερχόμενη τώρα στην ανάκληση της πληρωμής της επιταγής Τεκμήριο 9
(24)και στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, κρίνω ότι από τη μαρτυρία η οποία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε στοιχείο και/ή μαρτυρία που να δεικνύει ότι στα πλαίσια του τιμολογίου Τεκμήριο 9
(23)παραδόθηκαν κάρτες αξίας €5 αντί αξίας €10 ως είχε χρεωθεί. Αντίθετα, σύμφωνα με τη μαρτυρία των Μ.Κ. 2 και 4 ο Κατηγορούμενος κλήθηκε να μεταβεί στα γραφεία της εταιρείας, αφού ο ίδιος προέβηκε στην ανάκληση πληρωμής όλων των επίδικων επιταγών, ενώ όταν του ζητήθηκε να παρουσιάσει το σχετικό κιβώτιο τα στοιχεία τα οποία ήταν εκεί καταγραμμένα δεν υποστήριζαν τον συγκεκριμένο ισχυρισμό του. Όταν δε έγινε πρόταση για αποζημίωση της εταιρείας Soussana Kiosks Ltd με το ποσό των €5,000 υπό τον όρο έκδοσης τραπεζικής επιταγής για το ποσό των επίδικων επιταγών τούτο δεν έγινε αποδεκτό από τον Κατηγορούμενο και/ή η εν λόγω διευθέτηση δεν κατέληξε θετικά για λόγους που αφορούσαν τον Κατηγορούμενο, στοιχείο το οποίο δεικνύει την κακοπιστία του σε σχέση με την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Η έλλειψη καλής πίστης από μέρους του Κατηγορουμένου προκύπτει και από το γεγονός της ανάκλησης πληρωμής των επιταγών στις 30.1.2009 χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη επικοινωνία και/ή προβολή παραπόνου από μέρους του, σε συνδυασμό με το ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρχαν στο λογαριασμό της εταιρείας Xenadrine Estates Ltd διαθέσιμα κεφάλαια για πληρωμή των επιταγών (βλέπε Τεκμήριο 10). Επομένως, στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω ο Κατηγορούμενος δεν έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο περί της ειλικρινούς και εύλογης πεποίθησης του ως προς την ανάκληση πληρωμής των επίδικων επιταγών. Τελειώνοντας, θα πρέπει να σημειώσω ότι δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου η θέση του Κατηγορούμενου επί το ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στη διεύθυνση της εταιρείας Xenadrine Estates Ltd εφόσον ο ίδιος δεν ήταν αξιωματούχος αυτής και ως ο ισχυρισμός του ήταν εντολοδόχος αυτής. Κρίνω, επίσης, ότι ακόμη και εάν η θέση του ως προς την εκτέλεση εντολών της εν λόγω εταιρείας γινόταν αποδέκτη (και τούτο χωρίς να παραγνωρίζεται ότι ο ίδιος δεν ήταν αξιωματούχος της εν λόγω εταιρείας σύμφωνα με τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου) η ευθύνη του Κατηγορούμενου ως προς την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών δεν αλλοιώνεται με οποιονδήποτε τρόπο εφόσον η επίκληση μη εμπλοκής του στη διεύθυνση και διαχείριση της εταιρείας δεν τον απαλλάσσει από το καθήκον επιμέλειας αναφορικά με το εύλογο ή μη της πρόκλησης μη εξόφλησης των επιταγών στην οποία προέβηκε ο ίδιος (βλέπε Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. Gastop Boutique Ltd κ.ά., Ποινική Έφεση αρ. 161/2014, απόφαση ημερομηνίας 30.6.2017). Ο Κατηγορούμενος εξακολουθεί να έχει την ευθύνη να πείσει το Δικαστήριο ότι κατά τον χρόνο ανάκλησης της πληρωμής των επιταγών πίστευε ειλικρινά ότι είχε τέτοιο δικαίωμα και ότι τούτο ήταν εύλογο υπό τις περιστάσεις, κάτι το οποίο δεν έπραξε. Σημειώνω, τέλος, ότι οι υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης που τέθηκαν στον Μ.Κ.1 ως προς την ύπαρξη και αποστολή επιστολής από την εταιρεία Soussana Kiosks Ltd στην εταιρεία Xenadrine Estates Ltd με την οποία ζητείτο να μην πληρωθούν οι επιταγές και λήψη απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας Xenadrine Estates Ltd παρέμειναν μετέωρες αφού ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε οποιοδήποτε έγγραφο που να υποστηρίζει οτιδήποτε σχετικό. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, ο Κατηγορούμενος δεν έχει πείσει το Δικαστήριο ότι πίστευε ειλικρινά ότι είχε δικαίωμα να προβεί στην ανάκληση της πληρωμής της εν λόγω επιταγής, και η πεποίθησή του αυτή, πέραν του ότι δεν ήταν ειλικρινής, δεν ήταν ούτε και εύλογη με βάση τα γεγονότα και τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή και συνθέτουν την υπόθεση. Κατά συνέπεια, και με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεσή της εναντίον του Κατηγορούμενου 1, τον οποίο κρίνω ένοχο σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................. Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο